ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ν. ΕΛΕΝΗ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα ΑΝΤΩΝΗ ΠΑΝΑΓΗ ΚΟΚΚΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4008/2009, 31/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A157 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4008/2009 ΜΕΤΑΞΥ: ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΚΟΚΚΙΝΟΥ, εκ Λεμεσού Ενάγουσα KAI ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΝΑΓΗ ΚΟΚΚΙΝΟΣ, εκ Λεμεσού Εναγομένου Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/06/2014: ΜΕΤΑΞΥ: ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΚΟΚΚΙΝΟΥ, εκ Λεμεσού Ενάγουσα KAI ΕΛΕΝΗ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα ΑΝΤΩΝΗ ΠΑΝΑΓΗ ΚΟΚΚΙΝΟΥ, εκ Λεμεσού Εναγομένου ______________________________________________________________ Ημερομηνία: 31 Μαΐου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Μ. Ιακώβου (για να ακούσει απόφαση η κα Αναξαγόρα) Για τον Εναγόμενο: κ. Π. Κωνσταντίνου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Σωτήρη) ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά Η Ενάγουσα την 15/09/2009 καταχώρησε την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία αξιώνει ειδικές και γενικές αποζημιώσεις εναντίον του Εναγόμενου για σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές τις οποίες υπέστη εξαιτίας τροχαίου ατυχήματος ημερομηνίας 30/03/2008 το οποίο συνέβηκε στο δρόμο Αγίου Αμβροσίου - Βουνίου, στην Λεμεσό και το οποίο οφείλεται στην αμέλεια και/ή την παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του Αντώνη Κόκκινου, στο εξής «του Εναγομένου», ως οδηγού του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΖΚ
- Ο Εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και στην συνέχεια Έκθεση Υπεράσπισης. Βασική και μοναδική γραμμή υπεράσπισης αποτελεί ότι το επίδικο ατύχημα συνέβηκε κάτω από τέτοιες συνθήκες που το καθιστούσαν αναπόφευκτο. Ο Εναγόμενος παραδέχεται το επίδικο δυστύχημα, την ημερομηνία που αυτό συνέβηκε, τον τόπο που συνέβηκε και ότι ο Εναγόμενος έχασε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε με αρ. εγγραφής ΕΖΚ
- Προσαχθείσα μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα το περιεχόμενο των ιατρικών Πιστοποιητικών ημερομηνίας 17/6/2008 και 03/09/2008 του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6 και 7 και δηλώθηκε ότι τα όσα αναφέρονται στα εν λόγω ιατρικά πιστοποιητικά είναι οι σωματικές βλάβες τις οποίες έχει υποστεί η Ενάγουσα από το επίδικο δυστύχημα. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας κατέθεσαν 3 μάρτυρες, ήτοι ο Αστ. 1674 Π. Κοφτερός (ΜΕ1), η Ενάγουσα Χρυσάνθη Κόκκινου (ΜΕ2) και η Ελένη Κόκκινου (ΜΕ3), θυγατέρα της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος κάλεσε ως ΜΥ1 τον Δρ. Ηλία Γεωργίου. Ο ΜΕ1, Αστ. 1674 Π. Κοφτερός, κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι ήταν ο αστυνομικός ο οποίος διερεύνησε το επίδικο δυστύχημα και αφού προσήλθε στη σκηνή του δυστυχήματος ετοίμασε σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος. Προχώρησε στην κατάθεση του προχείρου σχεδιαγράμματος της σκηνής του επίδικου δυστυχήματος ως Τεκμήριο 1 και του συμμετρικού σχεδιαγράμματος της σκηνής του δυστυχήματος ως Τεκμήριο
- Ανέφερε ότι μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος αμέσως μόλις ενημερώθηκε προς τούτο. Εκεί συνάντησε την Ενάγουσα και τον Εναγόμενο χτυπημένους, ενώ εκεί βρισκόταν επίσης και το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος με αρ. εγγραφής ΕΖΚ 239, το οποίο είχε υποστεί υλικές ζημιές Το εν λόγω όχημα βρέθηκε στην τελική του θέση να βλέπει αντίθετα από την πορεία που ακολουθούσε. Ήταν η θέση του ότι στη συνέχεια προέβηκε σε μετρήσεις στη σκηνή του δυστυχήματος για να ετοιμάσει τόσο το πρόχειρο όσο και το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Όπως ανέφερε, συνεπιβάτιδα στο αυτοκίνητο ήταν η σύζυγος του κ. Αντώνη Κόκκινου, Χρυσάνθη Κόκκινου. Ο ΜΕ1 επεξήγησε και τα δύο σχεδιαγράμματα της σκηνής του δυστυχήματος και ανέφερε ότι σημείωσε το σημείο σύγκρουσης ως το Χ. Το σημείο σύγκρουσης το υπέδειξε και στον κ. Αντώνη Κόκκινο, ο οποίος συμφώνησε με αυτό, ενώ υπέγραψε και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος. Ανέφερε ακόμα ότι στη σκηνή δεν υπήρχαν οποιαδήποτε ίχνη σκύλου. Κατατέθηκαν ακόμα από τον ΜΕ1 τα τεκμήρια 3 και 4 τα οποία είναι οι καταθέσεις της Ενάγουσας- Χρυσάνθης Κόκκινου και του Αντώνη Κόκκινου- Εναγόμενου. Ο ΜΕ1 κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής τους δυστυχήματος (Τεκμήριο 1) σημείωσε με συνεχόμενη γραμμή την πορεία που σύμφωνα με τα ευρήματα του είχε το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος μέχρι το σημείο Χ. Ο ΜΕ1, στη συνέχεια της αντεξέτασης του, επεξήγησε με ακρίβεια και αναλυτικά το σχεδιάγραμμα αλλά και τα ευρήματα του στη σκηνή του δυστυχήματος. Δεν αμφισβητήθηκαν τα ευρήματα και οι μετρήσεις του ΜΕ1 άλλα και ούτε αμφισβητήθηκε σε κανένα στάδιο, το σημείο σύγκρουσης και η τελική θέση του οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος. Ως ΜΕ2 προσήλθε η Χρυσάνθη Κόκκινου - Ενάγουσα. Κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι στις 30/03/2008 ήταν συνεπιβάτιδα στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΖΚ 239, το οποίο οδηγούσε ο Εναγόμενος, σύζυγος της, στον κύριο δρόμο Αγίου Αμβροσίου - Βουνιού, της επαρχίας Λεμεσού. Ο Εναγόμενος, σύμφωνα πάντοτε με τη θέση της ΜΕ2, οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. Η ίδια παρόλο που συνεχώς του έλεγε να ελαττώσει την ταχύτητα του, αυτός εξακολουθούσε να οδηγεί με υπερβολική ταχύτητα με αποτέλεσμα σε κάποια στιγμή να χάσει τον έλεγχο του οχήματος του, να ξεφύγει από την πορεία του, να χτυπήσει σε παρακείμενο όχθο και να αναποδογυριστεί δύο φορές επί του δρόμου και εν τέλει να σταματήσει και να ακινητοποιηθεί επί του όχθου. Η ΜΕ2, αντεξετάστηκε επί μακρόν από τον κ. Κωνσταντίνου σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος. Ανέφερε ότι εντός του αυτοκινήτου, ήταν μόνο αυτή και ο σύζυγος της, με την ίδια να κάθεται στη θέση του συνοδηγού. Επανέλαβε τη θέση της ότι πριν το ατύχημα ο σύζυγος της είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα. Δεν αντιλήφθηκε σε καμιά στιγμή ότι υπήρχε σκύλος στο δρόμο όπως είχε αναφέρει ο σύζυγος της αργότερα. Ήταν η θέση της, όσον αφορά τον ισχυρισμό του συζύγου της για την ύπαρξη σκύλου στο δρόμο, ότι το έμαθε μετά που ο ίδιος δικάστηκε, από τα παιδιά της, στα οποία ο ίδιος ο σύζυγος της το είχε αναφέρει. Επανέλαβε δε ότι ο σύζυγος της ο λόγος που ανέφερε ότι υπήρχε σκύλος ήταν γιατί τον συμβούλεψε κάποιος να ισχυριστεί έτσι, προκειμένου να «γλυτώσει» από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τις καιρικές συνθήκες την ημέρα του δυστυχήματος, η ίδια ανέφερε ότι ο καιρός ήταν καλός, επικρατούσε ηλιοφάνεια και υπήρχε πολύ καλή ορατότητα στο δρόμο. Επανέλαβε δε ότι ο ίδιος ο σύζυγος της σε κάποια στιγμή λόγω της αυξημένης ταχύτητας του, αυτός έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, αυτό έφυγε από την κανονική του πορεία στο δρόμο, χτύπησε σε όχθο και μετά επανήλθε πάλι στο δρόμο αλλά σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε κανένας σκύλος στον δρόμο. Όσον αφορά τους τραυματισμούς της, η ίδια ανέφερε ότι από το εν λόγω ατύχημα τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με ασθενοφόρο. Εκεί νοσηλεύτηκε για αρκετές ημέρες και υπέστηκε τεράστια ταλαιπωρία. Μετά την επάνοδο της στην κατοικία της, η ίδια δεν μπορούσε να αυτοσυντηρηθεί και αναγκάστηκε να έχει βοήθεια. Μέχρι σήμερα εξακολουθεί να έχει βοήθεια. Εξαιτίας των τραυμάτων που έχει υποστεί υποφέρει συνεχώς με πόνους, η καθημερινή της ζωή έχει γίνει αρκετά δύσκολη, καθώς δυσκολεύεται λόγω των πόνων, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού της, να μαγειρεύει, να πλένει και να φροντίζει τον εαυτό της, δυσκολίες τις οποίες πριν το δυστύχημα δεν αντιμετώπιζε. Ήταν η θέση της ότι έκανε ένα με ενάμιση χρόνο να συνέλθει από το επίδικο δυστύχημα και όταν βγήκε από το νοσοκομείο και πήγε σπίτι της δεν μπορούσε ούτε να αυτοεξυπηρετηθεί. Ερωτήθηκε επανειλημμένα εάν είδε σκύλο ή όχι πριν τη σύγκρουση. Ήταν η θέση της ότι δεν είδε σκύλο, γιατί απλά δεν υπήρχε σκύλος, για τον απλούστατο λόγο ότι αν υπήρχε θα τον έβλεπε, αφού καθόταν δίπλα από τον οδηγό, στη θέση του συνοδηγού και έβλεπε μπροστά στον δρόμο. Όταν δε της υποβλήθηκε ότι την ώρα που έγινε το δυστύχημα πετάχτηκε σκύλος η ίδια έδωσε την εξής απάντηση «Επιμένει για τον σκύλο. Δεν υπήρχε σκύλος, είναι από την υπερβολική ταχύτητα που έτρεχε τόσο πολύ». Όταν δεν της υποβλήθηκε ότι ο Εναγόμενος, δηλαδή ο Αντώνης Κόκκινος, είδε σκύλο τον οποίο η ίδια δεν είδε, η ΜΕ2 απάντησε «Αφού ο δρόμος ήταν καθαρός, δεν είχε σκύλο, αν ισχυρίστηκε ο Αντώνης εγώ τι φταίω;» Ανέφερε ακόμα ότι ο Εναγόμενος, δεν της ανέφερε τίποτε ούτε για σκύλο, αλλά ούτε ότι δικάστηκε, το είπε μόνο στα παιδιά τους. Ήταν δε η θέση της ότι με τον σύζυγο της δεν ξανασυζήτησαν το θέμα του δυστυχήματος. Αρνήθηκε την υποβολή που της τέθηκε ότι ανέφερε στον Ηλία Γεωργίου ότι το ατύχημα έγινε εξαιτίας ενός σκύλου και ανέφερε ότι κάτι τέτοιο δεν το είπε ποτέ καθώς στον δρόμο δεν υπήρχε σκύλος. Η ΜΕ2, επιπλέον στην αντεξέταση της αναφέρθηκε στην μεγάλη ταλαιπωρία που έχει υποστεί από τους τραυματισμούς που υπέστη, συνεπεία του δυστυχήματος καθώς και για το μεγάλο χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για να αναρρώσει. Ανέφερε ακόμα ότι μέχρι και σήμερα έχει πόνους και ταλαιπωρείται. Μετά το νοσοκομείο δεν μπορούσε να περπατήσει και όλες οι μετακινήσεις της γίνονταν με καροτσάκι, δεν μπορούσε να σταθεί, να σκύψει και να αυτοσυντηρηθεί ενώ αναγκάστηκε να προσλάβει οικιακή βοηθό προκειμένου να την βοηθά. Μετά το νοσοκομείο έφερε αυχενικό κολάρο για 3 μήνες, έκανε φυσιοθεραπείες, ενώ για το πόδι της μέχρι και σήμερα έχει πόνους και κάθε βράδυ της το φροντίζει η οικιακή βοηθός. Ως ΜΕ3, προσήλθε η Ελένη Κόκκινου η οποία κατά την κυρίως εξέταση της, ανέφερε ότι είναι θυγατέρα της Ενάγουσας και ότι την ημέρα του δυστυχήματος πήγε στο χώρο του δυστυχήματος και εκεί συνάντησε τον πατέρα της, κ. Αντώνη Κόκκινο και την μητέρα της. Ρώτησε τον πατέρα της πώς έγινε το δυστύχημα και της ανέφερε ότι δεν κατάλαβε πώς έγινε. Ανέφερε ακόμα ότι ο πατέρας της ανέφερε σε αυτή και στα αδέρφια της, ότι επικαλέστηκε ότι υπήρχε σκύλος στο δρόμο και προσπάθησε να τον αποφύγει προκειμένου να «γλυτώσει από το Δικαστήριο». Όπως τους ανέφερε ο μακαρίτης ο πατέρας της, κάποιος τον είχε συμβουλέψει να ισχυριστεί κάτι τέτοιο, για να τον βοηθήσει αυτός του ο ισχυρισμός στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση της η ΜΕ3 ανέφερε ότι γνωρίζει ότι ο πατέρας της αθωώθηκε στην ποινική υπόθεση που είχε καταχωρηθεί εναντίον του στο Δικαστήριο και το γεγονός ότι είχε σκύλο στο δρόμο ισχυρίστηκε ότι το είπε για να αθωωθεί ενώ ανέφερε παράλληλα ότι δεν γνωρίζει εάν τα ίδια είπε και στην Αστυνομία. Επανέλαβε δε ότι το μόνο που γνώριζε για την παρούσα υπόθεση περιορίζεται στο γεγονός ότι ο πατέρας της, της ανέφερε ότι είπε τα όσα είπε ότι δήθεν υπήρχε σκύλος στο δρόμο, όχι γιατί ήταν αλήθεια αλλά με μοναδικό σκοπό να πετύχει την αθώωση του στο Δικαστήριο. Η πλευρά του Εναγομένου, κάλεσε ένα μάρτυρα στο Δικαστήριο, τον Δρ. Ηλία Γεωργίου. Ο ΜΥ1, Δρ. Ηλίας Γεωργίου κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι στις 22/9/2010 εξέτασε την Ενάγουσα Χρυσάνθη Κόκκινου. Ετοίμασε στη συνέχεια σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό και σε αυτό κατέγραψε στο ιστορικό που τηρεί στο γραφείο του ότι η Ενάγουσα ήταν συνεπιβάτης σε αυτοκίνητο, στη θέση του οδηγού ήταν ο σύζυγος της ο οποίος έχασε τον έλεγχο του οχήματος του λόγω παρουσίας σκύλου στο δρόμο. Κατέθεσε δε προς επιβεβαίωση της θέσης του, ως Τεκμήριο 8 την κάρτα ασθενή. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 αμφισβητήθηκαν τα όσα ο ΜΥ1 ανέφερε στην κυρίως εξέταση σε σχέση με την δήλωση που όπως ο ίδιος ανέφερε του έκανε η Ενάγουσα για την αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος, ότι δηλαδή υπήρχε σκύλος στο δρόμο και υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι ο λόγος που προσήλθε στο Δικαστήριο ήταν απλά και μόνο για να βοηθήσει την υπόθεση της ασφάλειας και να μην αποζημιωθεί η Ενάγουσα, κάτι που βεβαίως ο ίδιος απόρριψε. Αγορεύσεις δικηγόρων Στο στάδιο των αγορεύσεων, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκδοχών των πελατών τους. Η κάθε πλευρά υποστήριξε την δική της εκδοχή η οποία όπως φάνηκε από την πορεία της υπόθεσης και την μαρτυρία η οποία προσάφθηκε και αμφισβητήθηκε συνάμα είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Αξιολόγηση Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Ο ΜΕ1, Αστ. Π. Κοφτερός μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Ήταν τυπικός μάρτυρας και ανέφερε στο Δικαστήριο τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος προέβη για την διερεύνηση του δυστυχήματος. Η μαρτυρία του ήταν σαφής και θετική. Σταθερός και συνεπής τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση. Επεξήγησε επαρκώς τα ευρήματα του στην σκηνή. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι η σκηνή στην οποία επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, περιλαμβανομένων των σχετικών μετρήσεων και της τελικής θέσης του οχήματος είναι όπως απεικονίζεται στο σχεδιαγράφημα (Τεκμήριο 2 ). Τα όσα αποτυπώνονται στο Τεκμήριο 2 σύμφωνα με την Νομολογία, μπορούν να αποτελέσουν γνώμονα για την κρίση και την αξιοπιστία των μαρτύρων εκεί όπου υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές αλλά και σταθερό οδηγό για τον έλεγχο της ακρίβειας της μαρτυρίας. Δεν έχω διαπιστώσει οποιεσδήποτε αντιφάσεις στην μαρτυρία του που να με οδηγούν στην απόρριψη της μαρτυρίας του. Αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της. Η Ενάγουσα, ΜΕ2, Χρυσάνθη Κόκκινου, ήταν εξαιρετική. Κατά την αντεξέταση της παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις και χωρίς να προσπαθήσει να παραπλανήσει το Δικαστήριο με υπερβολές και ανακρίβειες. Η ΜΕ2 είναι μια ηλικιωμένη, απλή γυναίκα του χωριού, αμόρφωτη όπως ανέφερε και η ίδια. Ανέφερε και μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια και τα γεγονότα όπως η ίδια τα αντιλήφθηκε όσο πιο απλά μπορούσε χωρίς καμία απολύτως προσπάθεια αλλά άμεσα και ειλικρινά. Με ειλικρίνεια, σαφήνεια και ευθύτητα ενώ επέμενε στη θέση της ότι στο δρόμο ποτέ και σε κανένα χρονικό σημείο δεν υπήρχε σκύλος. Επαναλάμβανε συνεχώς την οδηγική συμπεριφορά του συζύγου της, τον τρόπο που ο ίδιος οδηγούσε, ότι δηλαδή έτρεχε πολύ και έχασε τον έλεγχο με αποτέλεσμα να προσκρούσει σε όχθο με τα γνωστά αποτελέσματα που είχε το επίδικο δυστύχημα για την ίδια. Όπως ανέφερα η ΜΕ2 ήταν εξαιρετική μάρτυρας. Ήταν αληθινή και δεν δίστασε να αναφέρει ενώπιον του Δικαστηρίου και τον τρόπο που ο σύζυγος της της συμπεριφερόταν σε όλες τις εκφάνσεις της οικογενειακής τους ζωής, χωρίς να νοιαστεί ότι με αυτό τον τρόπο η ίδια θέτει τον εαυτό της σε αυτή τη θέση. Ανέφερε η μάρτυρας ότι ο σύζυγος της ποτέ δεν της μιλούσε, δεν την υπολόγιζε και ούτε της έδινε λογαριασμό εξού και δεν της ανέφερε οτιδήποτε για το θέμα της ύπαρξης σκύλου αλλά το ανέφερε μόνο στα παιδιά της. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η μάρτυρας είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και δεν ήθελε να κρύψει οτιδήποτε ώστε να αποφύγει την αλήθεια. Αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολο της. Η ΜΕ3 Ελένη Κόκκινου, θυγατέρα τόσο της Ενάγουσας όσο και του Εναγομένου, επίσης μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν μάρτυρας η οποία ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει όλη την αλήθεια, χωρίς υπεκφυγές σε θέματα βέβαια στα οποία η ίδια είχε γνώση από την ενημέρωση που είχε από τον πατέρα της. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της. Ερχόμενη τώρα στην μαρτυρία του ΜΥ1, Δρ. Ηλία Γεωργίου, παρατηρώ τα εξής: Θεωρώ ότι η παρουσία του εδώ δεν ήταν για την αμφισβήτηση των τραυμάτων τα οποία έχουν γίνει αποδεκτά στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, όσο για την δήλωση την οποία ισχυρίστηκε η πλευρά του Εναγομένου ότι προέβη η Ενάγουσα στο ιατρείο του ΜΥ1, ότι δηλαδή το δυστύχημα έγινε λόγω της παρουσίας σκύλου στο δρόμο. Σε σχέση με αυτό το σημείο και ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και αποδοχής του συνόλου της μαρτυρίας της Ενάγουσας η οποία όπως ανέφερα μου έκανε εξαιρετική εντύπωση και ήταν μάρτυρας της αλήθειας, θεωρώ ότι δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να στηριχτώ ή να λάβω υπόψη μου καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τη μαρτυρία του Δρ. Ηλία Γεωργίου σε σχέση με αυτό το θέμα στο οποίο ήδη έκανα αποδεκτή άμεση μαρτυρία δηλαδή την μαρτυρία της Ενάγουσας. Εξάλλου ο ΜΥ1 δεν προσήλθε στο Δικαστήριο σαν εμπειρογνώμονας, δηλαδή σαν γιατρός για να μαρτυρήσει για τις σωματικές βλάβες της Ενάγουσας. Από την στιγμή που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου άμεση μαρτυρία από το πρόσωπο που ενεπλάκη στο δυστύχημα η οποία και έγινε αποδεκτή απορρίπτω την εκδοχή του ΜΥ1. Νομική Πτυχή Όπως είναι γνωστό σε μία πολιτική δίκη το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το φέρει κατά κανόνα ο Ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι. Ο Ενάγων πρέπει βέβαια να δείξει στοιχεία αμέλειας εκ μέρους του Εναγομένου και περαιτέρω οφείλει να αποδείξει και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας αυτής και των ζημιών που έχει υποστεί. Δεν εναπόκειται στον Εναγόμενο να απαλλάξει τον εαυτό του αποδεικνύοντας ότι το δυστύχημα δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας. Σε αγωγή για αμέλεια όπως είναι νομολογημένο το βάρος απόδειξης το φέρει ο Ενάγοντας. Στο Σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 8η έκδοση, παραγ. 5 - 22, το ζήτημα του βάρους απόδειξης τίθεται ως πιο κάτω: "In an action for negligence, as in every other action, the burden of proof falls upon the plaintiff alleging it to establish each element of the tort. Hence it is for the plaintiff to give evidence of the facts, on which he bases his claim for damages. His evidence must consist of facts, either proved or admitted, and, after it is concluded, two questions arise,
(1)whether, on that evidence, negligence may be reasonably inferred and
(2)whether assuming it may be reasonably inferred, negligence is in fact inferred." Η απόδειξη που πρέπει να παρουσιάσει ο ενάγοντας πρέπει να προχωρεί πέρα από την καθαρή πιθανολόγηση και να φθάνει μέχρι το πεδίο των νομικών συμπερασμάτων. Οι εικασίες δεν έχουν νομική ισχύ. Είναι άγνωστες στο νομικό μας σύστημα. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Χρυσάνθη Χρυσάνθου κ.α. ν. Ανδρέα Φραντζή Π.Ε. 27/07, ημερ. 10.7.10, το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο Ενάγων και αυτό αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεκτά στοιχεία ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ο Ενάγων πρέπει να δείξει στοιχεία αμέλειας εκ μέρους του αντιδίκου του καθώς, επίσης, οφείλει να αποδείξει και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας αυτής και των ζημιών που έχει υποστεί. Δεν εναπόκειται, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ράλλης Μακρίδης & Υιοί Λτδ ν. Λουκά
(2003)1 Α.Α.Δ 447 στον Εναγόμενο «.. να απαλλάξει τον εαυτό του αποδεικνύοντας ότι το δυστύχημα ήταν είτε αναπόφευκτο ή ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας.» Όπως ταυτόχρονα λέχθηκε στην ίδια υπόθεση δεν είναι, όμως, από την άλλη «..αναγκαίο για τον Ενάγοντα να αποκλείσει κάθε πιθανή δυνατότητα ότι το δυστύχημα δυνατό να προκλήθηκε χωρίς αμέλεια από την πλευρά του Εναγομένου...» Η έννοια της αμέλειας, οι ευθύνες, τα δικαιώματα και καθήκοντα των οδηγών ως και οι προεκτάσεις της αμέλειας έτυχαν νομολογιακής ανάλυσης κατ' επανάληψη. Η αμέλεια, ως πραγματικό γεγονός, συνίσταται στην παράλειψη εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η εκπλήρωση του καθήκοντος για επιμέλεια κρίνεται απρόσωπα και το θέμα αποφασίζεται με βάση την αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων. Η αμέλεια συνίσταται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας (duty of care) για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον αυτό οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του γείτονα. Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη. Καθ' όλα σχετικά είναι και τα αποσπάσματα που εκτίθενται στη συνέχεια από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ειδικότερα: Σύμφωνα με τη Μαυρίδης ν. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 1013: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lane [1988] 2 All E.R. 25 961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and The Abadesa [1967] 1 All E.R. 672, 677, είναι: To Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική, τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ εναγομένων, από τη μια, και ενάγοντα, από την άλλη, και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα». Συναφώς με τα παραπάνω και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178 στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι 'μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη, όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous ν. Kassapis
(1988)1 C.L.R 25 και Polykarpou ν. Adamou
(1988)1 CLR 727)». Καθ' όλα σχετικά και τ' ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων
(1991)1 A.A.Δ. 475: «. η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς, θα υπενθυμίζαμε πως, γενικά, εφόσο η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια». Ομοίως και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Αλεξάνδρου κ.ά. ν. Λεβέντη κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 420): «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους Το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιλήψεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Και λίγο παρακάτω: «Η κατανομή της ευθύνης γίνεται κάτω από ευρεία σκοπιά, με γνώμονα τη λογική και την κοινή εμπειρία.» Προστίθενται και τα εξής από την απόφαση στην υπόθεση Νικολαϊδης κ.ά ν. Κλεοβούλου
(1992)1 ΑΑΔ 422: «Όπως κατ' επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για [*429] προγραμματισμό των πράξεων του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις. (Βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοδούλου ν. Χ" Νεοφύτου,
(1991)1 A.A.Δ 426 και Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110).» Καθόλα σχετικά και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Παύλου ν. Παπακυπριανού
(2000)1 ΑΑΔ 974: «. έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Ο νουνεχής οδηγός μπορεί εύλογα να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι του ιδίου και άλλων οδηγών (Βλ. Varnakides v. Police
(1969)2 C.L.R. 1, Νικολαΐδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)Α.Α.Δ. 422, 428, Κυριάκου κ.α. ν. Κανάρη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1436). Σε σχέση με τον οδηγό οχήματος που οδηγεί κατά μήκος κύριου δρόμου, έχει νομολογηθεί ότι, δεν χρειάζεται, εκτός αν υπάρχουν συνθήκες τέτοιες που να προδιαθέτουν για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, να προβλέψει ότι άλλος οδηγός θα μπεί από πάροδο στον κύριο δρόμο, χωρίς πρώτα να σταματήσει και να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να το πράξει (Βλ. Varnakides v.Papamichael and Another
(1970)1 C.L.R. 367 και Χατζηγιάννη ν. Κουμάση κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ 150, 154). Δεν έχει καθήκον να λάβει εξαιρετικές προφυλάξεις εκτός εάν είχε οποιαδήποτε προειδοποίηση ή ένδειξη ότι άλλος οδηγός που χρησιμοποιεί το δρόμο θα εισέρχετο στον κύριο δρόμο από πάροδο χωρίς να σταματήσει στη συμβολή των δύο δρόμων και να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να προχωρήσει (Βλ. Τουλουπή ν. Λαμπασκή
(1997)1 ΑΑΔ 1172, Σοφοκλέους ν. Χαριλάου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1645).» Από την ίδια απόφαση σε άλλο σημείο παρακάτω: «Καθώς έχει νομολογηθεί οι πράξεις του οδηγού ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με δίλημμα το οποίο παρουσιάζεται στο δρόμο δεν κρίνονται μικροσκοπικά. Κρίνονται υπό το πρίσμα της διλημματικής κατάστασης που προκάλεσε ο άλλος οδηγός. Ένα εσφαλμένο μέτρο που λαμβάνεται από ένα οδηγό κάτω από την αγωνία της σύγκρουσης δεν συνιστά κατ' ανάγκη αμέλεια (Βλ. Ioannou and Another v. Michaelides
(1966)1 C.L.R. 235, Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746, 750, 751, Georgiades v. HadjiSavva 1984 1 C.L.R. 597, Roussou v. Aristodemou
(1989)1 C.L.R. 12, Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 190, Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 ΑΑΔ 1110, Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1992)1 ΑΑΔ 642, Παπαχριστοδούλου ν. Χ" Νεοφύτου
(1991)1 ΑΑΔ 426, Κασιέρη κ.ά. ν. Κυριάκου
(1997)1 ΑΑΔ 1246 και Ξυπτερά, πιο πάνω). Όπως λέχθηκε στην Adamis, πιο πάνω, (σε μετάφραση από το αγγλικό κείμενο) "οι πράξεις του οδηγού ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με δίλημμα το οποίο παρουσιάζεται στο δρόμο, κρίνονται υπό το πρίσμα της αγωνιώδους κατάστασης στην οποία ανευρίσκει τον εαυτό του, και του γεγονότος ότι ένας οδηγός κάτω από τέτοια πίεση μπορεί να επιλέξει πορεία η οποία δεν είναι η πλέον ενδεδειγμένη υπό τις δεδομένες συνθήκες. Δεν έχει την άνεση ή τον αναγκαίο χρόνο να αξιολογήσει διαζευκτικές λύσεις που του προσφέρονται" (Βλ. και Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 ΑΑΔ 1110, 1115, 1116. Βλ. επίσης Georghiades, πιο πάνω, στη σελ. 602: "... η λήψη περαιτέρω ή διαφορετικών μέτρων αποφυγής της σύγκρουσης με πιθανά καλύτερα αποτελέσματα δεν πρέπει να εξετάζεται και να μελετάται αυστηρά και με μαθηματικό τρόπο εντός της ήρεμης ατμόσφαιρας της αίθουσας του Δικαστηρίου με απόντα τα στοιχεία του πανικού και της αγωνίας ..." ).» Τέλος, σύμφωνα με την Κωνσταντίνου κ.ά Κατσιαρδή
(2007)1 ΑΑΔ 1178: «Όταν οδηγός επιδεικνύει τη δέουσα επιμέλεια στην οδήγηση, και αντιμετωπίζει κίνδυνο τον οποίο δεν προκάλεσε ο ίδιος, οφείλει να λάβει μέτρα αποφυγής του. Ποία είναι τα ορθά και αναμενόμενα μέτρα είναι κάτι που κρίνεται ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κινδύνου που δημιουργήθηκε. Όταν ο κίνδυνος είναι απρόσμενος και ξαφνικός και δεν προσφέρονται περιθώρια χώρου και χρόνου, έστω δευτερολέπτου, δεν αναμένεται ο οδηγός να ασκήσει ήρεμη κρίση. Η αντίδραση του θα οφείλεται, κατά κύριο λόγο, μάλλον στη λειτουργία των αντανακλαστικών του. Σ΄ αυτή την αγωνιώδη προσπάθεια ο κάθε οδηγός μπορεί να αντιδράσει διαφορετικά. Δεν αναμένεται να κριθεί η ορθότητα της αντίδρασης του εκ των υστέρων με την άνεση χρόνου και σκέψης που διαθέτουν τρίτοι, οι οποίοι και σε μια τέτοια περίπτωση προβαίνουν σε άσκηση επί χάρτου.» Ευρήματα Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και υπαγωγή στα γεγονότα της υπόθεσης, καταλήγω στα εξής ευρήματα. Στις 30/3/2008, ο Εναγόμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΖΚ 239 στον δρόμο Αγίου Αμβροσίου-Βουνίου στη Λεμεσό Ο Εναγόμενος λόγω υπερβολικής ταχύτητας έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και χτύπησε σε παρακείμενο όχθο, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα η οποία ήταν συνεπιβάτιδα να τραυματιστεί σοβαρά και να υποστεί πόνο, ταλαιπωρία και ειδικές ζημιές. Ο Εναγόμενος υπήρξε αμελής έναντι της Ενάγουσας καθώς ως οδηγός του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΕΖΚ 239 δεν επέδειξε την δέουσα φροντίδα και προσοχή την οποία οφείλει να επιδεικνύει ένας μέσος οδηγός. Ας σημειωθεί ότι στην έκθεση υπεράσπισης του Εναγομένου και συγκεκριμένα στην παράγραφο 4 αυτής, γίνεται παραδοχή ότι ο Εναγόμενος έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, προβάλλοντας ακολούθως την υπεράσπιση του αναπόφευκτου δυστυχήματος. Η Ενάγουσα αναμφίβολα έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως αμέλεια του Εναγόμενου καθώς ο Εναγόμενος έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε λόγω ακριβώς της οδηγικής του συμπεριφοράς με αποτέλεσμα να κτυπήσει σε παρακείμενο όχθο και να στριφογυρίσει στο δρόμο. Η Ενάγουσα έχει αποσείσει από τους ώμους της το βάρος απόδειξης ότι ο Εναγόμενος ήταν αμελής και πλέον έχει μετατεθεί στους ώμους του Εναγόμενου το βάρος να αποδείξει την υπεράσπιση που προβάλλει, αυτή του αναπόφευκτου δυστυχήματος. Προβάλλει ότι εισήλθε στην πορεία του σκύλος, δημιουργώντας του δίλημμα και/ή αγωνία στιγμής και ο ίδιος στην προσπάθεια του να αποφύγει την σύγκρουση με τον σκύλο παρεξέκλινε της πορείας του και έχασε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε με συνεπιβάτιδα την Ενάγουσα. Η ειδική αναφορά σε «αναπόφευκτο δυστύχημα» δεν διαφοροποιεί τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται όταν αιτία της αγωγής είναι η αμέλεια. Υποδεικνύει όμως τα στοιχεία της μαρτυρίας που έχει την ευθύνη να προσκομίσει ο Εναγόμενος για να αποδείξει τον ισχυρισμό του για αναπόφευκτο δυστύχημα. Αυτός δε ο ισχυρισμός ουσιαστικά ισοδυναμεί με άρνηση για επίδειξη αμέλειας με την εισήγηση ότι δεν μπορούσε να αποφευχθεί το δυστύχημα με την επίδειξη της δέουσας επιμέλειας και προσοχής από τον μέσο οδηγό. Ανατρέχοντας στο Τεκμήριο 4 δημιουργούνται κάποια ερωτηματικά. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται στη 2η σελίδα της κατάθεσης του ότι αντιλήφθηκε αδέσποτο σκύλο να κατευθύνεται από την δεξιά πλευρά του δρόμου στην αριστερή πλευρά και στην προσπάθεια του να τον αποφύγει, έστριψε το τιμόνι του αυτοκινήτου αριστερά με αποτέλεσμα αυτό να πέσει στο αριστερό χαντάκι του δρόμου. Σε άλλο σημείο της κατάθεσης του αναφέρει ότι η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ήταν 65 χιλιόμετρα. Τα ερωτηματικά που εύλογα δημιουργούνται είναι τα εξής: 1) Από τη στιγμή που είδε τον σκύλο στα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του σημαίνει υπήρχε χρόνος να σταματήσει εάν όντως οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα. 2) Σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα της σκηνής, εκεί που τελειώνει η λωρίδα της πορείας που οδηγούσε ο Εναγόμενος υπάρχει παγκέττο πλάτους 1,80 μέτρα δίπλα από τον δρόμο. Υπήρχε επομένως χώρος και πάλι να στρίψει προς τα αριστερά, να σταματήσει και το αυτοκίνητο του και να αποφύγει την σύγκρουση. Αντ' αυτού όμως το όχημα του πετάχτηκε πάνω από το παρακείμενο αυλάκι, χτύπησε στον όχθο και ακολούθως επανήλθε στον δρόμο, στριφογυρίζοντας με την τελική του θέση να βλέπει στην αντίθετη πορεία. Τα πιο πάνω δείχνουν ότι ο Εναγόμενος και να προσπαθούσε όντως να αποφύγει σκύλο, δεν προέβηκε στον κατάλληλο χειρισμό του αυτοκινήτου του. 3) Δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης στο χώρο του δυστυχήματος, άρα ο Εναγόμενος δεν φαίνεται να προσπάθησε καν να σταματήσει το αυτοκίνητο. Αντανακλαστικά λειτουργώντας, ένας οδηγός όταν αντιληφθεί ένα κίνδυνο το πρώτο πράγμα που θα κάνει, είναι να χρησιμοποιήσει τα φρένα του αυτοκινήτου του προκειμένου να το σταματήσει. Δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από την πραγματική μαρτυρία η οποία αποτυπώθηκε στο τεκμήριο 1 και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δείχνει ότι δεν το έπραξε και ούτε ο ίδιος αναφέρει στην κατάθεση του ότι το έπραξε. 4) Εάν πράγματι υπήρχε σκύλος, κάτι το οποίο η Ενάγουσα δεν αποδέχεται, ο Εναγόμενος θα μπορούσε να αποφύγει το δυστύχημα και να προβεί σε όλες εκείνες τις ενέργειες για να αποφύγει το δυστύχημα αλλά δεν το πέτυχε και εν πάση περιπτώσει κάτι τέτοιο δεν φάνηκε ούτε μέσα από την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία αμέσως μετά το δυστύχημα. Η μαρτυρία του ΜΕ1 και το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος καθώς και οι μετρήσεις του, δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της αντεξέτασης. Επομένως, τα όσα το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος περιλαμβάνει, αποτελούν αναντίλεκτη μαρτυρία. Ο ΜΕ1 είναι εμπειρογνώμονας και η μαρτυρία του είχε σκοπό να διαφωτίσει το Δικαστήριο για να καταλήξει στα δικά του ευρήματα αναφορικά με τις συνθήκες που έγινε το επίδικο δυστύχημα συνυπολογίζοντας και ελέγχοντας και την ορθότητα της υπόλοιπης μαρτυρίας που έχει ενώπιον του. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Philippou v Odysseos
(1989)1 CLR 1 και Andreas Anastasiades v The Republic
(1977)2 CLR 97. Επομένως με βάση την πραγματική μαρτυρία και την μαρτυρία της Ενάγουσας η οποία ήταν και η μοναδική μάρτυρας που ήταν παρούσα κατά το χρόνο του δυστυχήματος, τα ερωτηματικά που γεννιούνται με βάση το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4, δεικνύουν ότι ο Εναγόμενος οδηγούσε με αμέλεια και έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του. Η Υπεράσπιση απέτυχε με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου να αποδείξει ότι το δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο ή ότι ο Εναγόμενος βρέθηκε σε δίλημμα και/ή αγωνία της στιγμής. Γενικές Αποζημιώσεις: Το θέμα των γενικών αποζημιώσεων για τις σωματικές βλάβες τις οποίες έχει υποστεί η Ενάγουσα έχει εξεταστεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η νομολογία που έχει δημιουργηθεί είναι πλούσια. Το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων του φυσικού πόνου, της ταλαιπωρίας, της απώλειας των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής που υπέστη ο Ενάγων σαν συνέπεια του τραυματισμού του. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Στόχος είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα. Όπως τονίζεται στην κλασσική, πλέον, πάνω στο ζήτημα απόφαση Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 CLR 789: «. To ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Συνεπώς, η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο μας, ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης.» Είναι σταθερή η τάση για ελευθεροποίηση των ποσών που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις η οποία καταλήγει σε αύξηση τους σε σύγκριση με εκείνο που θεωρείτο το μέτρο στο παρελθόν έτσι που να τοποθετείται μεγαλύτερη αξία στον ανθρώπινο πόνο και τις αγωνίες της ανικανότητας. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικότητες, όπως μπορούν να εξακριβωθούν, με γνώμονα και την αγοραστική αξία του χρήματος κατά το χρόνο της επιδίκασης των αποζημιώσεων ως αυτοτελή παράγοντα αλλά και ως συγκριτικό όταν ανατρέχουμε σε υποθέσεις του παρελθόντος στο βαθμό που αυτές σε περιπτώσεις αυτής της φύσεως θα μπορούσε να είναι βοηθητικές. Τελικά, σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του θύματος του αστικού αδικήματος στη θέση στην οποία εύλογα θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα βρισκόταν εάν δεν τραυματιζόταν. Αυτή είναι η βασική αρχή η οποία διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων στο δίκαιο των αστικών αδικημάτων υπό τον όρο πάντα ότι η ζημιά η οποία αποδίδεται είναι εύλογη μεταξύ τους. Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος. Στην υπόθεση Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Καραολή
(1998)1 ΑΑΔ 445, επισημαίνεται ότι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με αποζημιώσεις μόνο ενδεικτική σημασία μπορούν να έχουν γιατί κάθε ειδική περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης. Να σημειώσουμε, τέλος, ότι είναι ταυτόχρονα νομολογημένο ότι η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση. Μελέτησα με προσοχή τα στοιχεία αριθμού υποθέσεων στις οποίες καθορίστηκαν ποσά γενικών αποζημιώσεων για παρόμοιους τραυματισμούς και τα σύγκρινα με αυτά της υπό κρίση περίπτωσης. Άντλησα καθοδήγηση από αριθμό αποφάσεων στις οποίες υπάρχει αναλογία με τη συγκεκριμένη υπόθεση, στην έκταση των κακώσεων και στα επακόλουθα, προβαίνοντας, βέβαια, στις αναγκαίες προσαρμογές και λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε υπόθεση έχει τις ιδιαιτερότητες της και ότι είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία. Στην Ευριπίδης Συκοπετρίτης Λτδ ν Λάμπρου Αθηνάκη, Πολιτική Έφεση 11657 ημερομηνίας 21/6/2005, ο ενάγων ηλικίας 62 ετών είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα μεσότητας δεξιάς κλείδας και αιμάτωμα, διάστρεμμα αριστερού ώμου, το κάταγμα της κλείδας επουλώθηκε μετά πάροδο 4 μηνών περίπου και παρέμειναν μόνιμα ενοχλήματα μεταξύ άλλων πόνο. Επιδικάσθηκαν γενικές αποζημιώσεις ΛΚ. 15.000 οι οποίες επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Σημειώνω ότι η ρηθείσα απόφαση εκδόθηκε το 2005 ήτοι δηλαδή πριν 12 χρόνια και η τάση πλέον της νομολογία είναι η αύξηση των γενικών αποζημιώσεων ενώ η αγοραστική αξία του χρήματος από το 2005 μέχρι σήμερα έχει μειωθεί με αποτέλεσμα να επιβάλλεται η αύξηση των γενικών αποζημιώσεων. Στην Τιμόθεος Αντωνίου ν Νίκου Νικολάου, Πολιτική Έφεση 12179, ημερομηνίας 11/2/2008, άντρας ηλικίας 49 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος και 53 ετών κατά το χρόνο της ακρόασης, είχε υποστεί μεταξύ άλλων κάταγμα της εγκάρσιας απόφυσης του τρίτου αυχενικού σπονδύλου. Επιδικάσθηκαν γενικές αποζημιώσεις πρωτοδίκως Λ.Κ. 15.000 (€25.629) οι οποίες κατ' έφεση κρίθηκαν ανεπαρκείς και αυξήθηκαν στις £25.000 (€42.715,04). Σημειώνω ότι στην εν λόγω υπόθεση ασφαλώς και τα τραύματα του εφεσείοντα ήταν πιο σοβαρά και πιο πολλαπλά από της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή, όμως συμπεριλαμβάνεται κάταγμα της εγκάρσιας απόφυσης, κάταγμα το οποίο έχει υποστεί και η Ενάγουσα. Ταυτόχρονα υπογραμμίζω ότι η ρηθείσα απόφαση εκδόθηκε το 2008, δηλαδή πριν 9 και πλέον χρόνια. Οι σωματικές βλάβες τις οποίες έχει υποστεί η Ενάγουσα εξαιτίας της αμέλειας που έχει επιδείξει ο Εναγόμενος έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με τα τεκμήρια 6 και 7 τα οποία είναι τα ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία έχουν εκδοθεί από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου νοσηλεύτηκε η Ενάγουσα και το περιεχόμενο τους έχει καταστεί παραδεκτό γεγονός. Από αυτά προκύπτει ότι η Ενάγουσα έχει υποστεί: α) Θλαστικό τραύμα δεξιάς βρεγματικής χώρας και εκδορές τριβής στην αριστερά άκρα χειρός. β) Συντριπτικό κάταγμα αριστερής κλείδας και αιμοθώρακας αριστερού πνεύμονα. Κάταγμα οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης και κλείδας. Έγινε ανάρτηση ώμων και κλινοστατισμός. γ) Κάταγμα αριστερών πλευρών (4η και 11η). δ) Κάταγμα εγκάρσιας απόφυσης Ο1 οσφυϊκού σπονδύλου. ε) Ανάρτηση ώμου για την κλείδα και για την οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης κλινοστατισμός έως την υποχώρηση οξέος πόνου. στ) Επίδεση της αριστερή κλείδας και ανάρτηση του αριστερού άνω άκρου. ζ) Τοποθέτηση σωλήνα θωρακικής παροχέτευσης. η) Παραμονή στην χειρουργική κλινική του νοσοκομείου από την 30/3/2008 μέχρι και την 16/04/2008. Η Ενάγουσα στη μαρτυρία της ανέφερε ότι μέχρι σήμερα υποφέρει, τόνισε τον τεράστιο πόνο και την ταλαιπωρία που έχει υποστεί και ότι έκανε ένα με ενάμιση χρόνο να συνέλθει. Περαιτέρω ανέφερε ότι μέχρι σήμερα υποφέρει από τα εν λόγω χτυπήματα και αναγκάστηκε να προσλάβει οικιακή βοηθό για να την βοηθά στην καθημερινότητα της. ΤΟΚΟΣ Ο νόμιμος τόκος μέχρι τη σχετικά πρόσφατη τροποποίηση του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, ήταν 8%. Με τον τροποποιητικό Νόμο 81(I)/08 ο νόμιμος τόκος μειώθηκε σε 5,5% από 15.10.2008. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο τροποποιητικός Νόμος 82(I)/08 στο Άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Στη βάση του Άρθρου 58(α) του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ΚΕΦ.148, όπως τροποποιήθηκε προβλέπεται η επιδίκαση του τόκου επί ολοκλήρου ή μέρους των επιδικασθεισών αποζημιώσεων για ολόκληρη ή μέρος την περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος και της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης, εκτός αν το Δικαστήριο «. είναι ικανοποιημένο ότι συντρέχουν ειδικοί περί του αντιθέτου λόγοι .». Το θέμα του καθορισμού του τόκου εμπίπτει εντός των πλαισίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Εκτενής ανάλυση του θέματος με ειδική αναφορά στην αγγλική νομολογία έγινε στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475. Στην πιο πάνω υπόθεση τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ένας παράγοντας που δεν μπορεί να παραγνωριστεί είναι ο τρόπος με τον οποίο προωθείται η αγωγή προς εκδίκαση αφού μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της μπορεί να έχει ως επακόλουθο τον περιορισμό της χρονικής έκτασης καθορισμού του τόκου. Στην υπόθεση Καμπούρης ν. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 (Β) ΑΔΔ 1246. Στην υπόθεση αυτή ο τόκος επιδικάστηκε από την ημερομηνία καταχώρισης της Τροποποιημένης ΄Εκθεσης Απαίτησης λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην προώθηση της Αγωγής. Από την άλλη, καθυστέρηση δύο και πλέον ετών στην καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης κρίθηκε ως δικαιολογημένη λόγω της έκτασης και πολλαπλότητας των τραυμάτων του Ενάγοντα. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Θεοφάνους ν. Κουρουκλά
(2006)1(Α)ΑΑΔ 528 όπου ο τόκος επιδικάστηκε από τη μέρα έγερσης του αγώγιμου δικαιώματος, Ευαγγέλου ν. Δημητρίου
(2008)1Α.Α.Δ.248 και Αζόφ ν. Προδρόμου κ.ά.
(2006)1(Α)ΑΑΔ
- Σε σχέση με τις ειδικές αποζημιώσεις το θέμα τέθηκε ως εξής από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ι. Κωνσταντινίδη στη Φοινικαρίδης (πιο πάνω) στις σελίδες 494-495: «Το ύψος των ειδικών ζημιών είναι γνωστό κατά το χρόνο της δίκης και ως θέμα αρχής, το ορθό θα ήταν να επιδικάζεται τόκος από την ημερομηνία κατά την οποία ο Ενάγων είχε υποστεί την κάθε ζημιά. Όμως αυτό θα συνεπαγόταν πολυδιάσπαση των ποσών και ενασχόληση με πολλές αριθμητικές πράξεις συνήθως με αντικείμενο μικρά ποσά κάθε φορά. ..................................... Έτσι ευνοήθηκε η προσέγγιση του θέματος πάνω σε γενικές γραμμές και προκρίθηκε ως δίκαιη η επιδίκαση τόκου πάνω στο συνολικό ποσό των ειδικών αποζημιώσεων που επιδικάζονται από την ημέρα της γέννησης του αγώγιμου δικαιώματος ως τη δίκη, μειωμένου όμως κατά το μισό ώστε να αντισταθμιστεί το γεγονός ότι δεν προκύπτει όλη η ζημιά από την αρχή. Τονίζεται πως αυτό μόνο σε συνηθισμένες περιπτώσεις. Δεν αποκλείεται διαφορετική προσέγγιση όταν τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης το δικαιολογούν.» Στην υπόθεση Φοινικαρίδης (ανωτέρω) σε σχέση με τις γενικές αποζημιώσεις ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ι. Κωνσταντινίδης, δίδοντας καθοδήγηση σε σχέση με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας που έχει το Δικαστήριο, ανέφερε στις σελίδες 495-496 τα εξής σχετικά: «Αποζημιώσεις για πόνο, ταλαιπωρία και απώλεια απολαύσεων ζωής Ο τραυματισμός δεν προκαλεί διά μιας τον πόνο, την ταλαιπωρία και τα υπόλοιπα για τα οποία τελικά αποζημιώνεται ο ενάγων. Κατά τον υπολογισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων, το οποίο ως εκ της φύσης του είναι αδιαίρετο, συνυπολογίζονται όχι μόνο όσα υπέστη ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από τον τραυματισμό του ως τη δίκη, αλλά, συνήθως, και όσα θα υποφέρει ή θα στερηθεί στο μέλλον. Με αυτά τα βασικά υπόψη, υιοθετήθηκε η μέθοδος της επιδίκασης τόκου πάνω στο συνολικό ποσό των γενικών αποζημιώσεων από την ημέρα κατά την οποία ο Εναγόμενος θα έπρεπε να είχε πληρώσει την αποζημίωση αλλά δεν το έκαμε, δεδομένου ότι είναι μόνο από την ημέρα εκείνη που μπορεί να λεχθεί ότι ο ενάγων στερήθηκε τα χρήματα αυτά. Όπως σημειώνεται στην απόφαση ο χρόνος αυτός θα μπορούσε σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι η ημέρα αποστολής επιστολής πριν από την αγωγή ή το αργότερο ή ημέρα κατά την οποία επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Γίνεται ακόμα αναφορά στην ημέρα κατά την οποία καταχωρίστηκε η αγωγή εφόσο και εκείνη την ημερομηνία θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο Ενάγοντας στερήθηκε το ποσό της αποζημίωσης. Για σκοπούς γενίκευσης του τρόπου της προσέγγισης θεωρήθηκε πως το ορθό θα ήταν να επιδικάζεται, στην περίπτωση των γενικών αποζημιώσεων, τόκος από την ημερομηνία της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος προκειμένου να έχουν κίνητρο και οι δικηγόροι των εναγόντων να καταχωρούν και να επιδίδουν το κλητήριο ένταλμα χωρίς καθυστέρηση. Τονίζεται πως τα πιο πάνω, ως καθοδήγηση σε σχέση με τρόπο άσκησης διακριτικής εξουσίας, όπως συμβαίνει σε όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις, δεν αποτελούν ούτε κανόνα δικαίου ούτε κανόνα πρακτικής έτσι που να αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο. Η ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων που δεν θα κατάτασσαν μια υπόθεση στην κατηγορία των συνηθισμένων υποθέσεων του είδους, μπορούν να ληφθούν υπόψη και ενδεχομένως να οδηγήσουν σε κάποια διαφορετική προσέγγιση. Συναφώς, σημειώνουμε πως σ' όλες τις περιπτώσεις είναι δυνατό να διαδραματίσει ρόλο ο τρόπος με το οποίο προωθήθηκε η αγωγή προς εκδίκαση. Στις περιπτώσεις που παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής θα ήταν λανθασμένο να επιδικάζεται τόκος χωρίς να ληφθεί υπόψη η καθυστέρηση αυτή. Για όσο χρόνο διαρκεί η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ο ενάγων στερείται τα χρήματα στα οποία δικαιούται από δικό του σφάλμα.» Το προαναφερθέν Άρθρο 58(α) του ΚΕΦ.148 σχετικά με την επιδίκαση συγκεκριμένου επιτοκίου στις περιπτώσεις αγωγών για σωματικές βλάβες, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Novichkova Daria (ανωτέρω), εμπεριέχει ως λογικό και νομικό υπόβαθρο την καταβολή τόκου επί των χρημάτων που ο παθών θα έπαιρνε εάν ο αδικοπραγών Εναγόμενος κατέβαλλε έγκαιρα και χωρίς την ανάγκη εκδίκασης της αγωγής, το αξιούμενο ποσό χρημάτων ή έστω αποδεχόταν σε σύντομο χρόνο την καταβολή εύλογης αποζημίωσης. Στην παρούσα υπόθεση το αγώγιμο δικαίωμα δημιουργήθηκε στις 30/3/2008 και ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα κατεχωρήθη στις 2/3/2010 δηλαδή περίπου δύο χρόνια μετά τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος. Σ' ό,τι αφορά το θέμα του τόκου για τις γενικές αποζημιώσεις λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, θεωρώ ορθό να επιδικάσω νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρησης του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος εφόσον, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, μεσολάβησαν γύρω στα δύο χρόνια περίπου από της γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος μέχρι της καταχώρησης του Κλητηρίου Εντάλματος και ενώ η κατάσταση της υγείας της Ενάγουσας φαίνεται να είχε ήδη αποκρυσταλλωθεί αρκετά ενωρίτερα λαμβάνοντας υπόψη τις ημερομηνίες των ιατρικών πιστοποιητικών που είχαν εκδοθεί για την περίπτωση της από τους ιατρούς που την παρακολούθησαν. Σ' ό,τι αφορά τις ειδικές ζημιές θεωρώ ορθό να επιδικάσω τόκο επίσης από 2/3/2010 με βάση τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως όλων των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για τα ακόλουθα ποσά: (Α) Ποσό €30.000 υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων με τόκο από την ημέρα καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης, ήτοι την 2.3.
- (Β) Ποσό €595.68 πλέον τόκο από την ημέρα καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης, ήτοι την 2.3.
- Τέλος, τα έξοδα της παρούσας αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου. (Υπ.) ................ Π. Παπαπέτρου Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΓΚ Subject: Civil/Other actions/Final Αναφορά: distixima cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο