← Κύπρος

Αναφορικά με την Κυπριανή Πιερίδου, Αριθμός Αίτησης: 34/16, 16/6/2017

Αναφορικά με την Κυπριανή Πιερίδου, Αριθμός Αίτησης: 34/16, 16/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A191 ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ (Κ. 39) ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Βασιλείου, Ε.Δ. Αριθμός Αίτησης: 34/16 Αναφορικά με την Κυπριανή Πιερίδου, Κίμωνος 40, Άγιος Νεκτάριος 3095 Λεμεσός Αίτηση παραμερισμού της Ειδοποίησης Πτώχευσης, ημερ. 30.9.16 Ημερομηνία:16.6.17 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/χρεώστρια׃ κα. Κοβάτσεβιτς για κα. Γιόλα Στυλιανίδη Για καθ΄ου η Αίτηση/πιστωτή: κα. Σκαρπάρη ( Για να ακούσει απόφαση ο κ. Α. Γεωργίου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση που καταχωρήθηκε στις 30.9.16, επιδιώκεται ο παραμερισμός και/ή η ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Η αξίωση αυτή συνάντησε την ένσταση του πιστωτή ο οποίος και καταχώρησε σχετική ειδοποίηση ένστασης. Η αίτηση και η ένσταση υποστηρίζονται από τις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών ενώ με άδεια του Δικαστηρίου καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Η αξίωση πληρωμής επί της οποίας ο πιστωτής εξέδωσε την ειδοποίηση πτώχευσης εδράζεται σε απόφαση του Ε. Δ. Λευκωσίας που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 2323/2008 εναντίον της χρεώστριας για το ποσό των €8.550 πλέον τόκο 8% ετησίως από 6/5/08 μέχρι 14/10/08 και τόκο 5,5% το χρόνο από 15/10/08 μέχρι 31/12/2014 και τόκο 4% ετησίως από 1/01/2015 μέχρι εξοφλήσεως πλέον τα έξοδα όπως υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των €4.684 πλέον τόκο 8% από 6/5/08 μέχρι 14/10/08 και τόκο 5,5% από 15/10/2008 μέχρι 31/12/2014 και τόκο 4% από 1/1/2015 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €42 έξοδα απόφασης ημερ. 16/3/15 πλέον €146 έξοδα εντάλματος με αρ. 109194. Στο άρθρο 3

(1)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, καταγράφονται οι περιπτώσεις στις οποίες κάποιος χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης. Μία από τις περιπτώσεις αυτές και η οποία ενδιαφέρει στην παρούσα περίπτωση, είναι η προβλεπόμενη από το άρθρο 3
(1)(ε) του Νόμου, το οποίο και προβλέπει τα ακόλουθα: «Αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάληκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και μέσα σε επτά μέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ' αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχθηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα». Το βάρος απόδειξης τέτοιων ισχυρισμών, βαραίνει τους ώμους του χρεώστη. Αυτό προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 3
(1)(ε) του Κεφ. 5 (βλ. επίσης Re Nτίνος Ασπρής
(1988)JSC 93). Σύμφωνα με το άρθρο αυτό του Νόμου, απαραίτητη προϋπόθεση για να εκδοθεί ειδοποίηση πτώχευσης είναι όπως ο πιστωτής έχει εξασφαλίσει τελεσίδικη απόφαση εναντίον του χρεώστη, η εκτέλεση της οποίας δεν έχει ανασταλεί (βλ. Τάκη Οικονομίδη v. Λαική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 1255). Στην υπόθεση Νίκανδρος Νικολαίδης κ.α. v. Aνδρέα Φεττά κ.α.,
(1992)1Β Α.Α.Δ 970 διασαφηνίζεται ότι μια απόφαση είναι τελεσίδικη έστω και αν τελεί υπό αναστολή. Πρόσωπο δε που σε οποιοδήποτε χρόνο δικαιούται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση ή διάταγμα θεωρείται ότι είναι πιστωτής που εξασφάλισε μια τέτοια απόφαση ή ένα τέτοιο διάταγμα (βλ. άρθρο 3
(1)(ε) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, όπως τροποποιήθηκε). Οι Πτωχευτικοί Κανονισμοί καθορίζουν την προθεσμία εντός της οποίας κάποιος χρεώστης στον οποίο επιδίδεται ειδοποίηση πτώχευσης μπορεί να αποταθεί για ακύρωση τέτοιας ειδοποίησης δίδοντας σε αυτόν την ευχέρεια να καταχωρήσει ένορκο δήλωση εντός 3 ημερών από την προς αυτόν επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε εκτός των πλαισίων που καθορίζει ο Καν. 40
(2)των Περί Πτωχεύσεων Κανονισμών και τα οποία σύμφωνα και με τη νομολογία που σχετίζεται με το θέμα, είναι αυστηρά περιορισμένα αφού ένας χρεώστης δεν μπορεί με ένορκο δήλωση, να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν αυτών που εκτίθενται στον Κανονισμό, δηλαδή να έχει ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση που ισούται ή υπερβαίνει το εξ' αποφάσεως χρέος και η οποία δεν μπορούσε να εγερθεί στη διαδικασία στην οποία εξασφαλίσθηκε η απόφαση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η ειδοποίηση (βλ. Λάρκος v. Ε. Κατσιαρή
(2000)1 ΑΑΔ 1694, Λαική Τράπεζα Λτδ v. Δημήτρη Δημητρίου,
(2008)1 Α ΑΑΔ 425). Είναι επίσης νομολογημένο ότι οι περιοριστικοί λόγοι που θεσπίζει ο πιο πάνω κανονισμός, δεν εμποδίζουν κάποιο χρεώστη να επιδιώξει ακύρωση ειδοποίησης πτώχευσης και για άλλους λόγους, εκτός αυτών που αναφέρονται στον Κανονισμό αυτό. Στην περίπτωση όμως αυτή, η πρέπουσα διαδικασία, είναι η καταχώριση ξεχωριστής αίτησης και όχι η επιδίωξη ακύρωσης της με την ένορκο δήλωση που προβλέπει ο Kαν. 40
(2)(βλ. Λαική Τράπεζα Λτδ v. Δημήτρης Δημητρίου, πιο πάνω, Re Costas Louka
(1986)2 JSC 365, και William and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση,σελ. 38, In Re a Debtor (No.30 of 1956, ex parte The Debtor v. Harman
(1957)2 ALL E.R. 216). Στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν καταχωρήθηκε ένορκος δήλωση η οποία σύμφωνα με τις πρόνοιες του Καν. 40
(2)θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί εντός 3 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης, αλλά αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης για λόγους άλλους από αυτούς που περιοριστικά εκτίθενται στον συγκεκριμένο κανονισμό. Ένας από τους λόγους που προβάλλονται για την απόρριψη της αίτησης είναι ότι καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και συγκεκριμένα μετά την πάροδο 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης, με αποτέλεσμα η πράξη πτώχευσης να έχει ήδη διαπραχθεί. Ότι η ειδοποίηση πτώχευσης επιδόθηκε στην χρεώστρια στις 20.9.16 είναι γεγονός που αποτελεί κοινό έδαφος. Προκύπτει συνεπώς ότι από την στιγμή που ο χρόνος των 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης προς την χρεώστρια έχει παρέλθει, αυτή έχει διαπράξει πράξη πτώχευσης. Και αυτό γιατί εντός 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης που της έχει γίνει προσωπικά στις 20.9.16, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του επιδότη αλλά και τη δική της παραδοχή, δεν έχει προβεί σε κανένα διαδικαστικό διάβημα. Επισημαίνεται επίσης ότι η χρεώστρια δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο και να ζητήσει την παράταση του χρόνου των επτά ημερών. Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί, στη βάση του κανονισμού 41, να παρατείνει όντως την προθεσμία των επτά ημερών. Είναι γνωστό ότι η πτωχευτική διαδικασία, δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης απόφασης αλλά μία πρωτογενή "sui generis" διαδικασία. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Williams and Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, στη σελ. 1, η διαδικασία αυτή είναι οιωνεί ποινική. Και αυτό γιατί επηρεάζει την υπόσταση και την κατάσταση κάποιου χρεώστη σε σχέση με τη διαχείριση και τις δοσοληψίες της περιουσίας του. Δεν συνιστά ενδιάμεση αλλά πρωτογενή διαδικασία προσδιοριστική των επιδίκων θεμάτων που τίθενται προς εξέταση. Λόγω λοιπόν της φύσης της πτωχευτικής διαδικασίας η οποία σκοπό έχει την διαφύλαξη της περιουσίας κάποιου χρεώστη, η χρεώστρια στη συγκεκριμένη περίπτωση, είχε υποχρέωση να κινηθεί έγκαιρα καταχωρώντας την αίτηση της πριν την παρέλευση του χρονικού διαστήματος των 7 ημερών που καθορίζονται στην οπισθογράφηση της αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης και μετά την παρέλευση των οποίων διαπράττεται η πράξη πτώχευσης. Καθοδηγητική για το εξεταζόμενο ζήτημα είναι και η υπόθεση Re a debtor (No.6864 of 1980, High Court), the debtor v. Slater Walker Ltd [1981] 2 All E.R. 987, στην οποία ο πιστωτής στη βάση απόφασης που είχε εξασφαλίσει, επέδωσε στον χρεώστη ειδοποίηση πτώχευσης. Με αυτήν τον καλούσε όπως εντός 10 ημερών από την επίδοση, (όπως ήταν η προθεσμία βάσει των Αγγλικών Πτωχευτικών Κανονισμών που ίσχυαν τότε) είτε να αποπληρώσει το εξ΄αποφάσεως χρέος είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι είχε, μεταξύ άλλων ανταπαίτηση. Ο χρόνος για την καταχώρηση ένορκης δήλωσης ήταν τότε 7 μέρες. Ο χρεώστης δεν άσκησε κανένα από τα δύο μέτρα με αποτέλεσμα ο πιστωτής να καταχωρήσει αίτηση πτώχευσης. Μετά από αυτό ο χρεώστης καταχώρησε ένορκη δήλωση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης, ζητώντας παράλληλα παράταση του χρόνου ένεκα της εκπρόθεσμης καταχώρησης. Το Δικαστήριο απέρριψε τόσο την ένορκη δήλωση όσο και το αίτημα για παράταση του χρόνου με την υπόδειξη ότι η πράξη πτώχευσης με τη λήξη των 10 ημερών είχε ήδη αμετάκλητα συντελεστεί με εφαρμογή του Νόμου (by operation of law). Όπως δε αναφέρεται στη σελ. 24 του συγγράμματος Williams & Hunuter on Bankruptcy (18η έκδοση) κάτω από τον τίτλο 'Bankruptcy when complete': "The act of bankruptcy is complete at the last moment of the last day excluding the day of service, prescribed for compliance, i.e. normally (now) the seventh day." Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη για το λόγο ότι καταχωρήθηκε μετά την πάροδο των 7 ημερών από την επίδοση της αίτησης προς την χρεώστρια της ειδοποίησης πτώχευσης με αποτέλεσμα η πράξη πτώχευσης να έχει ήδη συντελεστεί. Οποιαδήποτε άλλη κατάληξη θα ήταν πλήρως αντίθετη με την όλη φιλοσοφία και τον μηχανισμό της πτωχευτικής διαδικασίας. Παρά το γεγονός ότι μετά την πιο πάνω κατάληξη μου η τύχη της αίτησης έχει πλέον κριθεί, για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω να εξετάσω και την ουσία της αίτησης. Με αυτή, η χρεώστρια επιδιώκει τον παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης υποστηρίζοντας ότι η ειδοποίηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και προωθείται καταπιεστικά. Στην ποινική υπόθεση Μιχάλης Χαραλαμπίδης v. Νικόλαου Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει ή να απορρίψει υπόθεση για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας: «Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Υπήρξε βέβαια αντικείμενο συζητήσεων και πολλών δικαστικών αποφάσεων ποια δικαστήρια έχουν τέτοια αρμοδιότητα και για ποιούς σκοπούς μπορούσαν να την ασκήσουν. Για την αντίκριση του θέματος από την αγγλική νομολογία χαρακτηριστικά είναι τα όσα διατυπώνονται στην Hunter v. Chief Constable of West Midlandsand Another [1981] 3 All E.R. 727, 729 που υιοθετείται από το Εφετείο μας στην Μιχάλη Παπόρη ν. Maskinfabriken«510» Α/S
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037. Η αρχή εξετάστηκε και στην Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, όπου ο δικαστής Ralph Gibson τόνισε πως το δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Σε πολλές περιπτώσεις η αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά( Βλ, R. v. Oxford City Justices, ex p. Smith 75 Crim. App. Rep. 200, 204) και ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών. Στην υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR348 αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Στην υπ. London Clubs Ltd κ.α. ν. Ρόδου Παπαδοπούλου
(2002)1 Α.Α.Δ 1699 λέχθηκε πως σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση προσώπου ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ΄ ισονομία όλων των πιστωτών. Δεν αποσκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει το χρέος του προς συγκεκριμένο άτομο. Όμως όπως έχει τονιστεί στην Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 788 «δεν ασκείται έλεγχος εσωτερικών ελατηρίων και δεν είναι με αναφορά σε τέτοια αλλά στον τρόπο χρησιμοποίησης των διαδικασιών» που κρίνεται το θέμα. Αυτή ήταν η ειδοποιός διαφορά ως προς την London Clubs (πιο πάνω) στην οποίαν κρίθηκε ως καταχρηστική η χρήση της διαδικασίας πτώχευσης κατ΄ επανάληψη με επακόλουθο την συγκατάθεση του οφειλέτη σε αύξηση του προϋπάρχοντος διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Ουσιαστικά το θέμα της κατάχρησης οριοθετήθηκε στην υπ. Πετράκης ν. Κίμωνος
(2006)1 Α.Α.Δ. 1311 ως εξής: «Το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων. Εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή-πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή». Τα πιο πάνω ισχύουν κατά τη γνώμη μου κατ΄ αναλογία και στην περίπτωση ειδοποίηση πτώχευσης. Η αιτήτρια στην παρούσα υπόθεση ισχυρίζεται ότι η εναντίον της διαδικασία είναι καταχρηστική και καταπιεστική προβάλλοντας τους λόγους που εξετάζονται στη συνέχεια και οι οποίοι δεν κρίνεται ότι αποκαλύπτουν στοιχεία ή γεγονότα που να στοιχειοθετούν κάτι τέτοιο. Δεν έχουν αναφερθεί στοιχεία δόλου ή εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του καθ' ου η αίτηση. Βεβαίως η ίδια η ειδοποίηση πτώχευσης εμπεριέχει στο λεκτικό της την παραίνεση εξόφλησης της απόφασης, πλην όμως αυτή από μόνη της δεν είναι δυνατό να εξισώνεται με κατάχρηση δεδομένου ότι κάθε πιστωτής έχει εκ του νόμου μεταξύ άλλων δικαιωμάτων και αυτό της έκδοσης τέτοιας ειδοποίησης. Χωρίς άλλα στοιχεία λοιπόν, η άσκηση ενός τέτοιου δικαιώματος δεν μπορεί να κριθεί ως καταχρηστική. Η χρεώστρια προβάλλει ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και θα πρέπει να απορριφθεί γιατί ο πιστωτής έχει εγγράψει επί ακίνητης περιουσίας της την εκδοθείσα απόφαση (memo) και για το λόγο αυτό είναι εξασφαλισμένος αφού η περιουσία αυτή έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από το ποσό που αξιώνεται. Οι ισχυρισμοί της για εξασφάλιση του πιστωτή λόγω εγγραφής memo στην περιουσία της δεν κρίνονται ικανοί να βοηθήσουν την υπόθεση της. Και αυτό γιατί ούτε στο Κεφ. 5 αλλά ούτε και στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια ότι ένας εξασφαλισμένος πιστωτής δεν δικαιούται να ζητήσει την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης. Τέτοιο ζήτημα εξετάζεται στα πλαίσια αίτησης για έκδοση διατάγματος πτώχευσης (βλέπε άρθρο 5
(2)του Κεφ. 5 καθώς επίσης και την Παπαδόπουλος v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1716 και Αναφορικά με τον Κώστα Αριστείδη Πολιτική Έφεση 199/10 ημερ, 20.5.2015). Σε σχέση με τη θέση της χρεώστριας ότι η διαδικασία προωθείται πρόωρα δεδομένου ότι πλην του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας δεν λήφθηκε άλλο μέτρο εκτέλεσης της απόφασης θα πρέπει να ειπωθεί ότι με βάση τις σχετικές πρόνοιες του νόμου η έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης δεν προϋποθέτει την προηγούμενη λήψη μέτρων εκτέλεσης. Υποστηρίζει περαιτέρω η χρεώστρια ότι μετά την ειδοποίηση πτώχευσης ο πιστωτής καταχώρησε εναντίον της αίτηση έρευνας με βάση την οποία ζήτησε την έκδοση διατάγματος πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις εκ €500 έκαστη. Από την πλευρά του πιστωτή γίνεται αποδεκτή η καταχώρηση της εν λόγω αίτησης έρευνας εναντίον της χρεώστριας που όπως υποστηρίζει έγινε με σκοπό να εξεταστεί η οικονομική της δυνατότητα για την πληρωμή του εξ΄αποφάσεως χρέους της δια μηνιαίων δόσεων. Δηλώνει όμως ότι κατόπιν δικών του οδηγιών η αναφερόμενη αίτηση έρευνας αποσύρθηκε αφού η χρεώστρια καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης προβάλλοντας μεταξύ άλλων ότι έχει περιορισμένες εισοδηματικές ικανότητες και αυξημένες υποχρεώσεις και ένεκα τούτου δεν μπορεί να πληρώνει ποσό μεγαλύτερο των €70 μηνιαίως. Η πτωχευτική διαδικασία δεν είναι διαδικασία εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων (βλ. Γώργος Αρέστης v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, 2002 1Β ΑΑΔ 1258) και δεν αποσκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη για να ξοφλήσει το χρέος του σε συγκεκριμένο άτομο. Νομιμοποιείται όμως ο πιστωτής να προωθήσει τη διαδικασία της πτώχευσης ώστε να πετύχει με την παραλαβή της περιουσίας του χρεώστη, την ικανοποίηση του χρέους που οφείλεται προς αυτόν από το χρεώστη. Σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας, είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του χρεώστη, ώστε αυτή να μπορεί να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση καθ' ολοκληρία ή μερικά και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών (βλ. London Clubs Ltd κ.α. v Ρόδου Παπαδόπουλου, πιο πάνω) . Στην υπόθεση ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΕΣΤΗΣ (πιο πάνω) οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν εναντίον του Εφεσείοντα διάταγμα παραλαβής ενώ προηγουμένως είχαν εξασφαλίσει και την έκδοση διατάγματος για την εξόφληση του χρέους με μηνιαίες δόσεις. Αφήνοντας ανοικτό το ερώτημα κατά πόσο υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η επιδίωξη διατάγματος παραλαβής δυνατόν να ήταν καταχρηστική λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Στην υπόθεση Panaou v. HajiChristofi and Others
(1962)2 C.L.R. 19, 23, τονίστηκε ότι η εκτέλεση δικαστικής απόφασης είναι ένα θέμα το οποίο βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο και την επίβλεψη του δικαστηρίου και δεν μπορεί να επιτραπεί να χρησιμοποιείται για σκοπούς αχρείαστης καταπίεσης ή για οποιονδήποτε άλλο σκοπό από τη δέουσα ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης, πάντοτε κάτω από τον έλεγχο του δικαστηρίου. Η αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής χωρίς αμφιβολία δεν αποτελεί διαδικασία εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Οι εφεσίβλητοι, είχαν προηγουμένως επιλέξει να επιδιώξουν την είσπραξη του λαβείν τους μέσω μιας άλλης δικαστικής διαδικασίας, η οποία προφανώς δεν επέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.» Στην υπό εξέταση περίπτωση το γεγονός ότι ο πιστωτής επιδίωξε να εξεταστεί η οικονομική δυνατότητα της χρεώστριας με την υποβολή αίτησης έρευνας η οποία ακολούθως αποσύρθηκε για τους λόγους που περιγράφονται πιο πάνω χωρίς να εκδοθεί εναντίον της οιονδήποτε διάταγμα πληρωμής του εξ΄ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες πληρωμές δεν βρίσκω να στοιχειοθετεί από μόνο του κατάχρηση της υπό εξέταση διαδικασίας όπως αυτή οριοθετείται με την πιο πάνω νομολογία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ΄ου η αίτηση πιστωτή και εναντίον της αιτήτριας χρεώστριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η πράξη πτώχευσης θεωρείται ότι διαπράττεται σήμερα, με την έκδοση της παρούσας απόφασης. (Υπ.)........... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης ειδοποίησης πτώχευσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.