← Κύπρος

Άντυ Παπαδόπουλου κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Αρ. Αγωγής 4270/15, 23/6/2017

Άντυ Παπαδόπουλου κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Αρ. Αγωγής 4270/15, 23/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A206 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4270/15 Μεταξύ: Άντυ Παπαδόπουλου Μαρία Παπαδοπούλου Εναγόντων και Alpha Bank Cyprus Ltd, από Λευκωσία Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 29.12.2016 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 23 Ιουνίου, 2017 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Β. Γιατρού για ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους-Καθ΄ων η αίτηση: κα Οικονόμου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών πως οι ενάγοντες έλαβαν από τους εναγόμενους στεγαστικό δάνειο σε ξένο νόμισμα (ύψους 403.000 Ελβετικών φράγκων), στη βάση συμφωνίας δανείου, ημερομηνίας 23.5.2008, με σκοπό την αγορά από τον ενάγοντα αρ.1, ακινήτου στο χωριό Ερήμη της επαρχίας Λεμεσού. Είναι θέση των εναγόντων, όπως προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης, πως οι εναγόμενοι τους συμβούλευσαν αμελώς (negligence) να συνάψουν την συμφωνία δανείου σε Ελβετικά φράγκα πείθοντας τους ότι ήταν η πιο συμφέρουσα πράξη γι' αυτούς. Οι ενάγοντες προσδιορίζουν και παραθέτουν στην Έκθεση Απαίτησης, λεπτομέρειες των ψευδών παραστάσεων (negligent and/or innocent misrepresentation) στις οποίες, κατ' ισχυρισμόν, προέβησαν οι εναγόμενοι καθώς επίσης και των αμελών συμβουλών (negligent advice) που έδωσαν. Με την αγωγή τους αξιώνουν την ακύρωση της συμφωνίας δανείου, διαζευκτικά ζητούν διάταγμα με το οποίο να καθορίζεται ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου και/ή το ύψος της καταβλητέας δόσης, με βάση την ισοτιμία του ελβετικού φράγκου με το ευρώ, κατά την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου. Αξιώνουν επίσης και αποζημιώσεις για αμέλεια και/ή παραβίαση του καθήκοντος προστασίας των εναγόντων και/ή της υποχρέωσης καλής πίστης. Οι εναγόμενοι απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Είναι η θέση τους πως η επίδικη συμφωνία καταρτίστηκε «ελευθέρα βουλήσει», κατόπιν αιτήματος των ιδίων των εναγόντων και συνεπώς οι τελευταίοι κωλύονται λόγω καταχωρήσεων (are estopped by deed) και λόγω παραστάσεων (are estopped by conduct) να προβάλλουν τους εν λόγω ισχυρισμούς. Ανταπαιτητικώς οι εναγόμενοι αξιώνουν την αποπληρωμή του δανείου καθώς επίσης και την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων σε σχέση με το αγορασθέν από τον ενάγοντα αρ.1, ακίνητο. Με την υπό κρίση Αίτηση οι ενάγοντες-αιτητές αιτούνται: «Α. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγόμενη, να απαιτεί την καταβολή άμεσα του υπολοίπου του λογαριασμού και ή μηνιαίας δόσης από τους Ενάγοντες μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής. Β. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης του υποθηκευμένου και/ή εκχωρημένου ακινήτου εντός μέρους του οικοπέδου με αρ. εγγραφής 6282 τεμάχιο 913 του Φ/Σ 53/61 που βρίσκεται στο χωρίο Ερήμη στη Λεμεσό μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Γ. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύσει στην Εναγόμενη να κοινοποιεί τα στοιχεία των Εναγόντων στο σύστημα «Άρτεμις» και ή σε τρίτους μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Δ. Περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία, την οποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και εύλογη υπό τας περιστάσεις. Ε. Τα έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν14/60, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4, 5 και 9, στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των παραρτημάτων της, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 48 Θεσμός 1 - 4, 7 και 8, στη νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας, στο Κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο στηρίζει την Αίτηση, εμφαίνεται στην Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα αρ.1 Άντυ Παπαδόπουλου, η μαρτυρία του οποίου έχει ως εξής: «Κατά τον χρόνο σύναψης του δανείου ο ίδιος ήταν και εξακολουθεί να είναι προγραμματιστής υπολογιστών. Η ενάγουσα 2 (είναι η μητέρα του) ήταν συνταξιούχος ενώ πριν συνταξιοδοτηθεί εργαζόταν στο αεροδρόμιο ως πωλήτρια. Τον Απρίλιο του 2008 αγόρασε μία υπό ανέγερση κατοικία (το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2) στο χωριό Ερήμη στη Λεμεσό για το ποσό των €307.548.-. Μέρος του τιμήματος το πλήρωσε με «δικά του» χρήματα και για το υπόλοιπο ποσό, περίπου €245.000.-, απευθύνθηκε στους εναγόμενους για σύναψη στεγαστικού δανείου. Η υπάλληλος στο υποκατάστημα που απευθύνθηκε, του ανέφερε ότι «είχαν ένα νέο στεγαστικό σχέδιο το οποίο ήταν πολύ καλό και συμφέρον και το οποίο σύστηνε ανεπιφύλακτα». Το δάνειο θα συνάπτετο σε ελβετικά φράγκα (λόγω της σταθερότητας του νομίσματος δεν υπήρχε ίχνος ανησυχίας) αντί σε ευρώ και με αυτό τον τρόπο θα επωφελείτο το χαμηλό βασικό επιτόκιο του ελβετικού φράγκου, σε αντίθεση με το βασικό επιτόκιο του ευρώ που ήταν πολύ ψηλότερο. Λόγω ακριβώς του χαμηλού επιτοκίου, τόσο το «κόστος του δανεισμού» όσο και η μηνιαία δόση θα ήταν πιο χαμηλή. Ο μισθός του τότε ανήρχετο στο ποσό των €1.600.- μηνιαίως. Δεδομένου τούτου, όπως του ανέφερε η υπάλληλος των εναγόντων, θα υπήρχε πρόβλημα έγκρισης δανείου ύψους 245.000.- σε ευρώ, καθότι «δεν θα μπορούσε» να εξυπηρετήσει τη δόση του, σε αντίθεση με την σύναψη δανείου του αντίστοιχου ποσού, σε ελβετικά φράγκα. Στις 23.5.2016, υπέγραψε την επίδικη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 3) η οποία του παρουσιάστηκε «ως ένα τυπικό έγγραφο τέτοιου είδους δανείων». Ήταν πολυσέλιδη, με «standard» όρους, όπως του ανέφεραν. Προτού υπογράψει, η υπάλληλος τον διαβεβαίωσε πως το ύψος του δανείου και το ύψος της δόσης που αναγραφόταν σε ελβετικά φράγκα, ήταν το αντίστοιχο συμφωνημένο ποσό των €245.000.- (το δάνειο) και €1.200.- (η δόση). Το δάνειο εκταμιεύθηκε σε ευρώ και αποπληρωνόταν και συνεχίζει να αποπληρώνεται με πάγια εντολή (standing order) από τρεχούμενο λογαριασμό σε ευρώ. Ο εν λόγω λογαριασμός «ανοίχθηκε» ταυτόχρονα με την σύναψη του δανείου. Οι εναγόμενοι κάθε μήνα «φροντίζουν» να μεταφέρουν από τον τρεχούμενο λογαριασμό στον λογαριασμό του δανείου, την κατ' ισχυρισμό δόση. Λίγο μετά την σύναψη του δανείου, οι εναγόμενοι του απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 18.12.2008 (Τεκμήριο 4), με την οποία τον ενημέρωναν ότι θα προχωρούσαν σε αύξηση του περιθωρίου κέρδους από 1.75% σε 3.12%. Το ίδιο έκαμαν και το 2010 με την επιστολή ημερομηνίας 19.1.2010 (Τεκμήριο 5). Συνεχώς οι εναγόμενοι του ζητούν να καταβάλει μεγαλύτερη δόση από αυτή που είχαν αρχικά συμφωνήσει. Διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένα τόσο για την αλλαγή του επιτοκίου όσο και για την αύξηση της δόσης. Προσπάθησε να εξεύρει εξώδικη διευθέτηση χωρίς όμως αποτέλεσμα. Οι εναγόμενοι του πρότειναν να μετατραπεί το δάνειο σε ευρώ και να συνάψει «δεύτερο δάνειο» ώστε να καλυφθεί μέρος της συναλλαγματικής ζημιάς που θα προέκυπτε από την μετατροπή του νομίσματος. Δεν το δέχθηκε. Παρά τις διαμαρτυρίες του, συνέχιζε να καταθέτει στον τρεχούμενο λογαριασμό, τέτοιο ποσό που να «καλύπτει τις απαιτήσεις των εναγομένων». Οι τελευταίοι «απειλούσαν» πως εάν δεν το έπραττε θα «είχε πρόβλημα με τους λογαριασμούς του, θα έμπαινε στο «ΑΡΤΕΜΙΣ» και θα του πωλούσαν το σπίτι». Μέχρι σήμερα (29.12.2016, ημερομηνία που ορκίστηκε) έχει καταβάλει το ποσό των €223.678,76. Οι εναγόμενοι συνεχίζουν να «τραβούν» από τον τρεχούμενο λογαριασμό του, το ποσό που οι ίδιοι θεωρούν ότι αποτελεί την μηνιαία δόση, η οποία σήμερα (29.12.2016) ανέρχεται περίπου στα €1.800.- (ακόμη και μετά την καταχώριση της αγωγής συνεχίζει να καταθέτει χρήματα στον τρεχούμενο λογαριασμό του). Βάσει του πλάνου αποπληρωμής που του είχαν παρουσιάσει αρχικά οι εναγόμενοι, μέχρι στιγμής θα έπρεπε να είχε καταβάλει 102 δόσεις των €1.195.- η κάθε δόση, σύνολο €121.890.-. Η μητέρα του σε «κάποια φάση» πανικοβλήθηκε και κατέβαλε έναντι του δανείου το ποσό των €60.000.-. Μέχρι στιγμής έχει προπληρωθεί το ποσό των €100.000.- που είναι οι δόσεις των επόμενων επτά

(7)χρόνων, δηλαδή έχει καταβάλει ποσά «συνολικού ύψους ίσο σχεδόν με το αρχικό κεφάλαιο». Μετά την λήψη των δικαστικών μέτρων εναντίον των εναγομένων, οι τελευταίοι με επιστολή τους ημερομηνίας 7.3.2016 (Τεκμήριο 9), τερμάτισαν τον λογαριασμό του και «έθεσαν ολόκληρο το κατ' ισχυρισμόν υπόλοιπο του λογαριασμού ως άμεσα απαιτητό. Παρά ταύτα, μέχρι και σήμερα, οι εναγόμενοι εξακολουθούν να «τραβούν» από τον τρεχούμενο λογαριασμό του, την «ισχυριζόμενη δόση». Οι εναγόμενοι απέστειλαν λανθασμένα και παραπλανητικά στοιχεία στο «σύστημα ΑΡΤΕΜΙΣ» με αποτέλεσμα ο ίδιος να παρουσιάζεται (Τεκμήριο 12), ωσάν «να έχει καθυστερήσεις 888 ημέρες». Παρά το ότι οι δικηγόροι του απέστειλαν σχετική επιστολή (Τεκμήριο 13), ζητώντας την αποκατάσταση των πραγμάτων, τα στοιχεία δεν έχουν διορθωθεί.» Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί πως η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς, το Δικαστήριο όμως έκρινε πως δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος ώστε να επιληφθεί της Αίτησης στην απουσία του αντιδίκου και διέταξε την επίδοση της στην άλλη πλευρά. Η εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση, καταχώρησε Ένσταση η οποία στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς (Civil Procedure Rules) Δ.48, Θ.1,2,3,4,5,6,7,8 και 9, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα Άρθρα 2, 29, 31, 32 και 41, 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στο Άρθρο 14 του περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ.149, στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013, στην Κανονιστική Διοικητική Πράξη 414/2013, στον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και ∆ραστηριοτήτων και Ρυθµιζόµενων Αγορών Νόµο του 2007 - Νόμο 144(Ι)/2007, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην Νομολογία του Δικαστηρίου, στον φάκελο του Δικαστηρίου, και επί των συμφυών και γενικών εξουσιών του Δικαστηρίου. Ως Λόγοι Ένστασης προβάλλονται οι εξής: «(α) Δεν καταδεικνύεται οποιοσδήποτε λόγος για την έκδοση των αιτούμενων Διατάγματος. Οι ενάγοντες/αιτητές έχουν αποτύχει να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους περί του ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (β) Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος και/ή επαρκής λόγος όπως εκδοθούν τα εν λόγω Διατάγματα, καθότι οι εναγόμενοι ουδέποτε ζήτησαν την εκποίηση των εν λόγω υποθηκευμένων ακινήτων, και αντίθετα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, αν δεν ήταν για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής από μέρους των, ο εν λόγω λογαριασμός δεν θα τερματίζεται καθότι παρουσίαζε προπληρωμές και όχι καθυστερήσεις, η δε παρούσα αίτηση είναι πρόωρη και είναι δέον όπως απορριφθεί. (γ) Όλα τα μεταξύ των μερών έγγραφα και συμφωνίες είναι καθ' όλα έγκυρα και δεσμευτικά προς τα συμβαλλόμενα μέρη, οι δε ενάγοντες έχουν υπογράψει αυτά ελευθέρα βουλήσει με αποτέλεσμα να κωλύονται (are estopped) από το να προβάλουν τους ισχυρισμούς που προωθούν με την υπό κρίση αίτηση τους. Επομένως τα αιτούμενα Διατάγματα δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο όπως εκδοθούν. (δ) Η εν λόγω δανειοδότηση δεν θα τερματίζετο και/ή οι εναγόμενοι δεν θα τερμάτιζαν την εν λόγω δανειοδότηση καθότι παρουσίαζε προπληρωμές μέχρι μίας ημερομηνίας, πλην όμως με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής από τους ενάγοντες, η λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού έχει τερματισθεί. Οι εναγόμενοι δηλώνουν στο παρόν στάδιο ότι τα μέρη και οι διάδικοι δεσμεύονται από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, η οποιαδήποτε δε παρέμβαση στους όρους που διέπουν την μεταξύ τους σχέσης θα θεωρείτο ότι καταστρατηγεί την πρόθεση των μερών και το status quo. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι δεν ζήτησαν ποτέ την εκποίηση του ακινήτου. (ε) Οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» ως η υποχρέωση τους, καθότι ουδέποτε εξαπατήθηκαν από τους εναγόμενους, οι ίδιοι δε επέμεναν στην κατάρτιση της εν λόγω δανειοδότηση, και υπέγραψαν όλα τα σχετικά έγγραφα αφού διάβασαν και αντιλήφθηκαν τους όρους αυτών. (στ) Εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά τους εναγόμενους. (ζ) Η παρούσα αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60 δι' έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. (η) Δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων ή βάση αγωγής ή πιθανότητας επιτυχίας (no cause of action). (θ) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (ι) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court), καθότι είναι ενοχλητική, εκδικητική, καταπιεστική και νομικά αβάσιμη. (κ) Υπάρχει έκδηλη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση εκ μέρους των εναγόντων στην υποβολή της παρούσας αίτησης. (λ) Η παρούσα αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 9 του Κεφ. 6, ήτοι το στοιχείο του κατεπείγοντος. (μ) Οι καθ'ών η αίτηση λέγουν ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια κωλυσιεργίας και/ή καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής. (ν) Ο μοναδικός λόγος καταχώρησης της παρούσας αίτησης είναι για να καθυστερήσει η διαδικασία και/ή να αποτρέψουν τους εναγόμενους από το να μπορέσουν να εισπράξουν το λαβείν τους. (ξ) Σε περίπτωση που απορριφθεί η παρούσα αγωγή και στο μεταξύ ανασταλούν οι όροι της σύμβασης μέχρι τότε, οι εναγόμενοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και δεν θα μπορέσουν να αποζημιωθούν ανάλογα. Εάν δε οι ενάγοντες κερδίσουν την αγωγή τους τότε, θα μπορούν χωρίς καμία αμφιβολία να αποζημιωθούν από ένα φερέγγυο τραπεζικό οργανισμό. (ο) Το αιτούμενο διάταγμα σκοπό έχει να πλήξει τα συμφέροντα των εναγομένων και δεν είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί αυτό. (π) Το ισοζύγιο της ευχέρειας τείνει υπέρ της απόρριψης της παρούσας αίτησης και της μη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων.» Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Αγαθοκλή Αγαθοκλέους, υπαλλήλου των εναγομένων, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Μεγάλο μέρος της Ένορκης Δήλωσης αφιερώνεται σε επιχειρηματολογία υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Ως προς τα γεγονότα ο ενόρκως δηλών αναφέρει τα εξής: «Η Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 3 στην Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα αρ.1 Άντυ Παπαδόπουλου) συνοδεύεται από το σχετικό «Certificate» (σ' αυτό δηλώνεται πως οι ενάγοντες έλαβαν αντίγραφο της Συμφωνίας). Στην τελευταία σελίδα της Συμφωνίας επισυνάπτεται ως Παράρτημα, σχετική ειδοποίηση με τίτλο «Notice of Cancellation of the Agreement», με την οποία οι ενάγοντες ενημερώθηκαν ότι είχαν το δικαίωμα, εάν ήθελαν, να τερματίσουν την Συμφωνία, κάτι που δεν έπραξαν ποτέ. Τούτο, τους «εμποδίζει» να προβάλουν τους ισχυρισμούς που προωθούν με την υπό κρίση Αίτηση και ειδικότερα τους «εμποδίζει» να αμφισβητούν την εγκυρότητα και νομιμότητα των όρων της Συμφωνίας Δανείου και των εγγυήσεων που «αυτοβούλως» παραχώρησαν. Το επίδικο δάνειο παραχωρήθηκε στους ενάγοντες σε ξένο νόμισμα (ελβετικά φράγκα) κατόπιν δικού τους αιτήματος. Η επιλογή του νομίσματος έγινε αποκλειστικά από τους ίδιους τους ενάγοντες οι οποίοι ανέλαβαν τον «συναλλαγματικό και επιτοκιακό» κίνδυνο που ενδεχομένως να προέκυπτε από τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα. Οι εναγόμενοι έδωσαν στους ενάγοντες όλες τις σχετικές πληροφορίες για το σχέδιο των πιστωτικών διευκολύνσεων που θα πρόσφεραν. Στην αίτηση τους για παραχώρηση του δανείου, οι ενάγοντες δήλωσαν ότι είχαν «σύνολο εισοδημάτων κοντά στις €5.500.-» και ότι θα πωλούσαν κατοικία στον Καναδά και θα είχαν περαιτέρω εισοδήματα για την αποπληρωμή του δανείου. Το ότι απέκρυψαν τα στοιχεία αυτά από το Δικαστήριο κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος των, ουσιαστικά σημαίνει πως δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» και δεν «παρουσίασαν την πλήρη και αληθινή εικόνα μη αποκαλύπτοντας όλα τα απαραίτητα γεγονότα». Η τράπεζα είχε το δικαίωμα (προνοείται από τον Όρο 4 της Συμφωνίας Δανείου) να μεταβάλει (είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω) το σχετικό επιτόκιο, το επιτόκιο περιθωρίου, τον τόκο υπερημερίας και οι μεταβολές αυτές θα ήταν δεσμευτικές προς τους οφειλέτες οι οποίοι θα ενημερώνοντο γι' αυτές είτε μέσω Ανακοίνωσης στον ημερήσιο τύπο είτε μέσω γραπτής Ειδοποίησης. Η καταχώριση των στοιχείων των εναγόντων στο σύστημα «AΡTEMIΣ», ήταν «επιτακτική» και η τράπεζα ενήργησε σύμφωνα με τις Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας (Κανονιστική Διοικητική Πράξη 414/2013 η οποία εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 10Α του Νόμου 66
(1)/1997 και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 4.12.2013).» Κατά την ακρόαση της Αίτησης και οι δύο πλευρές υπεραμύνθηκαν των θέσεων τους με αναφορά σε νομολογία. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Έχει θεμελιωθεί από παλιά ότι το Δικαστήριο και δεδομένου ότι αυτό έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει κατ΄ επανάληψη τεθεί μέσα από τη νομολογία, σχετικές αποφάσεις δε των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος έχουν υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια πλήρως (δέστε τις επτά προτάσεις του Ralph Gibson L.J. στην Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω). Παρομοίως και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει υποδείξει το θεμελιώδες πρόβλημα που δυνατό να προκύψει από την απόκρυψη γεγονότων, όπως υποδεικνύει η υπόθεση Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ Π.Ε. 10494 ημερ. 27/4/2000, η οποία υιοθέτησε προηγούμενη νομολογία όπως την Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.
  1. Toύτων λεχθέντων, θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση των προϋποθέσεων που θα πρέπει να πληρούνται όπως επιτάσσει το άρθρο 32 του Νόμου 14/
  2. Ως προς την ουσία της διεκδίκησης των εναγόντων, με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση. Η απαίτηση των εναγόντων, αντικειμενικά κρινόμενη και αποσυνδεδεμένη εντελώς από οτιδήποτε άλλο, κρίνεται ως καλή βάση αγωγής προς ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης (Α/φοί Μυλωνά κ.α. ν. Avraamides & Co. Ltd
(1998)1 A.A.Δ.1513). Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση αρ.145/11, ημερομηνίας 13.5.2013, υπεδείχθη πως εάν από τα δικόγραφα αντικειμενικά προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής τούτο είναι αρκετό για την ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου
  1. Από τα ίδια στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, φαίνεται να ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να λεχθεί πως το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν πρόκειται να διεξέλθει την μαρτυρία με γνώμονα την διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της [Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ.1980] ούτε και θα εξετάσει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και σε κατάληξη ευρημάτων επί γεγονότων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για την θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 [Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ.1528]. Εν προκειμένω, όπως έχει διαφανεί, υπάρχουν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές οι οποίες, εκ των πραγμάτων, θα πρέπει να συνεκτιμηθούν. Είναι κοινό έδαφος πως το δάνειο έγινε για την αγορά ακινήτου (στεγαστικό). Βασική θέση της εναγόμενης-καθ' ης η αίτηση είναι πως οι ενάγοντες από μόνοι τους και με την ελεύθερη τους βούληση αιτήθηκαν δανεισμό σε ελβετικά φράγκα και πως η ίδια τους ενημέρωσε και τους επεξήγησε τους όρους της συμφωνίας και γενικά ό,τι ήταν σχετικό με την συμφωνία. Επίδικο θέμα της αγωγής (όπως έχει καθοριστεί από τις έγγραφες προτάσεις) δεν είναι το κατά πόσον η εναγόμενη επεξήγησε στους ενάγοντες τους όρους της συμφωνίας και πως θα γινόταν η μετατροπή του νομίσματος (ευρώ) το οποίο θα χρησιμοποιείτο για την καταβολή της δόσης σε ελβετικό φράγκο, αλλά κατά πόσον η μορφή αυτή του δανεισμού, συνιστά μία συνηθισμένη σύμβαση δανείου, για την οποία ο δανειολήπτης γνωρίζει από την αρχή ότι θα επιστρέψει συγκεκριμένο ποσό ως κεφάλαιο πλέον συγκεκριμένο ποσό ως τόκους (οι αναλογούντες τόκοι). Στην προκειμένη περίπτωση, ο δανεισμός σε νόμισμα το οποίο υπόκειται σε δικό του επιτόκιο, όπως συμβαίνει με το ελβετικό φράγκο και η αποπληρωμή του δανείου σε ευρώ (το επιτόκιο που φέρει το ελβετικό φράγκο είναι διαφορετικό από το euribor που εφαρμόζεται στο ευρώ) έχει ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα ότι τόσο το ποσό του κεφαλαίου όσο και το επιτόκιο με το οποίο υπολογίζονται οι τόκοι και κατ' επέκταση το πραγματικά οφειλόμενο ποσό, παραμένουν εν πολλοίς άγνωστα και κυμαινόμενα, ανάλογα αφενός μεν με την εκάστοτε συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ με το ελβετικό φράγκο και αφετέρου με το επιτόκιο που έχει το ελβετικό φράγκο. Βέβαια το παρόν στάδιο δεν προσφέρεται για την ανάλυση σε βάθος της μορφής αυτής του δανεισμού και κατά πόσον αυτή υποκρύπτει τέτοιους κινδύνους που η εναγόμενη όφειλε να τους επεξηγήσει στους ενάγοντες και να τους καταγράψει ευκρινώς στην συμφωνία. Οι παρατηρήσεις αυτές διατυπώνονται για να αναδείξουν το επίδικο θέμα, υπό το πρίσμα της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60 (εάν δηλαδή η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση) και όχι για να αναλυθούν σε βάθος οι όροι της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας επειδή, επαναλαμβάνω, δεν είναι το παρόν στάδιο το βάθρο για την οριστική επίλυση της ουσίας της διαφοράς. Όπως τέθηκε και στην Ηellenic Bank (ανωτέρω), το Δικαστήριο περιορίζεται στην διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Από τα όσα έχουν εκτεθεί, εκείνο το οποίο εξάγεται και παρουσιάζεται ως εικόνα, στην όψη των πραγμάτων, ως προς την προοπτική επιτυχίας της βάσης της αγωγής, είναι πως ικανοποιείται πλήρως και η εν λόγω προϋπόθεση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί πως οι ενάγοντες έχουν αποκαλύψει συζητήσιμη υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας αναφορικά με την βάση της αγωγής που παρουσίασαν, όχι βέβαια για να απαλλαγούν από κάθε οικονομική υποχρέωση και να κατακρατήσουν τα χρήματα του δανείου που παραδεκτά εισέπραξαν. Οι ενάγοντες-αιτητές ζητούν, εν προκειμένω, την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στην εναγόμενη να απαιτεί την καταβολή του οφειλόμενου υπολοίπου ή της μηνιαίας δόσης (Αιτητικό «Α»). Θεωρώ πως δεν είναι ορθό και δίκαιο να χορηγηθεί τέτοια ενδιάμεση θεραπεία. Άλλωστε ό,τι πληρωθεί, εάν στο τέλος της ημέρας ήθελε φανεί ότι δεν έπρεπε, μπορεί να επιστραφεί. Άλλωστε, δεν προβάλλεται η θέση πως η εναγόμενη δεν θα έχει την δυνατότητα να το επιστρέψει. Ούτε και η θεραπεία υπό στοιχείο «Γ» της Αίτησης μπορεί να χορηγηθεί. Όσον αφορά την αιτούμενη θεραπεία υπό στοιχείο «Β» (να εμποδίζεται η εναγόμενη να προχωρήσει στη διαδικασία εκποίησης του ακινήτου) δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου από το οποίο να καταδεικνύεται πως η εναγόμενη έχει προβεί ήδη σε ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση ή ότι προτίθεται να ενεργήσει προς τούτο. Είναι όμως αδιαμφισβήτητο πως ο κίνδυνος υπάρχει και πως η εναγόμενη μπορεί να ακολουθήσει αυτήν την οδό. Σε σχέση με διατάγματα που αφορούν την δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αναφέρεται στην C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-90, ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα δοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι ανάγκη, στην προκειμένη περίπτωση, να καταδειχθεί πως η εναγόμενη προτίθεται άμεσα να προχωρήσει σε εξωδικαστική εκποίηση της υποθήκης. Είναι αρκετό ότι η οδός αυτή της προσφέρεται και αν προχωρήσει στην εξωδικαστική εκποίηση της υποθήκης, η περιουσία θα περιέλθει στην ιδιοκτησία τρίτου, έτσι που στην περίπτωση που οι ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους, αυτή (η περιουσία) να μην μπορεί να τους επιστραφεί. Η ακίνητη ιδιοκτησία είναι σε κάθε περίπτωση μοναδική και δεν θα μπορεί να απονεμηθεί στο μέλλον πλήρης δικαιοσύνη. Ως προς το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το διάταγμα υπό στοιχείο «Β» της Αίτησης, θεωρώ πως αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας (αυτό κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία κατά τον ουσιώδη χρόνο) η πλάστιγγα κλίνει υπέρ των εναγόντων. Όσον αφορά τέλος τους ισχυρισμούς της εναγόμενης πως οι ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Η απαίτηση της νομολογίας για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, αφορά αποκλειστικά τις μονομερείς αιτήσεις. Με δεδομένη την απουσία του αντιδίκου, η διαδικασία σε μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Αντιθέτως, σε αιτήσεις δια κλήσεως, δεν τίθεται θέμα παραπλάνησης του Δικαστηρίου αφού και οι δύο πλευρές είναι παρούσες και έχουν την ευκαιρία να προβάλουν τις θέσεις τους. Εν προκειμένω η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς, στην συνέχεια όμως μετατράπηκε σε Αίτηση δια Κλήσεως αφού οι οδηγίες του Δικαστηρίου ήταν να επιδοθεί ώστε να ακουστούν και οι απόψεις της άλλης πλευράς. Συνεπώς τα όσα η εναγόμενη ισχυρίζεται δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Δια ταύτα εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος «Β» της Αίτησης. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης. Τα έξοδα είναι πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.