← Κύπρος

Ιερός Ναός Παναγίας Φανερωμένης Πέρα Πεδίου, δια του Προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής Πέρα Πεδίου Ανδρέα Βασιλείου κ.α. ν. Μιχάλη Πεύκου κ.α., Αρ

Ιερός Ναός Παναγίας Φανερωμένης Πέρα Πεδίου, δια του Προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής Πέρα Πεδίου Ανδρέα Βασιλείου κ.α. ν. Μιχάλη Πεύκου κ.α., Αρ. Αγωγής 6176/2011, 12/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A114 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6176/2011 Μεταξύ: Ιερός Ναός Παναγίας Φανερωμένης Πέρα Πεδίου, δια του Προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής Πέρα Πεδίου Ανδρέα Βασιλείου Εκκλησιαστική Επιτροπή Πέρα Πεδίου, δια του Προέδρου της Ανδρέα Βασιλείου, εκ Πέρα Πεδίου Εναγόντων -και-

  1. Μιχάλη Πεύκου, εκ Λεμεσού
  2. Μαρίας Πεύκου, εκ Λεμεσού Εναγομένων -------------------------- Ημερ.: 12.5.2017 Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Π. Μπενάκης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και Παύλος Μπενάκης Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Χρ. Στυλιανίδης για Στέλιος Στυλιανίδης & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο. Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε την 20.3.
  3. Η αντιδικία αφορά στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/4819, Φ/Σχ. 47/28, Τεμ. 519 στο Πέρα Πεδί μέσα στο οποίο είναι, σύμφωνα με την αξίωση, κτισμένο το Παρεκκλήσιο της Παναγίας Φανερωμένης. Το ακίνητο, εμβαδού 22.409 τ.μ., ανήκε στη γιαγιά των Εναγομένων Μαρία Θεορή Κωνσταντή που φέρεται να εκδήλωσε πρόθεση να παραχωρήσει χώρο από αυτό για να κτιστεί το Παρεκκλήσιο, το οποίο και ανεγέρθηκε το 1938 δαπάνη τρίτων προσώπων, καταλαμβάνοντας με την αυλή του και την πρόσβαση προς το δημόσιο δρόμο 219 τ.μ. από το ακίνητο. Οι Εναγόμενοι είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ½ μεριδίου του ακινήτου έκαστος. Η μεταβίβαση στο όνομα του Εναγόμενου 1 έγινε την 24.4.1987 και στο όνομα της Εναγόμενης 2 την 12.5.
  4. Το 2010 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την αγωγή 4781/2010 Ε.Δ. Λεμεσού αξιώνοντας διάταγμα που να απαγορεύει στην Ενάγουσα 2 να επεμβαίνει στο ακίνητο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να σταματήσουν οι εργασίες ανακαίνισης του Παρεκκλησίου. Οι Ενάγοντες αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι δικαιούνται στην επ' ονόματι τους εγγραφή των 219/22409 μεριδίων του ακινήτου στη βάση των αρχών της επιείκειας και ρητού και εξ απαγωγής και απολήγοντος καταπιστεύματος και άλλες συναφείς θεραπείες. Διαζευκτικά αποζημιώσεις για την μετακίνηση του Παρεκκλησίου και τις κατά καιρούς δαπάνες για συντήρηση του. Όπως δικογραφείται στην παρ. 1 της Έκθεσης Απαίτησης ο Ενάγοντας 1 Ναός είναι νομική οντότητα βάσει του Συντάγματος και του Καταστατικού Χάρτη της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου «συνεπεία της ύπαρξης του Ιερού Ναού Παναγίας Φανερωμένης ως παρεκκλήσιο δεόντως μυρωμένο κατά τα θέσμια της Ορθοδοξίας». Όπως δικογραφείται στην παρ. 2 της Έκθεσης Απαίτησης η Ενάγουσα 2 Εκκλησιαστική Επιτροπή Πέρα Πεδίου είναι νομική οντότητα βάσει του Συντάγματος και του Καταστατικού Χάρτη της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου και έχει εξουσία και αρμοδιότητα διαχείρισης και εκπροσώπησης των Ιερών Ναών του Πέρα Πεδίου. Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης καταχωρίστηκε την 12.9.
  5. Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση καταχωρίστηκε την 6.10.2015 και η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες την 7.12.
  6. Διατάχθηκε και έγινε αποκάλυψη εγγράφων και συμπληρωματική αποκάλυψη εγγράφων εκ μέρους των Εναγόντων και η αγωγή ορίστηκε πολλές φορές για οδηγίες. Με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης (παρ.1, 2 και 3) εγείρονται τρία ζητήματα τα οποία χαρακτηρίζονται ως προδικαστικές ενστάσεις: - Ότι ο Ιερός Ναός Παναγίας Φανερωμένης Πέρα Πεδίου είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και «δεν θεωρείται ως χώρος λατρείας μετά από ουσιαστικές και/ή θεμελιακές παράνομες οικοδομικές εργασίες και/ή δεν είναι εγγεγραμμένος ο εν λόγω ναός και/ή το παρεκκλήσι στην οικεία Μητρόπολη». - Ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της αγωγής γιατί για την έγερση αγωγής εκ μέρους εκκλησιαστικού νομικού προσώπου απαιτείται η άδεια ή έγκριση του οικείου αρχιερέως, στην προκειμένη περίπτωση του Μητροπολίτη Λεμεσού, που δεν εξασφαλίστηκε ή δεν αναφέρεται ότι εξασφαλίστηκε στην Έκθεση Απαίτησης. - Ότι η Εκκλησιαστική Επιτροπή Πέρα Πεδίου, όργανο της Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού είναι αρμόδια για Παρεκκλήσια που ανήκουν ιδιοκτησιακά στην Μητρόπολη και δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή. Την 14.11.2016 σχεδόν πέντε χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής και πέραν από 26 μήνες μετά την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία οι Εναγόμενοι αιτούνται όπως τα τρία νομικά ζητήματα που εγείρουν με την Υπεράσπιση τους εκδικαστούν και αποφασιστούν από το Δικαστήριο πριν την ακρόαση της αγωγής. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 14.11.2016 του Εναγόμενου 1, ο οποίος παρουσιάζει αντίγραφο του Καταστατικού Χάρτη της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου όπως εγκρίθηκε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου την 13.9.
  7. Αυτό γίνεται γιατί οι Εναγόμενοι εδράζουν μέρος της επιχειρηματολογίας τους σε επί μέρους πρόνοιες του Καταστατικού Χάρτη. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με 16 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 21.3.2017 του Στέλιου Στυλιανίδη, Γραμματέα της Εκκλησιαστικής Επιτροπής Πέρα Πεδίου. Η Αίτηση εδράζεται στη Δ.27, θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που προνοούν ότι (σε ελεύθερη μετάφραση): «Κάθε διάδικο μέρος μπορεί να εγείρει στη δικογραφία του οιοδήποτε νομικό σημείο, και κάθε σημείο που εγείρεται θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο ήθελε φανεί βολικό. Εάν κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση επί τέτοιου νομικού σημείου ουσιαστικά κρίνει ολόκληρη την αγωγή ή οιαδήποτε ξεχωριστή αιτία αγωγής, βάσει υπεράσπισης, ανταπαίτησης ή απάντησης σε αυτή, το Δικαστήριο μπορεί κατ΄ ακολουθία να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οποιαδήποτε άλλη διαταγή που είναι δίκαια.» Στην Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & άλλων

(1991)1 Α.Α.Δ. 225, 229, αναφέρεται ότι: «Ό,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσον το ζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας». Στη Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 949, 956 συνοψίζονται οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις. Αναφέρεται ότι: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα». Εάν για την κρίση, κατά πόσο θα έπρεπε να εκδικαστεί προδικαστικά ή για την επίλυση του έξω από το πλαίσιο της δίκης, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη μαρτυρία, αυτό από μόνο του θα σήμαινε ότι το ζήτημα δεν είναι κατάλληλο για προδικαστική εκδίκαση. Επομένως, το περιεχόμενο των Ενόρκων Δηλώσεων προς υποστήριξη της Αίτησης και της Ένστασης δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Τα ζητήματα τα οποία εγείρονται στις παρ. 1, 2 και 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ανεξαρτήτως του κατά πόσο είναι αμιγώς νομικά ή όχι, αφορούν στην ύπαρξη του Ενάγοντα 1 ως νομικού προσώπου και στο κατά πόσο τόσο ο Ενάγοντας 1 όσο και η Ενάγουσα 2 νομιμοποιούνταν στην καταχώριση της παρούσας αγωγής. Στην Ελένη Λαμπή ανήλικη δια του πλησιεστέρου αυτής συγγενούς και φίλου και φυσικού κηδεμόνος του πατρός της Αρίσταρχου Λαμπή ν. Μιλτιάδους
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 725, 731, υποδεικνύεται ότι η δικονομικά ορθή οδός για την προβολή τέτοιου ζητήματος είναι αίτηση για διαγραφή της αγωγής του ενάγοντα. Στην Lioufis and Co Ltd v. Ανδρονίκου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 773, 780, αναφέρεται πως το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής και πως η Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου. Σημειώνεται ότι η Δ.27, θ.3 δεν αναφέρεται στη νομική βάση της Αίτησης. Καθ' όσον αφορά την Ενάγουσα 2 για την οποία δεν τίθεται ζήτημα ανυπαρξίας, η Lioufis είναι σημαντική γιατί το σκεπτικό της εδράζεται στην Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D' Escompte De Mulhouse and Others
(1925)A.C. 112, (H.L.), όπου κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην έκθεση υπεράσπισης. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Τέτοια διαδικασία δεν ακολουθήθηκε. Αντίθετα εναντίον του Ενάγοντα 1 καταχωρίστηκε και Ανταπαίτηση. Χωρίς να υπονοείται ότι υπάρχει κατάληξη ότι ο Ενάγοντας 1 είναι υπαρκτό νομικό πρόσωπο, δεν νοείται η καταχώριση αξίωσης, απαίτησης ή ανταπαίτησης εναντίον προσώπου που αυτός που αξιώνει θεωρεί ανύπαρκτο ή έστω για το οποίο μπορεί εύκολα και εκτός του πλαισίου της δίκης να καταδειχτεί πως είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι, πέραν των όσων αφορούν τον χρόνο και τρόπο προώθησης της ουσίας των θέσεων των Εναγομένων, τα ζητήματα τα οποία εγείρονται στις παρ. 1, 2 και 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης δεν είναι κατάλληλα για να εκδικαστούν προδικαστικά. Εμπλέκονται ζητήματα που αφορούν στο περιεχόμενο και στην ερμηνεία του Καταστατικού Χάρτη της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου τα οποία θα πρέπει να μαρτυρηθούν και ερμηνευτούν. Στην Ιερά Μονή Μαχαιρά κ.α ν. Κουβάτζια κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 436 αναφέρεται ότι ο Καταστατικός Χάρτης δεν έχει κυρωθεί από νόμο και δεν έχει ισχύ νόμου. Ακόμα και άλλα ζητήματα γεγονότων όπως εμφαίνονται στις παρ. 1-3 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της Αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............... Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για προδικαστική εκδίκαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.