VISALO LIMITED κ.α. ν. LIRAFAY HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 536/2016, 3/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A99 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 536/2016 Mεταξύ: 1. VISALO LIMITED, εκ Λεμεσού 2. CAPITAL ALLIANCE INC 3. YURI TRAISMAN, USA Εναγόντων -και- 1. LIRAFAY HOLDINGS LIMITED, εκ Λεμεσού 2. ΟΟΟ GORODSKAYA NEDVIZHIMOST, εκ Ρωσίας 3. SBERBANK OF RUSSIA Εναγομένων ------------------------------- Αίτηση ημερ. 27.1.2017 Ημερ.: 3.5.2017 Για την Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια: κ. Μ. Κούμας για Στέλιος Αμερικάνος & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Ρ. Ζέικο για Π.Ν. Ονουφρίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε την 23.2.2016 με κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο. Με την οπισθογράφηση καταλογίζεται στις Εναγόμενες ότι συνωμότησαν και συνήργησαν μεταξύ τους με σκοπό να εξαπατήσουν τις Ενάγουσες. Το αντικείμενο της αγωγής είναι ένα εμπορικό πολυκατάστημα που βρίσκεται στη Μόσχα και το οποίο ήταν ιδιοκτησία θυγατρικής εταιρείας των Εναγουσών. Οι Εναγόμενες, ενώ είχαν καθήκον διαφύλαξης και προστασίας της περιουσίας αυτής την διέθεσαν σε τιμή μικρότερη της πραγματικής εμπορικής της αξίας προκαλώντας οικονομική ζημιά και απώλεια στις Ενάγουσες και αντίστοιχο όφελος σε αυτές. Της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος δεν προηγήθηκε άδεια σφράγισης γιατί παρόλο που η αγωγή στρέφεται εναντίον δύο ρωσικών εταιρειών Εναγόμενη είναι και μια κυπριακή εταιρεία. Αφού η αγωγή επιδόθηκε στην τελευταία που καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης την 2.3.2016, οι Ενάγουσες εξασφάλισαν την 17.3.2016 άδεια για σφράγιση του κλητηρίου ή ειδοποίησης του και για επίδοση τους στις Εναγόμενες 2 και 3 στη Ρωσία. Την 29.12.2016 η Εναγόμενη 3 εξασφάλισε άδεια για καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως υπό όρους και οδηγίες όπως εντός τεσσάρων εβδομάδων καταχωρήσει αίτηση για τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του και του διατάγματος ημερ. 17.3.2016 με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση σε αυτή στη Ρωσία. Η Εναγόμενη 3 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία την 11.1.2017 και την 27.1.2017, εντός της πιο πάνω προθεσμίας, την υπό κρίση Αίτηση με την οποία εξαιτείται: (α) την αναστολή, παραμερισμό, διαγραφή ή και απόρριψη της αγωγής γιατί: - δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα ή δικαίωμα δικονομικής παράστασης (locus standi) των Εναγουσών, - το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας, - το Δικαστήριο δεν είναι κατάλληλος χώρος για εκδίκαση της αγωγής (forum convenience), και - είναι σκανδαλώδης και ενοχλητική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. (β) τον παραμερισμό της προς αυτήν επίδοσης, και (γ) τον παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 17.3.2016. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 27.1.2017 του Θανάση Φιάκα δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της. Οι Ενάγουσες καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με δέκα λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 27.3.2017 του Πανίκου Ονουφρίου διευθύνοντα συμβούλου της Ενάγουσας 1, εξουσιοδοτημένου και από τις Ενάγουσες 2 και 3. Η Δ.2, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί πως κανένα κλητήριο ένταλμα για επίδοση εκτός Κύπρου, ή του οποίου ειδοποίηση θα δοθεί εκτός Κύπρου, μπορεί να σφραγιστεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, η δε Δ.6, θ.1 των Θεσμών ορίζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται από το Δικαστήριο η επίδοση εκτός Κύπρου του κλητηρίου ή ειδοποίησης του. Η τελευταία υπό στοιχείο (
- h)αφορά την περίπτωση που πρόσωπο εκτός Κύπρου είναι αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος σε αγωγή κανονικά εγερθείσα εναντίον άλλου προσώπου στο οποίο κανονικά επιδόθηκε η αγωγή στην Κύπρο. Όταν ο μόνος εναγόμενος ή όταν υπάρχουν περισσότεροι όλοι διαμένουν εκτός Κύπρου, εφαρμόζεται η Δ.2, θ.2 των Θεσμών και της σφράγισης του κλητηρίου πρέπει να προηγηθεί άδεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο παραχωρεί την άδεια εφόσον ισχύει μια ή περισσότερες των προϋποθέσεων της Δ.6, θ.1. Οι πρόνοιες της Δ.2 θ.2 είναι επιτακτικές (βλ. Χαρ. Αποστολίδης & Σία Λτδ ν. Πρεσβεία της Ρωσικής Ομοσπονδίας κ.ά.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 802, 810). Όταν υπάρχει εναγόμενος που διαμένει στην Κύπρο και αναμένεται πως σε αυτόν η αγωγή θα επιδοθεί κανονικά στην Κύπρο, η αγωγή μπορεί να καταχωρηθεί και να περιλαμβάνει κι' άλλον ή άλλους εναγομένους οι οποίοι διαμένουν στο εξωτερικό. Η επίδοση στους τελευταίους στο εξωτερικό επιτυγχάνεται κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου στη βάση της Δ.6, θ.1(
- h)οι πρόνοιες της οποίας πρέπει να τηρούνται. Η Δ.2, θ.2 και η Δ.6, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι σχεδόν ταυτόσημες με τις Ο.2, r.4 και O.11, r.1 αντίστοιχα των παλαιών Κανονισμών της Αγγλίας. Στην Δικονομική Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας του 1958, σελ. 146 γίνεται άμεση σύνδεση της Ο.2 r.4 με την Ο.11 r.1 και αναφέρεται συγκεκριμένα ότι η Ο.2 r.4 θα πρέπει να διαβάζεται μαζί με την υποπαράγραφο (
- g)της Ο.11 r.1. Αντίστοιχη είναι η υποπαράγραφος (
- h)της δικής μας Δ.6, θ.1. Αναφέρεται ακόμη πως σε αυτές τις περιπτώσεις το κλητήριο ένταλμα εκδίδεται χωρίς άδεια και ο ενάγοντας αφού έχει επιδώσει το ένταλμα εντός της δικαιοδοσίας, αποτείνεται στο Δικαστήριο για άδεια έκδοσης παράλληλου κλητηρίου για επίδοση στον εναγόμενο εκτός δικαιοδοσίας. Προκύπτει πως εφόσον υπάρχει διάδικος εντός δικαιοδοσίας στο ίδιο ένταλμα στο οποίο υπάρχει διάδικος εκτός δικαιοδοσίας οι πρόνοιες της Δ.2, θ.2 αδρανοποιούνται. Όμως αυτό γίνεται εφόσον ικανοποιηθούν κάποιες προϋποθέσεις. Θα πρέπει ο ενάγοντας πριν αποταθεί για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας να έχει κανονικά επιδώσει στον εναγόμενο εντός δικαιοδοσίας. Η προϋπόθεση αυτή επισημαίνεται και στο Halsbury's Laws of England, 3η Έκδ. Τόμ. 30, παρα. 588 σελ. 325. Mε αναφορά στην Collins v. North British and Merchant Insurance Co.
(1894)3 Ch. 228 τονίζεται ότι ο εναγόμενος εντός της δικαιοδοσίας πρέπει όντως να έχει λάβει επίδοση προτού η άδεια για επίδοση εκτός να έχει δοθεί. Θα πρέπει ακόμα ο ενάγων να έχει προφανώς καλή υπόθεση (apparent cause of action) εναντίον του προσώπου στο οποίο γίνεται επίδοση εντός της δικαιοδοσίας, και όχι απλά υποστηρικτική της υπόθεσης που έχει εναντίον του διαδίκου εκτός δικαιοδοσίας. Οι πρόνοιες της Ο.11 r.1(g) υπήρξαν το αντικείμενο ερμηνείας στην The Improvement Commissioners v. Armement Anversois S.A. (The Brabo)
(1949)1 All E.R. 294, όπου αποφασίστηκε ότι: ". in determining whether or not leave should be granted under R.S.C., Ord. 11 r.1(g), where the law was plain and all the facts necessary for a decision were set out and uncontradicted, the court should decide on the hearing of the summons whether the plaintiffs would succeed against the defendants within the jurisdiction, and if it decided that the action against the English defendants was bound to fail, it must conclude that the action against them was not "properly brought", within the meaning of the rule and refuse leave to serve out of the jurisdiction." Στην S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 Α.Α.Δ. 762, 764 αναφέρεται ότι: «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος.» Δηλαδή, για να επιτραπεί η σφράγιση παράλληλου κλητηρίου και ακολούθως να δοθεί άδεια για επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας είναι απαραίτητη προϋπόθεση το δικαστήριο να έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή. Το προσβαλλόμενο διάταγμα ημερ. 17.3.2016, θα πρέπει να κριθεί στη βάση των γεγονότων που τότε είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030, 1033 και Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 995). Οιαδήποτε μαρτυρία αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση παραμερισμού ή την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης σε αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Το ζήτημα κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνόδευε την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (βλ. Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence). Ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας (βλ. Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297) δεν επιτρέπει παρέκκλιση από τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.6 θ.4 που προνοεί πως κάθε αίτηση για άδεια για επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος ή Ειδοποίησης του σε εναγόμενο εκτός Κύπρου πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ή άλλη μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι ο ενάγοντας έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής. Αναφέρεται στην George D. Counnas and Sons Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd and another
(1963)2 C.L.R. 266, 268 ότι ο ενάγοντας υποχρεούται να παραθέσει σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση του το πλήρες φάσμα των γεγονότων πάνω στα οποία εδράζεται το αγώγιμο του δικαίωμα. Το βάρος της απόδειξης κατά τη διαδικασία της αίτησης για παραμερισμό εξακολουθεί να το φέρει ο ενάγοντας ο οποίος βαρύνεται να πείσει το Δικαστήριο ότι ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις για παροχή σε αυτόν άδειας για επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας (βλ. GCC Computers Ltd v. Pendril Datacom Ltd
(2000)1 A.A.Δ. 1584, 1588-9). Το διάταγμα ημερ. 17.3.2016 δόθηκε σε αίτηση ημερ. 2.3.2016 που οι Ενάγουσες είχαν καταχωρήσει. Η αίτηση υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση του Ονουφρίου ημερ. 2.3.2016, ενώ καταχωρίστηκε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 16.3.2016 από το ίδιο πρόσωπο. Ο Ονουφρίου είχε αναφέρει στην πρώτη ένορκη δήλωση ότι το εμπορικό πολυκατάστημα ήταν περιουσιακό στοιχείο των Εναγουσών. Στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση διευκρίνισε ότι το εμπορικό πολυκατάστημα στη Μόσχα ήταν ιδιοκτησία της εταιρείας Sealand L.L.C. η οποία είναι θυγατρική των Εναγουσών. Αυτό άλλωστε αναφέρεται και στην Οπισθογράφηση της Απαίτησης. Η ανέγερση του πολυκαταστήματος χρηματοδοτήθηκε από την Εναγόμενη 3 Τράπεζα με εξασφάλιση την υποθήκευση του. Λόγω αδυναμίας αποπληρωμής η Sealand L.L.C τέθηκε σε εκκαθάριση και η Εναγόμενη 3 Τράπεζα εκμεταλλευόμενη την εξουσία να καθορίζει τις διαδικασίες υποβολής προσφορών, τους όρους και τις περιστάσεις της δημοπρασίας, μετερχόμενη μη διαφανείς μεθόδους, συνωμότησε με τις Εναγόμενες 1 και 2 και τους πώλησε το πολυκατάστημα στην πλασματική τιμή των 450.000 ρουβλιών ενώ η αξία του ήταν 1.215.220 ρούβλια. Ο Ονουφρίου περιορίστηκε στην προβολή θέσης για συνομωσία της Εναγόμενης 3 με τις Εναγόμενες 1 και 2 δίκη δικογράφου. Καμία μαρτυρία δεν παρουσίασε που θα μπορούσε να τεκμηριώσει τη θέση του. Όπως προειπώθηκε, η Δ.6, θ.4 προνοεί ότι ο διάδικος ο οποίος αιτείται την άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας έχει καθήκον να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία η οποία να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής εναντίον των εναγομένων και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Στην Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence, 1003-1004 αναφέρεται ότι: «Χρειάζεται πάντως εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος: βλ. Hemelryck v. William Lyall Shipbuilding Co Ltd [1921] 1 A.C. 698, στη σελ. 701. Και μάλιστα με πληρότητα. Όπως επεσήμανε ο Ιωσηφίδης, Δ. στη George D. Counnas and Sons Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd and Another
(1963)2 C.L.R. 266, 268: "the plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right". » Περαιτέρω στην Sekavin S.A., 300 αναφέρεται ότι: «...the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favour of the proponent of service outside jurisdiction.» Ο Ονουφρίου ουδεμία μαρτυρία προσέφερε και το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε από το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό να είχε διαπιστώσει ότι οι Ενάγουσες είχαν καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων. Αντίθετα, ακόμα και αν παρουσιαζόταν μαρτυρία που να τεκμηριώνει εκ πρώτης ότι η Εναγόμενη 3 συνωμότησε με τις Εναγόμενες 1 και 2 αυτό που θα καταδεικνυόταν θα ήταν ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων, όχι όμως από τις Ενάγουσες. Εφόσον το πολυκατάστημα ήταν ιδιοκτησία της εταιρείας Sealand L.L.C. αυτή είναι που θα μπορούσε να προωθήσει αγωγή σε σχέση με αυτό. Οι Ενάγουσες που είναι μέτοχοι της Sealand L.L.C. θα μπορούσαν να αναλάβουν την πρωτοβουλία προώθησης της αγωγής μόνο ως παράγωγης και στην περίπτωση που οι προϋποθέσεις για καταχώριση παράγωγης αγωγής πληρούνταν, κάτι για το οποίο δεν υφίσταται μαρτυρία και ούτε έχει υποστηριχτεί. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση Ονουφρίου ημερ. 16.3.2016 η Sealand L.L.C. τέθηκε σε εκκαθάριση, κατάσταση, που στην απουσία άλλης μαρτυρίας, τεκμαίρεται ότι εξακολουθεί να ισχύει. Το απόσπασμα από την Johnson v. Gore Wood & Co [2001] 1 All E.R. 481 (H.L.), 528-9 που ακολουθεί, εξηγεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη διάκριση μεταξύ προσωπικών δικαιωμάτων μετόχου εταιρείας και ζημιάς που αυτός μπορεί να υποστεί ως αποτέλεσμα της μείωσης της αξίας της εταιρείας της οποίας κατέχει μετοχές και κατά συνέπεια των μετοχών του. «A company is a legal entity separate and distinct from its shareholders. It has its own assets and liabilities and its own creditors. The company's property belongs to the company and not to its shareholders. If the company has a cause of action, this represents a legal chose in action which represents part of its assets. Accordingly, where a company suffers loss as a result of an actionable wrong done to it, the cause of action is vested in the company and the company alone can sue. No action lies at the suit of a shareholder suing as such, though exceptionally he may be permitted to bring a derivative action in right of the company and recover damages on its behalf: see Prudential Assurance Co Ltd v. Newman Industries Ltd (No 2) [1982] 1 All E.R. 354 at 357, [1982] Ch 204 at
- Correspondingly, of course, a company's shares are the property of the shareholders and not of the company, and if he suffers loss as a result of an actionable wrong done to him, then prima facie he alone can sue and the company cannot. On the other hand, although a share is an identifiable piece of property which belongs to the shareholders and has an ascertainable value, it also represents a proportionate part of the company's net assets, and if these are depleted the diminution in its assets will be reflected in the diminution in the value of the shares. ..................................... The position is, however, different where the company suffers loss caused by the breach of a duty owed both to the company and to the shareholder. In such a case the shareholder's loss, in so far as this is measured by the diminution in value of his shareholding or the loss of dividends, merely reflects the loss suffered by the company in respect of which the company has its own cause of action. If the shareholder is allowed to recover in respect of such loss, then either there will be double recovery at the expense of the defendant or the shareholder will recover at the expense of the company and its creditors and other shareholders. Neither course can be permitted. This is a matter of principle; there is no discretion involved. Justice to the defendant requires the exclusion of one claim or the other; protection of the interests of the company's creditors requires that it is the company which is allowed to recover to the exclusion of the shareholder. These principles have been established in a number of cases, though they have not always been faithfully observed. The position was explained in a well-known language in Prudential Assurance Co Ltd v. Newman Industries Ltd (No 2) [1982] 1 All E.R. 354 at 336-337, [1982] Ch 204 at 222-223: "But what he cannot do is to recover damages merely because the company in which he is interested has suffered damage. He cannot recover a sum equal to the diminution in the market value of his shares or equal to the likely diminution in dividend, because such a "loss" is merely a reflection of the loss suffered by the company. The shareholder does not suffer any personal loss. His only "loss" is through the company, in the diminution in the value of the net assets of the company, in which he has (say) a 3% shareholding. The plaintiff's shares are merely a right of participation in the company on the terms of the articles of association. The shares themselves, his right of participation, are not directly affected by the wrongdoing. The plaintiff still holds all the shares as his own absolutely unincumbered property. The deceit practiced on the plaintiff does not affect the shares; it merely enables the defendant to rob the company. A simple illustration will prove the logic of this approach. Suppose that the sole asset of a company is a cash box containing £100,
- The company has an issued share capital of 100 shares, of which 99 are held by the plaintiff. The plaintiff holds the key of the cash box. The defendant by a fraudulent misrepresentation persuades the plaintiff to part with the key. The defendant then robs the company of all its money. The effect of the fraud and the subsequent robbery, assuming that the defendant successfully flees with his plunder, is (i) to denude the company of all its assets and (ii) to reduce the sale value of the plaintiff's shares from a figure approaching £100,000 to nil. There are two wrongs, the deceit practiced on the plaintiff and the robbery of the company. But the deceit on the plaintiff causes the plaintiff no loss which is separate and distinct from the loss to the company. The deceit was merely a step in the robbery. The plaintiff obviously cannot recover personally some £100,000 damages in addition to the £100,000 damages recoverable by the company." ............................... It is equally obvious, however, that if the damages were recoverable by the shareholder instead of by the company, this would achieve the same extraction of the company's capital to the prejudice of the creditors of the company as the defendant's misappropriation had done.» Η αγωγή δεν αφορά σε δικαιώματα των Εναγουσών αλλά της θυγατρικής τους εταιρείας Sealand L.L.C. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται το διάταγμα ημερ. 17.3.2016 με το οποίο σφραγίστηκε (ή επανασφραγίστηκε το κλητήριο ένταλμα ή παράλληλο κλητήριο ένταλμα) για να επιδοθεί στην Εναγόμενη 3 εκτός δικαιοδοσίας και παραχωρήθηκε άδεια στις Ενάγουσες για επίδοση στην Εναγόμενη 3 εκτός δικαιοδοσίας. Ως αποτέλεσμα παραμερίζεται και η επίδοση στην Εναγόμενη 3 που ακολούθησε. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 3 και εναντίον των Εναγουσών, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για παραμερισμό κλητηρίου και επίδοσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο