← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. CH. PAPAPETROU CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 4252/1997, 15/6/2017

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. CH. PAPAPETROU CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 4252/1997, 15/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A188 ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4252/1997 ΜΕΤΑΞΥ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσα/ Καθ' ης η Αίτηση -και-

  1. CH. PAPAPETROU CO LTD
  2. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ
  3. C&M PAPAPETROU LIMITED μετονομασθείσα σε MODA ENCANTO LIMITED Εναγόμενοι Ημερομηνία: 15 Ιουνίου,2017 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: o κ. Γ. Ελευθερίου για PHC Tsangarides LLC Για Καθ'ης η αίτηση: Η κα Σ. Κωνσταντινίδου για Χαράλαμπος Γαλανός Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση της MODA ENCANTO TEXTIL LIMITED αιτήτριας στην αρχική αίτηση με την οποία εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης) ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ: Η Αιτήτρια, με αίτηση της πέτυχε μονομερώς την έκδοση διατάγματος, με το οποίο, ο εντεταλμένος με την εκτέλεση του εντάλματος κατάσχεσης κινητών επιδότης, διατασσόταν να μην προχωρήσει με την εκτέλεση του εντάλματος κινητών που εκδόθηκε με αίτηση της ενάγουσας τράπεζας για οφειλόμενο υπόλοιπο εξ αποφάσεως χρέους. Το ένταλμα κινητών, σύμφωνα με την αίτηση, αφορά την κινητή περιουσία η οποία ευρίσκεται στη διαχείριση και/ή στον έλεγχο της C & M Papapetrou Limited μετονομασθείσας σε MODA ENCANTO LIMITED περιλαμβανομένων του

(1)καταστήματος ZARA (My Mall) στην οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ αρ. 285 (My Mall) στο Ζακάκι Λεμεσού και
(2)του καταστήματος ΖΑRA στην οδό Ανεξαρτησίας στην Λεμεσό. Το προσωρινά εκδοθέν διάταγμα ορίστηκε προς αναθεώρηση σε μεταγενέστερη ημερομηνία και στη συνέχεια καταχωρήθηκε ένσταση από την Καθ' ης η αίτηση τράπεζα. Με την παρούσα αίτηση της η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι προκύπτει ανάγκη να απαντήσει με συμπληρωματική ένορκη δήλωση και γενικά να θέσει τις θέσεις της αναφορικά με τα γεγονότα και θέσεις που προβάλλει η Καθ' ης η αίτηση στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της. Υποστηρίζει ότι εγείρονται σε αυτήν αναληθείς θέσεις και ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δυνατόν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και για τους οποίους απαιτείται η απάντηση της Αιτήτριας∙ έτσι ώστε να μπορέσει να προωθήσει δίκαια την αίτηση της. Προσδιορίζει ως τέτοιους ισχυρισμούς αυτούς που προβάλλονται στις παραγράφους 19, 21 και 23Β της ένορκης δήλωσης με την οποία υποστηρίζεται η ένσταση. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το κείμενο των εν λόγω παραγράφων : «Παρ. 19: Οι ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση τις 8.12.2016 καταχωρώντας το ένταλμα κινητών με αριθμό 093689 εναντίον των Εναγομένων αρ. 3 ανέφεραν επί του εντάλματος τους το συγκεκριμένο κατάστημα ήτοι το πολυκατάστημα ZARA εις το MY MALL στο Ζακάκι Λεμεσού. Το πιο πάνω ένταλμα συνοδευόταν με δική μου ένορκο δήλωση ημερομηνίας 8.12.
  1. Εις το πιο πάνω ένταλμα επισυνάφθηκε τόσο σχετική δικαστική απόφαση (Τεκμήριο 1) όσον και η πιο πάνω αναφερθείσα απόδειξη από το πιο πάνω κατάστημα ημερομηνίας 29.11.2016 (Τεκμήριο 4) και επίσης και έγγραφο του εφόρου εταιρειών με το οποίο φαίνεται ο αριθμός της εταιρείας των Εναγομένων 3 ήτοι ο ίδιος αριθμός που αναγράφεται και στην πιο πάνω απόδειξη (Τεκμήριο 4). Στην αίτηση έκδοσης εντάλματος κατάσχεσης κινητών ημερ. 08.12.2016, για να αποδείξουν την σχέση των Εναγομένων αρ. 3 ήτοι της Εταιρείας MODA ENCANTO LTD με το κατάστημα ZARA (My Mall) στο Ζακάκι Λεμεσού προσκόμισαν αντίγραφο απόδειξης του ZARA από το πιο πάνω κατάστημα, ημερ. 29.11.2016, στην οποία αναγράφεται η ονομασία της εταιρείας MODA ENCANTO LTD, ο αριθμός εγγραφής και ως επίσης ο αριθμός του Φόρου προστιθέμενης αξίας και ο αριθμός φορολογικής ταυτότητας των Εναγομένων αρ. 3 δηλαδή της εταιρείας MODA ENCANTO LTD, δηλαδή το Τεκμήριο
  2. Παρ. 21: Συγκεκριμένα οι Αιτητές και ως επίσης οι Εναγόμενοι αρ. 3 δόλια, κακόπιστα και εκ προθέσεως προέβησαν σε πράξεις και/ή ενέργειες ώστε στις σχετικές αποδείξεις των καταστημάτων ZARA, MY MALL εις το Ζακάκι - Λεμεσού και πιθανό σε όλα τα καταστήματα ZARA ανά το παγκύπριο, αντί ως ιδιοκτήτες και εμπορευόμενοι επί των σχετικών αποδείξεων των ως άνω καταστημάτων, να αναγράφονται οι Εναγόμενοι 3, οι οποίοι τουλάχιστο σίγουρα μέχρι τις 31.12.2016 ήταν οι ιδιοκτήτες και εμπορευόμενοι των καταστημάτων ZARA ανά το παγκύπριο συμπεριλαμβανομένου και του ZARA στο My Mall Ζακάκι - Λεμεσού, να αναγράφεται μια τρίτη εταιρεία, ήτοι η εταιρεία MODA ENCANTO LTD με ΗΕ
  3. Δηλαδή οι Αιτητές και ως επίσης οι Εναγόμενοι αρ. 3 εις την προσπάθεια τους να εμποδίσουν τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση να εισπράξουν το υπόλοιπο εξ αποφάσεως ποσό μέσω της εκτέλεσης του εντάλματος κινητών με αρ. 093689 ημερ. 8.12.2016 δόλια, κακόπιστα και εκ προθέσεως προέβησαν σε δόλιες και/ή παράνομες πράξεις και ενέργειες για να παύσουν να είναι ιδιοκτήτες και οι εμπορευόμενοι οι Εναγόμενοι αρ. 3, δηλαδή η MODA ENCANTO LTD και αντικατέστησαν αυτή με μία άλλη τρίτη εταιρεία δηλαδή την MODA ENCANTO TEXTIL LTD με ΗΕ
  4. Παρ. 23 Β: Το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 3 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο οι ιδιοκτήτες και εμπορευόμενοι των καταστημάτων ZARA και η εταιρεία η οποία εισήγαγε και πωλούσε στην Κύπρο εμπορεύματα φέροντας το εμπορικό σήμα ZARA φαίνεται με ξεκάθαρο τρόπο στην Αναθεωρητική Έφεση 6/2007
(2009)3 ΑΑΔ 384 ημερ. 2.07.2009 σε σχετική προσφυγή των Εναγομένων 3 με την οποία οι Εναγόμενοι αρ. 3 ζητούσαν όπως ακυρωθεί απόφαση του Διευθυντή Τελωνείων διά της οποίας επιβλήθηκαν δασμοί και ΦΠΑ εις τους Εναγόμενους αρ. 3 αναφορικά με εμπορεύματα υπό την εμπορική επωνυμία ZARA τα οποία εισήγαγαν οι Εναγόμενοι
  1. Στην παραπάνω απόφαση του Εφετείου και συγκεκριμένα στη σελ. 4, οι έντιμοι Εφέτες Δικαστές αναφέρουν ότι οι Εναγόμενοι 3 είναι αδειούχος (franchisee) του ονόματος και του εμπορικού σήματος ZARA και εισάγει και πωλεί στην Κύπρο εμπορεύματα φέροντα το εμπορικό σήμα.» Ουσιαστικά η Αιτήτρια, με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της, επιθυμεί να απαντήσει σε ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι υπήρξαν ιδιοκτήτες ή και διαχειριστές των καταστημάτων Zara (My Mall) στο Ζακάκι - Λεμεσού και της οδού Ανεξαρτησίας 130 στην Λεμεσό και να καταδείξει με σχετική δική της μαρτυρία ότι δεν υπάρχει τέτοια σχέση και ότι δεν ενήργησαν δόλια και κακόπιστα και εκ προθέσεως για να παύσουν να είναι οι ιδιοκτήτες αυτών των καταστημάτων, με απώτερο σκοπό να αποφύγουν την εκτέλεση της επίδικης δικαστικής απόφασης. Μάλιστα, για τις αλλαγές που επήλθαν στην διαχείριση αυτών των καταστημάτων, λόγω αναδιάρθρωσης του συγκροτήματος εταιρειών τους, ισχυρίζονται ότι κρατούσαν ενήμερη την Καθ' ης η αίτηση. Τα γεγονότα τα οποία επικαλούνται καταδεικνύουν, κατ' ισχυρισμό τους, ότι οι Αιτήτρια είναι αδειούχος χρήσεως (franchissee) του ονόματος και του εμπορικού σήματος ZARA και εισάγει και πωλεί στην Κύπρο εμπορεύματα φέροντα το εμπορικό σήμα και ουδέποτε υπήρξαν ιδιοκτήτες του καταστήματος ZARA. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι: «
  2. Δεν πληρούται η προϋπόθεση τεκμηρίωσης καλού λόγου για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως.
  3. Με την συμπληρωματική ένορκο δήλωση επιζητείται η επανάληψη ήδη προβαλλόμενων ισχυρισμών του Εναγόμενου - Αιτητή.
  4. Δεν είναι αναγκαίοι ισχυρισμοί για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα και τις θέσεις των Αιτητών στην παρούσα αίτηση και/ή για να δώσουν στο Σεβαστό Δικαστήριο καλύτερη και πιο ολοκληρωμένη εικόνα για την εκδίκαση της αίτησης.» Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του κ. Σάββα Άδωνη ο οποίος εργάζεται στην Καθ' ης η αίτηση. Στην ένορκη δήλωση του ο κ. Σ. Άδωνης επισημαίνει αντίφαση σε ισχυρισμούς που επιθυμεί η πλευρά της Αιτήτριας να προβάλει τώρα με συμπληρωματική ένορκη, με όσα υποστήριζε στην αρχική της αίτηση. Ως τέτοιοι αντιφατικοί ισχυρισμοί είναι όσα τώρα παραδέχεται περί της σχέσης της Εναγόμενης 3 με τα εν λόγω καταστήματα και μάλιστα ότι είναι η αδειούχος της χρήσεως της εμπορικής επωνυμίας ZARA και μάλιστα ότι πλήρωναν ΦΠΑ το οποίο προέκυψε από το δικαίωμα χρήσεως του εμπορικού σήματος και της εμπορικής επωνυμίας ZARA από την Εναγόμενη Αρ.
  5. Προβάλλεται επίσης ότι οι επιστολές ημερ. 1.07.2006 και 10.06.2015 δεν αποτελούν νέο ισχυρισμό στην υπόθεση αλλά έτσι και αλλιώς ήταν εκ των προτέρων εις γνώση της Αιτήτριας και μπορούσε εξ αρχής να τις είχαν επικαλεστεί στην αρχική ένορκη δήλωση του κ. Χουλιώτη ημερ. 4.01.
  6. Πέραν αυτού η απόφαση στην Αναθεωρητική Έφεση 6/2007
(2009)3 ΑΑΔ 384 διαψεύδει τον κ. Χουλιώτη καθώς στην εν λόγω απόφαση αναφέρεται ότι η Εναγόμενη Αρ. 3 είναι η αδειούχος της χρήσεως του ονόματος και του εμπορικού σήματος ZARA και εισάγει και πωλεί στην Κύπρο εμπορεύματα φέροντας το εμπορικό σήμα ZARA. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Στις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και με ερμηνεία σχετικής νομολογίας στην οποία με παρέπεμψαν. Κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε αυτές τις θέσεις. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση βασίζεται στην Δ.48 Θ. 4
(2)η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Όπως δεικνύει το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης αλλά και σχετική Νομολογία, το θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ 510). Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου αναφορικά με έγκριση ή απόρριψη τέτοιου αιτήματος ασκείται στη βάσει γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. A. Messios & Sons Ltd v. Ανδρέας Λεωνίδα
(2010)1 (Α) ΑΑΔ 195) και καταδεικνύουν την αναγκαιότητα για την αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Η αιτήτρια σύμφωνα με την Δ.48 πρέπει να τεκμηριώσει «καλό λόγο» για να της παρασχεθεί η σχετική άδεια. Παρόλο ότι ο ορισμός του «καλού λόγου» δεν καθορίζεται στη σχετική διάταξη, καθίσταται φανερό ότι οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι οι ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το είδος της κυρίως αίτησης καθώς και με τη φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση A. Messios & Sons Ltd κ.α ν Ανδρέα Λεωνίδου (ανωτέρω) συνοψίζονται τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας σύμφωνα με τη Δ.48, Θ.4
(2)꞉ «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιόν μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Αυστηρή αντιμετώπιση των αιτήσεων για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιβάλλεται, σύμφωνα με τη νομολογία, όταν στη βάση της αρχικής ένορκης δήλωσης παρασχέθηκε ενδιάμεση θεραπεία. Ειδικότερα, στην απόφαση Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. του πλοίου LIRA
(2001)1 A.A.Δ. 1220, τονίσθηκε ότι: « σε περιπτώσεις που το Δικαστήριο παρέχει θεραπεία, ύστερα από μονομερή αίτηση [.] και υπάρχει παράλειψη πληροφόρησης, δεν επιτρέπεται με βάση τη νομολογία η επανόρθωση της παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο για να παράσχει τη θεραπεία». Χρήσιμα είναι και τα όσα λέχθηκαν από τον τότε Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και νυν Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κ. Παμπαλλή στην αγωγή 6710/97 απόφαση ημερ. 16/01/04 σε σχέση με την παράγραφο 2 του Θ.4 της Δ.48: «Είναι πιστεύω κατάλληλο στάδιο να εξετασθεί η φιλοσοφία πίσω από αυτή την τροποποίηση που έγινε το 1999. Κατά την άποψη μου είναι η αποφυγή επέκτασης, της ενδεχόμενα προσαχθείσας σ' αίτηση, προφορικής μαρτυρίας. Ορθά επίσης πιστεύω ότι απαιτείται άδεια του Δικαστηρίου έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η ολοκλήρωση παράθεσης του πραγματικού πλαισίου εκδίκασης μιας αίτησης και ν' αποφεύγεται η ατέρμονη ή ανεξήγητη καταχώριση ενόρκων δηλώσεων. Απαιτείται συνεπώς η παράθεση «καλού λόγου» για την έγκριση τέτοιου αιτήματος. Η έννοια της φράσης «καλός λόγος», πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διάδικου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο, το κατά την άποψη του αναγκαίο υλικό, ή επιθυμητό υπόβαθρο πριν την ακρόαση της αίτησης. Η ασφαλιστική δικλείδα της παροχής ευχέρειας αντεξέτασης δεν τέθηκε κατά την άποψη μου τυχαία. Θα ήταν πιστεύω άδικο να τεθεί υψηλό εμπόδιο σε έναν αιτητή που επιθυμεί την καταχώριση ένορκης δήλωσης. Το τι πρέπει να καταδείξει κατά την άποψη μου ο αιτητής, για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, ότι το αίτημα του εδράζεται σε καλό λόγο είναι η γνωστοποίηση της αναγκαιότητας απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς, ή ακόμη η παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ή ενισχύσουν ένα νομικό επιχείρημα.» Χρήσιμα είναι και όσα ανέφερε επίσης ο τότε Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και νυν Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Α. Λιάτσος στην αγωγή Alpha Bank Ltd v. E.E ΑΓΙΑ-ΑΝΝΑ 2008 ΛΤΔ κ.α αγωγή 7744/11 απόφαση ημερ. 13/05/13: «Αφορά αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, κατ' ακολουθία της Δ.48 θ.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η παράθεση του σκοπού θέσπισης της εν λόγω Διάταξης θα οδηγήσει, θεωρώ, στην ευκολότερη κατάληξη του Δικαστηρίου. Μέσω της πιο πάνω Διάταξης παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο, στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, να επιτρέπει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα και δεδομένου ότι έχει στοιχειοθετηθεί «καλός λόγος». Στόχος αυτής της διάταξης είναι η παροχή της δυνατότητας μέσω συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων για ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή ένστασης αντίστοιχα, ούτως ώστε να καθίσταται δυνατή και η ακρόαση σε ό,τι αφορά τη διαφορά, αφού όλα τα γεγονότα τα οποία κρίνονται αναγκαία για στήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου.» ΑΝΑΛΥΣΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η αιτήτρια επιθυμεί όπως με Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα τα οποία κατά την άποψη της κρίνονται αναγκαία για την ενίσχυση της θέσης της όσον αφορά την πραγματική ιδιότητα της Εναγόμενης Αρ. 3 και συγκεκριμένα ότι ουδέποτε η Εναγόμενη Αρ.3 υπήρξε ιδιοκτήτρια του καταστήματος ΖΑRA ( My Mall) στο Ζακάκι - Λεμεσού και του καταστήματος ZARA επί της οδού Ανεξαρτησίας 130, στην Λεμεσό και γενικά όλων των καταστημάτων ZARA ανά το παγκύπριο, γεγονός το οποίο αμφισβητείται από την Καθ' ης η αίτηση, ως επίσης και την παράθεση όλων των γεγονότων που προηγήθηκαν της αντικατάστασης της Εναγόμενης Αρ. 3, με σκοπό να απαντηθούν οι ισχυρισμοί της Καθ΄ης η αίτηση περί δολιότητας εκ μέρους της Αιτήτριας, όσον αφορά την οργανική αναδιάρθρωση του συγκροτήματος βάση του οποίου η Εναγόμενη Αρ. 3 θα καθίστατο πλέον αδρανής. Ισχυρίζεται η Αιτήτρια, ότι είναι πρόδηλο ότι με επιστολή ημερομηνίας 01.07.06 βάση της οποίας ενημερώνει ο διευθυντής της Εναγόμενης Αρ. 3 τον τότε διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση ότι η Εναγόμενη Αρ. 3 δεν έχει κανένα περιουσιακό στοιχείο και είναι πλήρως εξαρτημένη της Saywear Ltd που είναι και οι Franchisee της ΖΑRA Ισπανίας είναι απολύτως σχετική με τα επίδικα θέματα αφού ουσιαστικά επιβεβαιώνει τη θέση της Αιτήτριας, ως αυτή διατυπώνεται στην αίτηση ημερομηνίας 04.01.17, ότι ουδέποτε η Εναγόμενη Αρ.3 υπήρξε ιδιοκτήτρια του καταστήματος ZARA και μάλιστα εις γνώση των Καθ' ης η αίτηση. Περαιτέρω η επιστολή ημερομηνίας 10.06.15, η οποία αποστάληκε στην Καθ' ης η αίτηση και την ενημέρωναν ότι θα επέλθει οργανική αναδιάρθρωση του συγκροτήματος, η οποία θα καθιστούσε εκ των πραγμάτων την Εναγόμενη Αρ. 3 αδρανή, δεν επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση περί δολιότητας αλλά τουναντίον ενισχύει την θέση της Αιτήτριας ότι η παύση της Εναγόμενης Αρ. 3 ως διαχειρίστριας των καταστημάτων ZARA ήταν νομότυπη και εν πάση περιπτώσει ήταν εις γνώση της Αιτήτριας από το 2015, αντικρούοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη θέση της Καθ' ης η αίτηση, ως αυτή προβάλλεται στην παράγραφο 21 της ένστασης ημερομηνίας 14.02.17, η οποία υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Σάββα Άδωνη Η Αιτήτρια περαιτέρω με την επιδιωκόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, επιδιώκει να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση, ως αυτοί προβάλλονται στις παραγράφους 19 και 23 Β, ότι η Εναγόμενη Αρ. 3 σίγουρα ήταν ιδιοκτήτες του καταστήματος ΖΑRA αφού πλήρωναν τον φόρο προστιθέμενης αξίας ως επίσης και το φόρο εισοδήματος εις τις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους, επικαλούμενοι ταυτόχρονα απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου χωρίς όμως να την επισυνάπτουν, καθώς με βάση το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι η Εναγόμενη Αρ. 3 ουδέποτε υπήρξε ιδιοκτήτρια παρά μόνο διαχειρίστρια αυτών των καταστημάτων. Είναι προφανές, κατά την Αιτήτρια, ότι τα θέματα αυτά είναι σχετικά με τα όσα εγείρονται στην αίτηση ημερομηνίας 04.01.2017 και είναι ισχυρισμοί οι οποίοι είναι απαραίτητοι να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη παρουσίαση της Αίτησης, ώστε να οδηγηθεί σε ακρόαση επί πλήρους φάσματος της διαφοράς. Προσέτι, εις τις περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας αμφισβητούνται, η Αιτήτρια πρέπει να προσκομίζει μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος για την απόδειξη των ισχυρισμών της. Περαιτέρω, εισηγείται ότι δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών της Αιτήτριας αλλά για γεγονότα τα οποία είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, ενώ αξίζει να λεχθεί ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε χωρίς καμία καθυστέρηση αφού η ένσταση της Καθ' ης η αίτηση καταχωρήθηκε την 14.02.17 και η υπό εκδίκαση αίτηση καταχωρήθηκε στις 02.03.
  1. To γεγονός δε ότι στην προκειμένη περίπτωση εξεδόθη προσωρινό διάταγμα στη βάση μονομερούς αίτησης, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο καταχώρησης από την Αιτήτρια συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εις απάντηση της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης, εφόσον δεν επιδιώκεται μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η προσθήκη γεγονότων και δεδομένων που να αιτιολογούν εκ των υστέρων την έκδοση του διατάγματος, αλλά η απόσειση του βάρους απόδειξης, που οι Αιτητές φέρουν για να πείσουν το Δικαστήριο ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ. Είναι δε καθαρό, όπως εισηγείται, από το περιεχόμενο της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης ότι δεν συμπληρώνει ισχυρισμούς της αρχικής ένορκης δήλωσης που καταχώρησε η Αιτήτρια όταν εξασφάλιζε μονομερώς προσωρινό διάταγμα αλλά απαντά σε συγκεκριμένες παραγράφους της ενόρκου δηλώσεως της Καθ' ης η Αίτηση διατυπώνοντας αμφισβήτηση και αντίκρουση αυτών. Εν τέλει η Αιτήτρια εισηγείται ότι όλα τα πιο πάνω, εξεταζόμενα σωρευτικά, αποτελούν καλό λόγο για να δοθεί άδεια καταχώρησης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης σε συνάρτηση βέβαια με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διάδικου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο, το κατά την άποψη του αναγκαίο υλικό ή επιθυμητό υπόβαθρο πριν την ακρόαση της αίτησης. Απαντώντας και απορρίπτοντας τους λόγους ένστασης η Αιτήτρια προβάλλει ότι: - Η Καθ' ης η Αίτηση διατείνεται με τον πρώτο λόγο της ένστασης της ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε καλός λόγος για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αυτός ο λόγος ένστασης έχει ήδη απαντηθεί με τα πιο πάνω. - Με τον δεύτερο λόγο ένστασης της η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι με προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιζητείται η επανάληψη των ήδη προβαλλόμενων ισχυρισμών της Αιτήτριας. Η πιο πάνω θέση είναι ανεδαφική και επαναλαμβάνεται η επιχειρηματολογία που έχει αναπτυχθεί ανωτέρω, περαιτέρω, απλή ανάγνωση του Τεκμηρίου 1 της Ε/Δ του Σώζου Χουλιώτη δεικνύει το αβάσιμο της θέσης αυτής. Δεν πρόκειται για επανάληψη αρχικών ισχυρισμών της Αιτήτριας αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπούν στην Αιτήτρια να προβάλει ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων - Αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης της Καθ' ης η αίτηση θεωρεί και πάλι ότι είναι πρόδηλα αβάσιμος. Είναι προφανές ότι τα γεγονότα και τα έγγραφα τα οποία η Αιτήτρια επιθυμεί να εισαγάγει δια της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης, είναι κατ' αρχάς απολύτως σχετικά με τα επίδικα θέματα και είναι σε πλήρη συνάρτηση με την φύση της συγκεκριμένης διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας επιχειρείται να καταχωρηθεί, ενώ περαιτέρω η παράθεση των συγκεκριμένων γεγονότων και εγγράφων ενισχύουν και στοιχειοθετούν τα νομικά επιχειρήματα της Αιτήτριας και κατ' επέκταση υποβοηθούν την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και ως εκ τούτου την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση, ότι οι λόγοι οι οποίοι περιέχονται στην ένορκο δήλωση της Γεωργιάνας Πέτρου η οποία στηρίζει την ανωτέρω αίτηση ημερ.02.03.17, είναι αβάσιμοι και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία, προκειμένου η Αιτήτρια να δικαιούται σε καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Περαιτέρω, οι επιστολές ημερ. 01.07.2006 και 10.06.2015 που αναφέρονται στις παρ. 8 και 10 της προτιθέμενης προς καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν προσθέτουν οποιοδήποτε νέο και αναγκαίο ισχυρισμό στην υπόθεση, εφόσον η Αιτήτρια προέβαλε αυτούς τους ισχυρισμούς στις παρ. 13 και 14 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Χουλιώτη, ημερ. 04.01.17, στην αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, τις οποίες ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες, γνώριζαν ότι η Εναγόμενη Αρ. 3 δεν είχε καμία σχέση με το κατάστημα ZARA και ότι τα περιουσιακά στοιχεία του καταστήματος zara δεν ανήκουν στην Εναγόμενη Αρ.
  2. Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω επιστολές ήταν εξ αρχής στην κατοχή και γνώση της Αιτήτριας και είχε τη δυνατότητα να τις επικαλεστεί στην αρχική της ένορκη δήλωση. Έχω μελετήσει το πλήρες περιεχόμενο τόσο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος όσο και της παρούσας αίτησης και τους λόγους ένστασης και την ένορκη δήλωση που τους υποστηρίζει. Θα συμφωνήσω με την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση ότι με την προτιθέμενη προς καταχώρηση ένορκο δήλωση η Αιτήτρια όχι μόνο δεν εισάγει οποιονδήποτε νέο ισχυρισμό αλλά έρχεται και σε αντίθεση με ήδη προβαλλόμενους στην αρχική της ένορκη δήλωση ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα ο κ. Χουλιώτης στην ΄Ενορκη του Δήλωση ημερ. 4.01.2017 ρητά δήλωνε ότι οι Αιτητές δεν είχαν καμία σχέση με τα καταστήματα ZARA, αντίθετα στην παράγραφο 13 της προτιθέμενης προς καταχώρηση Συμπληρωματικής ΄Ενορκης Δήλωσης του, παραδέχεται ρητά ότι η Αιτήτρια είναι διαχειρίστρια του καταστήματος ΖΑRA. Σε ό,τι δε αφορά στο σχολιασμό της δικαστικής απόφασης, τα πλήρη στοιχεία της οποίας αναφέρθηκαν στην ένορκη δήλωση της Καθ'ης η αίτηση ημερ.14.02.17, (Αναθεωρητική Έφεση 6/2007
(2009)3 Α.Α.Δ. 384 ημερ. 2/7/2009 και η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι εκ παραδρομής δεν επισυνάφθηκε στη Ένσταση και όχι γιατί αποσκοπούσε σε απόκρυψη οποιουδήποτε γεγονότος. Σε κάθε περίπτωση, σημασία έχει ότι τέθηκε με πρωτοβουλία της σε γνώση του Δικαστηρίου, το οποίο έχει την ευχέρεια και την δυνατότητα, να την αναγνώσει και να την αξιολογήσει. Οι ισχυρισμοί επομένως της Αιτήτριας στις παρ. 12-14 της προτιθέμενης προς καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν είναι αναγκαίοι για να σχηματίσει καλύτερη εικόνα το Δικαστήριο. Σύμφωνα με τη νομολογία, η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος, το οποίο χορηγήθηκε μονομερώς, δεν τεκμηριώνει καλό λόγο. Για να κριθεί καλός λόγος δεν αρκεί η επιθυμία της απάντησης στους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος. Για να κριθεί ότι υπάρχει καλός λόγος προϋπόθεση είναι η ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου, αν δεν απαντηθούν οι ισχυρισμοί, δεν σημαίνει ότι η Αιτήτρια αποδέχεται τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση. Άλλωστε, το έργο του Δικαστηρίου στην παρούσα διαδικασία περιορίζεται στην εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος. Δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και στην εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, η Αιτήτρια αν έκρινε αναγκαίους, οποιουσδήποτε ισχυρισμούς, τους οποίους δεν θεωρεί επανάληψη ήδη προβαλλόμενων ισχυρισμών, όφειλε να τους είχε θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στην αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος στην οποία προσήλθε μονομερώς και όφειλε σε εκείνο το στάδιο να παρουσιάσει την εικόνα που έρχεται τώρα, εκ των υστέρων ασφαλώς, να παρουσιάσει ως σημαντικό στοιχείο το οποίο θα επηρέαζε το Δικαστήριο κατά την κρίση του ως προς την έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος. Στην υπόθεση Κόκκινου v. Κόκκινου, ECLI:CY:DOD:2016:6, Π.Ε. Αρ. 29/14 ημερ. 3.11.2016, η κα Π. Παναγή, Δ. στην απόφαση του Εφετείου σχολίασε τα ακόλουθα:: «..Σκοπός της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον εφεσίβλητο ήταν για να απαντήσει σε ισχυρισμούς της εφεσείουσας οι οποίοι περιέχονται σε συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δήλωσης και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της που υποστήριζαν την ένσταση της στην αίτηση του για προσωρινό διάταγμα. Εγκρίνοντας το αίτημα του εφεσίβλητου, μετά από ακροαματική διαδικασία, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι είχαν καταδειχθεί «καλοί λόγοι», όπως απαιτείται από τη Δ.48,Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με το σκεπτικό, «Αν δεν απαντηθούν οι ισχυρισμοί αυτοί, το Δικαστήριο δεν θα έχει μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών και θα μπορεί να εκληφθεί ότι ο αιτητής αποδέχεται τους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση». Θεώρησε ακόμη το πρωτόδικο Δικαστήριο πως αποτελούσε συνταγματικό δικαίωμα του εφεσίβλητου να υπερασπίσει τον εαυτό του σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος, ώστε να τεθεί η θέση του σε ισχυρισμούς της εφεσείουσας «που περιλαμβάνονται σε είκοσι έξι παραγράφους στην αρχική ένορκη δήλωσή της και άλλες έξι παραγράφους στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της, σε δεκατρία τεκμήρια που επισυνάπτονται στην αρχική ένορκη δήλωση και σε τέσσερα τεκμήρια που επισυνάπτονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λίμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο». Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό. ... «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη .» Σε ό,τι αφορά στην επανάληψη ήδη προβαλλόμενων ισχυρισμών, σύμφωνα με την Πολιτική Έφεση Αρ. 242/2011 Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.ά και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. «Ως προς την ουσία της αιτήσεως, παρατηρούμε ότι τα όσα οι εφεσείουσες επιθυμούσαν να αναφέρουν προς υποστήριξη του αιτήματος τους για προσθήκη 6 νέων λόγων εφέσεως αναγράφονται στην ένορκη δήλωση της κας Βερεγγάριας Παπακόκκινου που συνοδεύει την αίτηση των εφεσειουσών ημερ. 12.7.2011 και είναι επίσης ημερ. 12.7.2011. ...................................Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, που ζητείται να καταχωρηθεί, της κας Βερεγγάριας Παπακόκκινου, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τι περισσότερο επιθυμούν οι εφεσείουσες να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου πέραν της επανάληψης του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως ημερ. 12.7.2011 και της επιχειρηματολογίας τους. Ούτε όμως η επανάληψη, ούτε και η επιχειρηματολογία των εφεσειουσών, δικαιολογούν το ζητούμενο διάταγμα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σημειώνουμε συναφώς ότι στην αίτηση δεν έχει επισυναφθεί η ένορκη δήλωση που θα καταχωρείτο, αν δινόταν άδεια, όπως θα έπρεπε και επομένως το περιεχόμενο της το υποθέσαμε από τα στοιχεία που είχαμε. Υπό τις περιστάσεις η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα εις βάρος των εφεσειουσών-αιτητριών τα οποία να υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή στο τέλος της υπόθεσης.» Έχοντας λοιπόν υπόψη τι επιδιώκει να εισαγάγει η Αιτήτρια με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που προτείνει, που δεν είναι κάτι πέραν των ήδη προβαλλόμενων ισχυρισμών και μάλιστα σε αντίφαση με αυτούς, αφορούν γεγονότα που ήταν εξ αρχής σε γνώση της και θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί με ξεκάθαρο τρόπο στην αρχική ένορκη δήλωση του κ. Χουλιώτη και λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω νομολογία, θεωρώ ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποσείσει το βάρος που είχε να καταδείξει «καλόν λόγο» για την ανάγκη να της δοθεί άδεια να καταχωρήσει αυτή τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω να απορρίψω την Αίτηση με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της εκδίκασης της κυρίως αίτησης. (Υπογρ.).............. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.