ΤΗΟΜΑΣ VON HEESEN ν. ΑΠΟΛΛΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής 3182/2014, 5/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3182/2014 Μεταξύ: ΤΗΟΜΑΣ VON HEESEN, από τη Γερμανία Ενάγοντα -και- ΑΠΟΛΛΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λεμεσό
- ΣΩΜΑΤΙΟ ΑΠΟΛΛΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ, από τη Λεμεσό Εναγομένων -------------------------------------------- Ημερ.: 5.4.2017 Για τον Εναγόμενο 1-Αιτητή: κ. Α. Γλυκής για Hλίας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για τον Εναγόντα-Καθ' ου η Αίτηση: κα Π. Βαρνάβα για Άντης Πολυδώρου ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 2-Καθ' ου η Αίτηση: κα Α. Χατζηχαραλάμπους για Ανδρέας Δ. Κορομίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε την 16.7.2014 με κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο. Με αυτή ο Ενάγοντας επαγγελματίας προπονητής ποδοσφαίρου αξιώνει πέντε ξεχωριστά ποσά που συμποσούνται σε €569.
- Η αξίωση εδράζεται σε σύμβαση ημερ. 27.2.2009 με την οποία εργοδοτήθηκε ως προπονητής στην ποδοσφαιρική ομάδα του Εναγόμενου 2 σωματείου που διαχειρίζεται η Εναγόμενη 1 Εταιρεία και σύμβαση ημερ. 28.2.2009 για καταβολή σε αυτόν μισθού επιπλέον του προβλεπομένου στην πρώτη συμφωνία. Αξιώνονται ακόμα διατάγματα που να διατάττουν τους Εναγομένους να καταβάλουν τους προβλεπόμενους φόρους, κοινωνικές ασφαλίσεις και λοιπές κοινωνικές εισφορές που προνοούνταν στις δύο συμφωνίες, αφού, σύμφωνα με την αξίωση οι Εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να καταβάλλουν στις αρχές της Δημοκρατίας τους φόρους, κοινωνικές ασφαλίσεις για όλα τα ποσά που ο Ενάγοντας ελάμβανε ή που θα εδικαιούτο να λάβει δυνάμει των συμφωνιών. Tέλος, αξιώνονται τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Η Εναγόμενη 1 καταχώρισε Έκθεση Υπεράσπισης την 7.5.2015 με την οποία αρνείται την αξίωση του Ενάγοντα. Με την παρ.1(β) ήγειρε ζήτημα ότι το παρών Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή για το λόγο ότι η αξίωση του Ενάγοντα αφορά αποζημιώσεις για τερματισμό απασχόλησης εργοδοτουμένου που δεν ξεπερνά τα δύο έτη και συνεπώς εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Με αίτηση της ημερ. 11.4.2016 η Εναγόμενη 1 ζήτησε την προδικαστική εκδίκαση του πιο πάνω ζητήματος και την 7.12.2016 με την συναίνεση του Ενάγοντα εκδόθηκε προς τούτο διάταγμα. Οι δικηγόροι της Εναγόμενης 1 και του Ενάγοντα παρουσίασαν τις γραπτές τους αγορεύσεις την 27.3.2017, ενώ οι δικηγόροι του Εναγόμενου 2 προέβηκαν σε δήλωση ότι υιοθετούν τις θέσεις της Εναγόμενης
- Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση και εμπεριέχονται στην Έκθεση Απαίτησης (βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport
(1989)1(E) A.A.Δ 729, 732 και Interamerican Ιnsurance Co Limited v. Μακρίδου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ 1529, 1534). Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης η συμφωνία εργοδότησης ημερ. 27.2.2009 ήταν για τη χρονική περίοδο από 27.2.2009 μέχρι 31.5.
- Η συμφωνία ημερ. 28.2.2009 για τον επιπλέον μισθό είχε, όπως θα αναμένετο το ίδιο εύρος χρόνου. Στην γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του Ενάγοντα προβάλλεται ως θεμελιακή του θέση ότι η αγωγή αφορά αποζημιώσεις από παράβαση και διάρρηξη συμφωνίας και επισημαίνεται ότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν γίνεται αναφορά σε παράνομο τερματισμό απασχόλησης. Στην παρ. 19 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι ο Ενάγοντας έλαβε επιστολή ημερ. 9.3.2010 με την οποία τερματιζόταν η συμφωνία εργοδότησης του ημερ. 27.2.
- Το γεγονός επέφερε τον τερματισμό της εργοδότησης ή απασχόλησης του Ενάγοντα και εφόσον διατείνεται ότι τα όσα αναφέρονταν για δική του υπαιτιότητα δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα αυτό που ουσιαστικά επικαλείται, έστω και αν δεν χρησιμοποιεί προς τούτο τις ακριβείς λέξεις, είναι ότι η απασχόληση του τερματίστηκε παράνομα. Επομένως η αξίωση του, τουλάχιστον στην έκταση που εδράζεται στη συμφωνία της 27.2.2009 έχει ως βάση τον παράνομο τερματισμό της συμφωνίας απασχόλησης του ή διάρρηξη της συμφωνίας της 27.2.2009 όπως με άλλα λόγια επιθυμεί να ονομάζει τη βάση της αξίωσης του. Παραμένει ζήτημα κατά πόσο η συμφωνία ημερ. 28.2.2009, η οποία κατά τον Ενάγοντα ουδέποτε τερματίστηκε, θα μπορούσε να επιβιώσει μετά τον τερματισμό της συμφωνίας της 27.2.
- Από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, διαπιστώνεται ότι ποσό €150.000 αξιώνεται στη βάση της συμφωνίας της 27.2.2009, ενώ ποσό €419.000 διεκδικείται δυνάμει της συμφωνίας της 28.2.
- Όπως ο Ενάγοντας παρουσιάζει την αξίωση του, η συμφωνία της 28.2.2009 ουδέποτε τερματίστηκε και τα οφειλόμενα δυνάμει αυτής ποσά που δεν ήταν ήδη πληρωτέα καθίσταντο πληρωτέα κάθε μήνα μέχρι που η συμφωνία αυτή εξέπνευσε. Απλά κατά παράβαση των όρων της δεν καταβάλλονταν προς τον Ενάγοντα. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών καθιδρύθηκε με τον περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμο του 1967, σήμερα οι περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμοι του 1967 μέχρι
- Αναφέρεται στο άρθρο 12 ότι: «
(1)Καθιδρύεται Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι Νόμω καλούμενον "Το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών") εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθων διαφορών: (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος· (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων· (γ) πάσης εργατικής διαφοράς παραπεμπομένης αυτώ υπό του Υπουργού, είτε κοινή συναινέσει αμφοτέρων των μερών, είτε δυνάμει οιασδήποτε εν ισχύϊ συλλογικής συμβάσεως ή διευθετήσεως αφορώσης την επίλυσιν εργατικών διαφορών διά διαιτησίας· (δ) οιασδήποτε ετέρας διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης και οιασδήποτε απαιτήσεως διά παροχήν ή αποφάσεως αρμοδίου λειτουργού, δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων ισχύοντος Νόμου, ήτις ήθελε παραπεμφθή αυτώ, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή διά νόμου ή διά Κανονισμών εκδοθέντων κατ' εφαρμογήν του εδαφίου τούτου· (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση· (στ) οποιωνδήποτε διαφορών αστικής φύσεως αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου.» Οι δικηγόροι του Ενάγοντα επικεντρώνονται στις πρόνοιες της παραγράφου (ε) και υποστηρίζουν ότι η αξίωση του Ενάγοντα δεν εμπίπτει σε αυτή. Σχετική είναι και η πρόνοια της παραγράφου (β) που για την επίδικη περίπτωση παραπέμπει στις διατάξεις του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 εώς (Αρ.2) του 2001. Το άρθρο 30 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 εώς (Αρ. 2) του 2001 προνοεί ότι: «
(1)Το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη επί απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος.
(2)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω ερμηνεύεται ως επηρεάζον το δικαίωμα εργοδοτουμένου όπως, αναφορικώς προς τερματισμόν απασχολήσεως, προσφύγη εις το Επαρχιακόν Δικαστήριον της Επαρχίας εν η ο εργοδοτούμενος ηργοδοτείτο κατά τον χρόνον καθ' ον ανέκυψεν η διαφορά εις περίπτωσιν καθ' ην η αξίωσις αυτού είναι δι' αποζημιώσεις υπερβαινούσας τας διά του παρόντος Νόμου δυναμένας να διεκδικηθώσι.» Το άρθρο 3 του Νόμου προνοεί ότι: «
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα.» Στην προκειμένη περίπτωση, και πάντα κατά την απαίτηση, ο τερματισμός της απασχόλησης του Ενάγοντα δεν καλύπτεται από οποιονδήποτε από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο
- Σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Παραρτήματος του Νόμου: «
- Πάσα αποζημίωσις επιδικαζομένη εις εργοδοτούμενον υπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών δυνάμει του άρθρου 3 υπολογίζεται ως εκτίθεται εις τον παρόντα Πίνακα. .......................................
- Εν ουδεμία περιπτώσει η αποζημίωσις θα υπερβαίνη τα ημερομίσθια δύο ετών.» Αναφέρεται στην Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1381, 1387-8: «Η αρμοδιότητα του δικαστηρίου συσχετίζεται άμεσα με το ύψος της αποζημίωσης. Για το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της αγωγής ως έχει. Όπως παρατηρεί ο Νικολάου, Δ. στην υπόθεση Interamerican Insurance, ανωτέρω, «Η διάταξη δεν συναρτά τη δικαιοδοσία με την επιτυχία της αξίωσης». Από ένα βλέμμα στην οπισθογράφηση απαίτησης του κλητηρίου της αγωγής και στη συνέχεια στην έκθεση απαίτησης προκύπτει ότι (α) ο εφεσείων εργοδοτήθηκε για τουλάχιστο 26 εβδομάδες (για την ακρίβεια δέκα μήνες και 18 ημέρες)· (β) ότι η απαίτησή του εκπορεύεται από τον τερματισμό απασχόλησής του· και (γ) ότι η απαίτηση για ουσιαστικά το υπόλοιπο ποσό, που αντιπροσωπεύει τους 6 μήνες της προειδοποίησης, δεν υπερβαίνει το όριο του Πρώτου Πίνακα των ημερομισθίων 2 ετών.» Η Παναγιώτου αφορούσε γραπτή σύμβαση εργοδότησης για δύο χρόνια από 1.7.1995 που τερματίστηκε την 18.5.1996. Αναφέρεται, επί του προκειμένου στην απόφαση, ότι: «Διαφωνούμε με την εισήγηση ότι επειδή η σύμβαση εργασίας είναι τακτής περιόδου δεν υφίσταται δικαιοδοσία από το Δ.Ε.Δ. και ότι έπρεπε απαραίτητα η διάρκειά της να είναι απροσδιόριστη για να μπορεί να αναλάβει δικαιοδοσία το δικαστήριο αυτό.» Επομένως οι αξιώσεις που εδράζονται στη συμφωνία ημερ. 27.2.2009 και καλύπτονται από τις παρ. Α, ΣΤ και Η του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης εάν συνιστούσαν τις μόνες αξιώσεις του Ενάγοντα τότε θα ενέπιπταν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Οι δικηγόροι του Ενάγοντα παραπέμπουν στην Toni & Guy Limassol Ltd κ.α ν. Θεοδώρου
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 496, 500-501 όπου αναφέρθηκε ότι: «Εξετάσαμε με πολλή προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η απάντηση στα θέματα που εγείρονται με την υπό εξέταση έφεση βρίσκεται στο λεκτικό του προαναφερόμενου Άρθρου 12
(1)(ε). Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12
(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα .» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ΄ αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση.» Είναι η θέση των δικηγόρων του Ενάγοντα σε σχέση με το σύνολο των αξιώσεων του ότι θα πρέπει να εξεταστούν στη βάση του άρθρου 12
(1)(ε) των περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμων του 1967 μέχρι 2011 και εισηγούνται περαιτέρω ότι δεν καλύπτονται από την πρόνοια αυτή. Ακόμα και αν η συμφωνία ημερ. 28.2.2009 δεν είχε τερματιστεί όταν τερματίστηκε η συμφωνία ημερ. 27.2.2009, και οι αξιώσεις στη βάση της δεύτερης χρονικά συμφωνίας θα έπρεπε να εξεταστούν κάτω από το άρθρο 12
(1)(ε) η θέση του Δικαστηρίου θα ήταν ότι καλύπτονται από την πρόνοια αυτή. Τα όσα αναφέρονται στην Toni & Guy Limassol Ltd κ.α κάθε άλλο παρά στηρίζουν την επιχειρηματολογία των δικηγόρων του Ενάγοντα. Αντίθετα την εκθεμελιώνουν. Τόσο οι μηνιαίοι μισθοί, το εφάπαξ ποσό των €100.000, το φιλοδώρημα των €40.000 αλλά και η καταβολή των φόρων και εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων είναι αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και αφορούν φιλοδώρημα και άλλα δικαιώματα που προκύπτουν από την ατομική σύμβαση του Ενάγοντα με τους Εναγόμενους. Στην Παναγιώτου εξετάστηκε και η εμβέλεια του άρθρου 12
(1)(ε) των περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμων του 1967 μέχρι 2011. Αναφέρεται (σελ. 1387): «Το δικαιοδοτικό πεδίο στο οποίο εντάσσεται η κρινόμενη θα είναι πλήρες αν αναφερθούμε και στο άρθρ. 12(ε) του Ν. 8/67 μετά την τροποποίησή του από τον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών (Τροποποιητικό) Νόμο αρ. 79
(1)/96, το οποίο έχει διευρύνει τα δικαιοδοτικά όρια του Δ.Ε.Δ. για να συμπεριλάβει: «(ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση.» Όμως πρέπει να λεχθεί ότι η παραπάνω νομοθεσία τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευσή της στις 18.10.96, ενώ ο τερματισμός της απασχόλησης του εφεσείοντα έγινε προγενέστερα στις 18.5.96. Έτσι ο τροποποιημένος νόμος δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σ' αυτή την υπόθεση. Πριν από την τροποποίηση, η υλική αρμοδιότητα του Δ.Ε.Δ. ήταν περιορισμένη στις διαφορές που σχετίζονται με τον τερματισμό απασχόλησης. Αλλά διαφορές χωρίς το συνδετικό αυτό στοιχείο, όπως λ.χ. οι δεδουλευμένοι μισθοί, έμεναν εκτός της εμβέλειας του Δ.Ε.Δ. Όπως το έθεσε ο Κωνσταντινίδης, Δ. στην Κυριάκου κ.ά. ν. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(1993)1 Α.Α.Δ. 1020, 1022: «(β) Το κεντρικό χαρακτηριστικό των περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων είναι ο καθορισμός των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συναρτώνται προς τον τερματισμό της απασχόλησης εργοδοτούμενου, και όχι ζητήματα σχετικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά την διάρκεια της εργοδότησης και είναι άσχετα προς τον τερματισμό της.» » Ο περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών (Τροποποιητικός) Νόμος αρ. 79
(1)/96 έχει διευρύνει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. (Βλ. Elbee Ltd
(1999)1 A.Α.Δ. 149, 154-155). Επομένως οι αξιώσεις που εδράζονται στη συμφωνία ημερ. 28.2.2009 και καλύπτονται από τις παρ. Β μέχρι Ε, Ζ και Θ του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης εάν συνιστούσαν τις μόνες αξιώσεις του Ενάγοντα τότε θα ενέπιπταν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Αλλά και μαζί οι αξιώσεις που εδράζονται τόσο στη συμφωνία ημερ. 27.2.2009, όσο και στην συμφωνία ημερ. 28.2.2009 και που καλύπτονται από τις παρ. Α μέχρι Θ του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης εάν συνιστούσαν τις μόνες αξιώσεις του Ενάγοντα τότε στο σύνολο τους θα ενέπιπταν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Όμως, και παρά το γεγονός ότι στο κλητήριο ένταλμα υπάρχει οπισθογράφηση των εξόδων που χρησιμοποιείται στην περίπτωση εκκαθαρισμένων αξιώσεων στην παρ. Ι του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης αξιώνονται εναντίον των Εναγομένων τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Το ύψος τους δεν καθορίζεται. Η κλίμακα της αγωγής καθορίστηκε στις €500.000-€2.000.000. Στην Interamerican Ιnsurance η εφεσίβλητη είχε διεκδικήσει εναντίον των εφεσειόντων πρώην εργοδοτών της γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην κλίμακα €25.000-€50.000 για παράβαση συμφωνίας εργοδότησης. Της επιδικάστηκε αποζημίωση £1.260 που αντιπροσώπευαν μισθούς τριών μηνών. Με την έφεση τέθηκε προς εξέταση και ζήτημα δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου στη βάση του άρθρου 30
(1)
(2)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 εώς (Αρ. 2) του 2001. Το επιχείρημα ήταν ότι εφόσον επιδικάστηκαν αποζημιώσεις που δεν υπερέβαιναν τα ημερομίσθια δύο ετών, διαφάνηκε εκ του αποτελέσματος ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία. Αναφέρθηκε (σελ. 1534) ότι: «Αναπόφευκτα, η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο στηρίζεται κατ' αρχάς στους διατυπωθέντες ισχυρισμούς με τους οποίους προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα. Από την πλούσια επ' αυτού νομολογία αρκεί η αναφορά στη Sevegep Ltd v. United Sea Transport
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 729 όπου λέχθηκε, στη σελ. 732, ότι: "Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως." Δεν ακολουθεί όμως εξ αυτού ότι οι εκ των υστέρων διαπιστώσεις του Δικαστηρίου είναι πάντοτε άνευ σημασίας. Εξαρτάται από το τι προβλέπει η δικαιοδοτική νομοθετική διάταξη. Όπου ορίζονται προϋποθέσεις με την έννοια των σταθερών δεδομένων, το κατά πόσο πληρούνται παραμένει ζήτημα ανοικτό μέχρι τέλους της υπόθεσης· και αν τότε προκύψει αρνητική απάντηση, η υπόθεση ναυαγεί λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, του υπό συζήτηση άρθρου 30
(1)και
(2)του νόμου, δεν τίθεται όμως τέτοιου είδους προϋπόθεση. Τίθεται ως κριτήριο μόνο το ύψος της αξίωσης του εργοδοτουμένου. Του παρέχεται το δικαίωμα να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο εφόσον "η αξίωσις αυτού είναι δι΄ αποζημιώσεις υπερβαίνουσας τας διά του παρόντος Νόμου δυναμένας να διεκδικηθώσι." Το δικαίωμα του να προβάλει αξίωση πέραν ορισμένου ύψους προσδιορίζει και την αντίστοιχη δικαιοδοσία που είναι η γενική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η διάταξη δεν συναρτά τη δικαιοδοσία με την επιτυχία της αξίωσης. Ούτε άλλωστε θα μπορούσε να αναμένεται να υπάρχει τέτοια εξάρτηση στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Επομένως, από άποψης του άρθρου 30
(1)και
(2), το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν στερείτο εν προκειμένω δικαιοδοσίας με αναφορά στο ύψος των επιδικασθεισών αποζημιώσεων.» Εφόσον η εφεσίβλητη διεκδικούσε γενικές και ειδικές αποζημιώσεις καθορίζοντας τις σε κλίμακα που ξεπερνούσε τις απολαβές της για περίοδο δύο ετών το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία. Κατ' ακολουθία εφόσον με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις, δεδομένης και της κλίμακας της αγωγής, δεν τεκμηριώνεται, όπως προβάλλεται με την προδικαστική ένσταση, ότι η αξίωση του δεν υπερβαίνει τις απολαβές του για περίοδο δύο ετών, έτσι που το Δικαστήριο αυτό να μην έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση του. Συνεπώς η ένσταση που εγείρεται στην παράγραφο 1(β) της Έκθεσης Απαίτησης απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας εκδίκασης της ένστασης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 1, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.)......................................... Χ.Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Δικαιοδοσία Επαρχιακού και Εργατικών Διαφορών