← Κύπρος

VOLKSWAGEN BANK GMBH ν. ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Aγωγής: 841/2014, 26/5/2017

VOLKSWAGEN BANK GMBH ν. ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Aγωγής: 841/2014, 26/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 841/2014 VOLKSWAGEN BANK GMBH Ενάγοντες εναντίον ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Εναγόμενος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:26/5/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον εναγόμενο - αιτητή: κος Ανδρέας Χαραλάμπους Για ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση: κα Δόνα Κωνσταντίνου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπο εξετάση αίτηση, ο εναγόμενος ζητά τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στις 9 Νοεμβρίου 2015 λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφανίσεως και σε διαζευκτική βάση, Διάταγμα παραμερισμού της απόφασης, διότι δεν υπήρξε κανονική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και ουδέποτε ο εναγόμενος έλαβε γνώση πριν την έκδοση της απόφασης για την ύπαρξη της αγωγής και ότι η απόφαση δεν είναι νομότυπη διότι εκδόθηκε κατά παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων του εναγομένου, ότι δεν υπήρξε κανονική απόφαση λόγω της αντικανονικότητας της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής και ότι η απόφαση που εκδόθηκε ήταν αποτέλεσμα απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων και παραπλάνησης του Δικαστηρίου από τους ενάγοντες και τον δικαστικό επιδοτη, ότι ο εναγόμενος έχει σοβαρή υπεράσπιση έναντι των αξιώσεων των εναγόντων, την οποία θα προβάλει στα πλαίσια κανονικής δίκης και ότι η επίδικη συμφωνία δανείου είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή ακυρώσιμη, λόγω παράβασης του νόμου περί ενοικιαγοράς και ότι επρόκειτο περί συγκαλυμμένης ενοικιαγοράς που παραβιάζει το νόμο περί καταχρηστικών ρητρών. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η Δ.17 θ. 1,2,3 και 11, 26 θ.2, Δ.48 θ.1-4,8

(1)s, Δ.57 και 64, στον νόμο περί ενοικιαγοράς, στον περί καταναλωτικής πίστης νομό, στον περί καταχρηστικών ρητρών νόμο, σε διάφορες ευρωπαϊκές οδηγίες και αποφάσεις των ευρωπαϊκών δικαστηρίων, στις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας για ακύρωση αποφάσεων που εκδίδονται ερήμην των εναγομένων και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του εναγομένου. Εξέφρασε την καθολική άρνηση του στην αίτηση των εναγόντων για ένταλμα κατασχέσεως του επίδικου αυτοκινήτου και υιοθέτησε τους λόγους ενστάσεως και στην παρούσα διαδικασία. Ανέφερε ότι η απόφαση που εκδόθηκε δεν είναι νομότυπη και κανονική και ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής ουδέποτε του επιδόθηκε κανονικά και ουδέποτε έλαβε γνώση της αγωγής και κατά συνέπεια δεν διόρισε πότε δικηγόρο και εκδόθηκε η απόφαση εναντίον του. Σύμφωνα με τον ίδιο, όλα ήταν ένα καλοστημένο παιχνίδι μεταξύ των εναγόντων και του δικαστικού επιδότη κ. Θεοφάνη Κλείτου. Συγκεκριμένα, όταν υπόγραψε την επίδικη συμφωνία δανείου, πράγματι διέμενε στην διεύθυνση Αισχυλου 1 στην Γερμασόγεια Καρίνα Κωρτ διαμέρισμα
  1. Από την πιο πάνω διεύθυνση, έφυγε το έτος 2013 και συγκεκριμένα από τις 25 Φεβρουαρίου 2013 ήδη κατοικούσε στην νέα του διεύθυνση που εξακολουθεί να είναι η οδός. Σκοπά 10, Michaelia Resitents πρώτος όροφος διαμέρισμα 103 Άγιος Ιωάννης Λεμεσός και επισύναψε σχετικό αντίγραφο του ενοικιαστηρίου συμβόλαιο. Η πιο πάνω διεύθυνση ήταν ήδη γνωστή στους ενάγοντες και αυτό προκύπτει από την ένορκη δήλωση του κυρίου Σώτου Καραολή από τη Λευκωσία, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των εναγόντων, όπου ως τεκμήριο Α κατέθεσε ειδοποίηση του κ. Θεοφάνη Κλείτου δικαστικού επιδότη, όπου αναφέρει ότι το κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε, για το λόγο ότι είναι στο διαμέρισμα του και δεν ανοίγει για να παραλάβει και ότι έκανε προσπάθειες, απάντησε και το τηλέφωνο, αλλά δεν συνεργάστηκε και η διεύθυνση Σκοπά 10 διαμέρισμα 103 2060 Λεμεσός τηλέφωνο
  2. Στην ένορκη δήλωση για έκδοση υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο κύριος Σώτος Καραολής αναφέρεται στην διεύθυνση Αισχύλου 1 στην Γερμασόγεια Καρίνα Κωρτ διαμέρισμα
  3. Στην ίδια διεύθυνση αναφέρεται και ο δικαστικός επιδότης Θεοφάνης Κλείτου στην δική του ένορκη δήλωση την οποία όμως προφανώς συνέταξε ο δικηγόρος Σώτος Καραολής και όχι ο δικαστικός επιδότης Θεοφάνης Κλείτου, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα επρόκειτο περί ηθελημένης ψευδορκίας, διότι ψευδορκία και από τον δικηγόρο Σώτο Καραολή και από τον επιδότη Θεοφάνη Κλείτου φαίνεται να υπάρχει και έχει επισυνάψει αντίγραφο της αίτησης και ηις ένορκης δήλωσης και τα τεκμήρια, όπως τα έχει λάβει από τον φάκελο της υπόθεσης. Κατά τον ίδιο, αντί να γίνει αίτηση για υποκατάστατη επίδοση της αγωγής στην διεύθυνση Σκοπά 10, Άγιος Ιωάννης Λεμεσός, σε γνώση τόσων των εναγόντων και των δικηγόρων τους, όσο και του δικαστικού επιδότη Θεοφάνη Κλείτου, επιλέγηκε να γίνει υποκατάστατη επίδοση της αγωγής στην οδό Αισχύλου 1 στη Γερμασόγεια και όπως ήταν φυσικό και επόμενο, δεν έλαβε ποτέ γνώση, διότι διέμενε σε άλλη διεύθυνση και συνεπώς υπήρξε παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων. Η γνώση των εναγόντων και των δικηγόρων τους για τη νέα του διεύθυνση, προκύπτει και από το γεγονός ότι αντίγραφο της επίδικης απόφασης επιδόθηκε και πάλι με υποκατάστατη επίδοση με τοιχοκολλήση στην πόρτα εισόδου της πολυκατοικίας που διέμενε, δηλαδή στην οδό Σκοπά 10 στον Άγιο Ιωάννη και αυτά προκύπτουν από την αίτηση ημερομηνίας 6 Μαρτίου 2017 και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του κυρίου Χρήστου Αχιλλέως από την Λεμεσό. Κατά τον ίδιο, έχοντας υπόψη του γεγονότος ότι έλαβε γνώση της Δικαστικής απόφασης στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, εύλογα θα διερωτηθεί κάνεις γιατί δεν καταχώρησε την αίτηση για ακύρωση της απόφασης εναντίον του ενωρίτερα. Όπως πληροφορείται από τον δικηγόρο του, από την στιγμή που μία Δικαστική απόφαση δεν είναι κανονική, δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν οι υπόλοιπες δύο προϋποθέσεις που επιτάσσει αυστηρά η νομολογία για ακύρωση μιας Δικαστικής απόφασης, ωστόσο επιλέγει να αναφέρει τους λόγους, διότι υπάρχει και συνέχεια. Μόλις έλαβε γνώση της απόφασης εναντίον του, επικοινώνησε με το δικηγορικό γραφείο των εναγόντων στην Λευκωσία και τον παρέπεμψαν σε μία υπάλληλο, υπεύθυνη για την υπόθεση του. Ανέφερε τα παράπονα του, δηλαδή ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της αγωγής εναντίον του και γι' αυτό δεν διόρισε δικηγόρο και ότι παρά το γεγονός ότι κατέβαλε έναντι του χρέους του το ποσό των €10.000, εξακολουθεί να χρωστεί με βάση την Δικαστική απόφαση ακόμα €14.000 περίπου, διότι τον χρεώνουν με τόκους υπερημερίας και άλλες καταχρηστικές και παράνομες χρεώσεις. Το όνομα αυτής δεν το θυμάται, αλλά εδειξε να κατανοεί το πρόβλημα του και του είπε ότι θα εισηγηθεί στους ενάγοντες την αναδιάρθρωση του χρέους του με την αφαίρεση διαφόρων χρεώσεων και τόκων υπερημερίας και να υπογράψουν μία νέα συμφωνία, στην οποία θα καταβάλει τις δόσεις του κανονικά και έτσι του εισηγήθηκε να ξεκινήσει να καταβάλλει τις δόσεις του κανονικά, προκειμένου να καταδείξει στους ενάγοντες την καλή του διάθεση και πρόθεση και αυτοί στη συνέχεια θα εξέταζαν το αίτημα του και μάλιστα του εισηγήθηκε όπως αντί να καταβάλλει το ποσό των €220που ήταν η δόση του με βάση την συμφωνία δανείου, να καταβάλλει το ποσό των 300 ευρώ, ώστε να καλύψει και τις καθυστερήσεις που έγιναν. Έτσι και έγινε και άρχισε να καταβάλει το ποσό των 300 ευρώ από τον Σεπτέμβριο του 2016 μέχρι τον Ιανουάριο του
  4. Στη συνέχεια, προσπάθησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει με την υπάλληλο που συμφώνησε τα πιο πάνω, αλλά χωρίς αποτέλεσμα και έτσι πρόσφατα επικοινώνησε με τον δικηγόρο του και του εξήγησε τα γεγονότα και ζήτησε νομική συμβουλή και συνακόλουθα ο δικηγόρος του προέβηκε στην παρουσία του σε έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης και όπως διαπίστωσαν τα πιο πάνω και την ύπαρξη της αίτησης ημερομηνίας 6 Μαρτίου
  5. Κατά τον ίδιο, οι δικηγόροι των εναγόντων τον παραπλάνησα,ν ώστε να μην συμβουλευτεί δικηγόρο και να λάβει μέτρα για ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του και τον κάλεσαν να ξεκινήσει να καταβάλλει τις δόσεις των €330, με την προοπτική να γίνει αναδιάρθρωση του χρέους και ή υπογραφή μίας νέας συμφωνίας, ενώ στην πράξη επεδίωκαν και επιδιώκουν να του πάρουν το αυτοκίνητο μέσα από το Διάταγμα που ζητούν με την αίτηση ημερομηνίας 6 Μαρτίου 2017 και να το πουλήσουν σε δημόσιο πλειστηριασμό. Κατά τον ίδιο, δεν υπήρξε ηθελημένη κωλυσιεργία από μέρους του ή περιφρόνηση στις δικαστικές διαδικασίες και όπως φαίνεται οι ενάγοντες, μέσω των δικηγόρων τους, τον παραπλάνησαν για να μην συμβουλευτεί δικηγόρο και να λάβει μέτρα ενάντια στην επίδικη απόφαση. Ως προς την ουσία της υπόθεσης, ανέφερε ότι έχει καλή υπόθεση και ουσιαστική υπεράσπιση, διότι κατά τον ίδιο, δεν υπήρξε νόμιμος τερματισμός της συμφωνίας με βάση το άρθρο 25 του περί καταναλωτικής πίστης συμφωνίες στεγαστικών δανείων και ενοικιαγορών νόμος 39
(1)/2001, ότι η επίδικη συμφωνία δανείου περιλαμβάνει καταχρηστικές, αόριστες, αδιαφανείς ρήτρες, που είναι ενάντια στην σχετική νομοθεσία, χαρακτηρίζεται η συγκεκριμένη συναλλαγή από ανισομέρεια σε βάρος της διαπραγματευτικής δύναμης του εναγομένου, πράγμα που την καθιστά άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή παράνομη ή και δεν δύναται να επιφέρει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα. Επίσης αναφέρει ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας, οι ενάγοντες αξίωσαν την αποδοχή επιτοκίου με τρόπο, που συνιστά καταπίεση και αθέμιτη επιρροή και το επιτόκιο ήταν ενάντια σε κάθε τραπεζική πρακτική που ίσχυε τότε, έχοντας μορφή ο τόκος υπερημερίας να είναι ποινική ρήτρα που καθιστά την συμφωνία παράνομη. Συγκεκριμένα, κάνει αναφορά ότι ως διαιρέτης ήταν οι 360 μέρες και όχι οι 365 ή 366, καθιστώντας παράνομο τον τρόπο υπολογισμού των τόκων. Επίσης θέτει ζήτημα παράνομης πρόνοιας ως προς το ζήτημα μετατροπής του επιτοκίου, κατά παράβαση ημεδαπής και ευρωπαΐκής νομοθεσίας. Επίσης αναφέρει ότι η συμφωνία περιλαμβάνει ρήτρες, που εξουδετερώνουν την διαπραγματευτική δύναμη του εναγομένου και ότι οι όροι ήταν ουσιαστικά προδιατυπωμένοι, εκμεταλλευόμενοι την θέση τους οι ενάγοντες και το μόνο που απέμεινε στον ίδιο ήταν να το αποδεχτεί ή να το απορρίψει, χωρίς δυνατότητα διαπραγμάτευσης. Επίσης θέτει ζήτημα αντισυμβατότητας με πρόσφατες αποφάσεις της ευρωζώνης αναφορικά με την κεφαλαιοποίηση των τόκων. Ακολούθως αναφέρει ότι περιλαμβάνονται και άλλες χρεώσει της απόφασης, τις οποίες χαρακτηρίζει καταχρηστικές και παράνομες και που ανέρχονται συνολικά σε 12 τέτοιες χρεώσεις όπως τις καταγράφει λεπτομερώς. Επιφύλαξε το δικαίωμα του να δώσει σε μεταγενέστερο στάδιο λεπτομέρειες μόλις έχει στην κατοχή του έκθεση ειδικού προς τον οποίο έχει αναθέσει την δημιουργία αναδομημένων λογαριασμών και την αφαίρεση όλων των παράνομων και καταχρηστικών χρεώσεων. Εν κατακλείδι, επανέλαβε την θέση του για αντικανονικότητα της απόφασης, λόγω της επιδόσεως και τον τρόπο που έγινε και ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Οι ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση, με νομικό υπόβαθρο συγκεκριμένες διατάξεις των θεσμών πολιτικής δικονομίας, στο άρθρο 30 παράγραφος 2 του Συντάγματος, σε άρθρα του Κεφαλαίου 6, στον περί Δικαστηρίων νόμο 14/60 άρθρο 32, στο άρθρο 372 κεφάλαιο 113, στις γενικές, συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά εννέα λόγοι ενστάσεως και πιο συγκεκριμένα, ότι η αίτηση ημερομηνίας 10 Μαρτίου 2017 συντάχτηκε και καταχωρήθηκε από δικηγόρο ο οποίος εμφανίστηκε και στην διαδικασία εκπροσωπώντας τον εναγόμενο αιτητή ,ωστόσο δεν καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως μέχρι σήμερα, ότι η απόφαση δεν μπορεί να παραμεριστεί διότι εκδόθηκε νομότυπα και ακολουθήθηκε η ορθή και νομότυπη διαδικασία και δεν φαίνεται να πληρούνται σε καμία περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παραμερισμού και δεν παρουσιάζονται σοβαροί και επαρκής λόγοι που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων όπως έχουν καθοριστεί από την σχετική νομολογία επί του θέματος, ότι η αίτηση ημερομηνίας 10 Μαρτίου 2017 είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη διότι η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει δεν βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, είναι παραπλανητική και περιέχει ψευδείς και ατεκμηρίωτες δηλώσεις, ότι ο εναγόμενος αιτητής απέτυχε και δεν αποκάλυψε καλή και νόμιμη υπεράσπιση ούτε και παρουσίασε ή αποκάλυψε οποιεσδήποτε ικανοποιητικές λεπτομέρειες, περιστατικά και στοιχεία για το ότι έχει καλή και συζητήσιμη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της επίδικης διαφοράς του με τους ενάγοντες, ότι ο εναγόμενος αιτητής επέδειξε συμπεριφορά ασυγχώρητα περιφρονητική, μέχρι βαθμού καταφρόνησης της Δικαστικής διαδικασίας, καθώς και των δικαιωμάτων των εναγόντων, διότι ουδέποτε έδειξε ενδιαφέρον για την πρόοδο και το στάδιο που βρισκόταν η αγωγή, εξαιρουμένης της παρούσας αίτησης ημερομηνίας 10 Μαρτίου 2017 και ενδιαφέρθηκε μόνο όταν ήρθε αντιμέτωπος με τις συνέπειες της απόφασης ημερομηνίας 9 Νοεμβρίου 2015, ότι η αίτηση του εναγομένου αιτητή γίνεται κακόπιστα και καταχρηστικά και αποσκοπεί αποκλειστικά στην πρόκληση καθυστέρησης για την αποφυγή λήψης μέτρων εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 9 Νοεμβρίου 2015 και τυχόν έκδοση των Διαταγμάτων, συνεπάγει άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων των εναγόντων και πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στους ενάγοντες, διότι θα εμποδιστούν από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την Δικαστική απόφαση και είναι άδικο τα Διατάγματα να δοθούν υπό τις περιστάσεις, ότι η παρούσα αίτηση γίνεται με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση εκτέλεσης της απόφασης, πλήττοντας καίρια την διασφάλιση του δικαιώματος των εναγόντων για την άνευ προσκόμματος αποπεράτωση της υπόθεσης και την ανάγκη διαφύλαξης της τελεσιδικίας και του δεδικασμένου των Δικαστικών αποφάσεων, ότι ο εναγόμενος αιτητής καθυστέρησε αδικαιολόγητα στην καταχώριση της αίτησης ημερομηνίας 10 Μαρτίου 2017 από την ημέρα που έλαβε την απόφαση ημερομηνίας 9 Νοεμβρίου 2015 και η δικαιολογία που προβάλλεται σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, είναι διότι όπως ο ίδιος παραδέχεται γραπτώς, αποδέχτηκε το χρέος του και προσπάθησε να το διευθετήσει και οποιεσδήποτε άλλες δικαιολογίες προβάλλει αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του, ότι το θεμελιώδες δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο αποτελεί ταυτόχρονα και εχέγγυο για την διασφάλιση της λειτουργικότητας της Δικαστικής εξουσίας και οπωσδήποτε πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κυρίας Μιχαέλλας Καρολίδου. Αρχικά αναφέρει την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης της να προβεί στην ένορκη δήλωση και της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της παρούσας υποθέσεως, αλλά και της αναγκαιότητας να προβεί η ίδια στην ένορκη δήλωση. Ακολούθως, προβαίνει σε μία καθολική άρνηση των ισχυρισμών και των θέσεων που προβάλλονται στην υπό εξέταση αίτηση και επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασης. Έθιξε το ζήτημα της μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης και της εκπροσώπησης του εναγομένου και υπεραμύνθηκε της νομιμότητας και ορθότητας της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της δικαστικής απόφασης εναντίον του εναγομένου. Είναι η θέση της ότι ακόμα και στην απομακρυσμένη, κατά την ίδια, περίπτωση που αποδειχθεί ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση, το γεγονός της αδιαφορίας που επέδειξε ο εναγόμενος για την τύχη της αγωγής και αποτάθηκε στο Δικαστήριο παρά μόνο όταν ήρθε αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο εκτέλεση της απόφασης, από μόνο του οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος αιτητής προσπαθεί να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων του και είναι εύλογο να εξαχθεί το συμπέρασμα από μία τέτοια συμπεριφορά δεν συνάδει με κανέναν από τους ισχυρισμούς του εναγομένου αιτητή. Υποστήριξε ότι ισχυρισμοί του εναγομένου είναι υστερόβουλοι και έχουν ως απώτερο σκοπό την πεπλανημένη αιτιολόγηση για τους λόγους για τους οποίους δεν παρουσιάστηκε από την αρχή στο Δικαστήριο. Υποστήριξε ότι το θεμελιώδες δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, αποτελεί ταυτόχρονα και εχέγγυο για την διασφάλιση της λειτουργικότητας της Δικαστικής εξουσίας και οπωσδήποτε πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο. Σύμφωνα με τα γεγονότα και το χρόνο που παρήλθε από την ημερομηνία επιδόσεως της αγωγής και την ημερομηνία που έλαβε γνώση για την ύπαρξη αποφάσεως εναντίον του, ο εναγόμενος αιτητής δεν έλαβε κανένα βήμα για να διασφαλίσει τα δικαιώματα του και να έχει το δικαίωμα να προωθήσει τις θέσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου και το αποτέλεσμα της αίτησης του εναγομένου αιτητή, έχει μοναδικό σκοπό την παρεμπόδιση της εκτέλεσης της απόφασης και τον επηρεασμό των δικαιωμάτων των εναγόντων που απορρέουν από την απόφαση. Ακολούθως, αναφορικά με το ζήτημα της επίδοσης της αγωγής, η ένορκως δηλούσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς του εναγομένου, αναφέρει ότι στις 24 Φεβρουαρίου 2014 καταχωρήθηκε η αγωγή και αντίγραφα δόθηκαν στον κύριο Θεοφάνη Κλείτου για επίδοση στην διεύθυνση Αισχύλου 1 στη Γερμασόγεια Καρίνα Κωρτ διαμέρισμα 2, διεύθυνση η οποία δόθηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο και αναφέρεται στην συμφωνία δανείου ημερομηνίας 7 Σεπτεμβρίου 2010, την οποία δεόντως υπόγραψε και το οποίο παραδέχεται και στην ένορκη του δήλωση. Μετά από πολλές προσπάθειες επίδοσης, κατά τις 15 Μαρτίου 2014, ο επιδότης Θεοφάνης Κλείτου, μετέβηκε στην διεύθυνση Αισχύλου 1 στη Γερμασόγεια ,στην οποία ο εναγόμενος αιτητής διέμενε και αφού μίλησαν τηλεφωνικώς, ο εναγόμενος αιτητής δεν συνεργαζόταν και δεν ανοίγει για να γίνει η επίδοση της αγωγής. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο επιδότης Θεοφάνης Κλείτου, προχώρησε στην συμπλήρωση του εντύπου ένορκης δηλώσεως στην οποία αναφέρει ότι στην οδό Αισχύλου 1 την Γερμασόγεια Καρίνα Κωρτ διαμέρισμα 2 << Είναι στο διαμέρισμα του και δεν ανοίγει για να παραλάβει. Έκανα πολλές προσπάθειες. Απάντησε και το τηλέφωνο αλλά δεν συνεργάστηκε 99336060>> Στην συνέχεια ο Θεοφάνης Κλείτου παραθέτει ως νέα διεύθυνση την οδό Σκοπά 10 διαμέρισμα 103 3060 Λεμεσός. Κατά τον ίδιο, είναι λογικό οι ενάγοντες, λαμβάνοντας υπόψη την διεύθυνση που αναγράφεται πάνω στην συμφωνία δανείου ημερομηνίας 7 Σεπτεμβρίου 2010, την τηλεφωνική επικοινωνία του Θεοφάνη Κλείτου με τον εναγόμενο, αλλά και την ένορκη δήλωση επιδόσεως του κ. Θεοφάνη Κλείτου, επέλεξαν να ζητήσουν Διάταγμα υποκατάστατης επιδόσεως για την διεύθυνση όπου ο ίδιος ο εναγόμενος είχε δηλώσει σε όλα τα επίσημα έγγραφα όταν ο ίδιος συμβλήθηκε με τους ενάγοντες και σε κάθε περίπτωση εάν ο εναγόμενος αλλάζε διεύθυνση, είχε υποχρέωση να ενημερώσει τους ενάγοντες με βάση τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Με την καταχώριση της αίτησης για υποκατάστατη επίδοση, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την ένορκη δήλωση του κ. Θεοφάνη Κλείτου και τα γεγονότα της υπόθεσης, προχώρησε στην έκδοση υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 20 Μαΐου 2014 και μεταξύ άλλων, διέταξε όπως το κλητήριο ένταλμα θυροκολληθεί στην διεύθυνση Αισχύλου 1, όπως επίσης και δημοσιευθεί σε μία καθημερινή εφημερίδα. Επιπλέον, σύμφωνα με το διάταγμα, εάν δεν υπάρξει εμφάνιση στην αγωγή, οποιαδήποτε αίτηση θα θεωρείται ότι επιδόθηκε κανονικά, εφόσον αναρτηθεί στον πίνακα ειδοποιήσεων του Δικαστηρίου για πέντε μέρες και το σχετικό διάταγμα επισυνάφθηκε ως τεκμήριο 1 και ως τεκμήριο 2 η δημοσίευση που έγινε σε καθημερινή εφημερίδα με βάση το σχετικό διάταγμα. Ως προς το ζήτημα που ήγειρε ο εναγόμενος αναφορικά με την ψευδορκία του δικηγόρου και του επιδότη, ανέφερε ότι η θέση των εναγόντων πως ορθά αναφέρθηκε η διεύθυνση Αισχύλου 1 στην ένορκη δήλωση και ορθά και εσκεμμένα ζητήθηκε η υποκαταστάτη επίδοση, διότι η προσπάθεια έγινε σε αυτήν την διεύθυνση και όχι στην οδό Σκοπά 10, όπως ο εναγόμενος προσπαθεί να παραπλανίσει το Δικαστήριο, ως η έκφραση του, διότι πριν τις 15 Μαρτίου 2014 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει η πλευρά της ενάγουσας οποιαδήποτε νέα διεύθυνση και είναι πρόδηλο, κατά τον ίδιο, ότι ο εναγόμενος προσπαθεί να περιπλέξει την διαδικασία και να προκαλέσει σύγχυση στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με τον ίδιο, σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν λογικό οι ενάγοντες να προβούν σε προσπάθεια υποκατάστατης επίδοσης στην διεύθυνση Σκοπά 10, όπως ο εναγόμενος αναφέρει στην παράγραφο 12 της ένορκης δηλώσεως, διότι η μόνη γνωστή διεύθυνση κατά τον επίδικο χρόνο ήταν η Αισχύλου 1 και αυτός ήταν ο λόγος που οι ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς του εναγόμενου. Αποδέχεται ότι η απόφαση της ημερομηνίας 9 Νοεμβρίου 2015 επιδόθηκε στην νέα διεύθυνση του εναγομένου, αλλά αυτό δεν αναιρεί ή ακυρώνει με οποιοδήποτε τρόπο την επίδοση του κριτηρίου εντάλματος και είναι γεγονός ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της αγωγής, τόσο με την θυροκόλληση, όσο και μέσω της δημοσίευσης στην καθημερινή εφημερίδα και οι ισχυρισμοί του είναι παντελώς άσχετοι και δεν δικαιολογού σε καμία περίπτωση των παραμερισμό της απόφασης. Ανέφερε ότι με βάση την νομολογία και νομοθεσία, επιβάλλεται να υποδειχθεί και αποδειχθεί καλός λόγος για την καθυστέρηση καταχώρισης της αίτησης παραμερισμού. Είναι η θέση της ότι ο εναγόμενος, όχι μόνο δεν αρνήθηκε το χρέος του, αλλά επικοινώνησε με τους δικηγόρους των εναγόντων και ζήτησε να διευθετήσει το χρέος του και η δικηγόροι των εναγόντων επέτρεψαν στον εναγόμενο να αρχίσει ξανά να καταβάλλει τις μηνιαίες δόσεις του για εξόφληση της συμφωνίας δανείου, νοουμένου ότι καταβάλει προκαταβολή για τις καθυστερημένες δόσεις του, αλλά επιφύλαξαν το δικαίωμά τους να προβούν σε εκτέλεση της απόφασης, εφόσον ο εναγόμενος δεν κατέβαλε την προκαταβολή ή σταματούσε στο μέλλον την αποπληρωμή του δανείου. Κατά τον Φεβρουάριο 2017, διαπιστώθηκε ότι ο εναγόμενος δεν προέβη στην προκαταβολή για τις καθυστερημένες δόσεις όπως όφειλε να πράξει και εκμεταλλεύτηκε την κατανόηση των δικηγόρων των εναγόντων, καθυστερώντας ακόμα μια φορά να συμμορφωθεί τόσο με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, όσο και με την απόφαση ημερομηνίας 9 Νοεμβρίου 2015 (που από τυπογραφικό λάθος προφανώς αναγράφηκε ημερομηνία 9 Νοεμβρίου 2017). Είναι η θέση της ότι ο εναγόμενος έμπρακτα δείχνει ότι εκδικητικά έχει προωθήσει την παρούσα αίτηση, διότι εάν πράγματι ένιωθε αδικία από την έκδοση απόφασης, θα προέβαινε άμεσα στην καταχώριση της παρούσας αίτησης, ωστόσο όπως αποδεικνύεται από τα γεγονότα και την δική του παραδοχή, ο εναγόμενος γνώριζε για την οφειλή του. Ως προς την ουσία της υπόθεσης και το τι προβάλλει ο εναγόμενος για σκοπούς υπεράσπισης, είναι η θέση της ότι αυτοί οι ισχυρισμοί δεν γίνονται αποδεκτοί και ότι με βάση την συνήθη διαδικασία που ακολουθείται σχετικά με τους τερματισμούς δανείων, τερματίστηκε νόμιμα η συμφωνία δανείου από την τράπεζα, αποστέλλοντας επιστολή προειδοποίησης αναφορικά με τις καθυστερημένες δόσεις του εναγομένου και αργότερα επιστολή τερματισμού του δανείου και συνεπώς οι ενάγοντες τερμάτισαν νόμιμα την συμφωνία δανείου, αποστέλλοντας τις σχετικές επιστολές, οι οποίες βρίσκονται και στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ως προς το ζήτημα του τόκου, είναι η θέση της ότι με βάση το νόμο 160
(1)/1999, προσαρμόστηκε το όριο χρεώσεως επιτοκίου υπερημερίας στο 2% και συνακόλουθα υπάρχει νόμιμη χρέωση και κατ΄ επέκταση, ορθή απόφαση. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι ο εναγόμενος προσήλθε στην επίδικη συμφωνία δανείου με τους ενάγοντες οικειοθελώς, με ελεύθερη βούληση και με πλήρη επίγνωση των όρων οι οποίοι περιέχονταν στην προαναφερόμενη συμφωνία και ουδέποτε εξέφρασε την επιθυμία ή πρόθεση να διαπραγματευτεί τους όρους της, οι οποίοι είναι νόμιμοι, σαφείς, έγκυροι και δίκαιοι. Περαιτέρω είναι η θέση των εναγόντων ότι οι ίδιοι παρέπεμψαν τον εναγόμενο πριν την υπογραφή της συμφωνίας σε δικηγόρο, σε περίπτωση που δεν είχε κατανοήσει πλήρως τους συμβατικούς όρους, χωρίς όμως να γνωρίζουν αν τελικά ο εναγόμενος συμβουλεύτηκε δικηγόρο, διότι αυτό δεν αποτελούσε δική τους υποχρέωση. Μάλιστα ο εναγόμενος διάβασε προσεκτικά τους όρους της συμφωνίας και την υπέγραψε, αφού ικανοποιήθηκε πλήρως από τους όρους. Είναι η θέση των εναγόντων ότι όλες οι χρεώσεις που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό ήταν νόμιμες και κανονικές, όπως προβλεπόταν ρητά από την συμφωνία για την παραχώρηση προς τον εναγόμενο των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων και συνεπώς οι ενάγοντες κανένα καθήκον ή υποχρέωσή τους παραβίασαν και συνεπώς ο εναγόμενος εμποδίζεται να προβάλλει αυτούς τους ισχυρισμούς, οι οποίοι είναι υστερόβουλοι για να αποφύγει ο εναγόμενος τις υποχρεώσεις του προς τους ενάγοντες. Ο εναγόμενος ζήτησε από τους δικηγόρους των εναγόντων να του αποστείλουν κίνηση δανείου, όπως και έπραξαν τον Δεκέμβριο του 2016 και ουδέποτε παραπονέθηκε ή εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο αναφορικά με την οφειλή του. Αναφέρει ότι ο εναγόμενος καθυστέρησε αδικαιολόγητα στην καταχώριση της παρούσας αίτησης και δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε επαρκή αιτιολόγηση για την καθυστέρηση του, νοουμένου ότι ο ίδιος παραδέχεται ότι έλαβε γνώση για την έκδοση της απόφασης εναντίον του και όχι μόνο δεν αρνήθηκε το χρέος του, αλλά παραδέχεται ότι η πρόθεση του ήταν να ξεκινήσει προσπάθειες αποπληρωμής του. Σε κάθε περίπτωση, ο βαθμός ευθύνης του εναγομένου για την καθυστέρηση, αποτελεί συνάρτηση της εν γένει συμπεριφοράς που επέδειξε ο ίδιος σε όλη την διάρκεια της διαδικασίας από την καταχώριση της αγωγής μέχρι και σήμερα, που αποτελεί και αυτοτελές κριτήριο/παράγοντα προκειμένου να εκτιμηθεί το εύλογο ή μη του χρόνου που διέρρευσε από την καταχώριση της αγωγής μέχρι και την διάγνωση των αστικών υποχρεώσεων του. Τέλος, αναφέρει ότι ο εναγόμενος απέτυχε να προωθήσει τους λόγους που συνέβαλαν στο να μην παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την αρχή να υπερασπιστεί και να προωθήσει τις θέσεις του στην αγωγή και δεν επέδειξε σε καμία περίπτωση ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ- ΕΝΣΤΑΣΗΣ- ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, έχοντας εξετάσει με πάρα πολλή προσοχή τα ενώπιον του στοιχεία, όπως προβλήθηκαν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις και τα τεκμήρια που υποστηρίζουν την ένσταση και αίτηση αντίστοιχα, καθώς επίσης και το περιεχόμενο της δικογραφίας και έχοντας βεβαίως μελετήσει με πάρα πολλή προσοχή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, το δικαστήριο κρίνει ότι τα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης είναι εξαιρετικά απλά. Κατ΄ αρχήν, διαφαίνεται ότι ο εναγόμενος από το έτος 2013, δηλαδή πριν ακόμα και την καταχώριση της παρούσας αγωγής, δεν διέμενε στην διεύθυνση Αισχύλου 1 στην Γερμασόγεια Καρίνα Κωρτ διαμέρισμα 2, αλλά διέμενε σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στην οδό Σκοπά 10, Άγιος Ιωάννης 3060 Λεμεσός και αυτό διαφαίνεται όχι μόνο μέσα από το ενοικιαστήριο έγγραφο που έχει επισυναφθεί ως τεκμήριο στην υπό εξέταση αίτηση και το οποίο δεν έχει ουσιωδώς αμφισβητηθεί, αλλά απεναντίας επιβεβαιώνεται και μέσα από την ειδοποίηση του ιδιώτη επιδότη κυρίου Θεοφάνη Κλείτου ημερομηνίας 15 Μαρτίου 2014, στην οποία ενημερώνει τους δικηγόρους των εναγόντων για την νέα διεύθυνση του εναγομένου που είναι η διεύθυνση Σκοπά 10 όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Παρόλο που η πιο πάνω διεύθυνση ήταν σε γνώση των εναγόντων, εντούτοις, και μάλιστα εσκεμμένα, ζητήθηκε η υποκατάστατη επίδοση στην οδό Αισχύλου 1 και όχι στην οδό Σκοπά 10, όπως παραδέχονται και οι ίδιοι οι ενάγοντες στην παράγραφο 9 της ένορκης δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση. Το γεγονός αυτό από μόνο του, καταδεικνύει το εσφαλμένο, παράτυπο και παράνομο των διαδικασιών που ακολούθησαν οι ενάγοντες και μάλιστα εν γνώση τους, ότι η διεύθυνση που ζητήθηκε να γίνει η υποκαταστάτη επίδοση που δεν ήταν η διεύθυνση διαμονής του εναγομένου και αυτό το γεγονός από μόνο του, δηλαδή η θετική γνώση των εναγόντων για την αλλαγή διεύθυνσης του εναγομένου, αποκλείει τους ενάγοντες στο να επικαλούνται συμβατικό όρο περί υποχρεώσεως του εναγομένου να ενημερώσει τους ενάγοντες για την αλλαγή της διεύθυνσης του, διότι τέτοιος όρος υπάρχει ακριβώς για να ενημερώνονται οι ενάγοντες για να επιδόσουν οποιαδήποτε έγγραφα και από την στιγμή που οι ενάγοντες γνώριζαν για την νέα διεύθυνση, δεν έχουν και δεν είχαν το δικαίωμα να ζητούν διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση στην διεύθυνση που θετικά γνώριζαν ότι ο εναγόμενος δεν διέμενε πλέον και ούτε είχαν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν και να επικαλούνται την διεύθυνση που έδωσε ο εναγόμενος κατά την σύναψη της επίδικης συμφωνίας. Η πιο πάνω θετική γνώση όπως έχει περιγραφεί, αυτομάτως συμπαρασύρει και το δικαίωμά τους να αιτηθούν υποκατάστατη επίδοση με δημοσίευση σε καθημερινή εφημερίδα, πράγμα το οποίο έγινε και δεν αμφισβητείται και βεβαίως συμπαρασύρει και την δυνατότητα επίκλησης μίας τέτοιας υποκατάστατης επιδόσεως, από την στιγμή που υπάρχει η θετική γνώση για την νέα διεύθυνση του εναγομένου και συνακόλουθα η επίδοση έπρεπε να γίνει στην νέα διεύθυνση του εναγομένου, δηλαδή στην διεύθυνση Σκοπά 10 και όχι με όποιονδήποτε άλλο τρόπο και συνακόλουθα είναι ανεπίτρεπτο να επικαλούνται οι ενάγοντες και να προσφεύγουν, αλλά και να καλύπτονται πίσω από την υποκατάστατη επίδοση με δημοσίευση σε μία καθημερινή εφημερίδα, από τη στιγμή που θετικά γνώριζαν την νέα διεύθυνση του εναγομένου και ότι σε αυτή τη διεύθυνση ο εναγόμενος θα λάμβανε γνώση. Συνακόλουθα, συμπαρασύρεται ως άκυρη η διαδικασία που ακολουθήθηκε για υποκατάστατη επίδοση, όχι μόνο με την θυροκόλληση στην διεύθυνση που έγινε, αλλά και στην δημοσίευση που έγινε σε μία καθημερινή εφημερίδα. Ούτε βεβαίως οι ενάγοντες μπορούν να επικαλεστούν την οποιαδήποτε συμπεριφορά του εναγομένου και να προωθήσουν την θέση ότι ο εναγόμενος κωλύεται στο να προωθήσει την παρούσα αίτηση λόγω της αναγνώρισης του χρέους του και τις προσπάθειες που έκανε για να διευθετήσει το χρέος του, διότι με βάση την πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου δικαστηρίου Ηλία Μανώλη εναντίον Ελληνικής Τράπεζας Χρηματοδότησης Λτδ ECLI:CY:AD:2017:A37, πολιτική έφεση 413/2011 ημερομηνίας 3 Φεβρουαρίου 2017, επαναλήφθηκαν και επιβεβαιώθηκαν οι γνωστές παγιωμένες αρχές που αφορούν την ακυρότητα της διαδικασίας ex debito justitiae, απ' όπου τα πιο κάτω αποσπάσματα τα οποία μιλούν από μόνα τους και τα οποία οδηγούν το Δικαστήριο στην κατάληξη, όπως η απόφαση παραμεριστεί, ανεξαρτήτως των ενεργειών που έκανε ο εναγόμενος. Συγκεκριμένα αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: ΄΄Η Δ.64 που εισήχθη δια του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1995, σκοπό είχε να θεραπεύσει παρατυπίες, εφόσον αυτές είναι θεραπεύσιμες και όχι να αποτελέσει πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς (Πετρίχου ν. Χ"Ιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81). Θεμελιακή είναι η υπόθεση Anlaby v. Praetorius
(1888)20 QBD 764, όπου έγινε διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων που συνιστούν, ως παραβάσεις των διαδικαστικών κανονισμών, αντικανονικότητα και θα μπορούσαν να θεραπευθούν με βάση την Ο.70, r.1, των παλαιών αγγλικών Θεσμών και των περιπτώσεων όπου το ελάττωμα είναι τέτοιο, ώστε να επέρχεται ab initio ακυρότητα της διαδικασίας ex debito justitiae, χωρίς δυνατότητα διόρθωσης. Τέτοιες περιπτώσεις θεμελιακών ελαττωμάτων και συνεπακόλουθης ακυρότητας κατηγοριοποιήθηκαν από τον Upjohn L.J. στην υπόθεση In Re Pritchard, Decd. [1963] Ch. 502, [1963] 1 All ER 873, ωςακολούθως: «The authorities do establish one or two classes of nullity such as the following. There may be others, though for my part I would be reluctant to see much extension of the classes. (
  1. i)Proceedings which ought to have been served but have never come to the notice of the defendant at all. This, of course, does not include cases of substituted service, or service by filing in default, or cases where service has properly been dispensed with: see, for example, Whitehead v. Whitehead (orse. Vasbor) [1962] 3 W.L.R. 884; [1962] 3 All E.R. 800, C.A. (
  2. ii)Proceedings which have never started at all owing to some fundamental defect in issuing the proceedings. (iii) Proceedings which appear to be duly issued but fail to comply with a statutory requirement: see, for example, Finnegan v. Cementation Co. Ltd. [1953] 1 Q.B. 688.» Παράδειγμα πρόκλησης ακυρότητας ως εκ της μη επίδοσης της διαδικασίας, η οποία ως εκ τούτου δεν περιέρχεται σε γνώση του εναγομένου, παρέχει η υπόθεση Craig v. Kanssen [1943] K.B. 256, [1943] 1 All ER 108, στην οποία εξηγήθηκε ως κατωτέρω ο λόγος που η παράλειψη επίδοσης εγείρει θεμελιακό ζήτημα: «. it is beyond question that failure to serve process where service of process is required goes to the root of our conceptions of the proper procedure in litigation. Apart from proper ex parte proceedings, the idea that an order can validly be made against a man who has had no notification of any intention to apply for it has never been adopted in this country.» Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Pritchard η φράση ex debito justitiae δεν ταυτίζεται κατ΄ανάγκη με περιπτώσεις ακυρότητας, όπως αφέθηκε να νοηθεί στην υπόθεση Craig, αλλά καλύπτει κάθε περίπτωση που ο εναγόμενος νομιμοποιείται δικαιωματικά σε παραμερισμό. Όπως το έθεσε ο Upjohn, L.J.: «The phrase means that the [defendant] is entitled as a matter of right to have it set aside ... This means no more than that, in accordance with settled practice, the court can only exercise its discretion in one way, namely by granting the order sought.» Εν πάση περιπτώσει, σε ότι αφορά την παράλειψη δέουσας επίδοσης, στην υπόθεση White v. Weston [1968] 2 W.L.R. 1459, που αφορούσε ακριβώς παράλειψη επίδοσης με συνεπακόλουθη έλλειψη γνώσης της διαδικασίας από τον εναγόμενο, ελέχθη ότι υπό τέτοιες περιστάσεις η απόφαση θα έπρεπε να παραμεριστεί ex debito justitiae και ότι η περαιτέρω συζήτηση ως προς το κατά πόσο θα μπορούσε η περίπτωση να χαρακτηριστεί ως ακυρότητα ή ως αντικανονικότητα, θα είχε μόνο ακαδημαϊκή σημασία. Η προαναφερθείσα κυπριακή νομολογία υιοθέτησε την αντίληψη του αγγλικού δικαίου πως κακή επίδοση συνιστά θεμελιακό ελάττωμα (fundamental vice) που δημιουργεί υποχρέωση για παραμερισμό ex debito justitiae μιας ερήμην απόφασης. Έτι περαιτέρω μάλιστα, η νομολογία μας προσέδωσε στο ζήτημα τη συνταγματική διάσταση που προκύπτει από το Άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος, υποδεικνύοντας ότι η δέουσα επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο και τη δυνατότητά του, ως θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα, να προβάλει την υπεράσπισή του. Το ερώτημα που προκύπτει εν προκειμένω, αφορά το κατά πόσο, σε περίπτωση που διαπιστώνεται δικαίωμα παραμερισμού υπό την παραπάνω έννοια, μπορεί να υπάρξει απεμπόληση του δικαιώματος τούτου (waiver) ή να δημιουργηθεί κώλυμα, ως εκ της συμπεριφοράς του εναγόμενου, στην άσκησή του (estoppel). Προς αυτή την κατεύθυνση κατέτεινε η προσπάθεια του Lord Denning M.R. στην απόφαση μειοψηφίας στην υπόθεση Pritchard, με αναφορά, μάλιστα, στην περίπτωση διαδίκου ο οποίος, όπως εν προκειμένω ο εφεσείοντας, ενώ λαμβάνει γνώση της διαδικασίας, αφήνει την εκτέλεση της απόφασης να προχωρήσει εναντίον του χωρίς παράπονο και χωρίς να αιτηθεί τον παραμερισμό της απόφασης εντός εύλογου χρόνου. Κατά την πλειοψηφία, όμως, σε περίπτωση ακυρότητας και ειδικά σε περίπτωση κακής επίδοσης, δεν είναι δυνατή η θεραπεία του ελαττώματος ή η απεμπόληση του δικαιώματος προς παραμερισμό. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Craig, όπως και στην υπόθεση Hamp-Adams v. Hall [1911] 2 K.B. 942, C.A. Πιο πρόσφατα και στο υψηλότερο δικαστικό επίπεδο της Κοινοπολιτείας, λέχθηκαν σχετικώς τα ακόλουθα στην απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου (Privy Council) Strachan v. The Gleaner Co Ltd and Another [2005] UKPC 33: «The distinction between orders which are often (though in their Lordships' view somewhat inaccurately) described as nullities and those which are merely irregular is usually made to distinguish between those defects in procedure which the parties can waive and which the court has a discretion to correct and those defects which the parties cannot waive and which give rise to proceedings which the defendant is entitled to have set aside ex debito justitiae. The leading example is Craig v Kanssen [1943] kb 256, where the proceedings were not served on the defendant at all. The Court of Appeal held that the proceedings were a nullity which the defendant was entitled as of right to have set aside.» Ευθυγραμμισμένα με την προαναφερθείσα αγγλική νομολογία και με αναφορά σε αυτή, είναι τα όσα είχαν αναφερθεί από τον Στυλιανίδη, Δ. (ως ήτο τότε), στην υπόθεση Gesico Photographic Ltd v. J.K.Video Art Co. Ltd.,
(1991)1 ΑΑΔ 134, ότι δηλαδή διαδικασία που δεν επιδόθηκε και δεν περιήλθε σε γνώση του εναγομένου είναι άκυρη και όχι ακυρώσιμη, μη υποκείμενη σε θεραπεία ή νομιμοποίηση με οποιαδήποτε μεταγενέστερη πράξη ή διάβημα οποιουδήποτε μέρους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε στην υπόθεση Hewitson v. Fabre 21 Q.B.D. 6, στην οποία επιδόθηκε εκτός δικαιοδοσίας στον εναγόμενο, που δεν ήταν βρετανός υπήκοος, το ίδιο το κλητήριο ένταλμα και όχι η προνοούμενη ειδοποίηση του κλητηρίου. Αποφασίστηκε ότι τούτο ισοδυναμούσε με μη επίδοση και ότι η όλη διαδικασία ήταν άκυρη εξ υπαρχής (void ab initio). Το Δικαστήριο δε, απέρριψε τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος δεν εδικαιούτο σε παραμερισμό λόγω του ότι η αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα. Το πρωτόδικο, εν προκειμένω, Δικαστήριο έλαβε υπόψη την ακόλουθη αναφορά του Wills J., τονίζοντας την φράση που φαίνεται υπογραμμισμένη, θέλοντας να υποδείξει ότι θα υπήρχε ευχέρεια διάσωσης ανάλογα με τη συμπεριφορά του εναγομένου: «The defendant was here improperly served with the writ itself, which was no service, and accordingly he has been dealt with by our Courts without having been served with our process. He has done nothing to disentitle him in any way to relief; he did not appear or evince any willingness to be treated as a British subject. This is not a mere irregularity in the proceedings which we can cure under Order LXX. rule 2, but a defect in the jurisdiction.» Οι παρατηρήσεις όμως αυτές αφορούσαν την επιλογή του εναγομένου, παρά το ότι δεν έτυχε δέουσας επίδοσης, να καταχωρίσει εμφάνιση (appearance gratis) πριν την έκδοση της απόφασης, η οποία θα νομιμοποιούσε την περαιτέρω διαδικασία στην παρουσία του και την τελική απόφαση. Η έκδοση, όμως, ερήμην απόφασης επί ανυπόστατου νομικά υποβάθρου, ήτοι χωρίς (δέουσα) επίδοση, είναι κατά την πάγια νομολογία που παραθέσαμε, νομικά ανυπόστατη, εξ υπαρχής άκυρη, μη δυνάμενη να διασωθεί. Αυτή είναι η αρχή που εφαρμόστηκε και στην Hewitson με αποτέλεσμα να μην είχε σημασία η καθυστέρηση εκ μέρους του εναγομένου΄΄. Από το πιο πάνω λοιπόν απόσπασμα, καταρρίπτονται αυτομάτως και οι προβληθέντες θέσεις και ενστάσεις των εναγόντων που αφορούν την συμπεριφορά του εναγόμενου για αναδιάρθρωση χρέους, στην μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και του χρόνου που διέρρευσε. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση είναι νόμω και ουσία βάσιμη και η ένσταση νόμω και ουσία αβάσιμη και εκδίδεται Διάταγμα σύμφωνα με το οποίο η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9/11/2015 παραμερίζεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον των εναγόντων, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.