PNO SHIPMANAGEMENT LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 1958/2012, 25/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A140 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Mαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1958/2012 Μεταξύ: PNO SHIPMANAGEMENT LTD Ενάγουσας -και- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένης ΚΑΙ ΕΞ' ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εξ' Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας -και-
- ΡΝΟ SHIPMANAGEMENT LTD
- Μαρία Μακρή
- Ευθύμιος Νίκου Ονουφρίου
- Φανή Πανίκου Ονουφρίου
- Νίκος Πανίκου Ονουφρίου
- ΟΝΟΡΑΝ ESTATES LTD Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγομένων ---------------------------------- Αίτηση ημερ. 22.11.2016 Hμερ.: 25.5.2017 Για τους εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Κ. Μελάς για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κα Χ. Αγαπίου για Chrysses Demetriades & Co LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 29.1.2016 εκδόθηκε Απόφαση στην παρούσα αγωγή με την οποία απορρίφθηκε η αξίωση της Ενάγουσας Εταιρείας, PNO, εναντίον της Εναγόμενης Τράπεζας. Στην Ανταπαίτηση εκδόθηκε Απόφαση υπέρ της Τράπεζας και εναντίον της PNO και των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 2 - 6, τεσσάρων φυσικών προσώπων και μιας εταιρείας, που είχαν εγγυηθεί ή παραχωρήσει εξασφαλίσεις για την αποπληρωμή οφειλομένου ποσού από την PNO προς την Τράπεζα. Η Απόφαση στην Ανταπαίτηση, στο χρηματικό της μέρος αφορούσε ποσά Δολ. Αμερ. 5.134.284,19, €2.707.319, €1.624.391,40 και €2.274.147,96 πλέον τόκους. Περαιτέρω εκδόθηκαν διατάγματα για εκποίηση τριών υποθηκών που είχαν παραχωρηθεί ως εξασφαλίσεις για την αποπληρωμή της οφειλής. Με την υπό κρίση Αίτηση οι εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 1 - 6 εξαιτούνται την αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της Έφεσης που καταχωρίστηκε κατά της Απόφασης την 7.3.
- Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 22.11.2016 του Πανίκου Ονουφρίου, δικηγόρου και διευθυντή της PNO και της εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 6, εξουσιοδοτημένου από όλους τους εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους. Η Τράπεζα καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με επτά λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 6.3.2017 της Μαρίας Σωκράτους, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία των δικηγόρων της Τράπεζας. Της παρούσας Αίτησης που καταχωρίστηκε δέκα μήνες μετά την έκδοση της Απόφασης και οκτώμισι μήνες μετά την καταχώριση της έφεσης είχε προηγηθεί άλλη αίτηση ημερ. 22.3.2016 την οποία οι Αιτητές απέσυραν άνευ βλάβης του δικαιώματος επανακαταχώρισης νέας, για διαδικαστικούς λόγους όπως εξηγούν. Το γεγονός ότι ζήτημα αναστολής εκτέλεσης εκδοθείσας απόφασης τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου στο χρονικό αυτό στάδιο δεν είναι παράγοντας που αποκλείει την επί της ουσίας εξέταση του ζητήματος. Απλά οι εξ αποφάσεως πιστωτές διέτρεξαν στο ενδιάμεσο τον κίνδυνο η εναντίον τους εκδοθείσα Απόφαση να εκτελείτο, οπόταν και η Αίτηση τους θα καθίστατο άνευ αντικειμένου. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί ότι: «Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστή των ανωτέρω δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει να ισχύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί υπό τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου η υπό έφεση απόφαση εδόθη.» Στην Χαραλάμπους ν. A.Panayides Contr. Ltd
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1978, 1982, αναφέρεται ότι: «Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες· ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της ... [πρωτόδικης απόφασης] από την άλλη.» Στην Ένορκη Δήλωση Ονουφρίου προβάλλεται η θέση ότι οι εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 1 - 6 έχουν καλούς και βάσιμους λόγους έφεσης και όπως συμβουλεύονται και ο ίδιος ο Ονουφρίου εκτιμά οι πιθανότητες επιτυχίας είναι τεράστιες αφού υπήρξαν σοβαρότατα σφάλματα του Δικαστηρίου. Ο παράγοντας είναι οριακής σημασίας και αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν αντικειμενικά μπορεί να ειπωθεί ότι η πρωτόδικη Απόφαση είναι αντινομική ή ότι από την άλλη η έφεση είναι επιπόλαια. Το ζήτημα θα επιλύσει το Εφετείο. Η Αίτηση κρίνεται στη βάση ότι οι εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 1 - 6 μπορεί να επιτύχουν στην Έφεση τους. Ο Ονουφρίου αναφέρεται τόσο στο χρηματικό μέρος της Απόφασης όσο και σε αυτό με το οποίο διατάχθηκε η εκποίηση των τριών υποθηκών. Η συναισθηματική αξία που τα ενυπόθηκα ακίνητα μπορεί να έχουν για τους Αιτητές και η αναφορά ότι θα υποστούν ψυχική ζημιά εάν εκποιηθούν δεν είναι παράγοντας ουσιαστικής σημασίας. Εφόσον ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ακινήτου το υποθηκεύει προς εξασφάλιση της αποπληρωμής χρηματικού ποσού, γνωρίζει ότι εάν το ποσό δεν αποπληρωθεί ο ενυπόθηκος δανειστής έχει το δικαίωμα να το πωλήσει για να εισπράξει το λαβείν του. Η δε αναφορά ότι το ακίνητο που αφορά η υποθήκη Υ8525/2008 κρατούσαν οι Αιτητές 4 και 5 ως καταπιστευματοδόχοι για άλλα ανήλικα πρόσωπα, αν αληθεύει, ενδέχεται να σημαίνει ότι οι Αιτητές 4 και 5 εξαπάτησαν τους ανήλικους ή ακόμα και την Τράπεζα. Είναι ωστόσο κατανοητό ότι εάν η εκτέλεση του χρηματικού μέρους της αξίωσης γίνει με την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων και η Έφεση επιτύχει, έστω και μερικώς ώστε το επιδικασθέν ποσό να μειωθεί, τότε θα είναι πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο τα ενυπόθηκα ακίνητα που θα έχουν περιπέσει στα χέρια τρίτων προσώπων να ανακτηθούν ώστε η κυριότητα τους να επιστραφεί στους Αιτητές. Πιο δραματικές θα είναι οι συνέπειες σε σχέση με την υποθήκη Υ8524/2008, αφού το ενυπόθηκο ακίνητο συνιστά την κατοικία της οικογένειας της Αιτήτριας 2. Σε σχέση με το χρηματικό μέρος της Απόφασης ο Ονουφρίου προβάλλει την θέση ότι αν το ποσό εισπραχθεί από την Τράπεζα και η Έφεση επιτύχει τότε ενδέχεται να μην αποκατασταθεί πλήρως η δικαιοσύνη γιατί η Τράπεζα μπορεί να μην είναι σε θέση να το αποπληρώσει. Αναλώνεται στην επισήμανση στοιχείων αναφορικά με την Τράπεζα με αναφορές σε διεθνείς εκθέσεις και στα γνωστά ζητήματα που αφορούν το τραπεζικό σύστημα στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια. Οι Αιτητές δεν έχουν με κανένα τρόπο ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι εάν η Τράπεζα εισπράξει το ποσό και η Έφεση επιτύχει δεν θα αποκατασταθεί πλήρως η δικαιοσύνη με την επιστροφή του ποσού από την Τράπεζα. Οι καταλήξεις του Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα των υποθηκών και του χρηματικού μέρους της απόφασης μπορούν να συγκεραστούν. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται, αντίθετα μπορεί να προσαρμόζεται στις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Είναι αφενός ορθό και δίκαιο να ανασταλούν τα διατάγματα εκποίησης των υποθηκών ώστε τα υποθηκευμένα ακίνητα να μη περιέλθουν στην κυριότητα τρίτων προσώπων και να δημιουργηθεί μη αναστρέψιμη κατάσταση. Αφετέρου κανένας λόγος δεν υφίσταται ώστε να εμποδιστεί η Τράπεζα από του να εισπράξει τα υπέρ της επιδικασθέντα ποσά με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Αναφορικά με το ζήτημα των επιδικασθέντων εξόδων, η συνήθης προσέγγιση των Δικαστηρίων μας αντανακλάται στο πιο κάτω απόσπασμα από την Ετήσια Δικονομική Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας του 1970 (σελ.805), όπου αναφέρεται ότι: ".in regard to the payment of costs under the judgment or order appealed from they are usually that the costs shall be paid to the solicitor on the other side on his personal undertaking to return them if the appeal is successful (Grant v. Banque Franco-Egyptienne
(1878)3 C.P.D.202, Hood-Bars v. Crossman
(1897)A.C. 172, Swyny v. Harland
(1894)1 Q.B. 709)". Η πιο πάνω πρακτική έχει ακολουθηθεί και από το Κυπριακό Εφετείο (βλ. Χαραλάμπους ν. Α.Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1978, 1984). Αυτή η προσέγγιση ακολουθείται όχι γιατί τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος του δικηγόρου. Αυτά επιδικάζονται προς όφελος του διαδίκου, εφόσον όμως ο δικηγόρος παρέχει τη σχετική ανάληψη υποχρέωσης, ο εφεσείοντας που θα καταβάλει τα έξοδα στο δικηγόρο για λογαριασμό του εξ αποφάσεως πιστωτή είναι έτσι εξασφαλισμένος ότι θα του επιστραφούν σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης του. Όταν θα διαταχθεί η αναστολή απόφασης που εμπεριέχει ουσιαστική υποχρέωση στον εφεσείοντα, συνηθίζεται να διατάσσεται ότι η καταβολή των δικηγορικών εξόδων είναι προϋπόθεση για την αναστολή. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναστέλλεται η εκτέλεση του μέρους της Απόφασης στην Ανταπαίτηση που αφορά στην εκποίηση των υποθηκών. Εφόσον δεν αναστέλλεται η εκτέλεση της Απόφασης όσον αφορά τα επιδικασθέντα ποσά και οι υποθήκες παραμένουν ως εξασφάλιση της εξ αποφάσεως πιστώτριας κρίνεται ότι είναι ορθό και δίκαιο να μη διαταχθεί η παροχή οιασδήποτε περαιτέρω εγγύησης. Το διάταγμα έχει άμεση ισχύ αλλά θα παύσει να ισχύει εάν οι εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι δεν καταβάλουν τα έξοδα που επιδικάστηκαν εναντίον τους με την Απόφαση ως ακολούθως. Εφόσον οι δικηγόροι της εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας με επιστολή τους προς τον Πρωτοκολλητή, αντίγραφο της οποίας να κοινοποιήσουν στους δικηγόρους των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων, αναλάβουν την υποχρέωση επιστροφής των εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης, οι εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι θα έχουν προθεσμία 45 ημερών από της λήψης της επιστολής για να τα πληρώσουν. Σε περίπτωση που δεν καταβληθούν μέσα στην πιο πάνω προθεσμία τότε το εκδοθέν διάταγμα αναστολής θα πάψει να ισχύει όπως και η ανάληψη υποχρέωσης των δικηγόρων της εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας και εναντίον των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο