← Κύπρος

MFG BETEILIGUNGS AG ν. GRININVEST LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 246 / 2017, 29/5/2017

MFG BETEILIGUNGS AG ν. GRININVEST LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 246 / 2017, 29/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A146 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 246 / 2017 Μεταξύ: MFG BETEILIGUNGS AG Ενάγοντες/Αιτητές και

  1. GRININVEST LIMITED
  2. URP HOLDING LIMITED
  3. ΜΑΡΙΑ ΗΛΙΑ
  4. ΜΑΡΙΑ ΝΕΟΦΥΤΟΥ
  5. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΧΑΝΗΣ
  6. ΙΝΓΚΑ ΣΟΦΡΩΝΙΟΥ
  7. ΕΛΕΝΗ ΤΣΙΑΚΚΑ Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία:29 Μαΐου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες/ Αιτητές: H κα Χρ. Αχιλλέως μαζί με κα Σ. Πέτρου για Μ. Economides Kranos & Co LL Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 1,3,4,5 και 6:H κα Α. Ιωάννου για Α.Γ. Φράγκος & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 2: Ο κ. Ν. Μουκταρούδης για Ν. Μουκταρούδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΙ ΔΙΑΔΙΚΟΙ: Οι Αιτητές είναι μέτοχοι μειοψηφίας με ποσοστό 30% στους Καθ' ων η αίτηση 1, το 70% του μετοχικού κεφαλαίου των οποίων κατέχουν οι Καθ' ων η αίτηση 2 η οποία είναι κυπριακή εταιρεία. Οι Καθ' ων η αίτηση 1 είναι μέτοχοι κατά 100% στην εταιρεία Limited Liability Company GrandInvest η οποία είναι εγγεγραμμένη στη Ρωσία, η εν λόγω εταιρεία ασχολείται μεταξύ άλλων με την ανάπτυξη ακινήτων και την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών. Οι καθ' ων η αίτηση 3,4,5 και 6 είναι διοικητικοί σύμβουλοι της Καθ' ης η αίτηση
  8. Η διαφορά μεταξύ των διαδίκων προέκυψε όταν απαιτήθηκε συναπόφαση μεταξύ των μετόχων των Καθ' ων η αίτηση 1 έτσι ώστε να εξασφαλιζόταν δανειοδότηση της θυγατρικής τους ρωσικής εταιρείας GRANDINVEST LLC από την Gazprombank (Open Joint -Stock Company), μέχρι και το ποσό των 2.
  9. 000.000 (δυο δισεκατομμυρίων πεντακοσίων δέκα εκατομμυρίων ρουβλιών, με επιτόκιο 11% ετησίως). Η δανειοδότηση αφορούσε ανάγκες για τις κατασκευαστικές εργασίες ξενοδοχείου και κέντρου γραφειακών εγκαταστάσεων στην περιοχή Khimki, στη Μόσχα, αποπληρωμή δανείων προς τρίτους και αποπληρωμή τόκων. Το Τεκμ. 19 που επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση των αιτητών είναι η σύμβαση δανείου ημερομηνίας 14.10.2016 η οποία δεν υπογράφτηκε και η οποία αποτελεί ουσιαστικά την αιτία της επίδικης διαφοράς. Οι Αιτητές κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2016 έλαβαν αριθμό εγγράφων από τους Καθ' ων η αίτηση 1, τα οποία τους καλούσαν όπως υπογράψουν και/ή συναινέσουν με το περιεχόμενο τους. Τα εν λόγω έγγραφα αφορούσαν συμφωνία δανείου και/ή παροχής τραπεζικών και/ή οικονομικών διευκολύνσεων προς την LLC GrandInvest, από τρίτα νομικά πρόσωπα, συμφερόντων των Καθ' ων η αίτηση 2 και/ή συνδεδεμένα με αυτούς. Οι εν λόγω τραπεζικές και/ή οικονομικές διευκολύνσεις και/ή τα συγκεκριμένα κεφάλαια (στο εξής «η χρηματοδότηση») είχαν ήδη ληφθεί από την LLC GrandInvest, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση και/ή έγκριση των Καθ' ων η αίτηση 1 και των Αιτητών, ως οι πρόνοιες του καταστατικού και/ή της συμφωνίας μετόχων η οποία διέπει τις δραστηριότητες και/ή τον τρόπο διοίκησης των Καθ' ων η αίτηση
  10. Οι Αιτητές καλούνταν από τους Καθ' ων η αίτηση 1, με την παρακίνηση των Καθ' ων η αίτηση 2, όπως συγκατατεθούν και υπογράψουν τα σχετικά έγγραφα με προγενέστερη ημερομηνία από την ημέρα ολοκλήρωσης των συμφωνιών χρηματοδότησης και/ή λήψης των εν λόγω κεφαλαίου. Ουσιαστικά είχε ζητηθεί από τους Αιτητές να εγκρίνουν πράξεις και/ή γεγονότα ετεροχρονισμένα, δηλαδή μετά που είχαν λάβει χώραν. Οι Καθ' ων η αίτηση 1, στη βάση των προνοιών της Συμφωνίας Μετόχων μεταξύ αυτών, των Αιτητών και των Καθ' ων η αίτηση 2, συγκάλεσαν και/ή συνέχιζαν να συγκαλούν έκτακτες γενικές συνελεύσεις μετόχων, μέσω των οποίων θα ενέκριναν τις εν λόγω παράνομες ενέργειες και/ή πράξεις, εκμεταλλευόμενοι την ειδική πλειοψηφία που προκύπτει από αυτές. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι γενεσιουργός αιτία της παρούσας «παράγωγης» αγωγής όπως την χαρακτηρίζουν, και της υπό εξέταση αίτησης είναι η παραβίαση του καταστατικού και/ή της συμφωνίας μετόχων. Οι Αιτητές αντιδρώντας ήγειραν την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνουν: α) Γενικές αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος εμπιστοσύνης. β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται το καταστατικό των Εναγομένων 1 ούτως ώστε να συνάδει πλήρως με το περιεχόμενο της συμφωνίας μετόχων. γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να υποχρεώνει τους Εναγομένους 2, 3 και 4 όπως τηρούν και/ή συμμορφώνονται με τις πρόνοιες του καταστατικού των Εναγομένων
  11. δ) Γενικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις στην κλίμακα €100.000 - €500.000 εναντίον των Εναγομένων 2, για καταπίεση της μειοψηφίας και/ή των Εναγόντων ως μέτοχοι των Εναγομένων
  12. Παράλληλα πέτυχαν μονομερώς την έκδοση του ακόλουθου ενδιάμεσου διατάγματος ενώ τα υπόλοιπα αιτητικά της αίτησης είχαν αποσυρθεί και απορριφθεί: «Ενδιάμεσο Διάταγμα εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η αίτηση 1 - 7, με το οποίο να ακυρώνεται και/ή αναβάλλεται και/ή αναστέλλεται η Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Καθ' ων η Αίτηση 1 η οποία είναι προγραμματισμένη για τις 9.2.2017 και ώρα 09:00 π.μ ή οποιαδήποτε άλλη ώρα αυτή οριστεί, η σύγκληση της οποίας γνωστοποιήθηκε μέσω ειδοποίησης, ημερομηνίας 19.01.2017 και η οποία θα λάβει χώρα στο εγγεγραμμένο γραφείο των Καθ' ων η Αίτηση 1, το οποίο βρίσκεται στην οδό Σπύρου Κυπριανού 75, 1ος όροφος, Γρ. 102, Ποταμός Γερμασόγειας, 4042, Λεμεσός, μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Το εν λόγω διάταγμα ορίστηκε προς αναθεώρηση σε μεταγενέστερη ημερομηνία, οπότε, και αφού επιδόθηκε η δικογραφία, εμφανίστηκαν οι καθ' ων η αίτηση και ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση. Η καθ' ης η αίτηση 7 δεν καταχώρησε ένσταση και αποδέχθηκε την οριστικοποίηση του διατάγματος που εκδόθηκε εναντίον τους. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στα άρθρα 2, 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ1, 2, 3, 8 και 9, στην ισχύουσα Νομολογία και τις Συμφυείς Εξουσίες, Διακριτική Ευχέρεια και Πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση υποστηρίζονται με Ένορκη Δήλωση της κας Ασπασίας Παναγιώτου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των αιτητών (στη συνέχεια «η ένορκη δήλωση των αιτητών»). Οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης όπως επίσης και από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης των αιτητών ότι η εν λόγω διαδικασία εμπερικλείει, στοιχεία παράγωγης αγωγής (derivative action), αφού μέσω της, διεκδικούνται αποζημιώσεις για παραβίαση καθήκοντος εμπιστοσύνης από τους Εναγόμενους 2 - 4 και αυτή εγείρεται προς όφελος της ίδιας της Εναγόμενης 1 εταιρείας, στην οποία οι Αιτητές είναι μέτοχοι μειοψηφίας με αποτέλεσμα να μην έχουν τη δυνατότητα να αντιδράσουν στις ενέργειες που δρομολόγησαν οι Καθ' ων η αίτηση που επηρεάζουν τα συμφέροντα της θυγατρικής εταιρείας η οποία θα χρηματοδοτηθεί και κατά συνέπεια τα συμφέροντα των Αιτητών ως μετόχων μειοψηφίας στην μητρική εταιρεία (Αιτητών στην παρούσα) και ως συμβαλλομένων σε συμφωνία των μετόχων της. Προς τούτο επικαλούνται το γεγονός ότι κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2016 έλαβαν αριθμό εγγράφων από τους Καθ' ων η αίτηση 1, τα οποία τους καλούσαν όπως υπογράψουν και/ή συναινέσουν με το περιεχόμενο τους. Τα εν λόγω έγγραφα αφορούσαν συμφωνία δανείου και/ή παροχής τραπεζικών και/ή οικονομικών διευκολύνσεων προς την LLC GrandInvest, από τρίτα νομικά πρόσωπα και κατά ισχυρισμό τους συμφερόντων των Καθ' ων η αίτηση 2 και/ή συνδεδεμένα με αυτούς. Οι Καθ'ων η αίτηση 1, 3 - 6 και 2 καταχώρησαν χωριστές αλλά σχεδόν πανομοιότυπου περιεχομένου ενστάσεις. Οι λόγοι αυτοί ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στους ακόλουθους: α) Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική νομικά και/ή ουσιαστικά και πραγματικά αστήρικτη. β) Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε εσφαλμένα και/ή δεν αποτελεί παράγωγη αγωγή (derivative action) γ) Οι Αιτητές δεν έχουν καλή και/ή συζητήσιμη υπόθεση ή καλή πιθανότητα επιτυχίας δ) Δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η Νομολογία για την έκδοση και/ή συνέχιση της ισχύος του παρεμπίπτοντος προσωρινού διατάγματος και δεν έχουν καταδειχθεί επαρκώς οι λόγοι που να στηρίζουν και/ή να δικαιολογούν την συνέχιση της ισχύς του. ε) Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα. στ) Το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ των Αιτητών. ζ) Δεν υπάρχει κατεπείγον στη διαδικασία. η) Το εκδοθέν διάταγμα είναι άνευ αντικειμένου. θ) Η παρούσα διαδικασία γίνεται παράτυπα και/ή αντικανονικά και/ή κατά παράβαση της Συμφωνίας Μετόχων. ι) Τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι αναρμόδια να επιληφθούν της παρούσας υπόθεσης και/ή στερούνται δικαιοδοσίας. Η Ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 1,3 - 6 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Ηλία καθ' ης η αίτηση 3 και της Καθ' ης η αίτηση 2 από την κα Μαρία Νεοφύτου Καθ' ης η αίτηση
  13. Από τις ανωτέρω ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη των ενστάσεων των Καθ' ων η αίτηση και αυτής των Αιτητών, προκύπτει ότι τα μέρη παραδέχονται τον ρόλο και/ή την θέση που κατέχουν και/ή την σχέση τους με Καθ' ων η αίτηση 1, όπως παρατέθηκε πιο πάνω. Είναι παραδεκτή η ύπαρξη της πρώτης συμφωνίας χρηματοδότησης των Καθ' ων η ECLI:CY:AD:2016:D147, αίτηση 1, ημερομηνίας 4.10.
  14. Είναι παραδεκτό από τα μέρη, ότι στις 22.12.2016, έλαβε χώρα έκτακτη γενική συνέλευση μετόχων των Καθ' ων η αίτηση
  15. Θέση των Καθ' ων η αίτηση είναι ότι το δάνειο αυτό δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τους Καθ' ων η αίτηση, αλλά αφορούσε την θυγατρική ρωσική εταιρεία GRANDINVEST LLC. Συνεπώς δεν έπρεπε να καταχωρηθεί εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση η παρούσα αγωγή και αίτηση. Δεν αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση. και φαίνεται ότι υπήρχε επικοινωνία μεταξύ των μετόχων χωρίς να το γνωρίζουμε εμείς. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 25 και 26 που επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση των Αιτητών - τα οποία αγνοούν οι Καθ' ων η αίτηση - και φαίνεται να είναι έγγραφα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των μετόχων για τα οποία οι Καθ' ων η αίτηση 1,3,4,5 και 6 δεν είχαν οποιαδήποτε γνώση ή ανάμειξη και αυτό αναφέρεται στην παράγραφο 23 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση τους. Ισχυρίζονται επίσης ότι τα Τεκμήρια 31, 32 και 33 που επισύναψαν οι Αιτητές στην αίτηση τους, δεν τα είχαν ποτέ στην κατοχή τους, γιατί δεν τους αφορούσαν και αυτό το αναφέρουν στην παράγραφο 25 της ένορκης δήλωσης τους. Είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι οι Αιτητές ισχυρίζονται αναληθώς ότι δήθεν οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν παραβιάσει το καθήκον επιμέλειας ή εμπιστοσύνης (fiduciary duty) τους. Υποστηρίζουν ότι οι Καθ' ων η αίτηση άσκησαν πολύ ορθά το καθήκον τους έναντι της εταιρείας, όπως ορίζει ο Νόμος ισχυριζόμενοι ότι το καθήκον και η ευθύνη τους δεν είναι έναντι των μετόχων, αλλά έναντι της εταιρείας. Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι Αιτητές στις 30.12.2016 ζήτησαν να τους αποσταλούν οι οικονομικές καταστάσεις (σχετικό είναι το Τεκμήριο 41 στην Ένορκη Δήλωση των Αιτητών) και οι Καθ' ων η Αίτηση 1 τις απέστειλαν στις 10.01.2017 σύμφωνα με την παράγραφο 30 της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση τους. Γι' αυτό είχαν όλο τον απαιτούμενο χρόνο για να τις μελετήσουν και να τις αξιολογήσουν και το έπραξαν και περίμεναν την ημέρα της σύγκλισης της Γενικής Συνέλευσης και για πρώτη φορά επικαλέστηκαν ότι καταπιέζεται η μειοψηφία. Από την άλλη κατά τους Καθ' ων η αίτηση στη Συμφωνία Μετόχων (Shareholders Agreement) ημερ. 14.12.2011 (Τεκμήριο 3 στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση), περιγράφεται η διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί για να ληφθεί απόφαση για την οικονομική χρηματοδότηση σε 3 στάδια, τα οποία τηρήθηκαν. Δηλαδή σε περίπτωση που εντός δυο γενικών συνελεύσεων κάτι τέτοιο δεν καταστεί δυνατό τότε στην τρίτη γενική συνέλευση μπορεί να εγκριθεί με απλή πλειοψηφία. Επίσης η ίδια πρόνοια αντικατοπτρίζεται και στο Καταστατικό έγγραφο των Καθ' ων η αίτηση
  16. Η Έκτακτη Γενική Συνέλευση θα συζητούσε το θέμα της χρηματοδότησης της θυγατρικής εταιρείας LLC GrandInvest, από την οποία θα επωφελούνταν και οι Αιτητές και οι ενέργειες στις οποίες έχουν προβεί με την καταχώριση της παρούσας αγωγής και αίτησης προκάλεσαν ζημίες σε όλα τα συμβαλλόμενα μέρη. Τονίζουν ότι σε όλες τις Συνελεύσεις που έλαβαν χώρα, οι Αιτητές ήταν πάντοτε παρόντες μέσω της Καθ' ης η Αίτηση
  17. Γι' αυτό και αποδέχτηκε αμέσως ενώπιον του Δικαστηρίου στην παρούσα διαδικασία, να γίνει το διάταγμα απόλυτο εναντίον της. Η ανάγκη επομένως για την ετεροχρονισμένη υπογραφή των εγγράφων χρηματοδότησης από τους Καθ' ων η αίτηση 1 σε σχέση με την LLC GrandInvest και κατά πόσο αυτό επιτρέπεται από το καταστατικό της Καθ' ης η αίτηση 1 και της συμφωνίας μετόχων αποτελεί ζήτημα για το οποίο υπάρχει διάσταση μεταξύ των μερών. Οι Καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι είναι φανερό ότι οι Αιτητές κατέφυγαν στην παρούσα διαδικασία για να αποφύγουν τη συνεισφορά που τους αναλογούσε και την καταβολή των χρημάτων, για το έργο που θα γινόταν, το οποίο απέκρυψαν επιμελώς από το Δικαστήριο. Η παρούσα αγωγή και η υπό εκδίκαση αίτηση αποτελούν εκ των υστέρων κατασκευάσματα των Αιτητών σε μια προσπάθεια να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Όλες οι πλευρές καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις όπου εκθέτουν τις θέσεις τους σε παραπομπή στα γεγονότα της υπόθεσης σε συνδυασμό με τη νομική πτυχή της. Τις έχω μελετήσει με προσοχή, ήταν αρκούντως εμπεριστατωμένες και θα βασιστώ σε αυτές για την εξαγωγή των δικών μου συμπερασμάτων. Όπου κριθεί αναγκαίο κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει θα παρατεθούν αυτούσια αποσπάσματα από αυτές. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η εξουσία των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδίδουν απαγορευτικά διατάγματα πηγάζει από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, οι οποίες προσδιορίζουν και τα όρια του πεδίου εφαρμογής του. Για να δικαιολογείται η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με βάση τις εν λόγω πρόνοιες, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: i. με βάση τα δικόγραφα αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, ii. με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και iii. θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο[1]. Τόσο στην απόφαση Κούνουνα v. C & A Simons Ltd

(2002)1(B) Α.Α.Δ. 1361, όσο και στην Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Φυλακτίδης κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317, αναφέρθηκε ότι η ύπαρξη απλώς των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Παράλληλα το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο, πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα.[2] Στο σύγγραμμα The Annual Practice 1963[3] αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα και τον λόγο για τον οποίο εκδίδεται ένα τέτοιο διάταγμα: "To entitle the plaintiff to an interlocutory injunction the Court should be satisfied that there is a serious question to be tried at the hearing, and that on the facts before it there is a probability that the plaintiff is entitled to relief (judgment of Cotton, L.J., in Preston v. Luck
(1884), 27 Ch. D., p. 506). The Court will grant an interlocutory injunction to keep matters in status quo until trial, where the plaintiff makes a case on the merits, though there is a technical defence on which the defendant may succeed at the trial (Cory v. Reindeer S.S. Co.
(1915), 31 T.L.R. 530)". Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος θα περιοριστεί μόνο στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου Ν.14/60.[4] Το πλαίσιο του δικανικού προβληματισμού καθορίζεται από τις ένορκες δηλώσεις, τα τεκμήρια και τις τυχόν προφορικές μαρτυρίες[5]. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα.[6] Πριν προχωρήσω με την ανάλυση του κατά πόσο συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις θεωρώ σκόπιμο να με απασχολήσουν διάφορα ζητήματα καθοριστικά για την έκβαση της αίτησης τα οποία θίγουν οι Καθ' ων η αίτηση στις ενστάσεις τους καθοριστικά εξάλλου για την έκβαση της αίτησης. Το πρώτο είναι η θέση τους ότι η αίτηση έχει καταστεί άνευ αντικειμένου καθώς στο εκδοθέν διάταγμα ημερ.6.02.2017 αναγράφεται ότι: «ακυρώνεται και/ή να αναβάλλεται και/ή αναστέλλεται η Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Καθ' ων η αίτηση 1 η οποία είναι προγραμματισμένη για τις 9.02.2017 και ώρα 09:00π.μ. ή οποιαδήποτε άλλη ώρα αυτή οριστεί.» Δεν με βρίσκει σύμφωνο ότι το προσωρινά εκδοθέν απαγορευτικό διάταγμα αφορούσε μόνο τη συγκεκριμένη Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Καθ' ων η αίτηση
  1. Με την καταληκτική διάζευξη: «ή οποιαδήποτε άλλη ώρα αυτή οριστεί» κατά την άποψη μου καθίσταται σαφές ότι αφορά οποιονδήποτε μελλοντικό ορισμό Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης που θα έχει τι ίδιο αντικείμενο. Ενδεχομένως να ήταν πιο δόκιμο να αναγράφονταν και οι λέξεις μετά την λέξη «ώρα» «και ημέρα» όμως και η μη συμπερίληψη τους δεν αναιρεί τον σκοπό για τον οποίο είχε εκδοθεί το διάταγμα δηλαδή να αποτρέψει την λήψη της απόφασης για την οποία είχε συγκληθεί η Έκτακτη Γενική Συνέλευση. Επομένως η εν λόγω αιτίαση απορρίπτεται. Το δεύτερο είναι ότι η εν λόγω αγωγή που ηγέρθη από τους ενάγοντες δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως παράγωγη αγωγή (derivative action). Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία παρατίθενται στις εκατέρωθεν καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τόσο την αίτηση των Αιτητών αλλά και την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 1 - 6, αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι οι Καθ' ων η αίτηση 2 και οι Αιτητές είναι συμμέτοχοι και/ή κάτοχοι ολόκληρου του μετοχικού κεφαλαίου των Καθ' ων η αίτηση 1, οι μεν Καθ' ων η αίτηση 2 σε ποσοστό 70% και οι δε Αιτητές σε ποσοστό 30%. Ως εκ τούτου, οι Αιτητές, αποτελούν μετόχους μειοψηφίας στους Καθ' ων η αίτηση 1, γεγονός που επίσης είναι παραδεκτό από τα μέρη. Οι Αιτητές προβάλλουν τη θέση ότι η ενέργεια των Καθ' ων η αίτηση 2, ως ο μέτοχος που εκ των πραγμάτων ασκεί έλεγχο επί των εργασιών και/ή δραστηριοτήτων των Καθ' ων η αίτηση 1, να προωθεί την έγκριση και/ή νομιμοποίηση εκ των υστέρων, της συμφωνίας αναχρηματοδότησης της θυγατρικής τους εταιρείας και μοναδικού τους περιουσιακού στοιχείου, κατά αυτό τον τρόπο και κάτω από αυτές τις συνθήκες, είναι απαράδεκτη και/ή ζημιογόνα και/ή παράνομη, για τους Καθ' ων η αίτηση
  2. Όπως προκύπτει από τη νομολογία μας και έχει επεξηγηθεί επανειλημμένως, παράγωγη αγωγή είναι αυτή η οποία καταχωρείται από μέτοχο (Αιτητή) προς όφελος της εταιρείας (Καθ' ων η αίτηση 1) και βασίζεται σε αιτία αγωγής που αυτή έχει εναντίον του αδικοπραγούντα (βλ. Πιριλλής κ.ά ν. Κουή
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 136, Θωμά κ.ά ν. Ηλιάδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1263 και Mammous κ.ά v. Willstrop. κ.α.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 90). Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση των αιτητών (Ε.Δ. Παναγιώτου), με την οποία υποστηρίζεται η Αίτηση , η αγωγή και κατ' επέκταση η υπό εξέταση αίτηση, εγείρεται μεταξύ άλλων και προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση 1 αφού, όπως προκύπτει και από τα γεγονότα που παρατίθενται, η ενέργεια των Καθ' ων η αίτηση 2, ως μετόχων πλειοψηφίας, πλήττει και/ή επενεργεί αρνητικά προς τα συμφέροντα των Καθ' ων η αίτηση 1 και κατ' επέκταση των Αιτητών. Δεδομένου του γεγονότος ότι τον έλεγχο της Καθ' ης η αίτηση 1, ασκούν οι Καθ' ων η αίτηση 2, δεν υπήρχε οποιοσδήποτε εναλλακτικός τρόπος αντιμετώπισης και προστασίας των συμφερόντων των Καθ' ων η αίτηση 1 από τις ενέργειες των Καθ' ων η αίτηση 2 και από την γενικότερη συμπεριφορά των Καθ' ων η αίτηση 3 - 7. Στο σύγγραμμα Palmers΄ Company Law, Τόμος 2ος, σελ. 8177 παρ. 8.804, αναφέρονται τα εξής (σε μετάφραση): ¨Η παράγωγη αγωγή μπορεί να εγερθεί όταν συνυπάρχουν δύο στοιχεία: (i) Το στοιχείο του δόλου και (ιι) το στοιχείο του ελέγχου από τους αδικοπραγούντες που αποτρέπει την εταιρεία να εγείρει την αγωγή στο δικό της όνομα (δέστε John Farrar: Company Law σελ. 364). Το στοιχείο του δόλου δεν έχει την αυστηρή στενή έννοια του δόλου στο κοινοδίκαιο αλλά επεκτείνεται στην ευρύτερη δυνατή έννοια την οποία μπορεί να προσλάβει ο όρος στο Δίκαιο της Επιείκειας. ΄Ετσι, δεν καλύπτει μόνο άμεσο όφελος στον ενεργήσαντα καθ' υπέρβαση εξουσιών διοικητικό σύμβουλο, αλλά καλύπτει ακόμη και κάθε έμμεση λήψη οφέλους περιλαμβανομένης και της απώλειας εκ μέρους της εταιρείας να χρησιμοποιήσει μια εμπορική δυνατότητα ή ευκαιρία που της δίνεται στην πορεία των εμπορικών δοσοληψιών της. (Cooke v. Deeks [1916] 1 A.C. 554, Eastmanco (Kilner House) Ltd. v. Greater London Council [1982] 1 All E.R. 437 και Menier v. Hooper´s Telegraph Works [1874] 9 Ch. App. 350)¨. Περαιτέρω, εις τον Gower's Principles of Modern Company Law, 4η έκδοση σελ 652, αναφέρονται τα εξής: "The right to bring a derivative action is afforded the individual member as a matter of grace. Hence the conduct of a shareholder may be regarded by a court of equity as disqualifying him from appearing as plaintiff on the company's behalf. This will be the case, for example, if he participated in the wrong of which he complains. ...... But he must be a shareholder of record at the time when he brings his action. (Βλ. Birch v. Sullivan
(1957)1 W.L.R 1247)» Σε παράγωγη αγωγή, ο μέτοχος μειοψηφίας δεν δύναται να καταχωρήσει αγωγή εναντίον του προσώπου που επέφερε ζημιά στην εταιρεία που συμμετέχει, όταν αυτό είναι μέτοχος πλειοψηφίας, αφού δεν ασκεί έλεγχο σε αυτή. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών με παρέπεμψαν στο διαφωτιστικό απόσπασμα της υπόθεσης Johnson v. Gore Wood & Co [2001] 1 All E.R. 481 (H.L.), 528-29, το οποίο αν και εκτενές το παραθέτω: «A company is a legal entity separate and distinct from its shareholders. It has its own assets and liabilities and its own creditors. The company's property belongs to the company and not to its shareholders. If the company has a cause of action, this represents a legal chose in action which represents part of its assets. Accordingly, where a company suffers loss as a result of an actionable wrong done to it, the cause of action is vested in the company and the company alone can sue. No action lies at the suit of a shareholder suing as such, though exceptionally he may be permitted to bring a derivative action in right of the company and recover damages on its behalf: see Prudential Assurance Co Ltd v. Newman Industries Ltd (No 2) [1982] 1 All E.R. 354 at 357, [1982] Ch 204 at
  1. Correspondingly, of course, a company's shares are the property of the shareholders and not of the company, and if he suffers loss as a result of an actionable wrong done to him, then prima facie he alone can sue and the company cannot. On the other hand, although a share is an identifiable piece of property which belongs to the shareholders and has an ascertainable value, it also represents a proportionate part of the company's net assets, and if these are depleted the diminution in its assets will be reflected in the diminution in the value of the shares. The position is, however, different where the company suffers loss caused by the breach of a duty owed both to the company and to the shareholder. In such a case the shareholder's loss, in so far as this is measured by the diminution in value of his shareholding or the loss of dividends, merely reflects the loss suffered by the company in respect of which the company has its own cause of action. If the shareholder is allowed to recover in respect of such loss, then either there will be double recovery at the expense of the defendant or the shareholder will recover at the expense of the company and its creditors and other shareholders. Neither course can be permitted. This is a matter of principle; there is no discretion involved. Justice to the defendant requires the exclusion of one claim or the other; protection of the interests of the company's creditors requires that it is the company which is allowed to recover to the exclusion of the shareholder. These principles have been established in a number of cases, though they have not always been faithfully observed. The position was explained in a well-known language in Prudential Assurance Co Ltd v. Newman Industries Ltd (No 2) [1982] 1 All E.R. 354 at 336-337, [1982] Ch 204 at 222-223: "But what he cannot do is to recover damages merely because the company in which he is interested has suffered damage. He cannot recover a sum equal to the diminution in the market value of his shares or equal to the likely diminution in dividend, because such a "loss" is merely a reflection of the loss suffered by the company. The shareholder does not suffer any personal loss. His only "loss" is through the company, in the diminution in the value of the net assets of the company, in which he has (say) a 3% shareholding. The plaintiff's shares are merely a right of participation in the company on the terms of the articles of association. The shares themselves, his right of participation, are not directly affected by the wrongdoing. The plaintiff still holds all the shares as his own absolutely unincumbered property. The deceit practiced on the plaintiff does not affect the shares; it merely enables the defendant to rob the company. A simple illustration will prove the logic of this approach. Suppose that the sole asset of a company is a cash box containing £100,
  2. The company has an issued share capital of 100 shares, of which 99 are held by the plaintiff. The plaintiff holds the key of the cash box. The defendant by a fraudulent misrepresentation persuades the plaintiff to part with the key. The defendant then robs the company of all its money. The effect of the fraud and the subsequent robbery, assuming that the defendant successfully flees with his plunder, is (i) to denude the company of all its assets and (ii) to reduce the sale value of the plaintiff's shares from a figure approaching £100,000 to nil. There are two wrongs, the deceit practiced on the plaintiff and the robbery of the company. But the deceit on the plaintiff causes the plaintiff no loss which is separate and distinct from the loss to the company. The deceit was merely a step in the robbery. The plaintiff obviously cannot recover personally some £100,000 damages in addition to the £100,000 damages recoverable by the company." It is equally obvious, however, that if the damages were recoverable by the shareholder instead of by the company, this would achieve the same extraction of the company's capital to the prejudice of the creditors of the company as the defendant's misappropriation had done.» Στην υπόθεση Θωμά κ.α. v. Ηλιάδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 12636, 1271-2, αναφέρεται ότι: «Η παρούσα διαδικασία δεν είναι τυπική διαδικασία αντιπροσωπευτικής αγωγής. Πρόκειται περί παράγωγης αγωγής Foss v Harbottle, ανωτέρω. Θα λέγαμε μάλιστα ότι κανένα ουσιαστικό επιχείρημα δεν προβάλλεται στο περίγραμμα αγόρευσης των δικηγόρων των εφεσειόντων που να μας πείσει ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ήταν λανθασμένο στην αντιμετώπιση του. Οι δικονομικοί μας θεσμοί δεν προβλέπουν διαδικασία για μια τέτοια περίπτωση. Όμως η παρούσα αγωγή χωρίς καμία αμφιβολία δεν εμπίπτει στα πλαίσια της κλασικής αντιπροσωπευτικής αγωγής. Θα ήταν παράλογο να περιμένει κανένας από την καταπιεζόμενη μειοψηφία να εξασφαλίσει πληρεξούσιο έγγραφο για έγερση αγωγής από εκείνους ακριβώς οι οποίοι την καταπιέζουν. Όπως τονίζεται και σε αριθμό αυθεντιών (βλέπε για παράδειγμα Gower, Modern Company Law, 3η Έκδοση
(1969)σελ. 587, ο ενάγων μέτοχος δεν ενεργεί ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Βλέπε ακόμα Πιριλλής κ.α. v. Κούη
(2004)1 Α.Α.Δ. 136.» Η πιο πάνω υπόθεση Θωμά κ.α. v. Ηλιάδη, ξεκαθάρισε τις εξαιρέσεις στον κανόνα της υπόθεσης Foss v Harbottle, οι οποίες είναι οι εξής:
(1)πράξη της εταιρείας έγινε καθ' υπέρβαση εξουσίας ή είναι παράνομη,
(2)πράξη συνιστά δόλο εναντίον της μειοψηφίας και οι αδικοπραγούντες διαθέτουν τον έλεγχο της εταιρείας,
(3)έχει παρατηρηθεί παρατυπία κατά τη ψήφιση ψηφίσματος το οποίο απαιτούσε ειδική πλειοψηφία και όταν
(4)έχουμε πράξη η οποία παραβιάζει τα προσωπικά δικαιώματα συγκεκριμένου μετόχου (βλέπε Palmer' s Company Law, 24η Έκδοση, παράγραφοι 65-04, σελ. 980). Θα πρέπει επομένως στη βάσει των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου να εξεταστεί κατά πόσο αυτό το οποίο ζητήθηκε από τους Αιτητές ενόψει της αναγκαιότητας συναπόφασης για την εκ των υστέρων βέβαια έγκριση δανειοδότησης της θυγατρικής της εναγομένης
  1. Τα άρθρα 10 και 21 του Κεφαλαίου 113, το οποίο καθορίζει ότι το καταστατικό πρέπει να τηρείται από όλα τα μέρη της εταιρείας δηλαδή τους συμβούλους και τους μετόχους. Τυχόν παραβίαση των προνοιών του καταστατικού από τα πιο πάνω μέρη, αποτελεί παρανομία. Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να αντιμετωπίσουμε πράξη η οποία παραβιάζει δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση 1 στην βάση του καταστατικού και/ή της συμφωνίας μετόχων, αφού η υποχρέωση να ακολουθηθεί συγκεκριμένη διαδικασία ως προς την λήψη δανεικής συμβάσεως επιχειρήθηκε να παρακαμφθεί. Οι Αιτητές, βάση των προνοιών τόσο του καταστατικού (άρθρο 26), όσο και της συμφωνίας μετόχων, είχαν το δικαίωμα να τοποθετηθούν σε σχέση με την λήψη αποφάσεων για τυχόν χρηματοδότηση της LLC GrandInvest πριν την ολοκλήρωση οποιασδήποτε παρόμοιας πράξης, στα πλαίσια της γενικής συνέλευσης μετόχων. Αντ' αυτού, οι Καθ' ων η αίτηση 1 και/ή 2 έφεραν προ τετελεσμένων γεγονότων του Αιτητές, αφού μετά την ολοκλήρωση της χρηματοδότησης της LLC GrandInvest, χωρίς οι Αιτητές να γνωρίζουν μια τέτοια εξέλιξη, εκβιαστικά και/ή ετσιθελικά και/ή δόλια και/ή κατά παράβαση των δικαιωμάτων της και/ή καθ' υπέρβαση εξουσίας επιχείρησαν να εγκρίνουν και/ή να νομιμοποιήσουν εκ των υστέρων την αδικοπραξία τους. Η υπόθεση που καθόρισε πρώτη την εξαίρεση στον κανόνα της Foss ήταν η αγγλική υπόθεση Edwards v Halliwell [1950] 2 All ER 1064, στη οποία η παραβίαση του άρθρου 19 της συντεχνίας από την πλειοψηφία θεωρήθηκε από το Court of Appeal ότι ήταν η γενεσιουργός αιτία παράγωγης αγωγής. Συνοψίζοντας, το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μια πλειοψηφία που ελέγχει πλήρως τους Καθ' ων η Αίτηση 1, ένα διοικητικό συμβούλιο πλήρως κατευθυνόμενο από την πλειοψηφία και μια κατάσταση στην οποία αυταπόδεικτα το καταστατικό των Καθ' ων η Αίτηση 1 έχει παραβιαστεί. Αυτό από μόνο του ανεπιφύλακτα γεννά αιτία παράγωγης αγωγής. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, είναι η θέση των Αιτητών, ότι οι πράξεις των Καθ' ων η αίτηση 1- 6, συνιστούν και δόλο εναντίον της μειοψηφίας όπως επίσης και παραβίαση των δικαιωμάτων τους. Ο εν λόγω ισχυρισμός τεκμηριώνεται με βάση το γεγονός ότι οι Καθ' ων η αίτηση 3 - 6, κατέχοντας θέσεις αξιωματούχων στους Καθ' ων η αίτηση 1, με τις ενέργειες και/ή τις παραλείψεις τους, επιχειρούν να προωθήσουν τα συμφέροντα τις πλειοψηφίας εις βάρος αυτών της μειοψηφίας όπως αναφέρεται πιο πάνω. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι στόχος των Καθ' ων η αίτηση 2 είναι η έγκριση συμβάσεων οι οποίες θα καταστήσουν τους εαυτούς τους πιστωτές των Καθ' ων η αίτηση 1 με όρους και/ή προϋποθέσεις ευνοϊκές για αυτούς και δυσχερείς για τους Καθ' ων η αίτηση 1, αντικαθιστώντας ένα σοβαρό τραπεζικό οργανισμό με αμφιβόλου προέλευσης πιστωτή πλήρως συνδεδεμένο με αυτούς. Το Δικαστήριο καλείται να αντιμετωπίσει μια υπόθεση ξεκάθαρης παραβίασης του καταστατικού εγγράφου των Καθ' ων η αίτηση
  2. Ένα τέτοιο γεγονός, είναι από μόνο του αρκετό, να αποτελέσει γενεσιουργό αιτία παράγωγης αγωγής. Επιπλέον, στην εν λόγω υπόθεση, εντοπίζονται ενέργειες παραβίασης των δικαιωμάτων του μετόχου μειοψηφίας και προβάλλεται από τους Αιτητές ότι αυτές συνιστούν ενέργειες δόλου, οι οποίες και πάλι μπορούν να οδηγήσουν σε έγερση παράγωγης αγωγής. Στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις (Ηλία και Νεοφύτου), προκύπτουν ισχυρισμοί ότι οι Καθ' ων η αίτηση 2 δεν ασκούν έλεγχο στους Καθ' ων η αίτηση
  3. Οι εν λόγω ισχυρισμοί όμως καταρρίπτονται από τα αναμφισβήτητα γεγονότα όπως ότι: (α) οι Καθ' ων η αίτηση 2 είναι μέτοχοι πλειοψηφίας, (β) το διοικητικό συμβούλιο των Καθ' ων η αίτηση 1 ελέγχεται πλήρως από τους Καθ' ων η αίτηση 2, αφού η συντριπτική του πλειοψηφία έχει διοριστεί από αυτούς, (γ) καμία διαδικασία δεν μπορεί να εγερθεί από την πλειοψηφία για την προάσπιση των συμφερόντων των Καθ' ων η αίτηση 1, χωρίς την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση 2 και (δ) οι Αιτητές δεν μπορούν να προχωρήσουν σε διορισμό διοικητικού συμβούλου στην θυγατρική εταιρεία των Καθ' ων η αίτηση 1, LLC GrandInvest, χωρίς την έγκριση των Καθ' ων η αίτηση 2 οι οποίοι μέχρι σήμερα, δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Ένα άλλο παρεμφερές θέμα αφορά το ίδιο το δικονομικό διάβημα στο οποίο προέβηκαν οι Αιτητές καταχωρώντας αγωγή και όχι γενική αίτηση. Προβλήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι οι Αιτητές, εμποδίζονται να προχωρήσουν με αγωγή εναντίον τους, αφού το οποιοδήποτε διάβημα θα έπρεπε να λάβει χώρα μέσω αίτησης (petition). Οι Καθ' ων η αίτηση 1 - 6, βασίζουν αυτό τους τον ισχυρισμό τους στις πρόνοιες του άρθρου 202 του Κεφ.
  4. Όμως από το περιεχόμενο του παρακλητικού του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, όσο και στο περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης η οποία την υποστηρίζει, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι ο σκοπός για τον οποίο προωθείται η εν λόγω διαδικασία είναι η προάσπιση των συμφερόντων των Καθ' ων η αίτηση 1, τόσο έναντι των Καθ' ων η αίτηση 2 ως μέτοχοι πλειοψηφίας, όσο και των άλλων αξιωματούχων τους. Το άρθρο 202 του Κεφ. 113, αναφέρεται σε διαδικασία μέσω της οποίας ο μέτοχος μειοψηφίας δύναται και δεν υποχρεούται, να καταχωρήσει αίτηση μέσω της οποίας μπορεί να ζητήσει είτε την διάλυση της εταιρείας στην οποία συμμετέχει, είτε τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της ή από την εταιρεία. Στην προκειμένη περίπτωση καμία από τις πιο πάνω θεραπείες δεν επιζητείται. Επιπλέον, σε σχέση με την διαδικασία έγερσης αγωγής ή καταχώρησης αίτησης, θα πρέπει να τονιστεί ότι η ύπαρξη της μιας δεν μπορεί να αναιρέσει την άλλη. Από την μια πλευρά υπάρχει ένα νομοθετικά κατοχυρωμένο δικαίωμα που δύναται να ασκήσει ο μέτοχος μειοψηφίας και από την άλλη ένα δικαίωμα έγερσης παράγωγης αγωγής από τον εν λόγω μέτοχο το οποίο προκύπτει από μέσα από το δίκαιο της επιείκειας, όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί (βλ. Clark v. Cutland and others [2003] EWCA Civ 810). Επομένως ούτε αυτή η αιτίαση δεν μπορεί να έχει θετική αντίκριση. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό των Καθ' ων η αίτηση ότι η αγωγή και η αίτηση, δεν δύναται να προωθηθούν μέσω των Δικαστηρίων της Κύπρου, καθότι στη συμφωνία μετόχων περιλαμβάνεται ρήτρα διαιτησίας η οποία παραπέμπει όλες τις μεταξύ τους διαφορές σε διαιτησία, ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου. Όμως εν προκειμένω δεν υπάρχει καμιά αμφισβήτηση σε σχέση με τις πρόνοιες και/ή την ερμηνεία της Συμφωνίας Μετόχων, που υφίσταται μεταξύ των μερών. Αμφότερα τα μέρη, όπως προκύπτει μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και τις ενστάσεις, αναγνωρίζουν και επικαλούνται την ύπαρξη της συμφωνίας μετόχων. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που ευθέως προβάλλεται ως ισχυρισμός είναι η επίκληση των προνοιών της εν λόγω συμφωνίας, ετεροχρονισμένα και/ή αντικανονικά, γεγονός που δύναται να προκαλέσει αιτία έγερσης παράγωγης αγωγής. Επιπλέον, η απαίτηση των Αιτητών, δεν προκύπτει μέσα από την Συμφωνία Μετόχων αλλά αφορά καταρχάς την προστασία των Καθ' ων η αίτηση 1 και αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος των Καθ' ων η αίτηση 3 - 7, ως διοικητικοί σύμβουλοι και/ή αξιωματούχοι των τελευταίων. Προς επίρρωση των πιο πάνω οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών με παρέπεμψαν εύστοχα στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας 1452/2014, μεταξύ Dmitry Vladimirovich Garkusha v. D B Development Holdings Limited κ.α., η οποία αφορούσε παρόμοια γεγονότα με την παρούσα υπόθεση όπου ο κ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. κατέληξε ότι μια τέτοια παράμετρος (ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας) δεν ήταν σημαντική γιατί η παράγωγη αγωγή δεν αφορούσε διαφορά μεταξύ των μετόχων και όπως στην παρούσα υπόθεση τα διάδικα μέρη δεν ήταν αποκλειστικά οι μέτοχοι αλλά και διάφορα άλλα μέρη συμπεριλαμβανομένων των μετόχων. Επιπλέον, στην υπόθεση Garkusha (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι ο εναγόμενος και ή η πλευρά που εγείρει ζήτημα forum non conveniens, έχει το καθήκον να προσφέρει μαρτύρια από εμπειρογνώμονα και ή ειδικό που να ξεκαθαρίζει το όλο ζήτημα και ή να καθιστά αναπόφευκτο το γεγονός ότι ξένο δίκαιο πρέπει να επιληφθεί του όλου ζητήματος. Η έλλειψη τέτοιας μαρτυρίας στην Garkusha, όπως και στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με τον κ. Μαλαχτό, τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί, ότι υπήρχε άλλη δικαιοδοσία (βλ. The Atlantic Star [1973] 2 All E.R. 175 (Βέλγιο), McShannon v. Rockware Glass Ltd. [1978] 1 All E.R. 625 (Σκωτία), Trendex Trading Corporation v. Credit Suisse [1981] 3 All E.R. 520 (Ελβετία), The Abidin Daver [1984] 1 All E.R. 470 (Τουρκία), και Muduriglu v. TC Ziraat Bankasi [1986] 3 All E.R. 682 (Tουρκία). Το ζήτημα της ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας σε παράγωγες αγωγές, ξεκαθαρίζεται και μέσα από την υπόθεση Yiannis Georgios Mammous, Matthew Brown, Βασίλειος Γρηγόρης Παπαλέξης v. Mike Willstrop, Janet Mackenna, Barry Edwards, John Berry, John Alan, WOW SHowme Ltd, Bairstaw Eves Overseas UK
(2012)1 Α.Α.Δ. 90, όπου το δικαστήριο απεφάνθη, ότι ρήτρες διαιτησίας δεν είχαν εφαρμογή σε παράγωγες αγωγές ένεκα του ότι οι παράγωγες αγωγές δεν είναι διαφορές μεταξύ μετόχων αλλά στοχεύουν στην προστασία των συμφερόντων της εταιρείας. Τουναντίον οι ρήτρες διαιτησίας αφορούν διαφορές μεταξύ των μετόχων και δεν καλύπτουν ζητήματα παράγωγων αγωγών, στα οποία η μειοψηφία ενάγει εκ μέρους της εταιρείας. Πέραν των πιο πάνω στην υπόθεση Hampton Advisory Group S.A. v. Bost AD κ.ά.
(20012)1 ΑΑΔ 549 αναφέρθηκαν τα εξής: «Θεμελιώνεται μέσα από τη νομολογία ότι η ελευθερία των διαδίκων να επιλέγουν το forum επίλυσης των διαφορών τους γίνεται σεβαστή. Διάδικος που δεσμεύεται από ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας, σε σύμβαση δικαιούται να αιτηθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο την αναστολή της δικαστικής διαδικασίας που ηγέρθηκε από το αντισυμβαλλόμενο μέρος. Αν το Δικαστήριο φρονεί ότι δεν συντρέχει ικανοποιητικός λόγος γιατί η εκκρεμοδικία να μην παραπεμφθεί αλλού σύμφωνα με την επιθυμία των μερών όπως αποτυπώνεται στη σχετική ρήτρα, με την προϋπόθεση ότι υπάρχει ετοιμότητα εκ μέρους ενός των διαδίκων να ανατρέξει προς επίλυση της διαφοράς στο συμφωνηθέν forum και δεν είχε λάβει πέραν της εμφάνισης άλλα διαδικαστικά διαβήματα που την αποκλείουν, τότε προχωρεί σε διαταγή αναστολής της δικαστικής διαδικασίας.» Στην παράγραφο 25.2 της Συμφωνίας Μετόχων προνοείται ότι μόνο οποιεσδήποτε διαφορές που σχετίζονται με την Συμφωνία Μετόχων, θα παραπέμπονται σε διαιτησία. (βλ. Τεκμήριο 3 και σελ. 37, παρα. 25.2 στην ένορκη δήλωση των Αιτητών). Επομένως τα όσα ισχυρίζονται στις ένορκες δηλώσεις τους η κα Νεοφύτου (παρ. 5) και η κα Ηλία (παρ. 36) περί ρήτρας διαιτησίας σε οποιανδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ των μετόχων είναι παραπλανητική και ως εκ τούτου απορρίπτεται η σχετική αιτίαση. Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Στην αγγλική υπόθεση Mothercare Ltd v. Robson Books Ltd
(1979)FSR 466, σελ. 474, ο Δικαστής Sir Robert Megarry V-C, εξηγώντας πόσο «σοβαρό» πρέπει να είναι το «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» ανέφερε τα πιο κάτω: «All that has to be seen is whether the plaintiff has prospects of success which, in substance and reality, exist. . If his prospects of success are so small that they lack substance and reality, then the plaintiff fails, for he can point to no question to be tried which can be called "serious" and no prospect of success which can be called "real"» Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 στη σελίδα 1809 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά Κωνσταντινίδης ν. Μακρύγιωργου
(1978)1 ΑΑΔ 585, Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέχτως πολύπλοκη και μακρά.» Το πραγματικό υπόβαθρο προς υποστήριξη της αίτησης τέθηκε με την ένορκη δήλωση της κας Παναγιώτου. Αυτή προβάλλει με λεπτομέρεια τα γεγονότα που κατά την άποψη των Αιτητών περικλείουν την επίδικη διαφορά. Οι Αιτητές επικαλούνται παράβαση των κανόνων λειτουργίας και/ή διοίκησης της Καθ' ης η αίτηση 1 και αυτή συνίσταται στην προσπάθεια τους για ετεροχρονισμένη υπογραφή των συμφωνιών χρηματοδότησης της Καθ' ης η αίτηση 1 κάτι που θα συνιστούσε παραβίαση του καταστατικού και/ή της συμφωνίας μετόχων. Τα τεκμήρια 5 και 3 τα οποία αποτελούν το καταστατικό των Καθ' ων η αίτηση 1 και τη συμφωνία μετόχων ημερομηνίας 14.12.2011 μεταξύ των Αιτητών των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, σε συνδυασμό με το παραδεκτό γεγονός της σύγκλησης έκτακτης γενικής συνέλευσης με το επίδικο περιεχόμενο, καταμαρτυρούν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Στην ένορκη δήλωση των Αιτητών προβάλλονται τα ακόλουθα: (α) παραβίαση των προνοιών του καταστατικού των Καθ' ων η αίτηση 1 και της συμφωνίας μετόχων, όπως αναφέρεται ανωτέρω. (β) Αναμφισβήτητη προσπάθεια των Καθ' ων η αίτηση 1 και/ή 2 να συγκαλέσουν έκτακτες γενικές συνελεύσεις με το εν λόγω περιεχόμενο και σκοπό. (γ) Αποδεδειγμένη και αναντίλεκτη από τους Καθ' ων η αίτηση 1 - 6 μέσω των ενστάσεων τους, διασύνδεση των Καθ' ων η αίτηση 2 και των προτιθέμενων νέων πιστωτών της LLC GrandInvest. (δ) Προσπάθεια επιβολής δυσχερέστερων όρων δανειοδότησης και/ή χρηματοδότησης της LLC GrandInvest με πιστωτή την συνδεδεμένη με τους Καθ' ων η αίτηση 2 νομική οντότητα. (ε) Προσπάθεια επιβολής ως μοναδικού πιστωτή της LLC GrandInvest και κατ' επέκταση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου των Καθ' ων η αίτηση 1, της συνδεδεμένης με τους Καθ' ων η αίτηση 2 εταιρείας. (στ) Την παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας και/ή εμπιστοσύνης προς τους Καθ' ων η αίτηση 1 και κατ' επέκταση προς τους Αιτητές. Όλα τα πιο πάνω κατά την άποψη μου αποτελούν επαρκή στοιχεία τα οποία ικανοποιούν την πρώτη προϋπόθεση για έκδοση και/ή οριστικοποίηση του ενδιάμεσου διατάγματος. Πιθανότητα Επιτυχίας: Αναφορικά με το κατά πόσο συντρέχει η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη δηλαδή ορατής πιθανότητας επιτυχίας της υπόθεσης, είναι αρκετό για τους Αιτητές να καταδείξουν ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, χωρίς όμως να χρειάζεται να αποδείξουν κάτι τέτοιο στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής (βλ. επίσης Πουργουρίδη Μαργαρίτα Χρίστου κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 201). Η νομολογία αποκαλύπτει ότι οι Αιτητές έχουν το βάρος να δείξουν με προσκόμιση μαρτυρικού υλικού ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας. Το Δικαστήριο, στην υπόθεση, Parico Aluminium (πιο πάνω), υιοθέτησε απόσπασμα από το βιβλίο Copinger and Stone James on Copyright, 12η έκδοση, παρα. 621, στην σελ. 13 της απόφασης. Η σχετική παράγραφος, σε μετάφραση, έχει ως εξής: 621. Συζητήσιμη υπόθεση. ............... Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον Αιτητή είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση..». Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνω ότι οι Αιτητές έχουν καταδείξει επαρκώς την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, αφού η ισχυριζόμενη παράβαση τόσο των προνοιών του καταστατικού και/ή της συμφωνίας μετόχων αλλά και του καθήκοντος επιμέλειας και/ή εμπιστοσύνης προς τους Καθ' ων η αίτηση 1, προβάλλεται εναργώς στην ένορκη δήλωση των Αιτητών και στο μαρτυρικό υλικό που κατάθεσαν. Δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο: Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60, ήτοι το κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν' απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν χορηγηθεί το αιτούμενο διάταγμα και οι Αιτητές επιτύχουν τελικά στην αγωγή τους, τονίστηκε στην Odysseos v. Pieris (ανωτέρω) ότι αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση, σε περίπτωση που επιτραπεί η σύγκληση της τρίτης Γενικής Συνέλευσης και/ή δεν οριστικοποιήσει το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα, τότε η πλειοψηφία θα έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει τετελεσμένη κατάσταση όπως έχει περιγραφεί πιο πάνω με ορατές τις αρνητικές συνέπειες που το αποτέλεσμα αυτής θα επιφέρει στους Καθ' ων η αίτηση 1 και κατ' επέκταση στους Αιτητές που κατά την άποψη μου θα είναι αδύνατο να αποκατασταθούν στο μέλλον. Ένα άλλο θέμα που χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς, σε σχέση με την εκδίκαση αίτησης για την έκδοση ενός ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, είναι ότι στο στάδιο αυτό η προσέγγιση του Δικαστηρίου σε θέματα προσωρινών διαταγμάτων πρέπει να γίνεται με αποκλειστικό οδηγό τη νομολογιακά καθιερωμένη αρχή σύμφωνα με την οποία στο στάδιο εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης για έκδοση του προσωρινού διατάγματος με βάση τις διατάξεις του άρθρου 9 του Κεφ.6 και του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της αγωγής, αλλά ούτε και είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα, πάνω στα οποία τελικά θα κριθεί η όλη απαίτηση του Ενάγοντα/Αιτητή. Αντικείμενο της εξέτασης σε τέτοιες αιτήσεις είναι το κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις για την έκδοση και/ή συνέχιση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Έχει άλλωστε επανειλημμένα αναγνωριστεί νομολογιακά ότι, δεν είναι ορθό να χρησιμοποιείται το στάδιο της ενδιάμεσης διαδικασίας για να εκδικάζεται η ουσία της υπόθεσης.[7] Στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 ΑΑΔ 263 αναφέρθηκε, από τον τότε Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Λοΐζου, ότι το Δικαστήριο πρέπει να απέχει από το να αναφέρει οτιδήποτε και πρέπει να επιδεικνύει τη μεγαλύτερη επιμέλεια σε τέτοιες περιπτώσεις για αποφυγή παρερμηνείας και να μην φαίνεται ότι προδικάζεται οτιδήποτε από την ουσία. Συγκεκριμένα είχαν αναφερθεί τα ακόλουθα στην εν λόγω υπόθεση, στις σελίδες 267-268:- «The appropriate stage at which the rights of the parties to the action concerned are to be determined is when judgment will be given on the merits of the action, and not the stage of the interlocutory injunction which is the subject matter of this appeal; consequently, in order to avoid prejudging, in any way, any of the issues relevant to the merits of this case I will refrain from referring to any one of them; and, of course, the granting of the interlocutory injunction by the trial Court, and the fact that such injunction is now upheld by this Court, should not be treated as prejudging whether or not the respondents, as plaintiffs, are entitled to succeed in their action against the appellants as defendants.» Η ίδια αρχή πηγάζει και από την υπόθεση Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, όπου ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Δ. Στυλιανίδης ανέφερε στις σελ. 269-270 ότι : «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Επίσης, το Δικαστήριο, στην υπόθεση, Parico Aluminium (πιο πάνω), υιοθέτησε απόσπασμα από το βιβλίο Copinger and Stone James on Copyright, 12th ed., para. 620, σελ.12 της απόφασης. Η σχετική παράγραφος, σε μετάφραση, έχει ως εξής: 620. «...Επομένως δεν είναι σωστό για το δικαστήριο να αποφασίσει αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτά αποτελούν ζητήματα που πρέπει να εξετάζονται στη δίκη.» Προβλήθηκε στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις (Ε.Δ. Ηλία και Νεοφύτου), ότι δεν υπάρχει καθήκον επιμέλειας και/ή εμπιστοσύνης από τους συμβούλους (Καθ' ων η αίτηση 3 - 6). Στην αγγλική υπόθεση Sharp and others v Blank and others [2015] EWHC 3220 ξεκαθαρίστηκε, ότι ένας διευθυντής μπορεί να οφείλει καθήκον εμπιστευτικότητας και επιμέλειας (fiduciary duty) προς τους μετόχους, νοουμένου ότι υπάρχει μια ειδική σχέση γεγονότων (special factual relationship). Αυτού του είδους η σχέση δύναται να αποδειχθεί όταν υπάρχει συγκεκριμένη συναλλαγή η οποία περιλαμβάνει ή συσχετίζεται με τον διευθυντή και τον μέτοχο όπως ακριβώς συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει ευσεβάστως υποβάλλουμε, ότι αυτό είναι ζήτημα το οποίο θα διασαφηνιστεί στα πλαίσια της ακροάσεως της αγωγής και όχι επί του παρόντος. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό σύμφωνα με τη νομολογία μας δεν θα μπορούσε να προβεί σε αξιολόγηση του κατά πόσο η αγωγή στηρίζεται σε συγκεκριμένη αιτία ή μη αφού αυτό θα επενεργούσε αντίθετα με την ισχύουσα αρχή περί μη εξέτασης της ουσίας της αγωγής (βλ. Θωμά v. Ηλιάδη
(2006)1 ΑΑΔ 1263). Στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 1316 στη σελίδα 1326 λέχθηκαν τα εξής: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν ενεργεί σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής για τον λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο σε περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί το δικαστήριο νόμιμα να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας, διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.» Η έκδοση ή η μη έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων εμπίπτει σαφώς στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, όπως έχει καλά καθιερωθεί από την σχετική νομολογία. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, το Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά με διάταγμα που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και το Άρθρο 32 του Ν.14/60: «It is well-settled that the granting of an interlocutory injunction of this nature, is a matter of judicial discretion.» Το Άρθρο 32 όπως προκύπτει και από την σχετική νομολογία, παρέχει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει διατάγματα οποτεδήποτε συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις και εφόσον αυτό κρίνεται εύλογο και δίκαιο, χωρίς κανένα περιορισμό. Τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκδίδει παντός φύσεως διατάγματα όταν και εφόσον οι περιστάσεις το απαιτούν και όταν εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης, επιβεβαιώνει και ο Lord Goff of Chieveley στην απόφαση South Carolina Insurance Co v. Assurantie Maatschappij 'de Zeven Provincien'
(1986)3 All ER 487 στη σελίδα 499 όπου ειπώθηκαν τα εξής: «I am reluctant to accept the proposition that the power of the court to grant injunctions is restricted to certain exclusive categories. That power is unfettered by statute; and it is impossible for us now to foresee every circumstance in which it may be thought right to make the remedy available. (.) In my opinion, restraint of proceedings in a foreign forum simply provides one example of circumstances in which, in the interest of justice, the power to grant an injunction may be exercised.» ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΡΟΚΛΗΣΗΣ ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΗΣ ΖΗΜΙΑΣ: Οι Αιτητές στην ένορκη δήλωση τους προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και σύγκλησης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των Καθ' ων η αίτηση 1 με σκοπό την παράτυπη νομιμοποίηση και/ή έγκριση της λήψης οικονομικών διευκολύνσεων προς την LLC GrandInvest, η ζημία που θα υποστούν θα είναι ανεπανόρθωτη, αφού με αυτό τον τρόπο, οι Καθ' ων η αίτηση 1 θα προβούν σε παρατυπία, καταστρατηγώντας τις πρόνοιες τόσο του καταστατικού τους, όσο και της συμφωνίας μετόχων. Σε περίπτωση που το Ενδιάμεσο Διάταγμα δεν καταστεί απόλυτο μέχρι το πέρας της Αγωγής προβάλλεται από τους Αιτητές ότι υπάρχουν τεράστιες πιθανότητες να μην είναι δυνατό σε μεταγενέστερο στάδιο να απονεμηθεί δικαιοσύνη, πλήττοντας έτσι ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα των Καθ' ων η αίτηση 1 και κατ' επέκταση των Αιτητών, καθώς σε περίπτωση έκδοσης τελικής απόφασης υπέρ τους στην Αγωγή, η εν λόγω ενέργεια και/ή πράξη θα είναι και/ή θα θεωρείται τετελεσμένο γεγονός. Επιπλέον, τα κεφάλαια που έχουν αντληθεί από την εν λόγω χρηματοδότηση, θα έχουν χρησιμοποιηθεί και οι υποχρεώσεις της LLC GrandInvest, θα έχουν μεταφερθεί στα νομικά πρόσωπα που συνδέονται με τους Καθ' ων η αίτηση 2, καθιστώντας τους τελευταίους, ουσιαστικά πιστωτές των Καθ' ων η αίτηση 1, με ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες για αυτούς μιας και το μοναδικό περιουσιακό τους στοιχείο, δηλαδή η LLC GrandInvest, θα μπορεί να απολεστεί προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση 2. Επομένως τα όσα έχουν αναφερθεί σε σχέση με την εκπλήρωση της τρίτης προϋπόθεσης ισχύουν και σε σχέση με αυτό το ζήτημα. ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΤΗΣ ΕΥΧΕΡΕΙΑΣ (BALANCE OF CONVENIENCE) ΚΑΙ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ (STATUS QUO): Σύμφωνα με την υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)1 Α. Α. Δ. 255, όταν και εφόσον ικανοποιηθούν τα τρία κριτήρια του Άρθρου 32 του Ν.14/60 το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Το Δικαστήριο κρίνει υπέρ ποιου διαδίκου κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) και στο πλαίσιο της απόφασης του αυτής, θα λάβει υπόψη τον σημαντικό παράγοντα της διατήρησης της επικρατούσας κατάστασης (status quo). Οι αρχές αναφορικά με την ανάγκη διατήρησης της επικρατούσας κατάστασης πραγμάτων και αυτές που διέπουν το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας, αναλύονται πιο κάτω. Οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλουν ως λόγο ένστασης, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης και του Ενδιάμεσου Διατάγματος. Σε σχέση με την ανάγκη διατήρησης της επικρατούσας κατάστασης, στην υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου, Αντιπροσωπευόμενη υπό του Βάσου Βασιλοπούλου, Γραμματέως Αυτής και άλλοι v. Πασχάλη Χ΄΄ Bασίλη (πιο πάνω), το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας κατά πόσο συνέτρεχαν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος, ανέφερε, μεταξύ άλλων τα εξής:- «Βασικός σκοπός των διαταγμάτων κάτω από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 είναι η διατήρηση της επικρατούσας κατάστασης, δηλαδή, του status quo, προς αποφυγή πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στον ενάγοντα.» Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala κ.α. Πολιτικές Εφέσεις 71/06, 74/06 και 92/06, ημερομηνίας 16/2/07 η οποία αφορούσε έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τύπου Mareva το Δικαστήριο συμφώνησε με την κατάληξη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι, «...το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε σαφώς υπέρ των εφεσιβλήτων και ότι ήταν επάναγκες να διατηρηθεί το status quo ante προς διατήρηση των δεδομένων ως είχαν αμέσως πριν την έγερση της αγωγής.» Σχετική επίσης επί του θέματος είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Bacardi v. Vinco
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια και σημασία του status quo:- «Σύμφωνα με τον Drysdale (πιο πάνω), παρα. 6.15, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo.......Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τι σημαίνει η φράση «status quo». Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another
(1979)F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581-582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω: Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι 'status quo ante bellum'. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo.» Στην παρούσα περίπτωση, αυτό το οποίο ουσιαστικά επιζητείται από τους Αιτητές, δεν είναι τίποτε άλλο από την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης. Αυτό το οποίο επιχειρείται με την έκδοση του υπό εξέταση διατάγματος, είναι να μην αναγκαστούν ουσιαστικά οι Καθ' ων η αίτηση 1 να παραβιάσουν τις εσωτερικές τους διαδικασίες. Η οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος το μόνο που διασφαλίζει είναι ουσιαστικά την διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης χωρίς να προκαλείται παράλληλα η οποιαδήποτε ζημιά σε κανένα εμπλεκόμενο μέρος, σε αντίθεση με ενδεχόμενη ακύρωση του, η οποία θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία όπως με λεπτομέρεια έχει αναφερθεί ανωτέρω. Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝΤΟΣ: Το Άρθρο 9 του Κεφ. 6 δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει προσωρινά διατάγματα χωρίς να ακούει την άλλη πλευρά όταν η υπόθεση είναι επείγουσας φύσεως (upon proof οf urgency or other peculiar circumstances). Το εν λόγω άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: «Διατάγματα χωρίς ειδοποίηση. 9.-
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.
(2)Πριν εκδώσει το διάταγμα αυτό χωρίς ειδοποίηση, το Δικαστήριο πρέπει να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό, όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα.
(3)Κανένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν θα παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για επίδοση ειδοποίησης γι' αυτό σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και για παροχή δυνατότητας σε αυτούς να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ενστούν σε αυτό0 κάθε τέτοιο διάταγμα παύει να ισχύει, μετά τη λήξη της περιόδου αυτής, εκτός αν το Δικαστήριο, αφού ακούσει τους διαδίκους ή οποιοδήποτε από αυτούς, διατάξει διαφορετικά0 και κάθε τέτοιο διάταγμα τυγχάνει μεταχείρισης κατά την αγωγή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο.
(4)Καμιά διάταξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό, δεν θα ερμηνεύεται ότι επηρεάζει ή εφαρμόζεται στις εξουσίες του Δικαστηρίου να εκδίδει εντάλματα εκτέλεσης.» Το υπαρκτό του επείγοντος, όπως υποδεικνύεται στην απόφαση The Timberland Co of USA v. 1. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 A.A.Δ 1179, αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6.[8] Στην M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. Timberland Co of USA
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, υπεδείχθη ότι (σελ. 1797) «σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος», ώστε η υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη να επεκτείνεται και σε αυτά, καταδεικνύοντας έτσι την άρρηκτη σχέση μεταξύ του κατεπείγοντος και της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη που επίσης αφορά την όλη υπόσταση της μονομερούς αίτησης ως δικαιοδοτικού όρου.[9] Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου v. Aristo Developers Ltd
(2011)1 AAΔ 1377 όπου εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα τρεισήμισι χρόνια μετά την σύναψη της επίδικης συμφωνίας την ολοκλήρωση της οποίας το εκδομένο διάταγμα σκοπούσε να απαγορεύσει, αποφασίστηκε ότι: «Το κριτήριο που καθιστούσε επείγουσα την έκδοση του διατάγματος σε μονομερή βάση δεν ήταν πότε οι εφεσίβλητοι πληροφορήθηκαν το γεγονός της σύναψης της συμφωνίας της εφεσείουσας με την άλλη εταιρεία, αλλά πότε προέκυψε η πληροφόρηση περί της αποξένωσης της επίδικης περιουσίας.» Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Η αίτηση των Αιτητών, καταχωρήθηκε στις 2.2.2017, 7 μέρες πριν την ημερομηνία σύγκλησης της τρίτης έκτακτης γενικής συνέλευσης των Καθ' ων η αίτηση 1 και 14 μέρες μετά την λήψη της ειδοποίησης για σύγκληση της. Περαιτέρω, η διαδικασία έγκρισης της χρηματοδότησης της LLC GrandInveast που ενεργοποιήθηκε από τους Καθ' ων η ECLI:CY:AD:2016:D147, αίτηση 1 και 2, ξεκίνησε την 1.12.2016 και συνεχίστηκε μέχρι και τις 19.1.2017, γεγονός που φανερώνει την άμεση και/ή επείγουσα ανάγκη των Αιτητών να προσφύγουν στο Δικαστήριο, προς εξασφάλιση του επίδικου διατάγματος. Δεδομένου του ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος κρίνεται από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης, στην προκειμένη περίπτωση εάν οι Αιτητές δεν δρούσαν άμεσα και το Δικαστήριο δεν απέτρεπε την ολοκλήρωση των ενεργειών των Καθ' ων η αίτηση 1 και/ή 2, όπως περιγράφονται ανωτέρω, οι συνέπειες θα ήταν άκρως αρνητικές και/ή μη αναστρέψιμες για τους Αιτητές και ειδικότερα τους Καθ' ων η αίτηση 1. ΠΛΗΡΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ: Οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν ως περαιτέρω λόγο ένστασης, ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι δεν προέβηκαν σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης. Η πλήρης αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων είναι μέρος των καθηκόντων ενός Αιτητή σε μονομερή αίτηση για να παρουσιάσει την αίτηση του δίκαια.[10] Το καθήκον αυτό αυξάνεται σε Αίτηση για απαγορευτικά διατάγματα όπως η παρούσα, τα οποία από την φύση τους μπορούν να προκαλέσουν σημαντική βλάβη στους Καθ' ων η Αίτηση ή άλλους. Όπως αναφέρθηκε από τον Δικαστή Donaldson στην υπόθεση Bank Mellat v. Nik Pour
(1985)FSR 87, 92: «The rule requiring full disclosure seems to me to be one of the most fundamental importance, particularly in the context of the Draconian remedy of the Mareva Injunction. It is in effect, together with the Anton Piller order, one of the law's two 'nuclear' weapons. If access to such a weapon is obtained without the fullest and frankest disclosure, I have no doubt at all that it should be revoked». Στην υπόθεση Στυλιανού v. Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ σελ. 583, ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Δ. Στυλιανίδης ανέφερε σχετικά τα εξής: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberina fides). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.» Στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 CLR 597, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (.) Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Στην υπόθεση M&CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. Timberland Co of USA (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Ότι πρέπει να αποκαλυφθεί τονίζεται, σε κάθε περίπτωση, είναι: «.γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας» (σελ. 7 της απόφασης). Ιδιαίτερα καθοδηγητική επί του θέματος είναι και η αγγλική απόφαση Brink's Mat Ltd v. Elcombe (C.A.)
(1998)3 ALL ER 188 στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα: (α) Ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων. (β) Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων. (γ) Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα. (δ) Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
  1. i)φύση της υπόθεσης και (
  2. ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο. (ε) Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει. (στ) Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης και (ζ) Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος. Απλή αποκάλυψη εγγράφων δεν συνιστά πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου ο όγκος των εγγράφων που επισυνάπτονται ως τεκμήρια σε ένορκη δήλωση που υποστηρίζει μια αίτηση είναι μεγάλος. Αποτελεί εξάλλου καλά θεμελιωμένη νομολογιακά αρχή ότι η απλή επισύναψη εγγράφων χωρίς την επισήμανση ουσιωδών γεγονότων που περιέχονται σ' αυτά για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν αποτελεί επαρκή αποκάλυψη.[11] Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω) λέχθηκε περαιτέρω ότι ο Δικαστής θα πρέπει να εξετάσει και να κρίνει αν το γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον Αιτητή και δεν μπορούσε εύκολα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι παράγοντες. Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Καλλή στην υπόθεση The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 ΑΑΔ 733: «είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με τη καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου» Παρόμοια είναι και η αναφορά του Δικαστή Scruttοn L.J. στην υπόθεση The King v. The General Commissioners for the Purposes of Income Tax Acts for the District of Kensington, ex part Princess Edmond De Polignac [1917] 1 KB 486, όπου αναφέρθηκε ότι: «It has been for many years the rule of the Court, and one which it is of the greatest importance to maintain, that when an applicant comes to the Court to obtain relief on an ex part statement he should make a full and fair disclosure of all the material facts - facts, not law. He must not misstate the law if he can help it - the Court is supposed to know the law. But it knows nothing about the facts, and the penalty by which the Court enforces that obligation is that if it finds out that the facts have not been fully and fairly stated to it, the Court will set aside any action which it has taken on the faith of the imperfect statement». Στην Αγγλική υπόθεση The Arena Corporation v. Schroeder [2003] EWHC 1089 (Ch) έγινε εκ νέου ανάλυση των προϋποθέσεων οριστικοποίησης των ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων που λήφθηκαν μονομερώς και επαναδιατυπώθηκε η αρχή ότι, πρόκειται για καθιερωμένη αρχή του Αγγλικού δικαίου ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο αντιληφθεί ότι δεν έγινε πλήρης αποκάλυψη πληροφοριών και γεγονότων κατά τη διάρκεια μονομερούς αιτήσεως, το δικαστήριο έχει υποχρέωση όπως άμεσα ακυρώσει τα Διατάγματα και απορρίψει το αίτημα οριστικοποίησης τους. Παρά ταύτα, η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης δεν πρέπει να παρασύρει τα μέρη σε μια ευρεία και/ή ανεξάντλητη παράθεση γεγονότων, τα οποία δεν υπέχουν οποιαδήποτε αξία στην αξιολόγηση των ουσιωδών πτυχών της υπόθεσης. Στην υπόθεση COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING A.G. κ.ά, Πολ. Έφεση Ε6/2014, απόφαση ημερ. 27.2.15, αναφέρθηκαν τα εξής: «Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση δεν συμφωνούμε ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων. Μελετώντας τη σχετική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, διαπιστώνουμε ένα ακριβοδίκαιο τρόπο παράθεσης των γεγονότων, τα οποία κατά την άποψή μας τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου με την αναγκαία πληρότητα και ειλικρίνεια και εύκολα ο καλοπροαίρετος αναγνώστης θα μπορούσε να αντιληφθεί τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων και τα κρίσιμα σημεία που οδήγησαν στην αντιδικία.»[12] Στην παρούσα περίπτωση, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 - 6, αναφέρουν τόσο στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις τους ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν προέβηκαν σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης. Δεν καθορίζουν όμως ποια είναι αυτά τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο. Αντίθετα με τους αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς των Καθ' ων η Αίτηση, ότι δηλαδή οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν δήθεν ουσιώδη γεγονότα ή ότι υπάρχει περίπτωση να παρουσιάζουν διαστρεβλωμένη εικόνα των γεγονότων oι Αιτητές έχουν, κατά την άποψη μου και βασιζόμενος σε όλα τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου, ικανοποιήσει το καθήκον το οποίο είχαν κατά το στάδιο της μονομερούς εξέτασης της Αίτησης για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Παρουσίασαν τα γεγονότα με λεπτομερή τρόπο, χωρίς να αποκρύψουν πληροφορίες και γεγονότα από το Δικαστήριο, τα οποία είτε γνώριζαν ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να βρίσκονται εις γνώση τους. Είναι γεγονός ότι ενώπιον μου μέσω των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις τα εμπλεκόμενα μέρη προβάλλουν απλά αντικρουόμενους ισχυρισμούς. Η ύπαρξη όμως και μόνον αντίθετων ισχυρισμών, δεν προκαταβάλλει ούτε προεξοφλεί την παράλειψη αποκάλυψης. Κατά την εξέταση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι πλήρης αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο θα πρέπει να αντιπαραβάλει τους υφιστάμενους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και να τους με τους αντίστοιχους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Καθ' ων η αίτηση, πέραν κάποιων μεμονωμένων και/ή αποσπασματικών αόριστων ισχυρισμών περί μη αποκάλυψης, αποτυγχάνουν και/ή παραλείπουν να παραθέσουν συγκεκριμένα γεγονότα και/ή στοιχεία τα οποία κατ' ισχυρισμό αποκρύφτηκαν και/ή δεν αποκαλύφθηκαν από τους Αιτητές. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε εξέταση και κατ' επέκταση σε ευρήματα σε σχέση με την αποκάλυψη ή μη ουσιωδών γεγονότων, δεδομένης και τις απουσίας οποιουδήποτε τέτοιου στοιχείου. Ακόμα ένα επιχείρημα των Καθ' ων η Αίτηση 1 - 6 είναι το ότι η Ε.Δ. Παναγιώτου είναι παράτυπη και/ή αντικανονική. Είναι επιπλέον η θέση των Καθ' ων η αίτηση, ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση είναι άτοπη και άνευ οποιασδήποτε ισχύος, ένεκα του ότι η ενόρκως δηλούσα κα Παναγιώτου δεν ξεκαθαρίζει τον ρόλο της και/ή την θέση της στην εν λόγω υπόθεση. Στις παραγράφους 1-5 της Ε.Δ. Παναγιώτου, η ίδια ξεκαθαρίζει το καθεστώς και υπό ποιά ιδιότητα προβαίνει στην εν λόγω μαρτυρία. Σύμφωνα με τη νομολογία βλ. Dmitry Rybolovev v Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82, Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd. V Ιωάννου
(1991)1. Α.Α.Δ. 1036, μαρτυρία από δικηγόρο καθίσταται επιθυμητή μαρτυρία, όταν ένας δικηγόρος έστω και κατόπιν πληροφόρησης αναφέρεται σε γεγονότα της υπόθεσης και δεν χειρίζεται αυτήν. Επιπλέον, από τις πιο πάνω αναφερόμενες αυθεντίες, εξάγεται το συμπέρασμα ότι όταν ο δικηγόρος περιορίζεται σε νομικά και διαδικαστικά ζητήματα στα οποία ο ίδιος ο Αιτητής θα μπορούσε να αναφερθεί μόνο κατόπιν συμβουλής και καθ' υπόδειξη των δικηγόρων του, τότε μια τέτοια μαρτυρία είναι απόλυτα νομότυπη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι οι Αιτητές, έχουν καταδείξει επαρκώς την ύπαρξη όλων των προϋποθέσεων για έκδοση και οριστικοποίηση του επίδικου διατάγματος. Το εκδοθέν διάταγμα δια της παρούσας οριστικοποιείται για όλους τους Καθ' ων η Αίτηση και καθίσταται απόλυτο. Επιδικάζονται δικηγορικά έξοδα υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 - 6 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπογρ.).............. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ 557 [2] Βλ. Ενδεικτικά Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 J.S.C. 557, ABP Holdings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, Γρηγορίου & άλλων v. Χριστοφόρου & άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152, Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποεία «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 [3] Volume 1B, Σελ. 1202 [4] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015 [5] Evans & Sons Limited v. Σπύρου Ιωάννου
(2001)1 ΑΑΔ 2092 [6] Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χ'' Βασίλη,
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 152 [7] Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 ΑΑΔ 263 [8] Βλ. επίσης In re Stavros Hotel Apartments Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 836 [9] Έλενας Αμβροσιάδου v. Martin Coward, Εφέσεις Αρ. 3/2011 και 4/2011, Απόφαση Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 15/01/2013. [10] Memory Corporation v. Sidnu (No. 2)
(2000)1 WLR 1443, Re S (A Child)(Family Division: Without Notice Orders)
(2001)1 ALL ER 362 [11] Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Limited και άλλων
(1996)1 CLR 597, Caspi Shipping Ltd ν. Το Πλοίο SAPPHIRE SEAS
(1997)1 ΑΑΔ 833, Interpartemental Concern "UralMetrom" v. Beszouno Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 557. [12] Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Govelfret Ro-Ro Services N.V. κ.α. v. The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 Α.Α.Δ. 733, Rybolovlev κ.α. v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82 και Brink's Mat Ltd v. Elcombe and Others
(1988)1 WLR 1350, 1356-1357 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.