← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΒΡΑΑΜ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, Γενική Αίτηση: 840/14, 30/5/2017

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΒΡΑΑΜ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, Γενική Αίτηση: 840/14, 30/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 840/14 Επί τοις αφορώσι τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 και τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, όπως έχει τροποποιηθεί. Επί τοις αφορώσι τη Διαιτησία μεταξύ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού ΛΤΔ και των Παναγιώτη Αβραάμ, Στέλλα Αβραάμ και Χριστιάνα Αβραάμ από τη Λεμεσό. Μεταξύ:

  1. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΒΡΑΑΜ
  2. ΣΤΕΛΛΑ ΑΒΡΑΑΜ
  3. ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΑΒΡΑΑΜ Αιτητές Και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ Καθ' ων η Αίτηση ---------------------- Αίτηση ημερομηνίας 02.03.2017 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.05.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κ. Κωνσταντίνου Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση καταχωρήθηκε στις 22/12/2014 και δι' αυτής οι αιτητές αξιώνουν ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 13/12/2014 που αφορά δάνειο αρ.7324046-1, με υποθήκη αρ.Υ10682/2009 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, επί της οικίας της αιτήτριας 2, οδός Γεωργίου Δροσίνη αρ.6, 4003, Μέσα Γειτονιά. Στο πιο πάνω αίτημα, η καθ' ής η αίτηση καταχώρησε ένσταση στις 11/6/2015 ενώ στις 08/10/2015 οι αιτητές καταχώρησαν αίτηση με την οποία αιτούντο όπως το Δικαστήριο εκδώσει οδηγίες ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας στην Γενική Αίτηση και συγκεκριμένα οδηγίες ως προς την παρουσίαση και προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Στα πλαίσια της αίτησης αυτής το Δικαστήριο στις 23/12/2015 εξέδωσε απόφαση δια της οποίας δόθηκαν οδηγίες όπως η ακρόαση της Γενικής Αίτησης, διεξαχθεί επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων και εφόσον κριθεί αναγκαίο να ζητηθεί άδεια για περαιτέρω μαρτυρία μέσω ενόρκων δηλώσεων ή για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Με την έκδοση της πιο πάνω απόφασης, καθορισμού της διαδικασίας ακρόασης, οι αιτητές καταχώρησαν έφεση με αποτέλεσμα να ακολουθήσει η καταχώρηση άλλης ενδιάμεσης αίτησης στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης και συγκεκριμένα της αίτηση ημερ.2/2/2016 με την οποίας οι αιτητές εξαιτούνται αναστολή της εκδίκασης της Γενικής Αίτησης μέχρις ότου εκδικαστεί η έφεση που καταχωρήθηκε στις 05/01/2016, εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ.23/12/
  4. Η αίτηση αυτή ημερ.2/2/2017 αποσύρθηκε από τους αιτητές και συνεπακόλουθα απορρίφθηκε από το Δικαστήριο άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας. Με μόνη πλέον εκκρεμότητα την εκδίκαση της Γενικής Αίτησης και με δεδομένη την απόφαση του Δικαστηρίου για τον τρόπο διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας, οι αιτητές καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία αξιώνουν από το Δικαστήριο τα κάτωθι: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία της Θεοδώρας Μιλτιάδους εκ Λεμεσού, ενόρκως δηλούσας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 11/06/15, για αντεξέταση σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία του Διαιτητή Στέλιου Παπαλεξάνδρου έτσι ώστε να αντεξεταστεί επί των εγγράφων που κατατέθηκαν στην διαδικασία της Διαιτησίας, επί της μαρτυρίας που εδόθηκε ενώπιον του, αλλά και επί των πρακτικών που τυχόν ετηρήθησαν στην συγκεκριμένη διαδικασία, τα οποία και να παρουσιάσει. Γ. Διάταγμα για άδεια παρουσίασης επιπρόσθετης μαρτυρίας και/ή της μαρτυρίας του Ενάγοντα αρ.1, Παναγιώτη Αβραάμ, ο οποίος παρέστη στην επίδικη «διαδικασία διαιτησίας» και γνωρίζει τα γεγονότα για τα οποία καλείται το Δικαστήριο να αποφανθεί. Δ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κρίνει εύλογο το Δικαστήριο. Ε. Τα έξοδα της αίτησης. Η αίτηση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.1 Θ.2, Δ.38 Θ1-3, Δ.39 Θ.1, Δ.48 Θ.1-4 ενώ από άποψη γεγονότων στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της Μαρίνας Κουρέα, δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο των συνηγόρων των αιτητών. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει τα κάτωθι σε σχέση με το αίτημα για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας στην ένσταση:
  5. Η ως άνω ενόρκως δηλούσα πρέπει να αντεξεταστεί επί των πιο κάτω ισχυρισμών της. Α) Αυτών στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης ημερ. 11/06/15, ότι δηλαδή ήταν παρούσα στη διαδικασία της διαιτησίας. Β) Αυτών της παραγράφου 8 και του ισχυρισμού ότι συντάχθηκε το τεκμήριο 4 το οποίο απεστάλη και ελήφθη από τους Ενάγοντες. Γ) Αυτών στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης ημερ. 11/06/15, ότι δηλαδή παρουσίασε στους αιτητές 1 και 2 αποδεικτικά έγγραφα και καταστάσεις λογαριασμών και εξεδόθη απόφαση από τον Διαιτητή. Δ) Αυτών της παραγράφου 11 της ένορκης δήλωσης ημερ. 11/06/15, ότι δηλαδή «εδόθησαν» καταστάσεις λογαριασμών στους αιτητές 1 και 2, στις 15/05/
  6. Ε) Επίσης η ενόρκως δηλούσα πρέπει να αντεξεταστεί επί των ισχυρισμών της στις παραγράφους 13 και 16 όπου αναφέρει ότι ο αιτητής 1 δεν ξαναεμφανίστηκε, χωρίς να επιβεβαιώσει ή αρνηθεί τους ισχυρισμούς που προβάλλει γι' αυτό η αιτήτρια αρ. 2 ως και επί του ισχυρισμού ότι εξεδόθη στις 13.06.14 απόφαση το λόγο για τον οποίο αυτός δεν εμφανίστηκε. Ζ) Επί των ισχυρισμών των παραγράφων 17 και 20 της ένορκης δήλωσης σχετικά με τα «αποδεικτικά στοιχεία και μαρτυρίες» που κατά τον ισχυρισμό της παρουσιάστηκαν στον Διαιτητή. Σε σχέση με το αιτητικό Β και Γ, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει:
  7. Όπως με συμβουλεύει ο κ. Χατζηπιέρας παρίσταται επίσης ανάγκη να αντεξεταστεί ο κ. Στέλιο Παπαλεξάνδρου, ο οποίος εκτελούσε χρέη διαιτητή, έτσι ώστε να παρουσιάσει πρακτικά που τυχόν ετηρήθησαν στη διαδικασία, να αντεξεταστεί επί των εγγράφων που κατατέθηκαν στη διαδικασία της Διαιτησίας (παράγραφοι 17 και 20 ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 11/06/15) αλλά και επί της μαρτυρίας που εδόθηκε - εάν εδόθηκε - ενώπιον του.
  8. Είναι επίσης αναγκαίο όπως επιτραπεί η προσκόμιση επιπρόσθετης μαρτυρίας, αυτής του αιτητή αρ. 1 ο οποίος παρέστη στη «Διαιτησία» στις 15/05/2014 και που λόγω λάθους δεν έχει επισυναφθεί δική του ένορκη δήλωση στην αίτηση. Στο υπό κρίση αίτημα καταχωρήθηκε ένσταση η οποία βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.38 Κ.Κ. 1-3, Δ.39 Κ.Κ.1-21, Δ.48 Κ.Κ. 1-13 και Δ.64, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρα 50 - 53 και 59

(2), στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμούς Καν.101
(2), στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς Κ.Δ.Π. 142/87 άρθρα 78 και 79, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/60ως έχει τροποποιηθεί άρθρα 2, 5, 16, 17, 19, 20, 21, 23, 26, 30-38 και 48-49, στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 30 και 152, στον Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικό ) Νόμο του 1962 Ν.39/1962άρθρα 6 και 8, στον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9, άρθρα 1-37, στη διακριτική ευχέρεια, στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο Κοινοδίκαιο, στο δίκαιο της Επιείκειας, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Με βάση την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένσταση οι κάτωθι τίθενται ως τέτοιοι λόγοι: 1. Η αίτηση, όσον αφορά τα Αιτητικά (Β)-(Ε), είναι κατά νόμο και κατ' ουσία αβάσιμη. 2. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, όσον αφορά τα Αιτητικά (Β) και (Γ), δεν παρέχει το αναγκαίο υπόβαθρο για την έγκριση της Αίτησης και/ή δεν αποδεικνύει και/ή αποκαλύπτει βάσιμους και/ή ικανοποιητικούς λόγους και/ή εξαιρετικές περιστάσεις για την έγκριση της Αίτησης. 3. Η αίτηση, όσον αφορά τα Αιτητικά (Β) και (Γ), είναι άνευ αντικειμένου και/ή αχρείαστη δεδομένου ότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία με βάση την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί των επίδικων ζητημάτων και να εγκρίνει ή απορρίψει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση (εν τοις εφεξής καλούμενης «η κυρίως αίτηση»). 4. Οι αξιούμενες θεραπείες, όσον αφορά τα Αιτητικά (Β) και (Γ), είναι παντελώς ανυπόστατες και/ή αδικαιολόγητες και/ή γενικές και αόριστες και η καταχώριση της αίτησης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. 5. Δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Διαταγής 38 και/ή της Διαταγής 39 και/ή της Διαταγής 48 Κ.Κ.1-4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, της δικαστηριακής πρακτικής και/ή της Νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 6. Υπήρξε ανεπίτρεπτη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης όσον αφορά τα Αιτητικά (Β) και (Γ). 7. Δεν υπάρχει δείγμα της μαρτυρίας του Ενάγοντα αρ. 1 Παναγιώτη Αβραάμ και/ή η επιζητούμενη να παρουσιαστεί μαρτυρία του Ενάγοντα αρ. 1 Παναγιώτη Αβραάμ είναι άγνωστη. 8. Η αίτηση, όσον αφορά, το Αιτητικό Γ, αντιστρατεύεται τη απόφαση του Δικαστηρίου, ημερ. 23/12/2015. 9. Τυχόν έγκριση της αίτησης, όσον αφορά τα Αιτητικά (Β) και (Γ) θα προκαλέσει περιπλοκότητα και απώλεια πολύτιμου και σημαντικού χρόνου με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της εκδίκασης της κυρίως αίτησης κατά παράβαση του δικαιώματος των Καθ' ων η Αίτηση για διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους εντός ευλόγου χρόνου. 10. Η αίτηση, όσον αφορά τα Αιτητικά (Β) και (Γ), είναι καταχρηστική και/ή καταχωρείται με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στη διαδικασία. 11. Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. 12. Ενόψει των πιο πάνω λόγων δεν δικαιολογείται στην παρούσα περίπτωση η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης των αιτημάτων (Β)-(Ε). Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Φίλιππου Βακανά, εκ Λεμεσού, ημερομηνίας 28/4/2017. Ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και περαιτέρω αναφέρει τα κάτωθι: 1. Περαιτέρω και με πλήρη επιφύλαξη της γενικότητας των πιο πάνω λόγων ένστασης, αναφέρω τα ακόλουθα: Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει ήδη, εξ όσων έχω διαπιστώσει και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση αρκετή και λεπτομερής μαρτυρία για τα επίδικα ζητήματα που υπό τις περιστάσεις καθιστά οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια σε σχέση με μαρτυρία, επιδιωκόμενη με τα Αιτητικά (Β) και (Γ) της αίτησης, περιττή και συνεπώς αχρείαστη και μη αναγκαία. 2. Επιπρόσθετα και σε συνάφεια και συνέχεια των όσων αναφέρω στην παράγραφο 5 ανωτέρω, απορρίπτω τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση για αντεξέταση του ίδιου του διαιτητή, Στέλιου Παπαλεξάνδρου. Εν πρώτοις, αναφέρω, ότι ο Στέλιος Παπαλεξάνδρου δεν έχει δώσει οποιαδήποτε μαρτυρία επί της οποίας θα ήταν δυνατόν να αντεξεταστεί. Δεν υφίστανται γεγονότα που να τον καθιστούν μάρτυρα στην παρούσα διαδικασία, δεδομένου ότι δεν έχει ο ίδιος προβεί σε οποιαδήποτε ένορκη δήλωση και/ή δήλωση. 3. Εξ' όσων, περαιτέρω, με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση, η νομική βάση στην οποία ερείδεται η αίτηση δεν παρέχει τη δυνατότητα έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. 4. Επιπλέον, από τη μελέτη της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, διαπιστώνω ότι η ενόρκως δηλούσα Μαρίνα Κουρέα αναφέρει ότι παρίσταται ανάγκη αντεξέτασης του διαιτητή της διαδικασίας επί των πρακτικών, των εγγράφων που κατατέθηκαν και/ή της μαρτυρίας που ενδεχομένως δόθηκε στην υπ' αυτού διεξαχθείσα διαδικασία διαιτησίας. Εν πρώτοις σημειώνω ότι δεν παρατίθενται λόγοι που αιτιολογούν την ανάγκη αντεξέτασης του Στέλιου Παπαλεξάνδρου. Εκ δευτέρου, ο ισχυρισμός αυτός, ως προβάλλεται είναι τόσο γενικός και αόριστος και αβάσιμος, ώστε θα αποστερούσε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του υπέρ της αποδοχής του, αν δεν υπήρχαν οι ανωτέρω αναφερόμενοι νομικοί σκόπελοι: (
  1. i)Όσον αφορά τα πρακτικά της διαδικασίας της διαιτησίας, οι Αιτητές δε ζητούν να αντεξετάσουν επ' αυτών το διαιτητή αλλά ζητούν απ' αυτόν να τα παρουσιάσει! Τέτοια ευθύνη, βαραίνει, οπωσδήποτε τους ίδιους. Αν ήθελαν να παρουσιάσουν τα σχετικά πρακτικά θα μπορούσαν να ακολουθήσουν την κατάλληλη διαδικασία για εξασφάλισή τους από το γραφείο του Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών και παρουσίασή τους. (
  2. ii)Ζητούν, περαιτέρω, οι Αιτητές την αντεξέταση του Διαιτητή Στέλιου Παπαλεξάνδρου επί των εγγράφων που κατατέθηκαν στη διαδικασία της Διαιτησίας. Μα τέτοια έγγραφα δεν αποτελούν μέρος της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας! Δεν υφίστανται ως Τεκμήρια! Πώς θα γίνεται η αντεξέταση; Ως με πληροφορούν οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση, τέτοιο αίτημα οδηγεί δίχως άλλο σε δικονομική εκτροπή και καταστρατήγηση του δικαίου της απόδειξης. (iii) Τέλος, ζητούν οι Αιτητές να αντεξετάσουν το Διαιτητή Στέλιο Παπαλεξάνδρου επί της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του, εάν δόθηκε! Δεν είναι καν βέβαιοι ότι δόθηκε μαρτυρία αλλά υποβάλλουν αίτημα αντεξέτασης για κάτι (πιθανώς, γι' αυτούς) ανύπαρκτο! Εξάλλου, δε συγκεκριμενοποιούν, ως οφείλουν, για ποιο μέρος της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Διαιτητή Στέλιου Παπαλεξάνδρου θέλουν να τον αντεξετάσουν. Ως με πληροφορούν, οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση, το διάταγμα αντεξέτασης εκδίδεται μόνο εφόσον κρίνεται απαραίτητο μέσα από περιστάσεις που συνηγορούν σε κάτι τέτοιο. Τέτοια αναγκαιότητα προκύπτει στην περίπτωση όπου ένας διάδικος χρειάζεται απαραίτητα διευκρίνιση σε μία θέση και/ή σ' ένα γεγονός που περιέχονται σε ένορκη δήλωση που υποστηρίζει τις θέσεις και/ή καταχωρείται για την πλευρά του αντιδίκου και αποτελεί επίδικο θέμα της αίτησης. Οπωσδήποτε, ένα διάταγμα αντεξέτασης δεν εκδίδεται για να συμπληρώσει, προφορικά, μαρτυρία που θα μπορούσε να είχε τεθεί γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου δια της οδού των ενόρκων δηλώσεων. 5. Τέλος, απορρίπτω το περιεχόμενο της παραγράφου 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση δεδομένου ότι, εξ όσων πληροφορούμαι από τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση, δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος για προσαγωγή επιπρόσθετης μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Σύμφωνα με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ημερ. 23/12/2015, η ακροαματική διαδικασία της κυρίως αίτησης θα διεξαχθεί στη βάση ενόρκων δηλώσεων. Εν προκειμένω, με το αίτημα των Αιτητών δε ξεκαθαρίζεται κατά πόσο η επιπρόσθετη μαρτυρία που επιθυμούν να προσαγάγουν αποτελεί γραπτή ένορκη δήλωση ή όχι. Αιτούνται ασαφώς και αορίστως. Ωστόσο και αν ήθελε υποτεθεί ότι ζητούν την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν επισυνάπτεται δείγμα αυτής, ούτε δίνεται οποιαδήποτε εικόνα περί τίνων ζητημάτων θα πραγματεύεται η εν λόγω ένορκη δήλωση ούτως ώστε το Δικαστήριο να κρίνει αν αυτή σχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα, αν είναι αναγκαία και επομένως συντρέχει καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώρισή της. 6. Επιπρόσθετα, από μελέτη της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, δεν καθίσταται ξεκάθαρο πότε διαπιστώθηκε το λάθος στο οποίο οφείλεται η μη προσαγωγή της μαρτυρίας του Αιτητή αρ.1 ούτε και για ποιο λόγο καθίσταται απαραίτητο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, ήτοι 3 σχεδόν χρόνια μετά την καταχώριση της κυρίως αίτησης και 15 ολάκερους μήνες μετά την απόφαση του Δικαστηρίου, ημερ. 23/12/2015, να εγκριθεί το αίτημα τους για επιπρόσθετη μαρτυρία. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα ενώ αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν την νομική τους επιχειρηματολογία γραπτώς καταθέτοντας κείμενα γραπτών αγορεύσεων. Τα όσα αμφότεροι οι συνήγοροι έθεσαν έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να επαναληφθούν στα πλαίσια της παρούσας απόφασης εκτός όπου αυτό κριθεί απαραίτητο. Προτού παραθέσω την νομολογία επί της νομικής βάσης που στηρίζεται η αίτηση να αναφέρω ότι η υπό κρίση αίτηση προφανώς καταχωρήθηκε συνεπεία της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ.23/12/2017 με την οποία καθορίστηκε ο τρόπος διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας στην Γενική Αίτηση (στο εξής αναφερόμενη ως «η κυρίως αίτησης»). Η υπό κρίση αίτηση εκ τούτου δεν δύναται να εξεταστεί απομονωμένη και χωρίς να ληφθεί υπόψη η εν λόγω απόφαση καθότι το αίτημα θα εξεταστεί και σε σχέση με το κατά πόσο αυτό συνάδει με τις οδηγίες που δόθηκαν από το Δικαστήριο σε σχέση με τον τρόπο ακρόασης της κυρίως αίτησης. Με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.23/12/2015 ο τρόπος διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας καθορίστηκε ως ακολούθως και παραθέτω αυτολεξεί το σχετικό απόσπασμα: «Υπό το φώς όλων των ανωτέρω, εν σχέση με το αιτητικό 1 της αίτησης δίνονται οδηγίες όπως η ακροαματική διαδικασία της κυρίως αίτησης θα διεξαχθεί στην βάση των ενόρκων δηλώσεων. Εφόσον δε κριθεί αναγκαίο το Δικαστήριο θα δώσει άδεια για περαιτέρω μαρτυρία μέσω ενόρκων δηλώσεων ή για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων» Καταρχήν να αναφέρω ότι τα αιτήματα της υπό κρίση αίτησης είναι πολλαπλά και θα πρέπει να εξεταστούν σε δυο κατηγορίες. Κατά πρώτο λόγο θα εξεταστεί το αιτητικό υπό στοιχείο Α το οποίο αφορά αίτημα για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας επί της ένστασης που καταχωρήθηκε στην αίτηση. Με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/12/15, και δεδομένη την ακρόαση της κυρίως αίτησης επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων, το δικαίωμα αίτησης για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα, δύναται δικονομικά να υποβληθεί. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι η ένσταση που καταχωρήθηκε αφορά τα λοιπά αιτητικά ενώ κανένας λόγος ένστασης τίθεται για το αιτητικό Α. Παρόλα αυτά η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με βάση καθιερωμένες νομολογιακά αρχές και δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ένστασης ή όχι. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει κατά πόσο το αίτημα δικαιολογείται ή όχι. Η αίτηση σε σχέση με το αιτητικό Α βασίζεται στην Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ανατρέχοντας στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπιστώνει κανείς ότι υπάρχει σωρεία νομολογίας μέσα από την οποία τίθενται οι αρχές και οι παράμετροι άσκησης της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου. Από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής διαπιστώνει κανείς ότι ο θ. 1 της Δ.39 αναφέρεται γενικά στην μαρτυρία η οποία δίδεται με ένορκη δήλωση και την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την παρουσία του ενόρκως δηλούντος για αντεξέταση. Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της Δ.39 στο υπό κρίση αίτημα. Σε σχέση με αυτές τις προϋποθέσεις παραπέμπω στο σύγγραμμα Ηalsbury's Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ.878. κάτω από τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence» αναφέρονται τα εξής: «Τhe Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion." Επίσης στο Annual Practice 1956, όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με την δική μας, το O.38, εξηγείται ακριβώς πώς ασκείται αυτή η εξουσία του Δικαστηρίου και τονίζεται στη σελ. 677 κ. επ. ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου στην έκδοση τέτοιου διατάγματος. Είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους ζητείται. Στην Αίτηση Αρ. 18/2008, Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκκου Χατζηλοϊζου, ημερ. 14/3/2008 εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση την Δ.39, Θ.1. Λέχθηκε, στην εν λόγω απόφαση, ότι: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ού στην αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στην Δ.39,Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της». Σημαντικοί παράμετροι για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αποτελούν και εδώ το είδος και η φύση της αίτησης και γενικά της διαδικασίας στην οποία αυτή αφορά καθώς και το κατά πόσο η αντεξέταση είναι αναγκαία και προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης υπό την έννοια ότι θα συμβάλει στην αποκρυστάλλωση και διασαφήνιση των ζητημάτων που θα πρέπει να αποφασισθούν στην εν λόγω διαδικασία. Σύμφωνα με την Νομολογία η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει αντεξέταση πρέπει να ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις εκείνες όπου η αντεξέταση καθίσταται πρόδηλα αναγκαία και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Το βάρος βρίσκεται δε στους ώμους των Αιτητών να παραθέσουν τέτοιους λόγους, οι οποίοι να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για τα πιο πάνω ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης. Είναι ξεκάθαρο ότι η έγκριση αιτήματος για αντεξέταση επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Στο σημείο αυτό παραπέμπω και στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1660, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Εν' όψει της πιο πάνω θέσης της νομολογίας θεωρώ ότι η αίτηση για αντεξέταση ομνυόσαντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία αυτών των εξαιρετικών περιπτώσεων». Επιπλέον των πιο πάνω προκύπτει ότι το αίτημα για αντεξέταση θα πρέπει να υποβάλλεται με συγκεκριμένη αναφορά στα θέματα και σημεία της ένορκης δήλωσης που ο αιτητής επιθυμεί να αντεξετάσει. Η συγκεκριμενοποίηση των σημείων αυτών εξυπηρετεί από την μια και δίδει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να μπορέσει να εξετάσει κατά πόσο το αίτημα δικαιολογείται και από την άλλη προφυλάσσει την εκτροπή της διαδικασίας από ακρόαση επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων σε ακροαματική διαδικασία με παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας. Το αιτητικό Α αφορά το αίτημα για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της. Καμία αναφορά σε ποιό ζήτημα που εγείρεται από την ένορκη αυτή δήλωση επιθυμούν οι αιτητές να αντεξετάσουν. Σημειώνω ότι η ένορκη δήλωση της Θεοδώρας Μιλτιάδους ημερ.11/6/2015 περιλαμβάνει στο σύνολο της 25 παραγράφους ενώ στο σύνολο της είναι μακροσκελής με αναφορά σε διάφορα ζητήματα και παραπομπή σε διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Το αίτημα βεβαίως εξειδικεύεται και συγκεκριμενοποιείται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση στην οποία αναφέρεται ότι η αντεξέταση αφορά τις παραγράφους 5, 8, 9, 11, 13, 16, 17 και
  1. Παρά ταύτα παρατηρώ ότι καμία αναφορά γίνεται στους λόγους που η αντεξέταση επ' αυτών των παραγράφων είναι απαραίτητη και για ποιο λόγο η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στην κατηγορία των «εξαιρετικών περιπτώσεων» για να επιτραπεί η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Το αίτημα ως υποβλήθηκε στο σημείο Α της αίτησης και με βάση την μαρτυρία προς στήριξη του παρατηρώ και καταλήγω ότι είναι γενικό, αόριστο και δεν δύναται να εγκριθεί. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουν παρουσιαστεί στοιχεία τα οποία να μου επιτρέπουν να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια προς έγκριση του. Ουδεμία μαρτυρία πέραν της γενικής αναφοράς για ανάγκη αντεξέτασης επί παραγράφων, δόθηκε που να πείσει περί τούτου. Η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θα οδηγούσε στην παρεκτροπή της διαδικασίας από τον τρόπο με τον οποίο καθορίστηκε καθότι θα επέτρεπε την αντεξέταση μάρτυρα επί του συνόλου της μαρτυρίας του χωρίς να έχει θεμελιωθεί προς τούτο καλός λόγος, σε συνάρτηση πάντοτε και με την κυρίως αίτηση, την οποία θα κληθεί μεταγενέστερα το Δικαστήριο να αποφασίσει. Εισερχόμενη τώρα στην δεύτερη κατηγορία των αιτημάτων και συγκεκριμένα αυτών υπό στοιχεία Β και Γ παρατηρώ τα κάτωθι: Επαναλαμβάνω ότι με βάση την απόφαση η ακρόαση της αίτησης θα διεξαχθεί επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Οι ένορκες αυτές δηλώσεις δεν είναι άλλες από αυτές που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα ενώ δυνατότητα πέραν της υποβολής αιτήματος για αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων σε αυτές υπάρχει η δυνατότητα υποβολής αιτήματος για παρουσίαση περαιτέρω μαρτυρίας μέσω ενόρκων δηλώσεων. Κατά πρώτο λόγο το αίτημα Β αφορά αίτημα για αντεξέταση του Διαιτητή Στέλιου Παπαλεξάνδρου ο οποίος σημειώνω ότι δεν έχει δώσει μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης. Η δυνατότητα αντεξέταση με βάση την Δ.39 αφορά μάρτυρα ο οποίος έχει καταχωρήσει την μαρτυρία του υπό μορφή ένορκης δήλωσης. Με βάση την απουσία ένορκης δήλωσης, η κλήση του προσώπου αυτού να αντεξεταστεί στερείται τόσο νομικού όσο και πραγματικού υποβάθρου ενώ δεν καλύπτεται από την Δ.
  2. την οποία επικαλούνται οι αιτητές. Σε σχέση τώρα με το αιτητικό Γ παρατηρώ ότι οι αιτητές ζητούν ουσιαστικά την προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας ενός εκ των αιτητών και συγκεκριμένα του αιτητή αρ.
  3. Παρόλο που δεν διευκρινίζεται στην αίτηση κατά πόσο η μαρτυρία αυτή που ζητούν να παρουσιαστεί είναι υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή προφορικής μαρτυρίας στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι η μαρτυρία είναι του αιτητή 1 με ένορκη δήλωση που εκ λάθους δεν επισυνάφθηκε στην κυρίως αίτηση. Με την κυρίως αίτηση αμφισβητείται η διαδικασία που έλαβε χώρα κατά την διαιτησία ενώ ο αιτητής αρ.1 είναι πρόσωπο που κατ΄ ισχυρισμό ήταν παρών σε αυτή την διαδικασία. Τα πιο πάνω και με δεδομένη την απόφαση του Δικαστηρίου σε ότι αφορά την διαδικασία καταλήγω ότι δύναμαι να ασκήσω την εξουσία που έχω και να επιτρέψω στον αιτητή να παρουσιάσει τις δικές του θέσεις. Η απόφαση ημερ.23/12/2015 αναφέρει ότι εφόσον κριθεί αναγκαίο θα δοθεί άδεια για καταχώρηση περαιτέρω μαρτυρίας με ένορκη δήλωση. Ως εκ τούτου και αποδεχόμενη ότι θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα ο αιτητής 1 να θέσει τους ισχυρισμούς του σε σχέση με την αξίωση του, μαρτυρία που εκ λάθους δεν επισυνάφθηκε θα εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα. Συνεπακόλουθα εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου επιτρέπεται στον αιτητή 1 να καταχωρήσει περαιτέρω μαρτυρία με την μορφή ένορκης δήλωσης εντός 20 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης με δεδομένη την μερική επιτυχία αυτής επιδικάζονται εναντίον των αιτητών και υπέρ των καθ' ών η αίτηση ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα επίσης στο τέλος της διαδικασίας μειωμένα κατά το 1/
  4. (Υπ.) .................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.