Αναφορικά με την εκζητούμενη Reiljan Katlin, Αρ. Αίτησης : 6/17, 7/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ Αρ. Αίτησης : 6/17 Αναφορικά με τον Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο 133
(1)/2004 και Αναφορικά με την εκζητούμενη Reiljan Katlin Ημερομηνία: 7/4/2017 Εμφανίσεις: Για τον Γενικό Εισαγγελέα: κα Δάφνη Νικολάτου Για την Εκζητούμενη : κα Λητώ Χατζηλοíζου Εκζητούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Εσθονικές αρχές και δυνάμει Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (το οποίο από τώρα και στο εξής θα αναγράφεται συνοπτικά ως ΕΕΣ) που εκδόθηκε στις 11/12/2015, ζητούν την παράδοση της Reiljan Katlin, η οποία από τώρα και στο εξής θα καλείται η εκζητούμενη, για να εκτίσει ποινή φυλάκισης 1 χρόνου και 6 μηνών. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του ΕΕΣ εναντίον της εκζητούμενης εκδόθηκε απόφαση από Εσθονικό Δικαστήριο με την οποία αυτή καταδικάσθηκε στην ποινή αυτή της φυλάκισης με αναστολή 2 χρόνων, νοουμένου ότι δεν θα διέπραττε άλλο ποινικό αδίκημα εντός της περιόδου της αναστολής και θα συμμορφωνόταν με τις απαιτήσεις και υποχρεώσεις που είχαν τεθεί για επιτήρηση της. Διατάχθηκε επίσης όπως, εντός της περιόδου της αναστολής αποζημιώσει τα θύματα για τις ζημιές που είχαν υποστεί. Επειδή η εκζητούμενη δεν συμμορφώθηκε με τις απαιτήσεις και υποχρεώσεις που της είχαν τεθεί, το Δικαστήριο στις 23/9/2010 ενεργοποίησε την εκτέλεση της ποινής. Η εκζητούμενη συνελήφθη και στις 8/3/2017 προσήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο αφού βεβαιώθηκε για την ταυτότητα της και ανάφερε σε αυτήν τα δικαιώματα της, όρισε την υπόθεση για ακρόαση, καθότι η εκζητούμενη δήλωσε ότι δεν συγκατατίθετο στην παράδοση της στις Εσθονικές Αρχές. Στο μεταξύ αφέθηκε ελεύθερη με περιοριστικούς όρους. Στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν υπήρξε ουσιαστικά αμφισβήτηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Έτσι, όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με αυτήν κατατέθηκαν εκ συμφώνου και το περιεχόμενο τους δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του, ενώ περαιτέρω κάποια άλλα γεγονότα δηλώθηκαν παραδεκτά. Ως αποτέλεσμα δεν προσκομίστηκε καμία απολύτως μαρτυρία και οι ευπαίδευτες συνήγοροι προχώρησαν σε αγορεύσεις. Αχρείαστο θεωρώ να καταγράψω ένα προς ένα τα πιο πάνω γεγονότα και έγγραφα, αφού όλα είναι πλήρως καταγραμμένα στα πρακτικά και θα επικεντρωθώ στην εξέταση του ζητήματος στο οποίο η ευπαίδευτη συνήγορος της εκζητούμενης εστίασε την επιχειρηματολογία της. Τι είναι ΕΕΣ, καθορίζεται στο άρθρο 3 του Νόμου 133(I)/2004 που προνοεί τα ακόλουθα : «To ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή Διάταγμα δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την παράδοση προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: (α) Για την άσκηση ποινικής δίωξης ή (β) για την εκτέλεση ποινής η μέτρου στερητικών της ελευθερίας.» Ο σκοπός του ΕΕΣ, προσδιορίσθηκε στην Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 473 και είναι η μεταξύ των Ευρωπαϊκών χωρών, απλοποίηση της διαδικασίας παράδοσης προσώπων που ενέχονται στη διάπραξη συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων. Όπως λέχθηκε στην Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 519 : «Η Κυπριακή Δημοκρατία, υλοποιώντας την υποχρέωση που επιβάλλει η Απόφαση-Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ημερ.13 Ιουνίου, 2002, σε σχέση με το «ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ κρατών μελών» προχώρησε στη θέσπιση του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004 (Ν. 133(Ι)/2004 (ο Νόμος). Η Ευρωπαϊκή Ένωση, είχε θέσει ως στόχο, τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας ασφάλειας και δικαιοσύνης, που συνεπάγεται την κατάργηση του συστήματος της έκδοσης προσώπων, τα οποία προσπαθούν να διαφύγουν τη δικαιοσύνη μεταξύ χωρών μελών, και την αντικατάσταση του από ένα σύστημα παράδοσης μεταξύ δικαστικών αρχών (αρ. 5 του προϊμίου της Απόφασης-Πλαίσιο). Ταυτοχρόνως επιδιώκετο η εισαγωγή ενός απλουστευμένου συστήματος παράδοσης υπόπτων ή καταδικασθέντων προσώπων, με στόχο την άρση της πολυπλοκότητας και του ενδεχομένου καθυστερήσεων που ενυπάρχουν στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης. Ως προς την πρόθεση του Συμβουλίου που εκδηλώθηκε με το Νόμο- Πλαίσιο σχετική αναφορά γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2009, para. D31.2 και στην υπόθεση Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 473. Το δε Ευρωπαϊκό ΄Ενταλμα Σύλληψης που προβλέπει η Απόφαση-Πλαίσιο, χαρακτηρίζεται ως ο «ακρογωνιαίος λίθος» της δικαστικής συνεργασίας στον τομέα του ποινικού δικαίου, που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ των κρατών μελών. (άρθρο 6 προϊμίου). Συνακόλουθα οι πρόνοιες του Ν.133(Ι)/2004, θα πρέπει να διαβάζονται σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του νόμου Πλαισίου, (άρθρο 1 του Νόμου 133(Ι)/2004)». Σε σχέση με τη φύση της διαδικασίας, λέχθηκαν περαιτέρω και τα ακόλουθα στην ίδια απόφαση : «Θα πρέπει από την αρχή να επισημάνουμε ότι δεν πρόκειται περί ποινικής δίκης και η συνήγορος της νομικής υπηρεσίας δεν εμφανίζεται ως εκπρόσωπος κατηγορούσας αρχής. Πρόκειται για διαδικασία sui generis. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις υποχρεωτικής παράδοσης τότε το εκζητούμενο πρόσωπο πρέπει να παραδοθεί και το ένταλμα να εκτελεστεί. (άρθρο 12 του Νόμου). Αν δεν υφίστανται τα αναγκαία προαπαιτούμενα του άρθρου 4, το Δικαστήριο αρνείται την εκτέλεση (άρθρ.13). Επειδή πρόκειται περί διαδικασίας διερευνητικού χαρακτήρα, ο ίδιος ο νόμος προσφέρει επιπρόσθετες εξουσίες στη δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος. Αν «κρίνει», τονίζεται στο άρθρο 21
(2)του Νόμου, ότι οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν «δεν αρκούν» ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση ζητεί ...». Είναι συνεπώς προστακτική ανάγκη για τη δικαστική αρχή να ζητήσει την προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων, «ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 4 και 13 έως 15». Ο τύπος και το περιεχόμενο ενός ΕΕΣ καθορίζονται από το άρθρο 4
(1)του Νόμου, ενώ το άρθρο 12 καθορίζει τις βασικές προϋποθέσεις εκτέλεσης ΕΕΣ, οι οποίες και είναι οι ακόλουθες : (α) Η πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ΕΕΣ να συνιστά έγκλημα το οποίο να τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει και να είναι παράλληλα αξιόποινη πράξη σύμφωνα με την Κυπριακή νομοθεσία, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό της. Αυτό που απαιτείται δηλαδή είναι η ύπαρξη διττού αξιοποίνου. (β) Τα δικαστήρια του κράτους που εξέδωσε το ένταλμα να έχουν καταδικάσει τον εκζητούμενο σε ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον 4 μηνών. (γ) Η εκτέλεση του ΕΕΣ επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιόποινου, για 32 ομάδες αξιόποινων πράξεων, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον 3 χρόνων. Στην εξεταζόμενη περίπτωση η εκτέλεση του ΕΕΣ, ζητείται στη βάση της απόφασης που εκδόθηκε από Εσθονικό Δικαστήριο και με βάση την οποία επιβλήθηκε στην εκζητούμενη ποινή φυλάκισης 1 χρόνου και 6 μηνών. Είναι συνεπώς προφανές ότι πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 12
(1)(β) του Νόμου, εφόσον η στερητική της ελευθερίας ποινή που έχει επιβληθεί στην εκζητούμενη από Εσθονικό Δικαστήριο, είναι πέραν των 4 μηνών που προνοεί ο Νόμος και συνεπώς δεν χρειάζεται να εξετασθεί εάν υπάρχει το διττό της αξιόποινης πράξης. Στο Νόμο και συγκεκριμένα στα άρθρα 13 και 14, εκτίθενται αντίστοιχα οι λόγοι υποχρεωτικής και προαιρετικής μη εκτέλεσης ΕΕΣ. Όπως αποφασίσθηκε στην Πολιτ. Εφ. 346/2011 Κόκου Ιωαννίδη Ρωσσίδη v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομ. 15/11/2011 : «Όπως συναφώς παρατήρησε και η δικηγόρος της εφεσίβλητης Δημοκρατίας, οι μόνες προϋποθέσεις για τη μη εκτέλεση του ΕΕΣ από τη δικαστική αρχή που επιφορτίζεται με το έργο της εξέτασης του εντάλματος είναι οι αναφερόμενες στα άρθρα 13 και 14 του Νόμου που αφορούν τους υποχρεωτικούς και τους προαιρετικούς αντίστοιχα λόγους μη εκτέλεσης και οι οποίοι λόγοι δεν συνέτρεχαν εδώ». Η πλευρά της εκζητούμενης, έφερε ένσταση στην εκτέλεση του γιατί σύμφωνα με την εισήγηση της δεν πληρούνται όλα τα προαπαιτούμενα που θέτει το άρθρο 4 του Νόμου και συγκεκριμένα τα όσα απαιτούνται με τα εδάφια 1 (γ), (στ) και
(3)του συγκεκριμένου άρθρου. Έρεισμα στην εισήγηση της αυτή έδωσε το γεγονός ότι στο μεταφρασμένο κείμενο του ΕΕΣ στην Αγγλική γλώσσα και συγκεκριμένα στις παραγράφους C
(2)και (F), αναγράφεται ως ημερομηνία έκδοσης της απόφασης η 12/5/2015, ενώ στην πραγματικότητα η ημερομηνία που αυτή εκδόθηκε είναι η 12/5/
- Πρέπει να λεχθεί στο σημείο αυτό ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η ορθή ημερομηνία έκδοσης της απόφασης είναι η 12/5/
- Τούτο προκύπτει και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 που είναι το πρωτότυπο του ΕΕΣ στα Εσθονικά και του οποίου το περιεχόμενο έγινε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του, αλλά και από το Τεκμήριο 15 που είναι επιστολή ημερομηνίας 23/3/2017 την οποία οι Εσθονικές αρχές απέστειλαν προς τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας και της οποίας το περιεχόμενο δηλώθηκε επίσης παραδεκτό. Με την επιστολή αυτή, διευκρινίζεται ότι η ορθή ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση από το Εσθονικό Δικαστήριο, είναι η 12/5/2010 και ότι πράγματι υπήρξε λανθασμένη αναγραφή της ημερομηνίας στην μετάφραση του ΕΕΣ που έγινε στην Αγγλική γλώσσα. Υποστήριξε η κα Χατζηλοίζου ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει το ζήτημα βασιζόμενο αποκλειστικά στα όσα περιέχονται στην Αγγλική μετάφραση του ΕΕΣ, στο οποίο και στις παραγράφους που πιο πάνω αναφέρονται, η ημερομηνία έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης εναντίον της εκζητούμενης αναγράφεται λανθασμένα. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή της κας Χατζηλοίζου. Τι είναι ένα ΕΕΣ καθορίζεται στο άρθρο 3 του Νόμου, το οποίο και προνοεί τα ακόλουθα. «Το ευρωπαϊκό ένταλµα σύλληψης είναι απόφαση ή ∆ιάταγµα δικαστικής αρχής κράτους µέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται µε σκοπό τη σύλληψη και την παράδοση προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους µέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζητείται από τις αρµόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλµατος». Δεν χωρεί αμφιβολία και τούτο προκύπτει σαφώς από το λεκτικό του συγκεκριμένου άρθρου ότι ΕΕΣ, είναι αυτό που εκδόθηκε από το κράτος μέλος της Ε.Ε. που ζητά την σύλληψη και παράδοση προσώπου. Τούτο επιβεβαιώνεται και από τις πρόνοιες του άρθρου 4
(3)που ακολουθούν και σύμφωνα με τις οποίες το ΕΕΣ μεταφράζεται στην επίσηµη γλώσσα ή σε µία από τις επίσηµες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης του εντάλµατος. Όταν υποβάλλεται ΕΕΣ στις Κυπριακές αρχές, θα πρέπει να είναι διατυπωµένο σε µια από τις επίσηµες γλώσσες της Κυπριακής Δηµοκρατίας ή στην Αγγλική γλώσσα. Αυτό δηλαδή που υπάρχει στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι το πρωτότυπο του ΕΕΣ όπως εκδόθηκε από τις Εσθονικές αρχές και το μεταφρασμένο κείμενο του στην Αγγλική γλώσσα. Κατά συνέπεια δεν μπορεί το Δικαστήριο να αγνοήσει την ύπαρξη του πρωτοτύπου του ΕΕΣ. Όπως προκύπτει από τα δύο αυτά έγγραφα (Τεκμήρια 2 και 16 αντίστοιχα), υπάρχει όντως σε κάποιες παραγράφους, διαφορά στην ημερομηνία κατά την οποία όπως αναφέρεται η δικαστική απόφαση έχει εκδοθεί. Για αυτό και θα πρέπει να εξετασθεί εάν η λανθασμένη αυτή αναγραφή της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης στην Αγγλική μετάφραση του ΕΕΣ, αποτελεί λόγο για απόρριψη της αίτησης. Θεωρώ ότι η εισήγηση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους ακόλουθους λόγους. 'Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 2 που είναι το ΕΕΣ που εκδόθηκε στα Εσθονικά, ως ημερομηνία έκδοσης της απόφασης αναγράφεται η 12/5/2010. Η ημερομηνία αυτή αναγράφεται στις παραγράφους (b), (
- c)και (f). Τούτο διαπιστώνεται χωρίς δυσκολία αφού η αναγραφή της ημερομηνίας γίνεται βέβαια με αριθμούς. Στην μετάφραση όμως του ΕΕΣ που έγινε στα Αγγλικά η ορθή ημερομηνία, 12/5/2010 αναγράφεται μόνο στην παράγραφο (
- b)που είναι η παράγραφος στην οποία γίνεται αναφορά στην απόφαση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το ΕΕΣ. Αντίθετα στις παραγράφους (
- c)και (
- f)στις οποίες περιγράφονται σύμφωνα με τον τίτλο τους, στην μεν πρώτη οι ενδείξεις για τη διάρκεια της ποινής (indications on the longhth of the sentence) και στη δεύτερη άλλες περιστάσεις που σχετίζονται με την υπόθεση (προαιρετικές πληροφορίες), (other circumstances relevant to the case (optional information)), αναγράφεται ως ημερομηνία έκδοσης της απόφασης η 12/5/2015. 'Όπως αποφασίσθηκε στην Πηγασίου, πιο πάνω, «Αν δεν υφίστανται τα αναγκαία προαπαιτούμενα του Άρθρου 4, το Δικαστήριο αρνείται την εκτέλεση (Άρθρο 13). Επειδή πρόκειται περί διαδικασίας διερευνητικού χαρακτήρα, ο ίδιος ο νόμος προσφέρει επιπρόσθετες εξουσίες στη δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος. Αν «κρίνει», τονίζεται στο Άρθρο 21
(2)του Νόμου, ότι οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν «δεν αρκούν» ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση ζητεί . . .». Είναι συνεπώς προστακτική ανάγκη για τη δικαστική αρχή να ζητήσει την προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων, «ιδίως σε σχέση με τα Άρθρα 4 και 13 έως 15.» Ακριβώς για να αποφεύγεται η μη εκτέλεση ΕΕΣ επειδή ένα τέτοιο ένταλμα δεν πληροί τα προαπαιτούμενα που τίθενται από το άρθρο 4, έχει θεσπιστεί ως επιτακτική η ανάγκη για την δικαστική αρχή που εξετάζει κατά πόσο ένα ΕΕΣ θα πρέπει να εκτελεστεί ή όχι, να ζητήσει στη βάση του άρθρου 21
(2)του Νόμου, την προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων. Κάτι τέτοιο δεν κατέστη αναγκαίο στην εξεταζόμενη περίπτωση καθότι είναι πρόδηλο ποια ημερομηνία εκδόθηκε η απόφαση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε και στην συνέχεια το ΕΕΣ. Τούτο προκύπτει και όπως προαναφέρεται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 και 15, το περιεχόμενο των οποίων δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Πληρούνται επίσης τα λοιπά προαπαιτούμενα που τίθενται από το ίδιο άρθρο, κάτι που δεν έχει αμφισβητηθεί. Στην John Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολιτ. Εφ. 347/14 ημερομ. 5/3/2015, αποφασίστηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα : «Για την ακρίβεια, στο υπό εξέταση ΕΕΣ, δεν υπάρχει η συγκεκριμένη παράγραφος (δ), η οποία άπτεται της εφαρμογής του άρθρου 14
(2), το οποίο θα εξεταστεί στη συνέχεια. Σε σχέση, όμως, με το άρθρο 4
(4), επισημαίνεται ότι η αναφορά στο τέλος του σε «στοιχεία» παραπέμπει στο άρθρο 4
(1)(α) έως (ζ) και στα στοιχεία που αναφέρονται στο έντυπο του ΕΕΣ, τα οποία πρέπει να συμπληρώνονται στις αντίστοιχες παραγράφους του, οι οποίες απαριθμούνται από το (α) έως το (θ). Προκειμένου για περίπτωση όπως είναι η παρούσα, τα σχετικά στοιχεία αφορούν στην ταυτότητα και στην ιθαγένεια του εκζητουμένου, στην περιγραφή της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, η οποία συνιστά το ΕΕΣ, στις περιστάσεις, στο χρόνο και στον τόπο τέλεσης του εγκλήματος, στην επιβληθείσα ποινή και στη διεύθυνση επικοινωνίας της εκδίδουσας δικαστικής αρχής. Οι πληροφορίες οι οποίες απαιτούνται στην παράγραφο (δ) του τύπου του ΕΕΣ και έχουν περιληφθεί σ' αυτόν με την αντικατάσταση της προηγούμενης παραγράφου (δ) του Παραρτήματος του Νόμου, για να συνάδουν με τις απαιτήσεις του νεοεισαχθέντος εδαφίου
(2)στο άρθρο 14 του βασικού νόμου, προφανώς, δεν περιλαμβάνονται στα προαναφερθέντα στοιχεία. Τα στοιχεία δε του άρθρου 4
(1)είναι, μάλλον, αναγκαία, προκειμένου δικαστική αρχή εκτέλεσης να μπορεί να αρχίσει την εξέταση τεθέντος ενώπιόν της ΕΕΣ, χωρίς, όμως, και στην περίπτωση αυτή, η υποχρέωση παράθεσής τους από τη δικαστική αρχή έκδοσης να θεωρείται απόλυτη, ώστε η μη συμμόρφωσή της να καθιστά το ΕΕΣ άκυρο. ΄Εστω, όμως, παίρνοντας ως δεδομένο ότι η υποχρέωση του άρθρου 4
(4)είναι γενικής εφαρμογής και ότι το έντυπο του ΕΕΣ πρέπει, απαραίτητα, να συμπληρώνεται σε όλες του τις παραγράφους, εκτός όπου κάποιο ζητούμενο στοιχείο του δεν ισχύει, η παράλειψη συμμόρφωσης δε συνεπάγεται, οπωσδήποτε, την ακύρωση του ΕΕΣ. Προφανώς, η εν λόγω πρόνοια, με τον επιτακτικό της χαρακτήρα, τον οποίο μεταφέρει η λέξη «υποχρεούται», υποδηλοί ότι η εκδίδουσα δικαστική αρχή οφείλει να χρησιμοποιεί, σε κάθε περίπτωση, το συγκεκριμένο τύπο, που προβλέπεται στο Παράρτημα της Απόφασης πλαίσιο και που, στην περίπτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, υιοθετήθηκε από το Νόμο 133(Ι)/2004, και όχι οποιοδήποτε άλλον τύπο δικής της επινόησης. Η διαπίστωση αυτή συνάδει και προς το σκοπό της υιοθέτησης ενός απλουστευμένου συστήματος παράδοσης μεταξύ δικαστικών αρχών, ο οποίος επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 5 της Απόφασης πλαίσιο, ανωτέρω. Επομένως, η μη συμπερίληψη ή η λανθασμένη συμπλήρωση κάποιου στοιχείου, το οποίο ζητείται στον καθορισμένο τύπο, δεν καθιστά, χωρίς άλλο, το ΕΕΣ άκυρο, ώστε το αίτημα για εκτέλεσή του να υπόκειται σε απόρριψη». Στην Πηγασίου πιο πάνω, έλειπε από το πρωτότυπο του ΕΕΣ μία ολόκληρη σελίδα. Όπως κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, «Η απουσία από το αγγλικό κείμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος μιας σελίδας δεν επηρέασε τη διεξαγωγή της διαδικασίας ούτε κατ' επέκταση τα δικαιώματα του εφεσείοντος εφόσον δεν τέθηκε θέμα ορθότητας της μετάφρασής του στην ελληνική γλώσσα». Κρίνεται λοιπόν με βάση όλα τα πιο πάνω, ότι η λανθασμένη αναγραφή της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης του Εσθονικού Δικαστηρίου στις παραγράφους που προαναφέρονται στην Αγγλική μετάφραση του ΕΕΣ, είναι χωρίς καμία ουσιαστική σημασία και δεν έχει παραβλάψει καθόλου τα δικαιώματα της εκζητούμενης, η οποία σίγουρα γνωρίζει πολύ καλά ότι η εναντίον της απόφαση εκδόθηκε στις 12/5/2010, αφού όπως προαναφέρεται τούτο αποτέλεσε και παραδεκτό γεγονός. Η αποδοχή της θέσης της εκζητούμενης θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση της ίδιας της φιλοσοφίας που διέπει τον σκοπό των ΕΕΣ και θα επέτρεπε την καταβαράθρωση του αφού τέτοιας φύσης διαδικασίες θα μπορούσαν να οδηγηθούν σε απόρριψη για τυπικούς και μόνο λόγους. Κρίνεται λοιπόν με βάση όλα τα πιο πάνω, ότι το ΕΕΣ πληροί τα προαπαιτούμενα που θέτει το άρθρο 4 του Νόμου και τα οποία εκτός των όσων πιο πάνω αναφέρονται, δεν έχουν αμφισβητηθεί, ενώ δεν συντρέχει κανένας απολύτως λόγος για υποχρεωτική ή προαιρετική μη εκτέλεση του ΕΕΣ. Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για εκτέλεση του ΕΕΣ και παράδοση της εκζητούμενης. Συνακόλουθα διατάζεται η εκτέλεση του ΕΕΣ και η άμεση παράδοση της εκζητούμενης στις αρμόδιες Εσθονικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)του Ν. 133
(1)/04. Η εκζητούμενη να παραμείνει υπό κράτηση. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού όπως άμεσα κοινοποιήσει στη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος την παρούσα απόφαση. (Υπ.)............... Μ. Λάρμου - Παπαδήμα (Ε.Δ.)