← Κύπρος

Σωκράτης Λάμπρου Νικολάου ν. Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 1414/16, 29/6/2017

Σωκράτης Λάμπρου Νικολάου ν. Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 1414/16, 29/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A220 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1414/16 Μεταξύ: Σωκράτης Λάμπρου Νικολάου Ενάγοντας Και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 18.05.2017 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29.06.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενους-Αιτητές: κα Χατζηϊωάννου για Α.Κ. Χατζηϊωάννου & Σία (κ. Ανδρονίκου για ν' ακούσει απόφαση) Για Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση: κ. Βασιλείου για Κώστας Τσιρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (κα Στ. Στυλιανού για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 18.05.2016 και δι' αυτής ο ενάγων αξιώνει δηλωτική απόφαση για τερματισμό συμφωνίας, απόφαση για ποσό €900 και/ή εναλλακτικά απόφαση για ποσό €850, νόμιμο τόκο και έξοδα. Εκ μέρους του εναγομένου καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης και Υπεράσπιση. Εν όψει του ποσού της αξίωσης και της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής αυτή δικονομικά εντάσσεται στις πρόνοιες της νέας Δ.30 ως αυτή προσφάτως τροποποιήθηκε και συγκεκριμένα καλύπτεται από το Θεσμό 5, 6 και 7 της Διαταγής. Επιπλέον σημειώνω ότι αυτή εκδικάζεται μέσα από τη διαδικασία της «Ταχείας Εκδίκασης» που κατά κανόνα αφορά την καταχώρηση γραπτής μαρτυρίας με μορφή ενόρκων δηλώσεων. Συμφώνως της Δ.30 η πλευρά του ενάγοντα καταχώρησε κλήση για οδηγίες η οποία επιδόθηκε στους συνήγορους των εναγόμενων και αφού οι τελευταίοι καταχώρησαν το δικό τους παράρτημα, Τύπος 25, εκδόθηκαν από το Δικαστήριο Οδηγίες συμφώνως των τύπων 25 που καταχωρήθηκαν από τις 2 πλευρές για αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων. Αμφότερες οι πλευρές συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και στις 24.01.2017 αφού ανέφεραν τον αριθμό μαρτύρων και το χρόνο που χρειάζονται για ετοιμασία της μαρτυρίας δόθηκαν οι ακόλουθες οδηγίες: Η πλευρά του ενάγοντα να καταχωρήσει και παραδώσει στην πλευρά του εναγόμενου εντός 50 ημερών από τις 24.01.2017 τη γραπτή της μαρτυρία και ακολούθως η πλευρά του εναγομένου από τη λήψη της μαρτυρίας του ενάγοντα και εντός 50 ημερών να καταχωρήσει και παραδώσει τη δική της μαρτυρία. Με βάση τις πιο πάνω οδηγίες η πλευρά του ενάγοντα καταχώρησε εντός της προθεσμίας (που έληγε στις 11.05.2017) στις 10.03.2017 τη γραπτή της μαρτυρία. Ακολούθως στις 02.05.2017 οι εναγόμενοι καταχώρησαν τα δική τους μαρτυρία ενώ η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 23.05.

  1. Στις 23.05.2017 η συνήγορος των εναγομένων αιτήθηκε αναβολής καθότι στο μεταξύ καταχώρησε αίτηση ημερομηνίας 18.05.2017 διά της οποίας ζητά την αντεξέταση αμφότερων των ενόρκων δηλούντων στις μαρτυρίες που καταχώρησε η πλευρά του ενάγοντα. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων επί της Δ.30 Θ.7(α). Η πλευρά του ενάγοντα ζήτησε χρόνο να καταχωρήσει ένσταση στην πιο πάνω αίτηση η οποία και καταχωρήθηκε στις 06.06.
  2. Στα πλαίσια της παρούσας απόφασης το δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε δύο ζητήματα. Κατά πρώτο λόγο και με δεδομένο ότι η αίτηση δεν καταχωρήθηκε τουλάχιστον ένα μήνα πριν την ημερομηνία ακρόασης, κατά πόσο δύναται να τη θεωρήσει αυτή εμπρόθεσμα καταχωρηθείσα και κατά δεύτερο λόγο εάν κατ' ουσία πλέον το αίτημα για αντεξέταση δικαιολογείται. Η πλευρά των εναγομένων με την ένσταση της επικαλείται 11 λόγους ένστασης οι οποίοι αφορούν τόσο τον τύπο της αίτησης σε σχέση με τη Δ.30 όσο και την ουσία της ήτοι κατά πόσο η αντεξέταση είναι απαραίτητη. Σε ό,τι αφορά τον χρόνο κατά τον οποίο καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση αναφέρω τα εξής: με βάση το θεσμό 7 της Δ.30 το Δικαστήριο κατ' εξαίρεση στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης να εκδίδει διαταγή για παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας στις ακόλουθες περιπτώσεις: «(α).. (β) όπου οποιοσδήποτε των διαδίκων υποβάλει στο Δικαστήριο τουλάχιστον ένα μήνα πριν την ημερομηνία κατά την οποία είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, αίτηση για να επιτραπεί η προφορική εξέταση ή αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα είτε του ιδίου, είτε του αντιδίκου του». Με βάση την πιο πάνω πρόνοια προκύπτει ότι επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφασίσει κατά πόσο θα επιτρέψει την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα ο δε χρόνος εντός του οποίου πρέπει να καταχωρείται τέτοιο αίτημα είναι τουλάχιστον ένα μήνα πριν από την ημερομηνία ακρόασης. Με βάση τις οδηγίες του Δικαστηρίου που δόθηκαν στις 24.01.2017 και λαμβάνοντας υπόψη μου την καταχώρηση της μαρτυρίας του ενάγοντα στις 10.03.2017 υπήρχε προθεσμία 50 ημερών ήτοι μέχρι και 28.04.2017 οι εναγόμενοι να καταχωρήσουν τη μαρτυρία τους. Με δεδομένο ότι η ακρόαση ορίστηκε από το Δικαστήριο στις 23.05.2017 εκ των πραγμάτων δεν δόθηκε χρόνος πέραν του ενός μηνός από τη καταχώρηση της γραπτής μαρτυρίας για να δύνανται οι εναγόμενοι να υποβάλουν εμπρόθεσμα την αίτηση τους. Σημειώνω βεβαίως ότι η μαρτυρία των εναγομένων καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και ήτοι στις 02.05.
  3. Ουδεμία όμως ένσταση περί τούτου τέθηκε από την πλευρά των εναγόντων οι οποίοι αμφισβητούν στην ουσία της την αίτηση για αντεξέταση. Σε ό,τι αφορά το χρόνο καταχώρησης της αίτηση και με δεδομένο ότι με βάση τις οδηγίες του Δικαστηρίου δεν υπήρχε χρόνος τουλάχιστον ενός μήνα από την καταχώρηση της μαρτυρίας μέχρι και την ακρόαση δεν δύναμαι να απορρίψω την αίτηση για το λόγο αυτό. Ασκώντας τις εξουσίες που η Δ.30 μου παρέχει και λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω δεδομένα κρίνω ότι δύναμαι να εξετάσω την αίτηση κρίνοντας αυτή εμπρόθεσμα καταχωρηθείσα. Οιαδήποτε άλλη απόφαση θα έπληττε το δικαίωμα των εναγομένων να υποβάλουν ένα τέτοιο αίτημα δυνάμει του θεσμού 7(β) της Δ.
  4. Σε κάθε περίπτωση αναφέρω ότι ο σκοπός που ήθελε η Δ.30 εξυπηρετήσει είναι η εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου με τη γρήγορη εκδίκαση υποθέσεων τοιαύτης φύσης χωρίς όμως αυτό να οδηγεί παράλληλα σε δυσμενή επηρεασμό διαδίκων και αποστέρηση δικαιωμάτων, δικονομικών εν προκειμένω, που αυτά προβλέπονται και καθορίζονται από τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας. Εισερχόμενη τώρα στην ουσία της αίτηση και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης με βάση τη Δ.30 θ.7 επαφίεται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου το οποίο δύναται να εκδώσει τέτοιες διαταγές αναφέρω τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τη Δ.30 το αίτημα για αντεξέταση θα πρέπει να καθορίζει το όνομα του προσώπου που θα αντεξεταστεί, το λόγο και την αναγκαιότητα της αντεξέτασης καθώς και το χρόνο που απαιτείται για την προφορική αυτή εξέταση. Με βάση τα αιτητικά Α και Β της αίτησης των εναγομένων ζητείται διάταγμα επιτρέπον την αντεξέταση τόσο του ενάγοντα όσο και του Κωνσταντίνου Βιολάρη με το αιτιολογικό ότι από τις κατατεθείσες ένορκες δηλώσεις προκύπτουν διαστάσεις, αντικρουόμενοι ισχυρισμοί, περαιτέρω δε προβάλλονται ισχυρισμοί τους οποίους οι εναγόμενοι αμφισβητούν και είναι ορθό να αντεξετάσουν. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται μια αναφορά στις παραγράφους της μαρτυρίας των εναγόντων σε αυτούς της μαρτυρίας των εναγομένων και οι οποίοι είναι αντίθετοι σύμφωνα με τους εναγόμενους. Η διάσταση αυτή των ισχυρισμών σε περίπτωση παράλειψης αντεξέτασης ισοδυναμεί με αποδοχή των γεγονότων εισηγείται η πλευρά των αιτητών. Από την άλλη και με βάση την ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει προβάλλεται ότι ουδείς λόγος τέθηκε που να δικαιολογεί διάταγμα αντεξέτασης ενώ καμία δικαιολογία δίδεται για την αναγκαιότητα αυτή. Αναφορά γίνεται στην ένσταση και στο γεγονός ότι δεν αναφέρεται και ο χρόνος που απαιτείται για την αντεξέταση συμφώνως της Δ.30 θ.
  5. Προς στήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν κείμενα γραπτών αγορεύσεων τα οποία έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη και ως εκ τούτου δεν κρίνεται σκόπιμο να τα επαναλάβω. Κύριο άξονα της νομικής επιχειρηματολογίας της πλευράς των αιτητών αποτέλεσε η σημασία της αντεξέτασης επί αντιφατικών ισχυρισμών ως σημαντικό όπλο στην διεξαγωγή της δίκης και οι συνέπειες με βάση τη δικονομία σε περίπτωση παράλειψης αντεξέτασης. Παρά την έλλειψη νομολογίας επί της έννοιας του «κατ' εξαίρεση» που αναφέρεται στην Δ.30 είναι η θέση της συνηγόρου των αιτητών ότι δεν τίθενται οιεσδήποτε προϋποθέσεις. Είμαι της άποψης ότι η κατ' εξαίρεση άσκηση της δυνατότητας αντεξέτασης προϋποθέτει την δικαστική κρίση επί της αναγκαιότητας αυτής. Ο κανόνας της διεξαγωγής της δίκης, σε διαφορές μέχρι και €3.000=, κάμπτεται νοουμένου ότι ο αιτών διάδικος έχει πείσει το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα της αντεξέτασης και την σημασία αυτής στην τελική του κρίση μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μελετώντας το περιεχόμενο και λεκτικό της Δ.30 παρατηρεί κανείς ότι η κατ' εξαίρεση έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ή παρουσίασης προφορικής μαρτυρίας προϋποθέτει την καταχώρηση γραπτής αίτησης στην οποία αναφέρονται ο λόγος της ανάγκης αυτής, ο χρόνος που θα απαιτηθεί για την αντεξέταση και το μέρος της μαρτυρίας επί της οποίας θα βασισθεί η αντεξέταση. Αυτό είναι το υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο βασίζεται και εξετάζει ένα τέτοιο αίτημα ως το υπό κρίση. Στο παρόν στάδιο αναφέρω ότι διαφωνώ με την θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των αιτητών σε ότι έχει να κάνει με την παραπομπή σε νομολογία όπου η παράλειψη αντεξέτασης οδηγεί σε αποδοχή της μαρτυρίας αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση η όλη υπόθεση εξετάζεται και υπόκειται στις πρόνοιες της διαταγής 30 που αποτελεί το νέο δικαιοδοτικό πλαίσιο για τις υποθέσεις αυτής της φύσης και καθορίζει ότι αυτές κατά κανόνα εξετάζονται με ακροαματική διαδικασία που λαμβάνει χώρα αποκλειστικά με την λήψη γραπτής μαρτυρίας και όχι προφορικής. Συνεπακόλουθα η επιχειρηματολογία σε ότι αφορά αυτό το μέρος δεν δύναται να αποτελέσει κριτήριο στα πλαίσια της εξέτασης του αιτήματος αυτού εφόσον η νέα Διαταγή 30 θέτει ένα νέο δικονομικό πλαίσιο επί του οποίου εκδικάζεται μια αγωγή τέτοιας φύσης και αξίωσης. Επανερχόμενη στην ουσία τώρα του αιτήματος των εναγόμενων - αιτητών παρατηρώ ότι με βάση την αίτηση αξιώνεται η αντεξέταση αμφότερων των μαρτύρων του ενάγοντα στις ένορκες τους δηλώσεις. Το μέρος της μαρτυρίας επί του οποίου ζητείται αντεξέταση είναι ως τα αιτητικά Α και Β το σύνολο της ένορκης δήλωσης εκάστου εξ΄ αυτών ενώ στην μαρτυρία που συνοδεύει την αίτηση γίνεται αναφορά στην πλειοψηφία των παραγράφων της μαρτυρίας. Το αίτημα ως έχει κατατεθεί και αξιώνεται κρίνω ότι δεν συνάδει με τις πρόνοιες της Δ.
  6. Η αναφορά στο αιτητικό στο σύνολο των ενόρκων δηλώσεων ή έστω στην πλειοψηφία των παραγράφων αυτών δεν συνάδει με την επιτακτική πρόνοια της Δ.30 να καθορίζεται «εκείνο το μέρος της μαρτυρίας επί της οποίας καθίσταται αναγκαία η προφορική εξέταση, ο λόγος και η αναγκαιότητα της προφορικής εξέτασης ή αντεξέτασης.» Η αποδοχή και έγκριση του αιτήματος με την μορφή που αυτό έχει διατυπωθεί θα οδηγούσε σε παρεκτροπή από τον κανόνα που η Δ.30 καθόρισε και θα οδηγούσε σε διαδικασίες αντεξέτασης ωσάν η υπόθεση να εντάσσεται στις παλαιές πρόνοιες. Παράλληλα με τα πιο πάνω και την έλλειψη επακριβώς καθορισμού του μέρους της μαρτυρίας που ζητείται η αντεξέταση απουσιάζουν από την αίτηση και την μαρτυρία που την συνοδεύει οι λόγοι δια τους οποίους ένα τέτοιο διάταγμα καθίσταται αναγκαίο για την έκβαση της υπόθεσης. Οι αιτητές αρκέστηκαν στην γενική θέση και επιχείρημα ότι στις ένορκες δηλώσεις της πλευράς του ενάγοντα περιλαμβάνονται αντικρουόμενοι ισχυρισμοί τους οποίους οι εναγόμενοι αμφισβητούν και είναι ορθό να αντεξετάσουν επ' αυτών. Η αναφορά αυτή καταλήγω ότι δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση της αναγκαιότητας για αντεξέταση. Σε κάθε περίπτωση η ύπαρξη αντιφατικών και μόνο ισχυρισμών δεν δίδει αυτόματα δυνατότητα αντεξέτασης. Επιπλέον με τα πιο πάνω η αίτηση δεν καθορίζει και τον χρόνο που η αντεξέταση αυτή θα διαρκέσει ως επίσης η πρόνοια της Δ.30 επιβάλλει, «.καθώς και ο χρόνος που απαιτείται για την προφορική αυτή εξέταση.» Συνεπακόλουθα και λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω καταλήγω ότι η αίτηση ως έχει τεθεί ενώπιον μου δεν πληροί τα κριτήρια που η νέα Διαταγή 30 επέβαλε με σκοπό να ασκήσω την διακριτική μου εξουσία και κατ' εξαίρεση του κανόνα να επιτρέψω την αντεξέταση των 2 μαρτύρων της πλευράς του Ενάγοντα. Η αίτηση διέπεται από μια γενικότητα και αοριστία ενώ ουδέν λόγος τέθηκε που να δικαιολογεί την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Καταλήγοντας αναφέρω ότι δεν δύναμαι να αποδεχτώ αυτήν και να εκδώσω οιασδήποτε διατάγματα ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα - καθ' ού η αίτηση και εναντίον των εναγόμενων αιτητών, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα επίσης στο τέλος της διαδικασία. Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης η αγωγή θα οριστεί εκ νέου για ακρόαση συμφώνως των προνοιών της Δ.
  7. (Υπ.)............. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.