GEOMA GROWERS LIMITED ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 4997/14, 5/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4997/14 Μεταξύ: GEOMA GROWERS LIMITED, από την Λάρνακα Εναγόντων και ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, από την Λεμεσό Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗMΕΡ. 25/6/2015 Αρ. Αγωγής: 4997/14 Μεταξύ: GEOMA GROWERS LIMITED, από την Λάρνακα Εναγόντων και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, από την Λεμεσό Εναγομένων ------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 30.03.2017 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 05.05.2017 Για τους Ενάγοντες-Αιτητές : κα Α. Μαλακουνίδου Για τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση: κα Καρακατσάνη για Αργεντούλλα Ιωάννου ΔΕΠΕ (κα Φικρέτ για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-tempore) Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 27.11.2014 εναντίον της εναγόμενης εταιρείας. Η Τροποποιημένη Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 23.09.
- Η ενάγουσα στις 25.11.2015 καταχώρησε την πρώτη, ως θα αναφέρεται απ' εδώ και στο εξής, αίτηση για διαγραφή της Υπεράσπισης η οποία και ενεκρίθη με απόφαση του τότε Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.05.
- Με βάση την εν λόγω απόφαση δόθηκε δυνατότητα στην εναγόμενη να καταχωρήσει νέα Υπεράσπιση η οποία χαρακτηρίζεται από το Δικαστήριο ως πραγματική και αληθινή Υπεράσπιση. Συμμορφούμενοι με τις οδηγίες του Δικαστηρίου οι εναγόμενοι καταχώρησαν την δεύτερη Υπεράσπιση τους στις 26.09.2016 της οποίας ακολούθησε η καταχώρηση δεύτερης αίτησης ημερομηνίας 01.12.2016 για διαγραφή και/ή παραμερισμό της Υπεράσπισης στο σύνολό της και διαζευκτικά άνευ βλάβης του πρώτου αιτήματος μέρους αυτής της Υπεράσπισης και συγκεκριμένα των παραγράφων 4 και
- Η εναγόμενη εταιρεία καταχώρησε ένσταση στις 15.03.2017 και προτού ακουστεί η αίτηση αυτή καταχωρήθηκε η υπό κρίση σημερινή αίτηση στις 30.03.2017 με την οποία η ενάγουσα αιτείται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του διευθυντή της ενάγουσας προς απάντηση των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την ένσταση των εναγομένων για διαγραφή. Η υπό κρίση αίτηση ήταν ορισμένη σήμερα για αγορεύσεις. Η πλευρά της ενάγουσας καταχώρησε γραπτό κείμενο αγόρευσης σε αντίθεση με την πλευρά των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση οι οποίοι αγορεύοντας προφορικά ενώπιον μου υιοθέτησαν την ένσταση που καταχώρησαν στις 27.04.2017 και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους αυτή. Δεν θα αναφερθώ στα όσα αμφότεροι οι συνήγοροι ανέφεραν στις αγορεύσεις τους, ούτε στα όσα τίθενται στα πλαίσια της αίτησης και της ένστασης για σκοπούς εξοικονόμησης χρόνου. Αναφορά δε θα κάμω στα σημεία όπου κρίνω απαραίτητο και στα οποία βασίζεται η τελική απόφαση του Δικαστηρίου επί της αίτησης αυτής. Καταρχήν σημειώνω ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.4
(2)η χορήγηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εμπίπτει στη σφαίρα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης τους αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510 το Δικαστήριο ανέφερε: «Είναι φανερό ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου». Επιτρέπεται επίσης με βάση τη νομολογία η καταχώρηση ένορκης δήλωσης προς αντίκρουση αμφισβητούμενων ισχυρισμών. Πρέπει όμως πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη η φύση της αίτησης υπό εκδίκαση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Στην απόφαση Κώστα v. Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 269 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε απόφαση Πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ενδιάμεση αίτηση και σημείωσε τα εξής: «Κατά την γνώμη μας «καλός λόγος» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποδεικνύεται αν με την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και που η αιτήτρια δεν γνώριζε εξ υπαρχής ή γεγονότα που παρουσιάστηκαν μετά την ένορκο δήλωση της, πράγμα που δεν υφίσταται στη περίπτωση μας». Περαιτέρω θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ότι οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται ένα αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λαμβάνονται υπόψη και συνεξετάζονται και με τον σκοπό που η συμπληρωματική ένορκη δήλωση ήθελε εξυπηρετήσει. Δηλαδή θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση και με το είδος των αιτήσεων στις ένορκες δηλώσεις των οποίων επιχειρείται να καταχωρηθεί η συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στην απόφαση της Ε.Δ. τότε Έφης Παπαδοπούλου στην αγωγή με αρ.2596/02, Ε. Δ. Λεμεσού, μεταξύ Σωτήρη Πίττα και Ανδρέα Νεοκλέους κ.α ημερ.5/11/2002, η οποία ναι μεν δεν αποτελεί αυθεντία συμφωνώ δε με το σκεπτικό που η Έντιμη Δικαστής εξέφρασε ως ακολούθως: «Εκείνο που εξετάζεται είναι τι ακριβώς με την αιτούμενη καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται. Εάν επιδιώκεται τροποποίηση ή αλλοίωση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αίτηση η συμπλήρωση ηθελημένου κενού, τότε σίγουρα αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί, όπως δεν πρέπει όταν ήταν σε γνώση του Αιτητή και απεκρύβησαν. Εάν όμως είναι σε απάντηση ισχυρισμών τους οποίους ο Αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει και οι οποίοι χρήζουν απάντησης που δεν μπορεί να δοθεί με προφορική μαρτυρία, τότε σίγουρα ο καλός λόγος ο οποίος προβλέπεται στην Δ.48
(4)
(2)υπάρχει.» Εξετάζοντας συνεπώς την υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να εξετάσω κατά πόσο τα όσα η ενάγουσα-αιτήτρια επιθυμεί να προσθέσει ως μαρτυρία στην κυρίως αίτηση, και εννοώ την αίτηση για διαγραφή και/ή παραμερισμό της Υπεράσπισης, αποτελούν «καλό λόγο» εν τη εννοία της νομολογίας ανωτέρω ούτως ώστε να δύναμαι να ασκήσω την διακριτική ευχέρεια που μου παρέχεται. Καταρχήν σημειώνω ότι η αίτηση ως έχει καταχωρηθεί συνάδει με τις δικονομικές πτυχές της νομολογίας ήτοι η προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο έχοντας ενώπιον του το τι προτίθενται να παρουσιάσουν ως περαιτέρω μαρτυρία οι αιτητές είναι σε θέση να προχωρήσει και να εξετάσει την ουσία. Συμφώνως της νομολογίας που προανέφερα σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσει στην απόφαση μου η φύση της αίτησης επί της οποίας προτίθενται οι αιτητές να προσθέσουν μαρτυρία. Η αίτηση για διαγραφή βασίζεται στις Διαταγές 19 και 27. Με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας οι εν λόγω διατάξεις που αποτελούν το υπόβαθρο της αρχικής αίτησης εμπίπτουν εντός των προνοιών της Δ.48
(9)όπου δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση. Ο λόγος που δεν χρειάζεται μαρτυρία σε ένα αίτημα για διαγραφή είναι καθότι κατά την εξέταση μιας αίτησης για διαγραφή δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου υπό την έννοια της αξιολόγησης των ισχυρισμών. Ως έχει αναφερθεί στην Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σοφοκλή Τ. Σαββίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 685 τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξη τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες οι οποίοι εξασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Στην εξέταση αιτήσεων, ως η κυρίως για διαγραφή, το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σε αυτό και παραπέμπω στις αποφάσεις In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος κ.ά ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2007 1(Α) Α.Α.Δ. 21. Δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών μέσα από τις έγγραφες προτάσεις και παραπέμπω στην Πελετιέ ν. Ataya
(1990)1 Α.Α.Δ. 504. Με δεδομένο ότι με βάση τη Δ.48 δεν χρειάζεται η αρχική αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη μαρτυρία θα μπορούσα να απορρίψω το υπό κρίση αίτημα με το σκεπτικό ότι από τη στιγμή που δεν χρειάζεται μαρτυρία πόσο μάλλον να δοθεί άδεια και για προσκόμιση περαιτέρω και συμπληρωματικής μαρτυρίας. Θεωρώ, όμως, ότι το σκεπτικό αυτό θα ήταν υπέρ του δέοντως απλουστευμένο και θα ήταν σκεπτικό που θα τίθετο χωρίς να λάβω υπόψη μου την περαιτέρω νομολογία όσον αφορά τα αιτήματα διαγραφής. Στη νομολογία αυτή με έχει παραπέμψει η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών μέσα από την αγόρευση της. Προτού παραπέμψω στη νομολογία να αναφέρω ότι κατά τη δική μου εκτίμηση και ερμηνεία η πρόνοια της Δ.48 θ.9 ότι δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση δεν αποκλείει να παρουσιαστεί τέτοια μαρτυρία. Σημειώνω ότι τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση συνοδεύονται αμφότερες από ένορκη μαρτυρία. Με βάση τη Νομολογία τώρα που με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών αλλά και στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 σε σχέση με τον αγγλικό διακανονισμό 25
(4)αναφέρονται τα κάτωθι: «Striking out.. The court has, moreover inherent jurisdiction to stay or dismiss actions and to strike out pleading which are vexatious or frivolous, or in any way an abuse of the process of the court, under which it could deal with all the cases included in r. 4 (Reichel McGrath, 14 App. Cas. 665: Remmington v. Scoles
(1897)2 Ch. 1 (C.A.); Stephenson v. Garnett,
(1898)1 Q.B. 677). There has been a considerable extension in the inherent jurisdiction of the court to protect itself from abuse (Metrop. Bank v. Pooley, 10 App. Cas. 210). The principal distinction between the inherent jurisdiction and that under this Rule seems to be that when the court is acting under its inherent jurisdiction evidence by affidavit may be received to show that a pleading is an abuse of the process of the court .». Η ουσία της αναφοράς αυτής είναι ότι σε περιπτώσεις αίτησης διαγραφής αν μεταξύ άλλων υπάρχει και ισχυρισμός για κατάχρηση διαδικασίας το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη του μαρτυρία μέσω ένορκης δήλωσης. Πράγματι εξετάζοντας την αρχική αίτηση για διαγραφή βλέπω ότι τίθενται ισχυρισμοί οι οποίοι περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων και ισχυρισμούς για κατάχρηση διαδικασίας. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η πρόνοια του ότι δεν χρειάζεται ένορκη δήλωση για τέτοια αίτηση δεν δύναται να οδηγήσει σε απόρριψη της εν όψει των όσων έχω προαναφέρει. Συνεπώς, θα προχωρήσω και θα εξετάσω με βάση τις νομολογιακές αρχές που άπτονται το ζήτημα της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και να καταλήξω κατά πόσο υπό τις συνθήκες που παρουσιάζονται αυτή δικαιολογείται. Με βάση την ένορκη μαρτυρία που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αλλά και την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση οι αιτητές ζητούν άδεια να απαντήσουν στις παραγράφους 7, 8 και 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Εκεί φαίνεται να υπάρχουν ισχυρισμοί για συμφωνίες, με συγκεκριμένο περιεχόμενο αλλά και ισχυρισμοί σε σχέση με τα όσα έχουν τώρα προβληθεί μέσα από άλλες ένορκες δηλώσεις. Επίσης, υπάρχει ισχυρισμός για κάποια συνάντηση που φαίνεται να έλαβε χώρα μετά την καταχώρηση της αρχικής αίτησης αλλά και μετά την καταχώρηση της ένστασης των εναγομένων στην αίτηση για διαγραφή. Τα όσα αναφέρονται τώρα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση κρίνω ότι δύναται να στοιχειοθετήσουν την έννοια του «καλού λόγου» λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη μου βέβαια τη φύση της αίτησης την οποία θα στηρίξει η περαιτέρω αυτή μαρτυρία. Με βάση τη νομολογία που προανέφερα δύναται να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς αντίκρουση αντιφατικών ισχυρισμών οι οποίοι έχουν τεθεί για πρώτη φορά μάλιστα στην ένσταση των εναγομένων. Θα συμφωνήσω, βεβαίως, με την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση ότι το Δικαστήριο δεν θα δικάσει σε αυτό το στάδιο την ουσία της υπόθεσης. Το γεγονός όμως ότι επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν οδηγεί αυτόματα και σε αξιολόγηση των ισχυρισμών που θα τεθούν. Ως εκ τούτου δεν θεωρώ ότι με το να επιτρέψω την καταχώρηση συμπληρωματικής μαρτυρίας αξιολογώ με οποιοδήποτε τρόπο ή υπεισέρχομαι με τον τρόπο αυτό στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων. Όταν μάλιστα στην προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση γίνεται ισχυρισμός για νέα γεγονότα που προέκυψαν μεταγενέστερα της καταχώρησης τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης κρίνω δίκαιο και εύλογο να επιτρέψω στην ενάγουσα να θέσει τη δική της θέση γι' αυτά τα γεγονότα όταν μάλιστα και ο ίδιος ο εναγόμενος στην ένσταση του τα αναφέρει. Ως εκ τούτου και καταλήγοντας κρίνω ότι οι αιτητές κατάφεραν να θεμελιώσουν την έννοια του «καλού λόγου» ως η νομολογία απαιτεί ούτως ώστε να τους επιτραπεί να καταχωρήσουν την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Συμπληρώνω, περαιτέρω, ότι από την έγκριση και έκδοση αυτού του διατάγματος δεν έχω διαπιστώσει ότι δύναται να προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά ή δυσμενής επηρεασμός στα δικαιώματα των εναγομένων οι οποίοι έχουν ήδη θέσει τους ισχυρισμούς και θέσεις τους σε σχέση με τα ζητήματα αυτά στην ένσταση τους. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα ως η Παράγραφος 1 της αίτησης. Η προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από σήμερα. Όσον αφορά τα έξοδα, ακολουθώντας τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου, επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ' ων η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο πληρωτέα επίσης στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΤΑ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική- Αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο