Lynette Webster ν. Cyprus Property Ltd, Αρ. Αγωγής: 1241/2015, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A224 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1241/2015 ΜΕΤΑΞΥ: Lynette Webster, από τη Λεμεσό Ενάγουσας και Cyprus Property Ltd, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγομένους Αίτηση ημερομηνίας 15/4/2016 Ημερομηνία: 30 Ιουνίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Σώζος Α. Πούγιουρος (για να ακούσει απόφαση η κυρία Γεωργίου) Για τους Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση: κα Σ. Χρίστου για Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση η κυρία Χειμώνη) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Η Ενάγουσα-Αιτήτρια με την αίτηση της ημερ. 15/4/2016 αιτείται: «
- Εκδίκαση ως νομικού σημείου και/ή υπό μορφή ειδικής υπόθεσης του ακόλουθου ερωτήματος: 1.1 Κατά πόσο η εμφάνιση η οποία καταχωρήθηκε κατά ή περίπου στις 17.2.16 φαινομενικά εκ μέρους του εναγόμενου, καλώς καταχωρήθηκε και/ή κατά πόσο αυτή είναι άκυρη και/ή κατά παράβαση του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και/ή του Νόμου και/ή του Καταστατικού του εναγομένου, λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο διορισμός δικηγόρου για εναγόμενο και η καταχωρηθείσα εμφάνιση προήλθε όχι από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου και/ή των μετόχων του εναγόμενου, αλλά μόνο από τον κατά 50% μέτοχο και τον 1 από 2 συμβούλους John Anderson, από το Ηνωμένο Βασίλειο, νοουμένου ότι η μοναδική άλλη κατά 50% μέτοχος και άλλη σύμβουλος του Εναγομένου, είναι η ενάγουσα η οποία δεν συναίνεσε στην καταχώριση της ειρημένης εμφάνισης και του ειρημένου διορισμού.
- Διαγραφή της εμφάνισης ημερομηνίας 17.2.
- Οποιαδήποτε άλλη διαταγή το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και πρέπουσα.
- Τα έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Η αίτηση βασίζεται στη Δ.16, Δ.27 θθ. 1, 3, 4, Δ.29, Δ.48 θθ. 1,2 και Δ.27, θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και στον περί Εταιρειών Νόμο. H αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Lynette Webster, η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: (παρατίθενται αυτούσια) «
- Είμαι η Ενάγουσα στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή, και γνωρίζω καλά και προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
- Έχω διαβάσει το περιεχόμενο της επισυνημμένης αίτησης στην πιο πάνω αγωγή με το οποίο συμφωνώ και υιοθετώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
- Ο εναγόμενος είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές η οποία συστάθηκε δυνάμει του Αγγλικού περί Εταιρειών Νόμου του 1985 (πιστοποιητικό σύστασης το οποίο εκδόθηκε από τον Έφορο Εταιρειών για Αγγλία και Ουαλλία επισυνάπτεται ως «τεκμήριο 1»).
- Ο εναγόμενος λειτουργεί σύμφωνα με το Ιδρυτικό Έγγραφο και Καταστατικό του, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως «τεκμήριο 2».
- Από ότι γνωρίζω το εν λόγω Ιδρυτικό και Καταστατικό παραμένει μέχρι σήμερα ως το επισυνημμένο αντίγραφο.
- Οι μοναδικοί σύμβουλοι του εναγομένου είμαστε εγώ και ο John Anderson, από το Ηνωμένο Βασίλειο (αντίγραφα εντύπων CHO 1 επισυνάπτονται ως τεκμήρια «3» και «4» αντίστοιχα).
- Με βάση την τελευταία ετήσια έκθεση του εναγόμενου η οποία καταχωρήθηκε στις 18.12.15 στο Companies House, στην Αγγλία, τόσο εγώ όσο και ο ρηθείς John Anderson παραμένουμε οι μόνοι 2 σύμβουλοι και είμαστε και παραμένουμε μέτοχοι του 50% των μετοχών
(100)ο κάθε ένας από εμάς (αντίγραφο της ρηθείσας ετήσιας έκθεσης επισυνάπτεται ως «τεκμήριο 5»).
- Όλα τα πιο πάνω πιστοποιητικά τα έλαβα ηλεκτρονικά από την ιστοσελίδα του Γραφείου του Εφόρου Εταιρειών της Αγγλίας και Ουαλλίας γνωστό ως Companies House.
- Μέχρι σήμερα τα πιο πάνω παραμένουν τα ίδια.
- Όπως φαίνεται από την σελίδα 6 του επισυνημμένου Καταστατικού κατέχω 100 μετοχές τάξης Α με δικαίωμα ψήφου και ο εν λόγω John Anderson κατέχει 100 μετοχές τάξης Β με δικαίωμα ψήφου.
- Όπως φαίνεται από την παράγραφο 5(γ) του επισυνημμένου Καταστατικού το διοικητικό συμβούλιο δεν δύναται να λάβει οποιαδήποτε απόφαση χωρίς να είναι παρόντες φυσικά και οι δύο σύμβουλοι.
- Ουδέποτε ειδοποιήθηκα για συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου αναφορικά με διορισμό δικηγόρου και καταχώρηση εμφάνισης στην πιο πάνω αγωγή και ουδέποτε ήμουν παρούσα σε τέτοια συνεδρίαση.
- Με βάση την παράγραφο 9 και, ειδικά, 9(δ) του επισυνημμένου Καταστατικού, ουδεμία γενική συνέλευση των μετόχων δύναται να συγκληθεί εκτός αν οι δύο μέτοχοι είναι παρόντες.
- Ουδέποτε ειδοποιήθηκα για τέτοια γενική συνέλευση και ούτε ήμουν παρούσα σε τέτοια συνέλευση αναφορικά με καταχώριση εμφάνισης εκ μέρους του εναγομένου στην πιο πάνω αγωγή ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα.
- Με βάση την παράγραφο 10(α) του επισυνημμένου Καταστατικού έχω το δικαίωμα να λάβω ειδοποίηση και να παραστώ και να ψηφίσω σε οποιαδήποτε γενική συνέλευση.
- Αφού έμαθα μέσω του δικηγόρου μου ότι καταχωρήθηκε εμφάνιση φαινομενικά εκ μέρους του εναγόμενου, έφερα ένσταση σε τέτοια απόφαση για διορισμό δικηγόρου και καταχώρηση εμφάνισης η οποία λήφθηκε χωρίς την συγκατάθεση ή γνώση μου και απέστειλα μέσω του δικηγόρου μου ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον άλλο μέτοχο και σύμβουλο και επιστολή στους φαινομενικά διορισθέντες δικηγόρους στις 25.2.16 (αντίγραφα επιστολής ηλεκτρονικού μηνύματος και επιστολής επισυνάπτονται ως τεκμήρια «6» και «7» αντίστοιχα).
- Ουδέποτε συμφώνησα ή ειδοποιήθηκα ή ερωτήθηκα κατά πόσο συμφωνώ σε τέτοιο διορισμό ή καταχώρηση εμφάνισης.
- Έντιμα και ειλικρινά πιστεύω και συμβουλεύομαι ότι η εμφάνιση που καταχωρήθηκε εκ μέρους του εναγόμενου είναι αντίθετη με το Καταστατικό της εναγόμενης εταιρείας και θα πρέπει να διαγραφεί ως αντίθετη με το Νομο.» Η Ένσταση των Εναγομένων Οι Εναγόμενοι έφεραν ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
- Η υπό κρίση Αίτηση έλκει την απόρριψη υπό του Σεβαστού Δικαστηρίου ως αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή θνησιγενής ως εκ της έλλειψης θέσης της ορθής και/ή πλήρους δικονομικής βάσης και/ή επί τω ότι ελλείπει η κατάλληλη βάση και/ή το δικαιοδοτικό υπόβαθρο δυνάμει του οποίου το Δικαστήριο αντλεί εξουσία να επιληφθεί και/ή αποφανθεί επί του εγερθέντος νομικού σημείου και κατ' ακολουθία περί της διαγραφής του καταχωρηθέντος κατά τις 17/2/2016 σημειώματος εμφάνισης των Εναγομένων - Καθ΄ων η Αίτηση διά δικηγόρων.
- Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή τα αιτούμενα διατάγματα δεν ευρίσκουν έρεισμα στις οικείες νομικές αρχές και/ή την νομολογία και/ή δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι, για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων ώστε η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
- Η υπό κρίση Αίτηση δεν στηρίζεται επί επαρκούς και/ή ικανοποιητικής μαρτυρίας και/ή δεν προσάγεται κατάλληλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα και/ή πραγματογνώμονα.
- Άνευ βλάβης και/ή επηρεασμού των ανωτέρω, η Ενάγουσα-Αιτήτρια κωλύεται ένεκα της ιδιότητάς της, να εγείρει την υπό κρίση Αίτηση και/ή να προβαίνει σε τέτοιας φύσεως ενέργειες και/ή να παρακωλύει και/ή διώκει την ακυρότητα του διορισμού δικηγόρων και/ή της νομικής εκπροσώπησης των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση, ιδιαίτερα στα πλαίσια εγερθείσας υπό την ιδία Αγωγής, ως επί τω ότι αντιστρατεύεται και/ή συγκρούεται μετά των συμφερόντων των Εναγομένων-Καθ΄ων η Αίτηση και των απορρεόντων εκ του Καταστατικού και/ή του νόμου καθηκόντων και/ή εξουσιών που η ιδία κατέχει έναντι των.
- Η παρούσα Αίτηση αντίκειται και/ή αντιμάχεται και/ή καταστρατηγεί Συνταγματικά Κατοχυρωμένων Δικαιωμάτων των Εναγομένων-Καθ΄ων η Αίτηση.
- Η Αίτηση σκοπεί σε αλλότριους σκοπούς και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (process abuse) του Δικαστηρίου και/ή εμφορείται από αλλότρια ελατήρια και/ή είναι κακόβουλη (mala fides).
- Η υπό εκδίκαση Αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και/ή ιδιοτελώς από την Ενάγουσα-Αιτήτρια προς εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών και/ή ενάντια στα συμφέροντα των Εναγομένων-Καθ΄ων η Αίτηση, εκμεταλλευομένη και/ή κατ΄ επίκληση της κατέχουσας θέσης ισχύος της.
- Η υπό εξέταση Αίτηση ηγέρθη σκανδαλωδώς και/ή κατά τρόπο μεμπτό και/ή ενοχλητικό και/ή με αποκλειστικό τρόπο να καταστήσει τους Εναγομένους-Καθ΄ων η Αίτηση άνευ νομικής εκπροσώπησης και/ή υπερασπίσεως στα πλαίσια της εγερθείσας υπό της ιδίας Αγωγής.
- Η παρούσα Αίτηση υπόκειται εις απόρριψιν υπό του Δικαστηρίου καθότι διώκει αδικαιολόγητα την καταστρατήγηση του κατοχυρωμένου ρητά δικαιώματος των Εναγομένων-Καθ΄ων η Αίτηση να τυγχάνουν δέουσας παράστασης και/ή νομικής εκπροσώπησης σε εγειρόμενες δικαστικές διαδικασίες και ιδιαίτερα προς υπεράσπιση των.
- Δεν συντρέχουν και/ή δεν προσήχθησαν οιοιδήποτε ικανοποιητικοί και/ή νομικά και πραγματικά θεμελιωμένοι ισχυρισμοί και/ή στοιχεία και/ή μαρτυρία από την Ενάγουσα/Αιτήτρια προς υποστήριξη και/ή στοιχειοθέτηση των αξιωμένων αιτημάτων της.
- Δεν υφίσταται οιοδήποτε στοιχείο απορρέον εκ των διεπούντων τη λειτουργία των Εναγομένων - Καθ΄ων η Αίτηση κανόνων και/ή ανακύπτον εκ της Ενόρκου Ομολογίας της Ενάγουσας-Αιτήτριας που να υποστηρίζει την οικεία Αίτηση το οποίο να επιμαρτυρεί και/ή καταδεικνύει την αναγκαιότητα λήψης απόφασης εκ του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων-Καθ΄ων η Αίτηση.
- Οι Εναγόμενοι - Καθ΄ων η Αίτηση νομότυπα προχώρησαν μέσω ενός εκ των Διευθυντών των στο διορισμό δικηγόρων με σκοπό να τύχουν νομικής εκπροσώπησης και/ή της δέουσας υπεράσπισης στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό.
- Η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης διά δικηγόρων κατά τις 17/2/2016 και/ή ο διορισμός δικηγόρων εκ μέρους και/ή διά λογαριασμό των Εναγομένων-Καθ΄ων η Αίτηση προκειμένου να τύχουν υπεράσπισης στην υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγή είναι καθόλα νόμιμα και επιτρεπόμενα εκ των προνοιών του Καταστατικού των Εναγομένων-Καθ΄ων η Αίτηση και εντός των καθηκόντων και/ή εξουσιών του διευθυντή.
- Τυχόν έγκριση υπό του Σεβαστού Δικαστηρίου της εγερθείσας Αίτησης θα προκαλέσει κατάφωρη αδικία και/ή ζημία στα δικαιώματα και/ή συμφέροντα των Εναγομένων-Καθ΄ων η Αίτηση να τύχουν νομικής εκπροσώπησης στην υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλο Αγωγής και κατ΄ επέκταση υπεράσπισης και θα τους καταστήσει έρμαιο στις δόλιες υπό τα περιστάσεις επιδιώξεις της Εναγούσης-Αιτήτριας.» Η ένσταση βασίζεται επί των Δ.16, Δ.19, Θ.26, Δ.27, ΘΘ. 1, 3, 4, Δ.29, Δ.39, Δ.48 ΘΘ. 1, 2, 3, 4, 8, 9, Δ.59, Δ.64, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, των Άρθρων 3, 22, 29, 30, 31, 32, 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, του Άρθρου 3 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, του Άρθρου 30 και 169 του Συντάγματος, των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης, του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας (equity law), των συμφυών και εγγενών εξουσιών και διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, της ακολουθούμενης πρακτικής και της διεπούσης επί του θέματος νομολογίας. H ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Έλενας Πεύκου η οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα ακόλουθα: (παρατίθενται αυτούσια): «
- Είμαι Δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία των κ.κ. Π. Ν. Κούρτελλος & συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, που εκπροσωπούν τους Εναγόμενους - Καθ΄ων η αίτηση στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγής (εφεξής «οι Καθ΄ων η Αίτηση».
- Προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση ούσα δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Καθ΄ων η αίτηση και/ή το Διευθυντή αυτών, ήτοι τον κ. John Anderson. Προβαίνω δε αντί τούτου στην παρούσα ένορκο ομολογία ως εκ της αντικειμενικής αδυναμίας αυτού να ορκισθεί κατά τον παρόντα χρόνο, κατοικών στο εξωτερικό, ιδιαίτερα δε ως εκ του ότι τα εγειρόμενα ζητήματα είναι αμιγώς νομικά. Είμαι μάλιστα δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Καθ΄ων η Αίτηση και τους αντιπροσώπους αυτών να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους και για λογαριασμό των.
- Τα γεγονότα που περιβάλλουν την εγερθείσα Ένσταση και εκθέτω κατωτέρω εμπίπτουν εις την προσωπική μου σφαίρα ένεκα μελέτης του φακέλου της υποθέσεως. Όσα γεγονότα δεν εμπίπτουν στην προσωπική μου γνώση είναι αληθινά, εξ όσων πληροφορούμαι από τους εκπροσώπους και αξιωματούχους των Καθ΄ων η Αίτηση, τους ημεδαπούς και αλλοδαπούς δικηγόρους αυτών, προσδιορίζω δε κάθε φορά ειδικά την πηγή πληροφόρησής μου.
- Όπως προκύπτει από το δικαστηριακό φάκελο, το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής για κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενες προμήθειες υπηρεσιών που προσέφερε η Αιτήτρια έναντι των Καθ΄ων η αίτηση καταχωρήθηκε κατά τις 26/3/2015 και ακολούθως στις 17/2/2016 το σημείωμα εμφάνισης των δικηγόρων των Καθ΄ων η αίτηση.
- Κατά τις 15/4/2016, καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια η υπό κρίση Διά Κλήσεως Αίτηση διά της οποίας αξιώνει αρχικά την εκδίκαση ως νομικού σημείου της νομιμότητας και/ή εγκυρότητας του καταχωρηθέντος κατά τις 17/2/2016 σημειώματος εμφάνισης των Καθ΄ων η Αίτηση διά δικηγόρων ένεκα ελλείψει συναινέσεως της ιδίας ως μίας εκ των Διευθυντών και εξ ημισείας Μετόχου των Καθ΄ων η Αίτηση και/ή αποφάσεως της πλειοψηφίας του Διοικητικού Συμβουλίου των, αλλά μόνο δοθείσης της εξουσιοδότησης του κ. Anderson. Κατ' ακολουθία, αιτείται τη διαγραφή του ρηθέντος σημειώματος εμφάνισης.
- Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και ως πληροφορούμαι από τους συναδέλφους, η Αιτήτρια και ο κ. Anderson αποτελούν τους αποκλειστικούς δύο Διευθυντές και τους εξ ημισείας Μετόχους των Καθ΄ων η Αίτηση. Ένεκα του ότι οδηγίες και εντολές προκειμένου για την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης των Καθ΄ων η αίτηση, ημερ. 17/2/2016 και επακόλουθης εκπροσώπησης και υπεράσπισής των δόθηκαν μόνο από τον κ. Anderson εκ μέρους των Καθ΄ων η Αίτηση, ηγέρθηκε υπό της Αιτήτριας η Αίτηση στην οποία η παρούσα ενίσταται.
- Αρχικά, εξ όσων κάλλιον γνωρίζω ως εκ της ιδιότητάς μου και ως πληροφορούμαι περαιτέρω από τους δικηγόρους που χειρίζονται προσωπικά την παρούσα, η αίτηση είναι θνησιγενής ελλείψει εισαγωγής της ορθή και κατάλληλης βάσης και δικαιοδοτικού υποβάθρου δυνάμει του οποίου το Δικαστήριο αντλεί εξουσία να επιληφθεί και εκδικάσει το εγερθέν νομικό ζήτημα και κατ΄ ακολουθία να αποφανθεί περί της διαγραφής του καταχωρηθέντος κατά τις 17/2/2016 σημειώματος εμφάνισης των Καθ΄ων η αίτηση διά δικηγόρων.
- Συνακόλουθο τούτου, η δεικνυόμενη παρατυπία δεν δύναται να περισωθεί κατ΄ επίκληση της Δ.64, η οποία δεν έχει τεθεί εξάλλου ως μέρος της νομικής βάσης της Αίτησης, καθότι διαφορετικά θα ισοδυναμούσε με αναθεώρηση της εγερθείσας αιτήσεως.
- Περαιτέρω δε, διασαφηνίζεται εξ υπαρχής ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση αποτελούν αλλοδαπή Εταιρεία ιδρυθείσα στο Ηνωμένο Βασίλειο και συνεπώς τούτη διέπεται από τις οικείες νομοθεσίες του Αγγλικού Εταιρικού Δικαίου και συγκεκριμένα του Companies Act 2006 και ουχί από τις πρόνοιες του ημεδαπού περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Ξεκάθαρη αναφορά επί τούτου γίνεται στα εταιρικά έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται στην Ε.Δ. αίτησης σαν τεκμήριο «1». Αναγιγνώσκοντας το Καταστατικό των Καθ΄ων η Αίτηση το οποίο επισυνάπτεται σαν Τεκμήριο «2» στην Ε.Δ. αίτηση και εξού δεν επισυνάπτεται εκ νέου, προκύπτει ξεκάθαρα από τις εισαγωγικές ακόμα διατάξεις ότι όποια αναφορά στο περιεχόμενο αυτού σε νόμο αφορά το αγγλικό δίκαιο. Σημειώνετε ως εξής στο Άρθρο 1 (b): "The Act means the Companies Act 1985, as amended by the Companies Act 1989, and so as to include all and any further statutory modifications or re-enactment for the time being in force as subsequently made and enacted from time to time".
- Άνευ βλάβης των παραπάνω προδικαστικών ισχυρισμών εμού, εκθέτω εντόνως πως η υπό κρίση Αίτηση διώκει αδικαιολόγητα και παρανόμως να καταστήσει τους Καθ΄ων η Αίτηση άνευ νομικής εκπροσώπησης και/ή υπερασπίσεως στα πλαίσια της εγερθείσας από την ιδία την Αιτήτρια Αγωγής.
- Προς τούτο δε συνηγορεί και η Γνωμάτευση Άγγλων συναδέλφων, των κ.κ. Gresham Legal, οι οποίοι κατόπιν εντολών του κ. Anderson, ως ενός εκ των Διευθυντών και εξ ημισείας μετόχου των Καθ΄ων η αίτηση, εξέτασαν τη δυνατότητα του ιδίου υπό τη μνησθείσα ιδιότητά του να διορίσει ημών με σκοπό οι Καθ΄ων Αίτηση να τύχουν της δέουσας εκπροσώπησης και δη υπεράσπισης σε υπόθεση εγερθείσα από Διευθυντή των, ήτοι την Αιτήτρια. Αντίγραφο της εν λόγω Γνωμάτευσης (εφεξής «Γνωμάτευση») επισυνάπτεται ως Τεκμήριο «1».
- Ως διαπιστώνω από το περιεχόμενο της εν λόγω Γνωματεύσεως, διατυπώνεται αρχικά κατά γενικό τρόπο πως δεν υφίσταται οιαδήποτε σχετική και ακριβής πρόνοια στο Καταστατικό και Ιδρυτικό Έγγραφο των Καθ΄ων η Αίτηση ή στον οικείο Νόμο σύστασης των, η οποία να αποστερεί τη δυνατότητα από ένα εκ των Διευθυντών να ασκήσει τις εξουσίες του σε σχέση με τους Καθ΄ων η αίτηση διορίζοντας νομικούς εκπροσώπους ώστε οι τελευταίοι να τύχουν εκπροσώπησης, ιδιαίτερα υπεράσπισης, στα πλαίσια δικαστικών διαδικασιών.
- Ακολούθως, οι Άγγλοι συνάδελφοι παραθέτουν τα καθήκοντα και υποχρεώσεις που έχει κάθε Διευθυντής απέναντι στην Εταιρεία την οποία εκπροσωπεί. Τούτα αντανακλώνται στα άρθρα 171-177 του Αγγλικού περί Εταιρειών Νόμου του
- Αντίγραφο των εν λόγω άρθρων επισυνάπτεται στην παρούσα σαν Τεκμήριο «2».
- Ως προκύπτει από την ως άνω γνωμάτευση, Διευθυντής ο οποίος παρακωλύει ένα νομικό πρόσωπο να τύχει υπεράσπισης σε εγερθείσα υπό του ιδίου Αγωγή ή παρεμποδίζει προς τούτο το διορισμό νομικών εκπροσώπων, αθετεί την υποχρέωσή του να αποφεύγει σύγκρουση συμφερόντων μετά του εν λόγω νομικού προσώπου. Κατά συνέπεια, διατύπωσαν πως οι Καθ΄ων η Αίτηση κέκτηνται του δικαίωματος έγερσης προσωπικής αγωγής εναντίον της Αιτήτριας για παράβαση του αυτού καθήκοντος της.
- Επιπλέον, οι Άγγλοι δικηγόροι σημειώνουν, ότι εν έκαστος Διευθυντής, και ουχί όλοι μαζί μπορούν να ασκούν τα διαχειριστικά τους καθήκοντα (managerial powers) αναφορικά με τους σκοπούς της Εταιρείας (δηλαδή των Καθ΄ων η αίτηση) εκτός όπου το Καταστατικό ρητά προβλέπει άλλως πώς. Σημειώνεται ότι η 3(h) των Σκοπών των Καθ΄ων η Αίτηση, εμπίπτει εντός των εν λόγω εξουσιών οι οποίες δύνανται όπως ασκηθούν από τον κάθε διευθυντή ξεχωριστά. Η συγκεκριμένη παράγραφος αφορά την έγερση και υπεράσπιση των καθ΄ων η αίτηση σε νομικές διαδικασίες σε οιανδήποτε δικαιοδοσία.
- Κατά τούτο, συνάγουν οι Άγγλοι συνάδελφοι πως ο διορισμός δικηγόρων επιτρέπεται. Αναφέρουν έτι δε, συμφώνως των προβλεπομένων, πως οι διευθυντές δύνανται να ασκήσουν όλες τις δανειζόμενες από την εταιρεία - τους Καθ΄ων η Αίτηση στην προκειμένη - εξουσίες, πλην των καθοριζομένων αλλά όχι περιοριστικά εξουσιών τους. Προς υποστήριξη της θέσεώς τους , επικαλούνται μεταξύ άλλων το Άρθρο 40 του Νόμου, το οποίο αναφέρεται στην εξουσία των Διευθυντών να δεσμεύουν την Εταιρεία και ειδικά στην υποπαράγραφο
(1)αυτού το οποίο παραθέτω αυτούσιο για σκοπούς εύκολης αναφοράς (αντίγραφο του εν λόγω άρθρου επισυνάπτεται σαν Τεκμήριο «3»): "In favour of a person dealing with a company in good faith, the power of the directors to bind the company, or authorise others to do so, is deemed to be free of any limitation under the company' s constitution"...
- Αντιλαμβάνομαι έτι περαιτέρω πως οι Καθ΄ων η Αίτηση κατέχουν το δικαίωμα να τυγχάνουν νομικής εκπροσώπησης σε εγερθείσες δικαστικές διαδικασίες και δη υπεράσπισης, καθήκον το οποίο δύναται να εκτελέσουν εκ μέρους των και να δεσμεύσουν αυτούς, οι Διευθυντές του. Συνάμα, ουδεμία απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου των Καθ΄ων η Αίτηση απαιτείται εκ προοιμίου για το διορισμό δικηγόρων ώστε οι Καθ΄ων η Αίτηση να τύχουν εκπροσώπησης και/ή υπεράσπισης. Ως ανακύπτει εκ των Γνωματεύσεως, οι ενέργειες και εξουσίες των Διευθυντών, στην προκειμένη του κ. Anderson, δεσμεύει τους Καθ΄ων η Αίτηση, γεγονότα τα οποία δεικνύουν τη νομιμότητα και εγκυρότητα του καταχωρηθέντος σημειώματος εμφάνισης, ημερ. 17/2/2016, διά ημών.
- Επιπλέον, θεωρώ πως ένεκα των περιστάσεων και ως με συμβουλεύουν περαιτέρω οι συνάδελφοι που χειρίζονται προσωπικά την παρούσα, η Αιτήτρια διά της καταχώρησης της υπό εξέταση Αίτησης επιδιώκει να υλοποιήσει αλλότριους προς τα συμφέροντα των καθ΄ων η Αίτηση σκοπούς. Απώτερος στόχος της είναι να πετύχει την άμεση έκδοση απόφασης εναντίον τους, ως τούτο θα επιτευχθεί διά της καταστρατήγησης του ρητά κατοχυρωμένου εκ του Καταστατικού δικαιώματός τους να τυγχάνουν εκπροσώπησης και δικαστικής παράστασης σε νομικές διαδικασίες.
- Άνευ επηρεασμού των παραπάνω, ειλικρινά εκτιμώ πως η υπό εξέταση Αίτηση και η προς υποστήριξη αυτής, ένορκη ομολογία της Αιτήτριας ουδέν βάσιμο στοιχείο και μαρτυρία προσάγουν προς στοιχειοθέτηση των εξαιτουμένων και ο οιοσδήποτε προβαλλόμενος ισχυρισμός έχει επαλειφθεί εκ του περιεχομένου της Γνωματεύσεως των Άγγλων συναδέλφων.
- Συγκεκριμένα, εξ όσων διαπιστώνω και ως με πληροφορούν οι συνάδελφοι που χειρίζονται προσωπικά την εκδικαζόμενη Αγωγή, η Αιτήτρια ουδεμία μαρτυρία προσήγατε προς τεκμηρίωση της μη εγκυρότητας, ως ισχυρίζεται, του καταχωρηθέντος κατά τις 17/2/2016 σημειώματος εμφάνισης των Καθ΄ων η Αίτηση. Αντίθετα, προέβη η ίδια σε ερμηνεία και συμπεράσματα χωρίς να κατέχει οιεσδήποτε νομικές γνώσεις. Η Αιτήτρια κατέστησε τον εαυτό της νομικό, ικανό μάλιστα να ερμηνεύσει πρόνοιες των εγγράφων σύστασης των Καθ΄ων η Αίτηση και του οικείου προς τούτο Νόμου.
- Ειλικρινά πιστεύω εκ των περιστάσεων πως ο κ. Anderson έπραξε τα δέοντα προς υπεράσπισιν των Καθ΄ων η Αίτηση στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγής και έδρασε εντός των νομίμων πλαισίων που του παρέχοντο εκ των εγγράφων σύστασης των Καθ΄ων η αίτηση, ως τούτου δηλούται και στην επικληθείσα διά της παρούσης Γνωμάτευση.
- Έντιμα και ειλικρινά πιστεύω πως είναι πρέπον, ορθόν και δίκαιο όπως το Σεβαστό Δικαστήριο αποφανθεί περί της απόρριψης της υπό κρίση Αίτησης και κατά συνέπεια υπέρ της νομιμότητας του καταχωρηθέντος κατά τις 17/2/2016 σημειώματος εμφάνισης των καθ΄ων η Αίτηση διά ημών.» Οι συνήγoρoι των διαδίκων, καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις, αναπτύσσοντας ο καθένας τη θέση του. Έχω μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων και όπου κρίνω σκόπιμο θα προβώ σε αναφορά σε αυτές στη συνέχεια της απόφασης μου. Νομική πτυχή Οι θεσμοί 1 και 2 της Διάταξης 27 προνοούν τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «
- Οιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφά του οιονδήποτε νομικό σημείο και οιονδήποτε σημείο που εγείρεται με τον τρόπο αυτό θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό
- Αν κατά την γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση επί του νομικού αυτού σημείου ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οποιοδήποτε συγκεκριμένο αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης ή απάντησης σε αυτή το Δικαστήριο δύναται να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κριθεί δίκαιο». Στην υπόθεση Anastasia C. Hambou v. Andreas Thoma
(1987)1 CLR 370 λέχθηκε ότι ο σκοπός της Διάταξης 27 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο καθορισμός προδικαστικά ενός νομικού σημείου θα κρίνει ουσιαστικά όλη την υπόθεση ή ένα ουσιώδες ζήτημα με αποτέλεσμα να καθίσταται αχρείαστο για το Δικαστήριο να ακούσει μαρτυρία επί οιωνδήποτε πραγματικών γεγονότων. Στην υπόθεση Toulla G. Malachtou v. Christodoulos K. Armefti and Another
(1984)2 CLR 548 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 550-551: «In the case of Overseas Shipping & Forwarding Co. of Lebanon v. Kappa Shipping Co. Ltd. and others
(1977)1 C.L.R. 248 it was held by a Judge of this Court (on the issue of jurisdiction) that "it is true that such an order.................. should be made only in aspect of matters on which no further light would be thrown at the trial (Isaacs & Sons Ltd. v. Cook [1925] 2 K.B, 391 applied in Taverner v. Glamorgan County Council [1941] 57 T.L.R. 243) nor should such an order be made where these are facts in dispute". This Court after repeatedly drawing the attention on the procedure to be followed in respect of points of law raised under Order 27, rule 1 (vide: The heirs of the late Theodora Panayi v: The Administrator of Estate of the late Stylianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R. 167 at p. I70 and Maroulla Athanassi Michaelides v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 C.L.R. 392) laid down in the case of Michael PapaMichael v. Klitos Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305 that only pure points of law should be dealt with under the provisions of Order 27, rule 1 whilst cases of mixed law and fact or fact alone should be tried under Order
- This is the relevant extract from page 309 of the report: "We must say that we find the procedure followed in this case rather unorthodox. If it was a preliminary point of law then the provisions of Order 27 should have been followed............... If it was a question of mixed law and fact, or a question of fact alone, the trial Judge should have followed the procedure laid down in Order 33 regarding the hearing of the action................". Our Order 27, rule I is similar to Order 25, rule 2 of the Rules of the Supreme Court in England as they were in force before
- (Now the corresponding rule in England is rule 11 of Order 18 read together with rules 3 and 4
(2)of Order 33). In the Annual Practice 1953 Vol. 1 at p. 418 we read the following in respect of the English Order 25, rules 2 and 3 under the heading Scope of Rules. "The Court is not justified under the above Rules, even with the consent of the parties, in deciding abstract questions of law raised by the pleadings. Its function is 'to decide questions of law when arising between the parties as the result of a certain state of facts"'. (Stephenson, Blake & Co. v. Grant Legros & Co. 86 L.J. Ch. 439—Glasgow Navigations Co. v. Iron Ore Co. [1910] A.C. 293). In the case of Stephenson, Blake & Co., v. Grant Legros & Co. (supra) upon appeal on a dismissal of an application for the determination of six points of law under Order XXV, rules 2 and 3, the Court of Appeal refused to decide the questions of the law as to copyright and designs raised as points of law, leaving the action to go to trial in the ordinary way; Warrington L.J. stated inter alia the following: "....The function of the Court is not to decide abstract questions of law, but to decide questions of law when arising between the parties as the result of a certain state of facts...." (vide p. 444 of the report). The establishment with certainty of the state of facts from which there emerges the necessity of a preliminary decision of a point of law under Order 27, rule 1, is invariably a "sine qua non" element in all Cyprus authorities and in the vast majority of English cases to which we have looked for guidance. ..................................................................................................................... Only pure issues of law should be dealt with under Order 27, rule 1, which if decided in one way are going to be decisive of litigation between the parties; and the factual substratum thereof must not be in dispute. The Court called upon to decide a preliminary point of law should first know the undisputed facts giving, rise to the legal issues he is invited to resolve. If the facts are not settled the best course is to proceed under Order 33 i.e. the hearing of the whole action. A decision under Order 27, rule 1 when the facts are not settled will inevitably lead to declarations in abstracto or to use the wording in the case of Georgallides (supra) to decide academic questions something impermissible and quite outside the task entrusted to the Courts». Στην Bauer Spezial Tienfbau Gmbh και Άλλοι ν. Divnogorsk Shipping Co Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου με αριθμό 193/92, κρίθηκε ότι ο Κανονισμός 89 των Θεσμών Ναυτοδικείου, αν και διαφορετικά διατυπωμένος από την Δ.27, θ. 1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμόζεται στις ίδιες περιπτώσεις που εφαρμόζεται και η Διάταξη 27, δηλαδή, μόνο εκεί όπου εγείρεται καθαρό νομικό σημείο που μπορεί να διεκπεραιώσει ολόκληρη την αγωγή. Με βάση τα πιο πάνω κρίθηκε ότι ο Κανονισμός 89 δεν είχε εφαρμογή στην πιο πάνω περίπτωση, αφού η απόφαση για τα προκαταρκτικά θέματα συνεπαγόταν κρίση μαρτυρίας και αφορούσε νομικά θέματα που ήταν περίπλοκα και αμφισβητούμενα. Ενδεικτικό για το εύρος του πιο πάνω Κανονισμού και κατ' επέκταση, της Διάταξης 27 που μας ενδιαφέρει είναι το απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση που ακολουθεί: «Όμως ενώ υπάρχει τέτοια δικαιοδοσία, δεν θεωρώ ότι η παρούσα θα ήταν πρέπουσα περίπτωση εφαρμογής του Κανόνα 89. Η νομολογία δείχνει μάλλον ότι, ο Κανόνας 89, παρά τη διατύπωσή του, ερμηνεύεται ουσιαστικά με τον ίδιο τρόπο που ερμηνεύεται η Δ.25 θ.2 και η Δ.27 θ.1, δηλαδή σαν εφαρμοζόμενος μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες εγείρονται καθαρά και αποκλειστικά νομικά σημεία και όχι θέματα τα οποία αφορούν γεγονότα ή ανάμεικτα γεγονότα και νομικά σημεία. Και αν ακόμα δηλαδή το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει προδικαστικά θέματα γεγονότων όπως προκύπτει από τη διατύπωση του Κανόνα 89, η δικαιοδοσία αυτή δεν φαίνεται να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες τα γεγονότα τα οποία επιδιώκεται να εκδικασθούν προδικαστικά δεν είναι απλά αλλά είναι περίπλοκα και εξαρτώνται από την προσαγωγή και αξιολόγηση εκτεταμένης μαρτυρίας, τοσούτω μάλλον όταν είναι ανάμεικτα με περίπλοκα και αβέβαια νομικά θέματα. Μάλιστα ακόμα και αποκλειστικά νομικά σημεία τα οποία δεν είναι απλά και καθαρά αλλά περίπλοκα και ασαφή δεν θεωρούνται κατάλληλα για προδικαστική ένσταση. Στην υπόθεση Overseas Shipping & Forwarding Co of Lebanon v. Kappa Shipping Co Ltd and Others
(1977)1 C.L.R. 248, ο Δικαστής Α. Λοΐζου (όπως ήταν τότε) αν και αναγνώρισε τη διαφορά διατύπωσης μεταξύ του Κανόνα 89 και της Δ.25 θ.2 και Δ.27 θ.1, είπε τα εξής στη σελίδα 252: "It is true that such an order should not be made in respect of matters which, on account of their nature, factual or legal, have to be decided at the trial and should be made only in respect of matters "on which no further light would be thrown at the trial". (See Isaacs & Sons Ltd. v. Cook [1925] 2 K.B. p. 391, applied in Taverner v. Glamorgan County Council [1941] 57 T.L.R. 243). "Nor should such an order be made where there are facts in dispute". Παρατηρώντας ότι στην υπόθεση ενώπιόν του δεν υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα παρά μόνο θέμα δικαιοδοσίας επί των γεγονότων όπως διατυπώνονταν στα δικόγραφα, και περαιτέρω ότι η νομική θέση πάνω στο θέμα της δικαιοδοσίας ήταν καθαρά διατυπωμένη και χωρίς αβεβαιότητες ή ασάφειες, ο Δικαστής Λοΐζου θεώρησε την περίπτωση πρέπουσα περίπτωση εφαρμογής του Κανόνα
- Η προσέγγιση του στο θέμα φαίνεται και από την αναφορά την οποία έκαμε στη σχετική νομολογία σε σχέση και με τη Δ.25 θ.
- Την ίδια προσέγγιση υιοθέτησε ο ίδιος Δικαστής και στην υπόθεση Δ. Νικολάου & Υιοί Λτδ ν. Compania Espanola de Laminaction S.A., A.N. 31/88, ημερ. 14.10.1989, όπου αποφάσισε, όπως το έθεσε στις σελίδες 3 - 4: "... ότι υπάρχει διαφωνία ως προς τα πραγματικά γεγονότα που δεν μπορεί και δεν είναι ορθό να αποφασιστεί από το Δικαστήριο σε μια αίτηση της φύσης όπως είναι η παρούσα με βάση τις ενόρκους δηλώσεις και/ή τη φωτοτυπία του πιστοποιητικού εγγραφής του πλοίου, αλλά είναι θέμα προσαγωγής και ακροάσεως αποδεκτής, κατά τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 μαρτυρίας, σε ακροαματική διαδικασία." Επιπλέον υπάρχει και διαφωνία ως προς τις νομικές αρχές που διέπουν την υπόθεση..." Και συνέχισε στις σελίδες 4 - 5: "Έχει καθιερωθεί από τη νομολογία μας ότι εφόσον υπάρχουν διαφορές ως προς τα νομικά και πραγματικά θέματα - και στην υπόθεση εκείνη υπήρχαν τέτοιες διαφορές σχετικά με τη φορτωτική και τη συμφωνία μεταφοράς του φορτίου, όπως και εδώ - οι διαφορές πρέπει να εκδικάζονται και αποφασίζονται από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αγωγής και όχι σε ενδιάμεσο στάδιο όπου η μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου είναι οι ένορκοι δηλώσεις." Βασιζόμενος στα πιο πάνω και αναφερόμενος και στην υπόθεση Overseas Shipping (ανωτέρω) όπως και στην αντίστοιχη ερμηνεία της Δ.27 θ.1 στη νομολογία, κατάληξε στο συμπέρασμα, όπως το έθεσε στη σελίδα 5, ότι: "Στις υποθέσεις αυτές έχει καθιερωθεί ότι για να εξαρτηθεί η τύχη μιας διαδικασίας σε προκαταρκτικό στάδιο πρέπει τα πραγματικά γεγονότα να μην αμφισβητούνται και το μόνο που να παραμένει στο Δικαστήριο για απόφαση να είναι το νομικό ή τα νομικά σημεία. Στην υπό εξέταση υπόθεση μιας και το επίδικο θέμα της αίτησης μας δεν είναι καθαρά νομικό αλλά μειχτό πραγματικό και νομικό, ο θεσμός 89 δεν έχει εφαρμογή." Η απλή παράθεση των θέσεων των δύο πλευρών στην αίτηση ενώπιον μου δείχνει πόσο ανάρμοστη θα ήταν η εφαρμογή του Κανόνα 89 στην προκείμενη περίπτωση. Τόσο η πρώτη όσο και η τρίτη προδικαστική ένσταση συναρτώνται με περίπλοκα γεγονότα τα οποία είναι υπό καίρια αμφισβήτηση και για τα οποία αναμένεται λογικά ότι θα δοθεί αρκετή μαρτυρία και θα υπάρξει σοβαρή επιχειρηματολογία αξιοπιστίας και ερμηνείας τους. Επιπλέον, τα εγειρόμενα θέματα φαίνονται να έχουν και ευάριθμες νομικές προεκτάσεις ασαφούς και αβέβαιας έκβασης. Μάλιστα παρατηρώ ότι αν και τα εγειρόμενα θέματα αναφέρονται σαν προδικαστικές ενστάσεις, είναι φανερό από τα δικόγραφα ότι στην πραγματικότητα αποτελούν την ουσία της υπόθεσης και της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, αφού τα γεγονότα και νομικά σημεία είναι τα θέματα στα οποία επικεντρώνονται τα δικόγραφα. Κυρίως όμως, όπως διαφαίνεται από την εκτεταμένη νομολογία στην οποία αναφέρθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, η νομική πλευρά του εγειρόμενου θέματος, όπως και των νομικών θεμάτων τα οποία εγείρονται σε σχέση με τις άλλες ενστάσεις, δεν είναι καθόλου καθαρή αλλά μάλλον περίπλοκη και ασαφής. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι τα εγειρόμενα θέματα δεν είναι αρμόζοντα για προδικαστική εκδίκαση. Η προδικαστική εκδίκαση τους θα ισοδυναμούσε με την ουσιαστική εκδίκαση της αγωγής χωρίς να επιτυγχάνει τα οφέλη της εξοικονόμησης χρόνου και εξόδων τα οποία επιδιώκονται με την προδικαστική εκδίκαση θεμάτων ορθώς νοούμενη. Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 225 το Επαρχιακό Δικαστήριο με την συγκατάθεση και των εναγόντων όρισε την επίλυση των ενστάσεων των εναγομένων στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ως προδικαστικό θέμα στην βάση της Διάταξης 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο ορισμός έγινε μετά την ανταλλαγή των εγγράφων προτάσεων και την προβολή στην υπεράσπιση της ένστασης των εναγομένων στην ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας προς επίλυση της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων. Η αμφισβήτηση αφορούσε την καθ' ύλη αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιληφθεί αγωγής στην οποία η παραβίαση του δικαιώματος που θεμελίωνε την αγωγή πήγαζε ή προέκυπτε από την άσκηση διοικητικής λειτουργίας. Λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: ο καθορισμός του θέματος προς επίλυση βάσει των προνοιών της Δ.27 εδικαιολογείτο ενόψει, αφενός, του νομικού χαρακτήρα του θέματος, αφετέρου, των επιπτώσεων από την επίλυσή του στην έκβαση την αγωγής η φύση του νομικού θέματος καθιστούσε την επίλυση του στην βάση της Δ.27 επιβεβλημένη, επειδή έθιγε την καθ' ύλη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό. Είναι αντινομικό το Δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του ό,τι προκύπτει από την Νομολογία είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για την διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τέλος, στην υπόθεση Ιωάννη Νικόλα Χ΄΄Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 956: «Οι αρχές που διέπουν την προκαταρτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις, έχουν νομολογηθεί. (Βλ., μεταξύ άλλων, Costas Mavromoustaki ν. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1065)1 CLR 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322). Οι αρχές αυτές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Sammons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα». Ό,τι θα αποφασίσω είναι αν κατά πόσο θα επιτρέψω προδικαστική εκδίκαση στην βάση της Διάταξης 27 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αφού κάτι τέτοιο υπαγορεύεται πρωτίστως από το γεγονός ότι εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση καταχωρήθηκε Ένσταση. Ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην σελίδα 2051 στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Χρίστος Χ΄΄Παύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1998)1 ΑΑΔ 2046 και πιο κάτω παρατίθενται: «Περαιτέρω κάποιος θα ανέμενε ότι, αφού είχε καταχωρηθεί ένσταση, το αντικείμενο της διαδικασίας της αίτησης θα ήταν κατ΄ αρχάς κατά πόσο το Δικαστήριο θα επέτρεπε ή όχι την εκδίκαση με βάση το Θεσμό 27 και ακολούθως να προχωρούσε στην εκδίκαση της ουσίας της αίτησης. Αντίθετα το Δικαστήριο προχώρησε αμέσως στην εξέταση της ουσίας, υποθέτουμε με τη συναίνεση των μερών, συναίνεση όμως που δεν είναι φανερή από το τηρηθέν πρακτικό. Εν όψει όλων όσων λέχθηκαν προηγουμένως, η παρούσα έφεση επιτυγχάνει και η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου ακυρώνεται με έξοδα εναντίον του εφεσίβλητου». Διά της υπό κρίση Αίτησης, η Αιτήτρια επιζητεί την εκδίκαση ως νομικού σημείου και/ή υπό μορφή ειδικής υπόθεσης του ακόλουθου ερωτήματος: «Κατά πόσο η εμφάνιση η οποία καταχωρήθηκε κατά ή περίπου στις 17.2.16 φαινομενικά εκ μέρους του εναγόμενου, καλώς καταχωρήθηκε και/ή κατά πόσο αυτή είναι άκυρη και/ή κατά παράβαση του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και/ή του Νόμου και/ή του Καταστατικού του εναγομένου, λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο διορισμός δικηγόρου για εναγόμενο και η καταχωρηθείσα εμφάνιση προήλθε όχι από την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου και/ή των μετόχων του εναγόμενου, αλλά μόνο από τον κατά 50% μέτοχο και τον 1 από 2 συμβούλους John Anderson, από το Ηνωμένο Βασίλειο, νοουμένου ότι η μοναδική άλλη κατά 50% μέτοχος και άλλη σύμβουλος του Εναγομένου, είναι η ενάγουσα η οποία δεν συναίνεσε στην καταχώριση της ειρημένης εμφάνισης και του ειρημένου διορισμού.» Τι συνιστά «νομικό σημείο» εξηγείται σε άλλο πλαίσιο πλην εξίσου σχετικό για τον ορισμό του όρου στην In re HjiCostas
(1984)1 CLR 513, 519: "What amounts to a pure question of law is perhaps easy to define but hard to apply to the particular circumstances of a case. The question of law raised, whatever its nature, must necessarily be one relevant to the facts of the case. A pure question of law cannot be one extricated or detached from the facts of the case for in those circumstances it would be an academic question of law. It appears to me that whenever an issue revolves round the application of the law to given facts, it raises a pure question of law. So long as the facts to which the Court is required to apply the law are not called in question, the point is a legal one. It merely raises questions bearing on the interpretation and the scope of the law. Exploration of the ambit of the law is always a question of law.» Στην υπόθεση Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν
- M. E. OSTRICH FARMS (AKAMAS) LTD κ.ά. Αρ. Αγωγής 822/04, απόφαση ημερ. 5/3/2013, οι Καθ΄ων η Αίτηση εισηγήθηκαν ότι η ορθή ερμηνεία της Δ.29 προϋποθέτει την ύπαρξη κοινού, συμφωνηθέντος, νομικού ερωτήματος το οποίο να έχει προκύψει πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και το οποίο να τίθεται από κοινού προς επίλυση από το Δικαστήριο. Η Δ.29 παρέχει ευχέρεια στους διαδίκους να υποβάλουν από κοινού ένα νομικό ερώτημα στο προδικαστικό στάδιο. Η δε χρήση πληθυντικού στο ίδιο το λεκτικό της εν λόγω Διαταγής συνηγορεί υπέρ της θέσης ότι τέτοιο ερώτημα πρέπει να υποβάλλεται από κοινού. Η επίλυση θεμάτων προδικαστικά αποτελεί εξαιρετικό μέτρο προσφυγής το οποίο δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται τα προδικαστικά θέματα είναι αδιαμφισβήτητα και παραδεκτά και εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό σημείο. Τα ανωτέρω δε ουδόλως τυγχάνουν εφαρμογής στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Στην παρούσα εκτός του ότι το αίτημα δεν υποβλήθηκε από τα μέρη από κοινού, η Αιτήτρια θεωρεί ότι το ερώτημα αναφορικά με τη νομιμότητα του σημειώματος εμφάνισης θα πρέπει να ειδωθεί υπό το πρίσμα του ημεδαπού περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 1143 θέση η οποία δεν βρίσκει σύμφωνους τους Καθ΄ων η αίτηση μιας και αποτελεί ισχυρισμό ότι τόσο το καταστατικό της εταιρείας όσο και τα όλα τα θέματα που αφορούν αυτή υπόκεινται στον αντίστοιχο νόμο του Ηνωμένου Βασιλείου, δηλαδή στο Companies Act
- Επομένως οι προϋποθέσεις των αδιαμφισβήτητων και παραδεκτών θεμάτων ουδόλως ικανοποιούνται στην προκείμενη. Στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια ουσιαστικά αμφισβητεί τη νομιμότητα του σημειώματος εμφάνισης που έχει καταχωρηθεί από πλευράς των δικηγόρων των καθ΄ων η αίτηση, αξιώνοντας επίσης τη διαγραφή αυτού. Αν η θέση της Αιτήτριας εγκριθεί το μόνο σίγουρο είναι ότι η εταιρεία θα αφεθεί μετέωρη και χωρίς νομική εκπροσώπηση στην Αγωγή που έχει εγερθεί από την ίδια την Αιτήτρια εναντίον της να μείνει αυτή ανυπεράσπιστη και να εκδοθεί απόφαση ερήμην της. Η υπό εξέταση Αίτηση και η ένορκη ομολογία που την στηρίζει δεν αποδεικνύουν τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς με το περιεχόμενο της Γνωμάτευσης των Άγγλων δικηγόρων. Ήταν η θέση των δικηγόρων των Καθ΄ων η Αίτηση ότι η γνωμάτευση των Άγγλων δικηγόρων καθίσταται σαφής και καταλυτική επί της έκβασης της υπό εκδίκαση αίτησης. Αναφέρουν δε αναλυτικά ότι ο κ. Anderson, νομότυπα και εντός των εξουσιών που του παρέχονται από το Καταστατικό της Εταιρείας, διόρισε το δικηγορικό γραφείο Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ εκ μέρους της Εταιρείας με σκοπό να τύχουν νομικής εκπροσώπησης και δέουσας υπεράσπισης στην Αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Υποστήριξαν δε εν τέλει ότι η καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης της Εταιρείας διά δικηγόρων κατά τις 17/2/2016 είναι καθόλα νόμιμη και επιτρεπόμενη εκ των προνοιών του Καταστατικού της Εταιρείας. Καθίσταται λοιπό σαφές ότι τα πιο πάνω ζητήματα συνιστούν νομικά ζητήματα τα οποία πρέπει πρώτα να επιλυθούν για να μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει. Το στάδιο της εκδίκασης νομικού σημείου δεν προσφέρεται για επίλυση νομικών ζητημάτων τα οποία είναι περίπλοκα ή ασαφή. Στην υπό εξέταση περίπτωση εγείρονται νομικά ζητήματα τα οποία είναι ασαφή και όχι απλά και ξεκάθαρα. Φρονώ δε πως το κατάλληλο στάδιο για να αποφασισθούν είναι το στάδιο της δίκης. Υπενθυμίζεται ότι στην υπόθεση Bauer Spezial Tienfbau Gmbh και Άλλοι ν. Divnogorsk Shipping Co Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου με αριθμό 193/92, που πιο πάνω μνημονεύεται, διατυπώθηκε η αρχή ότι ακόμα και αποκλειστικά νομικά σημεία τα οποία δεν είναι απλά και καθαρά, αλλά περίπλοκα και ασαφή δεν θεωρούνται κατάλληλα για προδικαστική ένσταση. Στην υπόθεση Ιωάννη Νικόλα Χ΄΄Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949, που, επίσης, πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι διαταγή για προδικαστική εκδίκαση θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θεωρώ ότι δεν μπορώ να αποφασίσω επ΄ εαυτού του σημείου προδικαστικά και ως εκ τούτου δεν μπορώ να προχωρήσω στην διαγραφή της εμφάνισης ημερ. 17/2/2016 γιατί κάτι τέτοιο θα με οδηγούσε να αποφασίσω καταλυτικά για κάποιο θέμα για το οποίο δεν έχω ενώπιον μου ξεκάθαρα στοιχεία και/ή γεγονότα με ορατό τον κίνδυνο να θιγούν τα συμφέροντα του μετόχου/εναγομένου κατά 50% στην εν λόγω εταιρεία. Ως εκ των ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθ΄ων η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας. (Υπ.) ................ Π. Παπαπέτρου Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΓΚ Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: ekdikasi nomikou simiou cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο