← Κύπρος

Παναγιώτα Δημητρίου ν. Κατερίνας Ευαγόρα Οικονόμου κ.α., Αρ. αγωγής: 5590/2010, 26/6/2017

Παναγιώτα Δημητρίου ν. Κατερίνας Ευαγόρα Οικονόμου κ.α., Αρ. αγωγής: 5590/2010, 26/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A212 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 5590/2010 Παναγιώτα Δημητρίου Ενάγoυσα εναντίον Κατερίνας Ευαγόρα Οικονόμου Ελένης Ευαγόρα Οικονόμου Εναγόμενες ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:26/6/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα: κ. Νεοκλής Ε. Νεοκλέους (για να ακούσει απόφαση κ. Μ. Παπαδόπουλος) Για τις εναγόμενες: κ. Χρίστος Τιμοθέου ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Με βάση την τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως, η ενάγουσα κάνει αναφορά στην ιδιότητα της ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια, καθώς επίσης και την ιδιότητα των εναγομένων ως εγγεγραμμένες συνιδιοκτήτριες άλλου ακινήτου, ιδιότητες όπου γίνονται παραδεκτές μέσα από την έκθεση υπερασπίσεως και ανταπαιτήσεως των εναγόμενων. Ακολούθως η ενάγουσα αναφέρει ότι μέρος του κτήματος της προς βορειοανατολικά έκτασης περίπου 1000 m², λόγω λανθασμένης χωρομετρήσεως και/ή λανθασμένης εγγραφής ή καταχώρησης στο κτηματολόγιο, περιλήφθηκε σαν μέρος του τεμαχίου 613 στον τίτλο με αριθμό εγγραφής 0/1422 Φ/Σχ 37/62, το οποίο συνορεύει με το κτήμα της ενάγουσας. Η ενάγουσα και/ο προκάτοχος της ζήτησε από το κτηματολόγιο την διόρθωση των εγγραφών στους τίτλους εγγραφής 731 και 0/1422 και καθορισμό των συνόρων μεταξύ των δύο κτημάτων και το κτηματολόγιο άνοιξε σχετικό φάκελο με αριθμό Α/1221/90 για διόρθωση των εγγραφών και των σχεδίων, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να προβεί σε οποιαδήποτε διόρθωση. Η ενάγουσα και/ή οι προκάτοχοι της εν τίτλω, ανέγειραν εντός του κτήματος τεμάχιο 611 και συγκεκριμένα στο αμφισβητούμενο μέρος του κτήματος κατοικία πριν το έτος 1950, η οποία υπάρχει μέχρι σήμερα, το δε πιο πάνω μέρος του κτήματος κατέχεται αδιαφιλονίκητα, συνεχώς και αδιάλειπτα πριν το 1930 από την ενάγουσα και ή τους προκατόχους της εν τίτλω, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε αφισβήτηση εκ μέρους των ιδιοκτητών του τεμαχίου

  1. Οι εναγόμενες 1 και 2, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της ενάγουσας, αρνούνται και ή παραλείπουν να δώσουν τις αναγκαίες συγκαταθέσεις και ή να πάρουν τα αναγκαία μέτρα για διόρθωση των εγγραφών και ή για αφαίρεση από τον τίτλο τους του μέρους του κτήματος που ανήκει στην ενάγουσα και την περίληψη του στον τίτλο της ενάγουσας. Η σημερινή αξία του πιο πάνω διαφιλονικούμενου τμήματος είναι €30.
  2. Άνευ βλάβης των πιο πάνω ισχυρισμών, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η κατοικία η οποία στην ουσία αποτελείται από δύο κτίρια, βρίσκεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της εντός του περιγραφόμενου στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαιτήσεως τεμάχιο, η δε αξία της κατοικίας με τα σημερινά δεδομένα είναι περίπου €150.000 και σε περίπτωση που η ενάγουσα αποτύχει στην παρούσα αγωγή, θα υποχρεωθεί να προβεί σε κατεδάφιση ολόκληρης της κατοικίας της. Η ενάγουσα και/οι προκάτοχοι της εν τίτλω, κατέχουν το επίδικο τεμάχιο πριν το 1932 με καλή πίστη, ήτοι ο παππούς της ενάγουσας Χαράλαμπος Μυλωνάς, το δώρισε στην μητέρα της Ευρύκλεια Μυλωνά και στην Κυριακού Χαραλάμπους το έτος 1932, οι οποίες το μεταβίβασαν στο όνομα της ενάγουσας, κατά το έτος 1936 ανεγέρθηκε κατοικία και το έτος 1957 κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου Λεμεσού, η κατοικία απόκτησε δικαίωμα διαβάσεως μέσω των γειτονικών τεμαχίων 636 + 637 προς τον τότε δημόσιο δρόμο. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενες εμποδίζονται λόγω του δικαίου της επιείκειας από το περιουσιακό κώλυμα που δημιουργήθηκε στην παρούσα υπόθεση από την στάση των εναγομένων και των προκατόχων τους εν τίτλω. Εν κατακλείδι η ενάγουσα απαιτεί εναντίον των εναγομένων μαζί και ή χωριστά α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια του τμήματος του κτήματος που περιγράφεται στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαιτήσεως, β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εγγραφές στα βιβλία του κτηματολογίου με αριθμό 731 και 0/1422 και/ή τα χωρομετρικα σχέδια που αφορούν αυτές τις εγγραφές είναι λανθασμένα και ή ότι το τμήμα του κτήματος που περιγράφεται στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαιτήσεως περιλήφθηκε στην εγγραφή με αριθμό 0/1422 ως μέρος του τεμαχίου 613 από λάθος στην χωρομέτρηση και ή εγγραφή ή καταχωρήση, γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου για διόρθωση των εγγραφών με αριθμούς 731 και 0/1422, ώστε το τμήμα του κτήματος που περιγράφεται στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαιτήσεως να αφαιρεθεί από την εγγραφή με αριθμό 0/1422 και να προστεθεί στην εγγραφή με αριθμό 731, δ) Διηνεκες απαγορευτικό Διάταγμα που να εμποδίζει τις εναγόμενες και/ή τα πρόσωπα που διεκδικούν δικαιώματα μέσω τους και/ή τους υπηρέτες ή αντιπροσώπους τους, από το να επεμβαίνουν στο τμήμα του κτήματος που αναφέρεται και σε διαζευκτική βάση, η ενάγουσα ζητά απόφαση για αποζημίωση των εναγομένων για την αξία του επίδικου τεμαχίου που αναγράφεται στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαιτήσεως, την οποία είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο, πλέον νόμιμους τόκους και έξοδα, πλέον ΦΠΑ. Οι εναγόμενες εγείρουν προδικαστική ένσταση, στο ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην έγερση και προώθηση της παρούσας αγωγής, διότι η ενάγουσα θα έπρεπε να καταχωρήσει αίτηση/έφεση εναντίον της απόφασης του διευθυντή του κτηματολογίου ημερομηνίας 10 Φεβρουαρίου 2010 με βάση το άρθρο 80 του περί ακίνητης ιδιοκτησίας (διακατοχή, εγγραφή, και εκτίμηση) νόμου κεφαλαίου 224, καθώς επίσης εγείρουν περαιτέρω προδικαστική ένσταση, στο ότι απουσιάζει από την παρούσα αγωγή αναγκαίος διάδικος, δηλαδή ο διευθυντής του κτηματολογίου. Χωρίς επηρεασμό των προδικαστικών ενστάσεων, οι εναγόμενες παραδέχονται τις ιδιότητες των διαδίκων ως εγγεγραμμένων ιδιοκτητών των επίδικων τεμαχίων. Ακολούθως αναφέρουν ότι η έκταση της γης για την οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαιτήσεως, αποτελεί μέρος του ακινήτου τους και ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε λάθος και εξάλλου αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και από την απόφαση του διευθυντή του κτηματολογίου ημερομηνίας 10 Φεβρουαρίου
  3. Παραδέχονται οι εναγόμενες ότι έχει υποβληθεί αίτηση στο κτηματολόγιο όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαιτήσεως, Πλην όμως αναφέρουν ότι το κτηματολόγιο στα πλαίσια του σχετικού φακέλου, διεξήγαγε επιτόπια εξέταση στα επίδικα ακίνητα στις 3 Φεβρουαρίου 2010, Στην παρουσία των διαδίκων και στις 10 Φεβρουαρίου 2010 Ο διευθυντής του κτηματολογίου εξέδωσε απόφαση, σύμφωνα με την οποία δεν έχει διαπιστώσει οποιοδήποτε λάθος Στην εγγραφή και κατά συνέπεια το μέρος γης Που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι της ανήκει αποτελεί μέρος του ακινήτου των εναγομένων και η ενάγουσα δεν εφεσίβαλε την απόφαση του διευθυντή του κτηματολογίου. Οι εναγόμενες αρνούνται την θέση της ενάγουσας για συνεχή, αδιάλειπτη και αδιαφιλονίκητη κατοχή και ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα και/ή οι προκάτοχοι της, ανέγειραν δύο κατοικίες, μέρος των οποίων επεμβαίνει παράνομα επί του ακινήτου τους και επιπλέον ισχυρίζονται ότι οι δύο αναφερόμενες κατοικίες είναι παράνομες, διότι δεν έχουν εκδοθεί για αυτές οι σχετικές άδειες από τις αρμόδιες αρχές και έχει αφισβητηθεί η κατοχή της εν λόγω έκτασης γης απο την ενάγουσα και/ή τους προκατόχους της. Επίσης αρνούνται τον ισχυρισμό της ενάγουσας για τις εκκλήσεις που έγιναν προς αυτές, καθώς επίσης και για την σημερινή αξία του διαφιλονικούμενου τμήματος και της αξίας των δύο κατοικιών, παραδέχονται όμως ότι το μεγαλύτερο μέρος της κατοικίας της ενάγουσας βρίσκεται παράνομα εντός μέρους του ακινήτου τους, προβάλλοντας ταυτόχρονα την θέση ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται να απαιτεί να ωφεληθεί από την παράνομη ενέργεια της. Αρνούνται επίσης τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί κατοχής με καλή πίστη, καθώς επίσης αρνούνται την βάση αγωγής για περιουσιακό κώλυμα. Στην ανταπαίτηση οι εναγόμενες επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους ως αυτοί αναγράφονται στην έκθεση υπερασπίσεως και επιπρόσθετα ισχυρίζονται ότι με βάση την απόφαση του διευθυντή του κτηματολογίου ημερομηνίας 10 Φεβρουαρίου 2010, η αμφισβητούμενη από την ενάγουσα έκταση γης, είναι μέρος του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/1422 Φ/Σχ 37/62 τεμάχιο 613, καθώς επίσης ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα και/ ή προκάτοχοι της έχουν ανεγείρει δύο κατοικίες, μέρος των οποίων επεμβαίνει παράνομα σε μέρος του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/1422, Φ/Σχ 37/62 τεμάχιο
  4. Συνακόλουθα οι εναγόμενες ανταπαιτούν εναντίον της ενάγουσας α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η έκταση γης περίπου 1000 m² που αναφέρεται στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαιτήσεως, αποτελεί μέρος του ακινήτου των εναγομένων με αριθμό εγγραφής 0/1422, Φ/Σχ. 37/62, τεμάχιο 613, β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι μέρος των δύο κατοικιών της ενάγουσας επεκτείνεται και ή επεμβαίνει κατά τρόπο παράνομο και ή αυθαίρετο στο ακίνητο των εναγομένων, γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η ενάγουσα και ή οι υπηρέτες και ή οι αντιπρόσωποι της να τερματίσει κάθε παράνομη επέμβαση που διενεργείται στο ακίνητο των εναγομένων, δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η ενάγουσα και ή οι υπηρέτες και ή οι αντιπρόσωποι της να κατεδαφίσει το μέρος των δύο κατοικιών που επεμβαίνει παράνομα και ή αυθαίρετα στο ακίνητο των εναγομένων και ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η ενάγουσα και ή οι υπηρέτες και ή αντιπρόσωποι της να επαναφέρουν το ακίνητο στην προτέρα προ της παράνομης και ή αυθαίρετης επέμβασης κατάσταση, ε) γενικές αποζημιώσεις λόγω παράνομης επεμβάσεως και ή για την καταστροφή του ακινήτου των εναγομενων και ή για απώλεια απολαύσεως και ή εκμετάλλευσης του, πλέον νόμιμους τόκους έξοδα και Φ.Π.Α. Με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση την ανταπαίτηση, η ενάγουσα απορρίπτει τις προδικαστικές ενστάσεις ως νόμω και ουσία αβάσιμες και ακολούθως απορρίπτει τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των εναγομένων οι οποίοι είναι αντίθετοι με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγομένων όπου εδράζεται η ανταπαίτηση και απορρίπτει τις θεραπείες των εναγομένων που εκτίθενται στην ανταπαίτηση ως παράνομες, αστήρικτές και νομικά αβάσιμες. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο κ. Χαράλαμπος Μιχαήλ. Στην γραπτή του δήλωση ανέφερε ότι είναι ειδικός εμπειρογνώμονας σε θέματα κτηματολογίου και χωρομετρίας και εργάστηκε στο κτηματολόγιο από τον Μάρτιο του 1973 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου
  5. Αναφέρθηκε στο ιστορικό διαχωρισμού των τεμαχίων από όπου προέκυψαν τα δύο επίδικα ακίνητα ιδιοκτησίας των διαδίκων αντιστοίχως. Ανέφερε ότι ο τότε κτηματολογικός λειτουργός, διαχώρισε το κτήμα, χωρίς πρώτα να το οριοθετήσει και το μετρικό όργανο που χρησιμοποιείτο ήταν η μετροταινία και λόγω του ότι το κτήμα ήταν μεγάλης έκτασης και λόγω της μορφολογίας του εδάφους και το ότι ήταν δάσος, ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να γίνει σωστή χωρομέτρηση. Δεν φαίνονται τα σταθερά σημεία μεταξύ τους που έλαβε υπόψη του για να διαχωρίσει το κτήμα, δεν έκανε σχεδιάγραμμα, έχει ετοιμάσει σχέδιο επί μεμβράνης, το οποίο μετά ο σχεδιαστής το μετέφερε πάνω στο εν χρήση σχέδιο. Η χωρομετρία του κτηματολογικού λειτουργού μαθηματικά δεν στέκει, ούτε μπορεί να επανατοποθετηθεί και λόγω αυτών, η αποτύπωση της επιτόπου καταστάσεως όπως κατείχετο από τους τότε ιδιοκτήτες είναι λαθασμένη. Κατόπιν μαρτυρίας, υπήρχε κατοικία η οποία χτίστηκε το 1936 από τους τότε ιδιοκτήτες και δεν χωρομετρήθηκε και ούτε αναφέρθηκε στο σχέδιο που ετοίμασε ο κτηματολογικός λειτουργός. Τα ίδια ισχύουν και σε μεταγενέστερη επιτόπια έρευνα και χωρομετρία και επιπρόσθετα ο τότε κτηματολογικός λειτουργός, προσπάθησε να αναπροσαρμόσει τα σύνορα, για το οποίο δεν είχε ακόμα εκδοθεί σχετικός τίτλος, εκφράζοντας ταυτόχρονα την απορία του για τον λόγο που δεν εκδόθηκε σχετικός τίτλος και για ποιον λόγο δύο μη εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες υπέγραψαν σχετικό έντυπο, τονίζοντας ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν είναι ορθή και κατά τη γνώμη του είναι παράνομη. Τα ίδια ισχύουν και σε επόμενο διαχωρισμό, όπου ο αρμόδιος κτηματολογικός λειτουργός απλοποίησε τόσο πολύ την χωρομετρική του εργασία, που δεν χρειάστηκε να προβεί σε μετρήσεις και πιο συγκεκριμένα ένωσε γωνιές και διαχώρισε το κτήμα. Σε άλλο διαχωρισμό ακινήτου, η επιτόπια έρευνα έγινε επίσης από κτηματολογικό λειτουργό, ο οποίος έχει ετοιμάσει σχέδιο και σχεδιαγράμματα και ο μάρτυρας ανέλυσε τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στην γραπτή του δήλωση και που αφορούν έγγραφα του κτηματολογίου, που παρουσιάζουν το ιστορικό των επίδικων ακινήτων, καθώς επίσης και για διαδικασίες που έγιναν για επίλυση συνοριακής διαφοράς και στην προκειμένη περίπτωση ο κτηματολογικός λειτουργός, μετέφερε την χωρομετρικη εργασία του που φαίνεται στο σχεδιάγραμμα στην μεμβράνη και ο διαχωρισμός που φαίνεται στην μεμβράνη δεν συμφωνεί με τις αποστάσεις του σχεδιαγράμματος και επανέλαβε την θέση του αναφορικά με τους προηγούμενους διαχωρισμούς και στην βάση του σχεδίου του σχεδιαγράμματος που έχει ετοιμάσει ο κτηματολογικός λειτουργός, ο διαχωρισμός συγκεκριμένου τεμαχίου δεν μπορεί να επανατοποθετηθεί επιτόπου, διότι τα μετρήματα δεν ικανοποιούν μαθηματικά. Ως προς την διαδικασία που έγινε για επίλυση συνοριακής διαφοράς, επίσης το μετρικό εργαλείο ήταν η μετροταινία και ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι μέσα από το σχεδιάγραμμα, διαπίστωσε ότι ο κτηματολογικός λειτουργός δεν έλαβε καν υπόψη του τους διαχωρισμούς των τεμαχίων βάσει των προηγούμενων φακέλων και από ότι γνωρίζει, ο κτηματολογικός λειτουργός έλαβε υπόψη του δύο κούκους του δάσους, οι οποίοι δεν συμφωνούν με το εν χρήση σχέδιο και όπως έχει διαπιστώσει από την μελέτη των φακέλων, αυτοί έχουν μετακινηθεί, εκφράζοντας ταυτόχρονα την απορία πως είναι δυνατό να μετρήσει κάποιος απόσταση 815 πόδια με την μετροταινία σε τέτοια μορφολογία εδάφους και πυκνοφυτευμένη και εξέφρασε την άποψη ότι οι αποστάσεις του σχεδιαγράμματος του είναι θεωρητικές και φαίνονται διορθωμένες. Η χωρομετρία τουλάχιστον πρέπει να κλείνει μέσα σε τρία σταθερά σημεία και να ελέγχονται οι αποστάσεις των γύρω κτημάτων και τέτοιο πράγμα ο κτηματολογικός λειτουργός δεν αποδεικνύει, εκφράζοντας ταυτόχρονα την απορία του ο μάρτυρας πως ο διευθυντής του κτηματολογίου εξέδωσε τέτοια απόφαση, χωρίς να ελέγξει την χωρομετρική εργασία και σε αυτήν την περίπτωση ο κτηματολογικός λειτουργός δεν έλαβε υπόψη του τα κτίρια που ήταν χτισμένα στο συγκεκριμένο τεμάχιο. Μελετώντας συγκεκριμένο φάκελο επίλυσης διαφοράς συνόρων, έχει διαπιστώσει ο μάρτυρας ότι το κτηματολόγιο αδυνατούσε να επιλύσει συνοριακές διαφορές, επισκέφθηκαν αρκετοί υπάλληλοι και χωρομέτρες την περιοχή, ως και ανώτεροι κτηματολογικοι λειτουργοί και χωρομέτρες και αδυνατούσαν να δώσουν λύση και όπως φαίνεται στα σημειώματα του φακέλου, άλλοι διαπίστωσαν λανθασμένο σχεδίασμα και άλλοι έδιναν ανεφάρμοστες οδηγίες και ο φάκελος πηγαινοερχόταν στα κεντρικά γραφεία του κτηματολογίου. Δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει ο μάρτυρας τις χωρομετρικές εργασίες των χωρομετρών που ανέλαβαν την επίλυση των συνοριακών διαφόρων και ούτε σημειώματα λειτουργών επί του φακέλου, παρά το διάταγμα του Δικαστηρίου και του ανέφεραν ότι δεν μπορούσαν να του δώσουν αντίγραφα. Το έτος 1990, κατόπιν αναφοράς κτηματολογικού λειτουργού, ανοίχθηκε φάκελος για διόρθωση λάθους και τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας στην ανάλυση των φακέλων, προσθέτονται ακόμα άλλα τόσα στο μνημόνιο του κτηματολογικού λειτουργού για να ανοίξει τον φάκελο διόρθωση λάθους. Έγιναν αρκετές επισκέψεις με κτηματολογικούς λειτουργούς και χωρομέτρες, ετοιμάστηκαν σχέδια και χωρομετρικές σελίδες, ενημέρωσαν την επίτροπο διοικήσεως σχετικά και παραδέχονται ότι υπάρχει λανθασμένη χωρομετρία και σχεδίαση, αλλά αδυνατούν να την επιλύσουν και να εκδώσουν απόφαση. Με νέα χωρομετρική εργασία στο τέλος της ημέρας έκλεισαν το φάκελο και ειδοποίησαν τους ενδιαφερόμενους ότι δεν υπάρχει κανένα λάθος για διόρθωση, παραπέμποντας ο μάρτυρας σε συγκεκριμένα έγγραφα που επισυνάφθηκαν με την γραπτή του δήλωση. Ο μάρτυρας στην βάση της μελέτης των σχετικών φακέλων που επηρεάζουν τα επίδικα κτήματα, διαπίστωσε την αδυναμία του τμήματος κτηματολογιου και χωρομετρίας να επιλύσει τις διαφορές και να εξηγήσει στους ενδιαφερόμενους την πραγματικότητα ότι δεν έγινε η σωστή δουλειά από τους εκάστοτε κτηματολόγους και χωρομέτρες να εκδώσουν τίτλους, σύμφωνα με την κατοχή της επιτόπου καταστάσεως και τα φυσικά σύνορα. Με τον τρόπο χωρομετρήσεως και με το μόνο εργαλείο την μετροταινία που χρησιμοποιούσαν, δεν μπορούσαν να αποδώσουν ορθά και η μέτρηση των αποστάσεων σε κλίμακα 1:5000 προκύπτουν λάθη μέχρι 3 μέτρα, ειδικά στις μεγάλες αποστάσεις. Η αμέλεια των κτηματολογικών λειτουργών να λάβουν υπόψη τους τα κτίρια που χτίστηκαν το 1936 και 1965, δημιούργησαν προβλήματα στους νέους ιδιοκτήτες και η ευθύνη των προϊσταμένων, οι οποίοι τυφλά αποφάσισαν χωρίς να επισκεφθούν την περιοχή. Συνέπεια των πιο πάνω, η χωρομετρία στην περιοχή είναι λανθασμένη και χρειάζεται νέα χωρομετρία και έκδοση τίτλων, σύμφωνα με την επιτόπου κατάσταση και εκεί όπου συμφωνούν οι ιδιοκτήτες, να γίνει αναπροσαρμογή συνόρων. Η αρχική χωρομετρία έγινε με όργανο τον άλισον και σήμερα εάν μετρηθούν τα κτήματα με τα σημερινά σύγχρονα όργανα GPS από δορυφόρο, είναι παραδεκτό ότι θα δημιουργηθούν διαφορές με την επιτόπου κατάσταση και τα φυσικά σύνορα. Τα επίδικα κτήματα περιμετρικά έχουν αρκετές αποφάσεις του διευθυντή για επίλυση συνοριακών διαφόρων και εάν εφαρμοστούν όλες μαζί δεν θα κλείσουν χωρομετρικά τα κτήματα. Στην συνέχεια της κυρίας εξέτασης του, αναφέρθηκε στον τρόπο μέτρησης που γινόταν παλαιότερα και τα λάθη που προέκυπταν, καθώς επίσης έκανε αναφορά και ανάλυση στα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στην γραπτή του δήλωση και που αφορούσαν επίσημα έγγραφα του κτηματολογίου και το πως αποτυπωνόταν η κατάσταση των κτημάτων σε αυτά και τις ελλείψεις και τα λάθη που παρατηρούνται, όπως π.χ. η μη συμπερίληψη των όσων έχουν ανεγερθεί. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στην μη υιοθέτηση της επιτόπου καταστάσεως και αυτό οδήγησε στην δημιουργία των προβλημάτων και ότι μέσα από πληροφορίες και μελέτη των φακέλων, διαπίστωσε ότι τα κτίσματα υπήρχαν από το
  6. Στην αντεξέταση του, παρέπεμψε στους φακέλους που μελέτησε αναφορικά με τα κτίσματα του 1936, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι τέτοια αναφορά δεν βρίσκεται στον φάκελο του κτηματολογίου. Ακολούθως αναφέρθηκε στα αποτελέσματα αιτήσεως συνοριακής διαφοράς που έχει επισυναφθεί στα έγγραφα με την γραπτή του δήλωση, δίνοντας ταυτόχρονα την δική του ερμηνεία και εξήγηση ως προς το αποτέλεσμα, αλλά και το τι προηγήθηκε και κατά πόσο υπάρχει τελεσιδικία, κάνοντας αναφορά στην σημερινή κατάσταση των ακινήτων. Επίσης έκανε ειδική αναφορά για τους φακέλους του κτηματολογίου που έχει λάβει υπόψη του και μελέτησε, καθώς επίσης αναφέρθηκε και έδωσε την δική του ερμηνεία και εξήγηση αναφορικά με την θέση του ότι έχουν μετακινηθεί κούκοι του δάσους, που καταδεικνύουν κατά την θέση του το λανθασμένο των χωρομετρικών εργασιών που προηγήθηκαν, καθώς επίσης και το γεγονός ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη 3 σταθερά σημεία για να γίνει ορθή χωρομετρική εργασία και που εν πάση περίπτωση, δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι κούκοι για τους λόγους που εξήγησε και που ένας από τους κύριους άξονες της μαρτυρίας του αποτέλεσε η θέση του ότι ουσιαστικά θα πρέπει να γίνει μία νέα χωρομετρικη εργασία για να λάβει τέλος η αβεβαιότητα που υπάρχει και που πρέπει να συνάδει η χωρομετρική εργασία με την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων, όπως αυτή προϋπήρχε προ πολλών ετών. Αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι οι μετρήσεις που έγιναν με τις προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες είναι ορθές, επαναλαμβάνοντας την θέση του ότι η χωρομετρική εργασία πρέπει να κλείνει μέσα σε 3 σταθερά σημεία και ότι μαθηματικά οι μετρήσεις δεν κλείνουν κανένα σχέδιο, παραπέμποντας σε μερικά σημεία σε παρατηρήσεις που καταγράφονται σε έγγραφα που επισυνάφθηκαν στην γραπτή του δήλωση και που δεικνύουν, κατά τον ίδιο, τα λάθη που έχουν γίνει στις προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες. Ο μάρτυρας επίσης έδωσε την δική του ερμηνεία, στην έκταση που μπορούσε, αναφορικά με τις ενέργειες του διευθυντή του κτηματολογίου και την απόφαση ημερομηνίας 10 Φεβρουαρίου
  7. Έδωσε επίσης την δική του εκδοχή, εξήγηση και ερμηνεία, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που υπάρχουν και που έχουν επισυναφθεί στην γραπτή του δήλωση, κατά πόσο η ενάγουσα προβαίνει σε επέμβαση στο ακίνητο των εναγομένων, δίνοντας τη δική του θέση ότι η ενάγουσα διατηρεί κατοχή από αμνημονεύτων ετών. Τέλος, υπεραμύνθηκε της ορθότητας, αντικειμενικότητας και αμεροληψίας στην ετοιμασία της έκθεσης του και απέρριψε υποβληθείσα θέση ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε λάθος στις χωρομετρικές εργασίες που προηγήθηκαν. Ακολούθως έδωσε μαρτυρία η ενάγουσα, η οποία ως μέρος της κυρίας εξέτασης της, υιοθέτησε την γραπτή της δήλωση. Αναφέρει την ιδιότητα της ως εγγεγραμμένης ιδιοκτήτριας του κτήματος της και την έκταση του. Δικαιούχος του κτήματος έγινε από πολύ προηγουμένως και επειδή είχε αμφιβολίες για την έκταση, αποτάθηκε στο κτηματολόγιο για επαναϋπολογισμό του εμβαδού και το εμβαδόν βρέθηκε στις 23 Μαΐου 2000 να είναι 28.070 τ.μ. Αναφέρει επίσης στην ιδιότητα των εναγομένων ως συνιδιοκτήτριες του ακινήτου τους, μέρος του κτήματος της προς βορειοανατολικά έκτασης περίπου 1000 τ.μ. λόγω λανθασμένης χωρομετρήσεως και/ή λανθασμένης εγγραφής ή καταχωρήσεως στο κτηματολόγιο, περιλήφθηκε σαν μέρος του τεμαχίου των εναγομένων, το οποίο συνορεύει με το κτήμα της και αυτό διαφαίνεται στο σχεδιάγραμμα που ετοίμασε το κτηματολόγιο Λεμεσού και συμπεριλαμβάνεται στα έγγραφα που συνοδεύουν την εκτίμηση του Χαράλαμπου Μιχαήλ. Η ίδια και/ή οι προκάτοχοι της, ζήτησαν από το κτηματολόγιο την διόρθωση των εγγραφών στους τίτλους εγγραφής και καθορισμό των συνόρων μεταξύ των δύο κτημάτων. Το κτηματολόγιο άνοιξε σχετικό φάκελο με αριθμό Α 1221/90 για διόρθωση των εγγραφών και των σχεδίων, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να προβεί σε οποιαδήποτε διόρθωση, διότι σύμφωνα με το κτηματολόγιο δεν υπήρχε λάθος για να διορθωθεί, πλην όμως το έτος 2009 σε επαφές που είχε με λειτουργούς του κτηματολογίου, της έδωσαν σημείωμα, όπου γίνεται αναφορά σε φάκελο και σε έφεση, όπου ανατράπηκε η απόφαση του διευθυντή του κτηματολογίου, ως επίσης και την απόφαση του διευθυντή για επίλυση της συνοριακής διαφοράς. Η ενάγουσα και/οι προκάτοχοι της εν τίτλω, ανέγειραν εντός του κτήματος τεμάχιο 611 και συγκεκριμένα στο αμφισβητούμενο μέρος του κτήματος κατοικία κατά το έτος 1936, η οποία υπάρχει μέχρι σήμερα και το πιο πάνω μέρος του κτήματος κατέχεται αδιαφιλονίκητα, συνεχώς και αδιάλειπτα από το 1936 από την ίδια και/ ή τους προκατόχους της εν τίτλω, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε αμφισβήτηση εκ μέρους των ιδιοκτητών του τεμαχίου 613, οι οποίοι έγιναν ιδιοκτήτες από το
  8. Όπως της έλεγε η μητέρα της, την επίδικη κατοικία την έχτισαν οι γονείς της και λόγω του ότι το σπίτι τους κοντά στον ποταμό παρασύρθηκε και καταστράφηκε, ανέγειραν τότε την επίδικη κατοικία. Οι εναγόμενες, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της, αρνούνται και ή παραλείπουν να δώσουν τις αναγκαιες συγκαταθεσεις και ή να πάρουν τα αναγκαία μέτρα για διόρθωση των εγγραφών και ή για αφαίρεση από τον τίτλο τους το μέρος του κτήματος που της ανήκει και την περίληψη του στον τίτλο ιδιοκτησίας της. Η αξία του πιο πάνω διαφιλονικούμενου κτήματος ήταν €70.00 κατά το έτος 1950 και από ότι την έχει πληροφορήσει ο εκτιμητής ακινήτων Άγγελος Αγαθαγγέλου, είχαν πολύ χαμηλότερη αξία κατά το έτος
  9. Η κατοικία η οποία στην ουσία αποτελείται από δύο κτίρια, βρίσκεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της εντός του περιγραφόμενου τεμαχίου των εναγομένων, η δε αξία της κατοικίας με τα σημερινά δεδομένα είναι περίπου €150.000 και σε περίπτωση που αποτύχει στην αγωγή, θα υποχρεωθεί να κατεδαφίσει ολόκληρη την κατοικία της. Η ενάγουσα και οι προκάτοχοι της εν τίτλω, κατέχουν το επίδικο τεμάχιο από το 1936 περίπου με καλή πίστη, δηλαδή ο παππούς της Χαράλαμπος Μυλωνάς το δώρισε στην μητέρα της Ευρύκλεια Μυλωνά και στην Κυριακού Χαραλάμπους, οι οποίες το μεταβίβασαν στο όνομα της ενάγουσας και κατά το έτος 1936 ανεγέρθη η κατοικία και κατά το έτος 1957, κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου Λεμεσού, η κατοικία έχει αποκτήσει δικαίωμα διάβασης, δια μέσου των γειτονικών τεμαχίων 636 και 637 προς τον τότε δημόσιο δρόμο και η ενάγουσα γεννήθηκε το έτος 1953 και από τότε που θυμάται, η οικογένεια της ζούσε σε αυτήν την κατοικία. Ολοκληρώνοντας την γραπτή της δήλωση, ανέφερε ότι οι εναγόμενες εμποδίζονται λόγω του δικαίου της επιείκειας από το περιουσιακό κώλυμα που δημιουργήθηκε στην παρούσα υπόθεση από την στάση των εναγομένων και των προκατόχων τους εν τίτλω, διότι για τόσα πολλά χρόνια δεν έλαβαν οποιοδήποτε νομικό μέτρο για να διεκδικήσουν και τυχόν δικαιώματά τους και επανέλαβε τις αξιώσεις της η ενάγουσα, ως αυτές καταγράφονται στο παρακλητικό της έκθεσης απαιτήσεως της. Στην αντεξέταση της, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε τον κύριο Χαράλαμπο Μιχαήλ Μ.Ε.1 και τα έγγραφα που του έχει παραδώσει. Έδωσε την δική της εκδοχή και ερμηνεία αναφορικά με την έκταση που αναγράφει ο τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου της, τονίζοντας ότι δεν έχει πλέον εμπιστοσύνη στο κτηματολόγιο και ότι πλέον δεν είναι σίγουρη για τίποτα και ότι έχουν αποτυπωθεί λάθος οι επί τόπου καταστάσεις που προϋπήρχαν από το 1936 και που δεν έχει δημιουργηθεί οποιαδήποτε ένσταση και δεν έχουν διεκδικήσει οποιοδήποτε κομμάτι γης ως δικό τους και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ακόμα και να υπήρχαν κτίσματα από το 1936 αυτά υπήρχαν μόνο εντός του τεμαχίου της και εξέφρασε άγνοια όταν της υποβλήθηκε θέση κατά πόσο υπήρξε αίτηση επίλυσης συνοριακών διαφόρων το 1961 και το ίδιο απάντησε κατά πόσο έχει εκδοθεί απόφαση και αν αυτή έχει τελεσιδικήσει. Αναφέρθηκε επίσης, στην έκταση που θυμόταν, αναφορικά με τις ενέργειες που έχουν γίνει και πιο συγκεκριμένα, με μετρήσεις στην περιοχή για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε λάθος αποτύπωση, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι αμφισβητεί την απάντηση που έλαβε από το κτηματολόγιο στις 3 Φεβρουαρίου 2010, λέγοντας ταυτόχρονα ότι με την αποτύπωση που έχει γίνει, υπάρχει γενικό λάθος, διότι ο ένας φαίνεται ότι επεμβαίνει στην ακίνητη ιδιοκτησία του άλλου, έχοντας υπόψη ότι οι μετρήσεις γίνονταν με κορδέλες και έχοντας υπόψη την μορφολογία του εδάφους υπήρχαν λάθη και συνακόλουθα διαφωνεί με την θέση του κτηματολογίου ότι δεν έχει εμφιλοχωρήσει οποιοδήποτε λάθος, εκφράζοντας ταυτόχρονα και την δυσπιστία της προς το κτηματολόγιο. Δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια χρονικά τον χρόνο ανέγερσης των κτισμάτων για τα οποία έκανε αναφορά και το οποίο το ένα ανήκει στην αδερφή της και διαχωρίζονται μεταξύ τους τα κτίσματα, δηλαδή οι οικίες, η δε αδερφή της δεν μπορεί να λάβει τίτλο ιδιοκτησίας για την οικία της, λόγω της υπάρχουσας κατάστασης. Όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι συγκεκριμένες προεκτάσεις, δηλαδή κλείσιμο χώρων σε δωμάτια, πέργολές, γκαράζ και βεράντα, έγιναν από το 1980 και μετά και ότι υπάρχει επέμβαση στο τεμάχιο των εναγομένων, η ενάγουσα ανέφερε ότι όταν ανοίχτηκε ο φάκελος Α 1221/90 και επισκέφθηκαν την περιοχή ο διευθυντής του κτηματολογίου, ο κοινοτάρχης, αρκετοί μάρτυρες, οι γονείς της ενάγουσας, καθώς επίσης παρών ήταν και ο κύριος Ευαγόρας Οικονόμου και έγιναν οι σχετικές υπογραφές για να κλείσει η υπόθεση και ότι το αμφισβητούμενο μέρος είναι της ενάγουσας και βασικά της οικογένειας της και τότε έκαναν αυτές τις επεκτάσεις και εξέφρασε την άγνοια της κατά πόσο αυτά τα έγγραφα βρίσκονται ή έχουν απολεστεί από το φάκελο του κτηματολογίου και υπεραμύνθηκε της εκδοχής της ότι δεν υπάρχει επέμβαση, έχοντας υπόψη την προγενέστερη κατάσταση των ακινήτων. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσα θέση ότι το αμφισβητούμενο μέρος δεν κατείχετο αδιαφιλονίκητα και αδιάλειπτα από το 1936 και υπεραμύνθηκε της νομιμότητας της έγερσης μέρους των δύο κατοικιών που είναι η θέση των εναγομένων ότι ανηγέρθηκαν παράνομα εντός του τεμαχίου τους, αμφισβητώντας ταυτόχρονα την ορθότητα των εγγραφών του κτηματολογίου και της αναγκαιότητας κατεδάφισης του μέρους εκείνων των κτισμάτων που είναι η θέση των εναγομένων ότι ανηγέρθηκαν παράνομα εντός του τεμαχίου τους. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο κύριος Άγγελος Αγαθαγγέλου, ο όποιος υιοθέτησε την έκθεση του, δηλαδή το τεκμήριο 5 και τα προσόντα του μάρτυρα δεν έχουν αμφισβητηθεί. Υπολόγισε την αξία του αμφισβητούμενου μέρους του ακινήτου της ενάγουσας και εξέφρασε την πιθανότητα ότι το ακίνητο των εναγομένων θα έχει την ίδια περίπου αξία. Διευκρίνισε ότι αυτό που έχει εκτιμήσει, είναι η αξία της καθαρής γης, χωρίς να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε κτίσματα. Ακολούθως, ανέφερε ότι πέραν της αξίας που έχει το επίδικο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας κατά το έτος 1950, ανέφερε ότι είναι εφικτό να υπολογίσει την αξία της γης κατά το έτος 1936, διαθέτοντας επίσης την αγοραία αξία αυτής της γης κατά την 1 Ιανουαρίου 1980, μέσα από στοιχεία που έλαβε από το κτηματολόγιο και το ίδιο ισχύει και για την χρονολογία 2013, διατηρώντας επιφυλακτικότητα αναφορικά με τις τιμές του
  10. Ακολούθως, επεξήγησε τον τρόπο υπολογισμού για να φτάσει στα συγκεκριμένα ποσά που κατά τον ίδιο αντικατοπτρίζουν την αγοραία αξία της αμφισβητούμενης γης κατά το έτος 1936κ 1950 και
  11. Στην αντεξέταση του επανέλαβε την θέση του ότι η έρευνα του περιοριστηκε στο ακίνητο της ενάγουσας και όχι σε αυτό των εναγομένων και κατά μεγάλη πιθανότητα οι τιμές είναι οι ίδιες. Ανέφερε ότι ο λόγος που δεν έχει παρουσιάσει συγκριτικές τιμές πώλησης για το έτος 1936, έγκειται στο γεγονός ότι αυτές δεν έχουν εντοπιστεί, επεξηγώντας ταυτόχρονα τον συλλογισμό του και τον τρόπο υπολογισμού, με βάση τις διαθέσιμες συγκριτικές τιμές πώλησης, ανάλογα με την χρονολογία. Υπεραμύνθηκε της ορθότητας υπολογισμού, καθώς επίσης τον τρόπο υπολογισμού των αξιών που παρέθεσε στο δικαστήριο, αρνούμενος ταυτόχρονα αντίθετες υποβληθείσες θέσεις. Ως προς την απόκλιση που παρατηρείται στο εμβαδό του ακινήτου της ενάγουσας, όπως αυτό καταγράφεται στο τεκμήριο 4, με την έκταση που καταγράφεται στην έκθεση του, ανέφερε ότι τα στοιχεία τα έλαβε από το κτηματολόγιο και που εν πάσει περιπτώσει δεν θα διαφοροποιείτο το αποτέλεσμα της εκτίμησης του, Διότι αυτό που εκτίμησε ο ίδιος, είναι το επίμαχο μέρος της γης, για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι υπάρχει παράνομη επέμβαση και αντίστοιχα ότι ανήκει στην ενάγουσα, ανάλογα με την προέλευση του διαδικου που προβάλλει την ανάλογη θέση. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο κύριος Ανδρέας Παναγή. Ανέφερε ότι είναι κτηματολογικός λειτουργος στο κτηματολόγιο Λεμεσού στις επιτόπιες έρευνες. Προσκόμισε και κατέθεσε ως τεκμήριο 6 τον φάκελο με αριθμό Α1221/90, τα οποία παρουσίασε, επεξήγησε και ανέλυσε με λεπτομέρεια. Ο φάκελος ουσιαστικά ανοίχτηκε μετά από εισήγηση συνάδελφου του για διερεύνηση πιθανού λάθος, στα πλαίσια του άρθρου 61 του κεφαλαίου
  12. Ανέφερε ότι στα πλαίσια διερεύνησης πιθανού λάθους, οι τότε ιδιοκτήτες των επίδικων ακινήτων και ειδικότερα ο ιδιοκτήτης του ακινήτου των εναγομένων, έδωσε την συγκατάθεση του για να διορθωθεί το λάθος, πλην όμως λόγω της απόσυρσης των συγκαταθέσεων από ιδιοκτήτες γειτονικών τεμαχίων, η όλη διαδικασία ναυάγησε και που εν πάσει περιπτώσει, δεν έχει διαπιστωθεί οποιοδήποτε λάθος. Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι έγινε επιτόπια εξέταση στα επίδικα ακινητα στις 3 Φεβρουαρίου 2010, στην οποία ήταν παρών ο ίδιος και άλλα πρόσωπα που ανέφερε. Εκείνη την ημέρα έγιναν οροθετήσεις και δεν διαπιστώθηκε οποιοδήποτε λάθος και μόνο με την συγκατάθεση των εμπλεκόμενων μερών θα μπορούσε να υιοθετηθεί η επιτόπου κατάσταση, μετά από υποβολή νέου αιτήματος. Στην συνέχεια αιτιολόγησε την θέση του ότι με την ανάκληση συγκεκριμένων συγκαταθέσεων οι υπόλοιπες συγκαταθεσεις δεν ισχύουν και συνακόλουθα θα έπρεπε να υποβληθεί αίτημα εκ νέου από όλους τους ενδιαφερόμενους και νέες συγκαταθέσεις δεν έχουν ληφθεί. Στην επανεξέταση του, αναφέρθηκε στην οριοθέτηση που έγινε, στην διεργασία που προηγήθηκε και γενικά στην χωρομέτρηση που έγινε, καταδεικνύοντας τα σύνορα των δύο επίδικων ακινήτων. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας το πιο πάνω μάρτυρα, η πλευρά της ενάγουσας έκλεισε την υπόθεση της και ακολούθως η πλευρά των εναγομένων κάλεσε τον μοναδικό της μάρτυρα, ο οποίος ήταν ο κύριος Γιώργος Βρωμοβρυσιώτης, τα προσόντα του οποίου ως χωρομέτρη δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ανέφερε ότι του ανατέθηκε από τις εναγόμενες να προβεί σε επίσημη οριοθέτηση των επίδικων ακινήτων και επισκέφθηκε το χώρο αρκετές φορές, ετοίμασε σχέδιο το οποίο έδωσε και στους ιδιοκτήτες και επισυνάπτεται στο φάκελο του κτηματολογίου και κατέθεσε ως τεκμήριο 7 την έκθεση του, υποδεικνύοντας σε αυτό τα σύνορα των δύο επίδικων ακινήτων. Υπέδειξε επίσης το μέρος εκείνο του τεμαχίου των εναγομένων το οποίο χρησιμοποιείται από τον ιδιοκτήτη του όμορου τεμαχίου και που διαμένει στις κατοικίες που βρίσκονται σε αυτό και πιο συγκεκριμένα, εκείνο το μέρος αποτελείται από δύο τμήματα, το ένα αποτελείται από 729 m² και το άλλο από 322 m². Ανέφερε ο μάρτυρας ότι τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του και κατέληξε στο συμπέρασμα αναφορικά με την έκταση της επέμβασης που διενεργείται στο ακίνητο των εναγομένων, προέρχονται από τα επίσημα στοιχεία του κτηματολογίου. Αναφέρθηκε επίσης και στα ορόσημα που βρήκε στην περιοχή, τα οποία υπέδειξε και στο σχέδιο που ετοίμασε ο ίδιος, λέγοντας ότι αυτά βρίσκονταν στην σωστή τους θέση, εκφράζοντας όμως άγνοια κατά πόσο αυτά έχουν τοποθετηθεί από το κτηματολόγιο. Ολοκληρώνοντας την κυρία εξέταση του, ανέφερε ότι έχει ελεγχθεί η χωρομετρική του εργασία και ότι είναι ορθή. Στην αντεξέταση του, αναφέρθηκε στους όρους εντολής που έλαβε για να προβεί σε εξωτερική περιμετρική οριοθέτηση των επίδικων τεμαχίων και στις επισκέψεις που έκανε στην περιοχή για αυτόν το σκοπό. Επανέλαβε την θέση του αναφορικά με τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στο σχέδιο του και πιο συγκεκριμένα, από τα στοιχεία που έλαβε από το κτηματολόγιο, καθώς επίσης και σε μετρήσεις που έκανε ο ίδιος. Υπεραμύνθηκε της ορθότητας της εργασίας του και ότι το σχέδιο του συμφωνεί με το εν χρήση σχέδιο και έδωσε την δική του ερμηνεία και εξήγηση αναφορικά με το μέρος που αποτυπώνεται στο σχέδιο του και στο έντυπο με αριθμό 139 του τεκμηρίου 6 ως παράνομη επέμβαση και στην επανεξέταση του, ανέφερε ότι αν του έδιναν οδηγίες με βάση την παρούσα αγωγή, δεν θα άλλαζε κάτι στην οριοθέτηση και ότι το μέρος των 322 m² πάλι είναι μέρος του τεμαχίου των εναγόμενων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ- ΕΥΡΗΜΑΤΑ- ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Ως προς την δυνατότητα αποδοχής μέρους μαρτυρίας και απόρριψης άλλης, το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην στην Τσίκκας ν. Χριστοφή, Πολ.Εφ.309/08, ημερ. 18 Νοεμβρίου 2010, και Μεσσάρη ν. Κατσιαμίδη, Πολ.΄Εφ.376/06, ημερ. 29 Νεομβρίου 2010 και FOUAD SAADE - v - NABIL ZEINI 2005 1B ΑΑΔ 1485. Οι μάρτυρες που προσήλθαν στο εδώλιο του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονες, αυτοί επιτελούν ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλούνται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσουν με τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους και την επιστημονική τους κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία(Anastassiades v.Republic
(1977)2 C.L.R.97,Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).>> Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.>> Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. - ν - ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013). ΄΄ Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου - ν - Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας............................................................................................................................................................................................ Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση. ΄΄ Στην υπόθεση
(1998)3 Α.Α.Δ. 490 ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ,ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ (Ε.Δ.Υ.), ως προς την δεσμευτικότητα των Δικαστικών αποφάσεων, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄ Η δεσμευτικότητα των συγκρουόμενων αποφάσεων (conflicting decisions) της Ολομέλειας έναντι του πρωτόδικου Δικαστή Στην υπόθεση G.A.P. Estate Limited (ανωτέρω) ο πρωτόδικος Δικαστής εθεώρησε τον εαυτό του ελεύθερο να επιλέξει μεταξύ της Payiata και της Παπαδοπούλλου (παρ' όλον που η Παπαδοπούλλου ήταν μεταγενέστερη και δεν αποδέχθηκε την Payiata), εξέτασε την Παπαδοπούλλου, δεν την αποδέκτηκε και, ακολούθως, επέλεξε και εφάρμοσε, ως ορθή, την Payiata, στηριζόμενος στη δυνατότητα τέτοιας επιλογής που του παρέχεται, όπως έκρινε, από την κλασσική αγγλική υπόθεση Young v. Bristol Aeroplane Co. Ltd. [1944] 2 All E.R. 293 (Court of Appeal) - [1946] 1 All E.R. 98 (House of Lords). Στην υπόθεση εκείνη το αγγλικό Εφετείο, αφού πρώτα επιβεβαίωσε την αρχή του stare decisis, προχώρησε και εξέτασε το ερώτημα κατά πόσον, το ίδιο το Εφετείο, δεσμευόταν από τις προηγούμενες αποφάσεις, τις δικές του και εκείνες δικαστηρίων ομοβάθμιας (ή ανώτερης) δικαιοδοσίας. Είπε ο Λόρδος Greene, M.R., στη σελίδα 298 της απόφασης του Εφετείου. "In considering the question whether or not this court is bound by its previous decisions and those of courts of co-ordinate jurisdiction, it is necessary to distinguish four classes of case. The first is that with which we are now concerned, namely, cases where this court finds itself confronted with one or more decisions of its own or of a court of co-ordinate jurisdiction which cover the question before it, and there is no conflicting decision of this court or of a court of co-ordinate jurisdiction. The second is where there is such a conflicting decision. The third is where this court comes to the conclusion that a previous decision, although not expressly overruled, cannot stand with a subsequent decision of the House of Lords. The fourth (a special case) is where this court comes to the conclusion that a previous decision was given per incuriam. In the second and third classes of case it is beyond question that the previous decision is open to examination. In the second class, the court is unquestionably entitled to choose between the two conflicting decisions. In the third class of case the court is merely giving effect to what it considers to have been a decision of the House of Lords by which it is bound. The fourth class requires more detailed examination and we will refer to it again later in this judgment." (Βλέπε σχετικά και Rupert Cross, Precedent in English Law, 2nd Edition, 1968, page 128 et seq.) Από το πιο πάνω απόσπασμα είναι εμφανές ότι το dictum του Λόρδου Greene αναφέρεται στη δυνατότητα του Εφετείου και των ομοβάθμων του δικαστηρίων να επιλέγουν μεταξύ των δικών τους συγκρουόμενων αποφάσεων. Δεν δέχεται ότι τέτοια δυνατότητα έχουν και τα κατώτερα δικαστήρια. Αντίθετα, εκείνο που προκύπτει από το dictum είναι ότι τα κατώτερα δικαστήρια δεν έχουν τέτοια δυνατότητα αλλά οφείλουν να ακολουθούν την πιο πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, που ανατρέπει προηγούμενη απόφαση, είτε δική του είτε των ομοβάθμων του Δικαστηρίων και αντιστρόφως. Ότι αυτή είναι η ορθή προσέγγιση της δεύτερης εξαίρεσης από την αρχή του stare decisis όπως αυτή διατυπώνεται στην υπόθεση Young v. Bristol Aeroplane Co. Ltd., ξεκαθαρίστηκε με την απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Cassell & Co. Ltd. v. Broome [1972] 1 All E.R. 801, όπου ο Λόρδος Hailsham, L.C., είπε τα ακόλουθα στη σελίδα 809:- "The fact is, and I hope it will never be necessary to say so again, that, in the hierarchical system of courts which exists in this country, it is necessary for each lower tier, including the Court of Appeal, to accept loyally the decisions ofthe higher tiers. Where decisions manifestly conflict, the decision in Young v Bristol Aeroplane Co Ltd offers guidance to each tier in matters affecting its own decisions. It does not entitle it to question considered decisions in the upper tiers with the same freedom." Στην ίδια απόφαση χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Diplock στη σελίδα 874:- "... It is inevitable in a hierarchical system of courts that there are decisions of the supreme appellate tribunal which do not attract the unanimous approval of all members of the judiciary.When I sat in the Court of Appeal I sometimes thought the House of Lords was wrong in overruling me. Even since that time there have been occasions, of which the instant appeal itself is one, when, alone or in company, I have dissented from a decision of the majority ofthis House. But the judicial system only works if someone is allowed to have the last word and if that last word, once spoken, is loyally accepted." Ενόψει των ανωτέρω θεωρούμε ότι, σε περίπτωση που υπάρχουν συγκρουόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίουπάνω σε ένα ζήτημα (όπως οι αποφάσεις Payiata και Παπαδοπούλλου), οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρωτόδική τους δικαιοδοσία, οφείλουν, και τούτο είναι ορθό, να θεωρούν ότι δεσμεύονται και να ακολουθούν την τελευταία, εφόσον αυτή ασχολήθηκε και δεν αποδέχθηκε την προηγούμενη ή τις προηγούμενες. Εξαίρεση μπορούν να αποτελέσουν μόνο οι τυχόν αποφάσεις της Ολομέλειας που λήφθηκαν per incuriam, δηλαδή εξ αβλεψίας ή εν αγνοία προηγούμενης απόφασης ή αποφάσεων της Ολομέλειας, πάνω στο ίδιο θέμα, ή εν αγνοία νομοθετικής διατάξεως. Σε τέτοια περίπτωση ο πρωτόδικος δικαστής έχει την ευχέρεια να επιλέξει ποια να ακολουθήσει. Όπως παρατηρεί ο Salmond on Jurisprudence, 12th Edition, στη σελίδα 153:- "... The lower court may refuse to follow the later decision on the ground that it was arrived at per incuriam, or it may follow such decision on the ground that it is the latest authority. Which of these two courses the court adopts depends, or should depend, upon its own view of what the law ought to be." (Bλέπε σχετικά την απόφαση στην Elbee Ltd.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1765 και την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας Caspi Shipping Ltd. και άλλης
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1015, όπου το Δικαστήριο σχολιάζει την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστή Sheen στην υπόθεση Saint Anna του 1983 να επιλέξει μεταξύ δύο συγκρουόμενων αποφάσεων του αγγλικού Εφετείου, τηςBremer του 1933 και της The Beldis του 1935, και, ενόψει της διαπίστωσής του ότι η απόφαση στην The Beldis ελήφθη per incuriam της Bremer, να προτιμήσει και ακολουθήσει, ως ορθή, την Bremer.) Στην εξαίρεση αυτή των per incuriam αναφέρεται η τέταρτη κατηγορία υποθέσεων στο dictum του Λόρδου Greene. ΄΄ Η πιο πάνω αναφορά ως προς την δεσμευτικότητα των αποφάσεων, γίνεται διότι ειδικά ως προς το ζήτημα του περιουσιακού κωλύματος, διαφαίνεται πλέον με την απόφαση του 2007 που θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, ότι ισχύει στην προκειμένη περίπτωση το εν λόγω δόγμα, έχοντας υπ΄ όψη την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος. Ως προς τον Μ.Ε.1, έχει αμφισβητηθεί έντονα η ιδιότητα του ως εμπειρογνώμονας, ένεκα του ότι δεν ήταν εγγεγραμμένος στο Ε.Τ.Ε.Κ. ως χωρομέτρης, πέραν της καθολικής αμφισβήτησης της μαρτυρίας του, της αντικειμενικότητας του, αλλά και της ορθότητας της έκθεσης του. Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω εκτεθέν νομολογιακό πλαίσιο που διέπει το ζήτημα της αξιολόγησης του ζητήματος του πραγματογνώμονα και της πραγματογνωμοσύνης ειδικότερα και έχοντας υπ΄ όψη τα όσα ανέφερε ο εν λόγω μάρτυρας, κρίνει ότι αυτός ο μάρτυρας, λόγω της εμπειρίας του και της άσκησης των καθηκόντων του που είχε στο κτηματολόγιο όπου εργαζόταν και τις επαγγελματικές του εμπειρίες, είναι εμπειρογνώμονας μεν, πλην όμως η μαρτυρία του δεν δύναται να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω. Ως προς την εισήγηση του ότι θα πρέπει να γίνει μια νέα κτηματολογική εργασία για να αποτυπωθεί ορθά η επί τόπου κατάσταση με την χρησιμοποίηση σύγχρονων τεχνικών μέσων, λόγω και των λανθασμένων, κατά τον ίδιο, εκτέλεση χωρομετρικών εργασιών στο παρελθόν, αυτή δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι μια τέτοια εργασία έλαβε χώρα σχετικά πρόσφατα, ήτοι το 2010 και δεν κατέδειξε οποιοδήποτε λάθος και εν πάση περιπτώση, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διατάξει την διενέργεια μιας τέτοιας εργασίας. Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας για να υποστηρίξει την θέση του ότι η κατάσταση όπως αποτυπώνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των επιδίκων ακινήτων σε συνδυασμό με τα σχέδια είναι λανθασμένη λόγω των λανθασμένων χωρομετρικών εργασιών του παρελθόντος, όπως τις χαρακτήρισε και περιέγραψε, δεν δύναται να έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, για τον πολύ απλό λόγο ότι ο ίδιος δεν έχει διενεργήσει, όπως παραδέχθηκε άλλωστε, χωρομετρική εργασία, στερώντας έτσι από το Δικαστήριο εκείνου του ασφαλούς πραγματικού και επιστημονικού υποβάθρου, έτσι ώστε να διαφωτίσει το Δικαστήριο με τα εχέγγυα μιας αντικειμενικής, έντιμης και επιστημονικά πλαισιωμένης χωρομετρικής εργασίας και που να καταδεικνύει και να αποδεικνύει τα λάθη, έχοντας υπ΄ όψην του και ενώπιον του το Δικαστήριο την δική του χωρομετρική εργασία του εν λόγω μάρτυρα, σε συνδυασμό και σε αντίκρουση των προηγηθεισών χωρομετρικών εργασιών, εκθεμελιώνοντας επομένως η παράλειψη διενέργειας χωρομετρικής εργασίας από τον μάρτυρα, κάθε πραγματικού, λογικού και επιστημονικού υποβάθρου των υπό αυτού λεχθέντων. Εν πάση περιπτώση όμως, το Δικαστήριο θα προβεί σε επιπλεόν αξιολόγηση σε επί μέρους θέματα που έθιξε ο εν λόγω μάρτυρας και που καταδεικνύουν το ακροσφαλές της μαρτυρίας του για να στηριχθεί το Δικαστήριο και να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Συγκεκριμένα, η αναφορά του μάρτυρα ότι εάν ληφθούν υπ΄ όψη όλες οι χωρομετρικές εργασίες που έγιναν δεν συμφωνούν μαθηματικά, δεν δύναται να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, διότι πέραν της γενικότητας, ασάφειας και αοριστίας αυτής της αναφοράς, δεν επεξήγησε ο μάρτυρας τι εννοεί με αυτήν την αναφορά με συγκεκριμένο τρόπο και χωρίς να εκθέτει μια προς μια τις χωρομετρικές εργασίες και τους αναγκαίους μαθηματικούς υπολογισμούς και δεδομένα, αφήνοντας αυτήν την αναφορά του στην σφαίρα της ασάφειας και συνακόλουθα αθεμελίωτη και έκθετη προς απόρριψη. Η θέση που προέβαλε ο μάρτυρας ότι λόγω της διαφορετικότητας των χρωμάτων που αποτυπώνονται στα σχεδιαγράμματα που επισυνάφθησαν στην γραπτή του δήλωση και που δεν φαίνεται να συνδέονται εκείνα τα μέρη σε ποιο τεμάχιο ανήκουν, δεν γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο, διότι το Δικαστήριο, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω, αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Ε. 3 ως λεπτομερειακή και διαφωτιστική, αλλά και επειδή το Δικαστήριο, αν και με κάποια δυσκολία μεν, αλλά τελικώς διέκρινε μέσα από τα έγγραφα 14 έως 16 που προσκόμισε ο μάρτυρας, την έκταση η οποία κρίθηκε από τον διευθυντή του κτηματολογίου ότι ανήκει στο τεμάχιο των εναγομένων. Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας κατά πόσο υπήρξε αμφισβήτηση των συνόρων από τον τότε ιδιοκτήτη του κτήματος των εναγομένων και κατά πόσο υπήρξε τελεσιδικία στην σχετική αίτηση, ήτοι η σχετική αβεβαιότητα και ασάφεια που τον διακατείχε, καλύπτεται πλήρως μέσα από την μαρτυρία του Μ.Ε.3 και το όλο ιστορικό της διαδικασίας Α1512/1961 και Α1221/
  1. Επί αυτού του ζητήματος, η πλευρά της ενάγουσας κάλεσε το Δικαστήριο όπως μην αποδεχθεί την μαρτυρία που προσκομίστηκε και που αφορά τα γεγονότα και την διαδικασία που έγινε στην Α1512/1961, πλην όμως το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται αυτήν την εισήγηση, όχι μόνο διότι αδυνατεί να κατανοήσει την σκοπιμότητα αυτής της εισήγησης, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι αυτά τα θέματα προέκυψαν από την μαρτυρία που η ίδια η πλευρά της ενάγουσας προσκόμισε, αλλά και επειδή μέσα από το ιστορικό, διαδικασία και γενικά τα γεγονότα που αφορούν την Α1512/1961 και τα γεγονότα που έλαβαν χώρα εκείνην την περίοδο, εμπερικλείονται και είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την διαδικασία της Α1221/1990 που η ίδια η πλευρά της ενάγουσας δικογράφησε και παρουσίασε μαρτυρία δια μέσου του Μ.Ε.3 και από την οποία το Δικαστήριο θα βασιστεί σε μεγάλο μέρος για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα και υπάγοντας αυτά στον νομικό κανόνα που θα αναπτυχθεί κατωτέρω. Η θέση του μάρτυρα ότι με την επιστολή ημερομηνίας 10/2/2010 (τεκμήριο2) στα πλαίσια του φακέλου 1221/2010 ότι δεν υπήρξε απόφαση και ότι δεν ολοκληρώθηκε η διόρθωση λάθους και ότι ο διευθυντής του κτηματολογίου έκδοσε απόφαση για διαφορά συνόρων δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, διότι μέσα από το περιεχόμενο και γενικά το λεκτικό του τεκμηρίου 2, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι η θέση του κτηματολογίου είναι ότι δεν υπήρξε οποιοδήποτε λάθος και ότι τα ορόσημα είναι ορθά και με τις αποφάσεις συνοριακών διαφορών που έγιναν στο παρελθόν και δεν παρέχεται πεδίο διόρθωσης με βάση το άρθρο 61 του Κεφ.
  2. Η νομική προέκταση αυτού του ζητήματος θα αναλυθεί και αναπτυχθεί αναλυτικά πιο κάτω. Ως προς το ζήτημα των κούκων και πιο συγκεκριμένα ότι έχουν μετακινηθεί, αυτό επίσης δεν δύναται να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο, όχι μόνο λόγω της απουσίας διενέργειας χωρομετρικής εργασίας εκ μέρους του, αλλά και επειδή δεν έπεισε ο μάρτυρας για την ασφαλή πηγή άντλησης της γνώσης του επί αυτού του θέματος. Ούτε και η αναφορά του ότι η απουσία αναγραφής των τριών σταθερών σημείων για να υπάρχει ασφαλής και ορθή χωρομετρική εργασία δεν δύναται να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, όχι μόνο λόγω της απουσίας διενέργειας χωρομετρικής εργασίας εκ μέρους του, αλλά και επειδή, όπως καταδεικνύεται από μαρτυρία που παρουσίασε η ίδια η ενάγουσα, ήτοι από την μαρτυρία του Μ.Ε.3 όπου θα γίνει ειδική αναφορά και αξιολόγηση πιο κάτω, διαφαίνεται ότι δεν υπήρξε οποιοδήποτε λάθος, εξοστρακίζοντας ταυτόχρονα και την δικογραφημένη θέση της ενάγουσας περί λανθασμένης χωρομετρικής εργασίας και γενικά λάθους του κτηματολογίου. Επί αυτού του ζητήματος, προβλήθηκε η θέση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων, ότι τίθεται ζήτημα διαζευκτικών βάσεων αγωγών και ισχυρισμών και συνακόλουθα ζήτημα παρατυπίας. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με αυτήν την τοποθέτηση, όχι μόνο λόγω της παραδοχής από τον ίδιο τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων ότι αυτό το ζήτημα δεν έχει εγερθεί προηγουμένως, αλλά και επειδή μέσα από την ακροαματική διαδικασία και την αντεξέταση που έγινε από πλευράς των εναγομένων, δεν διαφάνηκε να αντιμετωπίζουν οποιοδήποτε πρόβλημα, σύγχυση, παρανόηση ή παρερμηνεία της υπόθεσης που είχαν να αντιμετωπίσουν. Επίσης το Δικαστήριο, διακρίνει μέσα από την έκθεση απαίτησης, αλλά και την αγόρευση της ενάγουσας, ότι επικεντρώνεται στην βάση αγωγής του περιουσιακού κωλύματος, για το οποίο θα γίνει ειδική αναφορά. Ναι μεν γίνεται ειδική αναφορά γεγονότων στο δικόγραφο της ενάγουσας που παραπέμπει σε εχθρική κατοχή, πλην όμως αυτό το ζήτημα είναι ευθύς εξ΄ αρχής αποκρυσταλλωμένο, διότι υπάρχει η μαρτυρία του Μ.Ε.3 και που διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι έχει γίνει αμφισβήτηση από τον προκάτοχο της ακίνητης ιδιοκτησίας των εναγομένων με την καταχώρηση της αίτησης συνοριακών διαφορών Α1512/1961 και συνακόλουθα δεν υπήρξε αδιαμφισβήτητη και αδιαφιλονίκητη κατοχή. Συνακόλουθα η δικογραφημένη θέση και η μαρτυρία της ενάγουσας επί τούτου, δεν δύναται να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Σίγουρα αποτελεί νομολογιακός κανόνας (βλ. Λεωνίδου - ν - Σπυριδάκη Πολιτική Έφεση 64/2009 ημερ. 19/7/2012), όπου δεν μπορεί να γίνεται προώθηση όλων των βάσεων αγωγής, πλην όμως αποτελεί υποχρέωση του Δικαστηρίου να χαρακτηρίσει νομικά μια βάση αγωγής με βάση τα δικογραφήματα και τα γεγονότα που δικογραφούνται σε αυτά που παρουσιάζονται στο Δικαστήριο με μαρτυρία και όχι όπως χαρακτηρίζονται στην βάση αγωγής ενός διαδίκου (βλ. Demil Co Ltd - v - A. Panayides Contracting Ltd, Πολιτική Έφεση 374/2005 ημερ. 23/5/2008) και συνακόλουθα το Δικαστήριο κρίνει ότι με βάση το δικόγραφο της ενάγουσας και την μαρτυρία που παρουσίασε και την αγόρευση της, ότι αυτό που προωθεί είναι ως βάση το περιουσιακό κώλυμα, εξυφαίνοντας το πλέγμα των γεγονότων από την δεκαετία του 1930 μέχρι και την ημέρα καταχώρισης της αγωγής, για να καταδείξει την στάση των εναγομένων και ειδικότερα των προκατόχων της εν τίτλω και ότι με την στάση τους δημιουργήθηκε περιουσιακό κώλυμα, σε συνδυασμό με την υφιστάμενη κατάσταση και των λαθών του κτηματολογίου, όπως τα δικογράφησε και έδωσε μαρτυρία επί τούτου και που δεν δύνανται να διαχωριστούν μεταξύ τους, όχι μόνο μέσα από την φύση και την έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε και που έλαβαν χώρα εξέταση και αντεξέταση αντίστοιχα των μαρτύρων της ενάγουσας, αλλά ιδίως και μέσα από την μαρτυρία του Μ.Ε.3, η οποία κρίνεται μείζονος σημασίας για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω και που μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτό, με εξαίρεση κάποια μέρη της μαρτυρίας του και για τους λόγους που θα επεξηγηθούν και που το όλο πλέγμα γεγονότων, εξυφαίνεται από τον ίδιο μέσα από τον φάκελο του κτηματολογίου - τεκμήριο 6 - από την δεκαετία του 1930 μέχρι το 2010, οπόταν και καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Ως προς την μαρτυρία της ενάγουσας, το Δικαστήριο προβαίνει στις ακόλουθες επισημάνσεις. Ως προς τις αναφορές της ότι υπήρξε αδιάλειπτη και αδιαμφισβήτητη κατοχή του επίδικου μέρους, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την θέση της, διότι όπως προκύπτει και μέσα από την μαρτυρία που η ίδια προσκόμισε και ειδικότερα μέσα από την μαρτυρία του Μ.Ε.3, υπήρξε αμφισβήτηση με την αίτηση Α1512/1961 από τον κ. Ευαγόρα Οικονόμου, προκάτοχο του ακινήτου των εναγομένων και αυτό προκύπτει μέσα από τα επίσημα έγγραφα του κτηματολογίου και ειδικότερα μέσα από το περιεχόμενο του φακέλου του κτηματολογίου - τεκμήριο 6, αλλά και από τα όσα αποσπασματικά ανέφερε ο Μ.Ε.
  3. Συνακόλουθα, δεν τίθεται καν θέμα να εξεταστεί ζήτημα εχθρικής κατοχής, λόγω ακριβώς αυτής της αμφισβήτησης. Συνακόλουθα, τα όσα επικαλέστηκαν οι εναγόμενες στην αγόρευση τους και πιο συγκεκριμένα περί μη συνένωσης όλων των προσώπων, εναντίον των οποίων ασκήθηκε η εχθρική κατοχή, με παραπομπή στις υποθέσεις Τιτσινίδης - ν - Ρεσιάτ
(1993)1 Α.Α.Δ. σελ. 429, Χ΄΄Δαυίδ - ν - Χ΄΄Δαυίδ κ.α. και Hadjipetrou - v - Petsoloukas
(1985)1 C.L.R. 83, έχουν πλέον μόνο ακαδημαϊκή χροιά, λόγω ακριβώς της απόρριψης της θέσης περί αδιαμφισβήτητης κατοχής που να συνιστά εχθρική κατοχή. To ίδιο ισχύει και για τα όσα ανέφερε περί ύπαρξης λάθους από πλευράς κτηματολογίου και που οδήγησε στην συμπερίληψη του επίδικου μέρους γης στον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου των εναγομένων. Συγκεκριμένα, η θέση της περί λάθους, έρχεται σε πλήρη αντίθεση και αντίφαση με τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας που η ίδια η ενάγουσα κλήτευσε, ήτοι του Μ.Ε.3 και που για τους λόγους που το Δικαστήριο εξηγεί πιο κάτω, η μαρτυρία του αποτελεί ασφαλή υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα, με κάποιες βεβαίως επισημάνσεις που θα επεξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω. Εν πάση περιπτώση όμως, η θέση της περί ύπαρξης λάθους, έχει τις δικές της εγγενείς αδυναμίες που δεν δύνανται να υπερφαλαγγιστούν, διότι ο μάρτυρας που κλήτευσε για αυτό το ζήτημα, ήτοι ο Μ.Ε.1, δεν προέβη σε χωρομετρική εργασία και γενικά η μαρτυρία του επί αυτού του θέματος, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω, δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Τα όσα ανέφερε η ενάγουσα αναφορικά με την αμοιβή του Μ.Ε.1, δεν διαδραματίζουν οποιονδήποτε ρόλο, λόγω ακριβώς της αξιολόγησης που έγινε αναφορικά με αυτόν τον μάρτυρα και που δεν δύναται να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του. Τα όσα ανέφερε η ενάγουσα περί αμφισβήτησης του εμβαδού που αναγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας δεν έχουν οποιαδήποτε βαρύτητα, λόγω ακριβώς της αξιολόγησης που θα γίνει αναφορικά με αυτό το ζήτημα και που για τους λόγους που το Δικαστήριο θα εξηγήσει, εφαρμόζεται το δόγμα του περιουσιακού κωλύματος, αλλά και της απόρριψης της θέσης για λάθος από πλευράς του κτηματολογίου. Η έκφραση άγνοιας από πλευράς της περί υποβολής αίτησης από τον κ. Ευαγόρα Οικονόμου, προκάτοχο του ακινήτου των εναγομένων και πατέρα αυτών, για επίλυση συνοριακών διαφορών, δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα και γενικά δεν γίνεται αποδεκτή, διότι το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του Μ.Ε. 3 όπως θα επεξηγηθεί πιο κάτω και γενικά το περιεχόμενο του φακέλου του κτηματολογίου, το οποίο αποτελεί επίσημο έγγραφο και που διαφαίνεται ότι έλαβε χώρα αμφισβήτηση με την Α1512/
  1. Οι αναφορές της μάρτυρος ότι υπήρχε κατοικία από το 1936, καθώς και η μη βεβαιότητα της κατά πόσο το κτίσμα του 1965 κτίστηκε μετά την αίτηση συνοριακής διαφοράς, καθώς επίσης και οι αναφορές της περί επεκτάσεων όπως της έχουν υποβληθεί ως θέσεις, δεν διαδραματίζουν οποιοδήποτε ρόλο, διότι από την μια το ζήτημα της εχθρικής κατοχής έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί ως πιο πάνω αναφέρεται, αλλά και επειδή όπως θα διαφανεί και πιο κάτω, η συγκατάθεση που δόθηκε και που δεν ανακλήθηκε από τον πατέρα των εναγομένων το έτος 1990 είναι καίριας σημασίας, ανεξαρτήτως κατά πόσο υπήρχαν ή όχι κτίσματα στο επίμαχο μέρος γης που τελεί υπό αμφισβήτηση. Η έκφραση άγνοιας εκ μέρους της αναφορικά με την τελεσιδικία του ζητήματος της επίλυσης συνοριακών διαφορών και της ανυπαρξίας λάθους, καθώς επίσης και η άγνοια της περί της έννοιας του περιουσιακού κωλύματος δεν έχουν οποιαδήποτε βαρύνουσα σημασία, διότι επί αυτού του ζητήματος θα γίνει ειδική αξιολόγηση πιο κάτω και νομική ανάπτυξη, μέσα από όσα προκύπτουν από τον επίσημο φάκελο του κτηματολογίου και την μαρτυρία του Μ.Ε.
  2. Τα όσα ανέφερε για την διαφωνία της ως προς την έκταση και γενικά το εμβαδόν που αναγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό δεν έχει άμεση και ουσιαστική επίδραση και βαρύτητα, διότι αυτό που έχει ουσιαστική σημασία και για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω, είναι το εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου αναφορικά με την απεικόνιση του επίμαχου μέρους γης σε συγκεκριμένα έγγραφα και της συγκατάθεσης του κ. Ευαγόρα Οικονόμου και της βαρύτητας που αυτή έχει. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Ε.2, αναμφίβολα ο εν λόγω μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας με βάση το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο που έχει εκτεθεί, έχοντας υπ΄ όψη και του γεγονότος ότι τα προσόντα του εν λόγω μάρτυρα δεν έχουν αμφισβητηθεί και συνακόλουθα η μαρτυρία του θα αξιολογηθεί υπό το πέπλο αυτής του της ιδιότητας. Υπήρξε έντονη συζήτηση και αμφισβήτηση από πλευράς εναγομένων, ένεκα του γεγονότος ότι ο μάρτυρας έκανε αναφορά σε χρονική στιγμή και γενικά χρονικό ορόσημο το έτος 1950, ιδίως λόγω της μη ένταξης του έτους 1950 στον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής. Όμως αυτό το ζήτημα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι ο μάρτυρας κάλυψε με την μαρτυρία του και χρονικά ορόσημα που εμπίπτουν στον ουσιώδη χρόνο και που γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο, για τους λόγους που αναφέρονται πιο κάτω. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν ο μοναδικός που παρήλασε από το εδώλιο του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονας αναφορικά με το ζήτημα της αξίας του επίμαχου μέρους της γης και επειδή η μαρτυρία του, με τις επισημάνσεις που θα παρατεθούν πιο κάτω, γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να εξαχθούν ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την αξία του επίμαχου μέρους γης. Κατ΄ αρχήν, το γεγονός ότι στην εκτίμηση του δεν συμπεριλαμβάνονται κτίσματα, αφήνει ατεκμηρίωτο τον δικογραφημένο ισχυρισμό της ενάγουσας αναφορικά με την αξία της κατοικίας της και γενικά των κτισμάτων. Ο μάρτυρας έπεισε το Δικαστήριο αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού, τα στοιχεία που έλαβε υπ΄ όψην του και γενικά ο συλλογισμός του έπεισε το Δικαστήριο και δεν έχει εντοπιστεί οποιοδήποτε στοιχείο ανεντιμότητας, προκατάληψης, μεροληψίας ή έλλειψης αντικειμενικότητας από τον εν λόγω μάρτυρα. Αιτιολόγησε, δικαιολόγησε και υποστήριξε επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο υπολόγισε το επίμαχο μέρος γης, όχι μόνο για το έτος 1950 για το οποίο υπήρξε έντονη αμφισβήτηση, αλλά και για τα έτη 1980, 1936 και
  3. Τα στοιχεία και κριτήρια και γενικά τα δεδομένα που έλαβε υπ΄ όψην του τα παρέθεσε με σαφήνεια και λεπτομέρεια, όπως π.χ. οι συγκριτικές πωλήσεις, Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, την φύση και την έκταση της κτηματαγοράς και γενικά η πώληση των ακινήτων και το ποσοστό προσαρμογής των αξιών. Έπεισε ο μάρτυρας επίσης για την αναφορά του περί μη εντοπισμού συγκριτικών πωλήσεων για το έτος 1936 και εν πάση περιπτώση η πλευρά των εναγομένων δεν προσκόμισε οποιαδήποτε αντικρουστική ή άλλη μαρτυρία περί του αντιθέτου και κατ΄ επέκταση το Δικαστήριο αποδέχεται τις αναφορές αυτού του μάρτυρα ως προς τα στοιχεία και τον τρόπο υπολογισμού της αξίας του επίμαχου μέρους γης, καθώς επίσης και η αναφορά του ως προς την έκταση των πωλήσεων τότε με το σήμερα κρίνονται ως λογικές και πειστικές, ως επίσης και του τρόπου που προέβηκε στους υπολογισμούς του ανάλογα με το χρονικό ορόσημο που σχετίζεται η εκτίμηση. Λογική και πειστική κρίνεται από το Δικαστήριο η αναφορά του μάρτυρα ότι επειδή η εκτίμηση αφορά μέρος γης και συνακόλουθα δεν επηρεάζει την εκτίμηση του κατά πόσο η έκταση και γενικά το εμβαδόν του ακινήτου της ενάγουσας είναι 23.663 ή 28,070 τ.μ. και εν πάση περιπτώση, αυτό που έχει ουσιαστική σημασία και για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω, είναι το εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου αναφορικά με την απεικόνιση του επίμαχου μέρους γης σε συγκεκριμένα έγγραφα και της συγκατάθεσης του κ. Ευαγόρα Οικονόμου και της βαρύτητας που αυτή έχει. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση του μάρτυρα ότι το έτος 1936 το επίμαχο κομμάτι γης άξιζε €40 και το έτος 1965 €222, πλην όμως τα εν λόγω ποσά δεν διαδραματίζουν οποιονδήποτε ρόλο στην έκβαση της αγωγής, διότι δεν τίθεται ζήτημα αποζημιώσεων, ως πιο κάτω θα αναφερθεί. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Ε.3, το Δικαστήριο χωρίς κανένα ενδοιασμό αποδέχεται την μαρτυρία του ως αληθή, αντικειμενική και αξιόπιστη, όχι μόνο λόγω της αποδοχής της μαρτυρίας του από την πλευρά των εναγομένων, αλλά και επειδή ο μάρτυρας ήταν πλήρως διαφωτιστικός, κατατοπιστικός, λεπτομερειακός για όλα τα ζητήματα που αφορούν το ιστορικό των επίδικων ακινήτων, τον διαχωρισμό τους, τις μεταβιβάσεις που έγιναν και οι αιτήσεις που έγιναν για επίλυση συνοριακών διαφορών και διόρθωση λάθους. Τα στοιχεία που παρέθεσε βρίσκονταν σε ταύτιση με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6 και το Δικαστήριο έχει πειστεί για την αντικειμενικότητα, αξιοπιστία, φιλαλήθεια και αμεροληψία του μάρτυρα. Μέσα από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, διαφάνηκε ότι ο προκάτοχος ιδιοκτήτης του ακινήτου των εναγομένων και πατέρας αυτών κ. Ευαγόρας Οικονόμου, έδωσε την συγκατάθεση του με την οποία αποδεχόταν ως εγγεγραμμένο κοινό σύνορο μεταξύ των επιδίκων ακινήτων την επί τόπου κατάσταση. Επίσης μέσα από την μαρτυρία του, καταδείχθηκε ότι αυτή η συγκατάθεση δεν έχει ανακληθεί ποτέ. Η άποψη του όμως και γενικά η ερμηνεία που απέδωσε, ήτοι ότι η συγκατάθεση του κ. Ευαγόρα Οικονόμου δεν ισχύει λόγω της ανάκλησης της συγκατάθεσης από ιδιοκτήτες άλλων όμορων ακινήτων τους οποίους και κατονόμασε, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, διότι οι απόσυρση των άλλων συγκαταθέσεων δεν δύναται να συμπαρασύρει και την συγκατάθεση που δόθηκε από τον κ. Ευαγόρα Οικονόμου για το επίδικο μέρος γης που αφορά τα δύο επίδικα ακίνητα και στην έκταση που δεν επηρεάζονται οποιοιδήποτε τρίτοι ιδιοκτήτες άλλων ακινήτων και συνακόλουθα η οποιαδήποτε αναπροσαρμογή γίνει αναφορικά με το επίδικο κομμάτι γης, αφορά αποκλειστικά και μόνο τους ιδιοκτήτες των επίδικων ακινήτων και δεν αφορά άλλους τρίτους ιδιοκτήτες άλλων όμορων ακινήτων και κατ΄ επέκταση, δεν είναι απαραίτητη η συγκατάθεση και άλλων τρίτων ιδιοκτητών γης όμορων ακινήτων που δεν επηρεάζονται από το επίδικο κομμάτι γης και που επηρεάζει τα δύο επίδικα ακίνητα και συνεπώς λανθασμένα ερμήνευσε ο Μ.Ε. 3 την απόσυρση των συγκαταθέσεων άλλων ιδιοκτητών γης που κατονόμασε και το ίδιο ισχύει όσον αφορά την εκδοχή και ερμηνεία του ότι μόνο με κοινή αίτηση των ενδιαφερόμενων μερών θα μπορούσε να αλλάξει κάτι και να γίνει η αναπροσαρμογή με βάση την επί τόπου κατάσταση. Η θέση αυτή του μάρτυρα κρίνεται από το Δικαστήριο ως λανθασμένη, διότι η συγκατάθεση του κ. Ευαγόρα Οικονόμου είναι εκεί και δεν έχει ανακληθεί και αποσυρθεί και συνακόλουθα το κτηματολόγιο όφειλε να προβεί το έτος 1990 στην ανάλογη αναπροσαρμογή συνόρων που αφορά τα δύο επίδικα ακίνητα και να προσαρμόσει τα σύνορα με βάση την συγκατάθεση του κ. Ευαγόρα Οικονόμου και να αποδοθεί το επίμαχο κομμάτι γης από το ακίνητο των εναγομένων στο ακίνητο της ενάγουσας και συνακόλουθα εσφαλμένα θεώρησε ότι με την απόσυρση των συγκαταθέσεων άλλων όμορων ακινήτων ότι δεν θα μπορούσε να προβεί στην ανάλογη αναπροσαρμογή, διότι πολύ απλά για το επίδικο κομμάτι γης μεταξύ των δύο επίδικων ακινήτων δεν τους επηρέαζε και αναμφίβολα η εν λόγω συγκατάθεση από την στιγμή που δεν ανακλήθηκε, υπερισχύει και υπερκαλύπτει τις διαδικασίες που προηγήθηκαν και που ακολούθησαν της συγκατάθεσης η οποία δεν έχει ανακληθεί, είτε αφορά επίλυση διαφοράς συνόρων, είτε διαδικασία για διόρθωση λάθους με βάση το άρθρο 61 του Κεφ.
  4. Δηλαδή με την συγκατάθεση που δόθηκε το έτος 1990 από τον κ. Ευαγόρα Οικονόμου, ουσιαστικά έγινε αποποίηση του επίδικου τεμαχίου γης και ουσιαστικά ο κ. Ευαγόρας Οικονόμου το 1990 συγκατατέθηκε όπως αυτό συμπεριληφθεί στον τίτλο ιδιοκτησίας της ενάγουσας και σίγουρα η οποιαδήποτε διαδικασία ακολούθησε μετέπειτα από το κτηματολόγιο με την Α1221/1909, που χρειάστηκε δυστυχώς πάρα πολλά χρόνια να επιλύσει αυτό το ζήτημα με οριστικό τέλος να δίνεται το 2010, ήταν εκ του περισσού και άνευ αντικειμένου, διότι από την στιγμή που υπάρχει η συγκατάθεση, αυτή θα απορροφούσε το οποιοδήποτε λάθος τυχόν είχει εμφιλοχωρίσει και που τελικώς όπως αποδείχθηκε δεν υπήρχε λάθος. Συνακόλουθα, από την στιγμή που η εν λόγω συγκατάθεση του κ. Ευαγόρα Οικονόμου δεν έχει ανακληθεί ή αποσυρθεί, το Δικαστήριο κρίνει ότι εξακολουθεί να υφίσταται και να είναι δεσμευτική τόσο για το κτηματολόγιο, όσο και για την πλευρά του κ. Ευαγόρα Οικονόμου και των διαδόχων αυτών. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω συγκατάθεση δόθηκε το έτος 1990 και ακολούθησε η διαδικασία που οδήγησε στην απόφαση ημερομηνίας 3/2/2010, σύμφωνα με την οποία δεν υπήρχε οποιοδήποτε λάθος στις χωρομετρικές εργασίες. Όμως, για τους λόγους που θα εκτεθούν αναλυτικά πιο κάτω και με την νομική προέκταση που υπάρχει, το Δικαστήριο κρίνει ότι στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζεται το δόγμα του περιουσιακού κωλύματος. Αναμφίβολα, μέρος των κατοικιών της ενάγουσας με βάση τα κτηματολογικά μητρώα και σχέδια, φαίνεται ότι εμπίπτουν εντός του ακινήτου των εναγομένων και αυτό δεν αμφισβητείται. Αυτό που αμφισβητείται από πλευράς ενάγουσας είναι το λανθασμένο των χωρομετρικών εργασιών που προηγήθηκαν, ζήτημα το οποίο έχει αποκρυσταλλωθεί από τον Μ.Ε. 3 που η ίδια η ενάγουσα παρουσίασε ως μάρτυρα και σύμφωνα με τον οποίο λάθος δεν υπήρξε, θέση που το Δικαστήριο αποδέχεται. Το ζήτημα όμως δεν τελειώνει εδώ, διότι υπάρχει η συγκατάθεση που δόθηκε από τον κ. Ευαγόρα Οικονόμου το έτος 1990, η οποία δεν έχει ανακληθεί ή αποσυρθεί και εδώ έγκειται ο πυρήνας της υπόθεσης, από ουσιαστικής και νομικής σκοπιάς και θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω. Εάν δεν υπήρχε αυτή η συγκατάθεση, τότε όλα τα στοιχεία συνηγορούσαν εναντίον της αξίωσης της ενάγουσας, πλην όμως για τους λόγους που το Δικαστήριο θα εξηγήσει πιο κάτω, δημιουργείται περιουσιακό κώλυμα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων. Δηλαδή, εάν δεν υπήρχε η συγκατάθεση αυτή, τότε ουσιαστικά από την στιγμή που υπάρχει τελεσιδικία με την έκδοση της απόφασης του διευθυντή του κτηματολογίου στην αίτηση Α1512/61, η πλευρά της ενάγουσας δεν θα είχε οποιοδήποτε έννομο συμφέρον να διεκδικήσει αυτό το κομμάτι γης ή οποιοδήποτε κομμάτι γης από το επίδικο ακίνητο των εναγομένων, λόγω ακριβώς της τελεσιδικίας και δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ασκήθηκε οποιοδήποτε ένδικο μέσο στην απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της Α1512/61 με βάση το άρθρο 80 του Κεφ. 224 ή γενικά οποιοδήποτε άλλο ένδικο μέσο με βάση οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα ή διαδικασία. Το ίδιο ισχύει και με την απόφαση του κτηματολογίου που εκδόθηκε στις 3/2/2010, η οποία επίσης δεν έχει εφεσιβληθεί με βάση το άρθρο 80 του Κεφ.224 και συνακόλουθα εάν δεν υπήρχε αυτή η συγκατάθεση, η πλευρά της ενάγουσας δεν θα είχε οποιοδήποτε έννομο συμφέρον να διεκδικήσει αυτό το κομμάτι γης, λόγω ακριβώς της τελεσιδικίας. Συνακόλουθα, η σχετικές προδικαστικές θέσεις που προβλήθηκαν από την πλευρά των εναγομένων θα έβρισκαν έρεισμα, νοουμένου ότι δεν υπήρχε η συγκατάθεση που δόθηκε από τον κ. Ευαγόρα Οικονόμου στις 5/6/1990, πλην όμως, λόγω ακριβώς αυτής της συγκατάθεσης και της δημιουργίας περιουσιακού κωλύματος όπως θα αναλυθεί πιο κάτω, αυτές οι προδικαστικές ενστάσεις που είναι ουσιαστικά και ταυτόχρονα γραμμή υπεράσπισης, δεν γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Υ.1, αναμφίβολα και αυτός ο μάρτυρας κρίνεται ότι είναι εμπειρογνώμονας, έχοντας βεβαίως υπ΄ όψη την μη αμφισβήτηση των προσόντων του, αλλά και επειδή ο μάρτυρας έπεισε το Δικαστήριο για τα προσόντα και εμπειρίες του και συνακόλουθα η μαρτυρία του θα αξιολογηθεί υπό το πρίσμα αξιολόγησης της μαρτυρίας από εμπειρογνώμονες και τα καθήκοντα που αυτοί έχουν έναντι του Δικαστηρίου. Ως προς την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα και ειδικότερα την έκθεση του που παρουσίασε στο Δικαστήριο, αυτή δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι η μη υποβολή και γενικά υπόδειξη αυτής της έκθεσης στους μάρτυρες της ενάγουσας ή ακόμα και στην ίδια την ενάγουσα, αλλά ιδίως η μη υπόδειξη της στον εμπειρογνώμονα που κάλεσε η ενάγουσα, ήτοι τον Μ.Ε.1, στέρησε από το Δικαστήριο την ευχέρεια όπως έχει την άποψη του Μ.Ε.1 και να αντιπαραβάλει τις δύο εκθέσεις, αν και σε τελική ανάλυση, τόσο η έκθεση του Μ.Ε.1 δεν γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω, αλλά και επειδή η έκθεση του Μ.Υ.1 δεν γίνεται αποδεκτήγια τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω. Συγκεκριμένα, το σχήμα του κομματιού γης το οποίο προσδιόρισε ότι ανήκει στους εναγόμενους και που ισχυρίζεται ότι παράνομα επεμβαίνει η ενάγουσα, έχει διαφορετικό σχήμα με το ταξινομημένο έγγραφο 139 του τεκμηρίου 6 που αποτελεί έγγραφο επίσημο του κτηματολογίου και έρχεται σε αντίφαση με αυτό. Επίσης το σχήμα που αποδίδει ο μάρτυρας στο τεκμήριο 7 ως το μέρος όπου γίνεται η παράνομη επέμβαση κατά τον ίδιο, δεν αγγίζει στην δεξιά πλευρά του σχήματος τα σύνορα με το όμορο τεμάχιο, έχοντας υπ΄ όψη ότι το ορόσημο στην κάτω δεξιά πλευρά που το σημείωσε με κόκκινο κύκλο στο τεκμήριο 7 βρίσκεται πιο δεξιά από το μέρος που έχει χρωματίσει ως το χώρο που γίνεται η παράνομη επέμβαση κατά τον ίδιο, ενώ με το ταξινομημένο έγγραφο 139 του τεκμηρίου 6 που αποτελεί έγγραφο επίσημο του κτηματολογίου, το σχήμα αυτό εφάπτεται με τα σύνορα όμορου ακινήτου. Ως προς την νομική προέκταση της συγκατάθεσης του κ. Ευαγόρα Οικονόμου, το Δικαστήριο προβαίνει στις ακόλουθες διαπιστώσεις αναφορικά με το νομολογιακό πλαίσιο που διέπει το περιουσιακό κώλυμα στην Κύπρο. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Παπακοκκίνου κ.α. -ν - Δήμου Πάφου
(1998)1 Α.Α.Δ. 2398, αποφασίσθηκε ρητά ότι δεν είναι δυνατή η δημιουργία δικαιωμάτων σε ακίνητη ιδιοκτησία δυνάμει του περιουσιακού κωλύματος ενόψει του Άρθρου 4 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, Κεφ. 224, που δεν επιτρέπει την εφαρμογή των κανόνων του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας στη δημιουργία δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο. Δύο χρόνια όμως αργότερα, στην υπόθεση Χρυσοστόμου - ν - Φράγκου 2000 1 Α.Α.Δ. σελ. 622, ουσιαστικά αναγνωρίστηκε αυτή η δυνατότητα και ως προς τις προϋποθέσεις γένεσης του, αποφασίσθηκε ότι στοιχειώδη προϋπόθεση για την ύπαρξη, έστω, λόγου περί του κωλύματος αποτελεί η παράσταση, εκ μέρους του ιδιοκτήτη της γης, προς το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται, ότι ο ίδιος αποποιείται των δικαιωμάτων του επί της γης και ότι ο προς ον η παράσταση, μπορεί να θεωρήσει τη γη ως δική του περιουσία. Η εσφαλμένη εντύπωση του ιδιοκτήτη για τα όρια της ιδιοκτησίας του δεν παρέχει έρεισμα προς στοιχειοθέτηση δικαιώματος. Στην παρούσα υπόθεση, έχουμε παράσταση από τον κ. Ευαγόρα Οικονόμου στις 5/6/1990, προκάτοχο του ακινήτου των εναγομένων και πατέρα αυτών, που συνίστατο στην συγκατάθεση όπως το σύνορο αποτελεί την επί τόπου κατάσταση και η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει ανακληθεί και ουσιαστικά αποποιήθηκε του επίμαχου μέρους γης και συνακόλουθα δικαιολογημένα η πλευρά της ενάγουσας θεωρεί αυτό το κομμάτι γης δικό της, λόγω ακριβώς αυτής της συγκατάθεσης. Ακολούθησε 7 χρόνια αργότερα, η απόφαση Παναγιώτα Δημητρίου Λοϊζου - ν - Αντώνη Δήμου Αντωνίου
(2007)1 Α.Α.Δ. σελ. 1035, η οποία προσομοιάζει αρκετά, όχι βέβαια απόλυτα διότι κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή, με την παρούσα. Σε εκείνην την περίπτωση υπήρχαν διαφορές που προέκυψαν από χωρομετρικές εργασίες και αμφισβήτηση μέρους ακίνητης ιδιοκτησίας, όπως και στην παρούσα αγωγή. Σε εκείνην την υπόθεση, κρίθηκε ότι η ενάγουσα, η οποία έδωσε την συγκατάθεση της όπως γίνει η ανάλογη κτηματολογική προσαρμογή, ήτοι όπως ο κ. Ευαγόρας Οικονόμου στην παρούσα αγωγή. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ενάγουσα αποδέχθηκε την κατάσταση με την συμπεριφορά της και άφηνε ξεκάθαρα να νοηθεί ότι δεν ενδιαφερόταν για την παράδοση σε αυτήν του διαφιλονικούμενου μέρους γης. Σημειοτέο ότι σε εκείνη την περίπτωση, η ενάγουσα απέσυρε προφορικά την συγκατάθεση της όταν διαπιστώθηκε ότι η επέμβαση ήταν μεγαλύτερη με νέα χωρομετρική εργασία, πόσο μάλλον στην παρούσα αγωγή που η εν λόγω συγκατάθεση του κ. Ευαγόρα Οικονόμου δεν έχει καν ανακληθεί ή αποσυρθεί. Στην εν λόγω υπόθεση, το περιουσιακό κώλυμα έτυχε εφαρμογής. Ακολούθησε 5 χρόνια αργότερα η υπόθεση Σοφοκλεόυς κ.α. - ν - Παύλου
(2012)1 Α.Α.Δ. σελ. 2047, όπου ναι μεν λέχθηκε ότι δεν εφαρμόζεται το περιουσιακό κώλυμα, πλην όμως τα γογονότα εκείνης της υπόθεσης, δεν είναι τα ίδια με της παρούσας υπόθεσης και σημειοτέο ότι στην υπόθεση Σοφοκλεόυς κ.α. - ν - Παύλου
(2012)1 Α.Α.Δ. σελ. 2047, έγινε μνεία και αναφορά στην υπόθεση Παναγιώτα Δημητρίου Λοϊζου - ν - Αντώνη Δήμου Αντωνίου
(2007)1 Α.Α.Δ. σελ. 1035, όπου τα γεγονότα ποροσομοιάζουν με την παρούσα και που εν πάση περιπτώση, η παραπομπή που έγινε στην υπόθεση Σοφοκλεόυς σε απόσπασμα από την υπόθεση Λοϊζου έγινε για το ζήτημα των αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση, ζήτημα το οποίο δεν τίθεται στην παρούσα υπόθεση, λόγω ακριβώς της συγκατάθεσης που έγινε στις 5/6/1990 και που δεν έχει ανακληθεί και συνακόλουθα το Δικαστήριο κρίνει ότι το νομολογιακό πλαίσιο που αρμόζει και τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, είναι αυτό της υπόθεσης Παναγιώτα Δημητρίου Λοϊζου - ν - Αντώνη Δήμου Αντωνίου
(2007)1 Α.Α.Δ. σελ. 1035, λόγω της στενής ομοιότητας των γεγονότων και όχι αυτό της Σοφοκλεόυς, διότι σε εκείνη την υπόθεση δεν είχαμε συγκατάθεση από τον επηραζόμενο διάδικο, όπως έχουμε στην παρούσα υπόθεση και σε εκείνη την περίπωση γινόταν προσπάθεια αποζημίωσης και το ζήτημα αυτό απασχόλησε μεγάλο μέρος στην Σοφοκλεόυς. Έχοντας υπ΄ όψη τα πιο πάνω, αναπόφευκτα η ανταπαίτηση των εναγομένων απορρίπτεται, λόγω ακριβώς του ότι δεν έχει καταδειχθεί παράνομη επέμβαση, συνεπεία της συγκατάθεσης από τον κ. Ευαγόρα Οικονόμου στις 5/6/1990, η οποία δεν έχει ανακληθεί και κατ΄ επέκταση ούτε ζήτημα αποζημιώσεων τίθεται. Όμως, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του μαρτυρία επακριβής, λεπτομερής και διαφωτιστική, αναφορικά με την ακριβής έκταση, τοποθεσία και σχήμα του επίμαχου κομματιού γης για το οποίο ο κ. Ευαγόρας Οικονόμου στις 5/6/1990 έδωσε την συγκατάθεση του όπως από το ακίνητο του μεταβιβαστεί στο ακίνητο της ενάγουσας και συνακόλουθα το Δικαστήριο, δεν μπορεί να εξάξει σχετικό ασφαλή εύρημα και συμπέρασμα για να εκδώσει το σχετικό Διάταγμα για να επιλύσει την επίδικη διαφορά, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη την μη συνταύτιση της έκτασης και σχήματος γης όπως αυτά απεικονίζοντια στα τεκμήρια 7 και στο ταξινομημένο έγγραφο 139 του τεκμηρίου 6, αλλά και της μη διασύνδεσης αυτών με την συγκατάθεση του κ. Ευαγόρα Οικονόμου και αναπόφευκτα η αγωγή και αυτή με την σειρά της είναι έκθετη προς απόρριψη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αγωγή και ανταπαίτηση απορρίπτονται και η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.