Ευάγγελος Σιβιτανίδης ν. MEDITERRANEAN HOSPITAL OF CYPRUS (MHOC) LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2930?2016, 18/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2930∕2016 ΜΕΤΑΞΥ: Ευάγγελος Σιβιτανίδης Ενάγοντος και MEDITERRANEAN HOSPITAL OF CYPRUS (MHOC) LIMITED Εναγόμενης Ημερομηνία: 18 Μαΐου, 2017 Εμφανίσεις : Για ενάγοντα/ Καθ' ου η Αίτηση: κα Χ¨Νεοφύτου για Παναγιώτη Π. Κλεοβούλου Για εναγόμενη/ Αιτήτρια: κ. Ονουφρίου για Π.Ν. Ονουφρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση παραμερισμού δικαστικής απόφασης) Με αίτηση της η εναγόμενη/ αιτήτρια (στη συνέχεια «η αιτήτρια») αιτείται τα ακόλουθα δύο διατάγματα: Α. Διάταγμα που να ακυρώνει και/ ή παραμερίζει (set aside) την εκδοθείσα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής δικαστική απόφαση. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απορρίπτει και/ή παραμερίζει και/ή ακυρώνει την μέχρι σήμερα διαδικασία στην πιο πάνω αγωγή, ως αντικανονική και/ή αντιβαίνουσα με τους δικαστικούς θεσμούς και την πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2 Θ 1, 17 Θ.10, Δ.25 Θ 1, Δ.48- ΘΘ 1-3 Θ.9(h), στο Περί Εταρειών Νόμο Κεφ 113 άρθρο 372, στο άρθρο 30 3(α) και (β) του Συντάγματος, στην διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου/ επί των γενικών εξουσιών και στην αρχή "ex debito justitiae". Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται αίτηση υποστηρίζονται σε ένορκη δήλωση του κ. Νεόφυτου Ζανέττου ο οποίος δηλώνει ένας από τους συμβούλους της αιτήτριας και ότι έχει προσωπική γνώση για τα όσα ορκίζεται. Οι λόγοι για τους οποίους αιτείται η αιτήτρια όπως ακυρωθεί η απόφαση είναι οι ακόλουθοι: (α) Λόγω ακυρότητας της διαδικασίας που ο ενάγων προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Ο ενάγων την 12.10.2016 καταχώρησε κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη διάταξη Δ.2,θ.1 το οποίο ουδέποτε επέδωσε στην εναγόμενη. Αντί του καταχωρηθέντος κλητηρίου εντάλματος με γενική οπισθογράφηση επέδωσε την 21.10.16 κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο φέρων τον ίδιο αριθμό αγωγής ως και το γενικώς οπισθογραφημένο με την ένδειξη "όπως έχει τροποποιηθεί την 21.10.2016". Αποτέλεσμα των ανωτέρω ενεργειών του ενάγοντος είναι ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής που έχει καταχωρηθεί δυνάμει της Δ.2,θ.1 να μην έχει ουδέποτε επιδοθεί στην εναγόμενη ούτως ώστε να νομιμοποιείται στη λήψη επακόλουθων δικονομικών μέτρων. Το δε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο της Δ.2,θ.6 με την ένδειξη "όπως έχει τροποποιηθεί την 21.10.2016" αυτόβουλα να αποτελεί άκυρο δικονομικό μέτρο εφ' όσον δεν αποτελεί έννομη τροποποίηση δυνάμει της Δ.25, θ.1 η επίδοση του οποίου να μην επιφέρει νόμιμα αποτελέσματα και να θεωρείται παράνομη, αντικανονική και μοιραία μη θεραπεύσιμη. (γ). Άνευ βλάβης των ανωτέρω η επίδοση του εγγράφου της Δ.2,θ.6 αποτελεί κακή επίδοση γιατί δεν επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης το οποίο είναι ως εμφαίνεται στο επισυνημμένο πιστοποιητικό εγγεγραμμένου γραφείου που ισχύει μέχρι σήμερα χωρίς να έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή (Τεκμ. 1). Στην ένορκη του δήλωση επίδοσης ο δικαστικός επιδότης σημειώνει ότι η επίδοση έγινε προς τον Νεόφυτο Ζανέττο διευθυντή της εναγόμενης για την εναγόμενη εταιρεία την οποία δεν βρήκε στο σπίτι της ή στον συνηθισμένο τόπο εργασίας της. (δ) Δεν υπήρξε ουδεμία ολιγωρία εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας να υπερασπιστεί την αγωγή και απαίτηση του ενάγοντος. Την 24.10.2016 απέστειλε μέσω email αντίγραφο της αγωγής στην δικηγόρο της Φανή Ονουφρίου, η οποία την 25.10.2016 συνέταξε το διοριστήριο έγγραφο που αφού το απέστειλε στη εναγόμενη το υπέγραψε και επέστρεψε στη δικηγόρο της για να καταχωρήσει εμφάνιση (Τεκμ. 2). (ε) Εξ όσων πληροφορείται, η δικηγόρος της εναγόμενης κ. Φανή Ονουφρίου η οποία ευρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο εγκυμοσύνης λόγω αδιαθεσίας που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο εξ αιτίας της εγκυμοσύνης της απουσίαζε από την εργασία της από την 26.10.2016 όπου επέστρεψε στις 10.11.2016. Την ίδια ημέρα ετοίμασε για να καταχωρήσει εμφάνιση υπό όρους οπότε πληροφορήθηκε από το Πρωτοκολλητείο ότι εκδόθηκε ήδη απόφαση λόγω παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης. (στ) Τα ανωτέρω αποδεικνύουν ότι η καθυστέρηση δεν ήτο με υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης ούτε και έγινε με διάθεση περιφρόνησης του Δικαστηρίου. Έγινε κάτω από τις ατυχείς συγκυρίες ως ανωτέρω και ευσεβάστως πιστεύω ότι η τέτοια καθυστέρηση δεν θα πρέπει να στερήσει στην εναγόμενη το δικαίωμα να υπερασπίσει την αγωγή. (ζ) Εξ όσων συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του η Αίτηση χωρίς Ειδοποίηση του Ενάγοντος για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Εμφάνισης διέπεται υπό τις αρχές της "καλής πίστης" με υποχρέωση του ενάγοντα να προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, υποχρέωση την οποία δεν εκπλήρωσε ο ενάγων εφ' όσον κατά την διαδικασία της αίτησης του δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα ανωτέρω. (η) Η εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή η οποία εμφαίνεται στο επισυνημμένο προσχέδιο Έκθεσης Υπεράσπισης. Ο ενάγων/ καθ' ου η αίτηση (στη συνέχεια «ο καθ' ου η αίτηση») καταχώρησε ειδοποίηση περί καταχώρησης ένστασης στην οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους: Η αιτήτρια δεν αποκαλύπτει ικανοποιητικούς ή και επαρκείς λόγους Υπεράσπισης. Η αιτήτρια προβάλλει αόριστους και γενικούς ισχυρισμούς οι οποίοι δεν αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως καλόπιστη ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Δεν καταδείχθηκε κανένας σοβαρός λόγος και/ή τεκμηριωμένος για την καθυστέρηση στην καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης. Η έκδοση της απόφασης έγινε νομότυπα λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Η μη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης συνιστά περιφρόνηση της διαδικασίας. 6. Δεν συντρέχει κανένας λόγος παραμερισμού της απόφασης. Η αιτήτρια προωθεί την παρούσα αίτηση καταχρηστικά και για παρακώλυση της εκτέλεσης της απόφασης. Η ακύρωση ή ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης δεν απονέμει δικαιοσύνη. Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2 θ.1, Δ.5 θ.θ. 1, 3, 7, Δ.16 θ.θ. 2, 7, Δ.17 θ.θ. 3, 10, Δ.25 θ.1, Δ.48, θ. 4
(1), 8
(1)(s), Δ.64 θ.1
(1), στον περί Εταιριών Νόμο 113, άρθρο 372, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Την ένσταση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση η σύζυγος του κα Μαργαρίτα Γώγου, ο προσωπικός του φίλος κ. Μιχαήλ Καλογερόπουλος και δύο συνάδελφοι του οι οποίοι ουσιαστικά αναφέρονται στη δική τους παρόμοια εμπειρία με αυτή του καθ' ου η αίτηση από τη συνεργασία που είχαν με την αιτήτρια η οποία λειτουργούσε ως ιδιωτικό νοσοκομείο. Πρόκειται για τον καρδιοχειρουργό Ευστάθιο Στάθη) Αμπαζίδη που λειτουργούσε ως βοηθός του και τον αναισθησιολόγο Σπάρτακο Καριπίδη. Ο καθ' ου η αίτηση κ. Ευάγγελος Σιβιτανίδης στην ένορκη δήλωση του δηλώνει γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης και ότι έχει διαβάσει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει με την οποία διαφωνεί. Αναφέρεται στην πορεία της αγωγής και την επίδοση της στον κ. Νεόφυτο Ζανέττο, την 21.10.2016. Ο κ. Νεόφυτος Ζανέττος, όπως διαπιστώνεται και από την ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη κ. Νίκου Νικολάου κατά την παραλαβή του κλητηρίου εντάλματος δήλωσε ότι ήταν διευθυντής της αιτήτριας και δεν πρόβαλε καμία διαμαρτυρία. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι παρά την παρέλευση των δέκα
(10)ημερών από την επίδοση, η αιτήτρια παρέλειψε να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, γι' αυτό και προχώρησαν με αίτηση για έκδοση απόφασης όπως και έγινε την 9.11.
- Στις 15.11.2016 καταχώρισε αίτηση για έκδοση εντάλματος κατασχέσεως εις χείρας τρίτου, δηλαδή του Υπουργείου Υγείας και στις 14.112016 καταχωρήθηκε από την αιτήτρια η υπό κρίση αίτηση. Όπως συμβουλεύεται από τον δικηγόρο του η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν παρουσιάζει καμιά παρατυπία ή είναι λανθασμένη. Αντίθετα η αιτήτρια δεν επέδειξε εύλογη επιμέλεια, καθότι είχε υποχρέωση να καταχωρίσει εμπρόθεσμα σημείωμα εμφάνισης και δεν το έπραξε. Με την αδιαφορία της ή ολιγωρία της, αντιμετώπισε το ενδεχόμενο να εκδοθεί εναντίον της απόφαση, γεγονός που επήλθε. ΄Όπως συμβουλεύεται η συμπεριφορά της αιτήτριας καταδεικνύει αδικαιολόγητη αδιαφορία προς τους Δικαστικούς Θεσμούς και προσλαμβάνει μορφή καταφρόνησης της Δικαστικής διαδικασίας. Η απραξία της δεν δικαιολογείται σε βαθμό ώστε να αποστερηθεί των ευεργετημάτων που του παρέχει η νομότυπη απόφαση. Περαιτέρω, η αιτήτρια δεν επεξήγησε και δεν κατέγραψε οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Ο Ομνύων αποδίδει την παράλειψη του σε λάθος της δικηγόρου κας Φανής Ονουφρίου, χωρίς όμως να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό του αλλά τουναντίον οι ισχυρισμοί του ανατρέπονται από τα γεγονότα. Η Αιτήτρια δεν καταδεικνύει κανένα σοβαρό λόγο για την παράλειψη της να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Η απουσία της κας Φανής Ονουφρίου από το δικηγορικό γραφείο, τη συγκεκριμένη περίοδο, δεν δικαιολογεί την απραξία της αιτήτριας να αναθέσει την υπόθεση σε κάποιο άλλο δικηγόρο του ίδιου γραφείου. Η καταχώριση τής υπό κρίση αίτησης συνιστά προσπάθεια της αιτήτριας να καθυστερήσει την όλη διαδικασία και την απονομή δικαιοσύνης και να τον παρεμποδίσει από την είσπραξη του λαβείν του. Η προβαλλόμενη ως Υπεράσπιση της αιτήτριας, αποτελείται από γενικολογίες και αβάσιμους ισχυρισμούς και δεν συνιστά καλόπιστη Υπεράσπιση. Εν ολίγοις, η αιτήτρια στην Υπεράσπισή της, προβάλλει τον παράλογο και τον εκ πρώτης όψεως αστήρικτο ισχυρισμό, ότι εγώ και ο βοηθός μου κ. Στάθης Αμπαζίδης εγκαταλείψαμε την εργασία μας στην Ελλάδα και μετακομίσαμε με τις οικογένειες μας στην Κύπρο για να ζούμε στερημένοι και μίζεροι, χωρίς εισόδημα μέχρι το τέλος του έτους, όπου κατά τον ισχυρισμό της αιτήτριας θα καθίστατο ληξιπρόθεσμη η πληρωμή τους. Κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα εγκατέλειπε στην Ελλάδα την εργασία του, για να μετακομίσει με την οικογένεια του στην Κύπρο, με τον όρο να πληρώνεται κάθε τέλος του έτους. Η εγκατάσταση τους στη Κύπρο συνεπαγόταν μηνιαία έξοδα συντήρησης τόσο των ίδιων όσο και των οικογενειών τους. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της αιτήτριας περί συμφωνίας για καταβολή της αμοιβής τους ετησίως δεν ευσταθεί διότι, κάθε εργαζόμενος έχει οικονομικές εκκρεμότητες που καθιστούν αναγκαία την καταβολή των δεδουλευμένων του μηνιαία ή σε τακτά χρονικά διαστήματα για την αξιοπρεπή διαβίωση του ίδιου και της οικογένειας του. Βασικός όρος της προφορικής συμφωνίας με την αιτήτρια ήταν να του καταβάλει το συντομότερο εντός εύλογου χρόνου την αμοιβή του. Η αιτήτρια είχε υποχρέωση να μεριμνά ώστε το εκάστοτε τιμολόγιο να εξοφλείται το αργότερο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της χειρουργικής επέμβασης και για το λόγο αυτό η αιτήτρια είχε υποχρέωση να υποβάλλει τα σχετικά δικαιολογητικά προς το Υπουργείο το συντομότερο δυνατόν, ώστε η πληρωμή από το Υπουργείο να γινόταν το ταχύτερο. Ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της αιτήτριας αναπτύσσει ανεπίτρεπτα νομική επιχειρηματολογία στην παρ. 2 (α) και (β) της ένορκης δήλωσης του, χωρίς να είναι νομικός, κατά παράβαση των διατάξεων της Δ.39 Κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και αξιώνει όπως η εν λόγω επιχειρηματολογία να μη ληφθεί υπόψη. Σε σχέση με την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος αναφέρει ότι εξ' όσων ο δικηγόρος του τον συμβουλεύει, δηλώνει ότι η διαδικασία, δυνάμει της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν πάσχει από καμία ακυρότητα καθ' ότι η τροποποίηση του αρχικώς καταχωρηθέντος Κλητηρίου Εντάλματος, το οποίο δεν είχε προλάβει να επιδοθεί, τροποποιήθηκε δυνάμει της Δ.25 Κ.1, όπως η εν λόγω Διάταξη ισχύει μετά την τροποποίηση της από τον Τροποποιητικό Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014, και εξ' όσων ο δικηγόρος του τον συμβουλεύει, η επίδοση του τροποποιηθέντος Κλητηρίου Εντάλματος στον αξιωματούχο της αιτήτριας επαρκεί και δεν ήταν απαραίτητη και η επίδοση του αρχικώς καταχωρηθέντος Κλητηρίου Εντάλματος. Εξ' όσων συμβουλεύεται από το δικηγόρο του και διαπιστώνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος έγινε την 21.10.2016 στον ενόρκως δηλούντα από πλευράς της αιτήτριας ο οποίος είναι αξιωματούχος της όπως και ο ίδιος δηλώνει στην ένορκη δήλωση του. Αυτή η επίδοση, εξ' όσων ο δικηγόρος του τον συμβουλεύει, αποτελεί καλή επίδοση και δεν ήταν απαραίτητο το Κλητήριο Ένταλμα να επιδοθεί στο εγγεγραμμένο γραφείο της αιτήτριας. Απορρίπτει τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι δεν υπήρξε ολιγωρία εκ μέρους της για να υπερασπιστεί την εναντίον της υπόθεση, τουναντίον, εκ των ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντος προκύπτει ότι υπήρξε ολιγωρία, διότι ναι μεν ο ενόρκως δηλών προσπαθεί να φορτώσει την ευθύνη της μη εμπρόθεσμης καταχώρησης του σημειώματος εμφάνισης στην κα Φανή Ονουφρίου και στην εύκολη δικαιολογία της εγκυμοσύνης της, αλλά κανένα πιστοποιητικό δεν επισυνάπτει, το οποίο να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του, περί απουσίας της κας Ονουφρίου από το γραφείο της, από τις 26.10.2016 έως 10.11.
- Η πραγματικότητα, εξ' όσων διαφαίνεται από το Τεκμήριο 2 της Ενόρκου Δηλώσεως του κ. Ζανέττου, αποκαλύπτει ότι μετά το ηλεκτρονικό μήνυμα της κας Ονουφρίου ημερομηνίας 25.10.2016, για υπογραφή του διοριστηρίου και την έκδοση επιταγής για καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως, ακολουθεί σιωπή και ουδέν Τεκμήριο προσκομίζεται για να αποδειχθεί ότι η αιτήτρια συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις της δικηγόρου της, παρά μόνο ο ενόρκως δηλών γενικά και αόριστα απλά δηλώνει το εξής: «.. συνέταξε το διοριστήριο έγγραφο που αφορά το απέστειλε στην Εναγομένη το υπέγραψε και επέστρεψε στη δικηγόρο της για να καταχωρίσει εμφάνιση» Πρόκειται προφανώς περί προσπάθειας παραπλάνησης του Δικαστηρίου, διότι ουδείς αμφιβάλλει ότι το διοριστήριο κάποτε υπεγράφη αλλά το ερώτημα το οποίο προκαλείται, είναι το πότε υπεγράφη και πότε απεστάλη το διοριστήριο στους δικηγόρους της αιτήτριας. Επίσης, η ηλεκτρονική επιστολή της κας Φανής Ονουφρίου, ζητά την έκδοση επιταγής για την κάλυψη των πραγματικών εξόδων και τούτο τίθεται ως προϋπόθεση για την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης. Ο ενόρκως δηλών ουδέν αναφέρει εις ότι αφορά το θέμα της έκδοσης επιταγής, διότι προφανώς δεν είχε ανταποκριθεί εμπρόθεσμα στις οδηγίες της κας Φανής Ονουφρίου. Αποτελεί θέση του ότι η αιτήτρια επέδειξε αδιαφορία στις υποχρεώσεις της έναντι του Δικαστηρίου, σε σχέση με την Αγωγή και ασχολήθηκε με τις υποχρεώσεις της σε σχέση με την Αγωγή, μετά την 10η Νοεμβρίου. Προς τεκμηρίωση της θέσης του επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α, αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 10 Νοεμβρίου 2016 (δηλαδή την επαύριον της έκδοσης της απόφασης), η οποία απεστάλη στον δικηγόρο κ. Κλεοβούλου, την υπογράφει ο κ. Πανίκος Ονουφρίου και τον πληροφορεί ότι θα καταχωρίσουν εμφάνιση για λογαριασμό της εναγομένης, εντός των προσεχών ημερών. Η εν λόγω επιστολή όμως αποδεικνύει ότι τον χειρισμό της υπόθεσης δεν τον είχε αποκλειστικά η κ. Φανή Ονουφρίου, ώστε η απουσία της να επιδρά στο πάγωμα της διαδικασίας καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, απουσία την οποία ο ενόρκως δηλών επενδύει την όλη επιχειρηματολογία του. Ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντος, ότι υπέγραψε το διοριστήριο πριν την 10η Νοεμβρίου καταρρίπτεται, αφού μέχρι την ημέρα αποστολής της επιστολής είναι προφανές ότι το σημείωμα εμφάνισης δεν ήταν ακόμη έτοιμο, διότι, διερωτάται ο ενόρκως δηλών, εάν ήταν έτοιμο τότε ποιος ο λόγος της αποστολής της επιστολής; Περαιτέρω, η φράση της επιστολής «.. Θα καταχωρήσουμε εμφάνιση εντός των προσεχών ημερών», αποκαλύπτει επίσης ότι μέχρι τις 10 Νοεμβρίου 2016 το σημείωμα εμφάνισης δεν είχε ακόμη ετοιμασθεί, είτε διότι η εναγόμενη δεν υπέγραψε το διοριστήριο, είτε διότι δεν ικανοποίησε το οικονομικό σκέλος της υποχρέωσης της και αναμενόταν να ανταποκριθεί εντός των «προσεχών ημερών». Η κορύφωση δε των ερωτημάτων που τίθενται οδηγεί, κατά τον ενόρκως δηλούντα σε τούτο: ποιος ο λόγος της αναμονής για την επιστροφή της κας Φανής Ονουφρίου στο γραφείο της για να καταχωρηθεί απλά ένα σημείωμα εμφάνισης, το οποίο εξ' όσων ο δικηγόρος του τον πληροφορεί πρόκειται για απλή συμπλήρωση ονομάτων και αποτελεί καθήκον της γραμματείας ενός δικηγορικού γραφείου και σίγουρα δεν απαιτεί δικηγορική δεξιότητα για να ετοιμασθεί. Εξ' όσων πληροφορείται από τον δικηγόρο του, το δικηγορικό γραφείο του κ. Ονουφρίου είναι ένα καλά οργανωμένο γραφείο και η απουσία μιας δικηγόρου δεν μπορεί να αποτελέσει λόγον αδυναμίας να καταχωρηθεί ένα σημείωμα εμφανίσεως. Όλα αυτά αποδεικνύουν τον έωλο χαρακτήρα της επιχειρηματολογίας του ενόρκως δηλούντος και την προσχηματικότητα της, η οποία είναι εμφανές ότι προβάλλεται με σκοπό να δικαιολογήσει την αδικαιολόγητη ολιγωρία του και να καθυστερήσει την ικανοποίηση της εκτέλεσης της εκδοθείσης αποφάσεως και τούτο όχι διότι η αιτήτρια διαθέτει Υπεράσπιση, αλλά απλά για λόγους εκδικητικούς, αφού μέχρι σήμερα η αιτήτρια και οι αξιωματούχοι της, δεν μπορούν να ανεχθούν την ιδέα ότι ο ίδιος παραιτήθηκε από καρδιοχειρουργός του Νοσοκομείου τους. Αρνείται τον ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντος δια του οποίου διατείνεται ότι ο ίδιος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρόκειται περί ατυχούς ισχυρισμού, ο οποίος προστίθεται στην εν γένει συμπεριφορά του ενόρκως δηλούντος και τα όσα προηγήθηκαν στις μεταξύ τους σχέσεις. Αρνείται επίσης τον ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντος ο οποίος προβάλλεται στην παράγραφο 8, περί καλής υπεράσπισης και αφού ανέγνωσε το Τεκμήριο 3 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση το οποίο αποτελεί την επικαλούμενη Υπεράσπιση της εναγομένης. Αρνείται τους προβαλλομένους σ' αυτή ισχυρισμούς, οι οποίοι αποτελούν προσπάθεια της αιτήτριας να κωλυσιεργήσει την υπόθεση και συγκεκριμένα, αρνείται σειρά ισχυρισμών της και αντί αυτών δηλώνει ως αληθινά γεγονότα τα ακόλουθα: Περί τον Απρίλιο του 2016, ενώ είχε μία καλή σταδιοδρομία ως καρδιοχειρουργός στη Γερμανία και Ελλάδα και ασκούσε το λειτούργημα του στο Ιατρικό Διαβαλκανικό Νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, δέχθηκε την επίμονη πρόταση της αιτήτριας να ασκήσει το λειτούργημα του στο Νοσοκομείο της στη Λεμεσό. Μετά από πολύ πίεση της αιτήτριας, αποφάσισε να αποδεχθεί συνεργασία μαζί της, για να διενεργεί καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις στο Νοσοκομείο που διατηρεί στη Λεμεσό και μετακόμισε οικογενειακώς στη Λεμεσό με την εγκυμονούσα σύζυγό του, ενοικίασε κατοικία στη Λεμεσό και ευελπιστούσε να έχει μια καλή συνεργασία μαζί της. Μαζί του, μετέφερε οικογενειακώς και τον βοηθό του κ. Στάθη Αμπαζίδη, του οποίου η οικογένεια αποτελείται από τον ίδιο, τη σύζυγό του και δύο παιδιά ανήλικα με τα συνακόλουθα έξοδα τους. Παρά τις περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος, η συμφωνία του με την αιτήτρια ήταν προφορική και διαλάμβανε όρους για την αμοιβή του ίδιου και του βοηθού του και τους μισθούς της ομάδας του χειρουργείου και λεπτομέρειες των επί μέρους χρεώσεων και πότε θα έπρεπε να καταβάλλονταν σε αυτόν
- Η αιτήτρια είχε την υποχρέωση να ετοιμάζει και να εξοπλίζει κατάλληλα το χειρουργικό τμήμα και τη μονάδα εντατικής παρακολούθησης ώστε να μπορεί να διεκπεραιώνει τα καθήκοντά του απρόσκοπτα. Εξηγεί γιατί ο ισχυρισμός της αιτήτριας, ότι η συμφωνία τους ήταν όπως του καταβάλλεται ο μισθός τέλος του έτους, δεν ευσταθεί. Κάνει αναφορά στις καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις που διενήργησε και στις χρεώσεις του και στο συνολικό ποσό αυτών που ανερχόταν στις €118.105,00 από το οποίο εισέπραξε σταδιακά το ποσό των €17.300,00 με το υπόλοιπο να του οφείλεται. Απορρίπτει τη θέση της αιτήτριας περί του χρόνου καταβολής της αμοιβής του παραθέτοντας σχετικό παράδειγμα πληρωμής του για χειρουργική επέμβαση η οποία έγινε με την είσπραξη του σχετικού τιμολογίου. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της αιτήτριας περί πληρωμής ποσών σε αυτόν προκαταβολικά πλην του ποσού των €10.000,00 που έλαβε την 27.06.2016 που στον ίδιο αναλόγισε το ποσό των €7.000,00 έναντι μελλοντικών εισπράξεων. Η ασυνέπεια που επεδείκνυε απέναντι του η αιτήτρια τον οδήγησε σε παραίτηση έχοντας να λαμβάνει ως υπόλοιπον το ποσό των €100.805,00 το οποίο παρά τις οχλήσεις του δεν του το κατέβαλε η αιτήτρια γι΄αυτό αναγκάστηκε να προχωρήσει με την παρούσα αγωγή. Τα γεγονότα που καταγράφουν στις ένορκες δηλώσεις τους οι υπόλοιποι ενόρκως δηλούντες προς υποστήριξη της ένστασης η κα Μαργαρίτας Γώγου, ο κ. Μιχαήλ Καλογερόπουλος, ο κ. Ευστάθιος (Στάθης) Αμπαζίδης και ο κ. Σπάρτακος Καριπίδης, είναι επί της ουσίας όσα καταγράφει και ο καθ' ου η αίτηση στη δική του ένορκη δήλωση χωρίς την προσθήκη οτιδήποτε πέραν της ενίσχυσης της μαρτυρίας του καθ' ου η αίτηση με τους δύο τελευταίους να υποστηρίζουν - άσχετο βέβαια με την παρούσα υπόθεση - ότι βρίσκονται και αυτοί στην ίδια μοίρα με τον καθ' ου η αίτηση λόγω της μη εκπλήρωσης των οικονομικών υποχρεώσεων της αιτήτριας και έναντι τους. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων και των αγορεύσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν με τις γραπτές τους αγορεύσεις. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και στάθηκαν αρκετά υποβοηθητικές στο Δικαστήριο για την ετοιμασία της παρούσας. Πριν προχωρήσω με την νομική πτυχή και την ανάλυση των γεγονότων της υπόθεσης θεωρώ σκόπιμο να καταγράψω, ενόψει και των λόγων ένστασης τη μέχρι σήμερα πορεία της υπόθεσης: «Η αγωγή είχε καταχωριστεί αρχικά σε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (O.2, r. 1) την 13.10.
- Την ίδια ημερομηνία είχε καταχωριστεί και αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος η οποία ορίστηκε την 17.10.
- Εκείνη την ημερομηνία το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της αίτησης την οποία όρισε προς αυτόν τον σκοπό την 31.10.2016 και ακολούθως λόγω μη επίδοσης στις 9.11.
- Στο μεταξύ την 21.10.2016 καταχωρίστηκε Κλητήριο Ένταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο (Ο.2,r.6). Αυτό επιδόθηκε στον κ. Νεόφυτο Ζαννέττο την 21.10.2016 έναντι της υπογραφής του. Λόγω μη εμφάνισης της αιτήτριας την 4.11.2016 καταχωρίστηκε αίτηση για απόφαση η οποία ορίστηκε την 9.11.
- Εκείνη την ημερομηνία εκδόθηκε απόφαση. Στις 15.11.2016 καταχωρίστηκε από τον καθ' ου η αίτηση αίτηση για έκδοση εντάλματος κατασχέσεως εις χείρας τρίτου (Writ of attachment) η οποία ορίστηκε την 29.11.
- Στο μεταξύ την 14.11.2016 καταχωρίστηκε από μέρους της αιτήτριας η παρούσα αίτηση.»
- 26.
- Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση εξετάζεται κάτω από τις πρόνοιες της Διαταγής 17 Θ. 10 των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just. Σε μετάφραση: Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διαταγής, θα είναι νόμιμο για το δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι. Η νομολογία μας, έχοντας σαν καθοδηγητική την υπόθεση Evans v. Bartlam,
(1937)2 All E.R. 646 καθόρισε τις αρχές που το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, η οποία ασφαλώς θα πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση τις αρχές και τα κριτήρια που καθιερώνονται στη νομολογία, όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης (βλ. μεταξύ άλλων την Bush κ.ά. v. Γιαννή,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1342 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.ά.,
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 457). Η πιο πάνω απόφαση έτυχε ανάλυσης και στην υπόθεση Μερκής v. Yiannouka Holiday Inns Ltd κ. ά.,
(1994)1 Α.Α.Δ. σελ. 736 η οποία αφορούσε έκδοση τελικής απόφασης σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως από το πρωτόδικο Δικαστήριο εφόσον δεν είχε καταχωρηθεί εμφάνιση από τον εναγόμενο, όπου ο Κούρρης, Δ (απόφαση πλειοψηφίας), συνόψισε το σκεπτικό της ως εξής σε σχέση με τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης που λαμβάνεται ερήμην του εναγόμενου με τις οποίες βέβαια δεν διαφώνησε με την απόφαση του (μειοψηφίας) ο Χρυσοστομής, Δ. καθώς η διαφωνία του έγκειτο στον τρόπο παρουσίασης της μαρτυρίας προς απόδειξη της ύπαρξης καλής υπεράσπισης επί της ουσίας όπως ερμηνευόταν τότε η Δ.48 Θ. 4:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση για να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) A.A.Δ. 2118, 2123 λέχθηκαν τα εξής: «Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ' αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης.» Στην δε υπόθεση Phylactou and others v. Michael,
(1982)1 C.L.R. 204, 210 λέχθηκαν τα εξής: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Στην πολύ πρόσφατη απόφαση Πολ. Έφεση αρ. 121/2010 1. NSM DEMOCARS LTD κ.ά v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ. 14.10.2015 λέχθηκαν τα ακόλουθα από την Ψαρά - Μιλτιάδου, Δ: «... να προβούμε σε μια συνοπτική περιγραφή της νομολογιακής αντίκρισης της Δ.17 Θ. 10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτέλεσε βέβαια τον πυρήνα της αίτησης, της ένστασης και της απόφασης. Όπως έχει διαχρονικά τεθεί από τη νομολογία, η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, απόφασης ληφθείσας ερήμην, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.17 θ. 10 (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, Πίττας v. Unigoods Trading Co.Ltd
(2004)1Γ ΑΑΔ 1761, Κωνσταντινίδη v. Hissin
(2004)1Γ ΑΑΔ 1774)» Και στη συνέχεια της ίδιας απόφασης: «Επιδίωξη του Δικαστηρίου πρέπει να είναι η εξισορρόπηση αφενός του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεση του και αφετέρου, η ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων με τη διασφάλιση της τελεσιδικίας.» Στην παρούσα υπόθεση τέθηκε ζήτημα κακής επίδοσης. Έχοντας υπόψη ότι η αγωγή επιδόθηκε στον Διευθυντή της εναγόμενης κ. Νεόφυτο Ζανέττο ο οποίος δεν αρνείται αυτή την ιδιότητα στην ένορκη δήλωση την οποία ο ίδιος υπέγραψε και με την οποία υποστηρίζει την αίτηση, ο οποίος μάλιστα δηλώνει ότι είναι «ένας εκ των συμβούλων της εναγόμενης» επομένως η αγωγή κρίνω ότι καλώς επιδόθηκε σε αυτόν και δεν έχει καμιά σημασία ο χώρος όπου έγινε η επίδοση, αυτή έγινε σύμφωνα με τους κανονισμούς και σε ικανό πρόσωπο να δεχθεί επίδοση για την εναγόμενη. Τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι η εναγόμενη έλαβε γνώση της αγωγής που αντιμετώπιζε γι' αυτό και προέβη σε διαβήματα για να καταχωρηθεί Σημείωμα Εμφάνισης ενημερώνοντας σχετικά δικηγορικό γραφείο για να πράξει ανάλογα. (βλ. |J.Z.Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1151 και Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 43). Στην τελευταία αυτή απόφαση Ιερά Μητρόπολης Λεμεσού λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Σ. Νικήτα, Δ.: «Δεν αμφιβάλλουμε για την ορθότητα των παραπάνω πρωτόδικων αποφάσεων και ότι το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρο 30.3(α) και (β), θα προσθέταμε, του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρο 30.3
(1)και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των ¨θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών¨ του Συντάγματος.» Τα γεγονότα της παρούσας διαφέρουν από την επίσης πρόσφατη απόφαση στην Πολ. Έφεση Αρ. 413/2011 Ηλία Μανώλη v. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ημερ. 3.02.2017 στην οποία είχε διαπιστωθεί πρωτοδίκως κακή επίδοση η οποία κατά τη νομολογία μας συνιστούσε θεμελιακό ελάττωμα (fundamental vice) που δημιουργεί υποχρέωση για ex debito justitiae παραμερισμό μιας ερήμην απόφασης. Δεν υπήρχε δε υποχρέωση εκ μέρους του ενάγοντος να επιδώσει και το αρχικά καταχωρημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο στη βάσει της νέας Διαταγής 25* η οποία αφορά την τροποποίηση δικογράφων διορθώθηκε (τροποποιήθηκε) και από γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο μετατράπηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο, όπως είχε τη δυνατότητα για μια φορά σύμφωνα με την πιο πάνω διαταγή να προβεί η πλευρά του ενάγοντος χωρίς να λάβει προς τούτο. Τα πιο πάνω ούτε καν συνιστούν παρατυπία την οποία ενδεχομένως με βάσει τις πρόνοιες της Δ.64 θα προχωρούσα σε έκδοση διαταγής προς άρση της. Σε κάθε περίπτωση η μη επίδοση του αρχικά καταχωρηθέντος κλητηρίου εντάλματος δεν επηρεάζει δυσμενώς καθ' οιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα της εναγόμενης και επομένως οποιεσδήποτε περί τούτου αιτιάσεις απορρίπτονται. Επομένως η αίτηση θα εξεταστεί πλέον λαμβάνοντας υπόψη τη μετέπειτα στάση της εναγόμενης οπότε η άσκηση πλέον της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ανάγεται στα γεγονότα όπως αυτά παρουσιάζονται στη δικογραφία αλλά και όπως μπορούν να διαπιστωθούν από το φάκελο της υπόθεσης για να διαπιστωθεί κατά πρώτον κατά πόσον υπάρχει καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση και κατά δεύτερον συντρέχει περίπτωση καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος τέτοια που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως καθοριστική για την απόρριψη του. *Δ.25 Θ.1: Ο ενάγων δύναται χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση του και πριν την επίδοση του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης διαταγής για ακύρωση μιας δικαστικής απόφασης, το χρόνο υποβολής του αιτήματος, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και τους λόγους της ένστασης όπως επίσης και τις εμπεριστατωμένες εισηγήσεις των δύο πλευρών θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Το ζήτημα της αποκάλυψης καλής υπεράσπισης: Σύμφωνα με τη νομολογία μας η αιτήτρια έχει το βάρος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς της με τον ενάγοντα. Στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)(1Β) A.A.Δ. σελ. 1129 λέχθηκαν τα εξής: «Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας.» Στην υπόθεση Τεγκεράκης ως Διαχειριστής της περιουσίας της K. Τεγκεράκη (Χ¨ Παναγή Γιάννη) v. Δήμος Λευκωσίας,
(2005)(1 Α) Α.Α.Δ. σελ. 289 τονίστηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Η πλευρά της αιτήτριας προβάλλει ότι έχει καλή υπεράσπιση παραπέμποντας στο κείμενο του προσχεδίου Υπεράσπισης το οποίο επισυνάπτει ως Τεκμ. 3 στην ένορκη δήλωση του κ. Νεόφυτου Ζανέττου. Σε κανένα σημείο της Υπεράσπισης δεν αρνείται το ύψος της αξίωσης του ενάγοντος για οφειλόμενη αμοιβή του και μάλιστα γίνεται στην παράγραφο 4 του προσχεδίου Υπεράσπισης (Τεκμ. 3) παραδοχή του ποσού που ο ενάγων αξιώνει με την αγωγή του. Παραδέχεται επίσης το ποσό που καταβλήθηκε ήδη στον ενάγοντα. Εκείνο που αρνείται είναι ο συμφωνηθείς τρόπος καταβολής της συμφωνηθείσας αμοιβής του και πότε θα γινόταν αυτή. Μελέτη κοινών παραδοχών όμως συνηγορεί υπέρ της υιοθέτησης της θέσης του ενάγοντος για το πώς και πότε θα έπρεπε να του καταβάλλεται η αμοιβή του. Πρόκειται για τις περιπτώσεις που ήδη του έχουν καταβληθεί κάποια ποσά για συγκεκριμένες χειρουργικές επεμβάσεις που διενήργησε ο ενάγων και συγκεκριμένα σε δύο τέτοιες περιπτώσεις οι οποίες δεν συνιστούν προκαταβολή αλλά το σύνολο της συμφωνηθείσας αμοιβής του κατά το χρόνο που είχαν συμφωνήσει, κάτι που συνηγορεί υπέρ της υιοθέτησης της άποψης του ενάγοντος για τον συμφωνηθέντα τρόπο πληρωμής του. Το ποσό των €10.000,00 που δόθηκε στον ενάγοντα ως συμφωνηθείσα προκαταβολή της συνεργασίας τους ήταν πάλι στα πλαίσια των συμφωνηθέντων και δεν υπάρχει καμιά διάσταση ως προς αυτό το ζήτημα. Επομένως, καταλήγω στη βάση μη αμφισβητούμενων γεγονότων ότι ο καθ' ου η αίτηση αξιώνει από την αιτήτρια ποσό έναντι της αμοιβής του το οποίο έχει καταστεί απαιτητό και ήταν πληρωτέο στη βάση των όρων της μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί η αγωγή ως πρόωρη, καταχρηστική, επιπόλαιη και εκδικητική. Ο ενάγων αξιώνει δικαίως τα δεδουλευμένα του για τα οποία ήδη εξασφάλισε δικαστική απόφαση. Οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος, όπως αυτοί προβάλλονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, στους οποίους παραπέμπει προς κατάδειξη συζητήσιμης υπεράσπισης όπως εξηγώ πιο πάνω, παρέμειναν ατεκμηρίωτοι και ξεφεύγουν της λογικής καθώς έχει δίκαιο ο καθ' ου η αίτηση να την επικαλείται σε σχέση με τον χρόνο κατά τον οποίο θα έπρεπε να του καταβάλλεται ο μισθός του. Ότι δηλαδή δεν θα ανέμενε κάποιος να πληρώνεται κάθε τέλος του χρόνου και οι όποιες προκαταβολές του καταβάλλονταν θα επαφίονταν «στα πλαίσια των οικονομικής δυνατότητας» της αιτήτριας. Δεν θα αναμενόταν από κάποιον να εγκατέλειπε την εργασία του σε μια άλλη χώρα και να εργοδοτείτο στην Κύπρο με μια τέτοια αόριστη συμφωνία ως προς τον χρόνο καταβολής της αμοιβής του. Τα πιο πάνω λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πλείστες επί μέρους αμοιβές σύμφωνα με την παρ. 7 της Έκθεσης Απαιτήσεως, η οποία δεν αμφισβητείται από το προσχέδιο Υπεράσπισης, οφείλονταν στον ενάγοντα για υπηρεσίες που πρόσφερε στην αιτήτρια σε περίοδο που προηγήθηκε της αγωγής πέραν των τριών μηνών. Η αιτήτρια στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι δεν κατέδειξε την ύπαρξη βάσιμης και συζητήσιμης Υπεράσπισης. Για τον λόγο αυτό θα απέρριπτα την αίτηση όπως και απορρίπτεται. Εξέταση του παράγοντα του χρόνου υποβολής της αίτησης: Στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου,
(1993)1 Α.Α. Δ. 26 είχε υποβληθεί αίτημα για παραμερισμό απόφασης που είχε εκδοθεί ερήμην ένα χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης. Δεν δόθηκε ικανοποιητική δικαιολογία για την καθυστέρηση. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία αποφασίσθηκε ο παραμερισμός της απόφασης. Στην υπόθεση Πίττας v. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1 A.A.Δ. σελ. 1761 η έφεση απορρίφθηκε. Είχε κριθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν υπήρχαν στοιχεία σε σχέση με την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης και όπου επίσης κρίθηκε ότι ο εφεσείων είχε επιδείξει κατά συρροή αδιαφορία η οποία υπό τις συνθήκες προσλάμβανε μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Παρόμοια αντικρίσθηκε και το ζήτημα στην υπόθεση Editc Ltd v. 1. Makis Michaelides & Associates κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 1887 όπου ο Δικαστής Μ. Κρονίδης στην απόφαση του κάνει εκτενή αναφορά στη νομολογία που διέπει το ζήτημα. Αναφέρει συγκεκριμένα: «Το ερώτημα που τίθεται και έχουμε κληθεί να απαντήσουμε είναι αν ορθά αποφασίστηκε η απόρριψη της αίτησης για επαναφορά της υπόθεσης, παρά το εύρημα ότι η εφεσείουσα είχε αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση. Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία είναι δυνατό να θεωρηθεί μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Στο καταληκτικό μέρος της απόφασης Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Β ΑΑΔ 941 ο Πικής, Π. αναφέρει τα εξής: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του Εναγόμενου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και το αποτέλεσμα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του Εναγομένου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Και στη συνέχεια της ίδιας απόφασης ο Δ. Μ. Κρονίδης συνεχίζει με τα εξής: «Γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας πρέπει να είναι η ανάγκη εξισορρόπησης αφενός της ανάγκης διασφάλισης του δικαιώματος του κάθε διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και αφετέρου της ανάγκης για ταχείαν απονομή της δικαιοσύνης και την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou and Others v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210 με αναφορά στις παρατηρήσεις του Megaw L.J.στην υπόθεση Lamert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826: « ..if a party is rightly allowed to re - open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice.» Το κατά πόσο συντρέχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση είναι θέμα που συνδέεται με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Είναι γεγονός ότι η αίτηση αυτή καταχωρήθηκε την 14.11.2016 δηλαδή πέντε μόλις ημέρες από την έκδοση της επίδικης απόφασης. Επομένως αντικειμενικά δεν υπάρχει καθυστέρηση στο χρονικό διάστημα μεταξύ της έκδοσης της απόφασης και της καταχώρησης της παρούσας αίτησης. Το γεγονός της μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης εκ μέρους της αιτήτριας αποδόθηκε στην απουσία της δικηγόρου κας Φανής Ονουφρίου λόγω αδιαθεσίας της όταν ήταν σε προχωρημένο στάδιο εγκυμοσύνης από το δικηγορικό γραφείο στο οποίο ανατέθηκε η καταχώρηση Σημειώματος Εμφανίσεως και στη συνέχεια Υπεράσπισης από μέρους της αιτήτριας. Δεν υποστηρίζεται ότι οδηγίες δόθηκαν αποκλειστικά στην ίδια την κα Φ. Ονουφρίου αλλά φαίνεται και από τις μετέπειτα εμφανίσεις ότι εμφανίζονταν γι΄αυτή το Δικηγορικό Γραφείο Π.Ν. Ονουφρίου Δ.Ε.Π.Ε. Εξάλλου η κα Φ. Ονουφρίου την επιστολή της προς την αιτήτρια με την οποία την καθοδηγεί πώς να ετοιμάσει το διοριστήριο έγγραφο την υπογράφει για την δικηγορική εταιρεία στην οποία εργαζόταν την PNO Law Firm. Ο καθ' ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση του αναφέρει ότι το εν λόγω δικηγορικό γραφείο είναι ένα οργανωμένο δικηγορικό γραφείο που στελεχώνεται και από άλλους δικηγόρους και δεν φημίζεται για την ασυνέπεια του ή την ανοργανωσιά του. Αυτός ο ισχυρισμός δεν αμφισβητήθηκε καθ΄οιονδήποτε τρόπο. Η απουσία της δικηγόρου κας Φ. Ονουφρίου για το χρονικό διάστημα από 26.10.2016 - 10.11.2016 δεν έχει συνοδευτεί από οποιονδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό. Καθόλου όμως η απουσία της δεν εμπόδιζε την πλευρά της αιτήτριας να είχε καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή εφόσον μάλιστα ισχυρίζονται ότι υπεγράφη το διοριστήριο εγγράφου δικηγόρου. Δεν παρουσιάζεται όμως ένα τέτοιο διοριστήριο ως τεκμήριο στην αίτηση (σημειώνω απλώς ότι έρευνα μου στον φάκελο της υπόθεσης κατέδειξε ότι δεν υπάρχει καταχωρημένο Σημείωμα Εμφάνισης με συνημμένο διοριστήριο δικηγόρου από πλευράς της αιτήτριας), ούτε και αντίγραφο της επιταγής των €150,00 που ζητούσε με την ίδια πιο πάνω επιστολή το δικηγορικό γραφείο για τα πραγματικά του έξοδα επισυνάφθηκε. Εξάλλου το Τεκμ. 2 του οποίου γίνεται επίκληση από πλευράς της αιτήτριας δεν καταδεικνύει την ύπαρξη συμπληρωμένου διοριστήριου εγγράφου δικηγόρου. Προβάλλοντας τα πιο πάνω ατεκμηρίωτα κατά βάση γεγονότα η πλευρά της αιτήτριας δεν έχει αποσείσει το β0άρος που είχε να καταδείξει ότι η μη εμφάνιση της δεν ανάγεται σε υπαίτια συμπεριφορά της και αδιαφορία και περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Παπανικολάου v. Κότσαπα,
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1800 στη σελ. 1805 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι΄αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου.» Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.ά.,
(2001)1 Α.Α.Δ. σελ. 457 λέχθηκαν ακόμη και τα ακόλουθα: «Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας αλλά παράγοντας υψίστης σημασίας για την ουσιαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι συνυφασμένη με την ανάγκη εξασφάλισης της τελεσιδικίας. Αν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιτυγχάνει επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες στην απόδοση του δικαίου.» Οι λόγοι που επικαλείται η αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της δεν εμπίπτει από όποια σκοπιά και αν αυτοί ειδωθούν στην έννοια του «σοβαρού και εύλογου λόγου». Καταλήγω ότι οι λόγοι που επικαλείται για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση ούτε σοβαροί μπορεί να κριθούν ούτε και εύλογοι. Δεν υπάρχει αμφιβολία λαμβάνοντας υπόψη και την πιο πάνω νομολογία ότι η αιτήτρια επέδειξε αδιαφορία και παντελώς περιφρονητική στάση προς τη δικαστική διαδικασία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Αναπόφευκτη κατάληξη μου είναι η απόρριψη της αίτησης με έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ του ενάγοντος/ Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης /Αιτήτριας τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)............ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο