ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2844/2009, 5/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2844/2009 Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ εκ Λεμεσού Ενάγων Και
- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, εκ Λεμεσού
- ΙΩΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, εκ Λεμεσού Εναγόμενων Ημερομηνία: 5 Μαΐου, 2017 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Θεόδωρος Στυλιανού Για τους Εναγόμενους 1: κ. Ντίνος Μαστορούδης Για τον Εναγόμενο 2: κ. Φωτάκης Αποστολίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή ο Ενάγων Δημήτρης Παναγιώτου (στο εξής «ο Ενάγοντας»), κάτοικος Λεμεσού, ήταν ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου KST 016 μάρκας Mercedes SLS 350 αξίας €84.000,00 το οποίο και διέθετε προς πώληση. Οι Εναγόμενοι 1, είναι ο Οργανισμός Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, (στο εξής «οι Εναγόμενοι 1») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με τα κεντρικά γραφεία στην οδό Γλάδστωνος 97 Τ.Τ. 3032 Λεμεσού και διαθέτει υποκαταστήματα σε όλη την πόλη της Λεμεσού. Μεταξύ των υπαλλήλων των Εναγομένων 1, είναι και ο Εναγόμενος 2, ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήταν ανώτερος υπάλληλος των Εναγομένων
- Ο Εναγόμενος 2, Ιωάννης Ιωάννου (στο εξής «ο Εναγόμενος 2»), κατά πάντα ουσιώδη χρόνο διέμενε και διαμένει στην οδό Λήδας 2, Τ.Τ. 3051 Λεμεσός και ήτο ανώτερος υπάλληλος με διευθυντική θέση στην εργασία, εποπτεία, ευθύνη και σε υπαλληλική σχέση και εξάρτηση στους Εναγόμενους 1 και στο εξής θα αναφέρεται ως «ο Εναγόμενος 2». Με βάση τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ως αυτοί περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης, μεταξύ των πελατών των Εναγομένων 1 ήταν και είναι και ο Ενάγοντας ως και ο Γιώργος Χριστάκη Συμιλλίδη, ο οποίος διατηρούσε λογαριασμό στο Συνεργατικό Ίδρυμα των Εναγομένων 1, με αριθμό λογαριασμού 20030-40-17463-
- Αποτελεί θέση του Ενάγοντα, όπως αυτή προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης ότι: (α) Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2008, ο Ενάγοντας, λόγω του ότι ο Εναγόμενος 2 ενδιαφέρετο να αγοράσει το αυτοκίνητο του μάρκας Mercedes SLS 350, τον κάλεσε και τον συνάντησε στο οίκημα των Εναγομένων 1 και στο γραφείο του Εναγομένου 2 όπου ο Εναγόμενος 2 συμφώνησε με τον Ενάγοντα όπως αγοράσει το αυτοκίνητο του διά το ποσό των €84.000,
- (β) Επιπλέον ο Εναγόμενος 2, διά πράξεων συμπεριφοράς και άλλων ενεργειών, έπεισε τον Ενάγοντα, όπως του πωλήσει το επίδικο αυτοκίνητο, διά το αναφερόμενο ποσό των €84.000,00 και προς πληρωμή τούτου έδωσε οδηγίες και/ή συμφώνησε με τον Γιώργο Χριστάκη Συμιλλίδη, όπως εκδώσει 3 επιταγές από τον προαναφερθέντα λογαριασμό του, για αγορά και εξόφληση του επίδικου αυτοκινήτου, για λογαριασμό του Εναγομένου
- (γ) Οι επιταγές αυτές λόγω εξουσίας, ευθύνης και αρμοδιότητας που του παρείχαν οι Εναγόμενοι 1, ο Εναγόμενος 2 τις προσυπόγραψε για εξαργύρωση και βεβαίωση για την ύπαρξη διαθέσιμων κεφαλαίων στην ημερομηνία που αναφέρεται στις επιταγές ότι είχαν ή θα είχαν διαθέσιμα τα ποσά διά εξαργύρωση. (δ) Διά των πράξεων επίδειξης ευθύνης και εξουσίας του Εναγομένου 2 και σε πλήρη υπαλληλική εξάρτηση από τους Εναγομένους 1, υπό την καθολική ευθύνη των Εναγομένων 1, ο Ενάγοντας πείσθηκε, εξαπατήθηκε και παρέλαβε τις επιταγές που αναφέρονται πιο κάτω, πώλησε και παρέδωσε το επίδικο αυτοκίνητο στον Εναγόμενο
- (ε) Οι επιταγές που εξεδόθησαν από το λογαριασμό 20030-40-17463-5 του Ιδρύματος των Εναγομένων 1 στο όνομα του Γιώργου Συμιλλίδη για λογαριασμό του Εναγομένου 2, είναι οι πιο κάτω: Α) Επιταγή 09975824 ημερομηνίας 28/9/2008 διά το ποσόν €34.000,00 Β) Επιταγή 09975814 ημερομηνίας 30/9/2008 διά το ποσόν €25.000,00 Γ) Επιταγή 09975815 ημερομηνίας 30/10/2008 διά το ποσόν €25.000,00 Ισχυρίζεται δε ο Ενάγοντας ότι διά των πράξεων ενεργειών, συμπεριφοράς και αμέλειας του Εναγομένου 2 υπό την πλήρη ευθύνη των Εναγομένων 1, ως κυρίων και υπευθύνων για τις πράξεις ή παραλείψεις του Εναγομένου 2, που ήτο σε υπαλληλική σχέση και εξάρτηση μαζί τους, ο Ενάγοντας πώλησε και παρέδωσε το επίδικο αυτοκίνητο λαμβάνοντας τις προαναφερόμενες επιταγές. Το δε επίδικο αυτοκίνητο μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 2 ως απόλυτος ιδιοκτήτης. Αποτελεί δε περαιτέρω ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι οι προαναφερόμενες επιταγές παρουσιάστηκαν αρκετές φορές σε Τράπεζα ή Συνεργατικά Ιδρύματα και επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω μη ύπαρξης αναγκαίων διαθεσίμων κεφαλαίων και τελικώς στις 04/11/2008 ο λογαριασμός του Χριστάκη Συμιλλίδη παγοποιήθηκε και τοποθετήθηκε στο ΚΑΠ. Έκτοτε παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν να εξοφλήσουν ή να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους έναντι του Ενάγοντα. Μέχρι σήμερα κανένα ποσόν δεν έχουν πληρώσει. Με αποτέλεσμα διά των εκ καθήκοντος ενεργειών, πράξεων ή παραλείψεων του εργοδοτούμενου Εναγόμενου 2 και σε υπαλληλική σχέση και/ή εξάρτηση προς τους Εναγομένους 1, έχει επέλθει η ζημία στον Ενάγοντα ύψους €84.000,00 εντός του κύκλου εργασιών των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως. Ως εκ τούτου λοιπόν, ο Ενάγοντας αξιοί εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 κεχωρισμένως και ή αλληλεγγύως: Α. Ποσό εκ €84.000,00 το οποίο εξακολουθεί να οφείλεται και να είναι πληρωτέο από τον Εναγόμενο 2 και από τους Εναγόμενους 1 λόγω ευθύνης κυρίου για τις πράξεις ή και παραλείψει του υπαλλήλων των, Εναγόμενος 2 ο οποίος βρίσκετο σε πλήρη υπαλληλική εξάρτηση προς τους Εναγομένους 2 και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. Β. Διάταγμα Δικαστηρίου ακυρώνων την μεταβίβαση του αυτοκινήτου KST 016 μάρκας Mercedes SLS 350 στον Εναγόμενο 2 και επαναφοράς της ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου στον ενάγοντα ως απόλυτου ιδιοκτήτη. Γ. Τόκους προς 8% ετησίως επί του ποσού των €84.000,00 από 25/9/2008 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Δ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιαν υπό τις περιστάσεις. Ε. Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν καταχωρίσει ξεχωριστές υπερασπίσεις ενώ ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε και ανταπαίτηση. Στην υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι παραδέχονται ή αρνούνται τα ακόλουθα: Οι Εναγόμενοι 1 καταρχήν εγείρουν προδικαστική ένσταση και είναι η θέση τους, ότι δεν αποκαλύπτεται καμιά βάση αγωγής του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων 1 και κατά συνέπεια αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Οι Εναγόμενοι 1 παραδέχονται:
(1)Ότι είναι ο Οργανισμός Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού με τα κεντρικά τους γραφεία στην οδό Γλάδστωνος 97 στην Λεμεσό και διαθέτουν υποκαταστήματα σε όλη την πόλη της Λεμεσού και ότι ο Εναγόμενος 2 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή ήταν υπάλληλος των Εναγομένων 1.
(2)Ότι ο Γιώργος Χριστάκη Συμιλλίδη διατηρούσε λογαριασμό στους Εναγόμενους 1.
(3)Ότι ο Ενάγοντας απέστειλε επιστολή, μέσω του δικηγόρου του, στον Πρόεδρο της Επιτροπής Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, με την οποία τους ζήτησε όπως αναλάβουν τις ευθύνες και αποζημιώσουν τον Ενάγοντα με τους τελευταίους να αρνούνται την οποιαδήποτε ανάληψη ευθύνης. Οι εναγόμενοι 1 αρνούνται κατηγορηματικά:
(1)Ότι, ο Ενάγοντας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή διατηρούσε λογαριασμό στο πιστωτικό ίδρυμα.
(2)Ότι, οι όποιες ενέργειες τυχόν ήθελαν αποδειχθούν, έγιναν αποκλειστικά και μόνο με την προσωπική και ατομική του ιδιότητα και ως εκ τούτου σε καμία περίπτωση δεν δημιουργεί οποιαδήποτε ευθύνη των Εναγομένων 1.
(3)Ότι, οι όποιοι ισχυρισμοί οι οποίοι προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης δεν θεμελιώνουν κανένα αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων 1 και ως εκ τούτου αυτοί θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι. Ο Εναγόμενος 2 στην Έκθεση Υπεράσπισης του, παραδέχεται μόνο ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή υπήρξε υπάλληλος των Εναγομένων 1 και συγκεκριμένα διευθυντής Τραπεζικών Υπηρεσιών των Εναγομένων
- Αρνείται δε κατηγορηματικά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς, οι οποίοι περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης. Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος 2 προβάλλει προδικαστική ένσταση ότι δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε αιτία αγωγής αλλά και οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ του Ενάγοντα και του ιδίου και ως εκ τούτου ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον του. Επαναλαμβάνει δε διαρκώς και αρνείται ότι ο ίδιος υπέγραψε τις επίδικες επιταγές για επιβεβαίωση, προς τον Ενάγοντα, ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός από τον οποίο εκδόθηκαν, θα είχε διαθέσιμα κεφάλαια για την εξαργύρωση τους. Επαναλαμβάνει δε, ότι ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε συμβλήθηκε με τον Ενάγοντα, αλλά με τον Γιώργο Χριστάκη Συμιλλίδη, ο οποίος ήταν έμπορος και μεταπωλητής μεταχειρισμένων αυτοκινήτων στην Λεμεσό, με τον οποίο και συμφώνησε όπως αγοράσει το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KST 016 Mercedes με εμπορική επωνυμία SLS 350 στην τιμή των €52.966, τιμή την οποία ξεπλήρωσε προς τον ίδιο γι΄αυτό και το όχημα ενεγράφη στο όνομα του στις 11.9.08 στο μητρώο του Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων και εκδόθηκε Πιστοποιητικό Εγγραφής Μηχανοκινήτου Οχήματος με αρ. 1695003 ημερ. 11.9.
- Επαναλαμβάνει δε στην υπεράσπιση του, ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί γιατί: (α) δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής εναντίον του, (β) δεν υπάρχει έγκυρη κατά νόμο σύμβαση μεταξύ του Ενάγοντα και του ιδίου, (γ) οι αξιούμενες θεραπείες δεν μπορούν να παρασχεθούν από το Δικαστήριο (δ) εγείρεται εναντίον λανθασμένων προσώπων, (ε) είναι ασήμαντη και ενοχλητική, (στ) συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας των Δικαστηρίων (an abuse of the process of court) (ζ) είναι αβάσιμη και ενοχλητική. Προβάλλει δε την ανταπαίτηση του και αξιώνει από τον Ενάγοντα: (α) Αναγνωριστικό διάταγμα, ότι η πώληση και μεταβίβαση του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής KST 016 Mercedes SLS350, έγινε νομότυπα και έγκυρα. (β) Αναγνωριστικό διάταγμα, ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας, τον οποίο εξέδωσε ο Έφορος Μηχανοκινήτων Οχημάτων με αριθμό 1695003 ημερομηνίας 11/9/2008 είναι καθόλα νόμιμος και το περιεχόμενο του ορθό και αληθινό. (γ) Αναγνωριστικό διάταγμα και/ή δήλωση και/ή απόφαση ότι δεν οφείλει κανένα χρηματικό ποσό προς τον Ενάγοντα ένεκα της πώλησης και μεταβίβασης του εν λόγω αυτοκινήτου στον Εναγόμενο αρ.
- (δ) Τα έξοδα της ανταπαίτησης πλέον ΦΠΑ. Η πλευρά του Ενάγοντα για να αποδείξει την υπόθεση της, παρουσίασε 2 μάρτυρες, τον ενάγοντα Δημήτρη Παναγιώτου (ΜΕ1) και τον γιο του Chris Παναγιώτου (ΜΕ2), ενώ οι Εναγόμενοι παρουσίασαν, ο μεν Εναγόμενος 1 την Κλεονίκη Σολωμού (ΜΥ1), ενώ η πλευρά του Εναγομένου 2 παρουσίασε τον Ιωάννη Ιωάννου (ΜΥ2) και την Βαθούλα Δημητριάδου (ΜΥ3). Περίληψη μαρτυρίας Ο ΜΕ1, Δημήτρης Παναγιώτου, Ενάγοντας κατέθεσε την γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 1). Ο μάρτυρας σε συντομία ανέφερε ότι ασκεί το επάγγελμα του εκτελωνιστή και είναι ο Ενάγων στην παρούσα αγωγή, υιοθέτησε δε πλήρως την Έκθεση Απαίτησης και δήλωσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή, ήτο ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου KST 016 μάρκας Mercedes SLS 350 αξίας €84,000.00 το οποίο διέθετε προς πώληση.(τεκμήριο 2) Ήταν η θέση του ότι μεταξύ των πελατών των Εναγομένων 1 ήταν και είναι και αυτός και η εταιρεία του, η εταιρεία του με αριθμό λογαριασμού 20030-40-22466-2 και ο ίδιος με προσωπικό λογαριασμό με αριθμό 20030-40-019889-2 ως και ο Γιώργος Χριστάκη Συμιλλίδη ο οποίος διατηρούσε λογαριασμό στο Συνεργατικό Ίδρυμα των Εναγομένων 1 με αριθμό λογαριασμού 20030-4-17463-
- Ήταν η θέση του, ότι περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2008, λόγω του ότι ο Εναγόμενος 2, ενδιαφέρετο να αγοράσει το αυτοκίνητό του, τον κάλεσε και συναντήθηκαν, ακόμη μια φορά μαζί, στο Οίκημα των Εναγομένων 1, στο γραφείο του Εναγομένου 2 που του διέθεταν οι Εναγομένοι 1, όπου ο Εναγόμενος 2 συμφώνησε μαζί του όπως αγοράσει το αυτοκίνητό του, για το ποσόν των €84.000,
- Σ΄ αυτήν την συνάντηση παρευρίσκετο και ο γιός του Chris Παναγιώτου αλλά και ο κ. Γιώργος Συμιλλίδης και δια πράξεων συμπεριφοράς και για άλλων ενεργειών του, τον έπεισε όπως πωλήσει στον ίδιο το επίδικο αυτοκίνητο για το ποσό των €84.000,00 και προς πληρωμή έδωσε οδηγίες και/ή συμφώνησε με τον Γιώργο Χριστάκη Συμιλλίδη, όπως ο τελευταίος εκδώσει 3 επιταγές από τον προαναφερθέντα λογαριασμό του, στο όνομα του ενάγοντα, τις μονόγραψε ο Εναγόμενος 2, στην παρουσία του, για την αγορά και την εξόφληση της πώλησης του επίδικου αυτοκίνητου του για λογαριασμό του Εναγομένου
- Για την δική του ασφάλεια, τον βεβαίωνε ότι με την μονογραφή του, ήταν ασφαλής η εξαργύρωση τους και θα έπαιρνε τα χρήματά του, για την πώληση του αυτοκινήτου του. Εν τέλει ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι προαναφερόμενες επιταγές παρουσιάστηκαν αρκετές φορές στην Τράπεζα ή σε Συνεργατικά Ιδρύματα και αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες λόγο μη ύπαρξης των αναγκαίων διαθέσιμων κεφαλαίων και τελικώς στις 04.11.2008 ο λογαριασμός του Χριστάκη Συμιλλίδη παγοποιήθηκε και τοποθετήθηκε στο Κ.Α.Π, παρά την κατηγορηματική βεβαίωση και υπόσχεσης του Εναγομένου 2, ότι με την μονογραφή του οι επιταγές θα εξαργυρώνονταν σίγουρα από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού που είναι οι εναγόμενοι
- Κατόπιν αυτού, επανέλαβε ότι ο ίδιος έμεινε απλήρωτος και το αυτοκίνητό του μεταβιβάστηκε παράνομα στον Εναγόμενο 2, ο οποίος δια των πράξεων, ενεργειών και/ή συμπεριφοράς του έχει αδικαιολόγητα πλουτίσει κατά €84,000,00, εξασφαλίζοντας το αυτοκίνητό του χωρίς να τον πληρώσει. Στη συνέχεια ο ίδιος όπως ανέφερε, στις 29.04.2009 δια διπλοσυστημένης επιστολής του δικηγόρου του προς τον κ. Λώρη Λυσιώτη Πρόεδρο Επιτροπής Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού και τον Διευθυντή Συνεργατικού Ιδρύματος, τους καλούσε όπως αναλάβουν τις ευθύνες τους και τον αποζημιώσουν, ως έχοντες την πλήρη ευθύνη για τις πράξεις ή παραλείψεις του υπαλλήλου τους Εναγομένου 2, ο οποίος ευρίσκετο σε πλήρη υπαλληλική σχέση έναντι των, κατά την εκτέλεση καθηκόντων και/ή ενεργειών του με τους Εναγομένους 1.(τεκμήριο 7). Ο Ενάγοντας λόγω ακριβώς τις επανειλημμένες εκκλήσεις του, και της άρνησης τους να εξοφλήσουν ή να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 έναντι του, του έχει προκληθεί ζημία ύψους €84.000,
- Αρνήθηκε κατηγορηματικά το περιεχόμενο των εκθέσεων υπερασπίσεως των Εναγομένων 1 και 2 και ισχυρίζεται ότι αυτές δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια σε όσα σημεία αντικρούονται στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και σε όσα καταθέτει, δηλώνει δε ότι η πραγματική αλήθεια είναι αυτά που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης του και αυτά που καταθέτει στο Δικαστήριο. Αναφέρει περαιτέρω ότι κατά τον Νοέμβριο του 2008, όταν επεστράφησαν όλες οι ανωτέρω επιταγές απλήρωτες, κατήγγειλε το γεγονός αυτό στον κο Νέαρχο Ιωάννου, διευθυντή των Εναγομένων
- Ο κος Ιωάννου κάλεσε στο γραφείο του, τον Εναγόμενο 2, ο οποίος συμφώνησε να του επιστρέψει το επίδικο αυτοκίνητο και ο ίδιος τις σχετικές επιταγές. Ο Εναγόμενος 2 όπως ανέφερε ο ίδιος, επέστρεψε το όχημα κτυπημένο και συμφώνησαν εκ νέου, όπως αυτό διορθωθεί και παραδοθεί σε αυτόν το συντομότερο. Αντί αυτού σε λίγες μέρες το πώλησε στον Χατζημιτσή. Αυτή ήταν, κατά τον μάρτυρα, η αιτία να τον καταγγείλει στους Εναγομένους 1, οι οποίοι όρισαν ανακριτή για διερεύνηση πειθαρχικής υπόθεσης εναντίον του και πειθαρχικό δικαστήριο εναντίον του Εναγομένου 2, στις 08.04.
- Ο Εναγόμενος 2, βρέθηκε ένοχος και του επεβλήθη η ποινή της απόλυσης, από το πειθαρχικό δικαστήριο. Επανέλαβε ότι εξακολουθεί να απαιτεί το ποσό των €84.000,00, το οποίο του οφείλεται από τους Εναγόμενους 1 και
- Ο Ενάγοντας απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων 1 και 2 οι οποίοι που αρνούνται τις καθαρές, νομικές και συμβατικές ευθύνες των και επαναλαμβάνει ότι η πραγματική αλήθεια είναι αυτή που κατέθεσε. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε επί μακρόν από τους δύο συνηγόρους. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας τελικά μείωσε το ποσό της απαίτησης του από €84.000,00 σε €54.000,00, αφού ο ίδιος έλαβε από το Συμιλλίδη και από τον Χατζημιτσή, ο οποίος πώλησε εν τέλει το αυτοκίνητο, το ποσό των €30.000,
- Αντεξετάστηκε δε και για τη μαρτυρία την οποία ο ίδιος έδωσε ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου, το οποίο συστάθηκε εναντίον του Εναγομένου 2, καθώς επίσης και για το πώς τελικά έλαβε ο ίδιος τις 3 επιταγές ως επίσης και για το γεγονός αν ο Εναγόμενος 2 τελικά μονόγραψε τις επιταγές ή όχι. Περαιτέρω ανάλυση της μαρτυρίας του ΜΕ1 θα προβώ εκεί που θεωρώ κρίσιμο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ως ΜΕ2 προσήλθε ο Chris Παναγιώτου (ΜΕ2), ο οποίος είναι γιος του Ενάγοντα (ΜΕ1). Ο μάρτυρας αυτός στην κυρίως εξέταση επαληθεύει το γεγονός της πώλησης του επίδικου αυτοκινήτου στον Εναγόμενο 2, στα γραφεία του, εντός του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, που είναι οι Εναγόμενοι 1, την μονογραφή των επιταγών τεκμ. 4, 5 και 6 καθώς και τις οδηγίες που έδωσε στον Συμιλλίδη για έκδοση των μεταχρονολογημένων αυτών επιταγών. Ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε από τους δικηγόρους των Εναγομένων 1 και 2 και επίσης αντιπαρέβαλαν την κατάθεση του με την θέση την οποία προέβαλε στο Δικαστήριο ο ΜΕ
- Σχετική ανάλυση θα προβώ κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στη συνέχεια κάλεσαν τρεις μάρτυρες υπεράσπισης. Οι Εναγόμενοι 1 κάλεσαν την κα Κλεονίκη Σολωμού (ΜΥ1). Η κα Κλεονίκη Σολωμού (ΜΥ1), κατέθεσε την γραπτή της δήλωση (τεκμήριο 13) και έδωσε μαρτυρία, για να τεκμηριώσει την υπεράσπιση των Εναγομένων
- Κατέθεσε για τους λογαριασμούς που είχε ο Ενάγοντας, τεκμήρια 14 και
- Ανέφερε ότι ο Ενάγοντας έγινε πελάτης με προσωπικό του λογαριασμό στις 15/1/2009 και για την εταιρεία του Δ & Κ Παναγιώτου Λτδ, στις 19/9/
- Η πλευρά του Εναγομένου 2, κάλεσε 2 μάρτυρες, τον Εναγόμενο 2 Ιωάννη Ιωάννου (ΜΥ2) και την ΜΥ3 Βαθούλα Δημητριάδου. Ο Εναγόμενος 2, Ιωάννης Ιωάννου (ΜΥ2), κατέθεσε την γραπτή δήλωση του, ως τεκμήριο 16, και προέβη και σε προφορική μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέταση του και σε ερώτηση του δικηγόρου του, πότε είδε για πρώτη φορά τις επίδικες επιταγές, τεκμήρια 4, 5 και 6, απάντησε, ότι τις έχει δει κατά την διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας και ότι οι μονογραφές σε αυτές καμία σχέση δεν έχουν μαζί του. Ο Εναγόμενος 2 ανέφερε αναλυτικά τον τρόπο, τις συναντήσεις και τις συζητήσεις που είχαν με τον Συμιλλίδη και οι οποίες είχαν σκοπό την αγοραπωλησία του συγκεκριμένου οχήματος. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε επί μακρόν από τον κ. Στυλιανού, αλλά ουσιαστικά ο ίδιος επαναλάμβανε τα ίδια γεγονότα. Ως ΜΥ3 κλήθηκε η Βαθούλα Δημητριάδου, η οποία κλήθηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης από τον Εναγόμενο
- Κατέθεσε την γραπτή της δήλωση, ως τεκμήριο 22, και κατέθεσε ότι είναι υπάλληλος των Εναγομένων 1, και ότι είναι εξουσιοδοτημένη από αυτούς να προβεί στην ένορκη αυτή μαρτυρία της εκ μέρους των Εναγομένων
- Ήταν η θέση του κ. Στυλιανού ότι η μαρτυρία της αυτή δεν πρέπει να γίνει δεχτή από το Δικαστήριο καθότι ήθελε να μαρτυρήσει, ως σαν να καταθέτει για τους Εναγόμενους 1, οι οποίοι είχαν ήδη κλείσει την υπόθεσή τους, ενώ η ίδια παρουσιάστηκε σαν μάρτυρας για την υπεράσπιση του Εναγόμενου
- Η ΜΥ3, κατέθεσε τα τεκμήρια 23 μέχρι 31, που αφορούν φωτοτυπίες σκαναρισμένων επιταγών των τεκμήριων 4, 5 και
- Κατέθεσε ότι τα σκαναρίσματα αυτά γίνονταν από αυτή είτε στα γραφεία τους στην Λεμεσό, είτε από την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα στην Λευκωσία και ως εκ τούτου δεν γνωρίζει ποίος και πως έγιναν τα τεκμήρια με αριθ. 23 μέχρι 31 που κατέθεσε. Ήταν όμως η θέση της ότι αυτά τα έγγραφα σκανάρονται αμέσως με την παρουσίαση τους στην Τράπεζα. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε, και της υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 4, 5 και 6 και ειδικά τα γράμματα που υπάρχουν στο αριστερό μέρος των τεκμηρίων όπου γράφει επί λέξει «ΧΑΡΤΟΣΗΜΟ ΠΛΗΡΩΜΕΝΟ/Stamp Duty Paid» και κάτω αριστερά κάτω από την μονογραφή όπου γράφει επί λέξει «COMULTI TI PRINTFORMS LTD» τα διάβασε και τα αναγνώρισε και της ζητήθηκε να υποδείξει τα όσα αναγράφονται επί των τεκμηρίων 23 μέχρι 31, εφόσον είναι πιστή αντιγραφή των τεκμηρίων αυτών. Η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν βρήκε τα πιο πάνω αναφερόμενα γράμματα σε κανένα από αυτά τα τεκμήρια και ανέφερε ότι εάν υπήρχαν, θα σκανάρονταν και θα φαίνονταν, εφόσον όλα τα άλλα υπάρχουν. Θεωρεί τα δικά της ως τα ορθά γιατί ακριβώς αυτά σκανάρονται κατά την κατάθεση των επιταγών στην Τράπεζα. Αξιολόγησης μαρτυρίας Θα αρχίσω την αξιολόγηση της μαρτυρίας με την μαρτυρία των Μαρτύρων Υπεράσπισης 1 και
- Η ΜΥ1 Κλεονίκη Σολωμού, ήταν τυπική μάρτυρας, σύντομη και περιεκτική. Η μαρτυρία της περιορίζεται στον έλεγχο τον οποίο έκανε η ίδια σε σχέση με το πότε ο Ενάγοντας και η εταιρεία του έγιναν πελάτες των Εναγομένων
- Ήταν η θέση της η οποία δεν κλονίστηκε, εν τέλει, ότι ο Ενάγοντας απέκτησε προσωπικό λογαριασμό στις 15/1/2008 και της εταιρείας του Δ&Κ Παναγιώτου Λτδ στις 19/9/
- Αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της. Η ΜΥ3 Βαθούλλα Δημητριάδου και πάλι ήταν τυπική μάρτυρας. Καθήκον της ο έλεγχος και το σκανάρισμα των επιταγών, οι οποίες κατατίθοντο στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού. Ήταν η θέση της ότι όλες οι επιταγές σκανάρονται και παραμένουν για φύλαξη στο γραφείο του ιδρύματος, γι΄αυτό και η ίδια τα κατέθεσε ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω και να αναφέρω ότι δεν μπορεί η μαρτυρία αυτή της μάρτυρος να μην ληφθεί υπόψη για τους εξής λόγους: Ο κ. Στυλιανού ανέφερε ότι η ΜΥ3 δεν καταθέτει για τους Εναγόμενους 1, αφού αυτοί έχουν κλείσει την υπόθεση τους αλλά για τον Εναγόμενο
- Η μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου πράγματι ανέφερε ότι δίνει μαρτυρία για τους Εναγόμενους 1, ότι είναι υπάλληλος των Εναγομένων 1 και δίνει μαρτυρία γι΄αυτούς. Στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί ισχυρή υπεράσπιση του Εναγομένου 2, ότι ο ίδιος ουδέποτε μονόγραψε τις εν λόγω επιταγές και ότι αυτό μπορεί να αποδειχθεί μόνο με τη μαρτυρία κάποιου από τους υπαλλήλους των Εναγομένων
- Άρα λοιπόν, θεωρώ, ότι απόσειση της Υπεράσπισης του Εναγομένου 2, θα μπορούσε να γίνει μόνο με αυτό τον τρόπο. Ως εκ τούτου δέχομαι και την παρουσία της στο Δικαστήριο, αλλά και τη μαρτυρία της, γιατί δεν υπέπεσε σε καμία αντίφαση. Φάνηκε από τις απαντήσεις της και από τα όσα η ίδια κατέθεσε, ότι ο μοναδικός σκοπός της παρουσίας της ήταν να πει την αλήθεια. Η μαρτυρία της ήταν σαφής, ειλικρινής και χωρίς οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Αποδέχομαι λοιπόν την μαρτυρία της στο σύνολο της. Ο ΜΥ2 Ιωάννης Ιωάννου, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και παρόλη την αντεξέταση που υπέστη δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις σε βαθμό που να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Ο μάρτυρας επανέλαβε πολλές φορές τον τρόπο με τον οποίο εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα τα οποία αφορούσαν τα επίδικα θέματα. Πολύ δε περιεκτικά ανέφερε καταλήγοντας ο μάρτυρας ότι: (α) Δεν αγόρασε το εν λόγω όχημα από τον Ενάγοντα, αλλά από τον Γεώργιο Χριστάκη Συμιλλίδη. (β) Ουδέποτε έγινε η συνάντηση στο γραφείο του στο οίκημα των Εναγομένων
- (γ) Ουδέποτε ο Εναγόμενος 2 μονόγραψε και/ή προσυπόγραψε τις επιταγές που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 4, 5 και
- Αποδέχομαι λοιπόν τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι παρόλο που τέθηκε πολλές φορές και ποικιλοτρόπως και καμιά φορά με φανερά αλλότριους σκοπούς ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι ο Εναγόμενος 2 παύθηκε από την εργασία του, εντούτοις θα πρέπει να αναφέρω ότι δεν είναι επίδικο θέμα και δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Ο ΜΕ1, Δημήτρης Παναγιώτου, Ενάγοντας στην παρούσα αγωγή, δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Από την εικόνα του ως μάρτυρας και με τον τρόπο που έδιδε τις απαντήσεις του έδειχνε ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Εξού και στην αντεξέταση του από τους δύο συνηγόρους υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων. Σε σχέση με την αξίωση που έχει από τους Εναγομένους 1 και 2, αντεξεταζόμενος ο Ενάγοντας από τον κ. Μαστορούδη, παραδέχθηκε ότι έλαβε έναντι της αξίας του αυτοκινήτου από τον Yiannos Hatzimitsis Motors Limited (στην εταιρεία στην οποία κατέληξε τελικά το υπό αναφορά όχημα) δύο
(2)επιταγές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου για το ποσό των €11.000,00 εκάστη ήτοι σύνολο €22.000,00 και όταν ρωτήθηκε γιατί δεν αφαίρεσε το ποσό αυτό από την απαίτηση του η απάντηση του ήταν:«ξέχασα να το αναφέρω στον Δικηγόρο μου». Δηλαδή ο Ενάγοντας ξέχασε να αναφέρει στον δικηγόρο του, τόσο κατά τη σύνταξη της αγωγής, όσο και κατά την σύνταξη της γραπτής δήλωσης του αυτό το σημαντικό γεγονός. Αυτό καταδεικνύει ότι αυτός ο μάρτυρας ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια για να πει την αλήθεια; Θεωρώ πως όχι. Ο Ενάγων στην γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 01/12/2008 (τεκμήριο 9) ανέφερε ότι δεν θα υπέγραφε οποιαδήποτε μεταβίβαση του οχήματος αν δεν εξοφλείτο το τίμημα πώλησης του. Επίσης ανέφερε ότι ουδέποτε υπέγραψε έντυπο μεταβίβασης του οχήματος του. Όταν περιήλθε στην αντίληψη του ότι το αυτοκίνητο είχε μεταβιβαστεί επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 2 παράνομα, όπως αναφέρει στην παράγραφο 9 της Γραπτής του Κατάθεσης, δεν προέβη σε καμία ενέργεια, πράγμα καθόλου λογικό για ένα όχημα αξίας €84.000,
- Όπως και δεν είναι λογικό να μην διεκδικήσει την είσπραξη των επιταγών τεκμήρια 4, 5, και 6 από τον εκδότη τους Γεώργιο Χρ. Συμιλλίδη, είτε με αστική είτε με ποινική διαδικασία. Μήπως δεν το έπραξε αυτό γνωρίζοντας ότι ήταν αδύνατη η είσπραξη του εν λόγω ποσού από τον εκδότη τους, το όνομα του οποίου είχε τοποθετηθεί στο κεντρικό αρχείο πληροφορίων (ΚΑΠ) που σήμαινε ότι δεν μπορούσε πλέον το εν λόγω πρόσωπο να κατέχει ή να εκδίδει επιταγές; Κατά την αντεξέταση παρουσιάστηκαν από τον δικηγόρο των Εναγομένων 1 και κατατέθηκαν σαν Τεκμήρια η κατάθεση του Ενάγοντα ημερομηνίας 01/12/2008 Τεκμήριο 9, η δεύτερη κατάθεση του Δημήτρη Παναγιώτου ημερομηνίας 12/1/2009 Τεκμήριο 10 και το Τεκμήριο 14 ήτοι η κάρτα πελάτη που κατέθεσε η ΜΥ1 Κλεονίκη Σολωμού. Έρχομαι λοιπόν στο Τεκμήριο 7, το οποίο χρήζει σχολιασμού, παρόλο που αυτό ανέγραφε τη φράση «Άνευ Βλάβης». Σίγουρα εάν η πλευρά του Εναγόμενου 2 προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει την επιστολή αυτή μόνη της θα απαιτείτο η συναίνεση και η συγκατάθεση του Ενάγοντα ή του Δικηγόρου του. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η επιστολή αυτή δικογραφήθηκε στην Έκθεση Απαίτησης της Αγωγής, αναφέρθηκε στην Γραπτή Κατάθεση του Ενάγοντα (τεκμήριο 1) και κατατέθηκε από τον ίδιο τον Ενάγοντα δηλαδή με την συγκατάθεση του ιδίου ως Τεκμήριο 7 και ως εκ τούτου έχει χάσει το προνόμιο του «Άνευ Βλάβης» και το περιεχόμενο της επιστολής μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Στην παράγραφο 1 της εν λόγω επιστολής ο δικηγόρος του Ενάγοντα αναφέρει τα εξής: «Ο πελάτης μας περί τα μέσα του Σεπτέμβρη του 2008 επισκέφθηκε στα γραφεία σας τον κύριο Γιαννάκη Ιωάννου Διευθυντή του Ταμιευτηρίου όπου στην παρουσία του, συνεφωνήθει με τον Γιώργο Χριστάκη Συμιλλίδη όπως ο πελάτης μας πωλήσει στον κύριο Συμιλλίδη το πιο πάνω αυτοκίνητο (KST 016 μάρκας Mercedes SLS 350) για το ποσό των €84.000,
- Το αυτοκίνητο αυτό θα αγόραζε από τον κύριο Συμιλλίδη ο διευθυντής σας κύριος Ιωάννου.» Είναι φανερό ότι με το Τεκμήριο αυτό επιβεβαιώνεται πλήρως η μαρτυρία του Εναγομένου 2 ότι το πιο πάνω όχημα το αγόρασε από τον Γιώργο Χριστάκη Συμιλλίδη και όχι από τον Ενάγοντα. Με την αποδοχή της πιο πάνω θέσης είναι φανερό ότι ο Ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα. Ο Ενάγοντας με την παράγραφο 5 της Γραπτής κατάθεσης τοποθετεί τον χώρο επίτευξης της συμφωνίας πώλησης του αυτοκινήτου την έκδοση των τριών επιταγών τεκμήρια 4, 5 και 6 και την μονογραφή των, στο γραφείο του Εναγομένου 2 στο οίκημα των Εναγομένων
- Στο τεκμήριο 9 αναφέρονται τα εξής: « . εντός Σεπτεμβρίου 2008 βρεθήκαμε στο γραφείο του Γιώργου Συμιλλίδη, μαζί με τον Γιαννάκη Ιωάννου και τον Συμιλλίδη και παρόντες ήταν επίσης ο γιός μου Chris Παναγιώτου και ο Μιχάλης ο αστυνομικός. Ο Γιαννάκης μου είπε ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει το Mercedes CLS 350 με αριθμό εγγραφής KST 016 το οποίο είχα εγώ. Την ίδια μέρα το απόγευμα γύρω στις 3:30 μ.μ. με επισκέφτηκε στο γραφείο μου ο Γιώργος Συμιλλίδης με το βιβλιάριο επιταγών του. Μιλούσε με τον Γιαννάκη στο τηλέφωνο, ο οποίος του υποδείκνυε τις ημερομηνίες για να εκδώσει τις επιταγές για την αγορά του αυτοκινήτου. Εκδόθηκαν τρεις επιταγές ύψους €85.000.» Είναι φανερό ότι στην κατάθεση του ημερομηνίας 01/12/2008 που δόθηκε στην Μαρία Θεοδώρου ερευνώντα λειτουργό του Ταμιευτηρίου σε πειθαρχική διαδικασία εναντίον του Εναγόμενου 2, ο Ενάγων τοποθετεί την όλη διαδικασία πώλησης του οχήματος, όχι στο γραφείο του Εναγόμενου 2, αλλά στα γραφεία του Γιώργου Συμιλλίδη. Περαιτέρω ο Ενάγοντας στην εν λόγω κατάθεση του, δεν αναφέρει πουθενά περί μονογραφής των επιταγών από τον Εναγόμενο 2 αλλά μόνο για διαβεβαίωση του Εναγομένου 2 και αναφέρει επί λέξει τα εξής: «Την ίδια ώρα μίλησα στο τηλέφωνο με τον Γιαννάκη ο οποίος με διαβεβαίωσε ότι οι 3 επιταγές θα περνούσαν σίγουρα και εγώ του είπα ότι αν δεν περάσουν οι επιταγές του Συμιλλίδη για την αξία του αυτοκινήτου τότε δεν θα υπογράψω μεταβίβαση του αυτοκινήτου.» Αντιπαραβάλλεται και ενισχύεται παράλληλα και ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 ότι ουδέποτε μονόγραψε τις εν λόγω επιταγές. Είναι επίσης φανερό ότι στην κατάθεση του ο Ενάγοντας αναφέρει περί διαβεβαίωσης και μάλιστα προφορικής, «διά μέσου τηλεφώνου» και ότι οι τρεις επιταγές θα περνούσαν και δεν αναφέρει οτιδήποτε για μονογραφή. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 ότι αγόρασε το αυτοκίνητο από τον Συμιλλίδη ενισχύεται και από το Τεκμήριο 10 το οποίο αναφέρει επί λέξει τα εξής: «. Μετά που πληροφορήθηκα τον ισχυρισμό του Γιαννάκη ότι αγόρασε το αυτοκίνητο από τον Συμιλλίδη για £25.000,00, ρώτησα τον Συμιλλίδη γιατί είσπραξε πιο λίγα από όσα έδωσε για το αυτοκίνητο αυτό από τον Γιαννάκη και αυτός μου είπε ότι ο Γιαννάκης θα τον βοηθούσε να αγόραζε ένα σπίτι από τον Πετεβίνο με χρηματοδότηση του Συνεργατικού το οποίο θα υπερεκτιμούσε και με την έξτρα χρηματοδότηση θα έφερνε αυτοκίνητα και από αυτά θα κέρδιζε περισσότερα.» Όσον αφορά τα Τεκμήρια 4, 5 και 6 τα οποία αφορούν τις επίδικες επιταγές παρατηρώ ότι ενισχύεται ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 ότι δεν μονόγραψε τις εν λόγω επιταγές και θεωρώ σαν περαιτέρω ενίσχυση του εν λόγω ισχυρισμού, την μαρτυρία που δόθηκε από την ΜΥ3 Βαθούλα Δημητριάδου, η οποία παρουσίασε και κατάθεσε ως Τεκμήρια 23 μέχρι και 31 τις πιο πάνω αναφερόμενες επιταγές. Οι εν λόγω επιταγές κατά τον χρόνο κατάθεσης τους σαρώθηκαν (scanned) και δεν φαίνεται σε αυτές οποιαδήποτε μονογραφή. Ο Ενάγοντας στην παράγραφο 14 της Γραπτής Κατάθεσης του Τεκμήριο 1 αναφέρει «Μεταξύ των πελατών των Εναγόμενων 1 ήμουν και είμαι και εγώ και η εταιρεία μου με αριθμό λογαριασμού της εταιρείας μου 20030-40-22466-2 και ο δικός μου αριθμός λογαριασμού 20030-40-019889-2». Πρόθεση του και αυτό προέκυψε από την αντεξέταση, ήταν να παρουσιάσει σαν γεγονός ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήταν πελάτης των Εναγομένων 1, με τους συγκεκριμένους λογαριασμούς, θέτοντας ο ίδιος αυτούς τους συγκεκριμένους λογαριασμούς ότι είχε στο συγκεκριμένο ίδρυμα. Ο Ενάγοντας δεν αποδέχτηκε κατά την αντεξέταση του ότι δεν ήταν πελάτης του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και ότι έγινε πελάτης για μεν τον προσωπικό του λογαριασμό του στις 15/01/2009 και για δεν για την Εταιρεία του Δ & Κ Παναγιώτου Λτδ στις 19/09/
- Το Δικαστήριο όμως ήδη έκανε δεχτή σαν αξιόπιστη και αληθινή τη μαρτυρία της ΜΥ1 Κλεονίκης Σολωμού, η οποία κατέθεσε προς απόδειξη των λεγομένων της τα Τεκμήρια 14 και 15 και η οποία έδωσε κατά την κρίση μου μια σαφή και αληθινή μαρτυρία η οποία σε κανένα στάδιο δεν κλονίστηκε. Η θέση και πάλι του μάρτυρα αντικρούεται και καταρρίπτεται και σε αυτό το θέμα. Ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι οι επίδικες επιταγές συνδέονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με την αγορά του αυτοκινήτου και με την παρούσα αγωγή, έρχεται να ενισχυθεί με το Τεκμήριο 10 (άρθρο 30
(1)του περί Αποδείξεων Νόμου Κεφ. 9 όπου αναφέρεται ότι «προηγούμενη δήλωση μάρτυρα εκτός Δικαστηρίου είναι αποδεκτή προς απόδειξη της αλήθειας αυτού που δηλώθηκε», αφού στο Τεκμήριο αυτό ο ίδιος ο Ενάγων αναφέρει τα ακόλουθα: « . Από το 2007 που γνώρισα τον Γιαννάκη επικοινωνούσα μαζί του τηλεφωνικώς για διάφορες επιταγές που έπαιρνα από τον Συμιλλίδη κατά καιρούς για εκτελώνιση αυτοκινήτων και μου επιβεβαίωνε ότι ήταν εντάξει. Μετά που πληροφορήθηκα τον ισχυρισμό του Γιαννάκη ότι αγόρασε το αυτοκίνητο από τον Συμιλλίδη για £25,000, ρώτησα τον Συμιλλίδη γιατί είσπραξε πιο λίγα από όσα έδωσε για το αυτοκίνητο αυτό από τον Γιαννάκη και αυτός μου είπε ότι ο Γιαννάκης θα τον βοηθούσε να .». Τον ισχυρισμό αυτό του Εναγομένου 2, ότι δηλαδή ο Ενάγοντας απέτυχε να συνδέσει τις επίδικες επιταγές (τεκμήρια 4, 5, 6) με την αγορά του αυτοκινήτου ενισχύεται και με το Τεκμήριο 20, που αποτελεί γραπτή κατάθεση του Εναγομένου 2 που έδωσε προς την Ερευνούσα Λειτουργό των Εναγομένων 1, κατά το στάδιο διερεύνησης πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του Εναγομένου 2, στις 3/1/2009, δηλαδή 6 μήνες πριν την έγερση της παρούσας αγωγής, όπου ανέφερε χαρακτηριστικά: «Αρχές Νοεμβρίου ο Συμιλλίδης έκδωσε αρκετές επιταγές σε διάφορους μεταξύ αυτών και αυτές του Παναγιώτου. Η επιταγή προς τον Παναγιώτου των €34.000,00 επιστράφηκε διαδοχικά δύο φορές και την τρίτη ο λογαριασμός του Συμιλλίδη καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ σύμφωνα με δικές μου οδηγίες και μετά από ενημέρωση του Γενικού Διευθυντή». Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να στηριχτώ στη μαρτυρία του ΜΕ1 Δημήτρη Παναγιώτου για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Ο Ενάγοντας δημιούργησε εκ των υστέρων υπόθεση και έδωσε μια νέα μαρτυρία διότι μόνο με την εμπλοκή των Εναγομένων 1 και 2 θα μπορούσε να εισπράξει το λαβείν του. Δυστυχώς όμως γι΄ αυτόν, η προϋπάρχουσα μαρτυρία δεν τον βοήθησε να την τεκμηριώσει και ούτε να την κάνει καν πιστευτή. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Ο ΜΕ2 Chris Παναγιώτου, o οποίος είναι ο γιος του Ενάγοντα (ΜΕ1) υιοθέτησε την εκδοχή του ενάγοντα ως προς τον χρόνο και τον τόπο που έλαβε χώρα η υποτιθέμενη αγοραπωλησία του οχήματος παρόλο που ο ενάγοντας στην κατάθεση του ημερομηνίας 01/12/2008 τεκμήριο 1 τοποθετεί τον μάρτυρα αυτόν στα γραφεία του Συμιλλίδη και όχι στο γραφείο του Εναγόμενου 2 στο οίκημα των Εναγομένων 1. Η μαρτυρία του ΜΕ2 έρχεται σε πλήρη διάσταση με την κατάθεση του Ενάγοντα ημερομηνίας 01/12/2008 τεκμήριο 9 και είναι ξεκάθαρο ότι ο μάρτυρας αυτός παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο όχι για να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει τον πατέρα του. Απορρίπτω την μαρτυρία του ως αναξιόπιστη. Συμπεράσματα Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, κρίνω ότι τα επίδικα γεγονότα έχουν εκτυλιχθεί ως εξής: Ο Ενάγοντας Δημήτρης Παναγιώτου, συμφώνησε με τον Γιώργο Συμιλλίδη όπως του πωλήσει το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KST016 μάρκας Mercedes. O Συμιλλίδης το πούλησε στον Εναγόμενο 2, ο οποίος τον πλήρωσε και ως εκ τούτου το όχημα μεταβιβάστηκε στο όνομα του (Βλ. Τεκμήριο 18, για το οποίο δεν αντεξετάστηκε). Οι 3 επιταγές τις οποίες εξέδωσε ο Συμιλλίδης με δικαιούχο τον Ενάγοντα έμειναν ανεξαργύρωτες ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Ο Ενάγοντας επιδιώκοντας να εξασφαλίσει το αντίτιμο των επιταγών αυτών (Τεκμήρια 4, 5, 6) προβάλλει τους αντιφατικούς ισχυρισμούς, που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, εμπλέκοντας ταυτόχρονα και τον Εναγόμενο 2, με τον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος 2 «μονογράφησε» τις επιταγές αυτές βεβαιώνοντας τον, ότι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ - Εναγόμενοι 1, θα εξαργύρωναν τις επιταγές. Με τη μαρτυρία της ΜΥ3 Βαθούλας Δημητριάδου, υπαλλήλου των Εναγομένων 1 καταδεικνύεται ότι η μονογραφή που φαίνεται στα τεκμήρια 4, 5, 6 και που ισχυρίζεται ο Ενάγων ότι ανήκει στον Εναγόμενο 2 δεν υπήρχε κατά τον χρόνο της κατάθεσης των επίδικων επιταγών προς εξαργύρωση. Το αμάχητο αυτό γεγονός διαψεύδει τον Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος 2 « . βεβαίωνε ότι με την μονογραφή του ήτο ασφαλής η εξαργύρωσης των και θα έπαιρνα τα χρήματα πράμα που έκαμε στην παρουσία μου.» (βλ. Τεκμήριο 1 παράγραφος 5). Νομική Πτυχή Θα προχωρήσω στην ανάλυση της νομικής πτυχής της έκδοσης επιταγής αφού αποτέλεσε ένα από τα κυριότερα μέρη της παρούσας διαδικασίας με σαφείς σίγουρα ιδιαιτερότητες, οι οποίες προκύπτουν από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Οι επιταγές ουσιαστικά ισοδυναμούν με μετρητά (βλ. Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz
(1991)1 ΑΑΔ 239 και James Lamont & Co Ltd v. Hyland Ltd [1958] 1 K.B. 585). Εξ ου και οι υπερασπίσεις που προσφέρονται και μπορούν να εγερθούν είναι πολύ περιορισμένες όπως δόλος, ακυρότητα, παρανομία, έλλειψη ή αποτυχία αντιπαροχής (βλ. και Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1A C.L.R. 333. Σύμφωνα με το άρθρο 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 (στο εξής όπου γίνεται αναφορά σε άρθρο θα αφορά το Κεφ. 262) «Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει» και εκτός εάν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος ΙΙΙ του Νόμου αυτού οι διατάξεις του που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)«Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή». Στο άρθρο 2 δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί (η παράθεση σε παρένθεση, των όρων στην αγγλική γλώσσα όπως υπάρχουν στο πρωτότυπο κείμενο του Κεφ. 262 γίνεται από το Δικαστήριο για σκοπούς καλύτερης κατανόησης τους με βάση και τη σχετική νομολογία και συγγράμματα): · «αξία» σημαίνει αντιπαροχή, που έχει αξία. · «έκδοση» σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος. · «κάτοχος (holder)» σημαίνει το δικαιούχο (payee) ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση (indorsee) συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του, ή τον κομιστή αυτών (bearer). · «κομιστής (bearer)» σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή. · «παράδοση» σημαίνει τη μεταβίβαση κατοχής, πραγματική ή τεκμαρτή από ένα πρόσωπο σε άλλο. Τα άρθρα 27 και 30 έχουν ως ακολούθως: «27.-
(1)Αντιπαροχή που έχει αξία για συναλλαγματική δύναται να συνίσταται - (α) Από οποιανδήποτε αντιπαροχή επαρκή να στηρίξει σύμβαση (β) από προηγούμενο χρέος ή υποχρέωση. Το χρέος αυτό ή υποχρέωση θεωρείται αντιπαροχή που έχει αξία είτε η συναλλαγματική είναι πληρωτέα εν όψει είτε σε μελλοντικό χρόνο.
(2)Όταν δόθηκε κατά οποιοδήποτε χρόνο αξία για τη συναλλαγματική ο κάτοχος (holder) θεωρείται ως κάτοχος για αξία (holder for value) σε σχέση με τον αποδέκτη και όλα τα μέρη της συναλλαγματικής που έγιναν μέρη πριν από το χρόνο αυτό. 30.-
(1)Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.
(2)Κάθε κάτοχος (holder) συναλλαγματικής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο (holder in due course) αλλά αν σε αγωγή για συναλλαγματική γίνεται δεκτό ή αποδεικνύεται ότι η αποδοχή, έκδοση, ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό ή βία και φόβο, ή παρανομία, το βάρος απόδειξης μετατίθεται, εκτός αν και μέχρις ότου ο κάτοχος αποδείξει ότι, εν συνεχεία του ισχυριζόμενου δόλου ή της παρανομίας, έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγματική». Όσον αφορά το πρόσωπο το οποίο δικαιούται να εισπράξει το καθοριζόμενο στην επιταγή ποσό, ως προκύπτει από τον ορισμό του «κατόχου» στο άρθρο 2 αλλά και από τις διατάξεις των άρθρων 3
(1), 31 και 73 (βλ. και Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 4, παρ. 329 σελ. 142 - στο εξής Halsbury´s) υπάρχουν δύο είδη επιταγών: 1. Η επιταγή στον κομιστή, στην οποία δεν καθορίζεται πρόσωπο στο οποίο θα πληρωθεί, αλλά ο εκάστοτε κομιστής της (bearer) είναι το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να εισπράξει το καθοριζόμενο ποσό. Η επιταγή αυτή σύμφωνα με το άρθρο 31
(2)μεταβιβάζεται-διαπραγματεύεται με παράδοση. 2. Η επιταγή σε διαταγή, στην οποία κατονομάζεται συγκεκριμένο πρόσωπο προς το οποίο θα γίνει η πληρωμή ή σε διαταγή του προσώπου αυτού δηλ. αυτή είναι πληρωτέα σε κατονομαζόμενο πρόσωπο (payee). Η επιταγή αυτή μεταβιβάζεται είτε με την υπογραφή και παράδοση της στον αρχικό δικαιούχο είτε με οπισθογράφηση του κατόχου, η οποία συμπληρώνεται με την παράδοση (βλ. άρθρο 31
(3). Εδώ να σημειωθεί ότι οι φράσεις «κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο» και «νομιμοποιημένος κομιστής» που χρησιμοποιούνται στη μετάφραση του πρωτότυπου αγγλικού κειμένου του Κεφ. 262 στα ελληνικά, δεν αποδίδουν δύο διαφορετικούς όρους αλλά ένα και τον αυτόν ήτοι αυτόν του «holder in due course» (βλ. αγγλικό κείμενο άρθρου 29 και τη μετάφραση αυτού στα ελληνικά). Τον ίδιο όρο αποδίδει ουσιαστικά και η φράση «κάτοχος στην πορεία», η οποία χρησιμοποιείται στη νομολογία (βλ. Damalona Limited v. Αχιλλέα Φεραίου Εισαγωγές-Εξαγωγές Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 342/2008, ημερ. 17.6.11). Το πότε κάποιο μέρος θεωρείται ως νομιμοποιημένος κομιστής προβλέπεται από το άρθρο 29
(1). Ο αρχικός δικαιούχος (payee) στην κατοχή του οποίου παραμένει η επιταγή μπορεί να θεωρηθεί κάτοχος για αξία όχι όμως νομιμοποιημένος κομιστής (holder in due course). Αυτό γιατί ως κρίθηκε στην υπόθεση Jones (R.E.) Ltd v. Waring & Gillow Ltd
(1926)A.C. 670, σύμφωνα με το νόμο, για να καταστεί ένα πρόσωπο νομιμοποιημένος κομιστής, πρέπει η επιταγή να μεταβιβασθεί σε αυτόν ενώ η αρχική παράδοση της επιταγής στο δικαιούχο δεν θεωρείται μεταβίβαση. Με άλλα λόγια νομιμοποιημένος κομιστής είναι ο κάτοχος στον οποίο η επιταγή έχει διαπραγματευτεί ενώ όσον αφορά τον αρχικό δικαιούχο η επιταγή δεν είναι διαπραγματεύσιμη. (Για τα πιο πάνω βλ. Chalmers and Guest On Bills of Exchange, Cheques and Promissory Notes (17th edition- 2009) par. 1-022 σελ. 15, par. 4-024 σελ. 252 και par. 4-059 σελ. 282 (στο εξής Chalmers and Guest) καθώς και Halsbury's par. 308 σελ.132-133). Από τους ορισμούς δε της «έκδοσης» και «παράδοσης» στο άρθρο 2 προκύπτει ότι η επιταγή θεωρείται ως εκδοθείσα εάν ο τύπος της συμπληρώθηκε δεόντως και αφού συμπληρώθηκε παραδόθηκε σε άλλο πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος. Μέχρις ότου η επιταγή εκδοθεί, με την πιο πάνω έννοια, δεν προκύπτει ευθύνη εφόσον είναι ατελής και ανακλητή (βλ. άρθρο 21
(1)και Chalmers and Guest par. 1-026 σελ. 18). Ο δικαιούχος μιας επιταγής είναι ο πρώτος πραγματικός κύριος, από την στιγμή που του παραδίδεται είτε πραγματικά είτε εξυπακουόμενα. Η έκδοση λαμβάνει χώρα με την πρώτη παράδοση στον κάτοχο, δηλαδή τον άμεσα δικαιούχο αυτής κατά τη στιγμή της έκδοσης και προς τον οποίο απευθύνεται (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1Α ΑΑΔ 714. Ως προκύπτει από το άρθρο 21
(2)για να καταστεί αποτελεσματική η παράδοση μεταξύ των άμεσων μερών (όπως ο εκδότης και ο δικαιούχος) και άρα για να ολοκληρωθεί η έκδοση, η παράδοση της επιταγής πρέπει να γίνει από τον ίδιο τον εκδότη ή από άλλο πρόσωπο αλλά με την εξουσιοδότηση του εκδότη. Στο ίδιο άρθρο (21
(2)δημιουργείται τεκμήριο έγκυρης παράδοσης από όλα τα μέρη πριν από αυτόν το οποίο όμως προστατεύει μόνο τον νομιμοποιημένο κομιστή, στα χέρια του οποίου βρίσκεται η επιταγή. Σύμφωνα δε με το άρθρο 21
(3)όταν η επιταγή δεν βρίσκεται πλέον στην κατοχή του εκδότη ή του οπισθογράφου, η παράδοση από αυτόν τεκμαίρεται έγκυρη και χωρίς όρους μέχρις ότου αποδειχθεί το αντίθετο. Στο σύγγραμμα Chalmers and Guest par. 2-155 σελ. 126 αναφέρεται σχετικά ότι όπου η επιταγή είναι στην κατοχή του αρχικού δικαιούχου ή του κατόχου για αξία, που δεν είναι νομιμοποιημένος κομιστής, το τεκμήριο του 21
(2)για προηγούμενες παραδόσεις δεν ισχύει (αφού καλύπτει μόνο νομιμοποιημένο κομιστή). Όμως ισχύει το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 21
(3)το οποίο θέτει το βάρος απόδειξης ότι δεν υπήρξε παράδοση από τον εκδότη ή ότι η παράδοση ήταν ελαττωματική στο πρόσωπο εναντίον του οποίου επιζητείται η εκτέλεση της επιταγής. Ο δικαιούχος λοιπόν επιταγής σε διαταγή για όσο χρόνο την έχει στην κατοχή του είναι ο κάτοχος της. Εάν ο δικαιούχος την μεταβιβάσει με οπισθογράφηση, ο εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχος (indorsee) καθίσταται ο κάτοχος της για όσο καιρό την έχει στην κατοχή του. Η κατοχή λοιπόν αποτελεί ένα ουσιώδες στοιχείο της έννοιας της παράδοσης. Η έννοια του κατόχου (holder) περιλαμβάνει τον αρχικό δικαιούχο, τον οπισθογράφο που έχει την επιταγή στην κατοχή του και τον κομιστή αυτής. Ένας κάτοχος μπορεί να είναι απλώς κάτοχος, κάτοχος για αξία ή νομιμοποιημένος κομιστής. Δηλ. ένας κάτοχος μπορεί να μην είναι κάτοχος για αξία (Chalmers and Guest par. 1-022 σελ. 15). Ο ενάγων με βάση τον ορισμό του κατόχου στο άρθρο 2 πρέπει να έχει, κατά την έναρξη της αγωγής, κατοχή της επιταγής. Κατοχή μπορεί να είναι πραγματική ή τεκμαρτή όπως στην περίπτωση που η επιταγή βρίσκεται στα χέρια του αντιπροσώπου του ενάγοντα ή έχει οπισθογραφηθεί και παραδοθεί σε άλλον για είσπραξη ή όπου έχει κατοχή μαζί με άλλα πρόσωπα (βλ. Chalmers and Guest par. 5-057 σελ. 335). Ως έχει διαφανεί πιο πάνω εάν η επιταγή είναι σε διαταγή πρέπει απαραίτητα να καθορίζεται το όνομα συγκεκριμένου προσώπου, το οποίο θα εισπράξει το ποσό σε αντίθεση με επιταγή στον κομιστή που κάθε κάτοχος αυτής είναι και το πρόσωπο που νομιμοποιείται να εισπράξει το ποσό. Φυσικά όπως αναφέρθηκε στην Τσιακλίδης ν. Σιάνου
(2008)1Α ΑΑΔ 296, με αναφορά στο Halsbury´s Laws of England, 3η έκδ., τόμος 3, παρ. 245, από τη στιγμή που θα δοθεί αξία στην επιταγή και αυτή θα περιέλθει νομίμως στην κατοχή κάποιου αυτός καθίσταται κάτοχος για αξία (holder for value) με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 27 και υπό αυτή την ιδιότητα, έχει εκ του άρθρου 20 εξουσία να συμπληρώσει την επιταγή με την αναγραφή του ονόματός του ως δικαιούχου (payee) και να την παρουσιάσει για πληρωμή. Για να καταστεί εκτελεστή η επιταγή από ένα αρχικό δικαιούχο, ο οποίος την έχει στην κατοχή του, εναντίον ενός προσώπου το οποίο έγινε μέρος σε αυτήν πριν τη συμπλήρωση της, η επιταγή θα πρέπει να είχε συμπληρωθεί εντός εύλογου χρόνου και αυστηρά σύμφωνα με την εξουσιοδότηση που δόθηκε. Τα δικαιώματα του αρχικού δικαιούχου ο οποίος την έχει στην κατοχή του η επιταγή συνεπώς θα εξαλειφθούν (be defeated) με απόδειξη ότι η παράδοση είτε δεν έγινε από ή με την εξουσιοδότηση του εκδότη (βλ. άρθρο 20
(2)και Chalmers and Guest par. 5-073 σελ. 348). Σύμφωνα με το ίδιο σύγγραμμα par. 2-134, 2-136 και 2-137 σελ. 106-108 η εκ πρώτης όψεως εξουσία που δίδεται από το άρθρο 20
(1)δεν περιορίζεται στο πρόσωπο στο οποίο το ασυμπλήρωτο έγγραφο παραδίδεται αλλά κάθε καλόπιστος κάτοχος μπορεί να το συμπληρώσει. Το άρθρο 20
(2)εκφράζει ένα όρο γενικής εφαρμογής σε όλες τις περιπτώσεις που καλύπτονται από το 20
(1). Περαιτέρω εφόσον ο κάτοχος της επιταγής έχει εκ πρώτης όψεως εξουσία να συμπληρώσει την επιταγή με οποιοδήποτε τρόπο θεωρεί ορθό, το βάρος απόδειξης έλλειψης εξουσιοδότησης βαρύνει εκείνον που επικαλείται την έλλειψη αυτή. Ακολουθεί ότι συμπληρώνοντας μια παράλειψη σε επιταγή με δέουσα εξουσιοδότηση κάνει την επιταγή πλήρη και συνεπώς εκτελεστή διαφορετικά δεν θα ήταν εκτελεστή. Η επιφύλαξη δε του άρθρου 20
(2)σκοπεύει στο να προστατεύσει μόνον τον νομιμοποιημένο κομιστή στον οποίο το έγγραφο διαπραγματεύεται μετά τη συμπλήρωση του. Σύμφωνα με το άρθρο 27
(2)από τη στιγμή που σε κάποιο στάδιο της κυκλοφορίας της επιταγής, δίδεται αξία σε αυτήν τότε το πρόσωπο που την αποκτά καθίσταται κάτοχος για αξία και μπορεί να ενάγει τον εκδότη και όλα τα προηγηθέντα μέρη της επιταγής. Δεν απαιτείται η αντιπαροχή να δοθεί από τον κάτοχο της επιταγής στο άλλο μέρος αλλά αρκεί να δοθεί αξία στην επιταγή από τρίτο πρόσωπο. Στην Papaellinas v. Epco (Cyprus) Ltd and Lions Products
(1969)1 CLR 525 λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι το άρθρο 27 του Κεφ.262 ανταποκρίνεται κατά γράμμα προς το αγγλικό άρθρο 27
(2)του Bills of Exchange Act 1882, το οποίο εξετάστηκε στην υπόθεση Diamond v. Graham
(1968)2 All E.R. 909, όπου αποφασίστηκε ότι δεν υπάρχει τίποτε στο άρθρο αυτό που να απαιτεί ότι πρέπει να δοθεί αξία κατευθείαν από τον κάτοχο σε άλλο πρόσωπο εφόσον δίδεται αξία στην επιταγή (βλ. επίσης Τσιακλίδης ανωτέρω). Επομένως κάτοχος για αξία μπορεί να είναι ο δικαιούχος (payee) ή ο εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχος (indorsee) ή ο κομιστής (bearer) της επιταγής. Στην Vasos Charalambides Limited ν. Ψαρά
(2000)1B AAΔ 849, λέχθηκε ότι ο ενάγοντας απαλλάσσεται του βάρους να αποδείξει ότι είναι κάτοχος της επιταγής αν στην έκθεση υπεράσπισης γίνει από τον εναγόμενο σχετική παραδοχή. Στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι το τεκμήριο του άρθρου 30
(2)δεν απαλλάσσει τον ενάγοντα από την υποχρέωση να αποδείξει ότι είναι κάτοχος. Σύμφωνα δε με το άρθρο 30
(1)κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή φαίνεται στην επιταγή θεωρείται εκ πρώτης όψεως μέρος σε αυτήν έναντι αξίας δηλ. ότι έδωσε αξία στην επιταγή. Έτσι σύμφωνα με τη Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 ΑΑΔ 991, ο κάτοχος επιταγής θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, ότι έδωσε και αξιόλογη αντιπαροχή γι' αυτή. Δημιουργείται επομένως εκ του νόμου μαχητό τεκμήριο υπέρ του κατόχου της συναλλαγματικής, πως έδωσε αντιπαροχή για την έκδοση της, η κατάρριψη του οποίου βαραίνει αυτόν που επικαλείται την έλλειψη ή αποτυχία της αντιπαροχής, την παρανομία ή το δόλο δηλ. τον εναγόμενο (βλ. και Halsbury's par. 379 σελ.164). Το εν λόγω τεκμήριο εγείρεται από την υπογραφή ή την οπισθογράφηση της επιταγής (βλ. Robust Trading Co Ltd v. Λεωνίδα
(1996)1Α Α.Α.Δ 304. Περαιτέρω ενόψει του τεκμηρίου δεν είναι απαραίτητο για ένα πρόσωπο το οποίο επιζητεί την εκτέλεση μιας επιταγής να δικογραφήσει ή να αποδείξει ότι η εμπλοκή του άλλου μέρους, η οποία έγινε με την υπογραφή της επιταγής δόθηκε για αντάλλαγμα (βλ. Chalmers and Guest par. 4-080 σελ. 296). Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω ο αρχικός δικαιούχος τεκμαίρεται, σύμφωνα και με το άρθρο 30
(1)ως κάτοχος για αξία (holder for value) αλλά δεν μπορεί να θεωρηθεί νομιμοποιημένος κομιστής (holder in due course) (βλ. και Halsbury's par. 389 σελ.169-170). Τα δικαιώματα του νομιμοποιημένου κομιστή καθορίζονται στο άρθρο 38
(2). Από το άρθρο 38 συνάγεται ότι τα δικαιώματα του κατόχου για αξία (holder for value) διαφέρουν από αυτά του νομιμοποιημένου κομιστή (holder in due course). Ο τελευταίος κατέχει τη συναλλαγματική απαλλαγμένη από οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο των προηγούμενων μερών καθώς επίσης από απλές προσωπικές υπερασπίσεις που είναι προσιτές στα προηγούμενα μέρη μεταξύ τους και μπορεί να επιβάλει πληρωμή εναντίον όλων των μερών που ευθύνονται στη συναλλαγματική. Δηλ. ο νομιμοποιημένος κομιστής αποκτά ένα αδιαμφισβήτητο τίτλο επί της επιταγής και δεν μπορούν να προβληθούν εναντίον του ενστάσεις που θα μπορούσαν να προβληθούν κατά των προκατόχων του. Αντίθετα ο κάτοχος για αξία κατέχει την επιταγή με τα ελαττώματα που ενδεχομένως να έχει ο προκάτοχος του όπως όταν αποκτάται με δόλο, εξαναγκασμό, άσκηση βίας ή φόβου ή για παράνομη αιτία κ.λ.π. Το άρθρο 30
(2)υπό τον παράτιτλο «Τεκμήριο αξίας και καλής πίστης» προβλέπει ότι κάθε κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο - νομιμοποιημένος κομιστής (holder in due course). Εάν όμως, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, ο αρχικός δικαιούχος της επιταγής, στην κατοχή του οποίου αυτή παραμένει, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νομιμοποιημένος κομιστής τότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι τέτοιος υπό το άρθρο 30
(2)(βλ. Talbot v. Von Boris [1911] 1 K.B 854 CA, Chalmers and Guest par. 4-085 σελ. 299 και Halsbury's par. 384 σελ. 166). Ως εκ τούτου, ως περαιτέρω αναφέρεται στο πιο σύγγραμμα Chalmers and Guest, όταν ο ενάγοντας είναι ο αρχικός δικαιούχος ο εναγόμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι ο ενάγοντας παρέλαβε την επιταγή γνωρίζοντας τον δόλο. Δηλ. όσον αφορά την απόδειξη αυτού του θέματος ο αρχικός δικαιούχος είναι σε πολύ καλύτερη θέση από το πρόσωπο στο οποίο η επιταγή έχει διαπραγματευτεί εφόσον το βάρος δεν μετατίθεται, όπως στην περίπτωση του νομιμοποιημένου κομιστή, στον αρχικό δικαιούχο να αποδείξει ότι μετά το δόλο δόθηκε αξία με καλή πίστη αλλά παραμένει στον ενάγοντα. Ως έχει προαναφερθεί μια από τις υπερασπίσεις τις οποίες μπορεί να εγείρει και το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει ο εναγόμενος είναι ότι η επιταγή δόθηκε χωρίς αντάλλαγμα ή για παράνομη αντιπαροχή. Εάν το χρέος για το οποίο εκδίδεται η επιταγή προέρχεται από παίγνιο ή στοίχημα, η επιταγή δεν εκδίδεται έναντι νόμιμης αξίας και επομένως ο δικαιούχος δεν αποκτά αγώγιμο δικαίωμα κατά του εκδότη. Στο σύγγραμμα Chalmers and Guest στην par. 4-015 σελ. 243 εξηγείται σχετικά ότι όπως στην περίπτωση κάθε άλλης σύμβασης η σύμβαση, η οποία δημιουργείται από την υπογραφή ενός προσώπου στην επιταγή μπορεί να μην είναι εκτελεστή εναντίον του λόγω παρανομίας. Αυτός μπορεί να εγείρει εναντίον ενός άμεσου μέρους (δηλ. ο δικαιούχος εναντίον του εκδότη ή ο εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχος εναντίον του οπισθογράφου) την υπεράσπιση ότι η εμπλοκή του έγινε για παράνομη αντιπαροχή. Τέτοια υπεράσπιση είναι επίσης διαθέσιμη εναντίον ενός απομακρυσμένου μέρους το οποίο παίρνει την επιταγή γνωρίζοντας την παρανομία ή όταν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη, αλλά όχι εναντίον ενός νομιμοποιημένου κομιστή. Ερχόμενη τώρα στην παρούσα υπόθεση με βάση τα όσα αναφέρθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας η εκδοχή του ενάγοντα, ακριβώς ως αναφέρθηκε ανωτέρω κατά την έκθεση της μαρτυρίας του, δεν έγινε δεκτή. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες επιταγές δεν πληρώθηκαν στον Ενάγοντα καθότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό του Γεώργιου Συμιλλίδη ο οποίος ήταν και ο εκδότης των επιταγών. Από τα ευρήματα αυτά λοιπόν, συνάγεται ότι οι επιταγές δόθηκαν από τον Γεώργιο Συμιλλίδη στον Ενάγοντα, ο οποίος και τις είχε στην κατοχή του, κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής. Περαιτέρω έχει αποδειχθεί ότι οι επιταγές δόθηκαν στον Ενάγοντα από τον Γεώργιο Συμιλλίδη υπογραμμένες και συμπληρωμένες. Επί των επιταγών κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν μονόγραψε ο Εναγόμενος 2, γιατί ακριβώς κάτι τέτοιο δεν απεικονίζεται στα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν από την ΜΥ 3 κα Δημητριάδου η μαρτυρία της οποίας έγινε καθ' όλα αποδεκτή. Τέλος από τα ευρήματα φαίνεται ότι ο Ενάγοντας προέβηκε στις συνηθισμένες ενέργειες για εξαργύρωση των επιταγών όμως δεν εισέπραξε το αντίτιμο τους αφού δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό του εκδότη των επιταγών Γιώργου Συμιλλίδη. Έχει δε τεθεί περαιτέρω, ότι οι Εναγόμενοι 1 ευθύνονται για τις πράξεις εργοδοτουμένων τους όπως στην προκειμένη περίπτωση, αφού ο Εναγόμενος 2 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος των Εναγομένων 1. Στην υπόθεση Χριστάκης Ποταμίτης ν. Έλενα Ιωάννου
(1992)1 Α.Α.Δ. 479 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η εκ προστήσεως ευθύνη προσώπου για τις συνέπειες αστικού αδικήματος που διαπράττεται από άλλο πρόσωπο ρυθμίζεται από το άρθρο 13 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Εκ προστήσεως ευθύνη φέρει ο εναγόμενος για τις πράξεις άλλου προσώπου όταν (α) αυτές εξουσιοδοτούνται ή επικυρώνονται, ή (β) συνιστούν πράξεις εργοδοτουμένου (υπηρέτη) στο πλαίσιο της εργασίας του. Συνοπτικά, εκ προστήσεως ευθύνη, βάσει του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου περιορίζεται σε πράξεις αντιπροσώπου ή υπηρέτη κάτω από τους όρους που θέτει το άρθρο
- Συνάγεται από την πρωτόδικη απόφαση ότι κατά το χρόνο διάπραξης του αστικού αδικήματος της αμέλειας από το γιο του εφεσείοντα, ότι ο οδηγός ενεργούσε είτε ως αντιπρόσωπος ή ως εργοδοτούμενος του πατέρα του». Και στη σελίδα 5 της ίδιας απόφασης, αναφέρει τα εξής: «Στην Κύπρο οι αρχές του κοινού δικαίου για την εκ προστήσεως ευθύνη έχουν ενσωματωθεί στο άρθρο 13 του Κώδικα Αστικών Αδικημάτων που ρητά προβλέπει πότε υπάρχει τέτοια ευθύνη· όταν αποδεικνύεται σχέση αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου ή εργοδότη και εργοδοτουμένου. Η εξουσιοδότηση χρήσης κινητού αντικειμένου δεν υποδηλώνει ως θέμα λογικής ή κοινής εμπειρίας και τη δημιουργία σχέσης αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου αναφορικά με τη χρήση του. Συνεπώς συγκατάθεση για τη χρήση αυτοκινήτου δεν τεκμηριώνει αφεαυτής σχέση αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου ή εργοδότη και εργοδοτουμένου, όπως άλλωστε αποφασίστηκε στη Hellenic Mining». Από την ενώπιον μου μαρτυρία πράγματι είναι παραδεκτό ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν υπάλληλος των Εναγομένων
- Όμως πέραν αυτού δεν έχει αποδειχθεί ενώπιον μου με σαφή και αξιόπιστη μαρτυρία: α) ότι ο Eναγόμενος 2 ενεργούσε κατόπιν εξουσιοδότησης των Eναγομένων 1, β) ότι ο Eναγόμενος 2 δέσμευε με τις οποιεσδήποτε προσωπικές του επιλογές τους Eναγόμενους 1, γ) έχει διαπραχθεί οποιοδήποτε αστικό αδίκημα το οποίο προβλέπεται στο σχετικό Κεφάλαιο Περί Αστικών Αδικημάτων ούτως ώστε να μπορεί να εξεταστεί και οποιαδήποτε περαιτέρω αστική ευθύνη των υπαλλήλων οι οποίοι ενεργώντας παράνομα δεσμεύουν τους εργοδότες τους. Ακόμα και να δεχθώ ότι πράγματι οι συναντήσεις γίνονταν στο γραφείο του Εναγόμενου 2, ήταν ξεκάθαρο και αυτό προκύπτει από την μαρτυρία του Eναγόμενου 2, την οποία έκανα αποδεκτή, ότι το όχημα το οποίο θα αγόραζε από τον Συμιλλίδη σίγουρα δεν θα ήταν ιδιοκτησίας του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου και σίγουρα ο ίδιος ενεργούσε υπό την προσωπική του ιδιότητα. Από τα πιο πάνω κρίνω ότι σε καμμιά περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί ενώπιον μου ότι οι πράξεις του Eναγόμενου 2, ο οποίος ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή ήταν υπάλληλος των Eναγομένων 1, ήταν τέτοιες οι οποίες δέσμευαν τους Eναγόμενους
- Κρίνω ότι σε καμμιά περίπτωση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί οποιαδήποτε ευθύνη των Eναγομένων 1, αφού ενώπιον μου δεν αποδείχθηκε να έχει διαπραχθεί οποιοδήποτε αστικό αδίκημα από τον Εναγόμενο 2, η ευθύνη του οποίου να μεταφέρεται στους ώμους των Eναγομένων 1 σαν εργοδότες του Eναγόμενου
- Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση αλλά και την υπαγωγή των ευρημάτων μου στην Νομική Πτυχή θεωρώ ότι δεν αποδείχθηκε ενώπιον μου με σαφή και αξιόπιστη μαρτυρία ότι οι Εναγόμενοι 1 υπέχουν οποιασδήποτε ευθύνης έναντι του Ενάγοντα για τις οποιεσδήποτε πράξεις του Eναγόμενου
- Κρίνω επίσης ότι δεν αποδείχθηκε ενώπιον μου η οποιασδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ Eνάγοντα και Eναγομένου
- Ως εκ των άνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του Ενάγοντα και υπέρ των Εναγομένων 1 και 2, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. H ανταπαίτηση του Εναγόμενου 2 επιτυγχάνει. Εκδίδονται διατάγματα ως η παράγραφος 35 (α) (β) (γ) της Ανταπαίτησης του Εναγομένου 2 ημερ. 3/9/2009, με έξοδα υπέρ του Εναγομένου 2 και εναντίον του Ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Π. Παπαπέτρου Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΓK Subject: Civil/Other actions/Final Αναφορά: epitages cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο