Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευαγγελίδης Πολύκαρπος κ.α., Αρ. Αγωγής: 113/2011, 31/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A160 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 113/2011 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας και
- Ευαγγελίδης Πολύκαρπος
- Ευαγγελίδου Αναστασία Γιούρη
- Κοντός Μάριος Εναγομένων Ημερομηνία: 31 Μαΐου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Η κα Γ. Δήμου για Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Σία Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Πέτρου για κ. Α. Θ. Μαθηκολώνη & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Το αγώγιμο δικαίωμα πηγάζει από συμφωνία παροχής στεγαστικού δανείου από την ενάγουσα στους εναγόμενους 1 και 2 την οποία εγγυήθηκε ο εναγόμενος 3 πέραν των άλλων εξασφαλίσεων που παραχωρήθηκαν από τους εναγόμενους 1 και 2 όπως υποθήκης ακινήτου και παραχώρησης δικαιωμάτων ασφάλειας ζωής της εναγόμενης
- Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία, η αρχική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων είχε συναφθεί με την Marfin Popular Bank Public Co Ltd η οποία στη συνέχεια έλαβε άλλες ονομασίες και εν τέλει σύμφωνα με την Ειδοποίηση Δυνάμει του Άρθρου 28 του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Άλλων Ιδρυμάτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2013 όπως αυτός τροποποιήθηκε την 17.05.2013 (Ν. 38(Ι)/2013) και της Κ.Δ.Π. 104/2013 της 29ης Μαρτίου 2013 του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η οποία καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου την 14.10.2014, οι εργασίες της μεταβιβάστηκαν στην Bank of Cyprus Public Company Ltd και στα ελληνικά Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η ενάγουσα, όπως τελικά έχει μετονομασθεί από της συνάψεως της επίδικης συμφωνίας και ακολούθως εκκρεμούσης της αγωγής, η οποία είναι Τραπεζικό Ίδρυμα, με την έκθεση απαιτήσεως της αξιώνει από τους εναγόμενους 1 και 2 ως πρωτοφειλέτες και τον εναγόμενο 3 ως εγγυητή τους, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ή και προσωπικά το ποσό των €342.736,57σ. δυνάμει Στεγαστικού Δανείου ημερ. 29.07.2008 με συμφωνηθέντα τόκο προς 14% επί του ποσού των €327.838,28σ. από 26.10.2010 μέχρι εξοφλήσεως και του ίδιου ποσού των €342.736,57σ. εναντίον του εναγόμενου 3 πλέον τόκους δυνάμει Σύμβασης Εγγύησης ημερομηνίας 29.07.2008 της Συμφωνίας Στεγαστικού Δανείου ημερομηνίας 29.07.2008 πλέον τόκους 5,70% από 29.7.2008 μέχρι την ημερομηνία τερματισμού ήτοι την 1.03.2010 και τόκους 14% από την επόμενη ημέρα του τερματισμού ήτοι την 2.03.2010 μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης. Περαιτέρω, η ενάγουσα αξιώνει την έκδοση διατάγματος και/ή αναγνωριστικής απόφασης για κεφαλαιοποίηση των τόκων του επίδικου λογαριασμού ανά εξάμηνο, ήτοι κάθε 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους, την έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης με αριθμό Υ5293/08 και την δια δημόσιου πλειστηριασμού πώληση των καλυπτομένων από αυτήν ακινήτων, ιδιοκτησίας των Εναγόμενων 1 και 2 και όπως τα έσοδα από την πώληση αυτή διατεθούν έναντι και/ή προς εξόφληση του οφειλομένου και/ή πληρωτέου ποσού προς την ενάγουσα, την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναγνωρίζονται τα δικαιώματα της ενάγουσας για εξαργύρωση της Ασφάλειας Ζωής της εναγόμενης 2 με αριθμό 224370 επί της Cypria Life Ltd προς όφελος της ενάγουσας δυνάμει της Συμφωνίας ημερ. 29.7.2008 για εκχώρηση των δικαιωμάτων της εναγόμενης 2, τα οποία απορρέουν από την Ασφάλεια Ζωής καθώς επίσης και διάταγμα και/ή αναγνωριστική απόφαση ότι η ενάγουσα δικαιούται σε εξάσκηση του δικαιώματος πωλήσεως της εν λόγω ασφάλειας είτε με ιδιωτική συμφωνία είτε με δημόσιο πλειστηριασμό. Οι εναγόμενοι με την κοινή Υπεράσπιση τους παραδέχονται την ιδιότητα της ενάγουσας. Παραδέχονται την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας πλην όμως αρνούνται ότι το δάνειο ήταν στεγαστικό ή ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν ζητήσει στεγαστικό δάνειο από την ενάγουσα, κάτι που ήταν σε γνώση της ενάγουσας. Αφορούσε κατά τον ισχυρισμό τους δάνειο που αποσκοπούσε στο να εξοφλήσει ο εναγόμενος 1 προηγούμενα χρέη του στην Τράπεζα Κύπρου ύψους περίπου €280,000,00 και το επιπλέον ποσό των €20.000,00 περίπου ως δάνειο προς τους ίδιους το οποίο τους επέβαλαν να το παρουσιάσουν ως στεγαστικό. Ενώ παραδέχονται σειρά από ισχυρισμούς της ενάγουσας σε σχέση με τις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας, εντούτοις αρνούνται άλλους σημαντικούς ισχυρισμούς για τους οποίους τους καλούν σε αυστηρή απόδειξη, για τους οποίους οι ίδιοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και να αναφερθούν στην ορθή κατά την άποψη τους ερμηνεία τους. Ειδικότερα σε σχέση με τους ισχυρισμούς για το επιτόκιο ή και το περιθώριο ή και το δικαίωμα ή και την ευχέρεια της ενάγουσας να μεταβάλλει τα ανωτέρω ποσοστά, ισχυρίζονται ότι είναι όροι ανεφάρμοστοι ή και είναι καταχρηστικοί ή και παράνομοι με αποτέλεσμα η ενάγουσα να μην δικαιούται να στηρίζεται σε αυτούς ή και να αυξάνει ή και μεταβάλλει τα ως άνω ποσοστά ή και χρεώσεις. Σε σχέση με την εγγραφή της Υποθήκης, παρόλο ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 παραδέχονται ότι αυτή συστάθηκε, εντούτοις ισχυρίζονται ότι αυτή είναι άκυρη ή και παράνομη καθότι το περιεχόμενο της δεν τηρεί και δεν συμμορφώνεται με τις ρητές και επιτακτικές πρόνοιες της νομοθεσίας που διέπει το ζήτημα κατάρτισης υποθηκών. Παρόμοια αποδέχονται και τους ισχυρισμούς της ενάγουσας σε σχέση με την εκχώρηση προς όφελος της των δικαιωμάτων που απορρέουν από την Ασφάλεια Ζωής της εναγόμενης 2 με επιφύλαξη των ως άνω ισχυρισμών τους. Αρνούνται ακόμα τα περί αποστολής των προειδοποιητικών επιστολών και της επιστολής τερματισμού και των οχλήσεων εκ μέρους της ενάγουσας για συμμόρφωση τους με τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Ο εναγόμενος 3 επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι για τους λόγους που προβάλλονται στην Υπεράσπιση έχει απαλλαχθεί των υποχρεώσεων του ως εγγυητής των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 2 και η εγγύηση του ακυρώθηκε ή κατέστη ανεφάρμοστη. Με την ανταπαίτηση τους αξιώνουν δήλωση ότι η επίδικη υποθήκη είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη και έτσι πρέπει να εξαλειφθεί και διάταγμα που να διατάσσει την ενάγουσα να εξαλείψει την επίδικη υποθήκη και δήλωση ότι ο εναγόμενος 3 απαλλάχθηκε από την ευθύνη του ως εγγυητής των εναγομένων 1 και 2 και ότι η εγγύηση του κατέστη άκυρη. Με την Απάντηση της η ενάγουσα αρνείται και απορρίπτει όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς των εναγομένων τους οποίους θέτει σε αυστηρή απόδειξη. Υπερασπίζεται επίσης στην Ανταπαίτηση αρνούμενη όλους μαζί και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των εναγομένων επαναλαμβάνοντας τους αρχικούς τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαιτήσεως της. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ο μοναδικός μάρτυρας ο οποίος κατάθεσε στη διαδικασία από πλευράς ενάγουσας ήταν ο κ. Γρηγόρης Γρηγορίου ο οποίος από το 1996 μέχρι και την 28.03.2013 ήταν υπάλληλος στην Υπηρεσία Είσπραξης Χρεών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και από 29.03.2013 μέχρι και την ημερομηνία που κατάθεσε στο Δικαστήριο, την 14.09.2016, εργαζόταν στο αντίστοιχο τμήμα της ενάγουσας. Ήταν δε ένας από τους λειτουργούς που του ανατέθηκε ο έλεγχος και η παρακολούθηση του λογαριασμού του Στεγαστικού Δανείου των εναγομένων 1 και
- Ο μάρτυς αναφέρθηκε στις αλλαγές και μετονομασία της ενάγουσας και πως κατέληξε στο σημερινό της όνομα όπως έχει ήδη καταγραφή στη σελίδα 2 πιο πάνω. Αναφερόμενος ο μάρτυς στα καθήκοντα του, ανέφερε ότι μεταξύ άλλων είναι και ο έλεγχος και η παρακολούθηση των προβληματικών λογαριασμών. Μετά τον τερματισμό της λειτουργίας λογαριασμού του πελάτη, εξήγησε, και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν προτείνεται από τον πελάτη άμεσος διακανονισμός, ο φάκελος διαβιβάζεται στην Υπηρεσία Διακανονισμού Χρεών η οποία δίδει οδηγίες σε Δικηγορικό Γραφείο ούτως ώστε να ληφθούν όλα τα δέοντα για την κάθε περίπτωση δικαστικά μέτρα όπως και έγινε και στην προκείμενη περίπτωση. Ο μάρτυς είχε στην κατοχή του και υπό τον έλεγχο του τα έγγραφα που αφορούν τον επίδικο λογαριασμό και δήλωσε ότι ήταν εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα όπως την εκπροσωπήσει στη διαδικασία. Στη Γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο Α) κάνει αναφορά σε όλα τα γεγονότα που χαρακτηρίζουν την υπόθεση. Αναφέρει για τα έγγραφα που υπογράφτηκαν και όσα αφορούν το επίδικο δάνειο και τον λογαριασμό που ανοίχθηκε γι' αυτό, τα οποία κατάθεσε και έλαβαν αριθμό τεκμηρίων από 1 -
- Η πλευρά της Υπεράσπισης επιφύλαξε κατά την κατάθεση τους το δικαίωμα όπως αντεξετάσει τον μάρτυρα επί αυτών. Θα επιχειρήσω στη συνέχεια να συνοψίσω τα όσα σε έκταση και με αρκούντως διαφωτιστική λεπτομέρεια ο μάρτυς κατάθεσε. Πέραν της προσωπικής του ιδιότητας και των καθηκόντων που ασκεί στην ενάγουσα υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης της ενάγουσας και την Απάντηση στην Υπεράσπιση και την Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση των εναγομένων. Έκανε λεπτομερή αναφορά στη συμφωνία του επίδικου στεγαστικού δανείου και στις συνθήκες σύναψης του και στους όρους του, τους οποίους αποδέχθηκαν οι εναγόμενοι αφού ανέγνωσαν τα σχετικά έγγραφα που ετοιμάστηκαν προς αυτόν τον σκοπό, τα οποία και υπέγραψαν στην παρουσία δύο μαρτύρων. Παραδέχεται ότι σκοπός του δανείου ήταν η εξόφληση υφιστάμενου στεγαστικού δανείου των εναγομένων 1 και 2 με την Τράπεζα Κύπρου και προς τούτο ενήργησαν κατόπιν οδηγιών των εναγομένων 1 και
- Κάνει αναφορά στους όρους εξόφλησης του δανείου και στο επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν το ποσό του δανείου. Αναφέρεται στην ανάληψη προσωπικής εγγύησης εκ μέρους του εναγόμενου 3 και της υπογραφής της σχετικής σύμβασης εγγύησης στην παρουσία δύο μαρτύρων και για την οποία ο εναγόμενος 3 δήλωσε εγγράφως ότι δεν επιθυμούσε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή αναφορικά με τους όρους του εγγυητηρίου εγγράφου, όρους του οποίου ο μάρτυς σχολίασε. Έκανε αναφορά στις εξασφαλίσεις υποθήκης και εκχώρησης των δικαιωμάτων ασφάλειας ζωής από την εναγόμενη
- Λόγω μη συμμόρφωσης με τους όρους παραχώρησης του εν λόγω δανείου και της μη ομαλής λειτουργίας του λογαριασμού δανείου, οι ενάγοντες ασκώντας τα δικαιώματα τους που απέρρεαν από τη συμφωνία δανείου και εγγυήσεως απέστειλαν προειδοποιητική επιστολή τόσο τους εναγόμενους 1 και 2 όσο και στον εναγόμενο 3 με την οποία τους πληροφορούσαν ότι ο λογαριασμός δανείου παρουσίαζε καθυστερημένες δόσεις και τους καλούσαν σε αποπληρωμή τους. Όταν αυτοί δεν συμμορφώθηκαν τερμάτισαν την λειτουργία του λογαριασμού δανείου την 1.03.2010 και κάλεσαν τους εναγόμενους με επιστολή τους όπως εξοφλήσουν κάθε υπόλοιπον. Εξήγησε στη συνέχεια για τις ενέργειες που έλαβαν χώραν μέχρι και της έγερσης της αγωγής. Για όλα αυτά παρέπεμψε στις σχετικές συμφωνίες που υπογράφτηκαν και σε συναφή άλλα έγγραφα όπως και στους Γενικούς Όρους και Κανονισμούς που εφάρμοζε τότε η τράπεζα. Παρουσίασε αναδομημένες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού όπου σύμφωνα με αυτές η ενάγουσα αξιώνει από τους εναγόμενους ως η έκθεση απαιτήσεως. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρος υποβλήθηκαν κυρίως διευκρινιστικού χαρακτήρα ερωτήσεις στις οποίες ο μάρτυς απαντούσε εμπεριστατωμένα και παραπέμποντας σε σχετικές αναφορές και όρους των επίδικων εγγράφων συμφωνιών και των σχετικών με αυτές τα οποία κατατέθηκαν με τη διευκρίνιση ότι δεν συμμετείχε στη σύναψη των επίδικων συμφωνιών και ότι την πληροφόρηση του την έλαβε από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης όταν αυτός στάλθηκε στο Τμήμα Είσπραξης Χρεών, όπου αποστέλλονται οι προβληματικοί λογαριασμοί και όπου εργάζεται. Σύμφωνα με τον μάρτυρα σε σχέση με το κατά πόσο οι εναγόμενοι και ειδικότερα ο εναγόμενος 3 ως εγγυητής των εναγομένων 1 και 2 είχε λάβει γνώση των εγγράφων που αφορούσαν τη συμφωνία δανείου, ο μάρτυς ανέφερε ότι προέκυπτε από τα έγγραφα που κατάθεσε ως τεκμήρια ότι είχαν πλήρη πληροφόρηση επί όλων των εγγράφων και ζητημάτων που αφορούσαν τις επίδικες συμφωνίες και ότι η ενάγουσα δεν είχε λόγο να αποκρύψει οποιοδήποτε έγγραφο. Εξάλλου ο εναγόμενος 3 ως εγγυητής είχε τη δυνατότητα να λάβει νομική συμβουλή την οποία υπέγραψε ότι δεν ήθελε να λάβει. Εφόσον δε δεν ήταν παρών κατά τη σύναψη των συμφωνιών δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ακριβώς τα γεγονότα της σύναψης τους. Σημαντικό κατά την άποψη μου σημείο της μαρτυρίας του είναι η επιβολή τόκου υπερημερίας σε ποσοστό 2% όπως μειώθηκε κατά τον μάρτυρα το αρχικό επιβληθέν ποσοστό 7,75%. Σε υποβολή ότι δεν δικαιούνται οποιοδήποτε ποσοστό τόκου υπερημερίας, ο μάρτυς διαφώνησε λέγοντας ότι οι όροι οι οποίοι υπογράφτηκαν από τους πελάτες προνοούν και δίνουν το δικαίωμα στην τράπεζα να επιβάλει τέτοιο τόκο. Και στη συνέχεια σε ερώτηση: «Ε. Άρα στην ουσία συμφωνείτε μαζί μου ότι έγινε η χρέωση απλά επειδή προνοείται μέσα στην σύμβαση;» Η απάντηση ήταν μονολεκτική: «Μάλιστα.» Βέβαια πάνω στο ίδιο ζήτημα στη συνέχεια διευκρίνισε σε σχέση με την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού ότι είχε αφαιρέσει όλους τους τόκους υπερημερίας που χρεώθηκαν στον επίδικο λογαριασμό όπως είχε αναφέρει και στην γραπτή του δήλωση από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού μέχρι και τον τερματισμό του και ασφαλώς, όπως διευκρίνισε στη συνέχεια, και όλους τους τόκους συνεπεία της κεφαλαιοποίησης τους και όλα τα έξοδα που είχαν χρεωθεί. Σε σχέση με τις προειδοποιητικές επιστολές, επιστολές τερματισμού και επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας (Τεκμ. 13-17), όταν υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι δεν στάλθηκαν ή παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους ο μάρτυς απάντησε ως ακολούθως: «Α. Διαφωνώ. Στάλθηκαν με σύνηθες ταχυδρομείο όπως προνοούν οι όροι της συμφωνίας και από την στιγμή που δεν έχω στον φάκελο μου οποιαδήποτε επιστροφή, θεωρώ ότι παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους.» Οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν οποιανδήποτε μαρτυρία, χωρίς βέβαια να έχουν και τέτοια υποχρέωση ή και αυτό να μειώνει το βάρος που είχε η ενάγουσα απόδειξης των αξιώσεων της το οποίο παραμένει αμείωτο στους ώμους της. Οι εναγόμενοι περιορίστηκαν στην καταχώρηση κοινής Υπεράσπισης όπου προέβαλαν διάφορους ισχυρισμούς όπως τους κατέγραψα πιο πάνω και στην αντεξέταση του μάρτυρος που παρουσίασε η πλευρά της ενάγουσας. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών στις γραπτές αγορεύσεις τους, με τις οποίες είχαν την καλοσύνη να με εφοδιάσουν, κάνουν αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προέκυψαν από τη μαρτυρία, όπως και σε νομική επιχειρηματολογία που κατά την άποψη τους βοηθά τις θέσεις τους. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και τις έλαβα υπόψη μου κατά την ετοιμασία της παρούσας απόφασης μου. Σε σημεία αυτών θα γίνει αναφορά στο κατάλληλο σημείο της απόφασης μου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τον μοναδικό μάρτυρα που κατάθεσε για την ενάγουσα στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, το καλό μνημονικό του και γενικά τη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρος (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου,
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 1273, στις σελ. 1280 -1281). Για τον τρόπο αντίκρισης μιας μαρτυρίας έχω περαιτέρω υπόψη μου τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 ΑΑΔ 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρος πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Λαμβάνω επίσης υπόψη τα όσα έχουν λεχθεί από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ, Δ. πάνω στο ίδιο ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Πολυβίου,
(2009)1 ΑΑΔ 339 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μη γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά,.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι: «... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Στην υπόθεση Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.,
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους. Η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω την σύγκριση και αντιπαραβολή της προφορικής μαρτυρίας, τις παραδοχές και αρνήσεις του μάρτυρος σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία έχω εξετάσει και μελετήσει με προσοχή, και σε συσχετισμό ασφαλώς με το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων (βλ. Phipson on Evidence 14η έκδοση
(1990)Παρ. 12 - 20 και Λάρκου κ.α. v. Παναγή,
(1996)1 ΑΑΔ 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ 447). Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν τη μαρτυρία, κατά τον τρόπο βέβαια που η κάθε πλευρά την αντιλήφθηκε, και τις θέσεις ή απόψεις τους επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης και την ερμηνεία που η κάθε πλευρά προσέδωσε σε αυτή. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας στην οποία προβαίνω αμέσως στη συνέχεια. Ο μοναδικός μάρτυρας που κατάθεσε ενώπιον μου ο κ. Γρηγόρης Γρηγορίου για την πλευρά της ενάγουσας μου προκάλεσε εξαιρετική εντύπωση και κρίνεται ως μάρτυς της αλήθειας. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του και όσα ανάφερε ή επεξήγησε προέρχονταν είτε από την προσωπική του γνώση λόγω της εμπειρίας του ως υπάλληλος σε τραπεζικά ιδρύματα είτε προέρχονταν από τα έγγραφα της υπόθεσης, μέρος του αρχείου της ενάγουσας και τα οποία κατάθεσε ως τεκμήρια. Δεν διέκρινα ότι διακατεχόταν από οποιανδήποτε εμπάθεια ή από προσωπικό συμφέρον (βλ. Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελ. 333). Οι απαντήσεις που έδιδε ήταν πειστικές και σε καμιά περίπτωση δεν διέκρινα τάση υπεκφυγής. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του και κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτή για την εξαγωγή των δικών μου συμπερασμάτων όπως θα καταγραφούν στο μέρος της απόφασης μου με τίτλο «Συμπεράσματα - Ευρήματα». Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το βάρος να αποδείξει τις αξιώσεις της στο βαθμό που επιβάλλεται στις αστικές αγωγές, κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, παραμένει στους ώμους της ενάγουσας (βλ. Barry Barry Wynne v. Devid Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα, ανίκανου προσώπου,
(2009)1 ΑΑΔ 1138 στην οποία γίνεται η ακόλουθη αναφορά: «Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο.» Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους κ.ά.,
(2010)1 ΑΑΔ 829. Όταν οι αξιώσεις αφορούν τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που πρέπει να αποδειχθούν, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση της ενάγουσας, είναι τα ακόλουθα: (α) Η σύναψη της σύμβασης (στην περίπτωση μας των Συμφωνιών Δανείου, Υποθήκης και Εγγύησης με τους όρους τους), (β) η παράβαση όρου της συμφωνίας δανείου, (γ) ο τερματισμός της συμφωνίας, και (δ) το οφειλόμενο υπόλοιπο. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΕΥΡΥΜΑΤΑ: Είναι θεμελιωμένο ότι η Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων δεν αποτελεί μαρτυρία των εναγομένων, αλλά δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις των εναγομένων έναντι των διεκδικήσεων της ενάγουσας, οι οποίες θέσεις δεν μπορούν και δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, αφού δεν υποστηρίζονται από σχετική μαρτυρία, αν το Δικαστήριο αποδεχθεί ότι η ενάγουσα, με την προσαχθείσα από αυτή μαρτυρία, απέδειξε τις αξιώσεις της (βλ. υποθέσεις Μαυρομιχάλη κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1996)1 ΑΑΔ 530 και Χαριλάου v. Κυριακής Ανδρέου Τίνεντη,
(2010)1 ΑΑΔ 1677). Σύμφωνα με τη Διαταγή 19 Θ. 4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η έκθεση απαιτήσεως θα πρέπει να περιέχει σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων η ενάγουσα στηρίζει την απαίτηση της και εκθέτει τη θεραπεία που αξιώνει. Τα πιο πάνω διαπιστώνω ότι εκπληρούνται στο δικόγραφο της ενάγουσας. Θα προχωρήσω να εξετάσω αν με την προσκομισθείσα μαρτυρία η ενάγουσα απέσεισε το βάρος που είχε και απέδειξε τις αξιώσεις της και αυτά σε συνδυασμό με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της και τη νομική επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε από τις δύο πλευρές ή που διέπει τα διάφορα ζητήματα που ανεφύησαν. Θα εξεταστούν ασφαλώς ταυτόχρονα και σε συνδυασμό με τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς των εναγομένων, όπως δικογραφήθηκαν και/ή όπως προωθήθηκαν - στον βαθμό που προωθήθηκαν - με την αντεξέταση του μάρτυρος που παρουσίασε η πλευρά της ενάγουσας. Θα εξετάσω τα πιο πάνω ζητήματα τα οποία προκαθορίζει η νομολογία μας κατά πόσο αυτά έχουν αποδειχθεί: Σύναψη Συμφωνίας Δανείου και παραλαβή του ποσού του δανείου: Οι εναγόμενοι αν και παραδέχονται ότι υπεγράφη έγγραφο συμφωνίας που φέρει ον τίτλο «Στεγαστικό Δάνειο» εντούτοις ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν είχαν ζητήσει δάνειο στεγαστικό αλλά για να εξοφλήσει ο εναγόμενος 1 προηγούμενα του χρέη του στην Τράπεζα Κύπρου ύψους €280.000,00 και το περιπλέον ποσόν των €20.000,00 περίπου δόθηκε ως δάνειο στους εναγόμενους 1 και 2 το οποίο τους επέβαλε, κατ' ισχυρισμό τους η ενάγουσα να το παρουσιάσουν ως στεγαστικό. Παρά την πιο πάνω δικογραφημένη θέση της Υπεράσπισης για αυτό το θέμα δεν υποβλήθηκε στον μάρτυρα της ενάγουσας αυτή η θέση για να τη σχολιάσει. Ούτως ή άλλως η ενάγουσα παραδέχεται μέσω της δήλωσης του μάρτυρος της (Έγγραφο Α παρ. 11) ότι σκοπός του δανείου ήταν η εξόφληση υφιστάμενου στεγαστικού όμως δανείου των εναγομένων 1 και 2 στην Τράπεζα Κύπρου. Σε σχετική δε ερώτηση που υποβλήθηκε στον μάρτυρα κ. Γρ. Γρηγορίου, αυτός ανέφερε επί λέξη: «Υπήρχε στεγαστικό δάνειο στην Τράπεζα Κύπρου, το οποίο απορροφήθηκε από την Λαϊκή Τράπεζα, δηλαδή η Λαϊκή Τράπεζα ήρθε, εξόφλησε την Τράπεζα Κύπρου και παραχωρήθηκε το παρόν στεγαστικό δάνειο στους πελάτες.» Δεν υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι έστω το δάνειο που προϋπήρχε στην Τράπεζα Κύπρου δεν ήταν στεγαστικό ούτε και ο μάρτυρας της ενάγουσας σε όποια έκταση αντεξετάστηκε δεν του τέθηκαν τέτοιοι ισχυρισμοί για να τους σχολιάσει. Η πιο πάνω εξέλιξη που είχε το συγκεκριμένο δάνειο δεν το αποχαρακτήρισε από στεγαστικό δάνειο έστω και αν το αρχικό εξοφλήθηκε στην τράπεζα που το είχε αρχικά παραχωρήσει. Παρατηρώ όμως ότι και η επίδικη συμφωνία, μεταξύ των παρόντων διαδίκων, όπως προανέφερα τιτλοφορείται ως «Στεγαστικό Δάνειο». Και στη συνέχεια ότι σκοπός του επίδικου δανείου ήταν: «η εξόφληση στεγαστικού δανείου με την Τράπεζα Κύπρου». Ουδέποτε η ενάγουσα απέκρυψε αυτό το γεγονός και δεν βλέπω πως και γιατί ένα τέτοιο δάνειο είναι μεμπτό ή παρουσιάζει οποιανδήποτε πραγματική ή νομική αδυναμία και ότι ήταν η ενάγουσα που εξώθησε τους εναγόμενους 1 και 2 να προβούν σε αυτού του τύπου το δάνειο ή να το χαρακτηρίσουν ως τέτοιο. Εξάλλου αντεξέταση του κ. Γρ. Γρηγορίου επί των επιτοκίων με τα οποία χρεώνονταν τα δάνεια τότε του τραπεζικού ιδρύματος από το οποίο λήφθηκε αρχικά το δάνειο δεν διέφεραν μεταξύ τους και επομένως δεν προέκυψε ότι με το να χαρακτήριζαν το δάνειο ως στεγαστικό, ενώ δεν ήταν τέτοιο κατά τους εναγόμενους χωρίς αυτοί να υποδείξουν με σχετική μαρτυρία, ταυτόχρονα συνιστούσε αθέμιτη πρακτική ή συναλλαγή που λειτουργούσε προς αθέμιτα κέρδη της ενάγουσας. Από την άλλη δεν αμφισβητούνται το ποσό του παραχωρηθέντος δανείου και η υπογραφή της συμφωνίας και των συμφωνηθέντων δόσεων. Επιφύλαξαν δε το δικαίωμα τους να αναφερθούν στο περιεχόμενο των όρων της επίδικης συμφωνίας στην ορθή ερμηνεία της, τη νομιμότητα της και την εγκυρότητα της κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, κάτι όμως που εν τέλει δεν έπραξαν. Για τις όποιες ρητά διατυπωμένες ή έμμεσα υπονοούμενες επιφυλάξεις και αμφισβητήσεις των εναγομένων στο δικόγραφο τους, η ενάγουσα, μέσω του μάρτυρος της και της έγγραφης μαρτυρίας που προσκόμισε, έδωσε τη δική της, πειστική κατά τα άλλα, εξήγηση και η δική της θέση και η μαρτυρία επί αυτών δεν κλονίστηκε. Σημειώνω ότι τα έγγραφα που διέπουν την επίδικη συμφωνία κατατέθηκαν χωρίς ένσταση και η αντεξέταση επί αυτών δεν προσέλαβε τη μορφή της αμφισβήτησης τους παρόλο ότι είχε δηλωθεί αυτό κατά την κατάθεση τους από πλευράς Υπεράσπισης. Επιπλέον, τα ίδια ισχύουν και ως προς την εξόφληση των προηγούμενων υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 2 προς την Τράπεζα Κύπρου (Τεκμ. 5) αλλά και την παραλαβή του υπόλοιπου από τους ίδιους τους εναγόμενους (τεκμ. 6). Αυτά αποδεικνύονται από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια τα οποία και δεν αμφισβητήθηκαν επί της ουσίας τους από πλευράς Υπεράσπισης. Αναμφισβήτητα παρέμειναν όλα τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν από πλευράς της ενάγουσας και όσα από αυτά, όπως για παράδειγμα το Τεκμ. 4 (κατάλογος Επιτοκίων & Χρεώσεων) που ίσχυε όταν είχε συναφθεί το δάνειο με την αφαίρεση χρεώσεων και εξόδων όπως φαίνεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμ. 18 και όπως εξήγησε κατά τη μαρτυρία του ο μάρτυς των εναγόντων, δεν εφαρμόζονται στον υπολογισμό του τελικού υπολοίπου που πλέον διεκδικείται και έτσι δεν παρέχεται πλέον έρεισμα για αμφισβήτηση τους. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω μαρτυρία, κατά την απόφαση στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.,
(2009)1 ΑΑΔ 479, η ενάγουσα παρουσίασε ικανοποιητική μαρτυρία για την απόδειξη των σχετικών ισχυρισμών της, και επομένως το βάρος απόδειξης περί του αντιθέτου μετατέθηκε στους ώμους των εναγομένων οι οποίοι δεν προσκόμισαν καμία μαρτυρία ούτε αμφισβήτησαν το περιεχόμενο των τεκμηρίων αυτών αντεξετάζοντας τον μάρτυρα της ενάγουσας. Στη δε ακροτελεύτια υποβολή από πλευράς Υπεράσπισης στον μάρτυρα της ενάγουσας ο οποίος και την αρνήθηκε, ότι δηλαδή οι εναγόμενοι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα δεν μπορεί να αποδοθεί οποιοδήποτε βάρος. Αποτέλεσμα ήταν οι εναγόμενοι να μην αποσείσουν το βάρος που είχαν ως προς τους δικούς τους ισχυρισμούς προς υποστήριξη και της ανταπαίτησης τους. Με τα πιο πάνω δεδομένα κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πλήρως και αναντίλεκτα τόσο η Συμφωνία Δανείου (Τεκμ. 2) και ο σκοπός της που αφορούσαν την εξόφληση προηγούμενου στεγαστικού δανείου όπως είχαν αιτηθεί οι εναγόμενοι 1 και 2 τους οποίους εγγυήθηκε ο εναγόμενος 3 μετά που αυτός έλαβε την αναγκαία πληροφόρηση από την ενάγουσα για το δάνειο που θα εγγυόταν σύμφωνα με το Τεκμ. 8 και υπογράφοντας το γνωρίζοντας ακριβώς τι έπραττε εξασκώντας απόλυτη και ελεύθερη βούληση κατά τη δήλωση του (Τεκμ. 9) εφόσον δεν θέλησε καν κατά τη δήλωση του (Τεκμ. 10) να συμβουλευτεί δικηγόρο. Τα πιο πάνω απαντούν και στους ισχυρισμούς των παρ. 3 και 4 της Υπεράσπισης των εναγομένων περί μη νομιμότητας ή εγκυρότητας της σύμβασης ή ότι οι όροι στην επίδικη συμφωνία που αναφέρονται στο επιτόκιο ή και στο περιθώριο όπως και η ευχέρεια της ενάγουσας να μεταβάλλει τα ποσοστά τους καθιστούν τη συμφωνία ασαφή και ή ανεφάρμοστη με όρους καταχρηστικούς ή και παράνομους. Η Εγγραφή Υποθήκης: Όπως εμμέσως πλην σαφώς προκύπτει και από την Υπεράσπιση των εναγομένων, αυτοί παραδέχονται ότι καταρτίστηκε η Σύμβαση και ενεγράφη η επίδικη Υποθήκη. Ισχυρίζονται όμως στην παρ. 5 της Υπεράσπισης τους ότι: «Η επίδικη υποθήκη ή και σύμβαση υποθήκης ή και τα έγγραφα της υποθήκης είναι άκυρα ή και παράνομα καθότι το περιεχόμενο τους δεν τηρεί ή και δεν συμμορφώνεται με τις ρητές και επιτακτικές πρόνοιες των άρθρων 21(γ) και άρθρα 5,8 και 9 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65). Εν πάση περιπτώσει οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι όροι της εν λόγω σύμβασης και δήλωσης υποθήκης είναι άκυροι και ανεφάρμοστοι, καθότι αντιβαίνουν προς την ως άνω Νομοθεσία.» Δεν υπήρξε όμως περαιτέρω προώθηση αυτής της υπεράσπισης και δεν υποβλήθηκε καμιά σχετική ερώτηση ή υποβολή στο μάρτυρα της ενάγουσας. Η μαρτυρία που δόθηκε επομένως από την ενάγουσα για τη σύναψη της συμφωνίας υποθήκης (Τεκμ. 11), προς εξασφάλιση του επίδικου δανείου, δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά ως αναντίλεκτη και πλήρως αποδεδειγμένη και η Υποθήκη βρίσκω ότι εξασφαλίζει την επίδικη Συμφωνία Δανείου. Οι εναγόμενοι δεν κατάφεραν να κλονίσουν τη μαρτυρία του μάρτυρος της ενάγουσας ότι όλα έγιναν νομότυπα και σύμφωνα με τις επίδικες συμφωνίες. Η πλευρά της ενάγουσας κατάθεσε ως Τεκμ. 13 - 17 τις επιστολές που απεστάλησαν στους εναγόμενους για παράβαση των όρων της συμφωνίας τους (προειδοποιητική Τεκμ. 13 και 14) και τον τερματισμό της (Τεκμ. 15 και 16) και εκ μέρους του δικηγόρου της ενάγουσας (Τεκμ. 17). Η υποβολή ότι αυτές ούτε αποστάληκαν ούτε και παραλήφθηκαν χαρακτηρίζεται ως γενική. Οι επιστολές αυτές όπως ανέφερε ο κ. Γρ. Γρηγορίου και αποστάληκαν στις διευθύνσεις των εναγομένων και τεκμαίρεται ότι παραλήφθηκαν εφόσον δεν επιστράφηκαν. Από πλευράς της ενάγουσας έχει αποδειχθεί ο ισχυρισμός της περί μη πληρωμής οφειλόμενων δόσεων και επομένως η παράβαση των σχετικών όρων της επίδικης Συμφωνίας Δανείου, αφού με σαφή τρόπο προειδοποιήθηκαν γι΄αυτό με τις πιο πάνω επιστολές και σε αυτές αναφέρεται και η επιστολή τερματισμού της Συμφωνίας Δανείου στην Έκθεση Απαιτήσεως [βλ. Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 194 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά. (πιο πάνω)]. Έχει επίσης αποδειχθεί ο ισχυρισμός της περί τερματισμού της συμφωνίας δανείου με επιστολή που αποστάληκε τόσο στους εναγόμενους 1 και 2 όσο και στον εναγόμενο 3 (Τεκμ. 15 και 16). Θα εξετάσω στη συνέχεια το κατά πόσο με την αποστολή της επιστολής τερματισμού (Τεκμ. 15 και 16), έχει πράγματι τερματισθεί η επίδικη σύμβαση. Υπάρχει πλούσια νομολογία για την αποστολή και λήψη επιστολής με το ταχυδρομείο όπως είναι οι αποφάσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά. (πιο πάνω) όπου λέχθηκε ότι: «Η πιο πάνω μαρτυρία της μάρτυρος υποδηλώνει ότι οι επιστολές είχαν αποσταλεί κανονικά και η μη επιστροφή τους συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχαν παραδοθεί στα πρόσωπα στα οποία απευθύνονταν» Στην πιο πάνω υπόθεση γίνεται παραπομπή και στις υποθέσεις (Latifundia Properties Ltd v. Ψακή
(2003)1 ΑΑΔ 670 και Πιττάκα v. Γ και Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895. Αρκεί δηλαδή η απόδειξη ότι μια επιστολή στάλθηκε για να δημιουργηθεί εκ πρώτης όψης απόδειξη του γεγονότος αυτού, καθώς και του ότι παρελήφθη από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται και στο οποίο μεταφέρεται το βάρος να αποδείξει ότι δεν παρέλαβε την επιστολή και δεν έλαβε γνώση του περιεχομένου της. Οι επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού (Τεκμ. 13 -17), φαίνεται να αποστάληκαν στις διευθύνσεις που είχαν δώσει οι εναγόμενοι στην ενάγουσα κατά τη σύναψη των συμφωνιών ή που κοινοποιήθηκε στη συνέχεια στην ενάγουσα και δεν επιστράφηκαν πίσω. Θα συμφωνήσω με την πλευρά της ενάγουσας ότι αυτή έπραξε ότι έπρεπε στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και νομολογίας για τον τερματισμό των επίδικων συμβάσεων και οι εναγόμενοι ήταν γνώστες της οφειλής τους προς την ενάγουσα. Ο τερματισμός επομένως των επίδικων συμβάσεων έχει γίνει και έχει αποδειχθεί πλήρως και αναντίλεκτα και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να αντικρούει και να καταρρίπτει τα πιο πάνω τεκμήρια. Το Οφειλόμενο Υπόλοιπο: Το τελευταίο στοιχείο που πρέπει να αποδείξει η ενάγουσα είναι το οφειλόμενο χρέος των εναγομένων. Στην υπόθεση C.T.A. Tehhno Marketing Ltd κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(2004)1 ΑΑΔ 720 κρίθηκε ότι ορθά κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο παραθέτοντας το ακόλουθο απόσπασμα της: «Η μη προσφορά μαρτυρίας από τους Εναγόμενους δεν ενδυναμώνει την υπόθεση των Εναγόντων, όμως ανεξάρτητα τούτου υπό τις περιστάσεις αισθάνομαι ικανοποιημένος ότι οι σχετικές καταστάσεις αποδίδουν την αληθινή και πραγματική εικόνα των χρεώσεων και πιστώσεων στον επίδικο λογαριασμό.» Στην υπόθεση Μάρσελ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ.1858 είχε τονιστεί ότι τα στοιχεία που περιέχονται σε καταστάσεις λογαριασμών που παράχθηκαν από ηλεκτρονικό υπολογιστή δεν συνιστούν απόδειξη και μάλιστα αδιαμφισβήτητη των γεγονότων που εκτίθενται σ΄ αυτήν. Αποτελούν όμως, όπως προστέθηκε, ένα αποδεικτικό στοιχείο που υπόκειται σε αξιολόγηση και στο οποίο αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια ή άλλως της δήλωσης. (βλ. επίσης την υπόθεση Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 194). Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας καταχωρήθηκε η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 18), η οποία κατατέθηκε σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που τίθενται στον Περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9) με το ανάλογο πιστοποιητικό σύμφωνα με το Άρθρο 35 αυτού. Δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε αμφισβήτηση εκ μέρους των εναγομένων σε σχέση με αυτή την κατάσταση ούτε και υποδείχθηκε οποιαδήποτε χρέωση η οποία δεν δικαιολογείτο. Ότι ζητήθηκε να απαντήσει ή διευκρινίσει καλύτερα ο μάρτυς της ενάγουσας κατά την αντεξέταση του από τον δικηγόρο των εναγομένων, ως προς την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, δεν συνιστούσε ούτε λανθασμένη καταγραφή ή παράνομη ή αντισυμβατική ή άδικη ή καταχρηστική χρέωση ή ότι στη σύμβαση δανείου περιλαμβάνονται καταχρηστικοί όροι. Ουσιαστικά δεν τέθηκε συγκεκριμένη θέση ή ισχυρισμός στο μάρτυρα της ενάγουσας με τον οποίον η υπεράσπιση θα επεξηγούσε ή θα προσκόμιζε μαρτυρία ώστε να καταδείξει ότι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού είναι λανθασμένη όπως επιφυλάχθηκε να κάνει στην Υπεράσπιση της. Οι εναγόμενοι, εκτός του ότι δεν έχουν σε καμία περίπτωση κλονίσει την μαρτυρία του μάρτυρος κατά την αντεξέταση του, δεν προσήγαγαν καμιά μαρτυρία και δεν έθεσαν κανένα υπόβαθρο που να αποδεικνύει το αβάσιμο των ισχυρισμών της ενάγουσας. Η νομοθετική πρόνοια στο άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ 9, αναφέρει ότι αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και των θεμάτων δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σ΄αυτό. Το άρθρο 22 δημιουργεί μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Αυτή δε η εκ πρώτης όψεως απόδειξη δεν αντικρούστηκε και δεν καταρρίφθηκε κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στην κατάσταση λογαριασμού μετατοπίστηκε στους εναγόμενους οι οποίοι όμως δεν απόσεισαν το βάρος αυτό. Εκτός τούτου, ικανοποιήθηκαν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 και 35 του Κεφ. 9, σε σχέση με το εν λόγω τεκμήριο, αφού καταδείχθηκε με επάρκεια ότι αποτελεί μέρος του αρχείου της τράπεζας. Από την αντεξέταση του μάρτυρος της ενάγουσας δεν έχει καταδειχθεί ότι έχουν έρεισμα ισχυρισμοί περί καταχρηστικών ή και παράνομων όρων. Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(1)του Νόμου 160(I)/99: «Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα και εν προκειμένω η ενάγουσα έχουν υποχρέωση: (α) Να ενημερώνουν ειδικά κάθε οφειλέτη στον οποίο παραχωρούν δάνειο ή άλλη πιστωτική διευκόλυνση για το ύψος του επιτοκίου που θα χρεώνεται εκάστοτε αναφορικά με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση, τον τρόπο με τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται και το χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στο λογαριασμό του οφειλέτη. (β) Να παρέχουν σε κάθε οφειλέτη λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις ή ανάκτηση εξόδων που σχετίζονται με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση. (γ) Να ενημερώνουν τους οφειλέτες είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά για οποιαδήποτε άλλη αλλαγή. Συμμορφούμενη με τις πρόνοιες του πιο πάνω Άρθρου, η ενάγουσα ενημέρωσε σχετικά, όπως αποδεικνύεται με τους ανάλογους όρους στα υπογραφέντα έγγραφα, μέσω του τύπου ή με επιστολές τους εναγόμενους, στο βαθμό και την έκταση που τους αφορούν και/ή απευθύνονται ή αναφέρονται, τον καθένα από αυτούς, όσον αφορά το ύψος του επιτοκίου, τον τρόπο και τον χρόνο υπολογισμού, χρέωσης και είσπραξης του, τον ανατοκισμό δύο φορές τον χρόνο, τον τόκο υπερημερίας καθώς επίσης και για τις άλλες χρεώσεις και τα έξοδα που σχετίζονται με την επίδικη Συμφωνία Δανείου. Η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 18), βρίσκω ότι είναι ορθή, έχει ελεγχθεί τόσο από τον μάρτυρα της ενάγουσας ο οποίος και την ετοίμασε. Χωρίς να υπάρχει περί του αντιθέτου διαφορετική μαρτυρία, κρίνω ότι είναι αληθινή και η κάθε εγγραφή και το κάθε ποσό που αναγράφεται σε αυτή την κατάσταση και αντιστοιχεί σε αποδείξεις και άλλα έγγραφα τα οποία αποτελούν τραπεζικά έγγραφα και τα οποία επιβεβαιώνουν και αποδεικνύουν πλήρως κάθε εγγραφή και κάθε ποσό που εμφαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού, σε συνδυασμό δε με την προφορική μαρτυρία που παρουσίασε προς υποστήριξη της αξίωσης της η ενάγουσα η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 18) αντικατοπτρίζει τις ορθές χρεοπιστώσεις που έγιναν από την ενάγουσα κατά τον επίδικο χρόνο και αποδίδει το ακριβές οφειλόμενο υπόλοιπο. Κατά την ημερομηνία σύναψης του επίδικου δανείου το βασικό επιτόκιο ανερχόταν στα 4,45% πλέον το ποσοστό περιθωρίου 1.25% ήτοι συνολικά 5.70% ετησίως παρ. 5 της Συμφωνίας Δανείου (Τεκμ.2). Ο μάρτυς της ενάγουσας ανέφερε ότι ετοιμάζοντας την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού μείωσε το επιτόκιο από 14% που ζητούσε η ενάγουσα σε 8,25% από την ημερομηνία τερματισμού του μέχρι σήμερα. Συνοψίζοντας καταλήγω και καθίστανται ταυτόχρονα ευρήματα μου ότι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 18) σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του μάρτυρος της ενάγουσας κ. Γ. Γρηγορίου, ήταν αρκετά για να αποδείξουν το οφειλόμενο υπόλοιπο, δεδομένης και της αποτυχίας των εναγομένων να αντικρούσουν το περιεχόμενο της, ως είχαν το βάρος να πράξουν (βλ. υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.,
(2009)1 ΑΑΔ 479, την υπόθεση Χρήστος Θεοδώρου v. Hellenic Bank Ltd,
(2012)1 ΑΑΔ 2059 καθώς και με την υπόθεση Evelthon Developments Ltd v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2012)1 ΑΑΔ 2486). Περαιτέρω στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ. 18) εμφαίνονται όλες οι χρεώσεις των εναγομένων είτε αφορούν τον τόκο του δανείου είτε αφορούν οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις του δανείου καθώς και το οφειλόμενο υπόλοιπο των εναγομένων για τις οποίες οι εναγόμενοι ήταν ενήμεροι. Περαιτέρω με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού διορθώθηκε οποιαδήποτε λανθασμένη χρέωση δυνάμει της τότε πρακτικής που τηρούσε η ενάγουσα, προσδιορίζοντας έτσι με ακρίβεια το πραγματικό οφειλόμενο υπόλοιπο και δεν υπάρχει καμία επιπρόσθετη ή παράνομη ή κατά παράβαση της Συμφωνίας Δανείου χρέωση (βλ. Evelthon Developments Ltd κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ (πιο πάνω). Τα προαναφερόμενα τεκμήρια καταχωρήθηκαν κατά την ακρόαση με επιφύλαξη την αντεξέταση επί του περιεχομένου τους και περαιτέρω επεξηγήθηκαν από τον μάρτυρα της ενάγουσας και δεν κλονίστηκε η αποδεικτική τους αξία σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης του. Επιπρόσθετα δε οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν καμία μαρτυρία για να αντικρούσουν τη μαρτυρία του μάρτυρος για την ενάγουσα η οποία παρέμεινε αλώβητη από την αντεξέταση ή για να εξηγήσουν με τρόπο σαφή και συγκεκριμένα ποια ποσά συνιστούσαν αυθαίρετες και/ή παράνομες χρεώσεις με αναφορά βεβαίως και στα πιο πάνω έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Θα με απασχολήσει στη συνέχεια ειδικότερα η θέση της Υπεράσπισης για χρέωση παράνομων τόκων. Ως προς τους παράνομους τόκους σχετική είναι η πρόνοια του Άρθρου 74
(1), του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σύμφωνα με την οποία «Ρήτρα για καταβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα». Η χρήση της λέξης "δύναται" εξυπακούει ότι δεν μπορεί να θεωρείται πάντοτε και άνευ ετέρου ο τόκος υπερημερίας ως ποινική ρήτρα, αλλά τούτο θα κρίνεται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης χωριστά. Περαιτέρω, το Άρθρο 74
(1)του Κεφ. 149 θεσπίστηκε και τέθηκε σε ισχύ σε χρόνο που δεν εφαρμοζόταν στην Κύπρο το κυμαινόμενο επιτόκιο και που δεν ήταν νομοθετημένη η ελευθεροποίηση των επιτοκίων, αφορούσε δε γενικά τις συμβάσεις και όχι μόνο τις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις. Ο Νόμος 160(I)/99 αφορά τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως είναι η ενάγουσα (Άρθρο 2 του Νόμου 160(I)/99), το κατά πόσον ο τόκος υπερημερίας θεωρείται ως ποινική ρήτρα ή όχι, πρέπει να κριθεί στη βάση της φύσης του πιστωτικού ιδρύματος, την πρακτική των συναλλαγών και τον χρηματοπιστωτικό κίνδυνο που αναλαμβάνει συμβατικά και επέρχεται στην πράξη για το πιστωτικό ίδρυμα λόγω της αφερεγγυότητας του χρεώστη. Όπως προκύπτει άμεσα και/ή έμμεσα, πλην σαφώς, από τις πρόνοιες και τον συνδυασμό των Άρθρων 20,21,22,23 και 40 του Νόμου 66(I)97 που προνοεί για τη Ρύθμιση των Τραπεζικών Εργασιών, καθώς και από το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων των Νόμων 74(I)1999, 94(I)2000 και 19(I)2003, καθώς και από το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων των Νόμων 4(I)2004, 151(I)2004, 231(I)2004, 235(I)2004, 20(I)2005, 80(I)2008, 100(I)2009, 123(I)2009, 27(I)2011 και 104(I)2011, οι οποίοι Νόμοι έχουν ενσωματωθεί μαζί και αποτελούν τους περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμους του 1997 έως (Αρ. 2) του 2011, οι οποίοι αποτελούν βοήθημα για άντληση καθοδήγησης για ερμηνευτικούς σκοπούς της φύσης των τραπεζικών εργασιών και κινδύνων, καθώς και της πρακτικής και της φύσης των τραπεζικών συναλλαγών και των όρων τους, η παράβαση των όρων των επίδικων Συμβάσεων και ειδικότερα η μη κανονική και/ή η καθόλου πληρωμή των δόσεων αποπληρωμής των οφειλόμενων ποσών και/ή η μη εξόφληση των οφειλόμενων ποσών και των τόκων τους από τους εναγόμενους, και γενικά από τους οφειλέτες τους, επηρεάζουν την οικονομική κατάσταση και τη ρευστότητα της ενάγουσας, τη χρηματοδοτική ικανότητα και την εξ αυτής κερδοφορία τους, την ικανότητα τους για αποπληρωμή των άμεσων και/ή ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων τους, καθώς επίσης επηρεάζουν την κεφαλαιακή επάρκεια και τον ασφαλή υπολογισμό του βαθμού διατήρησης και επάρκειας των ίδιων κεφαλαίων και την μέτρηση και διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου και κινδύνου ρευστότητας που αναλαμβάνει, ο οποίος αυξάνεται λόγω της παράβασης εκ μέρους των εναγομένων. Έχοντας υπόψη όλες αυτές τις πτυχές και παραμέτρους που πηγάζουν από τη φύση της ενάγουσας ως τράπεζας και ως πιστωτικού ιδρύματος, την τραπεζική πρακτική, τη φύση και τους γενικούς όρους των τραπεζικών συναλλαγών, καθώς και τους πιστωτικούς κινδύνους που ενυπάρχουν σε αυτές και που σαφώς σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, θα γίνει στη συνέχεια αναφορά στις αρχές που εφαρμόζονται και τις αποφάσεις που αναφέρονται στην περίπτωση της ποινικής ρήτρας, και οι οποίες είναι πολύ γνωστές. Στην υπόθεση Σύλλογος «ΑΝΟΡΘΩΣΙΣ» Αμμοχώστου διά του Προέδρου αυτού Κίκη Κωνσταντίνου v. «ΑΠΟΛΛΩΝ» ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ διά του γενικού Γραμματέα Γιώργου Παπά
(2002)1 ΑΑΔ 518, σε αναφορά στο Άρθρο 74
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 74 του Indian Contract and Specific Act, 1872 που τροποποιήθηκε από τον Indian Contract (Amendment) Act, 1889 και αναφέρεται στο θέμα της αποζημίωσης για παράβαση σύμβασης η οποία διαλαμβάνει ποινική ρήτρα λέχθηκαν τα εξής: «Σαφώς προκύπτει από τη συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη ότι ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός∙ επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανώτατου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς η οποία θα προκύψει από τη διάρρηξη συμφωνίας, αυτή μετρά ως στοιχείο σχετικό, στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο.» Το στοιχείο του εκφοβισμού συνιστά την ουσία της ποινικής ρήτρας (βλ. Dum lop Pneumatic Tyre Co. Ltd v. New Garage & Motor Co. Ltd
(1915)A.A. 79). Όμως, τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση, αυτό που προνοείται από τον επίμαχο όρο της σύμβασης είναι η καταβολή χρημάτων από τον παραβάτη συμβαλλόμενο στον αθώο συμβαλλόμενο». Στην σχετική Αγγλική υπόθεση Lordsvale Finance plc v. Bank of Zambia, 3 ALL ER, 156, ο Δικαστής Colman αποφάσισε τα ακόλουθα: «In my judgment, weak as the English authorities are, there is every reason in principle for adopting the course which they suggest, and for confining protection of the creditor by means of designation of default interest provisions as penalties to retrospectively operating provisions. If the increased rate of interest applies only from the date of default or thereafter, there is no justification for striking down as a penalty a term providing for a modest increase in the rate. I say nothing about exceptionally large increases. In such cases it may be possible to deduce that the dominant function is interrorem the borrower. But nobody could seriously suggest that a 1% rate increase could be such. It is, in my judgment, consistent only with an increase in the consideration for the loan by reason of the increased credit risk represented by a borrower in default. For these reasons I conclude that art 10.30(A) contains nothing in the nature of a penalty and that the default interest provision must be fully enforced.» Σύμφωνα λοιπόν με την απόφαση αυτή, χρεώσεις οποιασδήποτε μορφής τόκου ή ανατοκισμός ή τόκος υπερημερίας ή άλλες χρεώσεις και έξοδα, δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε ως παράνομες, ούτε ως ποινικές ρήτρες, ούτε ως μέσα εκφοβισμού του οφειλέτη εφόσον: (α) Οι χρεώσεις αυτές αφορούν την περίοδο από την παράβαση (default) και μετέπειτα. (β) Οι χρεώσεις είναι μικρές και συντηρητικές (modest). (γ) Οι χρεώσεις αποτελούν το αντάλλαγμα (και όχι ποινή) του αυξημένου πιστωτικού κινδύνου (increased credit risk) τον οποίο δημιουργεί ο παραβάτης οφειλέτης στους ενάγοντες. (δ) Οι χρεώσεις προνοούνται στην επίδικη σύμβαση. Στην Evelthon Developments Ltd κ.α. v. Eθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου), (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα τα οποία και παραθέτω: «Στην πρωτόδικη απόφαση ορθά αναφέρεται ότι με τον τερματισμό της Σύμβασης Δανείου λόγω της παράλειψης των εφεσειόντων να τηρήσουν τις πρόνοιες της Σύμβασης για έγκαιρη πληρωμή των δόσεων του δανείου, το αναίτιο μέρος, εδώ η Τράπεζα, δικαιούται σε αποζημιώσεις. Εύστοχα σημειώνεται ότι η συμφωνία για πληρωμή τόκου μέχρι την ημερομηνία της αποπληρωμής δεν συνεπάγεται απαραιτήτως και συμφωνία για πληρωμή τόκου πέραν αυτής της ημερομηνίας σε περίπτωση παράλειψης αποπληρωμής παρόλο ότι κάτω από ανάλογες περιστάσεις, μπορεί να επιδικαστεί τόκος υπό μορφή αποζημίωσης (όχι κατ' ανάγκη στο ποσοστό που καθορίζεται στη Σύμβαση). Σχετικό επί του προκειμένου είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Chitty on Contracts (Specific Contracts), 24η Έκδοση, παρ. 3198, το οποίο παρατίθεται στην εκκαλούμενη απόφαση: «A contract to pay interest up to the date of repayment of the debt does necessarily imply an agreement to pay interest beyond that date in the event of default in repayment, but in the situation interest (though not necessarily at the contract rate) can be awarded by way of damages.» Στη συνέχεια της ίδιας πιο πάνω απόφασης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το Μέρος VII - άρθρα 73-75 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 αφορά στις συνέπειες που προκύπτουν από την παράβαση σύμβασης και διέπει το θέμα των αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται το αναίτιο μέρος σε κάθε περίπτωση που υφίσταται ζημιά λόγω παράβασης κλπ της σύμβασης από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 73 του Νόμου το λογικά προβλεπτό της ζημιάς, όπως διαγράφεται από τη σύμβαση είναι το μέτρο της αποζημίωσης, ο δε κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της είναι κατά κανόνα ο χρόνος της παράβασης. Η πρωτόδικος δικαστής προσέγγισε το θέμα του υπολογισμού της αποζημίωσης στην οποία δικαιούται η Τράπεζα έχοντας υπόψη την πιο πάνω αρχή δικαίου λέγοντας ότι ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη της Σύμβασης εκτός αν αυτό ρητά προνοείται στη Σύμβαση ή εξυπακούεται από τη φύση της υποχρέωσης. (Βλ. Κολακίδης & Συνεταίροι ν. Μ. Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1671, Καλησπέρας ν. Δρυάδη κα
(1998)1(Β) ΑΑΔ 867 και Θωμά ν. Μέζου κα
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2359.) Η πρωτόδικος δικαστής κατ΄ εφαρμογή της βασικής αρχής δικαίου σύμφωνα με την οποία το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, στο βαθμό που μπορεί τούτο να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η Σύμβαση να είχε εκτελεστεί, ορθά καθόρισε την πληρωμή τόκου σε ποσό 9% ετησίως επί του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού των εφεσειόντων ως μορφή αποζημίωσης. Το εν λόγω ποσοστό αποτελούσε το ανώτατο επιτρεπτό ποσοστό νομίμου τόκου που μπορούσε να επιβληθεί τόσο με βάση συγκεκριμένο όρο της Σύμβασης Δανείου όσο και με βάση τον ισχύοντα νόμο κατά τη σύναψη της Σύμβασης Δανείου την οποία οι εφεσείοντες υπαιτίως διέρρηξαν.» Αναφορά και επεξήγηση του ρόλου του τόκου υπερημερίας στην επίδικη Σύμβαση δίδεται και από τον κ. Γρ. Γρηγορίου στην γραπτή κατάθεση του όπου κάνει παραπομπή στους Γενικούς Όρους και Κανονισμούς όρος 17
(1)και ειδικότερα στην παρ. 17
(1)(ζ) (Τεκμ. 3), όπου επεξηγεί ότι ο λόγος που συμφωνήθηκε και τέθηκε στη Συμφωνία ο τόκος υπερημερίας ήταν για την προεκτίμηση της τυχόν ζημιάς που θα προέκυπτε στην περίπτωση που οι εναγόμενοι αθετούσαν τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν έναντι των εναγόντων. Η αθέτηση από τους εναγόμενους 1 και 2 των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς δεν πλήρωναν τα ποσά που καθίσταντο πληρωτέα σύμφωνα με το πρόγραμμα αποπληρωμής που είχαν συμφωνήσει του δανείου τους, είχε ως αποτέλεσμα το δάνειο του να παρουσιάζει καθυστερήσεις και να καταστεί μη εξυπηρετούμενο δάνειο, γεγονός που οδήγησε στο τερματισμό της Συμφωνίας Δανείου από την ενάγουσα. Σύμφωνα με τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν.160(Ι)/1999)Άρθρο 3 (1β): «Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την έναρξκη της ισχύος του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά:» Σε προηγούμενο σημείο της απόφασης μου παρέθεσα σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία σε σχέση με το ζήτημα αυτό το οποίο μιλά από μόνο του. Είναι φανερόν ότι στη προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα δεν προσκόμισε μαρτυρία προς απόδειξη της πραγματικής της ζημιάς επομένως δεν θα επιδικάσω οποιοδήποτε ποσοστό τόκου υπερημερίας Οι εναγόμενοι ουδέποτε από της σύναψης των επίδικων Συμβάσεων σε σχέση με τη Σύμβαση Δανείου έθεσαν οποιοδήποτε θέμα, ή υπόβαλαν οποιανδήποτε ένσταση ή διαμαρτυρήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο για τις κατά την άποψη τους παράνομες ή υπερβολικές χρεώσεις τόκων ή εξόδων. Είναι καθήκον και των ιδίων των εναγομένων να ενδιαφερθούν να ενημερωθούν για το επιτόκιο και τον τρόπο υπολογισμού του, τις οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις, και γενικά τις υποχρεώσεις τους έναντι της ενάγουσας, και εφόσον το επιθυμούν να συμβουλευθούν δικηγόρο της επιλογής τους, γεγονός που όπως εμφαίνεται από όλα τα τεκμήρια δεν τους αποστερήθηκε αλλά βεβαίως και δεν δικογραφήθηκε τέτοιος ισχυρισμός. Στην υπόθεση Μαρκίδου v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 ΑΑΔ 2069, ο Αρτεμίδης, Δ. (όπως ήταν τότε) στην ομόφωνη απόφαση του Εφετείου ανέφερε ότι: «προβάλλει ευλόγως το ερώτημα γιατί δεν προέβη (η εφεσείουσα) στα δέοντα ώστε να την ακυρώσει (τη συμφωνία παροχής δανείου, πιστώσεων και άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων), αντί να περιμένει να προβάλει τους ισχυρισμούς της μετά την καταχώρηση της αγωγής», ενώ στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά. (πιο πάνω) επισημάνθηκε ότι οι εφεσίβλητοι ουδέποτε ζήτησαν επεξηγήσεις ούτε και αμφισβήτησαν τον υπολογισμό των τόκων ή την εγκυρότητα της διαδικασίας της τακτικής της τράπεζας. Αναφέρθηκε δε ότι: «η έλλειψη επεξήγησης ως προς την τακτική της τράπεζας δεν μπορεί να καταστήσει τη συμφωνία ως αόριστη και ασαφή. Οι εφεσίβλητοι υπέγραψαν τη σχετική συμφωνία και προέβαιναν για αρκετά χρόνια σε συναλλαγές με την εφεσείουσα τράπεζα χωρίς να προβάλουν οποιαδήποτε διαμαρτυρία. και με τη συμπεριφορά τους αποδέχονταν τη διαδικασία που είχε υιοθετηθεί». Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω είναι η άποψη μου ότι ικανοποιούνται πλήρως οι πιο πάνω προϋποθέσεις και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ευσταθήσουν οι ισχυρισμοί ότι οι χρεώσεις του λογαριασμού των εναγόμενων, ειδικότερα με την κατάθεση ως Τεκμηρίου 18 της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, στην οποία αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις που λανθασμένα επιβλήθηκαν, μπορούν να θεωρηθούν ως παράνομες χρεώσεις και/ή ως ποινικές ρήτρες και/ή ως χρεώσεις πέραν του νόμιμου επιτρεπόμενου ορίου του επιτοκίου, και φυσικά σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι το αξιούμενο ποσό είναι προϊόν παράνομων χρεώσεων, τόκων και ανατοκισμού. Επαναλαμβάνω δε ότι δεν επιδικάζεται αυξημένος τόκος υπερημερίας για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, είναι η κατάληξη μου ότι η ενάγουσα απέδειξε τις αξιώσεις της εναντίον των εναγομένων και ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 ομού και/ή κεχωρισμένως ως ακολούθως: Α. Για το ποσό των €310,698,26σ. με τόκο προς 5,70% ετησίως από 01.03.2010 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως ήτοι την 01.07. και 01.01. εκάστου έτους. Β. Διάταγμα εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 διατάττον την εκποίηση της υποθήκης με αριθμό Υ 5293/08 και την διά δημοσίου πλειστηριασμού πώληση των καλυπτομένων από αυτή ακινήτων, ιδιοκτησίας των εναγομένων 1 και 2, και όπως τα έσοδα από την πώληση αυτή διατεθούν έναντι και/ή προς εξόφληση του οφειλόμενου και/ή πληρωτέου ποσού προς την ενάγουσα. Γ. Διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζονται τα δικαιώματα της ενάγουσας για εξαργύρωση της Ασφάλειας Ζωής της εναγόμενης 2 με αριθμό 224370 επί της Cypria Life Ltd προς όφελος της ενάγουσας δυνάμει της Συμφωνίας ημερ. 29.07.2008 για εκχώρηση των δικαιωμάτων της εναγόμενης 2 τα οποία απορρέουν από την Ασφάλεια Ζωής. Δ. Διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται το δικαίωμα της ενάγουσας σε εξάσκηση του δικαιώματος πώλησης της Ασφάλειας Ζωής της εναγόμενης 2 με αριθμό 224370 επί της Cypria Life Ltd είτε με ιδιωτική συμφωνία είτε με δημόσιο πλειστηριασμό. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων ομού και /ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.).............. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο