ΗΛΙΔΑ Α.Β.Ε.Ε (άλλως I L I D A S.A.) ν. SELMARI CO LTD, Αρ. Αγωγής: 1210/15, 29/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A217 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1210/15 ΜΕΤΑΞΥ: ΗΛΙΔΑ Α.Β.Ε.Ε (άλλως I L I D A S.A.) Εναγόντων και SELMARI CO LTD Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 15/12/2016 Ημερομηνία: 29 Ιουνίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους/Αιτητές: κα Μαρία Γιατρού Για τους Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση: κα Χρύσω Λειβαδιώτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Οι Εναγόμενοι-Αιτητές με την αίτηση της ημερ. 15/12/2016 αιτούνται: Α. Διατάγματος αναστέλλοντος την εκτέλεση του εντάλματος κινητών ημ. 15/09/2016 εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή το οποίο καταχωρήθηκε 15/09/2016 με αρ. εντάλματος κινητών 840/16. Β. Ακύρωση του Εντάλματος Κινητών με Αριθμό 840/16. Γ. Οδηγίες του Δικαστηρίου για να μη κατασχεθούν αντικείμενα που βαρύνονται με Ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Δ. Οιανδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δικαία υπό τις περιστάσεις.. Ε. Τα έξοδα της Αίτησης, πλέον ΦΠΑ.» Η αίτηση στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, αρ. 16 ως τροποποιήθηκε από το Ν. 101
(1)/14, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40 Θ.15, Δ.44 Θ12(β), Δ.48, Θ.8
(1), (ee), στην διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. H αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Σάββα Τσιτλακίδη, ο οποίος αναφέρει μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (παρατίθενται αυτούσια) «
- Είμαι εις την υπηρεσία των Αιτητών/Εναγόντων, εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. Είμαι δε πλήρως εξουσιοδοτημένος όπως προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση. Γνωρίζω δε προσωπικά και καλά τα γεγονότα της Παρούσης Υπόθεσης.
- Στις 29/01/2016 εκδόθηκε Απόφαση στην πιο πάνω Αγωγή. Στην Απόφαση αυτή έχει εκδοθεί και απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €28.735,68,= το οποίο φέρει νόμιμο τόκο 4% από 24/3/
- Διά της παρούσης ζητώ ακύρωση του Εντάλματος με Αριθμό 840/16 καθ΄ ότι τα κατασχεμένα αντικείμενα καλύπτονται από Ομόλογα Επιβαρύνσεως ημ. 10/11/1997, 25/07/2003, 26/06/2010, Συμφωνία ημ.24/06/1992 Έγγραφο Εγγυήσεως και Αποζημίωσης σε σχέση με ομόλογο, ημ. 24/06/1992, Ομόλογο Επιβαρύνσεως ημ. 25/07/2003, Συμφωνία ημ. 25/07/2003, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται καθώς και οι σχετικές συμφωνίες της Εναγομένης με την Τράπεζα Κύπρου που ξεκάθαρα αναφέρουν ότι όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία της Εναγομένης είτε παρούσα είτε μέλλουσα επιβαρύνεται προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου για όσο χρόνο διαρκεί η ισχύ των πιο πάνω εξασφαλίσεων η οποία έχει προτεραιότητα έναντι οποιοδήποτε άλλου πιστωτή. Επιπλέον ως με συμβουλεύει η δικηγόρος μου τα αντικείμενα που έχουν κατασχεθεί ανήκουν στον πιστωτή που είναι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ η οποία είναι η δικαιούχος της επιβάρυνσης των κατασχεθέντων πραγμάτων. Τα ως άνω Ομόλογα έχουν κρυσταλοποιηθεί καθ΄ ότι έχουμε πολλές απλήρωτες δόσεις και οι δικαιούχοι πιστωτές των ομολόγων μας έχουν στείλει επανειλημμένα επιστολές και ζητούν τα δικαιώματά τους που καλύπτονται από τα Ομόλογα.
- Από της εκδόσεως του Εντάλματος Κινητών προκαλείται μεγάλη ζημιά και ταλαιπωρία στους Εναγόμενους και με τυχόν πώληση των αντικειμένων που έχουν κατασχεθεί καταστρατηγούνται δικαίωμα των δικαιούχων πιστωτών στα εν λόγω αντικείμενα ως αναλυτικά αναφέρεται ανωτέρω.
- Η Αιτούμενη αναστολή της εκτέλεσης του εντάλματος κινητών και/ή αναστολή της Απόφασης πιστεύω ότι ουδόλως θα ζημιώσει την Ενάγουσα καθότι τυχόν πώληση αντικειμένων που δεν ανήκουν στην Εναγόμενη θα προκαλέσει περισσότερη ταλαιπωρία.» Η Ένσταση των Εναγόντων Οι Ενάγοντες έφεραν ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «- Η Αίτηση των Εναγομένων/Αιτητών είναι νομικά και ουσιαστικά αστήρικτη και αδικαιολόγητη, παράτυπη και αντικανονική και/ή στηρίζεται επί λανθασμένων και/ή ανύπαρκτων Θεσμών ή Νόμων και/ή τα Αιτήματα τους δεν ρυθμίζονται από τους επικαλούμενους Κανονισμούς, Νόμους και Πρακτική του Δικαστηρίου. - Η Αίτηση των Εναγόμενων/Αιτητών είναι παράτυπη και αντικανονική καθ΄ ότι μεταξύ άλλων:- Καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγόμενων ως μη δικαιούχων επί των αιτουμένων ζητημάτων και/ή γιατί οι Αιτητές - Χρεώστες κανένα δικαίωμα έχουν επί των εκτιθέμενων θεμάτων και/ή αιτημάτων για τους λόγους που επικαλούνται, και/ή ούτοι δεν είναι δικαιούχοι Αιτητές. Εν πάση περιπτώσει η δικαιολογία ότι τα εν λόγω αντικείμενα και/ή οποιαδήποτε αντικείμενα βαρύνονται με ομόλογα επιβάρυνσης, δεν αποτελεί καλό λόγο και /ή αιτία και ουδεμία νομική συνέπεια μπορεί να έχει έναντι τρίτων ατόμων για επηρεασμό των δικών τους δικαιωμάτων των προερχομένων από έκδοση δικαστικής απόφασης. - Καταχωρήθηκε διά Μονομερούς Αίτησης. Δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένο αίτημα και/ή το αιτητικό «Γ» ζητά οδηγίες για μη κατάσχεση αορίστων αντικειμένων και/ή δίχως να κατονομάζει τα εν λόγω αντικείμενα. - Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή δεν υπάρχει νομικό πλαίσιο για έκδοση τέτοιων διαταγμάτων και επίσης δεν υπάρχει το νομικό πλαίσιο για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος για αναστολή εκτελέσεως του ριτ. Άνευ βλάβης δε προς τ΄ ανωτέρω, - Δεν έχει αποδειχθεί το ενδεχόμενο πρόκλησης οποιασδήποτε ανεπανόρθωτης ζημιάς στους Αιτητές σε περίπτωση που δεν χορηγηθεί η αιτούμενη θεραπεία, οι δε ισχυρισμοί τους περί ζημιάς ή ταλαιπωρίας δεν ευσταθούν εφόσον ισχυρίζονται ότι καταστρατηγούνται δικαιώματα άλλων και όχι των ιδίων εν πάση περιπτώσει. - Δεν υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. - Δεν υπάρχουν οποιαδήποτε γεγονότα που να καθιστούν την χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας εύλογη και/αναγκαία. - Δεν στοιχειοθετείται δικαίωμα για το οποίο να είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. - Το προσωρινό εκδοθέν διάταγμα βασίστηκε επί ανεπαρκών λόγων και η αίτηση τους δεν στοιχειοθετεί νομική πιθανή βάση για επιτυχία. Δεν βασίζεται ή στηρίζεται από τους επικαλούμενους Νόμους και/ή Κανονισμούς ή πρακτική και Νομολογία του Δικαστηρίου. Άνευ βλάβης επίσης με τ' ανωτέρω:- - Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι γενική και αόριστη σε σχέση με κρίσιμους ισχυρισμούς των Αιτητών και συνεπώς η αίτηση είναι αστήρικτη. - Η ένορκη δήλωση δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε νόμιμο και/ή εύλογο λόγο και/ή αιτία για την οποία ζητούνται οι αιτούμενες θεραπείες και/ή τα αναφερόμενα είναι ασαφή και αποκρύβουν την αλήθεια. - Η ένορκη δήλωση επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, είναι ελλιπής δυνάμει του Νόμου και των Κανονισμών για να στηρίξει τις αιτούμενες θεραπείες και/ή στηρίζεται σε μη επαρκείς ισχυρισμούς. Ουδόλως επιπλέον γίνεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί του ύψους τυχόν οποιουδήποτε υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού από τους Εναγομένους προς την Τράπεζα, ως επίσης και περί της αξίας των κατασχεθέντων αντικειμένων προς στοιχειοθέτησης έστω των εν λόγω ισχυρισμών τους. Επίσης τα επισυναφθέντα έγγραφα δεν έχουν γίνει Τεκμήρια εν τη εννοία του Νόμου για να δύνανται να παράγουν έστω οποιοδήποτε νόμιμο αποτέλεσμα. - Τα γεγονότα τα οποία αποκαλύπτονται με την ένορκη δήλωση δεν είναι τέτοιας υφής που να μπορούν να στηρίξουν τις αιτούμενες θεραπείες. - Η Αίτηση γίνεται κακόπιστα και/ή καταχρηστικά. - Οι Αιτητές δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια καθότι προσπαθούν να αποφύγουν την ικανοποίηση εκδοθείσας απόφασης υπέρ των Εναγόντων επίσης Πιστωτών τους από τους οποίους αγόρασαν εμπορεύματα δίχως την καταβολή του αντιτίμου, με αποτέλεσμα την αύξηση της δικής τους περιουσίας εις βάρος τους. - Τα πιο πάνω αναφερόμενα, αποτελούν συνάμα αδικία έναντι των Καθ΄ων και κατάχρηση διαδικασίας εκ μέρους των Αιτητών. - Ενόψει των ανωτέρω το αίτημα των Εναγομένων /Αιτητών καταστρατηγεί τους Νόμου και τους Κανονισμούς. - Με τις αξιούμενες θεραπείες οι Εναγόμενοι στην ουσία προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο και να καθυστερήσουν την διαδικασία εκτέλεσης κατ' αντίθεση των της Πρακτικής του Δικαστηρίου, με τρόπο που καταπατούν τα συμφέροντα των Εναγόντων.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ.1, 3 - 7, 15, Δ.44 Θ. 1, 2, 3, 7 & 12, Δ.48 Θ.1-4, 8, 9 Δ.39, Δ.59 επί των άρθρων 14
(1)(α), 15, 21 του Κεφ. 6 στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)επί των αρχών της δικαιοσύνης, επί της Νομολογίας και των σύμφυτων εξουσιών του Δικαστηρίου. H ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κ. Μαρίας Τσολακίδου, η οποία, επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασης και μεταξύ άλλων, αναφέρει τα ακόλουθα: (παρατίθενται αυτούσια) «
- Είμαι δικηγορική υπάλληλος και συνεργάζομαι με το δικηγορικό γραφείο της κ. Χρύσης Λειβαδιώτου δικηγόρου Εναγόντων / Καθ' ου η Αίτηση και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένη από αυτούς όπως προβώ εις την παρούσα ένορκη δήλωση.
- Αναφορικά με την παρούσα Αίτηση των Αιτητών ημερ. 15.12.2016 μαζί με την επισυνημμένη ένορκο δήλωση έχω να παρατηρήσω τ΄ ακόλουθα από ότι η ίδια προσωπικά γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι από τους Ενάγοντες και από την δικηγόρο τους κ. Χρύσω Λειβαδιώτου από την οποία τυγχάνω και νομικής συμβουλής.
- Αρνούμαι και απορρίπτω όλους τους ισχυρισμούς της ενόρκου δηλώσεως του κ. Σάββα Τσιτλακίδη οι οποίοι προσπαθούν να δικαιολογήσουν την παρούσα αίτηση, εκτός των όσων ρητά παραδέχομαι.
- Αναφορικά με την παρ. 3 αναφέρω, ότι σύμφωνα με την Αίτηση τα αιτήματα δεν αφορούν αναστολή της απόφασης. Εν πάση περιπτώσει η δικαιολογία την οποία προτάσσει ότι τα εν λόγω αντικείμενα υπόκεινται σε Ομόλογα επιβάρυνσης δεν ευσταθεί για τους λόγους που ανάφερα στα προηγούμενα, αλλά επίσης και άνευ βλάβης με άλλους ισχυρισμούς, γιατί πουθενά αναφέρονται και καθορίζονται ρητά ποια είναι αυτά τα αντικείμενα.
- Αρνούμαι και απορρίπτω τους ισχυρισμούς της παρ. 5 της ενόρκου δηλώσεως. Άνευ βλάβης και πάλι επίσης αναφέρω, ότι οι ενάγοντες δεν ευθύνονται για οποιοδήποτε πρόβλημα ήθελαν υποστεί οι αιτητές με τους άλλους Πιστωτές τους για δικές τους συμφωνίες που έκαναν με αυτούς και οι οποίες δεν δεσμεύουν τους Καθ΄ων η αίτηση.
- Εξ άλλου η παρεμπόδιση των Εναγόντων να ικανοποιήσουν την απαίτηση τους εναντίον των εναγόμενων διά των μέσων εκτελέσεως που τους παρέχει ο Νόμος και οι Κανονισμοί αποτελεί καταστρατήγηση αυτών και παρεμπόδιση επιβολής της νόμιμης πράξης πραγμάτων, ως και μεγάλης αδικίας.
- Αρνούμαι και απορρίπτω τους ισχυρισμούς των παρ. 6 & 7 της ενόρκου δηλώσεως και τη θέση της άλλης πλευράς ότι δεν θα ζημιώσει την Ενάγουσα, αφού ήδη έχουν εκτεθεί άλλα χρέη της Εταιρείας/Εναγομένων ως ανωτέρω.» Οι συνήγoρoι των διαδίκων, καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις, αναπτύσσοντας ο καθένας τη θέση του. Έχω μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων και όπου κρίνω σκόπιμο θα προβώ σε αναφορά σε αυτές στη συνέχεια της απόφασης μου. Νομική πτυχή Στην παρούσα, με βάση τις διατάξεις που αναφέρονται στην νομική βάση της αίτησης, η μόνη Διαταγή που προβλέπει για αναστολή είναι η Δ.40 Θ.15 η οποία προνοεί τα εξής: «
- Αν ο εντεταλμένος για την εκτέλεση του εντάλματος ή οιονδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή πρόσωπο επηρεαζόμενο από την εκτέλεση, επιθυμεί να έχει οδηγίες του Δικαστηρίου σε οιονδήποτε ζήτημα που σχετίζεται με το ένταλμα μπορεί ν΄ αποταθεί στο Δικαστήριο ή Δικαστή που εξέδωσε το ένταλμα για οδηγίες προς τον Πρωτοκολλητή και το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, είτε με μονομερή (ex parte) αίτηση ή κατόπιν ειδοποίησης που θα δοθεί σε τέτοιο πρόσωπο που θα κρίνει ορθό το Δικαστήριο ή Δικαστής, να δώσει τέτοιες οδηγίες που θα είναι δίκαιες. Οδηγίες που δίδονται στον Πρωτοκολλητή με δική του αίτηση δεν χρειάζεται να εκδοθούν σαν διάταγμα. Στις άλλες περιπτώσεις οιονδήποτε πρόσωπο που ενδιαφέρεται ή επηρεάζεται από την εκτέλεση μπορεί να ζητήσει όπως οι οδηγίες δοθούν υπό τύπο διατάγματος και τότε δίδει αντίγραφο του διατάγματος στον Πρωτοκολλητή για υπακοή ή μπορεί να κάμει έφεση αν δεν ικανοποιηθεί η αίτηση του. Νοείται ότι όπου η αίτηση γίνεται από πρόσωπο που διεκδικεί περιουσία που κατασχέθηκε με ένταλμα εκτελέσεως οδηγίες δεν θα πρέπει να δίδονται με μονομερή αίτηση (ex parte).» Αναφορικά με την Δ.40 Κ.7 θα πρέπει κατ΄ αρχήν να λεχθεί ότι αυτή αφορά ειδικά αποφάσεις για συγκεκριμένο ποσό ή για έξοδα (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Παρασκευούς Μάρκου (Αρ. 1) ανωτέρω, Barberi v. Papadopoulou [1982] J.S.C. 308 και Thorn Domestic Appliances (Export) Ltd v. Alpan (Takis Bros) Ltd [1983] 2 J.S.C. 544.). Δίδεται δε με την διάταξη αυτή, στο Δικαστήριο, διακριτική εξουσία να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης και μάλιστα για χρονικό διάστημα που ήθελε κρίνει σωστό (βλ. Αναφορικά με την αίτηση των American Express (Europe) Ltd
(1989)1E Α.Α.Δ. 228). Πρέπει δε στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης συναρτάται άμεσα με τους σκοπούς για τους οποίους επιδιώκεται η αναστολή (βλ. Πατσαλοσαββής ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1989)1E Α.Α.Δ 45). Σε σχέση με το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται αίτηση στη βάση της Δ.40 Κ.7, ως λέχθηκε στην Anderson & Coltman Ltd v. Sonco Canning Ltd
(1982)2 JSC 325, ισχύουν κατ' αναλογία οι αρχές που διέπουν την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης εκρεμμούσης έφεσης δηλ. στη βάση της Δ.35 Κ.18. Οι αρχές αυτές συνοψίσθηκαν στην Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ 1978 ως ακολούθως: «(α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης». Περαιτέρω στην Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 λέχθηκε σχετικά ότι: «Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει η στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». H διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται λοιπόν με βάση δύο αρχές: πρώτον ότι «ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε» και δεύτερο ότι «το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του δηλ. η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρυσμα» (βλ. επίσης Mavrochanna and another v. Michael
(1984)1 C.L.R. 760, E.U.R.I.K and Others v. Kotsonis
(1986)1 C.L.R. 617, BP Holdings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287 και Παπακοκκίνου ν. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.α.
(1998)1Α Α.Α.Δ 513). Η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγων στην επίλυση ενός τέτοιου ζητήματος. Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης (βλ. Χ''Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 Α.Α.Δ. 172). Οι οικονομικές δυσχέρειες του εξ αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για χορήγηση αναστολής (βλ. Βογαζιανός ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 591). Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται δε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η επιλογή τέτοιων όρων που να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης (βλ. Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ 1978). Όσον δε αφορά το είδος των αποφάσεων που υπόκεινται σε αναστολή, έχει νομολογηθεί ότι το αντικείμενο της σχετικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι η αναστολή θετικής και άμεσης υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Αντικείμενο λοιπόν της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α.
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1384). Πρέπει δε να διευκρινισθεί στο σημείο αυτό ότι εφόσον οι πιο πάνω αρχές ισχύουν κατ' αναλογία στην παρούσα αίτηση, τα όσα αναφέρονται σχετικά με έφεση στην ανωτέρω εκτεθείσα νομολογία. Πριν προχωρήσω όμως στην εξέταση της ουσίας της αίτησης κρίνω ότι πρέπει να εξετασθούν οι λοιπές θέσεις των Καθ' ων η αίτηση. Αποτελεί θέση αυτών ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. Πράγματι η αίτηση αναφέρει μόνο τη Δ.40 και όχι τον Κ.7 αυτής στον οποίο μπορεί να στηρίζεται τέτοια αίτηση. Στην Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου,
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 κρίθηκε ότι η αναφορά λανθασμένης νομικής βάσης στην αίτηση, σύμφωνα με τη νέα Δ.64, δεν αποτελεί θεμελιώδη παραβίαση αλλά απλά μη συμμόρφωση (παρατυπία) με τους Θεσμούς και συγκεκριμένα με τη Δ.48 Κ.1. Τέτοια παρατυπία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64, η οποία είναι διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία να απονέμει Δικαιοσύνη. Τονίστηκε επίσης ότι ρητή ή εξυπακουόμενη παραίτηση της άλλης πλευράς αποτελεί καλό λόγο για να γίνει δεκτή η παρατυπία. Σύμφωνα με τη νομολογία (Wunderlich ανωτέρω και Μιχαήλ ν. Ττουνιά
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 113) παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της σχετικής διακριτικής του ευχέρειας είναι οι ακόλουθοι:
- Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς.
- Η πρόκληση αδικίας στο διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία.
- Το μέγεθος της παρατυπίας. Στην προκείμενη περίπτωση ναι μεν οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν παραιτηθεί από το θέμα της παρατυπίας αλλά από την άλλη δεν φαίνεται να έχουν υποστεί οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό. Αντίθετα έχουν λάβει μέρος στη διαδικασία και στην αγόρευση τους έχουν υποστηρίξει τις θέσεις τους έχοντας υπόψη την καταχωρηθείσα αίτηση και τις διατάξεις που αυτή αναγράφει στη νομική της βάση, κάνοντας αναφορά και στην Δ.40 Κ.
- Το μέγεθος δε της παρατυπίας αυτής δεν είναι μεγάλο δεδομένου ότι στην αίτηση γίνεται έστω γενικά αναφορά στη Δ.
- Η Δ.64 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε διάδικο λόγω της τυπικής προσήλωσης στους διαδικαστικούς κανονισμούς. Το Δικαστήριο πρέπει να έχει την ευχέρεια να απονέμει Δικαιοσύνη επί της ουσίας και όχι να απορρίπτονται διαδικασίες με την διαπίστωση απλών παρατυπιών (βλ. Wunderlich ανωτέρω). Ως εκ των άνω κρίνω λοιπόν ότι η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της έκδοσης διατάγματος απαλλαγής από την εν λόγω παρατυπία. Αποτελεί επίσης θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι οι Αιτητές δεν ήλθαν με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο αφού έχουν αποκρύψει ουσιώδες πληροφορίες και/ή δεν έχουν προβεί σε πλήρη αποκάλυψη. Η θέση αυτή θα ήταν βάσιμη στην περίπτωση που η παρούσα αίτηση προχωρούσε ως μονομερής και η μη αποκάλυψη των γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στην απουσία των Καθ΄ων η αίτηση (βλ. The Timberland Co of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ. ά.
(1998)1(B) ΑΑΔ 1179 και Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva, Πολ. Εφέσεις 130 και 131/09, ημερ. 29.1.10). Αυτό όμως δεν ισχύει στην παρούσα όπου, ως προαναφέρθηκε, η αίτηση δεν προχώρησε ως μονομερής αλλά διατάχθηκε η επίδοση της και οι Καθ΄ων η αίτηση είχαν την ευχέρεια να ακουσθούν πριν την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου. Όσον δε αφορά τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η παρούσα γίνεται με κακή πίστη θα πρέπει να λεχθεί ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου δεν προκύπτει πουθενά ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα. Οι Αιτητές έχουν στηρίξει την αίτηση στη Δ.44 Θ.12 (β), που είναι άσχετη με τα θέματα τα οποία οι Εναγόμενοι επικαλούνται, αφού η εν λόγω διαταγή αναφέρεται στην περιουσία που απαιτείται από τρίτο πρόσωπο και ειδικά τι πρέπει να πράξει ο επιδότης. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει καν διεκδίκηση από τρίτο πρόσωπο. Παραμένει προς εξέταση ο επικαλούμενος προς στήριξη Ν. 101(Ι)/14άρθρο (θ) που είναι ο τροποποιητικός του Κεφ. 6, άρθρο 16 (ΜΕΡΟΣ IV, ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΜΕ ΠΩΛΗΣΗ ΚΙΝΗΤΩΝ) και μιλά για πράγματα του οφειλέτη χρέους που εξαιρούνται από την εκτέλεση. Το δε άρθρο (θ) αναφέρεται στον οφειλέτη χρέους είναι κρατική ή δημόσια υπηρεσία, όπου αναφέρονται τ' ακόλουθα:- «(θ) όταν ο οφειλέτης χρέους είναι κρατική ή δημόσια υπηρεσία: (
- i)Αντικείμενα, εξοπλισμός και οχήματα που είναι απαραίτητα για την απρόσκοπτη λειτουργία οιασδήποτε κρατικής ή δημόσιας υπηρεσίας· (
- ii)Οχήματα που χρησιμοποιούνται από κρατικούς αξιωματούχους, για υπηρεσιακούς σκοπούς· (iii) Αντικείμενα και εξοπλισμός που προορίζονται για ουσιώδη και ζωτικής σημασίας, για το κοινωνικό σύνολο, σκοπό, περιλαμβανομένου εξοπλισμού που ανήκει στις ένοπλες δυνάμεις και στις δυνάμεις ασφαλείας· (
- iv)Αντικείμενα καλλιτεχνικής, αρχιαιολογικής, πολιτιστικής, θρησκευτικής και ιστορικής σημασίας· (
- v)Συναλλαγματικά αποθέματα, ομόλογο, χρηματικοί τίτλοι και αξίες, καθώς και καταθέσεις που αντιστοιχούν σε δαπάνες που προνοούνται σε εγκρινόμενο από τη Βουλή προϋπολογισμό. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, «κρατική ή δημόσια υπηρεσία» σημαίνει κάθε υπηρεσία που υπάγεται στη Δημοκρατία, περιλαμβανομένης της Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, της Αστυνομίας, του Στρατού και της Εθνικής Φρουράς, κάθε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή οργανισμό δημοσίου δικαίου, περιλαμβανομένων των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης, των σχολικών εφορειών, καθώς και οποιοδήποτε άλλο οργανισμό δημοσίου δικαίου χωρίς νομική προσωπικότητα που ιδρύεται με νόμο προς το δημόσιο συμφέρον και τα κεφάλαια του οποίου είτε παρέχονται είτε είναι εγγυημένα από τη Δημοκρατία ή η διοίκησή του τελεί υπό τον έλεγχο της Δημοκρατίας.» Όπως έχει λεχθεί στα προηγούμενα το συγκεκριμένο αιτητικό «Γ» ζητά οδηγίες για μη κατάσχεση αντικειμένων τα οποία δεν κατονομάζει. Ακόμα και με την ένορκη δήλωση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένα αντικείμενα υπό επιβάρυνση, αλλά ούτε και σε αντικείμενα που δυνατό να είναι εξαιρετέα δυνάμει του Ν. 101(Ι)/14 γενικά. Μόνο που στο Νόμο αυτό εκτίθενται τα εξαιρετέα αντικείμενα τα οποία δεν επηρεάζονται από το ένταλμα, αφού θεωρούνται ως αναγκαία για διάφορες περιπτώσεις. Ακόμα και αυτά που αναφέρει ο Νόμος ότι κατέχονται δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς κλπ, είναι αυτά που έχουν σημανθεί ως εξαιρετέα, αφού αναφέρεται στα «πιο πάνω αντικείμενα». Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:- «Νοείται περαιτέρω ότι, αν οποιαδήποτε από τα πιο πάνω αντικείμενα ή πράγματα κατέχονται δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς ή υπόκεινται σε οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση, αυτά δεν εξαιρούνται της εκτέλεσης, σε σχέση μόνο με τον πιστωτή-ιδιοκτήτη του αντικειμένου ή το δικαιούχο της επιβάρυνσης». Εν πάση περιπτώσει ακόμα και εάν η περιουσία της εταιρείας επιβαρύνεται με κυμαινόμενη επιβάρυνση αυτό δεν επηρεάζει την εκτέλεση του εντάλματος κατάσχεσης και εκποίησης της κινητής περιουσίας. Ακόμη και οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα ότι τα ομόλογα έχουν αποκρυσταλλωθεί και οι δικαιούχοι πιστωτές των ομολόγων ζητούν με επιστολές τα δικαιώματα τους κλπ, είναι ισχυρισμοί που παραμένουν ατεκμηρίωτοι και ως εκ τούτου δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Εξάλλου εάν ίσχυε αυτή η θέση των αιτητών, κανένα δικαίωμα δεν θα είχαν οι Εναγόμενοι να κινούσαν την παρούσα διαδικασία. Στη βάση των πιο πάνω αρχών η κυμαινόμενη επιβάρυνση (floating charge) που επικαλούνται οι αιτητές συνιστά ουσιαστικά μια ασφάλεια προς τον πιστωτή, η οποία δεν τίθεται άμεσα σε λειτουργία, αλλά μέχρι τη στιγμή που θα μετατραπεί σε fixed charge, υφίσταται με τρόπο ώστε η εταιρεία τους να είναι σε θέση να διεξάγει τις εργασίες της, να πωλεί, ενοικιάζει, υποθηκεύει και γενικά να διαχειρίζεται την περιουσία της, να πληρώνει μερίσματα από τα κέρδη της και να πληρώνει τα χρέη της, ως εάν να μην υπήρχε η κυμαινόμενη επιβάρυνση. Η κυμαινόμενη επιβάρυνση παραμένει ανενεργή μέχρι τη στιγμή που ο πιστωτής επιλέξει να εξασκήσει τα δικαιώματά του τα οποία προβλέπονται στη συμφωνία, και τότε οι αιτητές δεν θα μπορούν να διαχειρίζονται με οποιοδήποτε τρόπο την περιουσία τους παρά μόνο με βάση τους όρους του ομολόγου. Αναφορικά με το υπό εξέταση ζήτημα σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Palmer' s on Company Law (21η έκδοση, Stevens & Sons Limited): "EXECUTION CREDITORS. A floating charge is valid against execution creditors, save that if the execution creditor takes property in execution and completes the execution, e.g., by seizure and sale by the sheriff, or obtains a garnishee order absolute (but not a garnishee order nisi) before the charge crystallizes, he obtains priority. So also, if money is paid to the sheriff whilst the charge is a floating charge to induce him to refrain from selling property in his hands". Στην περίπτωση μάλιστα που υπήρχε μετατροπή των επικαλούμενων κυμαινόμενων επιβαρύνσεων σε σταθερές επιβαρύνσεις, κάτι βέβαια που δεν ισχύει στην παρούσα αίτηση, πρέπει να εξεταστεί το locus standi των αιτητών και κατά πόσο οι ίδιοι θα νομιμοποιούνταν να εγείρουν την παρούσα διαδικασία. Θέμα το οποίο στην προκειμένη περίπτωση ενόψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου δεν κρίνεται αναγκαίο να εξεταστεί σε βάθος. Οι αιτητές πέραν από την επίκληση των κυμαινόμενων επιβαρύνσεων δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε άλλες ειδικές περιστάσεις ή άλλα γεγονότα που να δικαιολογούν την ακύρωση του επίδικου εντάλματος κατάσχεσης και εκποίησης κινητής περιουσίας. Ούτε και ο ισχυρισμός των αιτητών πως στην περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά κρίνεται ικανός να οδηγήσει στην έγκριση της αίτησης. Παράλληλα και έχοντας κατά νου τις αρχές που θέτει η σχετική νομολογία σημειώνεται πως δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ύπαρξη οποιωνδήποτε περιστάσεων που να δικαιολογούν την έγκριση του διαζευκτικού αιτήματος των αιτητών για την αναστολή της πώλησης των κατασχεθέντων αντικειμένων (Μέγας Χ"Ευαγγέλου ν Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 AΑΔ, 172, Loukos Trading v Ρέινμποου
(2000)1 (Β) ΑΑΔ 1014). Υπό το φως όλων των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των Εναγομένων/Αιτητών και προς όφελος των Εναγόντων/Καθ'ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Π. Παπαπέτρου Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΓΚ Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: anastoli ektelesis entalmatos kiniton cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο