← Κύπρος

ΛΕΝΙΝ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ν. Μάριου Γαβριηλίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1094/14, 19/6/2017

ΛΕΝΙΝ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ν. Μάριου Γαβριηλίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1094/14, 19/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A195 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1094/14 Μεταξύ: ΛΕΝΙΝ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και

  1. Μάριου Γαβριηλίδη, από τη Λεμεσό ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγομένων ------------- Αίτηση ημερομηνίας 23.12.16 ------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19.6.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή-εναγόμενο 1: κα. Τιμοθέου Για την καθ'ης η αίτηση - εναγόμενη 2: κα. Ερωτοκρίτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Πριν αναφερθώ στην υπό εξέταση αίτηση θεωρώ σκόπιμο να κάνω μία σύντομη αναφορά στο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης. Ο ενάγοντας στις 19.1.2005 οδηγώντας το όχημα του ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα κατά το οποίο υπέστη σωματικές βλάβες και ζημιές. Για το εν λόγω δυστύχημα διόρισε δικηγόρο του τον εναγόμενο 1 ο οποίος στις 18.1.2007 καταχώρησε εκ μέρους του την αγωγή 294/2007 εναντίον του οδηγού του άλλου ενεχόμενου στο δυστύχημα οχήματος. Η εν λόγω αγωγή εκδικάσθηκε και το Δικαστήριο εξέδωσε προς όφελος του ενάγοντα απόφαση για το ποσό των €54.644 πλέον τόκους. O ενάγοντας με την καταχώρηση της αγωγής 294/2007 είχε υποχρέωση να δώσει την υπό του Νόμου προβλεπόμενη ειδοποίηση προς την ασφαλιστική εταιρεία, εναγόμενη 2 στην παρούσα υπόθεση, πράγμα το οποίο ως ισχυρίζεται η εναγόμενη 2 αυτός παρέλειψε να πράξει. Ένεκα της παράλειψης αυτής η εναγόμενη 2 δεν αναγνωρίζει οποιανδήποτε ευθύνη καταβολής αποζημίωσης προς τον ενάγοντα και για το λόγο αυτό, ενώ κλήθηκε, αρνήθηκε να καταβάλει στο ενάγοντα το πιο πάνω επιδικασθέν ποσό. Ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή καθιστά υπεύθυνο για την ισχυριζόμενη παράλειψη τον εναγόμενο 1 και απαιτεί εναντίον του απόφαση για τη ζημιά που έχει υποστεί. Διαζευκτικά απαιτεί πληρωμή του πιο πάνω ποσού από την εναγόμενη 2, επειδή ως ισχυρίζεται, ακόμα και αν ήθελε αποδειχθεί ότι δεν απεστάλη η προβλεπόμενη από το νόμο ειδοποίηση που ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι απέστειλε προς την εναγόμενη 2, η τελευταία με την συμπεριφορά της παραιτήθηκε των οποιονδήποτε δικαιωμάτων της από την αναφερόμενη παράλειψη. Ο εναγόμενος 1 με την υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι απέστειλε την εκ του νόμου προβλεπόμενη ειδοποίηση προς την ασφαλιστική εταιρεία, εναγόμενη 2, ενώ η τελευταία με τη δική της υπεράσπιση αρνείται ότι της δόθηκε οποιαδήποτε ειδοποίηση και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι με σχετική επιστολή ημερ. 1.12.2008 έθεσε υπόψη του εναγόμενου 1 ότι ένεκα της αναφερόμενης παράλειψης ουδεμία ευθύνη αναγνωρίζει για την καταβολή αποζημιώσεων προς το ενάγοντα. Κατόπιν σχετικής αίτησης που καταχωρήθηκε από την εναγόμενη 2 στις 16.11.16 εκ συμφώνου εκδόθηκε Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο ο εναγόμενος 1 διατάχθηκε όπως προβεί σε ειδική ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. Στα πλαίσια του αναφερόμενου Διατάγματος ο εναγόμενος 1 προέβηκε στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 2.2.2016 στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι απέστειλε στην εναγόμενη 2 την προβλεπόμενη από το νόμο ειδοποίηση και περαιτέρω αρνείται ότι έλαβε επιστολή με την οποία η εναγόμενη 2 του γνωστοποίησε την μη αποδοχή οποιασδήποτε ευθύνης για την καταβολή αποζημίωσης στον ενάγοντα. Στην καταχώρηση της ένορκης αυτής δήλωσης του εναγόμενου 1 αντέδρασε η πλευρά της εναγόμενης 2 με την καταχώρηση της αίτησης ημερομηνίας 8.2.
  2. Με την εν λόγω αίτηση ζητά την διαγραφή της υπό ημερομηνία 2.2.2016 ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 1 ως παράτυπης και αντικανονικής. Ως επακόλουθο της μη συμμόρφωσης του εναγόμενου 1 με τη διαταγή του Δικαστηρίου για την ένορκη αποκάλυψη εγγράφων η εναγόμενη 2 ζητά περαιτέρω τη διαγραφή της έκθεσης υπεράσπισης του. Μετά την επίδοση της ο εναγόμενος 1 δήλωσε ότι ενίσταται στην αίτηση της εναγόμενης 2 ημερ. 8.2.16 και ζήτησε οδηγίες του δικαστηρίου για να καταχωρήσει ένσταση. Στις 10.6.16 το Δικαστήριο όρισε την αίτηση για ακρόαση στις 3.10.16 με οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί εντός 30 ημερών. Η ένσταση του εναγόμενου 1 καταχωρήθηκε στις 30.9.
  3. Στις 3.10.16 που ή αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση η πλευρά της εναγόμενης 2 δήλωσε πως δεν έλαβε αντίγραφο της ένστασης και περαιτέρω ήγειρε θέμα για την εκπρόθεσμη καταχώρησης της. Η αίτηση ορίσθηκε εκ νέου στις 24.11.16 ημερομηνία κατά την οποία η συνήγορος του εναγόμενου 1 δήλωσε ότι η ένσταση ημερομηνίας 30.9.16 καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να την λάβει υπόψη και ζήτησε νέα ημερομηνία για να λάβει τα δέοντα διαδικαστικά μέτρα. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης με την οποία ο αιτητής-εναγόμενος 1 ζητά τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Διάταγμα τροποποίησης των οδηγιών του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16/11/2015 για καταχώρηση ένορκης αποκάλυψης εγγράφων εντός 20 ημερών, με την παράταση των οδηγιών για καταχώρηση ένορκης αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους του εναγόμενου 1 εντός 5 ημερών από την ημερομηνία σύνταξης τους διατάγματος. Β. Διάταγμα τροποποίησης των οδηγιών του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/06/2016 για καταχώρηση ένστασης στην αίτηση του εναγόμενου 2 ημερ. 08/02/2016 εντός 30 ημερών, με την παράταση των οδηγιών για καταχώρηση της ένστασης του εναγόμενου 1 εντός 5 ημερών από την ημερομηνία σύνταξης του διατάγματος.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 θ.1 και 2, Δ.48 θ.1, 2, 3, 4, 8 και 9, Δ.57 θ.2, στη Νομολογία των Επαρχιακών Δικαστηρίων, του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τις γενικές και συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου
  4. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι εκ λάθους και ή εκ παραδρομής η ένσταση του στην αίτηση της εναγόμενης 2 ημερ. 8.2.16 καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Αναφερόμενος στο Διάταγμα που εξέδωσε το Δικαστήριο με το οποίο διατάχθηκε να προβεί στην ειδική ένορκη αποκάλυψη εγγράφων δηλώνει ότι συμμορφούμενος με τη διαταγή του Δικαστηρίου σύνταξε και καταχώρησε την ένορκη δήλωση ημερ. 2.2.16 όπου και επαναλαμβάνει τη θέση του όπως αυτή έχει καταγραφεί στην υπεράσπιση του με αποτέλεσμα αυτή να μην συνάδει με τον ενδεδειγμένο τύπο. Στην υπό κρίση αίτηση καταχώρισε ένσταση η καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη 2 προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  5. Η αίτηση πάσχει νομικά ή/και στερείται του αναγκαίου νομικού υπόβαθρου ή/και είναι νομικά αβάσιμη.
  6. Η αίτηση είναι επιπόλαιη και καταχρηστική ή/και υποβάλλονται αιτήματα αντιφατικά ή/και αντιφάσκοντα ή/και ο αιτητής είναι υπόλογος ψευδορκίας ή/και συνωμοσίας ή/και πλαστογραφίας ή/και συνωμοσίας για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις.
  7. Η αίτηση είναι κακόπιστη.
  8. Εκ συμφώνου Διάταγμα που εξεδόθη στις 16/11/2015 για ένορκο αποκάλυψη εγγράφων εκ πλευράς του Αιτητή, δεν είναι δυνατό να τροποποιηθεί με Αίτηση εκ πλευράς του Εναγομένου
  9. Η μη συμμόρφωση του Αιτητή με το υπό ημερ. 16/11/2015 Διάταγμα του Δικαστηρίου, είναι πασιφανής από το περιεχόμενο της υπό ημερ. 2/2/2016 ενόρκου δηλώσεως του.
  10. Η υπό ημερ. 2/2/2016 ένορκος δήλωση που ο Αιτητής κατ' ακολουθίαν της υπό ημερ. 16/11/2015 Διαταγής του Δικαστηρίου καταχώρισε, συνιστά μαρτυρία και ως μαρτυρία δεν είναι επιτρεπτό να αιτείται την τροποποίηση της.
  11. Με την Αίτηση στην ουσία επιζητείται η τροποποίηση ή/και διαφοροποίηση του εκ συμφώνου διατάγματος, γεγονός που είναι ανεπίτρεπτον.
  12. Καταχρηστικά ο Αιτητής ζητά την εκ νέου έκδοση Διατάγματος για καταχώριση νέας ένορκης δήλωσης αποκάλυψης, θέμα όμως που δεν μπορεί να επανανοίξει γιατί έχει ήδη συγκατατεθεί στο Διάταγμα στις 16/11/
  13. Ο Αιτητής με την έστω παράτυπη και αβάσιμη Αίτηση του, ουδόλως αναφέρει ότι προτίθεται να αποκαλύψει τα έγγραφα που έχει ή είχε στην κατοχή του, έλεγχο ή εξουσία του, σύμφωνα με το εκ συμφώνου εκδοθέν Διάταγμα της 16/11/
  14. Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48 θ.1-4, Δ.28 θ.1, 2, 12, 13 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση του καθ'ου η αίτηση φαίνονται στην ένορκη δήλωση της Εσθήρ Γαβριηλίδου η οποία αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της εναγόμενης 2 στο τμήμα απαιτήσεων και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Τα όσα υποστηρίζονται μέσα από την ένορκη δήλωση της Εσθήρ Γαβριηλίδου έχουν εξεταστεί από το Δικαστήριο και λαμβάνονται υπόψη χωρίς να κρίνεται αναγκαίο να επαναληφθούν στην ολότητα τους. Συνοπτικά καταγράφεται ότι η ομνύουσα κάνοντας εκτενή αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης σε σχέση με τα θέματα που εγείρονται ειδικότερα για τις ένορκες αποκαλύψεις συγκεκριμένων εγγράφων σε συνάρτηση με τους εκατέρωθεν δικογραφημένους ισχυρισμούς, εισηγείται την ύπαρξη συνομωσίας μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1 αλλά και τη διάπραξη άλλων αδικημάτων εκ μέρους του τελευταίου. Η ακρόαση της αίτησης περιορίσθηκε στις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών με τις οποίες και υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους. Η κ. Τιμοθέου εισηγήθηκε ότι με την αίτηση δεν ζητείται η τροποποίηση της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων που καταχώρησε ο εναγόμενος 1 στις 2.2.2016 αλλά η καταχώρησης νέας ένορκης αποκάλυψης εγγράφων. Υπογράμμισε επίσης ότι η ένσταση του εναγόμενου 1 στην αίτηση ημερ. 8.2.2016 καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα εκ λάθους ή εκ παραδρομής και ως εκ τούτου ζητείται η παράταση του χρόνου καταχώρησης νέας ένστασης. Παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία εισηγήθηκε ότι η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι μοιραία και κάθε διάδικος μπορεί να υποβάλει αίτημα για την παράταση της. Η κα. Ερωτοκρίτου κατά τη δική της αγόρευση υιοθέτησε τους λόγους που καταγράφονται στην ειδοποίηση ένστασης της εναγόμενης 2 και στη συνέχεια έκανε μία εκτενή αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης και ειδικότερα στα ζητήματα που εγείρονται αναφορικά με τη θέση της εναγόμενης 2 ότι ουδέποτε της δόθηκε η προβλεπόμενη από τον νόμο ειδοποίηση αλλά και σε σχέση με την εκ μέρους της γραπτή ειδοποίηση αναφορικά με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της για την μη αναγνώριση ευθύνης για την αποζημίωση του ενάγοντα. Υποδεικνύοντας συγκεκριμένους ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον εναγόμενο 1 και τον ενάγοντα και παραπέμποντας παράλληλα με λεπτομέρεια στις εκατέρωθεν ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων που έλαβαν χώρα στα πλαίσια της υπόθεσης σε συγκεκριμένες ημερομηνίες η κα. Ερωτοκρίτου υποστήριξε ότι υπό τις περιστάσεις προκύπτει η διάπραξη ποινικών αδικημάτων εκ μέρους του εναγόμενου 1 και του ενάγοντα και εισηγήθηκε όπως ο φάκελος της υπόθεσης παραπεμφθεί προς διερεύνηση στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Σημειώνεται ότι μετά την ολοκλήρωση των αγορεύσεων των δύο πλευρών κατόπιν σχετικού αιτήματος το Δικαστήριο έδωσε άδεια στην πλευρά του ενάγοντα να τοποθετηθεί στις θέσεις και εισηγήσεις της κας Ερωτοκρίτου περιοριστικά μόνο στην έκταση που τον αφορούν. Έχω εξετάσει με προσοχή τα όσα εισηγήθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Ειδικότερα σε ότι αφορά την εισήγηση της κας Ερωτοκρίτου για την παραπομπή του φακέλου της υπόθεσης στον Γενικό Εισαγγελέα με σκοπό την διερεύνηση διάπραξης ποινικών αδικημάτων επισημαίνω ότι η παρούσα υπόθεση βρίσκεται ακόμα στο στάδιο των οδηγιών και της εκδίκασης ενδιάμεσων αιτήσεων. Συνεπώς στο φάκελο της υπόθεσης και κατ΄ επέκταση ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό βρίσκονται μόνο οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των διαδίκων και τα έγγραφα που έχουν αποκαλυφθεί ενόρκως η αξιολόγηση των οποίων θα γίνει σε κατοπινό στάδιο σε συσχετισμό και με την μαρτυρία που θα προσκομισθεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης που θα ακολουθήσει. Συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν θα ήταν δυνατό στο πρώιμο αυτό στάδιο να καταλήξει σε οποιαδήποτε ευρήματα γεγονότων που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης ή που να οδηγούν σε οποιαδήποτε συμπεράσματα για τυχόν διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Ως εκ τούτου ο αίτημα της κας Ερωτοκρίτου ως υποβάλλεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και απορρίπτεται. Επανερχόμενη στα αιτήματα της υπό κρίση αίτησης και εξετάζοντας κατ' αρχήν την αιτούμενη θεραπεία υπό σημείο Α διαπιστώνεται ότι ο αιτητής ζητά την παράταση του χρόνου καταχώρησης της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων που καταχώρησε στις 2.2.16 ενώ το δικονομικό αυτό διάβημα έχει ήδη ληφθεί, βρίσκεται στο φάκελο του δικαστηρίου και δεν έχει τεθεί θέμα εκπρόθεσμης καταχώρησης του. Εναντίον δε του δικονομικού αυτού διαβήματος δηλαδή της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους του εναγόμενου 1 ημερ. 2.2.16 καταχωρήθηκε και εκκρεμεί προς εκδίκαση η αίτηση που υπέβαλε η εναγόμενη 2 στις 8.2.16 και με την οποία ζητείται η διαγραφή του για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω. Η τύχη συνεπώς του αναφερόμενου δικονομικού διαβήματος δεν έχει ακόμα αποφασιστεί από το Δικαστήριο αλλά αντίθετα θα αποτελέσει το αντικείμενο εξέτασης κατά την εκδίκασης της αναφερόμενης αίτησης. Παράλληλα υπογραμμίζεται ότι ο εναγόμενος 1 δεν έχει αποδεχθεί το αίτημα της εναγόμενης 2 για τη διαγραφή του αναφερόμενου δικονομικού διαβήματος αλλά αντίθετα και συγκεκριμένα με την θεραπεία υπό σημείο Β ζητά οδηγίες του Δικαστηρίου για την καταχώρηση ένστασης στην αίτηση της εναγόμενης
  15. Κρίνεται συνεπώς ότι το αίτημα του εναγόμενου 1 σε σχέση με την θεραπεία υπό σημείο Α είναι πρόωρο αλλά και συγκρουόμενο με το αίτημα του υπό σημείο Β και ως τέτοιο θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα πιο πάνω δεν εφαρμόζονται σε σχέση με την αιτούμενη θεραπεία υπό σημείο Β αφού στην προκειμένη περίπτωση όπως περιγράφεται πιο πάνω η πλευρά του εναγόμενου 1 αναγνώρισε και δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η ένσταση που καταχώρησε στις 30.9.16 είναι εκπρόθεσμη και κατ΄ επέκταση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Η αίτηση μεταξύ άλλων στηρίζεται στην Δ.57

(2)από τις πρόνοιες της οποίας είναι σαφές ότι η αίτηση για παράταση του χρόνου πρέπει να γίνει πριν από την πάροδο της προθεσμίας ή μετά την πάροδο αλλά πριν από το δικονομικό διάβημα. Δεν μπορεί να ληφθεί οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα όπως η καταχώριση ένστασης μετά την εκπνοή της προθεσμίας χωρίς επέκταση του χρόνου καταχώρισης και η Δ.57 θ.2 αναφέρει τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιου προβλήματος. Στην υπόθεση Σοφοκλής Σοφοκλέους ν. Κυριακής Τσεσμέλογλου
(2011)1 Α.Α.Δ. 773, αναφέρθηκε ότι η Δ.57 θ.2 δεν χρησιμοποιείται για την εκ των υστέρων προώθηση αιτήματος επέκτασης χρόνου όταν το διαδικαστικό διάβημα έχει ήδη ληφθεί. Όπως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση Μαίρη Αθανασιάδη ν. Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι μοιραία. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο εναγόμενος 1 δεν ζητά την εκ των υστέρων αναδρομική επέκταση του χρόνου καταχώρησης της ένστασης που καταχωρήθηκε στις 30.9.16, δεδομένης και της δήλωσης από την πλευρά του ότι αυτή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Εκείνο που ζητά είναι η παράταση του χρόνου για την καταχώρηση νέας ένστασης. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι τυγχάνει εφαρμογής η Δ.57 θ.2. Το νόημα και η ουσία της Δ.57 θ.2 είναι το «δίκαιο της περίπτωσης» και η εξουσία του Δικαστηρίου να απονέμει δικαιοσύνη. Οι αιτήτρια-εναγόμενη 2 στην αίτηση ημερομηνίας 8.2.16 δεν θα υποστεί καμία ανεπανόρθωτη ζημιά αν δοθεί η δυνατότητα στον εναγόμενο 1 να καταχωρίσει την ένσταση του, ενώ αντίθετα ο εναγόμενος 1 δεν θα έχει ούτε τη δυνατότητα να ακουστεί και αυτό κατά την κρίση μου δεν συνάδει με την έννοια της δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου η αιτούμενη θεραπεία υπό σημείο Β της αίτησης εγκρίνεται και δίδονται εκ νέου οδηγίες του Δικαστηρίου για καταχώρηση ένστασης εκ μέρους του εναγόμενου 1 στην αίτηση ημερ. 8.2.16 εντός 5 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος. Δεδομένης της απόρριψης μέρους της αίτησης και εφόσον ο αιτητής- εναγόμενος 1 ευθύνεται για την εκπρόθεσμη καταχώρηση της ένστασης, τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος του και προς όφελος της καθ΄ ης η αίτηση-εναγόμενης 2 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)............ Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Παράταση προθεσμίας για καταχώρηση ένστασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.