Alexander Tavrovskiy γνωστός και ως Alexandre Tavrovskiy κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Co. Ltd, μέσω του εκάστοτε Γενικού και/ή Ειδικού Διαχειριστή της κ.α., Αρ. Αγωγής: 844/16, 28/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Δρουσιώτη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 844/16 Μεταξύ:
- Alexander Tavrovskiy γνωστός και ως Alexandre Tavrovskiy
- Irina Tavroskaya Εναγόντων και
- Cyprus Popular Bank Co. Ltd, μέσω του εκάστοτε Γενικού και/ή Ειδικού Διαχειριστή της
- Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 28.4.2017 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 1 - Αιτητές: κα Ε. Πεύκου για Π. Ν. Κούρτελλου Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα Χρ. Χαραλάμπους για Α. Κυπρίζογλου ------------------------------------ Αίτηση ημερ. 24.10.2016 για διαγραφή έκθεσης απαίτησης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Εναγόμενοι 1 - Αιτητές στο εξής θα αναφέρονται ως οι Αιτητές, ζητούν τα πιο κάτω διατάγματα: «Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την διαγραφή (strike out) των για το λόγο ότι δεν είναι αναγκαίοι (unnecessary) και/ή είναι σκανδαλώδεις και/ή άσχετοι και/ή καταχρηστικοί και/ή περιττοί και/ή ακατάληπτοι (unintelligible) και/ή τείνουν για να παραβλάψουν τα δικαιώματα της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας και/ή προκαλούν αμηχανία και/ή τείνουν να πρ9οκαταβάλουν και/ή περιπλέξουν (embarras) και/ή καθυστερήσουν τη δίκαια εκδίκαση της αγωγής και/ή τελούν σε αντίθεση με τους κανόνες σύνταξης εγγράφων προτάσεων των ακόλουθων ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης. i. Από την παράγραφο 2 οι ισχυρισμοί «η εξυγίανση αποφασίστηκε δυνάμει απόφασης του Eurogroup, προς αποφυγή, ισχυριζόμενης άτακτης χρεοκοπίας της χώρας αλλά και προς τον σκοπό εξυγίανσης, σμίκρυνσης.» και/ή «Συνεπεία της κατάρρευσης της Εναγομένης 1» και/ή «Η Εναγομένη 1 Τράπεζα ενάγεται γιατί είναι η οντότητα η οποία είχε και/ή έχει συμβατική σχέση με τους Ενάγοντες και η οποία η ίδια και/ή μέσω των εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων και/ή υπηρετών της και/ή μέσω των γενικών και/ή ειδικών εκδοχέων της και/ή μέσω του εκάστοτε Γενικού και/ή ειδικού Διαχειριστή της, λόγω βαριάς αμέλειας της/των, προκάλεσε και/ή προκαλεί ζημιά στους Ενάγοντες και/ή παραβίασε και/ή παραβιάζει τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των τελευταίων». ii. Το περιεχόμενο της παραγράφου 5 στην ολότητά του. iii. Από την παράγραφο 6 ο ισχυρισμός «Τα μέτρα εξυγίανσης που υιοθετήθηκαν τόσο από την Εναγομένη 1 (.) ανάμεσα στους οποίους είναι και οι Ενάγοντες» και/ή ο ισχυρισμός «Η δε επέμβαση επ' αυτών των καταθέσεων (.) και/ή μέσω του εκάστοτε Γενικού και/ή Ειδικού Διαχειριστή τους». iv. Το περιεχόμενο των παραγράφων 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22 στην ολότητά τους. v. Από την παράγραφο 24 οι υπό των παρακλητικών Α και/ή Β και/ή Δ και/ή Ε και/ή Ζ και/ή Η και/ή Θ αξιώσεις. Β. Διαζευκτικά προς το παρακλητικό Α ανωτέρω Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον την απόρριψη (dismiss) και/ή την καθολική διαγραφή (strike out) και/ή παραμερισμό (set aside) της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καταχωρηθέντος στις 23.3.2016 εναντίον της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας ως ενοχλητικής και/ή ως επιπόλαιας (frivolous) και/ή καταχρηστικής και/ή κακόπιστης και/ή καταπιεστικής και/ή ακατάληπτης (unintelligible) και/ή ως βρίθουσας αχρείαστων και/ή σκανδαλωδών ισχυρισμών και/ή που τείνει να προκαλέσει στην Εναγομένη 1 - Αιτήτρια αχρείαστη ταλαιπωρία και/ή αγωνία και/ή έξοδα και/ή ως τελούσης σε αντίθεση με τους κανόνες σύνταξης εγγράφων προτάσεων. Γ. Διαζευκτικά και/ή Επικουρικά προς τα ανωτέρω Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου διατάττον την απόρριψη (dismiss) και/ή διαγραφή (strike out) και/ή παραμερισμό (set aside) της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή του ειδικών οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καταχωρηθέντος στις 23.3.2016 και συνακόλουθα της έκθεσης απαίτησης εναντίον της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας επί τω ότι: i. Δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα και/ή ως συνιστούσης κατάχρηση της διαδικασίας και/ή νομικά αβάσιμης και/ή ανυπόστατης και/ή επιπόλαιας και ενοχλητικής (frivolous and vexatious) και/ή καταπιεστικής και/ή σκανδαλώδους, και/ή ii. Δεν αποκαλύπτει νόμιμη βάση αγωγής και/ή οι αιτούμενες θεραπείες τελούν σε αντίθεση και/ή αποκλίνουν της δυνατότητας αποζημίωσης ως αυτή περιορίζεται υπό ειδικού νόμου και/ή υπό του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22(Ι)/2016 και/ή του ενωσιακού θεσμικού πλαισίου το οποίο διέπει την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και/ή iii. Αφορά σε νόμιμες πράξεις δημόσιας αρχής γενόμενες κατ' εξουσιοδότηση νόμου προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος της δυνατότητας αποζημίωσης να διέπεται από διατάξεις του ημεδαπού και/ή υπερκείμενου ενωσιακού δικαίου. Δ. Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαια και/ή εύλογη υπό τας περιστάσεις. Ε. Νόμιμους τόκους πλέον έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 θ.6, Δ.9, Δ.13, Δ.19 θ.θ.1, 4, 5, 20, 21, 22, 23, 26, Δ.20 θ.θ.1, 2, Δ.27 θ. 3, Δ.39, Δ.48 θ.θ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9(j),(o), Δ.63 θ.θ.1, 2, Δ.64 θ.θ.1,2 και περαιτέρω σε Κ.Δ.Π. καθώς και Κανονισμών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και άλλους Κανονισμούς οι οποίοι αναφέρονται στην αίτηση. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Σωτηρίας Χρίστου η οποία είναι δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους Αιτητές. Η Σωτηρία Χρίστου στην ένορκη της δήλωση ισχυρίζεται ότι η έκθεση απαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση βάση του περιεχομένου της και του τρόπου σύνταξης της προξενεί έντονη αμηχανία και ενόχληση στην Αιτήτρια καθότι πρόκειται για δυσνόητο έγγραφο εκθέτει εσφαλμένη συντακτική ροή, βάση πλατειασμού και πολυλογίας καθώς επίσης εμπεριέχει αχρείαστα και μη ανταποκρινόμενα τα δέοντα ζητήματα και αξιολογήσεις. Περαιτέρω τονίζει ότι ο τρόπος σύνταξης του δικογράφου των Καθ' ων η Αίτηση δεν συνάδει με τους οικείους δικονομικούς κανόνες. Συγκεκριμένα επί του θέματος αναφέρει τα ακόλουθα: Το μέρος της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης από το «η δε επέμβαση έως 1 και 4» δεν συνιστά γεγονός το οποίο καταγράφεται σε μια έγγραφη πρόταση, αντίθετα προβάλλεται νομική επιχειρηματολογία. Το μέρος της παραγράφου 7 στην οποία αναπτύσσεται «κρατούσα αντίληψη» αποτελεί συνοπτικό περιεχόμενο απόδειξης. Το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της έκθεσης απαίτησης μόνο γεγονός δεν αποτελεί για την παρούσα αγωγή. Το μέρος της παραγράφου 10 της έκθεσης απαίτησης «ολόκληρες υποχρεώσεις ...έως τον ELA» αποτελεί γεγονός ως και ουσιώδες η επίδικο για την παρούσα αγωγή. Το περιεχόμενο της παραγράφου 11 δεν υποδηλεί παράγραφο δικογράφου αλλά απόσπασμα αγόρευσης. Το περιεχόμενο των παραγράφων 12 και 13 της έκθεσης απαιτήσεως δεν εκθέτουν γεγονότα ως επιβάλλεται από τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Είναι η θέση της ότι η έκθεση απαιτήσεως προβάλλει θέσεις και συμπεράσματα, ερμηνεύει νομοθεσία εντός ενός δικογράφου το οποίο δεν είναι θεμιτό. Είναι δε περαιτέρω η θέση της ότι η υποπαράγραφος ε της παραγράφου 15 της έκθεσης απαίτησης οι Ενάγοντες προέβηκαν σε σχολιασμό μαρτυρίας ενέργεια η οποία αντιβαίνει τα προβλεπόμενα και τέτοιοι ισχυρισμοί μόνο αμηχανία μπορεί να προκαλέσουν. Το ίδιο ισχύει και για τις παραγράφους 20 και 22 της έκθεσης απαίτησης το περιεχόμενο των οποίων ενσωματώνει το δικόγραφο «σχόλια αχρείαστα και προσωπικές εκτιμήσεις». Η μάρτυρας ισχυρίζεται ότι οι αξιώσεις που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 24 υπό τα στοιχεία Α και Β της έκθεσης απαίτησης δεν αποτελούν ορθό περιεχόμενο ενός δικογράφου. Στη συνέχεια η μάρτυρας εξηγεί γιατί το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο προκαλεί αμηχανία και ενόχληση στην Αιτήτρια γιατί εμπεριέχει ισχυρισμού που μόνο αμηχανία και ενόχληση στην διεξαγωγή της δίκης. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις παραγράφους 5, 6, 7 της έκθεσης απαίτησης είναι σκανδαλώδεις, ενοχλητικοί, επιπόλαιοι και το μόνο που μπορούν να προκαλέσουν είναι σύγχυση και αχρείαστα συμπεράσματα. Στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης γίνεται αναφορά σε ανύπαρκτη Εναγόμενη 4, η δε ισχυρισμοί της παραγράφου 10 της έκθεσης απαίτησης μόνο εντυπώσεις μπορεί να προκαλέσουν και αυτές δυσμενείς. Η παράγραφος 11 της έκθεσης απαίτησης είναι εσφαλμένη και αντιβαίνει ρητά την νομοθετική πρόνοια, οι δε παραγράφοι 12 και 13 της έκθεσης απαίτησης προκαλούν σύγχυση και ταλαιπωρία στην Αιτήτρια. Το ίδιο και η παράγραφος 14 της έκθεσης απαίτησης. Για δε την παράγραφο 15δ της έκθεσης απαίτησης αποδίδουν συμπεριφορές της Αιτήτριας που αφορούν εποπτική αρχή αντί τραπεζικό ίδρυμα. Σε σχέση με την βάση της αγωγής είναι η θέση της ότι η έκθεση απαίτησης πάσχει στο θεμέλιο της και ζητά απόρριψη της έκθεσης απαίτησης καθότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα, νόμιμη βάση της αγωγής και οι πράξεις της Αιτήτριας αφορούν νόμιμες πράξεις οι οποίες έγιναν κατ' εξουσιοδότηση του Νόμου. Οι Καθ' ων η Αίτηση - Ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση. Οι λόγοι ένστασης φαίνονται στην ένσταση τους υπό τα σημεία 1 έως 11 και περιληπτικά είναι η θέση τους ότι η δικογράφηση των ισχυρισμών των Καθ' ων η αίτηση στην έκθεση απαίτησης τους είναι ορθή, επαρκής και περιέχει ουσιώδη και σχετικά με την παρούσα υπόθεση γεγονότα και στην απουσία λήψης άλλων δικονομικών διαβημάτων από την Αιτήτρια αυτή δεν μπορεί να προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς όπως αυτοί διαφαίνονται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Χρύσως Χαραλάμπους η οποία είναι δικηγόρος στο γραφείο του δικηγόρου ο οποίος εκπροσωπεί τους Καθ' ων η Αίτηση. Είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση και ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν καλή βάση αγωγή και εύλογο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Αιτήτριας και η παρούσα αίτηση δεν είναι το κατάλληλο μέτρο για απόρριψη της αγωγής των Καθ' ων η Αίτηση με συνοπτικές διαδικασίες. Βασικός σκοπός της αγωγής και της έκθεσης απαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση είναι να καταστίσουν γνωστό στην Αιτήτρια την υπόθεση που έχει να αντιμετωπίσει ώστε αυτή να τοποθετηθεί επ' αυτών. Τυχόν έγκριση του αιτήματος της Αιτήτριας αυτό θα παραβιάσει το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση να προσφύγουν ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούνται να προσφύγουν βάσει του Συντάγματος άρθρο 30 και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προάσπισης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εκατέρωθεν οι πλευρές αγόρευσαν και στήριξαν τις θέσεις τους. Δεν θα κάνω στο παρόν στάδιο αναφορά στις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων δικηγόρων, θα κάνω εκεί που είναι αναγκαίο πιο κάτω. Τόσο το περιεχόμενο της αίτησης, της ένστασης των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν καθώς και το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο. Παρά την αναφορά σε σωρεία Διαδικαστικών Κανονισμών, Κ.Δ.Π. και άλλων Νόμων υπόβαθρο για την παρούσα υπόθεση καθίστανται η Δ.19 θ.26 και Δ.27 θ.3 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίες αποτελούν τις δικονομικές πρόνοιες που δίδουν το δικαίωμα στο Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να διατάξει την διαγραφή από δικόγραφο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας το οποίο δεν είναι αναγκαίο ή σκανδαλώδη και τείνει να περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής και ακόμη να διατάξει την διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου. Η Δ.19 θ.26 προβλέπει: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής». Και η Δ.27 θ.3 προβλέπει: «Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαια». Η Δ.19 θ.26 προβλέπει την διαγραφή μέρους δικογράφου και όχι ολόκληρης της αγωγής σε αντίθεση με αυτό που προβλέπει η Δ.27 θ. 3 που το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει ακόμη και την διαγραφή ολόκληρης της απαίτησης ή της υπεράσπισης. Όπως όμως δείχνει η νομολογία η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την διαγραφή μέρους δικογράφου ή ολόκληρης της αγωγής ή υπεράσπισης με αποτέλεσμα να επιφέρει την δραστική συνέπεια της απόρριψης της αγωγής ή της έκδοσης απόφασης, όχι μόνο πρέπει να ασκείται και ως εκ τούτου με φειδώ αλλά μπορεί να ασκείται μόνο προκειμένου περί καθαρής περίπτωσης (βλ. αγωγή ναυτοδικείου αρ. 201/96 P.T. Kiani Kertas v. Interorient Navigation Company Limited κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 300). Στην υπόθεση Δ. Νικολάου & Υιοί Λτδ v.
- Compania Espanola de Laminaction, S.A.
- The Ship "Four Star II" όπως τροποποιήθηκε Δ. Νικολάου & Υιοί Λτδ v.
- Four Star Lines S.A.,
- The Ship "Four Star II"
(1989)1 C.L.R. 623, σελίδες 627 - 628 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «Έχει καθιερωθεί από τη νομολογία μας ότι εφόσον υπάρχουν διαφορές ως προς τα νομικά και πραγματικά θέματα . οι διαφορές πρέπει να εκδικάζονται και αποφασίζονται από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αγωγής και όχι σε ενδιάμεσο στάδιο όπου η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι οι ένορκες δηλώσεις». Αναφορικά με το ότι οι ισχυρισμοί τείνουν να προκαλέσουν βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης, η νομολογία έχει υποδείξει ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν φιλελεύθερα τις πιο πάνω λέξεις. Από τη μία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συνταγματικό δικαίωμα κάθε διαδίκου για ελεύθερη παρουσίαση της υπόθεσης του και πρόσβαση στο δικαϊκό σύστημα και από την άλλη να επιδεικνύεται σεβασμός και τήρησης των κανόνων διαδικασίας και δικογράφησης έγγραφων προτάσεων. Το Δικαστήριο, προτού αποφασίσει κατά πόσο ένας ισχυρισμός θα διαγραφεί ή όχι, λαμβάνει υπόψη του, ανάμεσα σ' άλλα, τη φύση της αγωγής και εάν το σκανδαλώδη θέμα επηρεάζει αποφασιστικώς το αποτέλεσμα της αγωγής. Μόνο έτσι εξυπηρετείται ορθά η έννοια της απόδοσης δικαιοσύνης. Παρ' όλο που η αίτηση για διαγραφή στη βάση του Κανονισμού 26 της Διάταξης 19 δύναται να καταχωρηθεί καθ' οιονδήποτε στάδιο εντούτοις, για σκοπούς καλύτερης εξυπηρέτησης και εφαρμογής της, θα πρέπει τέτοια αίτηση να υποβάλλεται το ταχύτερο δυνατό και κατά κανόνα αμέσως μετά την παράδοση του δικογράφου που προκαλεί το παράπονο, εν πάση δε περιπτώσει πριν από την ολοκλήρωση των δικογράφων (βλ. Νίκος Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338). Κατ' εξαίρεση δε δυνατό να γίνει μετά το κλείσιμο των δικογράφων, αλλά το Δικαστήριο δυνατό ν' αρνηθεί ν' ακούσει τέτοια αίτηση όταν πλέον η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση. Στην σελίδα 478 της Ετήσιας Δικονομικής Πρακτικής του 1961 (The Annual Practice 1961) σημειώνεται πως το γεγονός απλώς ότι το δικόγραφο περιέχει κάποιο περιττό ή αχρείαστο ισχυρισμό που όμως δεν προκαλεί ζημιά ή βλάβη στον αντίδικο δεν αποτελεί επαρκή λόγο για διαγραφή του. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση όπου ουσιώδη γεγονότα δικογραφούνται σε περιττή ή αχρείαστη έκταση ή ακόμη δικογραφούνται τέτοια γεγονότα σε περιττή ή αχρείαστη λεπτομέρεια (βλ. Bullen & League, 12η έκδοση, σελ. 146-148. "Pleadings Tending to Prejudice, Embarrass or Delay Fair Trial"). Επίσης και στην περίπτωση που ένας ισχυρισμός αποδειχτεί ότι τελικά είναι αναληθής. Το ίδιο δεν δικαιολογείται να διαγραφεί ένας ισχυρισμός απλώς επειδή δεν θα πετύχει επειδή σχετίζεται με αδύνατη υπόθεση. Ένας ισχυρισμός θεωρείται σκανδαλώδης και συνεπώς διαγραπτέος όταν αυτός, χωρίς να είναι σχετικός με τη βάση αγωγής είναι προσβλητικός ή περιέχει οποιαδήποτε ενοχή εις βάρος του αντιδίκου ή αποδίδει στον αντίδικο κακή συμπεριφορά ή κακή πίστη και τείνει έτσι να βλάψει την άλλη πλευρά. Όσον αφορά την πιθανότητα διαγραφής ολόκληρου δικογράφου όπως είναι η έκθεση απαίτησης, το λεκτικό του Κανονισμού 3 της Διάταξης 27 υποδεικνύει ότι αυτό είναι εφικτό όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική (βλ. Νίκος Σιακόλας ανωτέρω). Όταν το Δικαστήριο εξετάζει τέτοιο αίτημα θα πρέπει να σιγουρευτεί ότι η έκθεση απαίτησης είναι αναντίλεκτα ανυπόστατη και εξόφθαλμα στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Με άλλα λόγια όταν μέσα από το περιεχόμενο του δικογράφου δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο. Διαφορετικά δεν δικαιολογείται η έγκριση τέτοιου αιτήματος όσο και εάν η προοπτική επιτυχίας της αγωγής εμφανίζεται απομακρυσμένη. Σχετική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Έρμος Χατζηκυριάκος v Διομήδη Κυθρεώτη
(1996)1 Α.Α.Δ.
- Επομένως, εφόσον μέσα από το δικόγραφο εντοπίζεται κάποια αιτία αγωγής ή εγείρεται ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, επιβάλλεται η διατήρηση της διαδικασίας. Μία αδικαιολόγητη διαγραφή δικογράφου θα εκτόπιζε το διάδικο που το ετοίμασε από την τροχιά της δίκης κάτι που θα οδηγούσε σε παραβίαση του δικαιώματος του διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να καταφύγει δυνάμει του άρθρου 30.1 του Συντάγματος. Μετά την παράθεση της νομικής πτυχής προχωρώ στην εξέταση της αίτησης σε σχέση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων των οποίων ζητείται η διαγραφή. Έχω εξετάσει όλες τις παραγράφους της έκθεσης απαίτησης για τις οποίες ζητείται η διαγραφή και τους λόγους γιατί ζητείται αυτή η διαγραφή όπως παρουσιάζονται στις παραγράφους 14 έως και 34 της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την αίτηση. Μέρος των παραγράφων που ζητείται η διαγραφή είναι ισχυρισμός των Αιτητών ότι αυτά που αναφέρονται σε αυτές δεν συνιστούν γεγονότα τα οποία καταγράφονται σε μια έγγραφη πρόταση και προβάλλεται νομική επιχειρηματολογία, κάτι που θα γίνει στα πλαίσια των αγορεύσεων. Αυτές οι παραγράφοι της έκθεσης απαίτησης είναι οι παραγράφοι 6, 7, 11, 12, 13, 15 υποπαράγραφος ε, 20 και
- Από αυτό όμως και μόνο το γεγονός το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να διατάξει την διαγραφή αυτών των παραγράφων, παρόλο που στις πιο πάνω παραγράφους παρατηρείται ένας πλατειασμός στα όσα οι Ενάγοντες αναφέρουν. Σε σχέση με τις παραγράφους 9 και 10 της έκθεσης απαίτησης ο ισχυρισμός των Αιτητών είναι ότι τα όσα αναφέρονται σε αυτές δεν αποτελούν γεγονότα της παρούσας αγωγής και ειδικά στην παράγραφο 10 οι ισχυρισμοί αποτελούν γεγονός όχι ουσιώδες και επίδικο στην παρούσα αγωγή. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι ούτε προσβλητικοί, ούτε βλάβη ή ζημιά προκαλούν στον αντίδικο, συνεπώς δεν αποτελεί λόγο διαγραφής τους. Επίσης δεν είναι επί του παρόντος το Δικαστήριο να αποφασίσει σε αυτό το προκαταρκτικό στάδιο αν οι αξιώσεις των Εναγόντων στην παράγραφο 24 αποτελούν ορθό περιεχόμενο εντός ενός δικογράφου αφού τα παρακλητικά συνιστούν παρακλητικά της φύσης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. Περαιτέρω σε σχέση με τις παραγράφους 2, 5, 6 και 7 της έκθεσης απαίτησης και τους ισχυρισμούς των Αιτητών ότι αποτελούν ισχυρισμούς σκανδαλώδεις και ενοχλητικοί και αποδίδουν στους Εναγομένους εξουσίες που ανήκουν σε άλλη αρχή και μπορεί να προκαλέσουν περαιτέρω σύγχυση και αχρείαστα συμπεράσματα, το Δικαστήριο θα μπορέσει να αποφασίσει επί αυτών των θεμάτων στην ακροαματική διαδικασία και όχι σε αυτό το στάδιο όπου η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι με ένορκες δηλώσεις. Επίσης δεν είναι δυνατό το Δικαστήριο να εξετάσει και να διαγράψει τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαιτήσεως από το γεγονός και μόνο ότι γίνεται αναφορά σε Εναγόμενο 4 που δεν υπάρχει στην αγωγή. Το ίδιο ισχύει και για τους ισχυρισμούς που τίθενται στις παραγράφους 10 και 11, 12 και 13, 14 και 15δ της έκθεσης απαίτησης. Σε σχέση δε με την απόρριψη ολοκλήρου της έκθεσης απαίτησης καθότι ως ισχυρίζονται οι Αιτητές πάσχει κατά το θεμέλιο της δηλαδή τη βάση της αγωγής και τις τελικές θεραπείες που αξιώνουν, αναφέρω ότι τα όσα η Σωτηρία Χρίστου αναφέρει επί αυτού του θέματος, ιδιαιτέρως στις παραγράφους 42 μέχρι 49 της ένορκης της δήλωσης της είναι σημεία τα οποία θα πρέπει να εκδικαστούν κατά την ακρόαση της αγωγής και όχι σε ενδιάμεσο στάδιο που η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου τίθεται με ένορκες δηλώσεις και ειδικά από τη στιγμή που οι συγκεκριμένες παραγράφοι αμφισβητούνται από τους Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση στην ένσταση τους. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των Καθ' ων η Αίτηση ότι η αίτηση είναι πρόωρη καθότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της δεν έχει ολοκληρωθεί η ανταλλαγή δικογράφων, αυτό που διαπιστώνεται μέσα από την νομολογία όπως ανωτέρω έχει αναφερθεί είναι ότι η αίτηση για διαγραφή γίνεται δια κλήσεως και δύναται να γίνει ακόμη και πριν την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης όχι όμως πριν την καταχώρηση έκθεση απαίτησης. Συνεπώς δεν υπάρχει θέμα πρόωρης καταχώρησης της αίτησης. Με βιάση τα όσα πιο πάνω έχω εξηγήσει καταλήγω ότι δεν είναι δυνατό το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να διαγράψει τόσο μέρος της έκθεσης απαίτησης αλλά και ολόκληρη η έκθεση απαίτησης των Εναγόντων ως είναι τα αιτήματα των Αιτητών. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1 - Αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............... Μ. Δρουσιώτης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Ο.Ρ.