← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ολένα Ιβάνοβα Περατικού κ.α., Αρ. Αγωγής:1845/2010, 31/5/2017

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ολένα Ιβάνοβα Περατικού κ.α., Αρ. Αγωγής:1845/2010, 31/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A156 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1845/2010 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας και

  1. Ολένα Ιβάνοβα Περατικού
  2. Νίκος Ιουλίου Περατικός
  3. N. Peratikos Developers Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 31 Μαΐου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Η κα Α. Δημητρίου για Α. Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. στην εκφώνηση της απόφασης η κα Πέτρου Για τους Εναγόμενους: Η κα Έλενα Ιωάννου για Μιχάλης Β. Ιωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Η ενάγουσα, Τραπεζικό Ίδρυμα, όπως τελικά έχει μετονομασθεί μετά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας και ακολούθως εκκρεμούσης της αγωγής, με την έκθεση απαιτήσεως της αξιώνει εναντίον των εναγόμενων υπόλοιπα δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στην εναγόμενη
  4. Αφορούν δύο δάνεια ύψους €239.204,20σ. και €205,032,17σ. αντίστοιχα, τα οποία παραχωρήθηκαν στην εναγόμενη 1 τον Μάιο του 2007 τα οποία ανέλαβε όπως εξοφλήσει δια περιοδικών μηνιαίων δόσεων. Στην εναγόμενη 1 παραχωρήθηκαν επίσης διευκολύνσεις τρεχούμενου λογαριασμού με δικαίωμα χρήσης πιστωτικής κάρτας με πιστωτικό όριο €5.125,80σ. οι οποίες άρχισαν να της παραχωρούνται επίσης τον Μάιο του 2007 και οι οποίες όταν τερματίστηκαν παρουσίαζαν χρεωστικό υπόλοιπο. Ο εναγόμενος 2 ενάγεται ως εγγυητής και των δύο ως άνω δανείων της εναγόμενης 1 και η εναγόμενη 3 ως εγγυήτρια μόνο του δεύτερου από αυτά. Η εναγόμενη 1 προς εξασφάλιση των πιο πάνω δανείων και τραπεζικών διευκολύνσεων που της παραχωρήθηκαν παραχώρησε δύο υποθήκες σε δύο ακίνητα της και εκχώρησε προς όφελος της ενάγουσας όλα τα δικαιώματα της που απορρέουν από την ασφάλεια ζωής την οποία διαθέτει στην LAIKI CYPRIALIFE LTD. Οι εναγόμενοι με την Υπεράσπιση τους δηλώνουν ότι αγνοούν και ως εκ τούτου αρνούνται τις αξιώσεις της ενάγουσας. Ισχυρίζονται ότι, οι συμφωνίες μεταξύ της ενάγουσας και πρωτοφειλέτιδας, είναι άκυρες και/ή παράτυπες και/ή η εναγόμενη 1 δεν νομιμοποιείτο να συνάψει τέτοιες συμφωνίες και/ή είναι εικονικές συμφωνίες για εξασφάλιση των δύο δανείων και της πιστωτικής κάρτας προς τρίτο πρόσωπο και ως εκ τούτου δεν έχει οιαδήποτε έννομα αποτελέσματα και δεν δεσμεύουν τους εναγόμενους. Οι εναγόμενοι 2 και 3 ειδικότερα, ισχυρίζονται επιπλέον ότι οιαδήποτε υπογραφή υπάρχει η οποία φέρεται ως υπογραφή τους έγινε δόλια και/ή για εξασφάλιση δανείου προς όφελος τρίτου προσώπου. Άνευ βλάβης του πιο πάνω ισχυρισμού τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αγνοούν και ως εκ τούτου αρνούνται όλες τις παραγράφους της Έκθεσης Απαιτήσεως. Ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα είχε υποχρέωση να τερματίσει την εν λόγω σύμβαση έγκαιρα και όχι να προβούν σε τερματισμό της σύμβασης στις 16.02.
  5. Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι τα οφειλόμενα ποσά ανέρχονται στα ποσά που αναφέρονται και διεκδικούνται με την αγωγή και ισχυρίζονται ότι τα ποσά που αξιώνει η ενάγουσα είναι εκτός πραγματικότητας. Υπάρχουν υπερχρεώσεις τόκων και/ή ανατοκισμοί, καλούν δε την ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η ενάγουσα διά της συμπεριφοράς της και της αδικαιολόγητης καθυστέρησης λήψης μέτρων δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες στην Έκθεση Απαιτήσεως αξιώσεις και αιτούνται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας. Η ενάγουσα στην Απάντηση της επιμένει στις αξιώσεις της και στους ισχυρισμούς που προβάλλει στην Έκθεση Απαιτήσεως της και απορρίπτει αυτούς που προβάλλονται στην Υπεράσπιση και επιμένει στην εγκυρότητα των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών τις οποίες οι εναγόμενοι υπέγραψαν με ελεύθερη βούληση και εν γνώσει του τι υπέγραφαν και των συνεπειών της υπογραφής τους. Ο τερματισμός της επίδικης σύμβασης έγινε έγκαιρα και είναι καθ' όλα νόμιμος και έγκυρος και έτσι νομιμοποιούνται στις αξιώσεις τους. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία, η αρχική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων είχε συναφθεί με την Marfin Popular Bank Public Co Ltd η οποία στη συνέχεια έλαβε άλλες ονομασίες και εν τέλει σύμφωνα με την Ειδοποίηση Δυνάμει του Άρθρου 28 του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Άλλων Ιδρυμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2013 όπως αυτός τροποποιήθηκε την 17.05.2013 (Ν. 38(Ι)/2013) και της Κ.Δ.Π. 104/2013 της 29ης Μαρτίου 2013 του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η οποία καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου την 14.10.2014, οι εργασίες της μεταβιβάστηκαν στην Bank of Cyprus Public Company Ltd και στα ελληνικά Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η ενάγουσα κάλεσε ως μοναδικό της μάρτυρα τον κ. Ανδρέα Βασιλείου ο οποίος στη γραπτή του δήλωση αφού εξήγησε την ιδιότητα του και τα καθήκοντα του στην ενάγουσα, αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης και κατάθεσε ως τεκμήρια τα σχετιζόμενα με τους επίδικους λογαριασμούς έγγραφα τα οποία αριθμήθηκαν ως Τεκμ. 1 -
  6. Από τη μαρτυρία του κ. Α. Βασιλείου προκύπτουν τα ακόλουθα τα οποία στην ουσία τους παρέμειναν αναμφισβήτητα: Την 2.05.2007 υπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 συμφωνία δανείου. Με αυτή η ενάγουσα συμφώνησε να χορηγήσει στην εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό των €239.204,20 (Λ.Κ.140.000,00) και προς τούτο ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αριθμό 025-12-523705 (Τεκμ. 2). Οι Γενικοί Όροι και Κανονισμοί που εφαρμόζονται για την παροχή Τραπεζικών Υπηρεσιών (Τεκμ. 3 & 6). Κατάλογος Επιτοκίων & Χρεώσεων κατά τη διάρκεια ισχύος των επίδικων συμφωνιών (Τεκμ. 4 & 7). Την 11.05.2007 υπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 δεύτερη συμφωνία δανείου. Με αυτή η ενάγουσα συμφώνησε να χορηγήσει στην εναγόμενη 1 δεύτερο δάνειο για το ποσό των €205.032,17 (Λ.Κ.120.000,00) και προς τούτο ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αριθμό 025-12-523756 (Τεκμ. 5). Η ενάγουσα αποδέχθηκε αίτηση της εναγόμενης 1 ημερομηνίας 2.05.2007, για χορήγηση δικαιώματος χρήσης τραπεζικής πιστωτικής κάρτας, τύπου LAIKI COLD-VISA με πιστωτικό όριο ύψους €5.125,80 (Λ.Κ.3.000,00) και προς τούτο υπεγράφη συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 (Τεκμ. 8). Την 2.05.2007 ο εναγόμενος 2, σε αντάλλαγμα της παροχής τραπεζικών και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων από την ενάγουσα προς την εναγόμενη 1, υπέγραψε συμφωνία εγγύησης, με την οποία εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της για το ποσό των €239.204,20 (Λ.Κ.140.000,00). Η ενάγουσα ζήτησε γραπτή επιβεβαίωση από τον δικηγόρο του εναγόμενου 2, ότι του έχουν επεξηγηθεί πλήρως η φύση και σημασία των εγγράφων που θα υπέγραφε και τα πρακτικά αποτελέσματα τα οποία θα έχουν. Η ενάγουσα κάλεσε τον εναγόμενο 2 να διορίσει δικηγόρο της εκλογής του, για να τον συμβουλεύσει ανεξάρτητα και ξεχωριστά, σε σχέση με τις εγγυητικές ευθύνες που θα αναλάμβανε. Ο εναγόμενος 2 συμπλήρωσε και υπέγραψε το διπλότυπο αντίγραφο της επιστολής που του παρέδωσε η ενάγουσα την οποία επέστρεψε σε αυτήν με τη δήλωση ότι δεν επιθυμεί να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή για το εν λόγω ζήτημα (Τεκμ.9,10 & 11). Την 11.05.2007 ο εναγόμενος 2 σε αντάλλαγμα της παροχής τραπεζικών και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων από την ενάγουσα προς την εναγόμενη 1, υπέγραψε Συμφωνία Εγγύησης, με την οποία εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 για το ποσό των €205.032,17σ. (Λ.Κ.120.000,00). Η ενάγουσα ζήτησε γραπτή επιβεβαίωση από το δικηγόρο του εναγόμενου 2, ότι έχουν επεξηγηθεί πλήρως προς αυτόν η φύση και σημασία των εγγράφων που θα υπέγραφε και τα πρακτικά αποτελέσματα τα οποία θα έχουν. Η ενάγουσα κάλεσε τον εναγόμενο 2 να διορίσει δικηγόρο της εκλογής του, για να τον συμβουλεύσει ανεξάρτητα και ξεχωριστά, σε σχέση με τις εγγυητικές ευθύνες που θα αναλάμβανε. Ο εναγόμενος 2 συμπλήρωσε και υπέγραψε το διπλότυπο αντίγραφο της επιστολής που του παρέδωσε η ενάγουσα, την οποία επέστρεψε στην ενάγουσα με τη δήλωση ότι δεν επιθυμεί να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή για το εν λόγω ζήτημα (Τεκμ.12,13 &14). Η εναγόμενη 3 εταιρεία, σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ημερομηνίας 8.05.2007, αποφάσισε όπως εγγυηθεί τις πιστωτικές διευκολύνσεις που θα παραχωρούνταν από την ενάγουσα προς την εναγόμενη 1, για το ποσό των €205.032,17 (Λ.Κ.120.000,00). Προς τούτο υπογράφτηκαν πρακτικά συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ημερομηνίας 8.05.2007 (Τεκμ. 15). Περαιτέρω, την 11.05.2007 η εναγόμενη 3 εταιρεία, σε αντάλλαγμα της παροχής τραπεζικών και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων από την ενάγουσα προς την εναγόμενη 1 υπέγραψε συμφωνία εγγύησης, με την οποία εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1, για το ποσό των €205.032,17 (Λ.Κ.120.000,00) Η εναγόμενη 3 συμπλήρωσε και υπέγραψε το διπλότυπο αντίγραφο της επιστολής που της παρέδωσε η ενάγουσα, την οποία επέστρεψε στην ενάγουσα με τη δήλωση ότι δεν επιθυμεί να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή για το εν λόγω ζήτημα (Τεκμ. 16). Η εναγόμενη 1, προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των πιο πάνω αναφερόμενων υποχρεώσεων της προς την ενάγουσα, παραχώρησε με έγγραφο και δήλωση υποθήκης ημερομηνίας 2.05.2007 την υποθήκη με αριθμό Υ4625/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού (Τεκμ. 17). Η εναγόμενη 1, προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των πιο πάνω αναφερόμενων υποχρεώσεων της προς την ενάγουσα, παραχώρησε με έγγραφο και δήλωση υποθήκης ημερομηνίας 11.05.2007 την υποθήκη με αριθμό Υ5039/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού (Τεκμ. 18). Την 27.04.2007, η εναγόμενη 1, προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των πιο πάνω αναφερόμενων υποχρεώσεων της προς την ενάγουσα, εκχώρησε προς όφελος της ενάγουσας όλα τα δικαιώματα της τα οποία απορρέουν από την ασφάλεια ζωής την οποία έχει με την LAIKI CYPRIALIFE LTD, ημερομηνίας 24.04.2007 Αρ. Συμβολαίου 00225278 (Τεκμ.19). Λόγω παράβασης των όρων των πιο πάνω αναφερομένων επίδικων συμφωνιών, η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 22.01.2009 προς τους εναγόμενους, τους καλούσε όπως, εντός 21 ημερών πληρώσουν τις καθυστερημένες δόσεις που παρουσίαζαν οι εν λόγω λογαριασμοί. Περαιτέρω, γνωστοποιούσαν στους εναγομένους ότι το επιτόκιο των πιο πάνω λογαριασμών θα μεταβληθεί σε 14% ετησίως μέχρι εξοφλήσεως και ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται την 1 Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου εκάστου χρόνου μέχρι εξοφλήσεως (Τεκμ. 20). Οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στο περιεχόμενο των επιστολών της ενάγουσας. Η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 16.02.2009 προς τους εναγόμενους τερμάτισαν τους επίδικους λογαριασμούς και τους καλούσαν να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά το αργότερο εντός δέκα

(10)ημερών (Τεκμ. 21). Οι δικηγόροι της ενάγουσας απέστειλαν συστημένη επιστολή τερματισμού στους εναγόμενους ημερομηνίας 3.12.2009 με την οποία τερμάτιζαν τους επίδικους λογαριασμούς και καλούσαν τους εναγόμενους να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζαν οι εν λόγω λογαριασμοί (Τεκμ. 22). Περαιτέρω η ενάγουσα, εκτός από τα παραπάνω, κατέθεσε ως τεκμήρια αντίγραφα των καταστάσεων των επίδικων λογαριασμών, καθώς επίσης και τις αναδομημένες καταστάσεις τους (Τεκμ. 23 -28). Τέλος, κατάθεσε αντίγραφα δημοσιεύσεων στον ημερήσιο τύπο που αφορούσαν αποφάσεις της Κεντρικής Τράπεζας για αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου (Τεκμ. 29). Ο μάρτυς ανέφερε ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό και εξακολουθούν να οφείλουν τα ποσά όπως αυτά αναφέρονται στις καταστάσεις λογαριασμού. Κατά την αντεξέταση του ο κ. Ανδρέας Βασιλείου απάντησε, διευκρινιστικά ως επί το πλείστον, σε ερωτήσεις και υποβολές που του υποβλήθηκαν από την ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων χωρίς να διαφοροποιηθεί καθόλου από όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του. Διευκρίνισε ότι δεν ήταν παρών κατά την σύναψη οποιασδήποτε από τις επίδικες συμφωνίες και έτσι δεν ήταν σε θέση να εκφέρει άποψη σε οτιδήποτε διημείφθη κατά τον καταρτισμό τους μεταξύ των υπαλλήλων της ενάγουσας και των εναγόμενων. Εξήγησε ότι είναι πρακτική των τραπεζών να συζητούν τους όρους τέτοιων συμφωνιών με τους πελάτες τους και να τους επισημαίνουν τις συνέπειες της σύναψης τους. Εξήγησε ότι η αναγραφή στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 24) του αριθμού λογαριασμού ως
  1. αντί
  2. επρόκειτο για τυπογραφικό λάθος εξηγώντας ότι αυτό το λάθος δεν υπέκρυπτε οποιανδήποτε σκοπιμότητα ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε παραποίηση του λογαριασμού όπως του υποβλήθηκε, εξάλλου όπως ανέφερε αυτός ελέγχθηκε από δύο συναδέλφους του οι οποίοι και τον υπέγραψαν ως ορθό. Επέμεινε ότι τα υπόλοιπα που παρουσιάζουν οι εν λόγω αναδομημένοι λογαριασμοί είναι τα ορθά. Οι επιστολές προειδοποιητικές και τερματισμού στάλθηκαν στους εναγόμενους στις διευθύνσεις τους και αυτές δεν επιστράφηκαν πίσω. Αν επιστρέφονταν θα ευρίσκονταν στον φάκελο του πελάτη. Αν είχε αλλάξει διεύθυνση ο εναγόμενος 2 θα έπρεπε να είχε ενημερώσει τους ενάγοντες και οι επιστολές που του αποστάληκαν ήταν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση που είχε δώσει αυτός στην Τράπεζα. Παρόλο ότι δεν χειριζόταν ο ίδιος τους επίδικους λογαριασμούς, εντούτοις μπορούσε να τους εξηγήσει και ήταν ο ίδιος που τους εκτύπωσε από τον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή της Τράπεζας. Αρνήθηκε υποβολή ότι είχε και η ίδια η ενάγουσα υποχρέωση να παράσχει στους εναγόμενους νομική συμβουλή. Σε κάποια επί μέρους σημεία της μαρτυρίας του τα οποία σχολιάστηκαν και κατά τις αγορεύσεις και ειδικότερα από πλευράς των εναγομένων τα οποία ερμηνεύτηκαν ότι πλήττουν την υπόθεση της ενάγουσας, θα γίνει αναφορά στη συνέχεια, τα πλείστα εκ των οποίων εν πάση περιπτώσει δεν είχαν δικογραφηθεί και έτσι αποτράπηκε κατά το δυνατόν η παρείσφρηση τέτοιας μαρτυρίας αλλά και όπου δόθηκε τέτοια στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης θα αγνοηθεί. Οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν οποιανδήποτε μαρτυρία χωρίς αυτό να μειώνει το βάρος απόδειξης των αξιώσεων της ενάγουσας από την ίδια, το οποίο παραμένει αμείωτο. Περιορίστηκαν στην καταχώρηση κοινής Υπεράσπισης, όπου προέβαλαν διάφορους ισχυρισμούς όπως τους κατέγραψα πιο πάνω και στην αντεξέταση του μάρτυρος που παρουσίασε η πλευρά της ενάγουσας. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών στις γραπτές αγορεύσεις τους, με τις οποίες είχαν την καλοσύνη να με εφοδιάσουν και επιπρόσθετα όσα ανέφερε και προφορικά η κα Ε. Ιωάννου, εισηγήθηκαν όπως γίνουν δεκτές οι θέσεις τους και η μεν πλευρά των εναγόντων όπως εκδοθεί απόφαση όπως αξιώνουν εναντίον όλων των εναγομένων ενώ η πλευρά των εναγομένων όπως απορριφθεί η αγωγή καθώς δεν αποδείχθηκαν οι αξιώσεις των εναγόντων. Έχω μελετήσει με προσοχή τις γραπτές αγορεύσεις και όσα προφορικά εισηγήθηκε η κα Ιωάννου. Σημεία αυτών θα σχολιαστούν κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει και στο κατάλληλο σημείο της απόφασης μου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τον μάρτυρα που κατάθεσε για την ενάγουσα στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, το καλό μνημονικό του και γενικά τη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρος (βλ. C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου,
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 1273, στις σελ. 1280 -1281). Για τον τρόπο αντίκρισης μιας μαρτυρίας έχω περαιτέρω υπόψη μου τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 ΑΑΔ 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρος πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Λαμβάνω επίσης υπόψη τα όσα έχουν λεχθεί από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ, Δ. πάνω στο ίδιο ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Πολυβίου,
(2009)1 ΑΑΔ 339 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.,
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι: «... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Στην υπόθεση Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.,
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους. Η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω την σύγκριση και αντιπαραβολή της προφορικής μαρτυρίας, τις παραδοχές και αρνήσεις του μάρτυρος σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία έχω εξετάσει και μελετήσει με προσοχή, και σε συσχετισμό ασφαλώς με το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων (βλ. Phipson on Evidence 14η έκδοση
(1990)Παρ. 12 - 20 και Λάρκου κ.α. v. Παναγή,
(1996)1 ΑΑΔ 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ 447). Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν τη μαρτυρία, κατά τον τρόπο βέβαια που η κάθε πλευρά την αντιλήφθηκε, και τις θέσεις ή απόψεις τους επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης και την ερμηνεία που η κάθε πλευρά προσέδωσε σε αυτή. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας στην οποία προβαίνω αμέσως στη συνέχεια. Ο μάρτυρας για την πλευρά της ενάγουσας μου προκάλεσε εξαιρετική εντύπωση και κρίνεται ως μάρτυρας της αλήθειας. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του και όσα ανάφερε ή επεξήγησε προέρχονταν είτε από την προσωπική του γνώση λόγω χειρισμού από τον ίδιο είτε από τα έγγραφα - τεκμήρια τα οποία κατάθεσε. Όπου ο ίδιος δεν γνώριζε οτιδήποτε προσωπικά το παραδεχόταν χωρίς δισταγμό και δεν είχε κανένα ενδοιασμό να παραδεχθεί ότι υπήρχαν ζητήματα για τα οποία ο ίδιος, εφόσον δεν συμμετείχε στη σύναψη των επίδικων συμφωνιών, δεν είχε δική του αντίληψη και γνώση. Δεν διέκρινα ότι διακατεχόταν από οποιανδήποτε εμπάθεια ή από προσωπικό συμφέρον (βλ. Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελ. 333). Οι απαντήσεις που έδιδε ήταν πειστικές και σε καμιά περίπτωση δεν διέκρινα τάση υπεκφυγής. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΑΝ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΗ ΔΟΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Η ενάγουσα ζήτησε γραπτώς από τους Εναγομένους 2 και 3 την καταβολή του ποσού βάσει της εγγύησης τους στις συμφωνίες δανείων τις οποίες εγγυήθηκαν συμμορφούμενη με τους όρους του εγγράφου εγγύησης. Περαιτέρω η ενάγουσα ειδοποίησε τους εναγομένους για τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού και στη συνέχεια λόγω μη συμμόρφωσης των εναγομένων με τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτές προκύπτουν από τις επίδικες συμφωνίες που υπέγραψαν με την ενάγουσα και αφού παρήλθε η δοθείσα προθεσμία χωρίς αποτέλεσμα, κινήθηκε πλέον η παρούσα αγωγή. Οι ενέργειες αυτές της ενάγουσας συμβαδίζουν απόλυτα και με όσα επιτάσσει η νομολογία μας (βλ. Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465). Οι συνθήκες σύναψης των συμφωνιών δανείων και παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων πιστωτικής κάρτας αναδύονται μέσα από τα υπογραφέντα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο. Αποδέχομαι το περιεχόμενο τους και όσα αναδύονται από αυτά. Το βάρος να αποδείξει τις αξιώσεις της στο βαθμό που επιβάλλεται στις αστικές αγωγές, κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, παραμένει στους ώμους της ενάγουσας (βλ. Barry Barry Wynne v. Devid Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα, ανίκανου προσώπου,
(2009)1 ΑΑΔ 1138 στην οποία γίνεται η ακόλουθη αναφορά: «Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο.» Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους κ.ά.,
(2010)1 ΑΑΔ 829. Όταν οι αξιώσεις αφορούν τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που πρέπει να αποδειχθούν, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση της ενάγουσας, είναι τα ακόλουθα: (α) Η σύναψη των συμβάσεων (στην περίπτωση μας οι Συμφωνίες Δανείων με τους όρους τους), (β) η παράβαση όρων των συμφωνιών, (γ) ο τερματισμός των συμφωνιών, και (δ) τα οφειλόμενα υπόλοιπα. Οι εναγόμενοι μεταξύ άλλων ισχυρισμών στην Έκθεση Υπεράσπισης τους προβάλουν τον ισχυρισμό ότι οι συμφωνίες μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 ως πρωτοφειλέτιδας είναι άκυρες και/ή παράτυπες, καθώς επίσης ότι οιαδήποτε υπογραφή υπάρχει, η οποία φέρεται ως υπογραφή των εναγόμενων 2 και 3, έγινε δόλια και/ ή για εξασφάλιση δανείου προς όφελος τρίτου προσώπου. Περαιτέρω, αρνούνται την Έκθεση Απαίτησης της ενάγουσας και ισχυρίζονται ότι τα οφειλόμενα ποσά είναι εκτός πραγματικότητας. Κατά την ακροαματική διαδικασία, ενώ η ενάγουσα μέσω του μάρτυρος που παρουσίασε κατέθεσε τα έγγραφα των επίδικων συμφωνιών και πρόσφερε αναλυτική μαρτυρία ως προς τον καταρτισμό και τη λειτουργία τους, οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία που να αντικρούει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Στην απόφαση Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις ΛΤΔ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι: «το κείμενο συμβατικής πρόνοιας, όπως εντάσσεται στο πλαίσιο της συμφωνίας, αποτελεί το θεμελιακό κανόνα ερμηνείας των συμβάσεων. Επισημάνθηκε ακόμη ότι κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στον μέσο λογικό άνθρωπο για τα συμφωνηθέντα. Για το σκοπό αυτό, μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων.» Περαιτέρω, υπάρχει αποκήρυξη μιας συμφωνίας όταν το ένα συμβαλλόμενο μέρος με λέξεις ή συμπεριφορά δείχνει την πρόθεση του να μην εκπληρώσει ή ευθέως δηλώνει ότι δεν θα μπορέσει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε, βάσει της συμφωνίας. Μια απόλυτη άρνηση ενός συμβαλλομένου μέρους να εκπληρώσει το δικό του μέρος στη συμφωνία, δίδει το δικαίωμα στο άλλο μέρος να θεωρήσει τον εαυτό του ότι απηλλάγη της συμφωνίας. Στο άρθρο 39 του περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149, διαλαμβάνονται τα εξής σχετικά με τις συνέπειες άρνησης συμβαλλομένου να εκπληρώσει την υπόσχεση του στο σύνολο της: « Αν ένας από τους συμβαλλόμενους αρνηθεί να εκπληρώσει ή καταστήσει τον εαυτό του ανίκανο να εκπληρώσει, την υπόσχεση του στο σύνολο της, ο δανειστής δύναται να τερματίσει τη σύμβαση, εκτός αν εκδήλωσε προφορικά ή με συμπεριφορά, τη συγκατάθεση του για συνέχιση της σύμβασης.» Η δικηγόρος των εναγομένων κατά την αντεξέταση του μάρτυρος της ενάγουσας υπέβαλλε γενικές και υποθετικές ερωτήσεις στο μάρτυρα και θέσεις μεταξύ των οποίων τέτοιες που απείχαν από το δικόγραφο τους. Σε σχέση δε με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών Τεκμ. 24, 26 και 28 δεν αντεξέτασε τον μάρτυρα ούτε σε θέματα ανατοκισμού ούτε για παράνομες χρεώσεις. Στην απόφαση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/2009, ημερ. 17.10.2014, σε σχέση με το περιεχόμενο κατάστασης λογαριασμού που έγινε αποδεκτή δυνάμει των προνοιών του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου αναφέρθηκε ότι: «Η χρέωση του ποσού των Λ.Κ.6.376,88 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, όπως άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε οποιαδήποτε χρέωση που περιλαμβάνεται στο εν λόγω Τεκμήριο. Ο εφεσίβλητος στην υπεράσπιση του, πέραν της γενικής άρνησης ως προς το οφειλόμενο ποσό, δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις του εν λόγω λογαριασμού. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι δεν ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς πως το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ ουδεμία καταχώρηση του Τεκμηρίου 21 είχε αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και ουδεμία αντεξέταση έγινε στη ΜΕ1 επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου». Δεν δόθηκε η ευκαιρία στο μάρτυρα της ενάγουσας να απαντήσει και/ή να αντικρούσει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς των εναγομένων περί παράνομου ανατοκισμού και/ή παράνομων χρεώσεων. Η παράλειψη αυτή των εναγόμενων έρχεται σε σύγκρουση με τη νομολογημένη αρχή η οποία θέτει δύο κανόνες πρακτικής, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται απαρέγκλιτα. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, διαφορετικά, το Δικαστήριο θεωρεί - και έτσι το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα (βλ.Frederickou School Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc
(2002)1Γ Α.Α.Δ 1527). Κατά την ακροαματική διαδικασία οι εναγόμενοι δεν πρόσφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία γι' αυτούς τους λογαριασμούς. Συνάγεται από όλα τα γεγονότα της υπόθεσης και της συμπεριφοράς τόσο της εναγόμενης 1 πρωτοφειλέτριας όσο και των εναγομένων 2 και 3 εγγυητών της ότι συνάφθηκαν νομότυπα οι επίδικες συμφωνίες. Οι εναγόμενοι 2 και 3 στην Έκθεση Υπεράσπισης τους ισχυρίζονται ότι οιαδήποτε υπογραφή υπάρχει η οποία φέρεται ως υπογραφή τους έγινε δόλια και/ ή για εξασφάλιση δανείου προς όφελος τρίτου προσώπου, πλην όμως για τα θέματα αυτά, κατά την ακροαματική διαδικασία δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία και ούτε κατά την αντεξέταση του μάρτυρος των εναγόντων διαφάνηκε πραγματικός και ουσιαστικός λόγος για απαλλαγή ευθύνης, αλλά αντίθετα ο μάρτυρας της ενάγουσας με τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, αποκάλυψε κατά πειστικό και αδιαμφισβήτητο τρόπο την ευθύνη των εναγομένων 2 και 3 όπως προκύπτει δυνάμει των συμφωνιών εγγύησης τις οποίες υπέγραψαν με ελεύθερη βούληση και με πλήρη γνώση της ευθύνης τους. Τους δόθηκε και είχαν την ευκαιρία να πάρουν νομική συμβουλή για την ανάληψη αυτής της ευθύνης τους κάτι που δεν θέλησαν σύμφωνα με τη μαρτυρία του κ. Α. Βασιλείου. Στο σύγγραμμα Indian Contract and Specific Relief Acts σελ. 636 των Pollock & Mulla, άρθρο 139 Indian Contract Act, διατυπώνεται η αρχή ότι απλή παθητική συγκατάθεση εκ μέρους του πιστωτή σε ανωμαλίες εκ μέρους του πρωτοφειλέτη, όπως ελαστικότητα στον χρόνο και τρόπο παροχής λογαριασμών από συλλέκτη, δεν απαλλάσσει από μόνη της τον εγγυητή. Ούτε και απαλλάττεται ο εγγυητής από την ευθύνη του για την παράβαση του πρωτοφειλέτη, λόγω του ότι η παράβαση δεν θα λάμβανε χώρα αν ο πιστωτής εξασκούσε όλες τις εξουσίες επίβλεψης της τέλεσης από τον πρωτοφειλέτη των υποχρεώσεων του που θα μπορούσε να είχε εξασκήσει. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Archbold Investments Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,
(2006)1 ΑΑΔ 1084. Ο μάρτυρας της ενάγουσας κατάθεσε αναδομημένες καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών στις οποίες διαφαίνονται τα πραγματικά οφειλόμενα υπόλοιπα, χωρίς ανατοκισμούς και/ή χρεώσεις άλλων εξόδων που δε δικαιούται να χρεώνει η ενάγουσα. Η δικηγόρος των εναγόμενων δεν αντεξέτασε τον μάρτυρα ως προς την ορθότητα των παραχθέντων αριθμών ή την ακρίβεια της τελικής κατάληξης τους παρά μόνο του υπέβαλλε υποθετικές και γενικές ερωτήσεις οι οποίες δεν ήταν βασισμένες σε δικογραφημένους ισχυρισμούς και γι' αυτό τον λόγο και δεν λαμβάνονται υπόψη. Σύμφωνα με τη νομολογία μας θα πρέπει πριν εξετασθούν ισχυρισμοί που προβάλλονται στην Υπεράσπιση θα πρέπει να εξετασθεί αν αυτοί καλύπτονται από την δικογραφία αφού τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από το σύνολο της δικογραφίας, την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση. Η ίδια η δίκη δρομολογείται με βάση τις θέσεις που οριοθετούνται από τη δικογραφία η οποία αποτελεί το θεμέλιο της δίκης και το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση εκείνων των θεμάτων που ρητά προβλέπονται με τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων. Η νομολογία μας θέτει ως αρχή ότι χωρίς πλήρη δικογραφική κάλυψη του πραγματικού υποστρώματος της υπόθεσης το δικαστήριο δεν διακινδυνεύει τη χορήγηση θεραπείας που δεν διεκδικήθηκε γιατί θα αντιστρατευόταν έτσι βασικό δικονομικό αξίωμα (βλ. την υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2011)1 Α.Α.Δ 1422). Οι καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν από τον μάρτυρα της ενάγουσας βρίσκω ότι αποδίδουν την αληθινή και πραγματική εικόνα των χρεώσεων και πιστώσεων στους επίδικους λογαριασμούς και σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του μάρτυρος της ενάγουσας οποιοδήποτε συγκεκριμένο ποσό από την πλευρά των εναγομένων ούτε και προσκομίστηκε από αυτούς οποιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου. Σημειώνω ότι κατά την αντεξέταση του μάρτυρος κ. Α. Βασιλείου, πέραν από υποθετικές και γενικές ερωτήσεις δε ζητήθηκε από τον μάρτυρα να εξηγήσει πως προέκυψαν τα οφειλόμενα ποσά. Ο ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ: Σε σχέση με το ζήτημα της άρνησης των εναγόμενων ότι η ενάγουσα απέστειλε και ότι οι εναγόμενοι παρέλαβαν τις προειδοποιητικές επιστολές και γενικά τον τερματισμό, θα πρέπει να γίνει παραπομπή στη μαρτυρία που δόθηκε σε σχέση με το ζήτημα αυτό από τον κ. Α. Βασιλείου. Ο κ. Α. Βασιλείου επεξήγησε και έδωσε σαφή μαρτυρία ως προς τις επιστολές που στάλθηκαν στους εναγόμενους και συγκεκριμένα τα τεκμήρια 21 και 22. Επεξήγησε περαιτέρω τη συνήθη πρακτική της ενάγουσας όσον αφορά το τερματισμό ενός λογαριασμού. Επιπλέον, τόνισε ότι από το περιεχόμενο της συστημένης επιστολής ημερομηνίας 3.12.2009 (Τεκμ. 22) διαφαίνεται ότι, η ενάγουσα επιβεβαίωσε τον τερματισμό των επίδικων λογαριασμών και ενημέρωναν τους εναγόμενους ότι εάν δεν συμμορφώνονταν με το περιεχόμενο της επιστολής θα προχωρούσαν εναντίον τους με δικαστικά μέτρα. Η μαρτυρία που έδωσε ο μάρτυς της ενάγουσας υποδηλώνει ότι οι επιστολές είχαν αποσταλεί κανονικά και η μη επιστροφή τους συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχαν παραδοθεί στα πρόσωπα στα οποία απευθύνονταν. Σχετικές επί του θέματος είναι οι υποθέσεις Latifundia Properties Ltd v. Ψακή,
(2003)1 Α.Α.Δ 670, Πιττάκας v. Γ και Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 AAΔ 479, Βarclays Bank PLC v. JGL (Constructions) Ltd κ. ά,
(2000)1 (Γ) AAΔ 1726 και η Ανδρέου ν. P.& D. Crystal Line Co. Ltd,
(2001)1 AAΔ
  1. Η ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόμενων εισηγήθηκε σε σχέση με τον εναγόμενο 2 ότι η διεύθυνση στην οποία του απεστάλησαν αυτές οι επιστολές διαφέρει από αυτή που είχε δηλώσει και φαίνεται επί του εγγράφου εγγύησης του. Έγινε προσπάθεια για αντεξέταση του μάρτυρος σε αυτό το ζήτημα η οποία απετράπη λόγω του ότι δεν είχε δικογραφηθεί ένας τέτοιος ισχυρισμός από πλευράς των εναγομένων και ειδικότερα του εναγόμενου
  2. Σε κάθε περίπτωση θα ήταν αντιφατική μια τέτοια μαρτυρία και με όσα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπισης τους όπου ρητώς γίνεται παραδοχή ότι η συμφωνίες δανείων τερματίστηκαν την 16.02.2009 με το Τεκμ. 21 όπου όμως εκφράζουν παράπονο ότι η ενάγουσα δεν τερμάτισε έγκαιρα αλλά καθυστερημένα αυτές τις συμφωνίες. Επομένως η εισήγηση ότι δεν έγινε νομότυπος τερματισμός των συμφωνιών δεν έχει έρεισμα στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Οι συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων τερματίστηκαν σύμφωνα με τους όρους τους και νομότυπα. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΕΥΡΥΜΑΤΑ: Είναι θεμελιωμένο ότι η Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων δεν αποτελεί μαρτυρία των εναγομένων, αλλά δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις των εναγομένων έναντι των διεκδικήσεων της ενάγουσας, οι οποίες θέσεις δεν μπορούν και δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, αφού δεν υποστηρίζονται από σχετική μαρτυρία, αν το Δικαστήριο αποδεχθεί ότι η ενάγουσα, με την προσαχθείσα από αυτή μαρτυρία, απέδειξε τις αξιώσεις της. (βλ. υποθέσεις Μαυρομιχάλη κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1996)1 ΑΑΔ 530 και Χαριλάου v. Κυριακής Ανδρέου Τίνεντη,
(2010)1 ΑΑΔ 1677). Θα προχωρήσω να εξετάσω αν με την προσκομισθείσα μαρτυρία η ενάγουσα απέσεισε το βάρος που είχε και απέδειξε τις αξιώσεις της και αυτά σε συνδυασμό με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της και τη νομική επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε από τις δύο πλευρές ή που διέπει τα διάφορα ζητήματα που ανεφύησαν. Θα εξεταστούν ασφαλώς ταυτόχρονα και σε συνδυασμό με τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς των εναγομένων, όπως δικογραφήθηκαν και/ή όπως προωθήθηκαν - στον βαθμό που προωθήθηκαν - με την αντεξέταση των μαρτύρων που παρουσίασε η πλευρά της ενάγουσας. Θα εξετάσω τα πιο πάνω ζητήματα τα οποία προκαθορίζει η νομολογία μας κατά πόσο αυτά έχουν αποδειχθεί κατά σειρά όπως τα κατέγραψα πιο πάνω: Α. Σύναψη των Συμφωνιών παραχώρησης των δανείων και παραλαβή των ποσών των δανείων: Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται στην Υπεράσπιση τους στην Παρ. 2 ότι: «οι παρούσες συμφωνίες μεταξύ Εναγόντων και Πρωτοφειλέτιδας είναι άκυρες, και/ή παράτυπες και/ή η Εναγομένη 1 δεν ενομιμοποιείτο να συνάψει τέτοιες συμφωνίες και/ή είναι εικονικές συμφωνίες για εξασφάλιση των δύο δανείων και της πιστωτικής κάρτας προς τρίτο πρόσωπο και ως εκ τούτου δεν έχει οιαδήποτε έννομα αποτελέσματα και δεν δεσμεύει τους Εναγόμενους.» και στην παρ. 3 ότι: «οι εναγόμενοι 2-3 αναφέρουν επιπλέον ότι οιαδήποτε υπογραφή υπάρχει η οποία φέρεται ως υπογραφή τους έγινε δόλια και/ή για εξασφάλιση δανείου προς όφελος τρίτου προσώπου.» Παρόλες τις ως άνω δικογραφήμενες θέσεις της Υπεράσπισης, καμία από αυτές τις θέσεις δεν προωθήθηκε ή αποδείχτηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Ο μάρτυρας των εναγόντων σε όποια έκταση αντεξετάστηκε γι' αυτές τις δικογραφημένες θέσεις από πλευράς των εναγομένων, έδωσε πειστική κατά τα άλλα εξήγηση και τη θέση της ενάγουσας επί αυτών των ζητημάτων. Σημειώνω ότι τα έγγραφα που διέπουν την επίδικη συμφωνία κατατέθηκαν χωρίς ένσταση αν και με επιφύλαξη αντεξέτασης επί του περιεχομένου τους η οποία εν τέλει και δεν έγινε σε κανένα από τα ουσιαστικά ή αμφισβητούμενα θέματα. Με τα πιο πάνω γεγονότα ως δεδομένα πλέον, κατά την απόφαση στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.,
(2009)1 ΑΑΔ 479, η ενάγουσα παρουσίασε ικανοποιητική μαρτυρία για την απόδειξη των Τεκμ. 2, 5 και 8 και του περιεχομένου τους, και γενικά των σχετικών ισχυρισμών της, και επομένως το βάρος απόδειξης περί του αντιθέτου μετατέθηκε στους ώμους των εναγομένων οι οποίοι δεν προσκόμισαν καμία μαρτυρία ούτε αμφισβήτησαν αυτά τα τεκμήρια αντεξετάζοντας το μάρτυρα της ενάγουσας. Αποτέλεσμα ήταν να μην αποσείσουν το βάρος που είχαν ως προς τους δικούς τους ισχυρισμούς. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πλήρως και αναντίλεκτα τόσο οι Συμφωνίες Δανείων (Τεκμ. 2 και 5) όσο και της πιστωτικής κάρτας (Τεκμ. 8) όσο και η παραλαβή των ποσών που τα αφορούσαν από την εναγόμενη 1 και ως εκ τούτου οποιοσδήποτε άλλος ισχυρισμός των εναγομένων απορρίπτεται ως εκ των υστέρων σκέψη. Β. Η Εγγραφή των Υποθηκών. Όπως εμμέσως προκύπτει και από την Υπεράσπιση των εναγομένων αυτοί ισχυρίζονται ακυρότητα των Συμβάσεων Υποθήκης (Τεκμ. 17 και 18). Εξέταση τους καταδεικνύει ότι αυτές παραχωρήθηκαν προς εξασφάλιση των συγκεκριμένων δανείων. Οι υπογραφές επί αυτών δεν αμφισβητήθηκαν και η αντεξέταση του μάρτυρος της ενάγουσας δεν μπόρεσε να κλονίσει την μαρτυρία της ενάγουσας ως προς αυτό το θέμα. Επομένως είναι εύρημα μου ότι η μαρτυρία που δόθηκε για την εγγραφή των επίδικων υποθηκών για τις οποίες δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντεξέταση του μάρτυρος της ενάγουσας παρέμεινε αναμφισβήτητη και αναντίλεκτη. Βρίσκω ότι αυτές εξασφαλίζουν τις επίδικες Συμφωνίες Δανείων. Γ. Παράβαση όρων των Συμφωνιών των Δανείων: Πέραν των καταστάσεων των επίδικων λογαριασμών η πλευρά της ενάγουσας κατάθεσε ως Τεκμ. 20, 21 και 22 τις επιστολές που απεστάλησαν στους εναγόμενους για παράβαση των όρων των συμφωνιών τους και τον τερματισμό τους και δεν αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο τους. Τα πιο πάνω αποδεικνύουν τις μη πληρωμές των συμφωνημένων οφειλόμενων δόσεων, και επομένως την παράβαση των σχετικών όρων των επίδικων Συμφωνιών Δανείων, αφού με σαφή τρόπο αναφέρεται ο τερματισμός τους στις παραγράφους 20 και 21 της Έκθεσης Απαίτησης (βλ. Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 194 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά. (πιο πάνω). Στο σημείο αυτό δράττομαι της ευκαιρίας να επισημάνω την αντιφατικότητα που χαρακτηρίζει τις δικογραφημένες θέσεις της πλευράς των εναγομένων. Που ενώ από τη μια επικαλούνται την μη εγκυρότητα των συμφωνιών δανειοδότησης τους από την άλλη παραπονούνται ότι δεν τερμάτισαν αυτές τις συμφωνίες έγκαιρα και αρνούνται ότι οφείλουν οποιονδήποτε ποσό. Στην πρόσφατη απόφαση Frakapor Courier Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A286, Πολ. ΄Εφεση Αρ.9/2011 ημερ. 15.06.2016 λέχθηκαν τα εξής: «Το παράπονο των εφεσειόντων είναι επί του προκειμένου αβάσιμο. Η όλη δικογραφημένη θέση των εφεσειόντων ήταν πολύπλευρη και επιεικώς αντιφατική.» Όπως δε αναφέρεται στη συνέχεια της πιο πάνω απόφασης από τον έντιμο κ. Παμπαλλή, Δ: «Όλες οι πιο πάνω διαζευκτικές υπερασπιστικές γραμμές, είναι μεν επιτρεπτό να περιλαμβάνονται σ' ένα δικόγραφο, πλην, όμως, αν δεν στοιχειοθετηθούν με ανάλογη μαρτυρία, καταδεικνύουν το ασαφές και αφήνουν μετέωρη σ' απόρριψη κάθε εκδοχή (βλ. Καλλικάς v.Ελληνική Τράπεζα
(2010)1Β) ΑΑΔ 1238). Επίσης, όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Γρηγορίου v. Euro Investment & Finance Ltd
(2011)1 (Γ) ΑΑΔ 2229, οι αχρείαστοι πλατιασμοί και η συμπερίληψη κάθε δυνατού νομικού ενδεχομένου σε ένα δικόγραφο, όχι μόνο δεν προσθέτουν ασφάλεια, αλλά, αντίθετα, αποκαλύπτουν ανασφάλεια και προκαλούν αβεβαιότητα και σύγχυση ως προς το ποιο είναι τελικά το σημαντικό και ποιο το ουσιώδες, και ασφαλώς, ως προς το πού θα πρέπει να εστιάσει την προσοχή του το δικαστήριο.» Μελέτη του δικογράφου των εναγομένων καταδεικνύει ακριβώς όλες τις πιο πάνω επισημάνσεις πλην του γεγονότος ότι αυτή δεν χαρακτηρίζεται μεν από πλατιασμό αλλά κατά πολύ περιεκτικό τρόπο αμφισβητούνται πλείστες τόσες πτυχές των επίδικων συμφωνιών χωρίς από την άλλη να προβάλλεται οποιοσδήποτε θετικός ισχυρισμός και το απαραίτητο υπόβαθρο για τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς αλλά αυτοί παρέμειναν έτσι ασαφείς και γενικοί και εν τέλει όπως εξελίχθηκε η μαρτυρία αναπόδεικτοι. Δ. Το Οφειλόμενο Υπόλοιπο: Το τελευταίο στοιχείο που πρέπει να αποδείξει η ενάγουσα είναι το οφειλόμενο χρέος των εναγομένων. Στην υπόθεση C.T.A. Tehhno Marketing Ltd κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(2004)1 ΑΑΔ 720 κρίθηκε ότι ορθά κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο σε σχέση με το οφειλόμενο υπόλοιπο, παραθέτοντας το ακόλουθο απόσπασμα της: «Η μη προσφορά μαρτυρίας από τους Εναγόμενους δεν ενδυναμώνει την υπόθεση των Εναγόντων, όμως ανεξάρτητα τούτου υπό τις περιστάσεις αισθάνομαι ικανοποιημένος ότι οι σχετικές καταστάσεις αποδίδουν την αληθινή και πραγματική εικόνα των χρεώσεων και πιστώσεων στον επίδικο λογαριασμό.» Στην υπόθεση Μάρσελ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ.1858 είχε τονιστεί ότι τα στοιχεία που περιέχονται σε καταστάσεις λογαριασμών που παράχθηκαν από ηλεκτρονικό υπολογιστή δεν συνιστούν απόδειξη και μάλιστα αδιαμφισβήτητη των γεγονότων που εκτίθενται σ' αυτήν. Αποτελούν όμως, όπως προστέθηκε, ένα αποδεικτικό στοιχείο που υπόκειται σε αξιολόγηση και στο οποίο αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια ή άλλως της δήλωσης. (βλ. επίσης την υπόθεση Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 194). Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας καταχωρήθηκε η αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ. 23, 25 και 27) καθώς και αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ. 24, 26 και 28) χωρίς οιαδήποτε ένσταση ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του περί Αποδείξεως Νόμου. Η κατάθεση των καταστάσεων λογαριασμού και των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού ως τεκμηρίων δεν αμφισβητήθηκε σε καμία περίπτωση από τους εναγόμενους, ούτε εκφράστηκε συγκεκριμένη θέση εκ μέρους των εναγομένων γιατί και πώς τα οφειλόμενα ποσά δεν είναι το ορθά. Όσα ζητήθηκαν να απαντήσει ο μάρτυρας της ενάγουσας κατά την αντεξέταση του από τη δικηγόρο των εναγομένων ως προς τις καταστάσεις λογαριασμού, εμπίπτουν στην σφαίρα των γενικών και αόριστων υποβολών. Για όσα θέματα συγκεκριμενοποιήθηκαν και υποβλήθηκαν σχετικές ερωτήσεις δόθηκαν πειστικές απαντήσεις από τον μάρτυρα κατά τρόπο που δεν άφησε περιθώρια παρερμηνειών και αμφισβήτησης της ορθότητας τους. Ο μάρτυρας για την ενάγουσα στη μαρτυρία του φάνηκε ότι γνώριζε λεπτομέρειες αυτών των καταστάσεων από τη μελέτη τους και τη σύγκριση τους με όλα τα σχετικά παραστατικά που τηρούνται ως τραπεζικά βιβλία τα περιεχόμενο των οποίων και τις εγγραφές σε αυτά ήλεγξε και αντιπαρέβαλε με όλα τα σχετικά στοιχεία. Ο μάρτυρας επεξήγησε με σαφήνεια και με λεπτομέρεια τόσο την επιβολή του επιτοκίου αλλά και όλες τις χρεώσεις που έγιναν στους επίδικους λογαριασμούς, όλες τις χρεώσεις που αφαιρέθηκαν μέχρι και τον τερματισμό, αλλά και τις καταθέσεις που πιστώθηκαν μετά τον τερματισμό και αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου των καταστάσεων. Από αυτές διαφάνηκε ότι αφαιρέθηκαν όσα λανθασμένα καταχωρήθηκαν όπως ήταν η τότε πρακτική της ενάγουσας αναθεωρώντας ταυτόχρονα και την απαίτηση της ενάγουσας που σύμφωνα με τους υπολογισμούς και του μάρτυρος της ενάγουσας, τους οποίους επεξήγησε με σαφήνεια τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του, σε όση έκταση κλήθηκε να το κάνει, αποτελεί την ορθή εικόνα της απαίτησης της ενάγουσας έναντι των εναγομένων. Περαιτέρω, παρόλο που στην υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι δικογράφησαν ισχυρισμούς περί παράνομων χρεώσεων και παράνομων τόκων, όπως αυτές αναφέρθηκαν πιο πάνω, θα πρέπει εξαρχής να σημειωθεί ότι στα δικόγραφα των εναγομένων, στο μέρος όπου γίνεται αναφορά στους τόκους και σε άλλες χρεώσεις γίνεται επιγραμματικά γενικά και αόριστα και η αντεξέταση δεν κατέδειξε κάτι τέτοιο. Οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε υποστηρικτική μαρτυρία που να αποδεικνύει οποιαδήποτε παράνομη χρέωση ή παράνομο τόκο στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού. Η νομοθετική πρόνοια στο άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ 9, αναφέρει ότι αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και των θεμάτων δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σ΄αυτό. Το άρθρο 22 δημιουργεί μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Αυτή δε η εκ πρώτης όψεως απόδειξη δεν αντικρούστηκε και δεν καταρρίφτηκε κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στην κατάσταση λογαριασμού μετατοπίστηκε στους εναγόμενους οι οποίοι όμως δεν απόσεισαν το βάρος τους αυτό. Εκτός τούτου, ικανοποιήθηκαν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 και 35 του Κεφ. 9, σε σχέση με το εν λόγω τεκμήριο, αφού καταδείχθηκε με επάρκεια ότι αποτελεί μέρος του αρχείου της τράπεζας αφού όλο τα αρχείο της τράπεζας που αφορά την υπόθεση αυτή, όπως ανέφερε ο μάρτυρας της ενάγουσας, βρίσκεται στην κατοχή του και υπό τον χειρισμό του αφού είναι το εξουσιοδοτημένο άτομο και ο υπεύθυνος να διαχειρίζεται τους λογαριασμούς που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού βρίσκω ότι είναι ορθές, έχουν ελεγχθεί από την ενάγουσα κατά την ενδεδειγμένη διαδικασία αποτελούν καταγραφές σε τραπεζικό βιβλίο και χωρίς να υπάρχει περί του αντιθέτου διαφορετική μαρτυρία, κρίνω ότι είναι αληθινές και η κάθε εγγραφή και το κάθε ποσό που αναγράφεται σε αυτές τις καταστάσεις και αντιστοιχεί σε αποδείξεις και άλλα έγγραφα τα οποία αποτελούν τραπεζικά έγγραφα και τα οποία επιβεβαιώνουν και αποδεικνύουν πλήρως κάθε εγγραφή και κάθε ποσό που εμφαίνεται στις καταστάσεις λογαριασμού, σε συνδυασμό δε με την προφορική και έγγραφη μαρτυρία που παρουσίασε προς υποστήριξη της αξίωσης της η ενάγουσα οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού αντικατοπτρίζουν τις ορθές χρεοπιστώσεις που έγιναν από την ενάγουσα κατά τον επίδικο χρόνο και αποδίδουν το ακριβές οφειλόμενο υπόλοιπο για κάθε συμφωνία ξεχωριστά και αυτές και όσα παρουσιάζουν καθίστανται ευρήματα μου και είναι αρκετά για να αποδείξουν το οφειλόμενο υπόλοιπο, δεδομένης και της αποτυχίας των εναγομένων να αντικρούσουν το περιεχόμενο της, ως είχαν το βάρος να πράξουν (βλ. υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.,
(2009)1 ΑΑΔ 479, την υπόθεση Χρήστος Θεοδώρου v. Hellenic Bank Ltd,
(2012)1 ΑΑΔ 2059 καθώς και με την υπόθεση Evelthon Developments Ltd v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2012)1 ΑΑΔ 2486). Περαιτέρω με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού διορθώθηκε οποιαδήποτε λανθασμένη χρέωση δυνάμει της τότε πρακτικής που τηρούσε η ενάγουσα, προσδιορίζοντας έτσι με ακρίβεια το πραγματικό οφειλόμενο υπόλοιπο και δεν υπάρχει καμία επιπρόσθετη ή παράνομη ή κατά παράβαση της Συμφωνίας Δανείου χρέωση ή επιβολή τόκων (βλ. Evelthon Developments Ltd κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ (πιο πάνω). Στην Evelthon Developments Ltd κ.α. v. Eθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου), (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα τα οποία και παραθέτω: «Στην πρωτόδικη απόφαση ορθά αναφέρεται ότι με τον τερματισμό της Σύμβασης Δανείου λόγω της παράλειψης των εφεσειόντων να τηρήσουν τις πρόνοιες της Σύμβασης για έγκαιρη πληρωμή των δόσεων του δανείου, το αναίτιο μέρος, εδώ η Τράπεζα, δικαιούται σε αποζημιώσεις. Εύστοχα σημειώνεται ότι η συμφωνία για πληρωμή τόκου μέχρι την ημερομηνία της αποπληρωμής δεν συνεπάγεται απαραιτήτως και συμφωνία για πληρωμή τόκου πέραν αυτής της ημερομηνίας σε περίπτωση παράλειψης αποπληρωμής παρόλο ότι κάτω από ανάλογες περιστάσεις, μπορεί να επιδικαστεί τόκος υπό μορφή αποζημίωσης (όχι κατ΄ ανάγκη στο ποσοστό που καθορίζεται στη Σύμβαση). Σχετικό επί του προκειμένου είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Chitty on Contracts (Specific Contracts), 24η Έκδοση, παρ. 3198, το οποίο παρατίθεται στην εκκαλούμενη απόφαση: «A contract to pay interest up to the date of repayment of the debt does necessarily imply an agreement to pay interest beyond that date in the event of default in repayment, but in the situation interest (though not necessarily at the contract rate) can be awarded by way of damages.» Στη συνέχεια της ίδιας πιο πάνω απόφασης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το Μέρος VII - άρθρα 73-75 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 αφορά στις συνέπειες που προκύπτουν από την παράβαση σύμβασης και διέπει το θέμα των αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται το αναίτιο μέρος σε κάθε περίπτωση που υφίσταται ζημιά λόγω παράβασης κλπ της σύμβασης από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 73 του Νόμου το λογικά προβλεπτό της ζημιάς, όπως διαγράφεται από τη σύμβαση είναι το μέτρο της αποζημίωσης, ο δε κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της είναι κατά κανόνα ο χρόνος της παράβασης. Η πρωτόδικος δικαστής προσέγγισε το θέμα του υπολογισμού της αποζημίωσης στην οποία δικαιούται η Τράπεζα έχοντας υπόψη την πιο πάνω αρχή δικαίου λέγοντας ότι ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη της Σύμβασης εκτός αν αυτό ρητά προνοείται στη Σύμβαση ή εξυπακούεται από τη φύση της υποχρέωσης. (Βλ. Κολακίδης & Συνεταίροι ν. Μ. Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1671, Καλησπέρας ν. Δρυάδη κα
(1998)1(Β) ΑΑΔ 867 και Θωμά ν. Μέζου κα
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2359.) Η πρωτόδικος δικαστής κατ' εφαρμογή της βασικής αρχής δικαίου σύμφωνα με την οποία το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, στο βαθμό που μπορεί τούτο να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η Σύμβαση να είχε εκτελεστεί, ορθά καθόρισε την πληρωμή τόκου σε ποσό 9% ετησίως επί του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού των εφεσειόντων ως μορφή αποζημίωσης. Το εν λόγω ποσοστό αποτελούσε το ανώτατο επιτρεπτό ποσοστό νομίμου τόκου που μπορούσε να επιβληθεί τόσο με βάση συγκεκριμένο όρο της Σύμβασης Δανείου όσο και με βάση τον ισχύοντα νόμο κατά τη σύναψη της Σύμβασης Δανείου την οποία οι εφεσείοντες υπαιτίως διέρρηξαν.» Οι εναγόμενοι ουδέποτε από της σύναψης των επίδικων Συμβάσεων σε σχέση με τη Σύμβαση Δανείου έθεσαν οποιοδήποτε θέμα, ή υπόβαλαν οποιανδήποτε ένσταση ή διαμαρτυρήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο για τις κατά την άποψη τους παράνομες ή υπερβολικές χρεώσεις τόκων ή εξόδων. Είναι καθήκον και των ιδίων των εναγομένων να ενδιαφερθούν να ενημερωθούν για το επιτόκιο και τον τρόπο υπολογισμού του, τις οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις, και γενικά τις υποχρεώσεις τους έναντι της ενάγουσας, και εφόσον το επιθυμούν να συμβουλευθούν δικηγόρο της επιλογής τους, γεγονός που όπως εμφαίνεται από όλα τα τεκμήρια δεν τους αποστερήθηκε αλλά βεβαίως και δεν δικογραφήθηκε τέτοιος ισχυρισμός. Στην υπόθεση Μαρκίδου v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 ΑΑΔ 2069, ο Αρτεμίδης, Δ. (όπως ήταν τότε) στην ομόφωνη απόφαση του Εφετείου ανέφερε ότι: «προβάλλει ευλόγως το ερώτημα γιατί δεν προέβη (η εφεσείουσα) στα δέοντα ώστε να την ακυρώσει (τη συμφωνία παροχής δανείου, πιστώσεων και άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων), αντί να περιμένει να προβάλει τους ισχυρισμούς της μετά την καταχώρηση της αγωγής», ενώ στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά. (πιο πάνω) επισημάνθηκε ότι οι εφεσίβλητοι ουδέποτε ζήτησαν επεξηγήσεις ούτε και αμφισβήτησαν τον υπολογισμό των τόκων ή την εγκυρότητα της διαδικασίας της τακτικής της τράπεζας. Αναφέρθηκε δε ότι: «η έλλειψη επεξήγησης ως προς την τακτική της τράπεζας δεν μπορεί να καταστήσει τη συμφωνία ως αόριστη και ασαφή. Οι εφεσίβλητοι υπέγραψαν τη σχετική συμφωνία και προέβαιναν για αρκετά χρόνια σε συναλλαγές με την εφεσείουσα τράπεζα χωρίς να προβάλουν οποιαδήποτε διαμαρτυρία. και με τη συμπεριφορά τους αποδέχονταν τη διαδικασία που είχε υιοθετηθεί». Με όσα προανέφερα κρίνω ότι ικανοποιούνται πλήρως οι πιο πάνω προϋποθέσεις και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ευσταθούν ισχυρισμοί ότι οι χρεώσεις του λογαριασμού των εναγόμενων, ειδικότερα με την κατάθεση ως Τεκμηρίων των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού, στις οποίες αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις που λανθασμένα επιβλήθηκαν, μπορούν να θεωρηθούν ως παράνομες χρεώσεις και/ή ως ποινικές ρήτρες και/ή ως χρεώσεις πέραν του νόμιμου επιτρεπόμενου ορίου του επιτοκίου, και φυσικά σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι το αξιούμενο ποσό είναι προϊόν παράνομων χρεώσεων, τόκων και ανατοκισμού. Παρόλα τα πιο πάνω θα με απασχολήσει ως τελευταίο ζήτημα αυτό της χρέωσης αυξημένων τόκων υπερημερίας. Σύμφωνα με τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν.160(Ι)/1999)Άρθρο 3 (1β): «Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την έναρξη της ισχύος του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά:» Στη προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα δεν προσκόμισε οποιανδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη της πραγματικής της ζημιάς, επομένως δεν θα επιδικάσω οποιοδήποτε ποσοστό τόκου υπερημερίας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, είναι η κατάληξη μου ότι η ενάγουσα απέδειξε τις αξιώσεις της εναντίον των εναγομένων και ως εκ τούτου εκδίδεται η ακόλουθη απόφαση: Α. Υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ομού και ή/κεχωρισμένως για το ποσό των €233.256,52σ. πλέον το συμβατικό επιτόκιο προς 5.75% ετησίως από τον τερματισμό της συμφωνίας ήτοι από την 16.02.2009 και με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως ήτοι την 30.
  1. και 31.
  2. εκάστου έτους από του τερματισμού της συμφωνίας μέχρι εξοφλήσεως. Β. Υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1,2 και 3 ομού και/ ή κεχωρισμένως για το ποσό των €202,330,71σ. πλέον το συμβατικό επιτόκιο προς 6,75% ετησίως από τον τερματισμό της συμφωνίας ήτοι από την 16.02.2009 και με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως ήτοι την 30.06 και 31.
  3. εκάστου έτους από του τερματισμού της συμφωνίας μέχρι εξοφλήσεως. Γ. Υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης 1 για το ποσό των €2.791,33σ. με τόκο προς 14% ετησίως επί του ποσού των €2.791,33σ. από 15.02.2009 μέχρι εξοφλήσεως και με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως ήτοι την 30.06 και 31.12 εκάστου έτους. Εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα εναντίον της εναγόμενης 1: Α. Διάταγμα διατάττov τηv πώληση του εvυπόθηκου ακιvήτου της εvαγoμέvης 1 με αρ. εγγραφής 6346, Φ/Σχ.XLVIII/26/1131, χωράφι στο Καλό Χωριό της Επαρχίας Λεμεσού, εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο, δυvάμει υπoθήκης τoυ Επαρχιακoύ Κτηματoλoγίoυ Λεμεσού, με αριθμό Υ4625/2007 ημερομηνίας 2.05.2007 και όπως τo πρoϊόv της πώλησης καταλoγισθεί έvαvτι τωv αξιώσεων της εvάγουσας. Β. Διάταγμα διατάττov τηv πώληση του εvυπόθηκου ακιvήτου της εναγόμενης 1 με αρ. εγγραφής 2881, Φ/Σχ.LXVIII/34/636, περβολότοπος στο χωριό Λουβαράς της Επαρχίας Λεμεσού, εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο, δυvάμει υπoθήκης τoυ Επαρχιακoύ Κτηματoλoγίoυ Λεμεσού, με αριθμό Υ5039/2007 ημερομηνίας 11.05.2007 και τo πρoϊόv της τoιαύτης πώλησης καταλoγισθεί έvαvτι τωv αξιώσεων της εvάγουσας. Γ. Αvαγvωριστική απόφαση και/η διάταγμα ότι δυvάμει σύμβασης εκχωρήσεως ημερoμηvίας 27/4/2007 γεvoμέvης μεταξύ ενάγουσας και της εvαγόμεvης 1 η εvαγόμενη 1 εκχώρησε προς τoυς εvάγovτες όλα τα δικαιώματα της στηv Ασφάλεια τηv oπoία έχει παρά της LAIKI CYPRIALIFE LTD ημερομηνίας 24.04.2007 αριθμός ασφ. συμβολαίου 00225278 για τo πoσό τωv €239.204,20 (ΛΚ.140.000.00) και ότι η εvάγoυσα έχει τo δικαίωμα vα εισπράξει oπoιαδήπoτε πoσά χρημάτωv καταστoύv πληρωτέα με βάση τηv ασφάλεια αυτή καθώς και oπoιαδήπoτε άλλη ασφάλεια έχει εκδoθεί εις αvτικατάσταση της, καθώς επίσης oπoιαδήπoτε άλλα δικαιώματα ή ωφελήματα έχoυv δoθεί ή θα δoθoύv σε σχέση με τηv αvαφερoμέvη ασφάλεια και πρoκειμέvoυ αυτά vα καταλoγιστoύv έvαvτι και/η προς εξόφληση της πιο πάvω υπoχρεώσεως της εvαγόμεvης 1 δυvάμει της αvαφερoμέvης συμφωvίας. Δ. Διάταγμα και/ή αvαγvωριστική απόφαση ότι η εvάγoυσα έχει τo απόλυτo δικαίωμα και χωρίς ειδoπoίηση προς τηv εvαγόμενη 1 να παραδώσει για εξαργύρωση (to surrender) στηv LAIKI CYPRIALIFE LTD, τηv πιo πάvω ασφάλεια της εvαγoμέvης 1 και/ή vα τηv αvταλλάξoυv με oπoιαδήπoτε πλήρως πληρωτέα και/ή vα εξασκήσoυv τo δικαίωμα πώλησης της ασφάλειας αυτής είτε με ιδιωτική συμφωvία ή με δημόσιo πλειστηριασμό και τo πρoιόv της είσπραξης αυτής vα καταλoγισθει έvαvτι και/η προς εξόφληση τωv υπoχρεώσεωv της εvαγoμέvης 1 δυvάμει της πιo πάvω συμφωvίας oπoιoδηπoτε υπόλoιπo δε vα δoθεί προς την εvαγόμεvη
  4. Ε. Αvαγvωριστική απόφαση και/η διάταγμα ότι η εvαγόμενη 1 oπoιoδήπoτε πoσό χρημάτωv και/η oπoιoδήπoτε άλλo ωφέλημα και/η δικαίωμα της έχει παραχωρηθεί δυvάμει της πιο πάvω ασφάλειας μετά της LAIKI CYPRIALIFE LTD και/ή θα της παραχωρηθεί μελλovτικά, τo κρατά και/η θα κρατά τoύτo σαv καταπίστευμα (in trust) προς όφελoς της εvάγουσας, πρoκειμέvoυ τoύτo vα χρησιμoπoιηθεί έvαvτι και/η πρός εξόφληση τωv υπoχρεώσεωv της εvαγoμέvης 1 σε σχέση με τη πιο πάvω συμφωvία. ΣΤ. Διάταγμα διατάττov την εvαγόμενη 1 όπως καταβάλει προς την εvάγoυσα oπoιoδήπoτε πoσό χρημάτωv και/ή oπoιoδήπoτε άλλo ωφέλημα και/η δικαίωμα της έχει ήδη παραχωρηθεί και/η θα παραχωρηθεί στo μέλλov σε σχέση με τηv ασφάλεια τηv oπoία διατηρεί παρά της LAIKI CYPRIALIFE LTD αρ. ασφ. συμβoλαίoυ 00225278 ημερoμηvίας 24.04.2007 και/ή δυvάμει oπoιoυδήπoτε άλλoυ συμβoλαίoυ έχει εκδoθεί ή θα εκδoθεί εις αvτικατάσταση τoυ πιo πάvω, πρoκειμέvoυ αυτά vα χρησιμoπoιηθoύv έvαvτι και/ή προς εξόφληση τωv υπoχρεώσεωv της εvαγoμέvης 1 προς την εvάγoυσα δυvάμει της πιο πάvω συμφωvίας. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων ομού και /ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.).................. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.