Xριστόδουλου Νικολαϊδη ν. Bank of Cyprus Public Company Ltd, Αρ. Αγωγής: 4085/09, 31/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A159 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4085/09 ΜΕΤΑΞΥ: Xριστόδουλου Νικολαϊδη, εκ Λεμεσού, Ενάγοντος Και Τράπεζας Κύπρου Λτδ, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15/3/2012: ΜΕΤΑΞΥ: Xριστόδουλου Νικολαϊδη, εκ Λεμεσού, Ενάγοντος Και Bank of Cyprus Public Company Ltd, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Ημερομηνία: 31 Μαΐου, 2017 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Ν. Χρ. Νικολαϊδης Για τους Εναγόμενους: κα Θ. Καουτζάνη για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση η κα Στυλιανού) ΑΠΟΦΑΣΗ Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η απαίτηση του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων, ως αυτή αξιώνεται στην παράγραφο 15 (α) - (ζ) της Έκθεσης Απαίτησης του, βασίζεται σε κατ' ισχυρισμόν παράβαση συμφωνίας από τους Εναγομένους, να τηρήσουν τα όσα προέβλεπαν οι όροι της συμφωνίας, για άνοιγμα λογαριασμού ταμιευτηρίου και συγκεκριμένα η κατ' ισχυρισμό παράβαση του όρου της συμφωνίας μεταξύ των μερών βάσει του οποίου - εξ' όσων εμμέσως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα - θα είχε δικαίωμα ο τελευταίος να αποσύρει χρήματα από τον λογαριασμό του από οποιοδήποτε παράρτημα και/ή υποκατάστημα των Εναγομένων στην Ελλάδα. Επίσης, ο Ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις από τους Εναγομένους, λόγω ισχυριζόμενου άδικου πλουτισμού και/ή τιμωρητικές και/ή γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις λόγω κατ' ισχυρισμό παράβασης συμφωνίας. Με βάση τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, ως αυτοί περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησής του, κατά ή περί τον Νοέμβριο του 1994, είχε αποταθεί σε παράρτημα των Εναγομένων στη Λεμεσό, για άνοιγμα λογαριασμού και συμφωνήθηκε γραπτά και/ή προφορικά μεταξύ των μερών, όπως ανοιχθεί ο Λογαριασμός Ταμιευτηρίου με αριθμό 0331-00-010248-00 και η συμφωνία ανοίγματος του εν λόγω λογαριασμού - συμπεριελάμβανε μεταξύ άλλων, το δικαίωμα του Ενάγοντα να καταθέτει και να αποσύρει χρήματα από τον εν λόγω λογαριασμό από οποιοδήποτε παράρτημα των Εναγομένων τόσο στο εσωτερικό (δηλαδή Κύπρο) όσο και στο εξωτερικό (δηλαδή στην Ελλάδα) και ή στην Καβάλα. Σύμφωνα δε με το περιεχόμενο της Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα, ο Ενάγοντας είχε μεταβεί κατά ή περί την 12.2.2008 σε υποκατάστημα των Εναγομένων στην Λεμεσό και κατέθεσε το ποσό των €
- Ακολούθως, τον Ιούνιο του 2008, ο Ενάγοντας αναφέρει ότι είχε ταξιδέψει στην Καβάλα, στην Ελλάδα για διακοπές, πόλη στην οποία οι Εναγόμενοι διατηρούσαν υποκατάστημα και είχε ζητήσει σε υποκατάστημα των Εναγομένων να γίνει ανάληψη και απόσυρση χρημάτων από τον προαναφερθέν τραπεζιτικό λογαριασμό του. Ο υπάλληλος όμως που τον είχε εξυπηρετήσει, ως οι ισχυρισμοί του, του ανέφερε ότι η αιτούμενη ανάληψη δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί, καθότι ο λογαριασμός του φαινόταν ως αδρανοποιημένος. Περαιτέρω δε ο Ενάγοντας ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης του, ότι το προσωπικό του υποκαταστήματος των Εναγομένων στην Καβάλα, είχε αμελήσει να τον εξυπηρετήσει για να προβεί στην ανάληψη των χρημάτων που ζητούσε με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο ίδιος να υποστεί ζημιά και/ή ταλαιπωρία και οι διακοπές του να καταστραφούν. Ακολούθως, και πάλι βάσει των ισχυρισμών του Ενάγοντα, όταν τον Ιούνιο και/ή Ιούλιο του 2008 είχε μεταβεί σε υποκατάστημα των Εναγομένων στην Λεμεσό, το προσωπικό των Εναγομένων είχε κατ' ισχυρισμό αποδεχθεί την παράβαση της μεταξύ των μερών συμφωνίας, αλλά αρνήθηκε την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης προς αυτόν. Περαιτέρω, με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, λόγω της παράβασης της μεταξύ των μερών προφορικής και/ή γραπτής συμφωνίας, ο Ενάγοντας στερήθηκε την χρήση των χρημάτων του σε μια ξένη χώρα, υπέστη ζημιά, καθότι δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει τα ταξίδια που σκόπευε σε γειτονικές χώρες προς την Ελλάδα και δεν κατέστη ακόμη δυνατή η αγορά αγαθών από την Ελλάδα και/ή τις γειτονικές χώρες. Υπεράσπιση Εναγομένων Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους, αρνούνται πλείστους τους σχυρισμούς του Ενάγοντα και ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την παρούσα αγωγή. Αναφορικά με τα γεγονότα που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο αναφερόμενος λογαριασμός είχε ανοιχθεί στο όνομα του Ενάγοντα στις 4.11.
- Ο Ενάγοντας είχε δικαίωμα να καταθέτει και να αποσύρει χρήματα από τον εν λόγω λογαριασμό και από οποιοδήποτε κατάστημα των Εναγομένων στην Κύπρο. Αρνούνται όμως τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ότι βάσει των όρων ανοίγματος του εν λόγω Λογαριασμού είχε δικαίωμα ο Ενάγων να καταθέτει και να αποσύρει χρήματα από τον εν λόγω λογαριασμό και από οιονδήποτε κατάστημα των Εναγομένων στο εξωτερικό συμπεριλαμβανομένων και των καταστημάτων στην Ελλάδα. Είναι δε η θέση των Εναγομένων ότι το δικαίωμα κατάθεσης και ανάληψης μετρητών από κατόχους τέτοιων λογαριασμών από καταστήματα της Τράπεζας εκτός Κύπρου τέθηκε σε εφαρμογή κατά ή περί την 25.1.2008, δηλαδή 14 χρόνια μετά το άνοιγμα του λογαριασμού ταμιευτηρίου του Ενάγοντα. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι κατά ή περί την 12.2.2008 ο Ενάγοντας είχε καταθέσει ποσό εκ €5000 στον εν λόγω λογαριασμό του και ότι όταν είχε επισκεφθεί υποκατάστημα των Εναγομένων στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 2008, τον είχαν ενημερώσει ότι η ανάληψη μετρητών που επιζητούσε δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί την ίδια ημέρα, λόγω του ότι ο λογαριασμός του ήταν αδρανοποιημένος. Επίσης, οι Εναγόμενοι αρνούνται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ότι είχαν αρνηθεί και/ή παρέλειψαν να τον εξυπηρετήσουν στην Ελλάδα και ισχυρίζονται ότι ήταν ο ίδιος ο Ενάγοντας που είχε αρνηθεί την προσφορά του υπαλλήλου του καταστήματος των Εναγομένων στην Καβάλα να προβεί σε επικοινωνία με το υποκατάστημα των Εναγομένων στην Κύπρο για σκοπούς ενεργοποίησης του λογαριασμού του Ενάγοντα και κατ΄ επέκταση ικανοποίησης του αιτήματός του. Επιπρόσθετα, οι Εναγόμενοι απορρίπτουν κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι παραβίασαν την συμφωνία ανοίγματος του επίδικου λογαριασμού ημερ. 4.11.1994 και/ή την οποιαδήποτε συμφωνία είχαν με τον Ενάγοντα και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η οιαδήποτε απαίτηση έχει ο Ενάγοντας εναντίον τους και δεν είχαν και/ή έχουν οιαδήποτε υποχρέωση να τον αποζημιώσουν. Αιτούνται δε από το Δικαστήριο την απόρριψη της παρούσας αγωγής. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση των Εναγομένων, ο Ενάγοντας στην ουσία επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του, ως αυτοί εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης του και αρνείται τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγομένων. Η πλευρά του Ενάγοντα για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε ως μάρτυρα τον Ενάγοντα Χριστόδουλο Νικολαϊδη (ΜΕ1). Οι Εναγόμενοι προώθησαν την Υπεράσπιση τους στην απαίτηση του Ενάγοντα με την κλήση τριών μαρτύρων υπεράσπισης, του ΜΥ1, κ. Γιώργου Ρωσταντή, του ΜΥ2 κ. Κωνσταντίνου Μηλιώτη και ΜΥ3 κ. Μιχάλη Μιχαήλ. Η μαρτυρία αυτή δόθηκε για την αντίκρουση των ισχυρισμών του Ενάγοντα περί της ισχυριζόμενης παράβασης συμφωνίας, θέσεις και/ή ισχυρισμοί που ξεκάθαρα αποδεικνύουν την απουσία οιασδήποτε ευθύνης των Εναγομένων για τις αιτούμενες αξιώσεις του Ενάγοντα εναντίον τους. Κατατέθηκαν δε 12 τεκμήρια κατά τη διάρκεια της προσαχθείσας μαρτυρίας. Μαρτυρία Ενάγοντα Ως πρώτος και μοναδικός μάρτυρας της πλευράς του Ενάγοντα, κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας Χριστόδουλος Νικολαϊδης (ΜΕ1). Η μαρτυρία του ΜΕ1 δόθηκε με την κατάθεση γραπτής δήλωσης (Τεκμήριο 1) η οποία στην ουσία αποτελεί επανάληψη της Έκθεσης Απαίτησης. Κατατέθηκαν δε μέσω αυτού, τα τεκμήρια 2 μέχρι
- Κατά την κυρίως εξέταση του, ο ΜΕ1 επανέλαβε σχεδόν όλο το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης μέσω της γραπτής του δήλωσης (τεκμήριο 1). Ήταν η θέση του ότι κατά την 12.2.2008 είχε καταθέσει το ποσό των €5000 στον λογαριασμό ταμιευτηρίου που διατηρούσε στους Εναγομένους, καταθέτοντας παράλληλα το αντίγραφο της εν λόγω κατάθεσης ως τεκμήριο
- Ακολούθως, κατέθεσε απόκομμα εφημερίδας στην οποία αναφέρεται ότι οι κάτοχοι λογαριασμού της Τράπεζας Κύπρου στην Κύπρο θα μπορούσαν να αποσύρουν χρήματα από τα υποκαταστήματα της Τράπεζας Κύπρου και στην Ελλάδα (Τεκμήριο 3). Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι τον Ιούνιο του 2008 είχε ταξιδέψει στην Καβάλα και είχε ζητήσει την απόσυρση των χρημάτων από τον επίδικο τραπεζικό του λογαριασμό. Τον είχαν πληροφορήσει δε από το εν λόγω κατάστημα, ότι η αιτούμενη ανάληψη χρημάτων δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί καθότι ο λογαριασμός του παρουσιαζόταν ως αδρανοποιημένος. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι το προσωπικό της τράπεζας στην Ελλάδα είχε αρνηθεί να επικοινωνήσει με την Τράπεζα Κύπρου στην Κύπρο και ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο αρνήθηκαν ήταν επειδή ο λογαριασμός του θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί μόνο όταν επέστρεφε στην Κύπρο. Αποτέλεσμα δε της εν λόγω συμπεριφοράς ήταν ο ίδιος να υποστεί ζημιά και/ή ταλαιπωρία, διότι καταστράφηκαν οι διακοπές του και δεν μπορούσε να ταξιδέψει σε γειτονικές προς την Ελλάδα χώρες. Κατά την επιστροφή του στην Κύπρο ο ίδιος είχε μεταβεί στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην Λεμεσό όπου είχε πραγματοποιήσει την προηγούμενη κατάθεση ζητώντας αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη παράβαση συμφωνίας και ανέφερε ότι το προσωπικό του εν λόγω καταστήματος παραδέχτηκε την παράβαση της συμφωνίας (είτε γραπτής συμφωνίας ή και προφορικής) αλλά αρνήθηκε την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης προς αυτόν και /ή την κάλυψη οποιωνδήποτε εξόδων του. Παρουσίασε δε τέλος επιστολή ημερ. 20.8.2008 που είχε στείλει ο δικηγόρος του προς τους Εναγόμενους (Τεκμήριο 6) με την οποία ζητούσε αποζημιώσεις για την όλη συμπεριφορά της Τράπεζας. Ο Ενάγοντας επανέλαβε και πάλι προφορικά τις αιτούμενες αξιώσεις του εναντίον των Εναγομένων, δηλαδή ότι υπέστη ζημιά, επειδή δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει ταξίδια σε γειτονικές χώρες προς την Ελλάδα και ότι δεν κατέστη δυνατή η αγορά αγαθών από την Ελλάδα και/ή τις γειτονικές χώρες το
- Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε από την δικηγόρο των Εναγομένων, κα Καουτζάνη και παραδέχθηκε ότι κατόπιν αιτήματος του το 1994 για το άνοιγμα του συγκεκριμένου επίδικου λογαριασμού ταμιευτηρίου του, είχε εκδοθεί από την τράπεζα/Εναγομένους το σχετικό βιβλιάριο ταμιευτηρίου. Σύμφωνα με τους όρους συμφωνίας του εν λόγω λογαριασμού, με την παρουσίαση του βιβλιαρίου ταμιευτηρίου είχε δικαίωμα ο Ενάγοντας να καταθέτει και να αποσύρει χρήματα από τον εν λόγω λογαριασμό από οποιοδήποτε κατάστημα των Εναγομένων στην Κύπρο. Παραδέχθηκε επίσης ο μάρτυρας ότι η κατάθεση και ανάληψη χρημάτων από κατόχους λογαριασμών των Εναγομένων από υποκαταστήματα της Τράπεζας εκτός Κύπρου τέθηκε σε εφαρμογή τον Ιανουάριο του 2008, δηλαδή πολύ μετά το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού του ταμιευτηρίου του. Ο ΜΕ1 επέμενε ότι όταν είχε μεταβεί σε υποκατάστημα των Εναγομένων στην Καβάλα ο υπάλληλος που τον εξυπηρέτησε, παρά το ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας του το είχε ζητήσει, του είχε αναφέρει ότι δεν μπορούσε ο ίδιος ο υπάλληλος να επικοινωνήσει με την Κύπρο για να ενεργοποιηθεί ο λογαριασμός του. Όταν στη συνέχεια υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι εάν υπήρχε επικοινωνία με την Κύπρο, την επόμενη μέρα ακριβώς θα μπορούσε να αποσύρει όσα χρήματα ήθελε από τον λογαριασμό του, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν είχε εκείνος την υποχρέωση να επικοινωνήσει με την Κύπρο. Επέμενε ότι είχε μόνο €500 μαζί του και η τράπεζα/Εναγόμενοι του στέρησαν το δικαίωμα του να πάει σε άλλη χώρα και περιορίστηκε στην Ελλάδα. Αρνήθηκε ότι ανέφερε στον υπάλληλο της Τράπεζας ότι τα χρήματα δεν του ήταν απαραίτητα και ότι το μόνο που ήθελε ήταν απλά να διαπιστώσει πως εκτελείτο η συγκεκριμένη διαδικασία ανάληψης από το εξωτερικό. Όταν δε του υποβλήθηκε ότι η οποιαδήποτε ζημιά έχει υποστεί προκλήθηκε από δική του υπαιτιότητα και λόγω της άρνησης του να δώσει εξουσιοδότηση και/ή οδηγίες να ενεργοποιηθεί ο λογαριασμός του, ήταν η θέση του ότι η Τράπεζα παραβίασε τα δικαιώματα του, του στέρησαν τις διακοπές του και ότι οφείλουν να τον αποζημιώσουν. Η πλευρά των Εναγομένων κάλεσε όπως ανέφερα προηγουμένως τρεις μάρτυρες. Μαρτυρία Υπεράσπισης Ο ΜΥ1 κ. Γιώργος Ρωσταντής, είναι ο διευθυντής της υπηρεσίας Ελέγχου Καταστημάτων και Διερεύνησης Ειδικών Υποθέσεων της Τράπεζας Κύπρου. Ο ίδιος λόγω της θέσης και των καθηκόντων του, έλαβε γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, ανέφερε ότι κατόπιν εξέτασης των δεδομένων της υπόθεσης αυτής και του ελέγχου της κίνησης του Λογαριασμού Ταμιευτηρίου του πελάτη/Ενάγοντα, ως φαίνεται από τα αρχεία της Τράπεζας, διαπίστωσε ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός, κατά τον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα από τον Ιούνιο του 2006 ήταν αδρανοποιημένος καθότι δεν παρουσίασε καμιά κίνηση για περίοδο τριών χρόνων, δηλαδή από τις 25.6.
- Αναφερόμενος στο τεκμήριο 2 που κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας, εξήγησε στο Δικαστήριο ότι από την ανάγνωση και μόνο του εν λόγω τεκμηρίου, στο οποίο υπάρχει εκτυπωμένη ηλεκτρονικά η πλήρης κίνηση του λογαριασμού, επιβεβαιώνεται ότι ο λογαριασμός αυτός για περίοδο πέραν των τριών χρόνων παρέμεινε αδρανής, δηλαδή χωρίς καταθέσεις ή αναλήψεις με εξαίρεση μόνο τους τόκους. Ο μάρτυρας επεξήγησε στο Δικαστήριο την διαδικασία σύμφωνα με την οποία ένας λογαριασμός ταμιευτηρίου, το 2008, βάσει της σχετικής Οργανωτικής Εγκυκλίου της Τράπεζας, εντασσόταν στην κατηγορία των αδρανοποιημένων λογαριασμών καταθέτοντας τη σχετική εγκύκλιο της Τράπεζας (τεκμήριο 10) που αφορά τους αδρανείς λογαριασμούς. Ακολούθως ο μάρτυρας έκανε αναφορά στη διαδικασία που ακολουθείτο για την ενεργοποίηση ενός αδρανοποιημένου λογαριασμού στην Κύπρο και ακολούθως αναφέρθηκε στην διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί για την ενεργοποίηση ενός αδρανή λογαριασμού της Κύπρου, στην Ελλάδα. Όπως ανέφερε ο ΜΥ1, όταν ένας πελάτης παρουσιαζόταν σε οποιοδήποτε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην Ελλάδα, τότε ο ταμίας του καταστήματος μαζί με και/ή μέσω αρμόδιου υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου στην Ελλάδα αναλάμβανε κατόπιν απαίτησης του πελάτη, να επικοινωνήσει με το κατάστημα, όπου τηρείτο ο λογαριασμός του στην Κύπρο. Αφού ο ταμίας ή ο αρμόδιος υπάλληλος, βοηθούσε στην επιβεβαίωση των στοιχείων του πελάτη, ο αρμόδιος αξιωματούχος στην Κύπρο μπορούσε να εξουσιοδοτήσει την μετατροπή του αδρανοποιημένου λογαριασμού σε ενεργό, την επόμενη ημέρα και έτσι ο πελάτης μπορούσε να προβεί στην ανάληψη του ποσού που επιθυμούσε από το λογαριασμό του. Στη συνέχεια, ο μάρτυρας επεξήγησε με κάθε λεπτομέρεια για ποιον λόγο καθιερώθηκε η διαδικασία κατηγοριοποίησης των λογαριασμών σε αδρανείς, επεξηγώντας ότι αυτή η διαδικασία προέκυψε μέσα από την ανάγκη διαχείρισης κινδύνου και στα πλαίσια της πολιτικής για πρόληψη απάτης (Anti-Fraud Policy). Όπως ανέφερε ο μάρτυρας, λογαριασμοί οι οποίοι παραμένουν ακίνητοι για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα έχουν αυξημένο κίνδυνο να χρησιμοποιηθούν για την απόκρυψη αντικανονικών πράξεων που ενδεχομένως κάποιος χρήστης να διαπράξει. Για την αντιμετώπιση του κινδύνου αυτού, διασφαλίζεται μέσω της πιο πάνω διαδικασίας και συγκεκριμένα μέσω της ταυτοποίησης, ότι αναλήψεις ή χρεώσεις τέτοιων λογαριασμών γίνονται μόνο από τον πραγματικό δικαιούχο. Πρόσθετα, άλλη ασφαλιστική δικλείδα είναι η πλήρης εφαρμογή της αρχής των τεσσάρων ματιών (four eyes principle), δηλαδή εκτός από το χρήστη που ενεργοποιεί ένα αδρανή λογαριασμό εξουσιοδοτείται και ο αρμόδιος υπεύθυνος, ο οποίος επιβεβαιώνει ουσιαστικά την ορθότητα της εφαρμογής της διαδικασίας. Περαιτέρω ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο Ενάγοντας είχε δικαίωμα και από μόνος του, για σκοπούς ενεργοποίησης του λογαριασμού του, να επικοινωνήσει με το κατάστημα που τον εξυπηρετούσε στην Κύπρο, στην παρουσία του υπαλλήλου της Τράπεζας στην Ελλάδα και να ζητήσει να ενεργοποιηθεί ο λογαριασμός του. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι μόλις η Υπηρεσία του είχε λάβει γνώση του επίδικου συμβάντος, είχαν προβεί σε σχετική έρευνα και κρίθηκε ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός ορθά είχε ενταχθεί στην κατηγορία «αδρανής», ότι έγινε ο ορθός χειρισμός από τον υπάλληλο της Τράπεζας στην Ελλάδα και ως εκ τούτου κρίθηκε ότι το εν λόγω περιστατικό δεν έχρηζε οιασδήποτε περαιτέρω διερεύνησης. Κατά την αντεξέταση του, ο μάρτυρας, επεξήγησε και πάλι μέσω ποιας διαδικασίας είναι δυνατή η ενεργοποίηση ενός αδρανοποιημένου λογαριασμού και ανέφερε ρητά ότι ο πελάτης, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγοντας, θα μπορούσε να ζητήσει μέσω του υποκαταστήματος στο οποίο είχε παρουσιαστεί στην Καβάλα, να μιλήσει ο ίδιος με το κατάστημα που διατηρούσε τον λογαριασμό στην Κύπρο. Επεξήγησε περαιτέρω ότι ο ταμίας που θα προβεί στην ενεργοποίηση ενός λογαριασμού μέσω της συνομιλίας που έχει με τον πελάτη ταυτοποιεί τα στοιχεία του. Δεν απαγορεύεται σε κανένα πελάτη να επικοινωνήσει με την Κύπρο, εάν γνωρίζει κάποιον υπάλληλο ή αξιωματούχο σε συγκεκριμένο κατάστημα, για να τους αναφέρει ότι επιθυμεί την ενεργοποίηση του λογαριασμού του, η οποία όμως θα πρέπει να γίνει μέσω των αρμόδιων υπαλλήλων της Τράπεζας στην Ελλάδα. Ακολούθως σε ερώτηση που του υποβλήθηκε από τον κ. Νικολαϊδη, ότι επειδή έγινε κατάθεση στον λογαριασμό τον Φεβρουάριο του 2008, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ο λογαριασμός αδρανοποιημένος, ο ΜΥ1 απάντησε ότι ένας λογαριασμός εντάσσεται στην κατηγορία του αδρανούς λογαριασμού, αυτόματα από το σύστημα της Τράπεζας, χωρίς να γίνεται παρέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα. Επεξήγησε δε, ότι με μια μόνο κατάθεση δεν ενεργοποιείται ένας αδρανής λογαριασμός απλά διερευνάται η κατάθεση και εάν κριθεί απαραίτητο γίνεται επικοινωνία με τον πελάτη. Στη συνέχεια, σε ερώτηση που του υποβλήθηκε με αναφορά στην εσωτερική εγκύκλιο της Τράπεζας (Τεκμήριο 10) - έγγραφο το οποίο συντάσσεται για να αποτυπώνει την τραπεζική πρακτική που ακολουθείται από όλες τις τράπεζες και αποτελεί στην ουσία καθοδήγηση σε σχέση με διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται στο τραπεζικό σύστημα - ο ΜΥ1 επεξήγησε ότι το σημείο 8.2.2 και 8.2.1.1 της εν λόγω Εγκυκλίου δεν εφαρμόζεται σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου καθότι μια κατάθεση σε λογαριασμό ταμιευτηρίου δεν συνιστά κίνδυνο, ενώ εάν γίνει ανάληψη ή αν προσπαθήσει κάποιος να προβεί σε ανάληψη από αδρανοποιημένο λογαριασμό τότε μια τέτοια ανάληψη χρήζει διερεύνησης. Επιπρόσθετα των ως άνω, ο ΜΥ1, επεξήγησε ότι ο λόγος για τον οποίο όταν γίνει μια κατάθεση σε αδρανοποιημένο λογαριασμό δεν μετατρέπεται αυτόματα ο λογαριασμός σε ενεργό είναι επειδή μια τέτοια πράξη είναι χαμηλού κινδύνου για τον λόγο ότι μια κατάθεση μπορεί να διενεργηθεί από οποιονδήποτε και όχι απαραίτητα από τον κάτοχο του συγκεκριμένου λογαριασμού. Αντίθετα, σε περίπτωση που γίνεται προσπάθεια ανάληψης από ένα Λογαριασμό Ταμιευτηρίου είναι αναγκαίο να παρουσιάζεται ο κάτοχος του συγκεκριμένου λογαριασμού καθότι ακόμα και εάν ο λογαριασμός είναι αδρανής, με την παρουσία του κατόχου του λογαριασμού, ενεργοποιείται αμέσως ο λογαριασμός και γίνεται η ανάληψη. Επίσης ο μάρτυρας επεξήγησε για ποιον λόγο όλες οι διαδικασίες που πρέπει να ακολουθεί μια Τράπεζα δεν αναφέρονται για παράδειγμα στο βιβλιάριο του ταμιευτηρίου ενός λογαριασμού, καθότι κάτι τέτοιο θα καθιστούσε το έγγραφο αυτό δυσλειτουργικό. Ως ΜΥ2, κατέθεσε ο Κωνσταντίνος Μηλιώτης, ο οποίος κατέθεσε την γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 11) και μέσω του οποίου κατατέθηκε το Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση. Ο ΜΥ2, επεξήγησε τα καθήκοντα του ως ταμίας, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, στο κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην Καβάλα. Αναφέρθηκε στα γεγονότα που είχαν λάβει χώρα όταν είχε παρουσιαστεί ο Ενάγοντας στο κατάστημα όπου εργαζόταν κατά ή περί την 2.6.08 και είχε ζητήσει την ανάληψη ποσού εκ €350 από τον λογαριασμό του με αρ. 0331-00-010248-00 που τηρείτο στην Κύπρο. Ήταν η θέση του ΜΥ2 ότι κατά την προσπάθεια του να διενεργήσει την αιτούμενη ανάληψη για τον πελάτη, είχε διαπιστώσει ότι αυτή δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί καθότι στο σύστημα της Τράπεζας, δηλαδή την οθόνη του, ο συγκεκριμένος λογαριασμός παρουσιαζόταν αδρανοποιημένος. Μετά την διαπίστωση του αυτή, σύμφωνα πάντοτε με τον ίδιο, εξήγησε στον κ. Νικολαϊδη ότι για σκοπούς ενεργοποίησης του λογαριασμού του θα έπρεπε να γίνει τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των καταστημάτων της Ελλάδας και του καταστήματος όπου τηρείτο ο λογαριασμός του στην Κύπρο, για να δοθεί εντολή για ενεργοποίησης του λογαριασμού του. Ήταν η θέση του ότι και ο ίδιος ο Ενάγοντας θα μπορούσε να μιλήσει με λειτουργό στην Τράπεζα Κύπρου αν το επιθυμούσε, και μόλις γινόταν η ταυτοποίηση των στοιχείων του πελάτη από τον ΜΥ2 μέσω τη συγκεκριμένης υπηρεσίας στην Ελλάδα, θα μπορούσε ο αρμόδιος λειτουργός στην Κύπρο να προβεί στη μετατροπή του αδρανοποιημένου λογαριασμού σε ενεργό και να γίνει η ανάληψη του ποσού που ζητούσε ο πελάτης. Ακολούθως όπως ανέφερε ο ΜΥ2 ο Ενάγοντας του είχε πει ότι δεν του ήταν απαραίτητο το ποσό των €350 καθότι τις επόμενες μέρες θα γυρνούσε στην Κύπρο και του είχε αναφέρει ότι με την αιτούμενη ανάληψη ήθελε να διαπιστώσει με ποιο τρόπο γινόταν η διαδικασία ανάληψης από λογαριασμό που τηρείται στην Κύπρο μέσω καταστήματος στην Ελλάδα. Αναγνώρισε στην συνέχεια ο ΜΥ2 το τεκμήριο 5 και είπε ακόμα ότι τα ως άνω γεγονότα τα είχε αναφέρει και στον τότε Διευθυντή του, ο οποίος, εξόσων θυμάται, είχε αποστείλει και σχετική επιστολή κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2008 στην Μονάδα Κανονιστικής Συμμόρφωσης της Τράπεζας στην Αθήνα την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση. Ανέφερε δε ότι ο Ενάγοντας του είχε ζητήσει αντίγραφο του παραστατικού της Τράπεζας ότι ο λογαριασμός του παρουσιαζόταν ως Dormant και με την παράδοση του εν λόγω παραστατικού, ο Ενάγοντας έφυγε από το Κατάστημα, δεν επέμενε να ολοκληρωθεί η αιτούμενη ανάληψη και έκτοτε δεν ξαναήρθε. Επιπρόσθετα των ως άνω, ο ΜΥ2 είπε ότι καθ΄ όλη την διάρκεια της παραμονής του Ενάγοντα στο Κατάστημα, του παρείχετο η καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση και επανέλαβε ότι σε κανένα σημείο της μεταξύ τους συνομιλίας δεν του είχε αρνηθεί να γίνει η αιτούμενη ανάληψη, απλά του είχε επεξηγήσει την σωστή και απλή διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί, δηλαδή ένα τηλεφώνημα και ταυτόχρονα την ταυτοποίηση των στοιχείων του ότι δηλαδή ήταν ο κάτοχος και ο δικαιούχος του συγκεκριμένου λογαριασμού. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε επί μακρόν σε σχέση με την συνομιλία που είχε με τον Ενάγοντα και ήταν η θέση του ΜΥ2 ότι ο λόγος για τον οποίο ο Ενάγοντας του είχε πει τότε ότι δεν επέμενε στην ολοκλήρωση της εν λόγω συναλλαγής ήταν επειδή θα επέστρεφε στην Κύπρο τις αμέσως επόμενες ημέρες. Όπως δε τόνισε ο ΜΥ2, σε κανένα σημείο της συνομιλίας τους με τον Ενάγοντα δεν του είχε αναφέρει ο τελευταίος ότι είχε πρόθεση με το ποσό των €350 να ταξίδευε σε γειτονικές χώρες της Ελλάδας, ή ότι εν πάση περιπτώσει τα είχε ανάγκη. Επίσης ο ΜΥ2 σε σειρά ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν σε σχέση με την διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για ενεργοποίηση ενός αδρανή λογαριασμού που τηρείται στην Κύπρο από την Ελλάδα, επανέλαβε και πάλι την επιλογή του που είχε ο Ενάγοντας να τηλεφωνήσει ο ίδιος στην Κύπρο και να δώσει οδηγίες για ενεργοποίηση του λογαριασμού του για να μπορεί μετά να γίνει η ταυτοποίηση των στοιχείων του μέσω του κεντρικού γραφείου της Τράπεζας Κύπρου στην Ελλάδα με το αντίστοιχο τμήμα της Τράπεζας στην Κύπρο και το κατάστημα όπου τηρείτο ο λογαριασμός του στην Κύπρο. Σε ερωτήσεις δε που του υποβλήθηκαν επανειλημμένα από τον συνήγορο του Ενάγοντα, ο μάρτυρας επανέλαβε ότι σε κανένα σημείο της επίδικης συναλλαγής δεν είχε αρνηθεί να εξυπηρετήσει τον Ενάγοντα ή να επικοινωνήσει με οποιοδήποτε κατάστημα ή συνάδελφο του στην Τράπεζα, είτε στην Ελλάδα, είτε στην Κύπρο, είτε στο κατάστημα όπου τηρείτο ο λογαριασμός του στην Κύπρο. Τόνισε επίσης ο ΜΥ2 ότι αν πράγματι ο Ενάγοντας είχε ανάγκη το ποσό των €350 και του το ανέφερε, θα έβρισκαν μια λύση ίσως και μέσω του Διευθυντή του συγκεκριμένου καταστήματος όπου εργαζόταν στην Καβάλα. Επιπρόσθετα των ως άνω, ο ΜΥ2, ανέφερε ότι καθ΄ ολη τη διάρκεια της συνομιλίας του με τον Ενάγοντα και της επίδικης προτεινόμενης συναλλαγής, δεν είχε δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα μεταξύ τους και ήταν απόφαση του Ενάγοντα να μην προχωρήσει με την επίδικη συναλλαγή. Ως ΜΥ3 κατέθεσε ο κ. Μιχάλης Μιχαήλ, του οποίου μέρος της μαρτυρίας του δόθηκε μέσω γραπτής δήλωσης η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο ΜΥ3 ανέφερε ότι από τον Ιανουάριο 2008 μέχρι και τον Απρίλιο του 2012 ήταν Διευθυντής στο Κατάστημα των Εναγομένων της Λεωφόρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ, στη Λεμεσό και στα πλαίσια των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων του θυμόταν ότι ο Ενάγοντας του είχε υποβάλει παράπονο, ότι δεν είχε καταστεί δυνατή μία ανάληψη χρημάτων από το λογαριασμό του ενώ βρισκόταν στο εξωτερικό. Ανέφερε επίσης ότι ο Ενάγοντας στην συνέχεια είχε αποστείλει και σχετική επιστολή ημερομηνίας 20.8.08 με την οποία διαμαρτυρόταν για την προαναφερθείσα αιτούμενη ανάληψη και ζητούσε αποζημιώσεις εκ μέρους της Τράπεζας. Περαιτέρω, ο ΜΥ3, αναφέρθηκε στον έλεγχο ρουτίνας ημερ. 13.2.2008 που διενεργήθηκε σε σχέση με τις διάφορες συναλλαγές που είχαν γίνει στις 12.2.2008 - μεταξύ άλλων και για τις κινήσεις σε σχέση με αδρανείς λογαριασμούς - ημερομηνία κατά την οποία είχε γίνει η κατάθεση ποσού εκ €5000 στον επίδικο λογαριασμό υπ' αρ. 0331-00-010248-00 του Ενάγοντα. Όπως επεξήγησε ο μάρτυρας, είχε γίνει διερεύνηση της εν λόγω κατάθεσης, καθότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός ήταν αδρανής λόγω ακινησίας πέραν των τριών ετών και έπρεπε να διαπιστωθεί αν θα έπρεπε να γίνει επικοινωνία με τον πελάτη και να τον μετέτρεπαν σε ενεργό (Normal). Ο μάρτυρας επεξήγησε στο Δικαστήριο για ποιο λόγο ο λογαριασμός αυτός δεν έπρεπε να μετατραπεί σε ενεργό παραπέμποντας το Δικαστήριο στην παράγραφο 6 της γραπτής του δήλωσης, ότι δηλαδή με δεδομένο ότι στον εν λόγω λογαριασμό από την ημερομηνία ανοίγματος του μέχρι και την 12.2.08 παρουσιάζονταν πολύ λίγες αναλήψεις και καταθέσεις και ότι από την στιγμή που κατά την ημέρα της κατάθεσης - και τα τελευταία 2 χρόνια από το 2006 που ο λογαριασμός του Ενάγοντα ήταν αδρανοποιημένος - δεν είχε αναφερθεί πρόθεση άμεσης ανάληψης από τον κάτοχο του λογαριασμού στο εξωτερικό για να το διερευνήσει ο Ταμίας περαιτέρω, δεν αιτιολογείτο η ενεργοποίηση του εν λόγω λογαριασμού. Τόνισε δε ότι από την στιγμή που μια κατάθεση σε οποιοδήποτε λογαριασμό εμπεριέχει χαμηλό κίνδυνο, σε αντίθεση με την ανάληψη, η παραμονή του συγκεκριμένου λογαριασμού στην κατάσταση Dormant ήταν για σκοπούς προστασίας του πελάτη από αντικανονικές αναλήψεις από τον λογαριασμό του, ο οποίος βέβαια θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί αυτόματα από τον ίδιο τον κάτοχο του λογαριασμού αν επιζητούσε οιαδήποτε ανάληψη, χωρίς να χρήζει οιασδήποτε άλλης διαδικασίας που να διαφοροποιείται από μια αιτούμενη ανάληψη. Επιπρόσθετα των ως άνω, ο μάρτυρας επεξήγησε και για ποιο λόγο δεν κρίθηκε αναγκαία η περαιτέρω διερεύνησης της εν λόγω κατάθεσης και/ή η επικοινωνία με τον πελάτη. Κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του ΜΥ3, σε σειρά ερωτήσεων που υποβλήθηκαν στον μάρτυρα σε σχέση με τις ενέργειες του για το παράπονο που του είχε αναφέρει ο Ενάγοντας όταν είχε επισκεφτεί το κατάστημα της Τράπεζας περίπου ενάμιση μήνα πριν από την ημερομηνία αποστολής της επιστολής ημερ. 20.8.08, ο ΜΥ3 τόνισε ότι εξόσων θυμόταν, κατόπιν της συνομιλίας του με τον Ενάγοντα για το επίδικο περιστατικό, όταν είχε φύγει από την Τράπεζα ο Ενάγοντας, ο ΜΥ3 θεώρησε ότι το θέμα είχε λήξει και δεν έχρηζε περαιτέρω διερεύνησης. Όπως ανέφερε ο ΜΥ3, αυτό που είχε αντιληφθεί κατά την διερεύνηση του παραπόνου του Ενάγοντα, ήταν ότι ο Ενάγοντας είχε ζητήσει την ανάληψη του ποσού των €350 από το υποκατάστημα της Τράπεζας στην Καβάλα για να διαπιστώσει κατά πόσο ήταν δυνατή μια τέτοια ανάληψη και πως λειτουργούσε η διαδικασία αυτή. Ακολούθως, ο ΜΥ3 ανέφερε ότι κατά την συνάντηση και/ή συνομιλία του με τον Ενάγοντα στην Κύπρο, ο τελευταίος δεν του είχε αναφέρει ότι ήθελε ο λογαριασμός του να ενεργοποιηθεί και επεξήγησε και ο ΜΥ3 ότι ο λογαριασμός παρέμενε αδρανής για την προστασία του κατόχου του και όχι για την τιμωρία του. Ο μάρτυρας ερωτήθηκε σε σχέση με την πληροφόρηση που έπρεπε να δοθεί στον Ενάγοντα για την αδρανοποίηση του λογαριασμού του με τον μάρτυρα να επαναλαμβάνει για ποιο λόγο κρίθηκε ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός έπρεπε να παραμείνει αδρανής, με δεδομένο ότι εάν ο πελάτης επιθυμούσε οιαδήποτε ανάληψη από τον λογαριασμό του, ταυτόχρονα ο λογαριασμός του θα μετατρεπόταν σε ενεργό και η οποιαδήποτε αιτούμενη ανάληψη θα μπορούσε να διενεργηθεί με τη δική του παρέμβαση. Οι δύο πλευρές καταχώρησαν τις γραπτές τους αγορεύσεις υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά τη δική της θέση, παραπέμποντας στο Δικαστήριο σε σχετική Νομολογία. Ο κ. Νικολαϊδης ανέπτυξε με την επιχειρηματολογία του τη θέση ΄του ότι η πλευρά των Εναγομένων υπέχει αυστηρή ευθύνη έναντι του Ενάγοντα γιατί ακριβώς χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση αδρανοποίησαν τον λογαριασμό του και όταν ο ίδιος ήθελε να χρησιμοποιήσει τα χρήματα του, η Τράπεζα αρνήθηκε να προβεί στην ενεργοποίηση του, προκαλώντας στον Ενάγοντα ζημιά, ταλαιπωρία και περαιτέρω έξοδα. Ενόψει της ταλαιπωρίας που υπέστη ο Ενάγοντας δικαιούται τις θεραπείες που αξιώνει με την Έκθεση Απαίτηση του. Από την άλλη κα Καουτζάνη ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι τόσο με την έγγραφη μαρτυρία που έχει κατατεθεί όσο και με την προφορική μαρτυρία που παρουσίασαν έχουν επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς τους ως αυτοί εκτίθενται στην Υπεράσπιση τους και έχουν αποδείξει ότι η μαρτυρία που προσπάθησε να προωθήσει ο Ενάγοντας δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Ο ΜΕ1, Ενάγοντας, Χριστόδουλος Νικολαϊδης, δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν φανερή η πρόθεση του να πει στο Δικαστήριο μόνο τα γεγονότα τα οποία, κατά τη γνώμη του, θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν να αποδείξει την υπόθεση του και να κατηγορήσει για αμελή και αντιεπαγγελματική συμπεριφορά τους Εναγόμενους. Παρόλο που τέθηκε από την κα Καουτζάνη επανειλημμένες φορές η θέση ότι θα μπορούσε ο ίδιος να επικοινωνήσει με τον τραπεζίτη του στην Κύπρο για να ζητήσει την ενεργοποίηση του λογαριασμού του, ο ίδιος αρνήθηκε και επαναλάμβανε συνέχεια ότι δεν ήταν δική του δουλειά αλλά δουλειά των υπαλλήλων της Τράπεζας. Αυτό το γεγονός όπως και η όλη συμπεριφορά του μάρτυρα στο εδώλιο μου έδωσαν την εντύπωση ότι ο μάρτυρας δεν είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο αλλά ούτε και ότι πραγματικά θα΄θελε να προβεί σε αυτή την ανάληψη. Αν πραγματικά θα ήθελε να προβεί πράγματι σε αυτή την ανάληψη θα προσπαθούσε με κάθε τρόπο να λύσει το «πρόβλημα» που προέκυψε, να ενεργοποιήσει τον λογαριασμό του και να προβεί στην ανάληψη των χρημάτων, τα οποία επιθυμούσε. Συνοψίζοντας λοιπόν, απορρίπτω την μαρτυρία του ΜΕ1 γιατί την θεωρώ ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Οι μάρτυρες των Εναγομένων σε γενικές γραμμές μου έκαναν εξαιρετική εντύπωση. Αναλυτικά δε για κάθε ένα ξεχωριστά αναφέρω τα εξής: Ο ΜΥ1 Γιώργος Ρωσταντής, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν στο σύνολο της πολύ κατατοπιστική και εξειδικευμένη για την παρούσα υπόθεση καθότι μέσα από τη μαρτυρία αυτή τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι διαδικασίες που ακολουθεί μια Τράπεζα σύμφωνα με την καθιερωμένη τραπεζική πρακτική, καθώς επίσης και διαφάνηκε ξεκάθαρα για ποιον λόγο αιτιολογείτο η μετατροπή του λογαριασμού ταμιευτηρίου του Ενάγοντα σε αδρανή, λογαριασμός ο οποίος μπορούσε να ενεργοποιηθεί πολύ απλά εάν ο ίδιος ο κάτοχος του λογαριασμού, δηλαδή ο Ενάγοντας το επιθυμούσε. Ήταν σαφής και παρόλο που υπέστη επίπονη αντεξέταση, εντούτοις η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε σε κανένα βαθμό. Ανάλυσε τόσο τους τρόπους για τους οποίους ένας λογαριασμός καθίσταται αδρανής και τους τρόπους με τους οποίους ενεργοποιείται. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Ο ΜΥ2 κ. Κωνσταντίνος Μηλιώτης, ο ταμίας της Τράπεζας στην Καβάλα, επίσης μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Ήταν το πρόσωπο, το οποίο είχε την πρώτη επαφή με τον Ενάγοντα και μετέφερε στο Δικαστήριο τις ενέργειες που έκανε, την συνομιλία που είχε αλλά και το τι ακριβώς επιθυμούσε ο Ενάγοντα. Παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις που του υποβάλλονταν από τον συνήγορο του Ενάγοντα σε μια προσπάθεια να κλονίσει την αξιοπιστία του μάρτυρα, σε σχέση με την μνήμη του για το συγκεκριμένο περιστατικό, ο μάρτυρας απαντούσε με κάθε ειλικρίνεια και ανέφερε, κατ΄ επανάληψη ότι θυμόταν πολύ καλά το συγκεκριμένο περιστατικό καθότι ήταν μια συναλλαγή η οποία δεν είχε ολοκληρωθεί και είχε αφιερώσει αρκετό χρόνο για να προσπαθήσει να λύσει το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί. Μέσα από τη μαρτυρία του ΜΥ2, διαφάνηκε ξεκάθαρα ότι ο μάρτυρας έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα που γνώριζε σε σχέση με την επίδικη ανάληψη χρημάτων, καθώς και τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώραν κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο με ειλικρινή και σαφή τρόπο. Επίσης ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερός κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του, δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ο ΜΥ3, Μιχάλης Μιχαήλ, ήταν ο διευθυντής του καταστήματος στην Λεωφόρο Μακαρίου ΙΙΙ και ο οποίος διερεύνησε το παράπονο που είχε ο Ενάγοντας από την Τράπεζα. Ο μάρτυρας μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Με την σειρά του αντεξετάστηκε σε σχέση με την μετατροπή του λογαριασμού από αδρανή σε ενεργό και εξήγησε τους λόγους που η Τράπεζα προχωρεί σε αυτή τη διαδικασία. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρία του ΜΥ3, ο μάρτυρας απαντούσε με θετικότητα, ήταν σταθερός στις απαντήσεις του και κατά την αντεξέταση του ουδόλως υπέπεσε σε αντιφάσεις. Περαιτέρω, απαντούσε με σαφήνεια στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν από τον συνήγορο του Ενάγοντα, έδινε ρητές απαντήσεις για τα θέματα που εγείρονταν και η μαρτυρία του στο σύνολο της ήταν αληθής. Η μαρτυρία του ΜΥ3, στο σύνολο της ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώραν, κατά τους ουσιώδεις χρόνους που αφορούν την παρούσα υπόθεση, μεταξύ των διαδίκων. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με βάση το Δίκαιο των Συμβάσεων, είναι δυνατόν μια σύμβαση να αποτελείται όχι μόνο από ρητούς όρους αλλά και από εξυπακουόμενους όρους (implied terms), δηλαδή από όρους που δεν έχουν συμφωνηθεί ρητά μεταξύ των μερών, αλλά που δικαιολογούνται να εξυπακούονται ότι υφίστανται στην συγκεκριμένη περίπτωση. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για τη συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων για το άνοιγμα / δημιουργία ενός λογαριασμού ταμιευτηρίου. Ήταν η θέση της Τράπεζας όπως εκφράστηκε διά μέσου των μαρτύρων ότι ο λογαριασμός κατέστη αδρανής λόγω παρέλευσης μακρού χρονικού διαστήματος χρήσης του. Δηλαδή η κατηγοριοποίηση ενός λογαριασμού ως αδρανή λόγω ακινησίας πολλών ετών προκύπτει από την τραπεζική πρακτική. Σύμφωνα δε με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου γι΄αυτόν τον λόγο και αυτή η πρακτική και/ή το «έθιμο» εμπίπτει μέσα στις Εσωτερικές Οργανωτικές Εγκυκλίους μιας τράπεζας, οι οποίες δημιουργούνται ως καθοδήγηση, ακριβώς για την εφαρμογή της καθιερωμένης και γενικά αποδεκτής τραπεζικής πρακτικής η οποία είναι αναγκαία για να μπορεί να αποδοθεί επιχειρηματική λειτουργικότητα στην σύμβαση. Η συγκεκριμένη δε ενέργεια της τράπεζας στην παρούσα υπόθεση έγινε και/ή γίνεται, όπως επεξηγήθηκε κατά την μαρτυρία των Εναγομένων, η οποία έγινε αποδεκτή για σκοπούς ασφάλειας του λογαριασμού ταμιευτηρίου του ενάγοντα και των καταθέσεων του σε αυτόν και στα πλαίσια της πολιτικής που ακολουθείται από τις τράπεζας για την πρόληψη της απάτης (Anti-Fraud Policy), λόγω του ότι οι καταθέσεις μπορούν να διενεργούνται από οιονδήποτε, ενώ οι αναλήψεις είναι απαραίτητο να διενεργούνται μόνον από τον κάτοχο και ή δικαιούχο του λογαριασμού, ο οποίος (δικαιούχος) και αυτόματα, σε περίπτωση που ο λογαριασμός του έχει κατηγοριοποιηθεί ως αδρανής, μπορεί να ενεργοποιηθεί και να προβεί στην οποιαδήποτε ανάληψη επιθυμεί. Όπως δε αποφασίστηκε στην υπόθεση Suriya & Douglas v Midland Bank Plc [1999] 1 Αll E.R. (Comm) 612 (CA), δεν υπάρχει υποχρέωση από την τράπεζα να ενημερώνει τους πελάτες της για τυχόν ενέργειες προκύπτουν από την τραπεζική πρακτική και/ή το «έθιμο», ιδίως από την στιγμή που η πρακτική αυτή, γίνεται για σκοπούς ασφάλειας των καταθέσεων του πελάτη. Περαιτέρω δεν είναι δυνατόν κάθε ενέργεια που ενδεχομένων να πρέπει να προβαίνει η τράπεζα σε ένα λογαριασμό, είτε για σκοπούς ασφάλειας των καταθέσεων, είτε για σκοπούς συμμόρφωσης με την δημόσια πολιτική και την τραπεζική πρακτική, αυτή θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στα βιβλιάρια του κάθε λογαριασμού, καθότι η συμπερίληψη χιλιάδων όρων θα δημιουργούσε ένα δυσνόητο, δυσανάγνωστο και δυσλειτουργικό έγγραφο για τον κάθε πελάτη. Στην παρούσα υπόθεση, η αυτόματη αδρανοποίηση του συγκεκριμένου λογαριασμού λόγω ακινησίας πέραν των τριών χρόνων και συγκεκριμένα λόγω ακινησίας πέντε ετών μέχρι το 2008, δικαιολογούσε την ως άνω κατηγοριοποίηση του. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός δεν ενεργοποιήθηκε με την κατάθεση που είχε διενεργηθεί τον Φεβρουάριο του 2008, παρά μόνο έτυχε διερεύνησης η κατάθεση αυτή ως έπρεπε, δικαιολογείτο και ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη και/ή ορθή ενέργεια από την τράπεζα. Στην υπόθεση Μαρία Συρίμη ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ,
(2010)1 Β ΑΑΔ 1131, είχαν αναφερθεί τα εξής σε σχέση με την δέσμευση της τράπεζας από τις εγκυκλίους της κεντρικής τράπεζας: « . οι Εγκύκλιοι της κεντρικής τράπεζας αποσκοπούσαν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιοοικονομική πολιτική της κεντρικής τράπεζας και του κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παραβάσεως της Εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των Εγκυκλίων .» (σελ. 1143 της απόφασης) Ο Ενάγοντας με την παρούσα αγωγή αξιώνει αποζημιώσεις από τους Εναγόμενους για παράβαση συμφωνίας αλλά και για ζημιά την οποία υπέστη ο ίδιος από ταλαιπωρία λόγω ακριβώς της μη ανάληψης του εν λόγω χρηματικού ποσού. Όπως πολύ ορθά έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Demil Co Ltd v. A. Panayides Contracting Ltd
(2008)1 A. AAΔ.661, 662 «το Δικαστήριο οφείλει να χαρακτηρίσει νομικά μια βάση αγωγής με βάση τα δικογραφήματα και τα γεγονότα που δικογραφούνται σε αυτά και παρουσιάζονται τελικά στο Δικαστήριο με μαρτυρία.» Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο έχει ενώπιον του την Έκθεση Απαίτηση της παρούσας αγωγής η οποία στηρίζεται σε παράβαση συμφωνίας προφορική και ή γραπτής εκ μέρους των Εναγομένων. Είναι η θέση των Εναγομένων, η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, ότι ο ενάγοντας (ι) δεν ολοκλήρωσε το αίτημα του για την ανάληψη των χρημάτων από το εξωτερικό, χρήματα τα οποία μπορούσε να τα παραλάβει ακριβώς την επόμενη μέρα του αιτήματος του και ο λογαριασμός του να ενεργοποιηθεί χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση, ούτε (ιι) προσπάθησε να επικοινωνήσει με την Κύπρο και να μιλήσει με το υποκατάστημα που τηρείτο ο λογαριασμός του εάν πράγματι ήθελε να γίνει ανάληψη του ποσού των €350 αλλά ήταν καθαρά δική του επιλογή. Ακόμα και αν θεωρηθεί ότι οι Εναγόμενοι παρέβησαν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς τον Ενάγοντα, ο Ενάγοντας δεν προέβει σε κανένα μετριασμό των ισχυριζόμενων ζημιών που υπέστη από την «αντισυμβατική» συμπεριφορά των Εναγομένων αφού δεν προέβη σε κανένα εύλογο μέτρο για να ολοκληρώσει την αιτούμενη ανάληψη των χρημάτων του την επόμενη μέρα, όπως του είχε επεξηγηθεί από τον υπάλληλο των Εναγομένων, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΥ2, αφού ο ίδιος δεν μετέβη στο υποκατάστημα των Εναγομένων την επόμενη μέρα για να ολοκληρώσει την αιτούμενη συναλλαγή του. Ο Ενάγοντας αξιώνει διαζευκτικά ειδικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων, χωρίς να προσδιορίζει τα αξιούμενα ποσά των αποζημιώσεων στην Έκθεση Απαίτησης του. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι ειδικές αποζημιώσεις θα πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά, διότι είναι τέτοια η φύση τους που δεν συνάγονται από την φύση της πράξης και δεν είναι δεδομένες. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Hρακλέους ν Πίτρου
(1994)1 AAΔ 239 στη σελίδα 243: «Aπόκειται στον ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά. Kαι τα οποία έχει προηγουμένως συμπεριλάβει στο δικόγραφο του. Tι ακριβώς είναι η ζημιά αυτή και πως διαφοροποιείται από την γενική ζημιά μας διευκρινίζει η κλασσική απόφαση του Λόρδου Goddard στην British Transport Commission v. Gourley [1956] A.C. 185, 206. H απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. O ίδιος δικαστής στην Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd.
(1948)64 T.L.R. 177, 178 είπε: "Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars, and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "This is what I have lost, I ask you to give me these damages".» Επίσης όπως έχει αποφασιστεί σε σωρεία αποφάσεων, οι ειδικές αποζημιώσεις είναι ασυνήθιστες από τη φύση τους και θα πρέπει να καταγράφονται λεπτομερώς στα δικόγραφα και να αποδεικνύονται με ακρίβεια, σαφήνεια και συγκεκριμένα στοιχεία. Σχετική είναι η απόφαση Emmanuel and Another v. Nicolaou and another
(1977)1 CLR p. 15, όπου αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "The obligation to particularize in this latter case arises not because the nature of the loss is necessarily unusual, but because a plaintiff who has the advantage of being able to base his claim upon a precise calculation must give the defendant access to the facts which make such calculation possible". Περαιτέρω, όπως ρητά γίνεται στην αναφορά για το θέμα αυτό στην υπόθεση Μάιττας ν. Γεωργίου κ.α. (Π.Ε. 8499) ,
(1998)1 ΑΑΔ 1, είναι εμπεδωμένη νομική αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να εξειδικεύονται στην απαίτηση και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Επίσης στις σελίδες 11 και 12 της πιο πάνω απόφασης αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: "Στον McGregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελίδα 15, αναφέρεται:- "Special damages, on the other hand, are such as the law will not infer from the nature of the act. They do not follow in ordinary course. They are exceptional in their character and, therefore, they must be claimed specially and proved strictly.". Η πιο πάνω αρχή έχει υιοθετηθεί και επιβεβαιωθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά αποφάσεων (Βλέπε, μεταξύ άλλων: Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. 298, Emmanuel v. A. Nicolaou
(1977)1 CLR 15, Zachariou v. Lioness
(1983)1 CLR 415). Επίσης σύμφωνα με τις γνωστές υποθέσεις Παναγιώτου ν Φραγκίσκου κ.α. (Π.Ε. 9320), Παναγή ν Κακόψητου (Π.Ε.10619 και 10624), Χριστοδούλου ν Αγαθοκλέους (Π.Ε. 9117) και Κύπρος Αντωνίου και Υιός Λτδ ν. Πλοίου «Springwood» (αγωγές Ναυτοδικείου 193/96 και 194/96), η απόδειξη των ειδικών αποζημιώσεων κινείται σε αυστηρά πλαίσια και ο ενάγοντας βαρύνεται να αποδείξει με καθαρή μαρτυρία τα κονδύλια που διεκδικεί ως ειδικές αποζημιώσεις κάτι το οποίο δεν έκανε ο ενάγοντας στην υπό κρίση υπόθεση. Για όλους τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω, δεν μπορεί να διατυπωθεί σαφές εύρημα για το ύψος των ποσών που ισχυρίζεται ότι απώλεσε ο ενάγοντας για την αποκατάσταση της βλάβης που κατ΄ ισχυρισμόν υπέστη λόγω της συμπεριφοράς των Εναγομένων, αφού ο ίδιος ο Ενάγοντας δεν έχει προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου οιαδήποτε απόδειξη που να τεκμηριώνει την ισχυριζόμενη ζημιά του σαν αποτέλεσμα της μη ανάληψης του ποσού των €350 από τον επίδικο λογαριασμό ταμιευτηρίου του. Επίσης για τον ισχυρισμό του ότι από το γεγονός του ότι δεν κατέστη δυνατή η αιτούμενη ανάληψη καταστράφηκαν οι διακοπές του και/ή δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει ταξίδια και/ή διακοπές σε γειτονικές προς την Ελλάδα χώρες και/ή δεν μπορούσε να καλύψει τα έξοδα του στην Ελλάδα και /ή σε γειτονικές προς την Ελλάδα χώρες, καμία θετική μαρτυρία και/ή απόδειξη παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των ως άνω θέσεων και ισχυρισμών. Επομένως και από αυτή την άποψη, είναι η θέση μου ότι δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση την οποία θα μπορούσα να οδηγηθώ σε συμπέρασμα για ισχυριζόμενη απώλεια και ή ζημιά που έχει υποστεί ο Ενάγοντας λόγω της συμπεριφοράς των Εναγομένων. Ευρήματα Με βάση την πιο πάνω μαρτυρία την οποία έχω κάνει αποδεκτή, καταλήγω στα εξής συμπεράσματα: Ο Ενάγοντας είχε μεταβεί κατά ή περί την 12.2.2008 σε υποκατάστημα των Εναγομένων στην Λεμεσό και κατέθεσε το ποσό των €
- Ακολούθως, τον Ιούνιο του 2008, ο Ενάγοντας είχε ταξιδέψει στην Καβάλα, στην Ελλάδα για διακοπές, πόλη στην οποία οι Εναγόμενοι διατηρούσαν υποκατάστημα και είχε ζητήσει σε υποκατάστημα των Εναγομένων να γίνει ανάληψη και απόσυρση χρημάτων από τον προαναφερθέν τραπεζιτικό λογαριασμό του. Ο υπάλληλος όμως που τον είχε εξυπηρετήσει, ως οι ισχυρισμοί του, του ανέφερε ότι η αιτούμενη ανάληψη δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί, καθότι ο λογαριασμός του φαινόταν ως αδρανοποιημένος. Ο ΜΥ2, Κωνσταντίνος Μηλιώτης, ταμίας, στην Τράπεζα Κύπρου στην Καβάλα, ανέφερε στον Ενάγοντα ότι ο λογαριασμός του ήταν αδρανοποιημένος λόγω του ότι δεν κινήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα και ότι για να καταστεί ενεργός, θα πρέπει ή να επικοινωνήσει ο ίδιος (ο υπάλληλος) διά μέσου των Κεντρικών γραφείων της Τράπεζας Κύπρου στην Ελλάδα είτε ο ίδιος αν επιθυμούσε να επικοινωνήσει με τον Λειτουργό του καταστήματος του στην Κύπρο. Ο Ενάγοντας δεν προέβη σε οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια, γιατί ακριβώς η επιθυμία του ήταν να δει μόνο πώς γίνονταν οι εν λόγω συναλλαγές εξού και η επιθυμία για ανάληψη των €350 και του γεγονότος ότι δεν πήγε την επόμενη ημέρα για να ολοκληρωθεί η ενέργεια του υπαλλήλου. Όσον αφορά τη θέση του Ενάγοντα ότι αποτελούσε ρητό και εξυπακουόμενο όρο της συμφωνίας για την ανάληψη και/ή κατάθεση χρημάτων από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού, κρίνω ότι αυτή η θέση δεν μπορεί να επιτύχει γιατί ακριβώς αυτή η συμφωνία έγινε στις 25.1.2008 πολύ πιο αργά από την πρώτη συμφωνία για άνοιγμα του λογαριασμού η οποία έγινε στις 4.11.
- Η βάση της απαίτησης του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων στηρίζεται στην κατ' ισχυρισμό παράβαση της γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων και την ισχυριζόμενη παράλειψη των Εναγομένων να τον εξυπηρετήσουν και/ή να προβούν στην ανάληψη και/ή απόσυρση του ποσού των €350 που είχε ζητήσει. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι λόγω του ότι δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιήσει την αιτούμενη ανάληψη υπέστη ζημιά και/ή ταλαιπωρία και/ή καταστράφηκαν οι διακοπές του. Λαμβανομένων υπόψη όμως των πιο πάνω θεωρώ, ότι οι Εναγόμενοι, ακολουθώντας τις διαδικασίες όπως προνοούνται από την τραπεζική πρακτική που οφείλουν να εφαρμόζουν οι τράπεζες σε περίπτωση αδρανοποιημένων λογαριασμών χειρίστηκαν το επίδικο περιστατικό ως έπρεπε και είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι ενέργειες των Εναγομένων, καθ΄ όλο τον χειρισμό του περιστατικού αυτού, ήταν σύμφωνες και σε συνάρτηση με τις διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται σε τέτοιες περιπτώσεις, χωρίς να φέρουν οιαδήποτε ευθύνη προς τον Ενάγοντα για τις ισχυριζόμενες ζημιές που υπέστη και τις αποζημιώσεις που διεκδικεί με την υπό κρίση αγωγή, οι οποίες βεβαίως δεν έχουν αποδειχθεί θετικά με οποιαδήποτε μαρτυρία όπως έχω αναφέρει πιο πάνω. Θεωρώ ότι καμία δε ευθύνη μπορεί να αποδοθεί στην τράπεζα, ή να δικαιολογήσει το αίτημα του ενάγοντα για αξίωση αποζημιώσεων και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων, ή αποζημιώσεων στην βάση του λόγω άδικου πλουτισμού, αξίωση η οποία είναι καθόλα ανυπόστατη και δεν χρήζει καν σχολιασμού διότι κανένα όφελος δεν αποκόμισαν οι Εναγόμενοι από την μη ενεργοποίηση του λογαριασμού του Ενάγοντα με την κατάθεση τον Φεβρουάριο του
- Δεν έχω διαπιστώσει και αυτό προκύπτει από την ανάλυση και περιγραφή της μαρτυρίας, ότι οι Εναγόμενοι παραβίασαν ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο της κατ΄ ισχυρισμό προφορικής και/ή γραπτής συμφωνίας τους με τον Ενάγοντα, ότι καθ΄ οιανδήποτε στιγμή θα είχε δικαίωμα να αποσύρει χρήματα από τον επίδικο Λογαριασμό Ταμιευτηρίου του που διατηρούσε στην Κύπρο από οποιονδήποτε κατάστημα των Εναγομένων στην Ελλάδα. Αυτοί οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα, δεν υποστηρίχθηκαν από την μαρτυρία του Ενάγοντα και κανένα έγγραφο και/ή αποδεικτικό στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς αυτούς. Ο Ενάγοντας με τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν απέδειξε την ισχυριζόμενη συμφωνία αλλά ούτε και έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τις πρόνοιες της εν λόγω συμφωνίας. Δεν έχει τεθεί επίσης ο τρόπος με τον οποίον παραβιάστηκε η συμφωνία αυτή, για να είναι εις θέση να διεκδικεί τις αιτούμενες στην Έκθεση Απαίτησης του αποζημιώσεις. Κρίσιμο για το Δικαστήριο είναι να μπορεί να αποφασίσει με θετική και αξιόπιστη μαρτυρία ποιος όρος ρητός και/ή εξυπακουόμενος της συμφωνίας Λογαριασμού Ταμιευτηρίου που διατηρούσε ο Ενάγοντας σε αυτούς παραβιάστηκε και ποια ακριβώς ήταν η υποτιθέμενη ζημιά και/ή οι ζημιές που υπέστη ο Ενάγοντας και τέλος σε τι πλουτισμό προέβησαν αδικαιολόγητα οι Εναγόμενοι. Για όλους τους λόγους που έχουν αναλυθεί ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του εναντίον των Εναγομένων και ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Π. Παπαπέτρου Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΓΚ Subject: Civil/Other actions/Final Αναφορά: paravasi simfonias cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο