Αναφορικά με την Εταιρεία KOULOUNDIS DEVELOPERS LIMITED (HE 101402) (σε διαχείριση) μέσω του παραλήπτη διαχειριστή της Χριστάκη Ιακωβίδη, Αρ. Αίτησης 430/16, 31/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 430/16 Αναφορικά με την Εταιρεία KOULOUNDIS DEVELOPERS LIMITED (HE 101402) (σε διαχείριση) μέσω του παραλήπτη διαχειριστή της Χριστάκη Ιακωβίδη και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο κεφάλαιο 113, άρθρο 337 ------------- (Αίτηση ημερ. 1.3.17) ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.5.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για Αιτητές- Καθ΄ων η αίτηση: κ. Α. Χαραλάμπους Για Καθ΄ου η αίτηση -Αιτητή: κ. Κ. Πανάγου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για αντεξέταση ενόρκων δηλούντων) Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση, ο αιτητής υπό την ιδιότητα του παραλήπτη και διαχειριστή της εταιρείας KOULOUNDIS DEVELOPERS LIMITED, διορισθείς δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης με κάτοχο τη τράπεζα UNIVERSAL BANΚ, ζητά την έκδοση αριθμού διαταγμάτων εναντίον της εταιρείας, των αξιωματούχων αυτής και του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους Αντρέα Κουλουντή. Με την καταχώρηση της κυρίως αίτησης, ο αιτητής με μονομερή αίτηση εξασφάλισε την έκδοση διαταγμάτων σύμφωνα με τα οποία μεταξύ άλλων απαγορεύεται στους αξιωματούχους της εταιρείας και ή τους αντιπροσώπους τους να χρησιμοποιούν, εκμεταλλεύονται και ή κατέχουν οποιοδήποτε κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο ανήκει στην υπό διαχείριση εταιρεία, καθώς και να εμποδίζουν τον ίδιο να εκτελεί απρόσκοπτα τα καθήκοντα του (στο εξής το Διάταγμα). Στην πιο πάνω μονομερή αίτηση καταχωρήθηκαν ενστάσεις από μέρους των καθ΄ ων η αίτηση, αρχικά από τον καθ΄ ου η αίτηση 4 Ανδρέα Κουλουντή και ακολούθως εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση 1, 2 και 3. Οι ενστάσεις των καθ' ων η αίτηση είναι πανομοιότυπες και όλες υποστηρίζονται από την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Κουλουντή. Ακολούθως το Δικαστήριο για τους λόγους που εξηγούνται στην απόφαση του ημερομηνίας 16.1.2017 επέτρεψε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με συγκεκριμένα μόνο ζητήματα από τον διαχειριστή Χριστάκη Ιακωβίδη και τον συνεργάτη του Δημήτρη Χρυσάνθου. Με την υπό κρίση αίτηση οι καθ΄ων η αίτηση -αιτητές στην παρούσα (που στο εξής θα καλούνται οι αιτητές) ζητούν Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία των ως άνω ενόρκως δηλούντων για να αντεξεταστούν επί του περιεχομένου των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεως τους. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.39 θεσμοί 1 και 9 και στη Δ.48 θεσμός 4
(2)και στη Δ.48 θεσμοί 1-3, στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θεσμοί 1-4, 8 και 9, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρο 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 31 και 32, στον περί Εταιρειών Νόμο και στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. H Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Κουλουντή ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει πολύ καλά την υπόθεση λόγω εμπλοκής του σε αυτή και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με τον ομνύοντα ο Χριστάκης Ιακωβίδης και ο Δημήτρης Χρυσάνθου στις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις τους προβάλλουν ισχυρισμούς οι οποίοι χρήζουν αντεξέτασης. Αναφορά στους λόγους που επικαλούνται οι αιτητές για την αναγκαιότητα της αντεξέτασης γίνεται στην συνέχεια. Η αίτηση συνάντησε την ένσταση του αιτητή -καθ΄ου η αίτηση στην παρούσα (που στο εξής θα καλείται ο καθ' ου η αίτηση). Η ένσταση στηρίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, θεσμοί 1-21 και στη Δ.48 θεσμοί 1-4, 4
(2), 5-9. Οι λόγοι της ένστασης του καθ΄ου η αίτηση είναι εμφανείς από το σώμα της γραπτής ειδοποίησης ένστασης και της ένορκης του δήλωσης που τη συνοδεύει και δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω το περιεχόμενο της. Μεταξύ άλλων είναι η θέση του ότι οι αιτητές δεν επικαλούνται οποιεσδήποτε ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την αιτούμενη αντεξέταση. Η δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκδώσει Διάταγμα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα, παρέχεται από τη Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Κατόπιν αιτήσεως, μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο κατάθεση (δήλωση) αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν παρακλήσεως οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση.» Εύκολα εντοπίζεται από το λεκτικό του πιο πάνω θεσμού ότι το όλο θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο οποίο παρέχεται η ευχέρεια να εγκρίνει ή να απορρίψει το αίτημα, ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του RanaWahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια από το Δικαστήριο και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Επίσης αναφέρθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Η ευρύτητα της ευχέρειας του Δικαστηρίου προκύπτει από τα όσα αποφασίστηκαν στην Αίτηση των Λευτέρη Μήλιου κ.α
(2008)1Α ΑΑΔ 280 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ' ου στην αίτηση εκείνη Κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. (δέστε Annual Practice 1958 σελ. 865 και Halsbury's Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ. 878).» Καθοδηγητικά για τον τρόπο που θα πρέπει να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι και τα όσα αποφασίσθηκαν σε ενδιάμεση απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας στην Αγωγή 7123/08 ημερομ. 9.4.2009, όπου ο Δικαστής κ. Κληρίδης Πρόεδρος τότε του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ανέφερε τα ακόλουθα: " Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Δ.48 Κ.4
(2), όπως αυτή θεσπίστηκε στις 23.12.92, ουσιαστικά δεν απαιτείται ή επιτρέπεται πλέον η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας κατά την ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης, προς απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων και ισχυρισμών. Όπως ρητά αναφέρεται στη δικονομική αυτή διάταξη, η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, ενώ διατηρείται μόνο η δυνατότητα του διαδίκου να αντεξετάσει ομνύοντα με βάση τις πρόνοιες της Δ.39. Υπενθυμίζεται το ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια, αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 Κ.1, το Δικαστήριο μπορεί μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενός ομνύοντα για αντεξέταση. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου.» Είναι συνεπώς αναγκαίο όπως η ευχέρεια αυτή ασκείται με φειδώ και σε περιπτώσεις όπου καθίσταται πρόδηλη η αναγκαιότητα έκδοσης του Διατάγματος αντεξέτασης, έτσι ώστε να μην παρακάμπτεται η αρχή ότι η διαδικασία σε ενδιάμεσες αιτήσεις διεξάγεται στη βάση της μαρτυρίας που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις. Σημαντικοί παράμετροι για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αποτελούν το είδος και η φύση της αίτησης και γενικά της διαδικασίας στην οποία αυτή αφορά καθώς και το κατά πόσο η αντεξέταση είναι αναγκαία και προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης υπό την έννοια ότι θα συμβάλει στην αποκρυστάλλωση και διασαφήνιση των ζητημάτων που θα πρέπει να αποφασισθούν στην εν λόγω διαδικασία. Με δεδομένη την αρχή που εισάγει η Δ.48 Κ.2 ότι η διαδικασία σε ενδιάμεσες αιτήσεις διεξάγεται στη βάση της μαρτυρίας που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις των μερών, με δυνατότητα και όχι υποχρέωση αντεξέτασης , η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει αντεξέταση πρέπει να ασκείται στις περιπτώσεις εκείνες όπου καθίσταται πρόδηλα αναγκαίο. Συνεπώς τα θέματα επί των οποίων μπορεί να επιτραπεί τέτοια αντεξέταση θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι επί θέματος για το οποίο υπάρχει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων. Το βάρος βρίσκεται δε στους ώμους του αιτητή να παραθέσει τέτοιους λόγους, οι οποίοι να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για τα πιο πάνω ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει τα ζητήματα για τα οποία ζητείται η αντεξέταση καθώς και τη σχετικότητα τους με τη διαδικασία. Μέσα από την ένορκη δήλωση η οποία κατατέθηκε προς υποστήριξη του αιτήματος θεωρώ πως δεν εντοπίζεται αναφορά σε οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις ούτε σε επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αίτημα για αντεξέταση ως απαιτεί η σχετική νομολογία. Εκείνο που επικαλούνται οι αιτητές είναι ότι συγκεκριμένες αναφορές των ενόρκως δηλούντων ως προς τα γεγονότα, δεν είναι αληθείς. Είναι συνεπώς ορατός ο κίνδυνος να επεκταθεί η διαδικασία της ενδιάμεσης αίτησης και σε αξιολόγηση μαρτυρίας σε ζητήματα που αφορούν την ουσία της διαφοράς. Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μη αμφισβήτηση γεγονότων ένορκης δήλωσης από την αντίδικη πλευρά, δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε αποδοχή τους. Τα θέματα για τα οποία ζητείται η αντεξέταση δεν αφορούν τη συγκεκριμένη διαδικασία αλλά τη γενικότερη διαφορά σε ζητήματα πραγματικά και κυρίως νομικά που αφορούν την ουσία της υπόθεσης των διαδίκων και που ενδεχομένως θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης αλλά και άλλων δικαστικών διαδικασιών που οι ίδιοι οι αιτητές ισχυρίζονται ότι εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενδεικτικά καταγράφεται ότι μέσα από την ένορκη δήλωση του κ. Κουλουντή στην οποία και αναπτύσσει ο ίδιος διάφορα νομικά επιχειρήματα, ζητείται η αντεξέταση σε σχέση με την ερμηνεία νομικών εγγράφων, όπως το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης και η υποθήκη, σε σχέση με την ύπαρξη της γνώσης και της συγκατάθεση της Τράπεζας που κατείχε το ομόλογο για την αποξένωση συγκεκριμένης περιουσίας της εταιρείας, καθώς και τη νομιμότητα του διορισμού του αιτητή ως διαχειριστή της εταιρείας ένα ζήτημα το οποίο οι αιτητές έχουν ήδη θέσει με την ένσταση τους και εν πάση περιπτώσει σύμφωνα με τους ίδιους αποτελεί αντικείμενο εξέτασης άλλης αγωγής που καταχώρησαν οι ίδιοι στο Δικαστήριο και εκκρεμεί προς εκδίκαση. Περαιτέρω διαπιστώνεται ότι οι αιτητές, μέσα από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων ουσιαστικά ζητούν να επαναλάβουν ισχυρισμούς που ήδη έχουν περιλάβει στην ένσταση που καταχώρησαν για τη συνέχιση ισχύος του προσωρινού διατάγματος ή ακόμα να προβάλουν ισχυρισμούς που μπορούσαν αλλά παρέλειψαν να συμπεριλάβουν στην ένσταση τους αυτή. Σε σχέση με τη συμφωνία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας η οποία είναι αποδεκτό ότι έχει πλέον τερματιστεί από τον διαχειριστή, οι αιτητές έχουν ήδη θέσει τις θέσεις τους τόσο για την ύπαρξη της όσο και για το κατά πόσο αυτή ήταν σε γνώση του διαχειριστή κατά το χρόνο που αυτός αποτάθηκε στο Δικαστήριο για την έκδοση του Διατάγματος. Τα όσα οι αιτητές επικαλούνται ότι θα πρέπει να παραθέσουν τώρα μέσα από την αιτούμενη αντεξέταση σε σχέση με ισχυριζόμενη «τηλεφωνική επικοινωνία και ανταλλαγή μηνυμάτων τύπου sms» μεταξύ του δικηγόρου τους και του κ. Χρυσάνθου με σκοπό να υποβάλουν τις δικές τους υποθετικές και υπονοούμενες ερμηνείες σε αυτά, όπως αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κ. Κουλουντή, χωρίς να υπεισέρχομαι στο θέμα του απόρρητου της επικοινωνίας, ουδόλως θεωρώ θα εξυπηρετήσουν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο που εξετάζει αίτημα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος ή τη διατήρηση του σε ισχύ όπως στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει τα στοιχεία εκείνα που θεωρούνται απαραίτητα για την θεμελίωση των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Στην παρούσα περίπτωση, εάν επιτραπεί η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, κρίνω ότι η αντεξέταση αναπόφευκτα θα αναγκάσει το Δικαστήριο να ασχοληθεί με τις διιστάμενες θέσεις των διαδίκων σε σχέση με γεγονότα και νομικά ζητήματα που αποτελούν την ουσία της διαφοράς κάτι που θα συνιστούσε παρέκκλιση από τα πλαίσια που θέτει η νομολογία κατά την εξέταση προσωρινών διαταγμάτων. Πρέπει επίσης να τονίσω ότι ο σκοπός μιας τέτοιας αίτησης όπως η παρούσα δεν πρέπει να είναι να πληγεί η αξιοπιστία του ενόρκως δηλούντα ή να αντληθεί μαρτυρία με σκοπό να χρησιμοποιηθεί στην κυρίως διαδικασία. Στη βάση των πιο πάνω κρίνεται συνεπώς ότι υπό τις περιστάσεις η παρούσα υπόθεση δεν εντάσσεται στην κατηγορία των περιπτώσεων που θα πρέπει να επιτραπεί η αντεξέταση. Οι Αιτητές απέτυχαν να δείξουν καλό λόγο, με βάση τον οποίο θα ήταν δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς την κατεύθυνση της παροχής άδειας για οποιαδήποτε αντεξέταση. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)............ Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Διάταγμα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο