ΑΝΤΡΕΑΣ ΚΟΥΡΕΑΣ ν. ΙΑΤΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΑΧΙΛΛΕΙΟΝ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 2695/10, 29/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A147 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2695/10 Μεταξύ: ΑΝΤΡΕΑΣ ΚΟΥΡΕΑΣ, εκ Λεμεσού Ενάγοντα Και ΙΑΤΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΑΧΙΛΛΕΙΟΝ ΛΙΜΙΤΕΔ, εκ Λεμεσού Εναγόμενων ---------------------- Αίτηση ημερομηνίας 17.03.2017 για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29.05.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Α. Ιωάννου για Μιχάλη Β. Ιωάννου Για καθ'ων η αίτηση 2, 3 και 4: κ. Ρ. Ζέικο για Π.Ν. Ονουφρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για ενδιαφερόμενο μέρος Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς: κος. Χατζηλοίζου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 21/05/2010 εναντίον των εναγόμενων. Στις 12/02/2016 και κατόπιν απόσυρσης των συνηγόρων των εναγόμενων, εκδόθηκε υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των εναγόμενων απόφαση για το ποσό των €29.355,00σ πλέον τόκους προς 5,5% επ' αυτού του ποσού από 21/5/2010 μέχρι 31/12/20114 και προς 4% ετησίως από 01/01/2015 και μέχρι εξοφλήσεως πλέον τα έξοδα ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Στις 21/10/2016 καταχωρήθηκε από πλευράς ενάγοντα αίτηση, δια κλήσεως, (στο εξής καλούμενη ως η «κυρίως αίτηση») με την οποία αξιώνεται μεταξύ άλλων η ακύρωση ισχυριζόμενης καταδολιευτικής μεταβίβασης κλινικής/επιχείρησης της εναγόμενης με σκοπό να εμποδιστεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ημερ.12/2/
- Περαιτέρω αξιώνεται διάταγμα για επαναμεταβίβαση της επιχείρησης στην εναγόμενη και διάταγμα δηλωτικό των πραγματικών δικαιούχων περιουσίας της εναγόμενης η οποία φέρεται να μεταβιβάστηκε. Η αίτηση αυτή επιδόθηκε στην εναγόμενη, στην εταιρεία η οποία κατ' ισχυρισμό είναι το νομικό πρόσωπο εις το οποίο μεταβιβάστηκε η εταιρεία, στη εταιρεία που είναι η μοναδική μέτοχος αυτής, στον Έφορο Εταιρειών, στον Πρόεδρο της επιτροπής κεφαλαιαγοράς και στον Αντρέα Παναγιώτου που είναι κατ' ισχυρισμό του αιτητή ο μοναδικός μέτοχος και πραγματικός δικαιούχος της εταιρείας μετόχου της εταιρείας στην οποία μεταβιβάστηκε η επίδικη επιχείρηση/κλινική. Οι καθ' ών η αίτηση 2, 3 και 4 ήτοι η εταιρεία στην οποία φέρεται να μεταβιβάστηκε η επιχείρηση, η εταιρεία μέτοχος αυτής και ο Ανδρέας Παναγιώτου, καταχώρησαν ένσταση μέσω κοινού συνηγόρου και στις 2/2/2017 καταχώρησαν την ειδοποίηση τους περί της πρόθεσης τους να ενστούν στην κυρίως αίτηση. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Παναγιώτου στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ισχυρισμούς του ιστορικού της κατοχής της επίδικης περιουσίας. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα η εναγόμενη καθ' ής η αίτηση αρ.1 ενοικίασε, στις 27/5/2003, από την ιδιοκτήτρια - καθ' ής η αίτηση 2, για περίοδο από τις 27/5/2003 μέχρι και τις 31/5/2011 και δικαίωμα ανανέωσης της σύμβασης από έτος σε έτος, τον ιατρικό εξοπλισμό/εργαλεία/επίπλωση και κάθε άλλο εξοπλισμό. Στις 3/4/2013 η ενοικίαση αυτή τερματίστηκε και η εναγόμενη - καθ' ής η αίτηση αρ. 1 αποσύρθηκε από το ιατρικό κέντρο το οποίο η ιδιοκτήτρια το παραχώρησε με σύμβαση διαχείριση και ενοίκιο στην καθ' ής η αίτηση αρ. 2 η οποία έκτοτε το κατέχει και το διαχειρίζεται. Η εναγόμενη ήτο ενοικιαστής διαχειριστής του ιατρικού κέντρου και οποιαδήποτε κινητή περιουσία εντός αυτού ανήκει στην ιδιοκτήτρια, εξ' ού και το ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας που ευρίσκεται στην διεύθυνση του ιατρικού κέντρου δεν θα μπορούσε να εκτελεστεί εφόσον δεν της ανήκαν. Περαιτέρω γίνεται αναφορά σε εκκαθάριση της εναγόμενης. Η κυρίως αίτηση ορίστηκε για ακρόαση και στο μεταξύ καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση και δεύτερη αίτηση για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του αιτητή, στην οποία εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα και η οποία συμπληρωματική καταχωρήθηκε στις 16/5/
- Συνεπακόλουθα του πιο πάνω ιστορικού παραμένει σε εκκρεμότητα πριν ακουστεί η κυρίως αίτηση, η απόφαση του Δικαστηρίου επί της ενδιάμεσης αιτήσεως που καταχωρήθηκε και με την οποία ο Ενάγων αιτητής αξιώνει τα κάτωθι: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον τoν Αντρέα Παναγιώτου ενόρκως δηλών στην ένορκο δήλωση ημερομηνίας 02.02.2017 η οποία κατεχωρήθη προς υποστήριξη της ειδοποίησης ένστασης ημερ. 02.02.2017 να είναι παρών εις το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εις την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης την 03.04.2017 και/ή εις οιανδήποτε άλλη ημερομηνία την οποία θα ορίσει το Δικαστήριο και/ή εις οιανδήποτε αναβολή αυτής, και να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου των παραγράφων 1, 2, Β (α-ε), 3, 4 και 5 της προαναφερομένης ενόρκου δηλώσεως της. Β. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή ένδικο μέσο ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογο κάτω από τις περιστάσεις. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 Θ. 1 Θ. 2, Δ.48 Θ. 1 Θ. 2 Θ. 4
(2), στον Περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9 στην διακριτική εξουσία και στις συμφυείς και συναφείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του Αντρέα Κουρέα - ενάγοντα. Στην ένορκη δήλωση του αιτούντα αναφέρονται τα κάτωθι:
- Έχω διαβάσει με προσοχή την ένορκη δήλωση του Αντρέα Παναγιώτου και αρνούμαι τους ισχυρισμούς των παραγράφων 1, 2, Β (α-ε), 3, 4 και 5 της προαναφερομένης ενόρκου δηλώσεως του Αντρέα Παναγιώτου για τους ακόλουθους λόγους.
- Στην παράγραφο 2 Β (α-ε) προβάλλονται διάφοροι ισχυρισμοί για ενοικίαση του ιατρικού κέντρου και μάλιστα επισυνάπτεται και ένα ενοικιαστήριο έγγραφο ημερ. 27.03.2003 για ισχυριζόμενη ενοικίαση από το 2003 μέχρι 2011 όλοι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι ψευδείς και ανυπόστατοι ουδέποτε υπήρξε ενοικίαση αλλά η μεταβίβαση και η πώληση της επιχείρησης από το Ιατρικό Κέντρο Λεμεσού Αχίλλειο Λίμιτεδ προς την εταιρεία MEDITERRANEAN HOSPITAL OF CYPRUS (MHOC) LIMITED έγινε για να καταδολιευθούν οι πιστωτές μεταξύ των οποίων και εγώ για τους ακόλουθους λόγους. α) Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α ανακοίνωση του Χρηματιστηρίου Αθηνών με την επικεφαλίδα ολοκλήρωση πώλησης του Νοσοκομείου Αχίλλειον στην Κύπρο. β) Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β ανακοίνωση από το Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών Υγεία Α.Ε. γ) Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ ανακοίνωση του μέλους του Ομίλου Υγεία ημερ. 08.03.
- δ) Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ δέσμη δημοσιεύσεων εις τον τύπο αποτελούμενη από 5 σελίδες εις τις οποίες ανακοινώνεται η πώληση.
- Το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει τον ενόρκως δηλούντα Αντρέα Παναγιώτου να είναι παρών στο Δικαστήριο προκειμένου να αντεξεταστεί στο περιεχόμενο των παραγράφων 1, 2, Β (α-ε), 3, 4 και 5 της ένορκης δήλωσης του το οποίο περιεχόμενο είναι αντίθετο με τα επισυνημμένα τεκμήρια κατά τρόπο ώστε να διαφανεί η αλήθεια στο Δικαστήριο ότι ουδέποτε υπήρξε ενοικίαση αντίθετα υπήρξε πώληση.
- Περαιτέρω θα πρέπει να αντεξεταστεί για την αναφορά του ότι η εταιρεία Αχίλλειο βρίσκεται σε διαδικασία εκκαθάρισης και να του υποβληθεί ότι το Δικαστήριο Λευκωσίας με διάταγμα του ημερ. 01.03.2017 αντίγραφο του οποίου επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε επέτρεψε την συνέχιση της διαδικασίας εις τον υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
- Τα πιο πάνω ορκίζομαι και λέγω ότι είναι ορθά και αληθή. Στην υπό κρίση αίτηση που αφορά η παρούσα απόφαση η πλευρά των καθ'ών 2, 3 και 4 καταχώρησε ένσταση η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 ΘΘ1-21, Δ.48 ΘΘ.1-13, Δ.64, στη νομολογία, στο κοινό δίκαιο, στις αρχές της επιείκειας και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι πάνω στους οποίους στηρίζεται η ένσταση είναι οι ακόλουθοι:
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του ζητηθέντος διατάγματος.
- Η αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας.
- Η παρούσα δεν είναι κατάλληλη υπόθεση για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου προς τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Ονουφρίου, Δικηγόρου, και ο οποίος αναφέρει τα κάτωθι:
- Είμαι δικηγόρος στο γραφείο Π.Ν.ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. στη Λεμεσό. Μελέτησα με προσοχή την Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα. Προβαίνω στην παρούσα Ένορκη Δήλωση επειδή το θέμα συμπεριλαμβάνει νομικά σημεία και είμαι το πιο κατάλληλο πρόσωπο για να προβώ σε αυτή την Ένορκη Δήλωση, εκ μέρους του κ. Αντρέα Παναγιώτου, καθ' ου η αίτηση 4, από τον οποίο είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένος.
- Οι προϋποθέσεις για έκδοση του διατάγματος αντεξέτασης είναι καθορισμένες από τη νομοθεσία και το Δικαστήριο δεν ασχολείται σε αυτό το στάδιο με επίλυση αντιφατικών ισχυρισμών των διαδίκων επί της ουσίας της διαδικασίας.
- Σύμφωνα με την νομολογία και την Διαταγή 39 Θεσμός 1, για να δοθεί άδεια αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα, οι λόγοι που επικαλούνται, πρέπει να εντάσσονται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων.
- Ο Ενάγοντας, στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 17.03.2017, προς υποστήριξη του αιτήματος του, στερείται σε ισχυρισμούς οι οποίοι δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι ικανοποιούν το κριτήριο των εξαιρετικών περιστάσεων (α) στην παράγραφο 3, προβαίνει στους ισχυρισμούς ότι το περιεχόμενο της παραγράφου 2 Β (α-ε) της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 02.02.2017 του κ. Αντρέα Παναγιώτου είναι ψευδές και ανυπόστατο.
- Στην παράγραφο 4 της ένορκης του δήλωσης της ίδιας ημερομηνίας ως πάνω, ο Ενάγοντας λέει ότι ο κ. Αντρέας Παναγιώτου θα πρέπει να αντεξεταστεί στο περιεχόμενο συγκεκριμένων παραγράφων της ένορκης του δήλωσης, περιεχόμενο των οποίων είναι αντίθετο με τα τεκμήρια που επισύναψε ο Ενάγοντας, ώστε να διαφανεί η αλήθεια στο Δικαστήριο.
- Στην ουσία, ο ενάγοντας, ζητά από το Δικαστήριο να αποφασίσει πάνω σε αντιφαινόμενους ισχυρισμούς της υπόθεσης, κάτι το οποίο το Δικαστήριο δεν πρέπει να πράξει, σε αυτό το στάδιο. Ο Ενάγοντας απέτυχε να προσκομίσει λόγους, στην Ένορκη του Δήλωση, οι οποίες δικαιολογούν την έκδοση της άδειας αντεξέτασης του κ. Αντρέα Παναγιώτου, όπως προβλέπεται από την Διαταγή 39 Θεσμός
- Δεν εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και θα σημειωθεί υπέρμετρη καθυστέρηση αν δοθεί η άδεια για αντεξέταση. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα και προς στήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν η μεν συνήγορος του αιτητή προφορικά ο δε συνήγορων των καθ' ών καταθέτοντας κείμενο γραπτής αγόρευσης. Τα όσα αμφότεροι οι συνήγοροι ανέφεραν και το σύνολο της νομικής τους επιχειρηματολογίας έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη, ομοίως με την νομολογία στην οποία με παρέπεμψαν και δεν κρίνω σκόπιμο ή αναγκαίο να επαναλάβω τις θέσεις τους. Αναφορά θα γίνει όπου κριθεί απαραίτητο για σκοπούς ανάλυσης της κρίσης και κατάληξης του Δικαστηρίου. Προτού προχωρήσω με την εξέταση της υπό κρίση αίτησης κρίνω σημαντικό να αναφερθώ στην διαδικασία που ακολουθήθηκε σε σχέση με τον τρόπο εκδίκασης της κυρίως αίτησης η οποία βασίζεται στο Κεφάλαιο
- Αίτηση με βάση τις πρόνοιες του Κεφ.62 ανήκει στην κατηγορία των αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα. Η διαδικασία που ακολουθείται για εκδίκαση μιας τέτοιας αίτησης είναι αυτόνομη, η οποία κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών. Το άρθρο 4 του Κεφ.62 περιγράφει τη διαδικασία αυτή αναφέροντας τα πιο κάτω: "Οποιαδήποτε δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας που θεωρείται ως δόλια βάσει των διατάξεων του άρθρου 3 του Νόμου αυτού η οποία έγινε πριν από ή μετά την έναρξη αγωγής ή άλλης διαδικασίας στην οποία το δικαίωμα για ανάκτηση του χρέους έχει αποδειχτεί, δύναται να ακυρωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου που εξασφαλίζεται με αίτηση οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή που γίνεται στην εν λόγω αγωγή ή άλλη διαδικασία, και στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου η αγωγή ή άλλη διαδικασία έχει ακουστεί ή εκκρεμεί." [η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]. Ενισχυτικά των πιο πάνω σε σχέση με τη μορφή, τη φύση και το χαρακτήρα που έχει μία αίτηση, όπως η κυρίως η οποία προωθείται δυνάμει του Κεφ.62, επισημαίνω το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Ιωακείμ και άλλη v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ.1)
(2003)1Α Α.Α.Δ. 198: "Παρόλο που δικονομικά τέτοια αίτηση είναι ενταγμένη στο πλαίσιο της αγωγής, εντούτοις ο ομφάλιος λώρος με αυτή έχει αποκοπεί. Πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία, που στοχεύει σε άλλης μορφής θεραπεία και που κατατάσσεται, όπως προελέχθη, για το σκοπό που συζητούμε, στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών." Βεβαίως σημειώνω ότι η πιο πάνω απόφαση στην οποία λέχθηκε ο αυτόνομος χαρακτήρας της παρούσας αίτησης εξέτασε την φύση της αίτησης για σκοπούς καταχώρησης έφεσης και περιόδου αυτής, και μάλιστα στην απόφαση τονίζεται ότι κατατάχθηκε στην κατηγορία των αγωγών «για το σκοπό που συζητούμε». Αμφότερες οι πλευρές με πρώτη την πλευρά του αιτητή και ακολούθως των καθ'ών η αίτηση, καταχώρησαν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα συνοδευόμενες με μαρτυρία υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Σημειώνω ότι η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και λαμβάνεται υπόψη και αξιολογείται ως τέτοια. Ουδεμία αναφορά η θέμα τέθηκε ενώπιον μου από οιοδήποτε εκ των συνηγόρων για τον τρόπο με τον οποίο θα ακουστεί η εν λόγω διαδικασία με αποτέλεσμα να καταλήγω ότι αμφότερες οι πλευρές επέλεξαν να ακουστεί η κυρίως αίτηση με μαρτυρία που θα προσαχθεί μέσω των ένορκων δηλώσεων που ήδη κατέθεσαν. Επιβεβαιωτικό της πιο πάνω κατάστασης που έχει δημιουργηθεί συνιστά και το γεγονός ότι κατόπιν αιτήματος του αιτητή και με την συγκατάθεση και σύμφωνη γνώμη των καθ'ών η αίτηση δόθηκε άδεια για καταχώρηση και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Συνεπακόλουθα και υπό αυτήν την κατάσταση που έχω περιγράψει και με δεδομένο ότι κανένας κανόνας υφίσταται που να ορίζει ότι το Δικαστήριο δύναται να καθορίσει την ενώπιον του διαδικασία και με δεδομένη την στάση των διαδίκων κρίνω ότι δεν εμποδίζομαι από του να προχωρήσω και να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Νομική πτυχή Το δικονομικό πλαίσιο εκδίκασης της παρούσας αίτησης Η παρούσα Αίτηση εξετάζεται με βάση την Διαταγή 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία στον θεσμό 1 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο κατόπιν παρακλήσεως να επιτρέψει την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα. Ανατρέχοντας στην νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου διαπιστώνει κανείς ότι υπάρχει σωρεία νομολογίας μέσα από την οποία τίθενται οι αρχές και οι παράμετροι άσκηση της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου. Από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής διαπιστώνει κανείς ότι ο θ. 1 της Δ.39 αναφέρεται γενικά στην μαρτυρία η οποία δίδεται με ένορκη δήλωση και την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την παρουσία του ενόρκως δηλούντος για αντεξέταση. Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της Δ.39 στην υπό κρίση Αίτηση. Σε σχέση με αυτές τις προϋποθέσεις παραπέμπω καταρχήν στο σύγγραμμα Ηalsbury's Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ.
- όπου και κάτω από τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence» αναφέρονται τα εξής: «Τhe Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion." Επίσης στο Annual Practice 1956, όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με την δική μας, το O.38, εξηγείται ακριβώς πώς ασκείται αυτή η εξουσία του Δικαστηρίου και τονίζεται στη σελ. 677 κ. επ. ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου στην έκδοση τέτοιου διατάγματος. Είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους ζητείται. Στην Αίτηση Αρ. 18/2008, Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκκου Χατζηλοϊζου, ημερ. 14/3/2008 εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση την Δ.39, Θ.
- Λέχθηκε, στην εν λόγω απόφαση, ότι: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ού στην αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στην Δ.39,Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της». Σημαντικοί παράμετροι για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αποτελούν και εδώ το είδος και η φύση της αίτησης και γενικά της διαδικασίας στην οποία αυτή αφορά καθώς και το κατά πόσο η αντεξέταση είναι αναγκαία και προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης υπό την έννοια ότι θα συμβάλει στην αποκρυστάλλωση και διασαφήνιση των ζητημάτων που θα πρέπει να αποφασισθούν στην εν λόγω διαδικασία. Σύμφωνα με την Νομολογία η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει αντεξέταση πρέπει να ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις εκείνες όπου η αντεξέταση καθίσταται πρόδηλα αναγκαία και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Σημειώνω ότι ένα αίτημα τέτοιας φύσης δεν δύναται να εξεταστεί χωρίς να λαμβάνεται υπόψη και η φύση της αίτησης στα πλαίσια της οποίας δόθηκε η μαρτυρία μέσω ένορκης δήλωσης. Η ύπαρξη και μόνον αντιφατικών ισχυρισμών δεν οδηγεί αυταπόδεικτα σε εύρημα εξαιρετικών περιστάσεων για να δικαιολογείται η έκδοση ενός διατάγματος αντεξέτασης. Βεβαίως από την νομολογία προκύπτει ότι το είδος αυτών των αντιφατικών ισχυρισμών εξετάζεται με αναφορά στο κατά πόσο είναι ουσιώδες να αποκρυσταλλωθούν αυτοί οι ισχυρισμοί ως γεγονότα για σκοπούς εξέτασης της κυρίως αίτησης. Το βάρος τώρα βρίσκεται στους ώμους της Αιτήτριας να παραθέσει τέτοιους λόγους, οι οποίοι να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για τα πιο πάνω ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης. Είναι ξεκάθαρο ότι η έγκριση αιτήματος για αντεξέταση επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Στο σημείο αυτό παραπέμπω και στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1660, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Εν' όψει της πιο πάνω θέσης της νομολογίας θεωρώ ότι η αίτηση για αντεξέταση ομνυόσαντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία αυτών των εξαιρετικών περιπτώσεων». Με βάση τα όσα τίθενται ανωτέρω προκύπτει ότι θα αποτελέσει επίδικο ζήτημα κατά την εξέταση της κυρίως αίτηση το κατά πόσο η περιουσία η οποία κατ' ισχυρισμό του αιτητή μεταβιβάστηκε στην καθ' ής η αίτηση αρ. 2 αποτελεί καταρχήν περιουσία η οποία άνηκε στην εναγόμενη ως ιδιοκτήτρια και κατά συνέπεια ανάλογα με την κατάληξη αυτή εάν η μεταβίβαση ήτο δόλια εν τη έννοια του σχετικού νόμου. Τα πιο πάνω βεβαίως θα εξεταστούν και κριθούν λαμβάνοντας υπόψη μου και το βάρος απόδειξης ως αυτό τίθεται με βάση την νομολογία επί του σχετικού νομικού ζητήματος. Περαιτέρω και επιπλέον επίδικο ζήτημα θα αποτελέσει το κατά πόσο η εκκαθάριση της εναγόμενης επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κυρίως αίτηση. Με βάση τα όσα τέθηκαν από πλευράς τόσο του αιτητή όσο και των καθ'ών η αίτηση παρατηρώ ότι υπάρχει διάσταση απόψεων και αντιφατικές θέσεις όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εν λόγω επιχείρησης. Η πλευρά των καθ'ών η αίτηση ισχυρίζεται ότι η εν λόγω επιχείρηση ουδέποτε άνηκε από άποψη ιδιοκτησίας στην εναγόμενη - καθ' ής η αίτηση 1 και προς τούτο παρουσιάζει έγγραφα ενώ αντίθετη είναι η πλευρά του αιτητή. Το ζήτημα αυτό καταλήγω ότι είναι ουσιώδους σημασίας για την εξέταση της κυρίως αίτησης καθότι ανάλογα με την περίπτωση θα κριθεί και το αποτέλεσμα της αίτησης. Εξετάζοντας τις πιο πάνω παραμέτρους με αναφορά στον ρόλο που αυτές ως θέματα θα εξεταστούν στα πλαίσια της κυρίως αίτησης καταλήγω ότι το αίτημα δύναται να πετύχει και η συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τα γεγονότα και τα θέματα που προκύπτουν δύναται να θεμελιώσει την έννοια της «εξαιρετικής περίπτωσης». Στην αγόρευση του ο συνήγορος των καθ'ών η αίτηση αναφέρει ότι τα γεγονότα που αναφέρει ο αιτητής προς στήριξη του αιτήματος του δεν αποδεικνύουν τις εξαιρετικές περιστάσεις για να εγκριθεί το αίτημα. Ουδεμία αναφορά όμως γίνεται στην αιτιολογία της θέσης αυτής με παραπομπή στην μαρτυρία. Από την άλλη ο ενάγων με την ένορκη του δήλωση αλλά και την αγόρευση της συνηγόρου του δίδει λεπτομέρειες και συγκεκριμένους λόγους γιατί το αίτημα δύναται να εγκριθεί με αναφορά στην ουσιαστική σημασία που έχει το ζήτημα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος για την κυρίως αίτηση. Πράγματι διαπιστώνω ότι μέσα από τα όσα τέθηκαν από πλευράς αιτητή προς στήριξη του αιτήματος του η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση ενδεχομένως να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ευρήματα σημαντικά για την τελική του κρίση επί της αίτησης. Εν κατακλείδι σημειώνω ότι με βάση την νομολογία επί των αιτήσεων με βάση το Κεφ.62 το βάρος απόδειξης ότι η μεταβίβαση δεν ήταν δόλια βρίσκεται στους ώμους του καθ' ού η αίτηση. Το μαχητό αυτό τεκμήριο ενεργοποιείται με δεδομένη την ύπαρξη ως βάσης γεγονότος της ιδιοκτησίας του περιουσίας από τον αιτητή. Αυτό το απαραίτητο υπόβαθρο στην παρούσα περίπτωση ελλείπει. Η διαπιστωθείσα αυτή κατάσταση επιβεβαιώνει την κατάληξη μου ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις εξαιρετικές περιπτώσεις που ενεργοποιούν την δυνατότητα να ασκήσω την διακριτική μου εξουσία και να εγκρίνω την αίτηση. Συνεπακόλουθα εκδίδεται διάταγμα ως η αίτηση ήτοι διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο ενόρκως δηλών στην ένσταση των καθ΄ών η αίτηση όπως εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου την ημερομηνία που ακολούθως θα ορίσω την αίτηση για ακρόαση και αντεξεταστεί επί των αναφορών του στην ένορκη δήλωση του ως αυτές συγκεκριμενοποιούνται επί της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ών η αίτηση, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα επίσης στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)..................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο