← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. Γεώργιου Ιωάννου Ανδρέου, Αρ. Αίτησης / Έφεσης: 282/2016, 21/6/2017

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. Γεώργιου Ιωάννου Ανδρέου, Αρ. Αίτησης / Έφεσης: 282/2016, 21/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A199 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης / Έφεσης: 282/2016 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 1985 ΟΠΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ Καθ' ου η Αίτηση / Εφεσίβλητου και Γεώργιου Ιωάννου Ανδρέου Αιτητή / Εφεσείοντος Ημερομηνία: 21 Ιουνίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή/ Εφεσείοντα: Η κα Χ¨ Νεοφύτου για Παναγιώτη Π. Κλεοβούλου Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση/ Εφεσίβλητο: Ο κ.N. Μαστορούδης για Ντίνος Μαστορούδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα απόφαση αφορά έφεση εναντίον διαιτητικής απόφασης (στη συνέχεια «η Διαιτητική Απόφαση»), η οποία εκδόθηκε την 8.06.2015 σε διαδικασία επίλυσης διαφοράς μεταξύ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ (στη συνέχεια «ο Καθ' ου η Αίτηση») και του Εφεσείοντος/ Αιτητή (στη συνέχεια «ο Αιτητής»). Λόγω παράβασης όρων συνεπεία υπέρβασης παραχωρηθέντος ορίου δυνάμει Σύμβασης Παροχής Πιστώσεως (Τεκμ. Α) στην ένσταση και ακολούθως λόγω μη συμμόρφωσης με προειδοποιητική επιστολή του Καθ' ου η Αίτηση (Τεκμ. Γ) και επιστολής Τερματισμού (Τεκμ. Δ), προέκυψε διαφορά η οποία παραπέμφθηκε σε διαιτησία με σχετική πρόσκληση του Αιτητή στην παρούσα να παραστεί σε διαδικασία Διαιτησίας σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα, ήτοι την 23.09.2013 και ώρα 08:30π.μ. που θα ελάμβανε χώραν στο κατάστημα όπου τηρείτο ο επίδικος λογαριασμός του. Δεν αμφισβητείται ότι ο Αιτητής προς επίλυση της διαφοράς αυτής κλήθηκε και παρευρέθηκε στη διαδικασία της διαιτησίας κάτι που παραδέχεται ρητά ο ίδιος στην αιτιολογία του 2ου λόγου της έφεσης. Με τη διαιτητική απόφαση (Τεκμ. Θ) στην ένσταση, επιδικάστηκε εναντίον του Εφεσείοντα το ποσό €152.566,94σ. πλέον τόκος προς 9% από 08.06.2015 κεφαλαιοποιουμένου δύο φορές το χρόνο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι τελείας εξοφλήσεως πλέον €760 έξοδα. Η Διαιτητική απόφαση προνοούσε επίσης για την Υποθήκη Υ 3607/2008 η οποία διασφάλιζε τις πιο πάνω πιστώσεις. Επειδή όμως ο Αιτητής θεωρεί ότι η διαιτησία αλλά και ολόκληρη η διαιτητική απόφαση η οποία λήφθηκε εκ συμφώνου στην παρουσία του και εκπροσωπούμενου από δικηγόρο της επιλογής του είναι λανθασμένες, καταχώρησε την παρούσα Έφεση την 29.08.2016 προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους έφεσης (καταγράφονται αυτούσιοι): « Πρώτος Λόγος Έφεσης Ο διορισμός του λεγόμενου διαιτητή έγινε χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Εφεσείοντος και κατά παράβαση του Συντάγματος και της σχετικής νομοθεσίας. Αιτιολογία Ο λεγόμενος Διαιτητής, ο οποίος υπήρξε συνεργάτης της Καθ' ης - Εφεσίβλητης, διορίσθηκε μονομερώς από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού ή από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών χωρίς τη γνώση και τη σύμφωνη γνώμη του Εφεσείοντος κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος, των ανάλογων διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβαση Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, Άρθρο 6, του άρθρου 5 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(Ι)/96 και κατά παράβαση των προνοιών του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.

  1. Δεύτερος Λόγος Έφεσης Ο λεγόμενος Διαιτητής εξεδίκασε την υπόθεση του Εφεσείοντος χωρίς να τηρήσει τα υπό της Πολιτικής Δικονομίας θέσμια και ούτε διεξήχθη οποιαδήποτε δίκη απλά ο λεγόμενος διαιτητής επεκύρωσε την απόφαση της Καθ' ης η Αίτηση - Έφεσείβλητης για το ισχυριζόμενο χρέος του Εφεσείοντος, και μάλιστα παραπλανώντας τον Αιτητή - Εφεσείοντα και/ή η προσβαλλομένη απόφαση είναι προϊόν απάτης και μεθόδευσης. Αιτιολογία
  2. Ο Εφεσείων εκλήθη να παραστεί ενώπιον του λεγόμενου διαιτητή χωρίς να του έχει επιδοθεί οποιοδήποτε δικόγραφο και χωρίς ο λεγόμενος διαιτητής να έχει ενώπιον του οποιοδήποτε δικόγραφο και χωρίς ο λεγόμενος Διαιτητής ν' ακούσει οποιαδήποτε μαρτυρία και χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στον Εφεσείοντα να εκθέσει την εκδοχή του για το ισχυριζόμενο χρέος και χωρίς εν γένει να διεξαχθεί οποιαδήποτε δίκη, απλά ο λεγόμενος Διαιτητής, υιοθετώντας τον ισχυρισμό των Καθ' ων - Εφεσειβλήτων επεδίκασε εναντίον του Αιτητή Εφεσείοντος το ποσό €152.566,
  3. Ο λεγόμενος Διαιτητής, μάλιστα εξαπάτησε τον Αιτητή - Εφεσείοντα καθ' ότι κατά την ημερομηνία κατά την οποία τον εκάλεσε να παρευρεθεί κάλεσε τον Αιτητή να διαπραγματευθεί με την Καθ' ης η Αίτηση - Εφεσείβλητη και στις 08/06/2015 χωρίς να κληθεί να παραστεί ο Αιτητής - Εφεσείων ο λεγόμενος Διαιτητής, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την οποία κοινοποίησε στον Αιτητή - Εφεσείοντα την 08/08/
  4. Τρίτος Λόγος Έφεσης Η απόφαση την οποία ο Διαιτητής επέδωσε στον Αιτητή - Εφεσείοντα στις 08/08/2016 δεν απαγγέλθη κανονικά στον Αιτητή - Εφεσείοντα και είναι αναιτιολόγητη. Αιτιολογία Ο Αιτητής - Εφεσείων στις 08/08/2016 όλως ξαφνικά και χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε δίκη παρέλαβε από επιδότη το επισυνημμένο έντυπο με την υπογραφή του λεγόμενου Διαιτητή, η οποία τον πληροφορεί ότι οφείλει στην Καθ' ης - Εφεσίβλητη το αναφερόμενο ποσό, χωρίς να κληθεί για να απαγγελθεί η απόφαση σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δικονομίας και χωρίς να επεξηγείται στην απόφαση το σκεπτικό του λεγόμενου Διαιτητή, με το οποίο κατέληξε στην εν λόγω απόφαση και χωρίς να παρατίθεται η μαρτυρία επί της οποίας ο λεγόμενος Διαιτητής αποφάσισε και χωρίς να αιτιολογεί καθόλου ο λεγόμενος Διαιτητής πως κατέληξε στην απόφασή του. Τέταρτος Λόγος Έφεσης Η απόφαση του λεγόμενου Διαιτητή είναι προϊόν μεθοδεύσεων του Διαιτητού και της Καθ' ης - Εφεσίβλητης και το επιδικασθέν ποσό είναι επίσης προϊόν απάτης, μεθοδεύσεων και τοκογλυφίας. Αιτιολογία
  5. Ενώ ο Αιτητής - Εφεσείων προ πολλών ετών εξεδήλωσε την αδυναμία του να αποπληρώσει το χρέος του προς την Καθ' ης - Εφεσίβλητη και την κάλεσε να εκποιήσει την υποθήκη με την οποία εξασφαλίζετο το χρέος, η Καθ' ης - Εφεσίβλητη δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του Αιτητή - Εφεσείοντος και επίσης ο Αιτητής - Εφεσείων μετά την εμφάνισή του στον λεγόμενο Διαιτητή, στην οποία ο λεγόμενος Διαιτητής τον κάλεσε να διαπραγματευθεί με την Καθ' ης - Εφεσίβλητη, ο Αιτητής - Εφεσείων κάλεσε επίσης την Καθ' ης - Εφεσίβλητη να συμφωνήσουν, κατόπιν λογιστικού ελέγχου, το οφειλόμενο ποσό και να προχωρήσει η εκποίηση της υποθήκης, εντούτοις η Καθ' ης - Εφεσίβλητη αδιαφόρησε και/ή παρέλειψε να ενεργήσει συμφώνως της πρότασης του Αιτητή - Εφεσείοντος και στις 08/08/2016 επεδόθη στον Αιτητή - Εφεσείοντα το επισυνημμένο έντυπο.
  6. Ο Αιτητής - Εφεσείων υποστηρίζει ότι η Καθ' ης - Εφεσίβλητη ολιγώρησε να διαπραγματευθεί με τον Αιτητή και στο μεσολάβησαν διάστημα τόκιζε και ανατόκιζε και χρέωνε το λογαριασμό του Αιτητή καταχρηστικά και τοκογλυφικά. Πέμπτος Λόγος Έφεσης Στο ποσό το οποίο ο λεγόμενος Διαιτητής επιδίκασε εις βάρος του Αιτητή Εφεσείοντος περιλαμβάνονται παράνομες χρεώσεις, τοκισμοί και ανατοκισμοί εν πολλοίς αυθαίρετοι και κατά τρόπο τοκογλυφικό και εν άλλοις βασισμένοι σε παράνομη δανειακή Σύμβαση και/ή σε καταχρηστικές ρήτρες κατά παράβαση του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(Ι)/96 και επίσης βασισμένοι επί αντισυνταγματικής νομοθεσίας. Αιτιολογία
  7. Στο ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό περιέχονται παράνομες και/ή καταχρηστικές χρεώσεις, οι εν λόγω καταχρηστικές χρεώσεις επεκτείνονται σε παράνομες κεφαλαιοποιήσεις και ανατοκισμούς τούτων, σε παράνομες χρεώσεις υπερημερίας και στη συνέχεια σε κεφαλαιοποιήσεις των και ανατοκισμού των, σε χρεώσεις καταχρηστικές και/ή αδικαιολόγητες, όπως χρεώσεις τήρησης λογαριασμών και/ή άλλες παρεμφερείς χρεώσεις, οι οποίες στη συνέχεια τοκίζονται, κεφαλαιοποιούνται και ανατοκίζονται με αποτέλεσμα το χρέος να αυξάνεται με ρυθμό αλματώδη και παράλογα απαράδεκτο.
  8. Η δανειακή σύμβαση εβασίσθη επί του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99 (εφ΄ εξής καλουμένου «ο Νόμος 160(Ι)/99») ο οποίος Νόμος, αφού κατήργησε τον προϋπάρχοντα περί Τόκου Νόμο 2/77, που προστάτευε αρκούντως τον δανειολήπτη από την τοκογλυφική διάθεση των τραπεζών και από τις καταχρηστικές τους χρεώσεις, παρέχει, πλέον, την απόλυτη ελευθερία στις τράπεζες να χρεώνουν παρανόμως, με απαράδεκτα ποσά τον δανειολήπτη και να επιβάλλουν στο λογαριασμό του δανειολήπτη μονομερώς και αυθαίρετα, οποιοδήποτε επιτόκιο και να κεφαλαιοποιούν τον παράνομο τόκο και να τον ανατοκίζουν δύο φορές τον χρόνο.
  9. Οι αναφερόμενος Νόμος 160(Ι)/99 είναι αντισυνταγματικός στο σύνολό του και/ή εν μέρει ως ακολούθως: Λεπτομέρειες αντισυνταγματικότητας: (α) Οι πρόνοιές του δεν εναρμονίζονται με τις πρόνοιες του άρθρου 26 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει, ότι ο Νόμος πρέπει να προβλέπει την πρόληψη εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν και με τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Συντάγματος, το οποίο απαγορεύει την απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση και με τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι έκαστος έχει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικής ασφάλειας. (β) Ο αναφερόμενος Νόμος 160(Ι)/99, αφήνει ελεύθερο πεδίο στις τράπεζες να μεταχειρίζονται απάνθρωπα και ταπεινωτικά τους δανειολήπτες, δεν αφήνει περιθώρια για αξιοπρεπή διαβίωσή τους, ούτε και την διαβίωσή τους υπό συνθήκες κοινωνικής ασφάλειας και κυρίως δεν τους προστατεύει, ως η επιταγή του άρθρου 26 του Συντάγματος προβλέπει, από την τοκογλυφική διάθεση των τραπεζών αλλά, τουναντίον, παραδίδει αυτούς έρμαιο στην απόλυτη αυθαιρεσία των τραπεζών, οι οποίες, μονομερώς και κατά το δοκούν, προβαίνουν σε καταχρηστικές χρεώσεις και επιβάλλουν καταχρηστικά επιτόκια στους λογαριασμούς των δανειοληπτών, τοκίζουν τις επιβληθείσες καταχρηστικές χρεώσεις με καταχρηστικά επιτόκια, κεφαλαιοποιούν τους παραγόμενους, κατά τον ως άνω αυθαίρετο και παράνομο τρόπο, τόκους και ανατοκίζουν τα παραγόμενα ποσά μέχρι δύο φορές τον χρόνο, όπως ο αναφερόμενος Νόμος 160(Ι)/99 τους επιτρέπει, με αποτέλεσμα να διογκούται το χρέος κατά τρόπο εξωφρενικά παράλογο και ο δανειολήπτης και οι κληρονόμοι της περιουσίας του να καθίστανται δανείου υποτελείς στις Τράπεζες και να αδυνατεί να αποπληρώσει το χρέος του και συνεπεία τούτου τα ατομικά του δικαιώματα και ατομικές ελευθερίες του δανειολήπτη και των κληρονόμων της περιουσίας του να περιορίζονται, να τίθενται υπό δοκιμασία και να περιστέλλονται. (γ) Ο Νόμος 160(Ι)/99, όπως προαναφέρεται, κατήργησε το προϋπάρχοντα περί τόκου Νόμο 2/77, εφ' εξής «ο Νόμος 2/77», ο οποίος προστάτευε αρκούντως τους δανειολήπτες, συμφώνως των προνοιών του άρθρου 26 του Συντάγματος. Ο Νόμος 2/77: i. Απαγόρευε επιτόκιο πέραν του καθορισμένου από το Νόμο και/ή του αρμοδίου Υπουργού, ii. Απαγόρευε την κεφαλαιοποίηση του τόκου και/ή τον ανατοκισμό. iii. Απαγόρευε οιανδήποτε χρέωση πέραν του καθορισμένου ως άνω επιτοκίου iv. Απαγόρευε την είσπραξη τόκου, ο οποίος στο σύνολο του, μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους. (δ) Ο Νόμος 160(Ι)/99 κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 26 του Συντάγματος κατάργησε τον Νόμο που απαγόρευε την τοκογλυφία των τραπεζών και θέσπισε ένα απόλυτα τοκογλυφικό νόμο που επιτρέπει στις τράπεζες να κατακλέβουν τους δανειολήπτες, αφού: i. Ελευθεροποιεί το επιτόκιο και αφήνει τις τράπεζες απεριόριστες να επιβάλλουν αυθαίρετα, μονομερώς και άδικα επιτόκιο και πέραν του εν λόγω επιτοκίου να χρεώνουν τους λογαριασμούς των δανειοληπτών με οποιαδήποτε χρέωση αποφασίσουν αυθαίρετα οι τράπεζες και το παραγόμενο ποσό να το κεφαλαιοποιούν μέχρι και δύο φορές το χρόνο και να το τοκίζουν ξανά και τον παραγόμενο τόκο να τον κεφαλαιοποιούν ξανά και να τον επανατοκίζουν. ii. Αφήνει της τράπεζες ελεύθερες να κηρύσσουν τους δανειολήπτες ως υπερήμερους και αφού τους κηρύξουν ως τέτοιους να τους χρεώνουν με τιμωρητικό τόκο, λεγόμενο τόκο υπερημερίας, και τον τόκο που παράγεται να τον κεφαλαιοποιούν και να τον επανατοκίζουν μέχρι και δύο φορές τον χρόνο. iii. Με τις ως άνω καταχρηστικές χρεώσεις των δανειοληπτών, τις οποίες ο Νόμος 160(Ι)/99 επιτρέπει στις τράπεζες, να επιβάλλουν τα δάνεια των δανειοληπτών πολλαπλασιάζονται με τρόπο παράνομο και με αλματώδη ρυθμό οι τράπεζες να κερδοσκοπούν και πλουτίζουν αθέμιτα εις βάρος των δανειοληπτών και ενώ με τον προϋπάρχοντα Νόμο 2/77 το κεφάλαιο με τους προστιθέμενους τόκους μπορούσε να διπλασιασθεί, στη χειρότερη για το δανειολήπτη περίπτωση, σε δεκατρία χρόνια, με το Νόμο 160(Ι)/99 το αρχικό ποσό χρέους, προστιθεμένων των καταχρηστικών χρεώσεων και των παράνομων τοκισμών μπορεί να διπλασιασθεί σε πέντε χρόνια, σε δέκα χρόνια το εν λόγω διπλασιαζόμενο χρέος να ξανά διπλασιαστεί και ούτω καθ' εξής το χρέος να συνεχίσει να πολλαπλασιάζεται χωρίς τέρμα, χωρίς όριο και χωρίς περιορισμό.
  10. Διαζευκτικά ο εν λόγω Νόμος δεν είναι εναρμονισμένος με τις Ευρωπαϊκές οδηγίες οι οποίες εξεδόθησαν κατά καιρούς ως ακολούθως Λεπτομέρειες δυσαρμονίας των προνοιών του Ν. 160(Ι)/99 με τις Ευρωπαϊκές οδηγίες και/ή κανονισμούς και/ή νομοθεσία (α) Επιτρέπει την κεφαλαιοποίηση του τόκου μέχρι δύο φορές, ενώ οι Ευρωπαϊκές οδηγίες επιτρέπουν κεφαλαιοποίηση του τόκου μόνο μία φορά κατά το τέλος του έτους. (β) Επιτρέπει τον ετήσιο υπολογισμό του τόκου του χρέους επί 360 μέρες το έτος ενώ οι Ευρωπαϊκές οδηγίες επιβάλλουν τον υπολογισμό του τόκου του χρέους επί 365 μέρες του έτους. (γ) Δεν επιβάλλει στην Τράπεζα ειλικρινή και διαφανή χειρισμό των λογαριασμών του δανειολήπτη με αποτέλεσμα η Τράπεζα να ενεργεί εις βάρος του δανειολήπτη ανεξέλεγκτα. (δ) Δεν επιβάλλει στην Τράπεζα να ενημερώνει τον δανειολήπτη με σαφή και ειλικρινή τρόπο για τους όρους της δανειακής του σύμβασης πριν από την υπογραφή της σύμβασης, με αποτέλεσμα η Τράπεζα, κάνοντας χρήση της δεσπόζουσας θέσης της στη σύναψη της δανειακής σύμβασης να εξαναγκάζει τον δανειολήπτη να υπογράφει την σύμβαση χωρίς να έχει την ευκαιρία να την μελετήσει και ο δανειολήπτης έχοντας πλήρη άγνοια των όρων της άγεται και φέρεται από την τράπεζα χωρίς δυνατότητα διαπραγμάτευσης και χωρίς δυνατότητα αντίδρασης, ως το αδύνατο μέρος της Σύμβασης, χωρίς δυνατότητα αμφισβήτησης των αυθαιρεσιών της τράπεζας στον λογαριασμό του, και χωρίς δυνατότητα να αμφισβητήσει τις καταχρηστικές χρεώσεις, τους παράνομους τοκισμούς, τις κεφαλαιοποιήσεις και ανατοκισμούς. (ε) Επιτρέπει στις τράπεζες να καταστρατηγούν τους κανόνες ελεύθερου ανταγωνισμού και να νοθεύουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό, ο οποίος εάν αφήνετο ελεύθερος θα δημιουργούσε συνθήκες, που θα επενεργούσαν υπέρ του δανειολήπτη, αφού αφήνει τις τράπεζες ελεύθερες χωρίς προληπτική και/ή κατασταλτική εποπτεία και χωρίς να τους επιβάλλει αποτρεπτικούς, περιορισμούς να εφαρμόζουν εναρμονισμένη και συντονισμένη μεταξύ τους πρακτική η οποία νοθεύει τον ελεύθερο ανταγωνισμό και καταστρατηγεί τους όρους λειτουργίας του με αποτέλεσμα οι τράπεζες να εφαρμόζουν εναρμονισμένη μεταξύ τους πολιτική και πρακτική όσον αφορά τα δικαιώματα των τραπεζών αλλά έτι περαιτέρω και τις αυθαιρεσίες, καταχρήσεις και παρανομίες εις βάρος των δανειοληπτών. (στ) Εν γένει ο Νόμος αυτός, κατά πνεύμα και γράμμα, λειτουργεί και εφαρμόζεται από τις τράπεζες κατά παράβαση του Ευρωπαϊκού κεκτημένου, της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας και/ή Ευρωπαϊκών οδηγιών, ευλογεί τις αυθαιρεσίες και παρανομίες των τραπεζών και καταπατεί τα ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες των δανειοληπτών αφού τους καθιστά δανείου υποτελείς στις Τράπεζες.
  11. Διαζευκτικά η εν θέματι δανειακή σύμβαση είναι πλήρης καταχρηστικών όρων, κατά παράβαση των προνοιών του περί καταχρηστικών ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις, Νόμου 93(Ι)/96, ως ακολούθως: (α) Οι ρήτρες της εν λόγω Σύμβασης περί τοκισμού και χρεώσεων διατυπώνονται κατά τρόπο ασαφή και/ή δυσερμηνευόμενο και/ή μη κατανοητό. (β) Οι εν λόγω Σύμβαση και οι ρήτρες της, στο σύνολο τους και/ή συγκεκριμένα οι περί τοκισμού και χρεώσεων, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, έχουν συνταχθεί εκ των προτέρων σε στερεότυπα έντυπα της Καθ' ης - Εφεσείβλητης και εκ των πραγμάτων ο Αιτητής - Εφεσείων δεν μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της. (γ) Οι εν λόγω Δανειακή Σύμβαση και /ή διαλαμβανόμενες σε αυτή ρήτρες και/ή συγκεκριμένα οι ρήτρες περί χρεώσεων και/ή τοκισμού του λογαριασμού των Καθ΄ ων δημιουργούν εις βάρος του Αιτητή - Εφεσείοντος ανισότητα υπέρ των δικαιωμάτων της Καθ' ης - Εφεσείβλητης αφ' ενός και εις βάρος των υποχρεώσεων του Αιτητή Εφεσείοντος αφ' ετέρου (δ) Η διαπραγματευτική αδυναμία του Αιτητή - Εφεσείοντος κατά την υπογραφή της εν λόγου Δανειακής Σύμβασης αφ' ενός και ο τρόπος και ο βαθμός του καταχρηστικού και άδικου χειρισμού του λογαριασμού παραβιάζει την απαίτηση της καλής πίστης, την οποία η Καθ' ης - Εφεσείβλητη όφειλε να επιδείξει στην εν λόγω Δανειακή Σύμβαση. (ε) Επιτρέπουν στην Καθ' ης - Εφεσείβλητη, μονομερώς και αυθαίρετα να επιβάλλει τόκους υπερημερίας, να καθορίζει το επιτόκιο, να προβαίνει σε χρεώσεις ανεξέλεγκτα να προβαίνει σε επίσχεση κεφαλαίων του Αιτητή Εφεσείοντος.
  12. Η εν θέματι Δανειακή Σύμβαση, ως πλήρης καταχρηστικών ρητρών, είναι άκυρη ή ακυρώσιμη στο σύνολό της ως καταχρηστική και/ή ως βασισμένη σε νομοθεσία αντισυνταγματική, και/ή μη εναρμονισμένη με την Ευρωπαϊκή νομοθεσία και/ή οδηγίες και/ή κανονισμούς.
  13. Όπου η ανωτέρω επιχειρηματολογία αναφέρεται σε Τράπεζες και/ή Τράπεζα συμπεριλαμβάνει και την Καθ' ης - Εφεσείβλητη και όπου αναφέρεται σε δανειολήπτες και/ή δανειολολήπτη συμπεριλαμβάνεται και ο Αιτητής - Εφεσείων.
  14. Εις ήν περίπτωσιν κατά την οποία ήθελε κριθεί ότι η εν λόγω Δανειακή Σύμβαση δεν είναι άκυρη ή ακυρώσιμη, οι ρήτρες περί αυθαιρέτων και μονομερών χρεώσεων του λογαριασμού της Καθ' ης - Εφεσείβλητης και περί μονομερούς επιβολής επιτοκίου και τόκων και παράνομων κεφαλαιοποιήσεων και ανατοκισμών είναι ανίσχυροι όροι και δεν επιφέρουν κανένα έννομο αποτέλεσμα.
  15. Η της Καθ' ης - Εφεσείβλητης μονομερώς, παρανόμως, αυθαίρετα και καταχρηστικά επιβάρυνε τον επίδικο λογαριασμό με αδικαιολόγητες και/ή παράνομες χρεώσεις, επέβαλαν επιτόκιο πέραν του καθορισμένου από την Κυπριακή Κεντρική Τράπεζα και/ή την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, κεφαλαιοποίησε τις παράνομες χρεώσεις και/ή τους παραγόμενος παράνομους τόκους επέβαλε μονομερώς και παράνομα τιμωρητικές και/ή ποινικές ρήτρες στο λογαριασμό, τις οποίες ονόμασε τόκους υπερημερίας και όλα αυτά τα ποσά δια της κεφαλαιοποίησης τα ενσωμάτωσε στο ληφθέν δάνειο, τα τόκισε τα κεφαλαιοποίησε επαναλαμβανόμενες φορές, δύο και/ή περισσότερες φορές το χρόνο, τόκισε και ανατόκισε τα εν λόγω ποσά και συνεχίζει μέχρι σήμερα την εν λόγω παράνομη πρακτική.
  16. Η ως άνω περιγραφόμενη πρακτική της της Καθ' η ς- Εφεσείβλητης υπερφόρτωσε το λογαριασμό του Αιτητή - Εφεσείοντος με καταχρηστικές χρεώσεις και τόκους με ρυθμό αλματώδη, ο οποίος έχει ως αποτέλεσμα το παρουσιαζόμενο ως οφειλόμενο να πολλαπλασιάζεται από περίοδο σε περίοδο, δηλαδή περίπου ανά πενταετία διπλασιάζεται.
  17. Περαιτέρω της Καθ' ης - Εφεσείβλητης ανατοκίζει τον τόκο κατά παράβαση του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου
  18. Η εν λόγω πρακτική της Καθ' ης - Εφεσείβλητης πλήττει τα δικαιώματα του Αιτητή - Εφεσείοντος . Προκαλεί κατάφωρη αδικία μη συνάδουσα με ευνομούμενη πολιτεία και η πολιτεία ενώ οφείλει να ασκεί εποπτεία προληπτική και/ή κατασταλτική στην αυθαιρεσία Καθ' ης - Εφεσείβλητης, εντούτοις παραμένει αμέτοχη και/ή συνεργός στην εν λόγω τεκταινόμενη, χωρίς έλεος, παρανομία.» Την Αίτηση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο ίδιος ο Αιτητής ο οποίος ουσιαστικά υιοθετεί τους πιο πάνω λόγους έφεσης αποκαλεί τον Διαιτητή που διεξήγαγε την διαιτησία ως «φερόμενο διαιτητή», δεν αρνείται ότι είχε λάβει σχετική ειδοποίηση για να παρευρεθεί στην ορισθείσα διαδικασία επίλυσης της διαφοράς αλλά ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν είχε ρωτηθεί αν επιθυμεί τον διορισμό τού συγκεκριμένου Διαιτητή ο οποίος εξ όσων γνώριζε υπήρξε συνεργάτης του Καθ' ου η Αίτηση και ότι ποτέ δεν ενέκρινε τον διορισμό του. Προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς ως προς τη διεξαχθείσα διαδικασία και ότι αμφισβητεί το ποσό στο οποίο κατέληξε ο Διαιτητής και για το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του. Ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης στις 27.01.2017, η οποία υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Θεοδώρας Μιλτιάδους, λειτουργού στον Καθ' ου η Αίτηση. Στην ένσταση προβάλλονται οι ακόλουθοι εννέα

(9)λόγοι ένστασης: « Ο Αιτητής - Εφεσείων κλητεύθηκε δεόντως από τον Διαιτητή, ήταν παρών προσωπικά και/ή εκπροσωπούμενος από δικηγόρο καθ' όλη την διάρκεια διεξαγωγής της διαδικασίας της διαιτησίας και αποδέχθηκε την εκ συμφώνου έκδοση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης ημερ.08/06/15. Ως εκ τούτου, κωλύεται να προσβάλλει το κύρος της ρηθείσας επίδικης Διαιτητικής Απόφασης. Η διαδικασία έκδοσης της διαιτητικής ήταν απόλυτα ορθή, νόμιμη, έγκυρη και νομότυπη και σύμφωνη και με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, της δίκαιης δίκης και επιείκειας και ακολουθήθηκαν όλες οι ενδεδειγμένες διαδικασίες, θέσμια και οι εκάστοτε εν ισχύ νομοθεσίες. Ο διαιτητής άσκησε τα καθήκοντα του ανεξάρτητα, αντικειμενικά, αμερόληπτα, επιμελώς και υπεύθυνα και συμμορφούμενος πλήρως με τους δικονομικούς και νομικούς κανόνες που απαιτεί και προστάζει το καθήκον και το αξίωμα του διαιτητή. Η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε νομότυπα από τον νομίμως διοριζόμενο διαιτητή προς εκδίκαση της μεταξύ των εφεσίβλητων και του εφεσείοντα διαφοράς, ο οποίος διορίστηκε από τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών με βάση τις εξουσίες που του παρέχει ο Περί Συνεργατικών Νόμος 22/85, όπως τροποποιήθηκε. Η διαιτητική απόφαση είναι από όλες τις απόψεις νόμιμη και φέρει όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και είναι πλήρως αιτιολογημένη, απόλυτα ορθή στο περιεχόμενο της και σαφής ως προς την ευθύνη του Εφεσείοντα απέναντι στους Εφεσίβλητους. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί περί παράνομου τόκου και/ή ανατοκισμού και/ή παράνομων χρεώσεων και/ή παράνομης κεφαλαιοποίησης είναι γενικοί και αόριστοι, χωρίς να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία, και εν πάση περιπτώσει δεν νομιμοποιείται ο Εφεσείων να προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς στην διαδικασία αυτή. Ο επίδικος λογαριασμός δεν χρεώθηκε με καμία παράνομη χρέωση και/ή ανατοκισμό και δεν έγινε καμία παράνομη κεφαλαιοποίηση και το ποσό το οποίο επιδικάστηκε στην διαιτητική απόφαση είναι το νόμιμο και το πραγματικά οφειλόμενο προς τους Εφεσίβλητους ποσό το οποίο είναι δεσμευτικό για τον Εφεσείοντα. Τα γεγονότα στην Αίτηση/Έφεση παρουσιάζονται κατά τρόπο ψευδή, ανακριβή και παραπλανητικό και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η Αίτηση/Έφεση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.» Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης προχώρησε με κατάθεση γραπτών αγορεύσεων από μέρους των δικηγόρων των δύο πλευρών στις οποίες κάνουν αναφορά τόσο στα γεγονότα της υπόθεσης όσο και στη νομική της πτυχή που η κάθε πλευρά εισηγείται ότι διέπει τα διάφορα επί μέρους ζητήματα τα οποία απασχόλησαν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Τσιμεντοποιΐα Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου,
(2001)1 ΑΑΔ 23, ένα από τα γνωρίσματα της Διαιτησίας είναι ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της Διαιτητικής Απόφασης. Έτσι, επιτρέπεται η ακύρωση μιας Διαιτητικής Απόφασης για συγκεκριμένους λόγους, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν στους εξής: (α) Για κακή συμπεριφορά του Διαιτητή. (β) Για κακό χειρισμό της υπόθεσης από τον Διαιτητή. (γ) Για παράτυπη διαδικασία της Διαιτησίας. (δ) Η απόφαση του Διαιτητή να εκδοθεί παράτυπα. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 334, γίνεται αναλυτική αναφορά στα όσα μπορούν να αποτελούν λόγους ακύρωσης Διαιτητικής Απόφασης. Προκύπτει επίσης η αρχή πως οι Διαιτητικές Αποφάσεις μπορούν να ακυρώνονται και για νομικό σφάλμα. Ωστόσο, η πορεία αυτή δεν θα πρέπει να ακολουθείται πολύ εύκολα (βλ. εκτός από την πιο πάνω απόφαση Τσιμεντοποιία Βασιλικού Λτδ και την υπόθεση Ελένη Κούλλουρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου,
(2005)1(Β) ΑΑΔ 987). Όταν το Διαιτητικό Δικαστήριο έχει εκτελέσει την αποστολή του στην υπόθεση που του ανατέθηκε με την έκδοση της τελικής του ετυμηγορίας και έχει καταστεί, κατά το ρωμαϊκό δίκαιο, functus officio, είναι μόνον το άρθρο 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 ή το άρθρο 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/1985, ως τροποποιήθηκε, που μπορεί να δώσει στο Δικαστήριο την εξουσία παραμερισμού (βλ. την πιο πάνω υπόθεση Τσιμεντοποιΐα Βασιλικού Λτδ όπου διευκρινίζεται ότι ο νόμος μας έχει ως πρότυπο τον ομώνυμο αγγλικό νόμο του 1934, με παραπομπή στον Russel on the Law of Arbitrations 19η έκδ. στη σελ. 426 και Mustill and Boyd Commercial Arbitration in England
(1982)σελ. 526). Το δικαίωμα αμφισβήτησης της απόφασης διαιτητή, όπως λέχθηκε ως άνω προβλέπεται στο άρθρο 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 όπως έχει τροποποιηθεί και ασκείται με την καταχώρηση ειδοποίησης έφεσης. «
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει Έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης προς αυτόν της απόφασης.» Περαιτέρω, η ακύρωση απόφασης διαιτητή επιτρέπεται για τους περιορισμένους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4. Ο εκάστοτε διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστικό καθήκον και θα πρέπει έτσι να συμμορφώνεται με τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης ( βλ. Galatis v. Savvides
(1966)1 C.L.R. 87 και Σολωμού v. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 687) και να πράττει, ως άτομο που λειτουργεί δικαστικά με όσα συνεπάγεται τούτο (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Ltd
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 717). Παράβαση αυτών των καθηκόντων, συνιστά κακό χειρισμό (misconduct) που δικαιολογεί ακύρωση της απόφασης του. Στην πρόσφατη υπόθεση Μελανής Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, Πολ. Έφεση 416/2012, ημερ. 15.4.2016, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο Διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστικό καθήκον (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 717). Ο Διαιτητής θα πρέπει να είναι προσηλωμένος και να συμμορφώνεται αυστηρά με τους όρους του διορισμού... Ως λειτουργός του Δικαστηρίου είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες. Διαφορετικά θα προέκυπτε κίνδυνος δημιουργίας ενός συστήματος διαιτητικού δικαίου ανεξάρτητου και ίσως διαφορετικού από το νόμο και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στα δικαστήρια της χώρας, με απρόβλεπτες συνέπειες, μια και ο κάθε διαιτητής θα μπορούσε να εφαρμόζει κανόνες, τόσο του ουσιαστικού, όσο και τους δικονομικού δικαίου, που κατά τη δική του κρίση τυγχάνουν εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου (βλ. Α.Ν. Stasis Estates Co Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2006, 2010). Τα Δικαστήρια ήταν πάντοτε απρόθυμα να επέμβουν στις διαιτητικές αποφάσεις, εκτός όπου η Νομοθεσία παρείχε τέτοια δυνατότητα, οι δε αποφάσεις των διαιτητών δεν ήταν δεκτές αναθεώρησης από το Δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο Διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά πασιφανή τρόπο εναντίον των αρχών της παροχής δικαιοσύνης. Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων ενός Διαιτητή, συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού του πορίσματος (βλ. A. N. Stasis Estates Co. Ltd v. G. M. P. Katsambas Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 2006 και Stafo Furniture Ltd κ.ά. ν. Λουκή Στυλιανού κ.ά.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1265). Σχετική είναι και η απόφαση στην υπόθεση Νεόφυτος Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 687, όπου γίνεται σχετική αναφορά στο misconduct και άλλες πτυχές περί του θέματος της Διαιτησίας. Αξίζει να σημειωθεί το εξής, από την απόφαση αυτή: «Είναι επομένως πρόδηλο, ότι η νομολογία έχει σταδιακά (με οδηγό βέβαια τη νέα νομοθεσία στην Αγγλία), περιορίσει, αντί να επεκτείνει, τις περιστάσεις που θα αποτελούσαν «misconduct». (Δέστε Russel on Arbitration 23η έκδ. σελ. 375, παρ. 7-056). Όπως δε αναφέρεται στο Civil Procedure Vol. 2: The White Book Service 2006, στη σελ. 470 στην παρ. 2Ε-78: «The Act further specifies the grounds on which an award may be set aside or remitted or an arbitration removed thus removing the general discretion available under 'the old law'.» Σε μετάφραση: «Ο Νόμος καθορίζει περαιτέρω τους λόγους για τους οποίους μια διαιτητική απόφαση δύναται να παραμεριστεί ή αποσταλεί πίσω ή ο διαιτητής να απομακρυνθεί, αφαιρώντας έτσι τη γενική διακριτική ευχέρεια που υπήρχε κάτω από τον 'προηγούμενο νόμο'».» Είναι καλά νομολογημένο ότι ο Αιτητής έχει το βάρος απόδειξης ότι συντρέχει οποιοσδήποτε από τους πιο πάνω λόγους ενώ θα πρέπει να δώσει και την ευκαιρία στον Διαιτητή να εμφανιστεί στη διαδικασία της Αίτησης/Έφεσης, για να απαντήσει σε όσα του αποδίδει. Είναι επίσης νομολογημένο ότι σε περίπτωση που υπάρχει ισχυρισμός από κάποιον ότι ο Διαιτητής παρουσίασε τέτοια κακή συμπεριφορά (misconduct), θα πρέπει να γίνεται επίδοση της Ειδοποίησης Έφεσης και στον ίδιο τον Διαιτητή, έτσι που να μπορεί να εμφανιστεί στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς (βλ. για σκοπούς καθοδήγησης τις ακόλουθες δύο πρωτόδικες αποφάσεις: α. Σε ότι αφορά την Διαιτησία μεταξύ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Λτδ v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σ & Α Φραντζίδης Λτδ Γεν. Αίτηση Αρ. 2289/2013 Ε.Δ. Λευκωσίας με ημερ. 11.02.2015 του Ν. Γιαπανά Α.Ε.Δ. και β. την υπόθεση Σωφρωνίου ν. Σ.Π.Ε. Κρασοχωρίων, Γεν. Αίτηση Ε.Δ. Λεμεσού Αρ. 796/13 με ημερ. 22.06.2016 του Αλ. Φυλακτού Ε.Δ.) Η Έφεση πρέπει να επιδίδεται και στον Διαιτητή, όταν υπάρχει ισχυρισμός είτε επί τεχνικών θεμάτων, είτε επί πραγματικών γεγονότων, έτσι ώστε ο Διαιτητής να δικαιούται να εμφανιστεί ή να καταχωρίσει ένορκη δήλωση ή να προσκομίσει πρακτικά. Σχετικό είναι το απόσπασμα από την απόφαση στην Γενική Αίτηση 792/06 Ε.Δ. Λευκωσίας Σάββα Ι. Γεωργίου v. Σ.Π.Ε. Κοράκου (Ν. Γιαπανά Ε.Δ. όπως ήταν τότε) στην οποία γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Russell on Arbitration 19η έκδ. όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.στον Russell εξηγείται ότι παρόλο που παλαιότερα επικρατούσε η άποψη ότι η Έφεση δεν επιδίδεται στον διαιτητή, η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι όταν ο επικαλείται κακή συμπεριφορά του διαιτητή είτε επί τεχνικών θεμάτων είτε επί πραγματικών γεγονότων, η αίτηση θα πρέπει να επιδίδεται στον διαιτητή. Και ο διαιτητής σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα είτε να έχει πλήρη παρουσία στη διαδικασία, ή να καταχωρήσει ένορκη δήλωση και να θέσει εκείνα τα γεγονότα στα οποία κρίνει ότι μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο, είτε βεβαίως να μην πάρει κανένα μέτρο, θεωρούμενος ότι δεν προτίθεται να κάμει τίποτε περισσότερο παρά να αποδεχθεί την απόφαση του Δικαστηρίου». ΑΝΑΛΥΣΗ: Το γεγονός ότι ο Αιτητής καταλογίζει στον Διαιτητή με τους λόγους έφεσης του και την αιτιολογία τους κατ' ουσία κακή συμπεριφορά (misconduct), χωρίς προς τούτο να τον καταστήσει μέρος της διαδικασίας για να τον αντεξετάσει για όσα καταλογίζει σε αυτόν, κατά τα ως άνω διαλαμβανόμενα στην νομολογία μας, και το γεγονός ότι η εφεσιβληθείσα διαιτητική απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου, θα έπρεπε να είχε τερματίσει την όποια συζήτηση εδώ με την απόρριψη της αίτησης. Και αυτό για δύο λόγους. Ο πρώτος διότι αποδέχθηκε και ήταν ρητός όρος στη Σύμβαση Πιστώσεως (όρος αρ. 11)* και ο δεύτερος γιατί συμμετείχε ενεργά σε όλα τα στάδια αυτής της διαδικασίας που εκ των υστέρων καταγγέλλει χωρίς να υποβάλει οποιανδήποτε προς τούτο ένσταση ή ενδοιασμό. Παρόλα αυτά θα προχωρήσω στην εξέταση διαφόρων λόγων εφέσεων όπως προβλήθηκαν υπό το πρίσμα των νομικών αρχών όπως καταγράφηκαν πιο πάνω σε συνάρτηση με τους λόγους ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση οι οποίοι καθιστούν και πάλι την αίτηση χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Είναι η εισήγηση της πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση ότι η διαδικασία της διαιτησίας και η έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης έγιναν με ορθό τρόπο, με σεβασμό στα δικαιώματα και των δύο πλευρών, αφού τους δόθηκε δικαίωμα να ακουστούν με ισότητα και με σεβασμό στις αρχές φυσικής δικαιοσύνης. Στην παρούσα μάλιστα υπόθεση δόθηκε το δικαίωμα στους διαδίκους να καταχωρήσουν δικόγραφα όπως και έγινε με την καταχώρηση «Έκθεσης Απαίτησης» και «Έκθεσης Υπεράσπισης» (Τεκμ. Στ και Ζ στην ένσταση). Διεξήχθηκαν διάφορες συνεδριάσεις και ο Διαιτητής τηρούσε πρακτικά όπως αυτά εμφαίνονται στο Τεκμ. Η της ένστασης. Αναδύεται από αυτά ότι υπήρξε μια εκτεταμένη συζήτηση προτάσεις - απόρριψη τους με σκοπό τη διευθέτηση της υπόθεσης όπως και τελικά επετεύχθη με την εκ συμφώνου δήλωση της επίδικης απόφασης στα πλαίσια της Διαιτησίας που διεξήχθη. Στη βάση της διεξαχθείσας διαδικασίας την 8.06.2015 εκδόθηκε εκ συμφώνου η επίδικη απόφαση του Διαιτητή η εκτέλεση της οποίας και πάλι εκ συμφώνου αναστάληκε για ένα έτος ήτοι μέχρι την 8.06.2016 (Τεκμ. Θ. στην ένσταση). Αυτή είναι η εικόνα της διαδικασίας της διαιτησίας όπως παρουσιάζεται από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση με τα σχετικά τεκμήρια που επισυνάφθηκαν ως τεκμήρια, η οποία κρίνω ότι είναι και η πραγματική, σε αντίθεση με αυτή που παρουσίασε αρχικά η πλευρά του Αιτητή στους λόγους έφεσης του και στην αιτιολόγηση τους με την υιοθέτηση τους στην ένορκη δήλωση του με την οποία *Ο χρεώστης αναγνωρίζει και αποδέχεται το δικαίωμα της; Συνεργατικής για παραπομπή του σε διαιτησία σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου χωρίς τούτο να υποδηλώνει ότι αποκλείει τη Συνεργατική να επιλέξει αντί διαιτησίας την παραπομπή στα πολιτικά δικαστήρια. υποστηρίζει την Αίτηση/ Έφεση. Το ότι η διεξαχθείσα Διαιτησία διεξήχθη νομότυπα, όπως διαπιστώνεται από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, δεν έχω καμιά αμφιβολία και έτσι την κρίνω. Εξάλλου ο Αιτητής πλην διαφόρων ισχυρισμών οι οποίοι δεν μπορούν να επιδοκιμαστούν για τους λόγους που θα εξηγήσω και στη συνέχεια δεν είχε να αντιτάξει κάτι διαφορετικό. Τονίζεται από τη νομολογία μας ότι η διαδικασία σε μια διαιτησία δεν έχει την αυστηρότητα της δικαστικής διαδικασίας. Στην παρούσα περίπτωση καταχωρήθηκαν δικόγραφα στην διαδικασία της διαιτησίας. Στην υπόθεση Γεωργίου ν. Σ.Π.Ε Κοράκου (πιο πάνω) αναφέρεται ότι: «.ούτε Νόμος ούτε και οι σχετικοί κανονισμοί προνοούν την ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ των μερών σε διαιτησία. Στον Russell, σελ. 262, εξηγείται ως προς την ανταλλαγή δικογράφων, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι επιθυμητό να παραδίνονται δικόγραφα ή τα σημεία της απαίτησης και της υπεράσπισης, ώστε τα μέρη να γνωρίζουν επακριβώς τα θέματα που θα εκδικαστούν. Εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του διαιτητή να διατάξει την ανταλλαγή δικογράφων. Αφού ακούσει πρώτα τις απόψεις των μερών, μπορεί να διατάξει κάτι τέτοιο αν κρίνει ότι είναι αναγκαίο για την επίλυση της διαφοράς» Φαίνεται ότι ο Διαιτητής προέκρινε αυτή τη διαδικασία και ασφαλώς είχε λάβει υπόψη του τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των ενώπιον του μερών. Η διαβούλευση των μερών η οποία χρονικά διήρκεσε πολύ κάτι που οδήγησε τον Διαιτητή σε προειδοποίηση αρκετές φορές ότι θα έπρεπε να διδόταν ένα τέλος σε αυτή οδήγησε εν τέλει σε εκ συμφώνου απόφαση. Αυτά καταγράφτηκαν στο πρακτικό της 8.06.2015 (Τεκμ. Η) και την ίδια ημερομηνία συντάχθηκε και η επίδικη απόφαση σύμφωνα με τον Θεσμό 79ν των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 (Τεκμ. Θ) στην ένσταση. Στην υπόθεση Μανδρίτη κ.ά. v. Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών Γεν. Αίτηση 130/2004 του Ε. Δ. Λεμεσού που εκδόθηκε την 12.02.2009 από την κα Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), αναφέρθηκε ότι: «εκείνο δε που ιδιαίτερα πρέπει να προσεχθεί είναι ότι το Δικαστήριο σε έφεση κατά απόφασης διαιτητή δεν είχε εξουσία να επανεξετάσει την διακριτική ευχέρεια του διαιτητή εφόσον ο διαιτητής ενεργεί μέσα στα πλαίσια των εξουσιών του και των αρχών της δικαιοσύνης συμπεριφερόμενος δίκαια και στα δύο μέρη χωρίς τούτο να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εξουσία του διαιτητή είναι απεριόριστη.» Προβλήθηκε περαιτέρω ως λόγος έφεσης ότι δεν υπήρξε επαρκής αιτιολογία στην απόφαση του διαιτητή (Τρίτος Λόγος Έφεσης). Φαίνεται ότι διαφεύγει του Αιτητή ότι η απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου και με δεδομένο ότι ο Αιτητής συμφώνησε στην έκδοση της επίδικης απόφασης δεν απαιτείτο η παράθεση οποιασδήποτε περαιτέρω αιτιολογίας πλην των όσων συμφωνήθηκαν. Σε κάθε περίπτωση είναι νομολογημένο ότι η διαιτητική απόφαση δεν επιβάλλεται να έχει λεπτομερή αιτιολόγηση, όσο μια δικαστική απόφαση. Στην υπόθεση Μανδρίτη κ. ά. v. Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών (πιο πάνω) ως προς το θέμα της έκτασης που πρέπει να έχει μια αιτιολογία διαιτητικής απόφασης, αναφέρθηκε ότι: «Περαιτέρω θα προσθέσω ότι δεν αναμένετο από τον διαιτητή, όπως θα έλεγα ότι δεν αναμένεται και από το Δικαστήριο, μια εξαντλητική αναφορά σε κάθε επιχείρημα. Σημασία έχει αν με βάση την δικογραφία και την δοθείσα μαρτυρία υπάρχει αιτιολογία και επίλυση - απόφαση στα επίδικα ερωτήματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο διαιτητής πρέπει να αφιερώνει σελίδες για να ακολουθήσει την δομή των επιχειρημάτων των πλευρών. Δεν έχει αυτή την έννοια η περιγραφείσα ως υποχρέωση του διαιτητή να αποφασίσει. Στην Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ 490 τονίζεται ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης, ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται». Ο Καθ' ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Διαιτητής άσκησε ορθά την διακριτική του εξουσία, σεβόμενος δε τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης αποδέχθηκε την εκ συμφώνου έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης η οποία δηλώθηκε με ελεύθερη βούληση των μερών. Αν είχε κάτι διαφορετικό υπόψη του ο Αιτητής θα έπρεπε ευθαρσώς να το έθετε υπόψη του Διαιτητή και να αξίωνε να καταγραφεί στο σχετικό πρακτικό. Οτιδήποτε προβάλλει γι' αυτά τα ζητήματα σήμερα δεν μπορεί να θεωρηθούν εκ των υστέρων σκέψεις. Ακόμα και ως προς τον τύπον που τηρήθηκε επισημαίνεται ότι ακόμα και να υπήρχε υπόνοια για παράλειψη κάποιου τύπου στην διαδικασία, αυτό δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Στη Γεωργίου ν. Σ.Π.Ε. Κοράκου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ακόμα και πλημμελής να είναι η εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή, δεν οδηγεί σε άμεση ακύρωση της απόφασης, αφού η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από την φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις τις υπόθεσης. Αν η πλημμέλεια παραβιάζει στο θεμέλιο της την απόφαση και δεν αφήνει περιθώρια διάσωσης, έστω και μέρους της, τότε ακυρώνεται». Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της διαδικασίας που ακολουθήθηκε ο Διαιτητής άκουσε τις θέσεις των δύο μερών και μελέτησε και είχε υπόψη του και τα δικόγραφα που καταχώρησαν. Αν ο Αιτητής είχε οποιαδήποτε ειλικρινή ένσταση για την συμπεριφορά του Διαιτητή, το ορθό ένδικο μέσο που όφειλε να πάρει είναι αυτό των Άρθρων 19
(1)και 20
(1)του Περί Διαιτησίας Νόμου και όχι το παρόν ένδικο μέσο (βλ. Μανδρίτη κ.ά. ν. Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών (πιο πάνω). Δηλαδή, εφόσον ισχυρίζεται ότι ο ίδιος καλόπιστα πίστευε ότι η Διαιτησία δεν είχε ολοκληρωθεί την ημερομηνία που εκ συμφώνου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση όφειλε να χρησιμοποιήσει τα ένδικα αυτά μέσα και να ζητήσει διακοπή της, αντί να περιμένει να του γίνει επίδοση της Διαιτητικής Απόφασης, για να έλθει στο Δικαστήριο με την παρούσα διαδικασία. Ο Πρώτος λόγος ένστασης σχετίζονται με την προσπάθεια του Αιτητή να αμφισβητήσει τον τρόπο διορισμού, την αμεροληψία και ανεξαρτησία του Διαιτητή. Φαίνεται ότι ο Αιτητής συγχέει τον Καθ' ου η Αίτηση με τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, που είναι το αρμόδιο πρόσωπο να ορίσει διαιτητή κάθε φορά που προκύπτει διαφορά. Οι αρμοδιότητες του Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών προκύπτουν τόσο από τον Νόμο όσο και από τις μεταξύ των μερών συμφωνίες δανείου ή εγγύησης. Είναι προφανές ότι δεν είναι ο Καθ' ου η Αίτηση που όρισε τον Διαιτητή, μονομερώς ή άλλως πως, και ούτε είχε δικαίωμα λόγου στον ορισμό του. Αυτή η διαδικασία που ακολουθείται σύμφωνα με τον Περί Διαιτησίας Νόμο, τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και τις συμφωνίες των μερών, εγγυάται την αμεροληψία και ανεξαρτησία του Διαιτητή. Και πάλιν όμως, αν ο Αιτητής είχε ειλικρινείς ενστάσεις, θα έπρεπε να είχε κάνει χρήση των ένδικων μέσων των άρθρων 19
(1)και 20
(1)του Περί Διαιτησίας Νόμου και όχι να περιμένει να ολοκληρωθεί η Διαιτησία, να εκδοθεί η Διαιτητική Απόφαση και να καταφύγει στο παρόν ένδικο μέσο (βλ. Μανδρίτη κ.ά. ν. Σ.Π.Ε. Πολεμιδίων (πιο πάνω). Τέλος, ως προς το θέμα της αντισυνταγματικότητας της Διαιτησίας, σχετικές είναι οι υποθέσεις Co - operative Grocery of Vasilia - v - Ppirou and others 4 R.S.C.C 12, Σιήκη - ν - Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Πρ. 278/01 ημ. 28.6.02 και In re Pericleous
(1985)1 C.L.R σελ. 178, που ξεκαθαρίζουν ότι η διαιτησία δεν θίγει συνταγματικά δικαιώματα των μερών. Οι λόγοι ένστασης 4 - 12 σχετίζονται με την προσπάθεια του Αιτητή να θέσει θέματα ουσίας στο Δικαστήριο τα οποία με την αποδοχή έκδοσης εκ συμφώνου διαιτητικής απόφασης και αν είχε θέσει ενώπιον του Διαιτητή αυτός πλέον δεν όφειλε να εξετάσει. Δεν θα πήγαινε πίσω από την κοινή επιθυμία των μερών. Τουναντίον αποδέχθηκε στην παρουσία του δικηγόρου του την έκδοση εκ συμφώνου της επίδικης απόφασης. Είναι καλά γνωστό ότι η διαιτησία είναι μια αυτοτελής διαδικασία επίλυσης διαφορών και δεν μπορεί να θεωρείται ένα προστάδιο δικαστικής διαδικασίας. Στην Κούλουρου ν. Σ.Π.Ε. Αθηαίνου
(2005)1 Α.Α.Δ. 987, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε περιγράψει τον χαρακτήρα αυτό της διαιτητικής διαδικασίας, ως ακολούθως: «η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο δικαστήριο, αλλά αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία...». Φάνηκε από όσα τέθηκαν ενώπιον μου ότι ο Αιτητής κλητεύθηκε στη διαιτησία και πράγματι έλαβε μέρος σε αυτή, με δικηγόρο που τον συνόδευσε και με καταχώρηση Έκθεσης Υπεράσπισης και οι λόγοι που προέβαλε εξετάστηκαν από τον Διαιτητή και ήταν εν τέλει απόφαση του ίδιου του Αιτητή να αποδεχθεί εκ συμφώνου απόφαση όπως είναι η προσβαλλόμενη απόφαση Διαιτησίας. Το Δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας του δικαιοδοσίας, δεν εξετάζει θέματα ουσίας. Αυτά θα έπρεπε να είχαν τεθεί στον Διαιτητή. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Καλογήρου ν. Σ.Π.Ε. Αθηαίνου Π.Ε (πιο πάνω), δεν μπορεί ο Εφεσείων να θέτει θέματα στο Δικαστήριο που δεν έθεσε προηγουμένως στην Διαιτησία ή όταν αμέλησε να εμφανιστεί. Το Δικαστήριο δεν κρίνει θέματα που δεν αξιολογήθηκαν στην Διαιτησία. Όπως έχει εξηγηθεί από την νομολογία, το έργο του Δικαστηρίου δεν μπορεί να οδηγήσει σε αναβίωση όλης της μαρτυρίας και υποκατάσταση του στο έργο της αξιολόγησης που έχει ήδη συντελεσθεί από τον Διαιτητή. Ο Αιτητής επαναλαμβάνεται απεδέχθη εκ συμφώνου απόφαση και δεν μπορεί εκ των υστέρων να παραπονείται. Καταλήγω ότι όλοι λόγοι έφεσης και οι ισχυρισμοί του Αιτητή τους οποίους επιχειρεί να θεμελιώσει και να αιτιολογήσει ως λόγους Έφεσης, καταρρίπτονται πλήρως ως αβάσιμοι, ανυπόστατοι και μη ανταποκρινόμενοι στην αλήθεια από τους αναλυτικά παρατιθέμενους και πλήρως τεκμηριωμένους ισχυρισμούς για τα επίδικα γεγονότα από τον Καθ' ου η Αίτηση που περιέχονται αναλυτικά και πλήρως τεκμηριωμένα στην ένορκη δήλωση της κας Θεοδώρας Μιλτιάδους ημερομηνίας 27.01.2017 η οποία υποστηρίζει την ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση. Οι ισχυρισμοί της κας Μιλτιάδους εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση παρέμειναν αναντίλεκτοι αφού ο Αιτητής δεν ζήτησε άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αλλά ούτε και ζήτησε την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας, έτσι ώστε να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της με αποτέλεσμα αυτοί να παραμένουν αναντίλεκτοι ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Αιτητής κλητεύθηκε δεόντως από τον Διαιτητή, ήταν παρών προσωπικά και εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο καθ' όλη την διάρκεια διεξαγωγής της διαδικασίας της διαιτησίας και αποδέχθηκε την εκ συμφώνου έκδοση της επίδικης προσβαλλόμενης Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 08.06.2015. Ως εκ τούτου, ο Αιτητής κωλύεται να προσβάλλει το κύρος της ρηθείσας επίδικης Διαιτητικής Απόφασης με ισχυρισμούς τους οποίους όφειλε να εγείρει κατά την διεξαγωγή της διαιτησίας αλλά δεν το έπραξε και αποδέχθηκε την εκ συμφώνου έκδοση Διαιτητικής απόφασης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγω με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποσείσει το σχετικό το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του και κατ' επέκταση και των λόγων Έφεσης του. Η Αίτηση/ Έφεση απορρίπτεται ως αβάσιμη με έξοδα σε βάρος του Αιτητή και υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)................. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.