COUNTRY ROSE LIMITED ν. A. MESSIOS & SONS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3137/2010, 30/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A225 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. ΘΩΜΑ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3137/2010 Μεταξύ: COUNTRY ROSE LIMITED Ενάγουσας -και- 1.A. MESSIOS & SONS LIMITED 2.Ανδρέα Αριστείδου Εναγόμενων ------ Ημερομηνία: 30 Ιουνίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα: Η κα Αγαθοκλέους, για George Pamboridis LLC. (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Καραμανίδης) Για εναγόμενη 1: Ο κ. Θρασυβούλου, για Αντρέας Γιωρκάτζιης ΔΕΠΕ. (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Κτίστη) Για εναγόμενο 2: Η κα Αριστείδου, για Yiannakis K. Thoma Law Firm LLC. ------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα δικόγραφα - Αδιαμφισβήτητα και Παραδεκτά Γεγονότα Σύμφωνα με το κοινά παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων, η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την ανάπτυξη γης, την ανέγερση οικοδομών και ή άλλων κτιριακών εγκαταστάσεων. Η εναγόμενη 1 είναι, επίσης, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την ανάπτυξη γης και ή με εργοληπτικές εργασίες. Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, η ενάγουσα ήταν και εξακολουθεί να είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής 0/25907, Φ./Σχ. 57/14, Τμήμα. 0, Τεμ. 136, μερίδιο το όλο, στην τοποθεσία Σπήλιους στην κοινότητα Πισσουρίου (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως «το επίδικο ακίνητο»). Η ενάγουσα αγόρασε το επίδικο ακίνητο κατά το έτος 2007 και ενεγράφη επ' ονόματί της την 9/10/
- Η εναγόμενη 1 και ο εναγόμενος 2 ήταν και εξακολουθούν να είναι οι εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες του ακινήτου υπ' αρ. εγγραφής 0/25906, Φ./Σχ. 57/14 Τμήμα 0, Τεμάχιο 135, στην τοποθεσία Σπήλιους στην κοινότητα Πισσουρίου (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως «το ακίνητο των εναγομένων»). Το επίδικο ακίνητο είναι όμορο με το ακίνητο των εναγομένων. Η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησής της ισχυρίζεται ότι, επειδή επιθυμούσε την άμεση ανάπτυξη και ή εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου, υπέβαλε άμεσα αίτηση στην Πολεοδομία για την έκδοση αδείας διαχωρισμού του σε οικόπεδα, η οποία εκδόθηκε την 31/12/
- Μετά την εξασφάλιση της ως άνω άδειας, υπέβαλε αίτηση στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού για την έκδοση της σχετικής άδειας διαχωρισμού. Ενόψει του ότι για να αρχίσουν οι εργασίες του διαχωρισμού απαιτείτο η προηγούμενη έκδοση πιστοποιητικού εξωτερική οριοθέτησης, υπεβλήθη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού η αίτηση υπ' αριθμό ΑΧ2638/07 για την εξωτερική οριοθέτηση του επίδικου ακινήτου. Στα πλαίσια της εξέτασης της ως άνω αναφερομένης αίτησης διαπιστώθηκε από το αρμόδιο τμήμα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού η ύπαρξη επέμβασης στο επίδικο ακίνητο από τους εναγομένους. Ενόψει της ως άνω επέμβασης, υπεβλήθη αίτηση στο αρμόδιο τμήμα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού για επίλυση συνοριακής διαφοράς. Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι κατά την 6/10/2009 ο διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας εξέδωσε την απόφασή του για επίλυση της συνοριακής διαφοράς. Η απόφαση του διευθυντή εφεσιβλήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την αίτηση/έφεση υπ' αριθμό 834/09, η οποία απερρίφθη με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15/2/
- Η ρηθείσα απόφαση έχει εφεσιβληθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την έφεση αρ. 91/2013 η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί ακόμα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, ο διευθυντής αποφάσισε ότι μέρος του επίδικου ακινήτου, συγκεκριμένα έκταση 1010 τ.μ., κατέχεται από τους εναγόμενους. Η ενάγουσα, με την υπό εξέταση αγωγή της, αξιώνει εναντίον των εναγομένων διάφορες θεραπείες, μεταξύ των οποίων, διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται όπως άρουν την παράνομη επέμβασή στο επίδικο ακίνητο, καθώς επίσης και αποζημιώσεις. Η εναγόμενη 1, στο δικόγραφο της υπεράσπισής της, αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί παράνομης επέμβασης. Προβάλλει δε ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί η ύπαρξη επέμβασης στο επίδικο ακίνητο, η ενάγουσα εμποδίζεται και/ή κωλύεται λόγω συμπεριφοράς (estoppels by contact) και/ή λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (estoppels by deed) να αξιώνει ως η απαίτησή της, για το λόγο ότι πριν ή κατά τη σύναψη της συμφωνίας για την αγορά του επίδικου ακινήτου γνώριζε ότι η έκτασή του δεν ήταν αυτή που εμφανίζετο στον τίτλο ιδιοκτησίας αλλά μικρότερη, αποδεχόμενη τις οποιεσδήποτε συνέπειες εκ του γεγονότος ότι η έκταση ήταν μικρότερη. Όπως, επίσης, ισχυρίζεται η ενάγουσα, στη συμφωνία που συνήψε με τον τότε ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου δήλωσε ρητά ότι στην κατοχή της θα περιέλθει έκταση γης μικρότερη από την έκταση που περιγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας. Δικογραφεί, ακόμα, ότι απέκτησε το ακίνητο από τον εναγόμενο 2 στη βάση συμφωνίας ημερομηνίας 23/3/1990, στηριζόμενη δε στις παραστάσεις του εναγόμενου 2 αλλά και των επίσημων κτηματολογικών εγγράφων και σχεδίων, προχώρησε στην ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων και εξασφάλισε τις αναγκαίες άδειες, συμμορφούμενη πλήρως με τους όρους και προϋποθέσεις που τέθηκαν από την κάθε αρμόδια αρχή. Κατά το έτος 1998 υποβλήθηκε αίτηση για την οριοθέτηση του εγγεγραμμένου συνόρου της εξωτερικής περιμέτρου του ακινήτου των εναγομένων και, μετά από χωρομετρική εργασία που πραγματοποιήθηκε από τον Κλάδο Χωρομετρίας του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, διαπιστώθηκε ότι όλα τα σχετικά ορόσημα είχαν κατασκευαστεί σύμφωνα με τα πρότυπα και στις 27/7/1999 τους δόθηκε πιστοποιητικό εξωτερικής οριοθέτησης με τη ρητή προτροπή και ή άδεια να προχωρήσουν στη διεξαγωγή του εσωτερικού διαχωρισμού των οικοπέδων τους. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι η παρούσα διαδικασία δεν μπορεί να προωθηθεί επειδή δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι. Ο εναγόμενος 2, στο δικόγραφο της δικής του υπεράσπισης, ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 23/4/1990, την οποία συνομολόγησε με την εναγόμενη 1, συμφώνησαν όπως η εναγόμενη 1 αξιοποιήσει το ακίνητο στη βάση αντιπαροχής. Ειδικότερα, θα ανεγειρόταν κτιριακό συγκρότημα, μέρος του οποίου θα λάμβανε και ο ίδιος ως αντιπαροχή. Η εναγόμενη 1 είχε αναλάβει την ανέγερση όλων των οικοδομών και γενικά την κατασκευή του συγκροτήματος, είχε δε την αποκλειστική ευθύνη για την εκτέλεση όλων των οικοδομικών και χωρομετρικών εργασιών καθώς και την εξασφάλιση όλων των σχετικών αδειών. Οι οικοδομές που ο ίδιος έλαβε, με βάση τη ρηθείσα συμφωνία αντιπαροχής, δεν έχουν ανεγερθεί εντός του επίδικου τεμαχίου. Η Μαρτυρία Η ενάγουσα παρουσίασε ως μάρτυρες το διευθυντή της, Αντρέα Μακεδόνα (Μ.Ε.1), τον εκτιμητή ακινήτων Περικλή Μάρκαρη (Μ.Ε.2) και τον τοπογράφο Μάριο Λαδιά (Μ.Ε.3). Μέρος της κύριας εξέτασης του Μ.Ε.1 αποτέλεσε η γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 1 - στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Επειδή η ενάγουσα επιθυμούσε την άμεση ανάπτυξη του επίδικου ακινήτου, υπέβαλε αμέσως αίτηση στην Πολεοδομία για την έκδοση πολεοδομικής άδειας διαχωρισμού του σε οικόπεδα, η οποία εκδόθηκε την 31/12/2007 (Τεκμήριο 3). Μετά την εξασφάλιση της ως άνω πολεοδομικής άδειας, υπεβλήθη αίτηση για άδεια διαχωρισμού του επίδικου ακινήτου, η οποία εγκρίθηκε από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού (Τεκμήριο 5). Ενόψει του ότι για την έναρξη των εργασιών διαχωρισμού απαιτείτο η προηγούμενη έκδοση πιστοποιητικού εξωτερικής οριοθέτησης, υπεβλήθη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού σχετική αίτηση με αριθμό φακέλου ΑΧ2638/
- Στα πλαίσια της εξέτασης της ως άνω αίτησης από το αρμόδιο τμήμα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού διαπιστώθηκε η ύπαρξη επέμβασης στο επίδικο ακίνητο από τους εναγόμενους. Κατόπιν αυτού υπεβλήθη από την ενάγουσα αίτηση στο αρμόδιο Τμήμα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού για επίλυση συνοριακής διαφοράς. Μετά από επιτόπια εξέταση που διενεργήθηκε στις 26/1/2009 και τη διενέργεια χωρομετρικής εργασίας, ο διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με την απόφασή του ημερομηνίας 6/10/2009 αποφάσισε ότι μέρος του επίδικου ακινήτου, συγκεκριμένα εμβαδό γης 1010 τ.μ., κατείχετο και χρησιμοποιείτο από τους εναγόμενους και επ' αυτού είχαν ανεγερθεί οικοδομές. Μέχρι και την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας αγωγής και την επίδοσή της στην εναγόμενη 1, η ενάγουσα δεν είχε λάβει γνώση της διαδικασίας που ήγειρε η εναγόμενη 1 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για ακύρωση της ρηθείσας απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Η έφεση που καταχώρισε η εναγόμενη 1 εναντίον της ως άνω απόφασης επιδόθηκε στην ενάγουσα κατά την 14/9/
- Η εναγόμενη 1 καταχώρισε στο Ανώτατο Δικαστήριο έφεση κατά της απορριπτικής απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 15/2/2013 με σκοπό να καθυστερήσει την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Η ενάγουσα κάλεσε προφορικά αλλά και με επιστολή της ημερομηνίας 6/11/2009 (Τεκμήριο 6) τους εναγόμενους όπως συμμορφωθούν με την ως άνω απόφαση του διευθυντή του Κτηματολογίου και περαιτέρω όπως την αποζημιώσουν για τη ζημιά που έχει υποστεί λόγω της ως άνω επέμβασης. Ενόψει του ότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με την ως άνω επιστολή της, η ενάγουσα με νέα επιστολή της ημερομηνίας 28/12/2009 (Τεκμήριο 7) πληροφόρησε τους εναγόμενους ότι θα λάμβανε δικαστικά μέτρα εναντίον τους για άρση της παράνομης επέμβασης και για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων. Ενώ η ενάγουσα μπορεί να προχωρήσει με την καταβολή των τελών και τη λήψη της άδειας διαχωρισμού, η άδεια αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί για το λόγο ότι δεν θα ανταποκρίνεται στα δεδομένα με βάση τα οποία έχει εκδοθεί. Κατά συνέπεια, απαιτείται η ετοιμασία νέων αρχιτεκτονικών σχεδίων καθώς και ο διορισμός τοπογράφου για το διαχωρισμό του ακινήτου, για τα οποία η ενάγουσα θα πρέπει να καταβάλει περί τις €9.
- Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε ότι μετά από επιθεώρηση του επίδικου ακινήτου που έγινε στις 29/1/2010 ετοίμασε έκθεση εκτίμησης για τον υπολογισμό της αξίας του (Τεκμήριο 8). Λεπτομερής σχολιασμός της έκθεσής του θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο της απόφασής μου. Ο Μ.Ε.3 κατέθεσε ότι του ζητήθηκε από την ενάγουσα να προχωρήσει τη διαδικασία εξωτερικής οριοθέτησης του επίδικου ακινήτου, με βάση τη σχετική αίτηση η οποία υποβλήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Αφού παρέλαβε το φάκελο από το Κτηματολόγιο, προχώρησε σε επιτόπια εξέταση η οποία ολοκληρώθηκε την 16/7/
- Αφού έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που υπήρχαν στο φάκελο του Κτηματολογίου, καθώς και την επιτόπια κατάσταση, διαπίστωσε ότι παρουσιαζόταν πρόβλημα επέμβασης από το ακίνητο των εναγομένων στο επίδικο ακίνητο. Λόγω της πιο πάνω διαπίστωσής του δεν προέβηκε σε υπόδειξη οροσήμων. Μετά τον έλεγχο της ορθότητας της εργασίας στην οποία προέβηκε από το Κτηματολόγιο, η υπόθεση μετατράπηκε σε συνοριακή διαφορά η οποία εξετάστηκε και εκδόθηκε απόφαση από το διευθυντή του Κτηματολογίου. Με οδηγίες της ενάγουσας προχώρησε στην αποτύπωση του μέρους του επίδικου ακινήτου που κατέχεται από τους εναγόμενους. Το συνολικό εμβαδό της επέμβασης είναι 1010 τ.μ. Η επέμβαση, όμως, θα μπορούσε να περιοριστεί στα 649 τ.μ. εφόσον κατεδαφίζετο το περιτείχισμα το οποίο κτίστηκε περιμετρικά των κατοικιών και περιορίζετο στα 3 μέτρα, ώστε οι κατοικίες να είναι νόμιμες. Για την πλευρά της εναγόμενης 1 έδωσε μαρτυρία ο διευθυντής της Γιώργος Μέσσιος (Μ.Υ.1), ο εκτιμητής ακινήτων Δημήτρης Παπαγεωργίου (Μ.Υ.2) και ο πρώην κτηματολογικός λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού Χαράλαμπος Μιχαήλ (Μ.Υ.3). Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε ότι γνώρισε τον εναγόμενο 2 περί τα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν επέδειξε ενδιαφέρον για να αγοράσει κάποιο ακίνητο στην περιοχή του Κόλπου Πισσουρίου. Ο εναγόμενος 2 του υπέδειξε το ακίνητό του, το οποίο τελικά συμφώνησαν να αγοράσει η εναγόμενη
- Υπέγραψαν μεταξύ τους συμφωνία αντιπαροχής (Τεκμήριο 20) με βάση την οποία ο εναγόμενος 2 θα λάμβανε ως αντιπαροχή το 25% των τετραγωνικών μέτρων που θα κατασκευάζονταν βάσει της άδειας οικοδομής. Η εναγόμενη 1 θα λάμβανε ποσοστό 75%. Υπέβαλαν αίτηση από κοινού με τον εναγόμενο 2 για την εξασφάλιση πολεοδομικής αδείας, η οποία τελικά εκδόθηκε στις 30/10/1991 (Τεκμήριο 21). Ακολούθως, εξασφαλίστηκε άδεια οικοδομής από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού (Τεκμήριο 22). Μέχρι το 1998 τα κατασκευαστικά έργα είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί. Επειδή είχαν πωληθεί πολλές κατοικίες από τις ανεγερθείσες, θα έπρεπε να εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβασή τους στους αγοραστές. Πριν αποταθεί στην αρμόδια αρχή για την έκδοση του πιστοποιητικού εγκρίσεως των ανεγερθεισών οικοδομών, αποτάθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού για να εξασφαλίσει το πιστοποιητικό εξωτερικής οριοθέτησης, στη βάση του οποίου θα μπορούσε να προχωρήσει με τον εσωτερικό διαχωρισμό των οικοδομών. Μετά την υποβολή της αίτησης, το ακίνητο εξετάστηκε επί τόπου από το Τμήμα Χωρομετρίας και, βάσει της εξέτασης που έγινε, εκδόθηκε το πιστοποιητικό εξωτερικής οριοθέτησης (Τεκμήριο 23). Περί το 2004 - 2005 είχε πληροφορηθεί από τον τότε ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου ότι υπήρχε επέμβαση σ' αυτό. Κατόπιν αυτού, επισκέφθηκε το Τμήμα Χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού και συνομίλησε με τους τεχνικούς του τμήματος. Του ανέφεραν να μην ανησυχεί επειδή άλλαξαν λίγο τα δεδομένα της περιοχής λόγω των δορυφόρων και τον καθησύχασαν ότι το πρόβλημα θα διορθώνετο επειδή επηρεαζόταν ολόκληρη η περιοχή του Κόλπου του Πισσουρίου. Ο τότε ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου του ανέφερε, σε κάποιο στάδιο, ότι είχε ενημερώσει την ενάγουσα, που ήταν η υποψήφια αγοραστής, για το πρόβλημα της επέμβασης που δυνατό να υπήρχε. Στο μέρος του επίδικου ακινήτου στο οποίο, κατά την απόφαση του διευθυντή του Κτηματολογίου, υπάρχει η επέμβαση, έχουν ανεγερθεί κατοικίες, οι οποίες έχουν πωληθεί σε αλλοδαπούς, βάσει συμβολαίων, τα οποία έχουν κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού (Τεκμήριο 24). Μετά την έκδοση της απόφασης του διευθυντή του Κτηματολογίου, ήρθε σε επαφή με την ενάγουσα προς το σκοπό της εξεύρεσης συμβιβασμού ώστε να επιλυθεί το πρόβλημα γρήγορα. Η πρότασή του ήταν να καταλήξουν σε κάποια τιμή ώστε να αποζημιώσουν την ενάγουσα για το κομμάτι το οποίο έχανε με βάση το τι αγόρασε. Η τιμή, όμως, που ζήτησε η ενάγουσα ήταν τουλάχιστο τέσσερις φορές ψηλότερη από την τιμή στην οποία αγόρασε το επίδικο ακίνητο. Κατόπιν αυτού, η προσπάθεια για μεταξύ τους συμβιβασμό ναυάγησε. Ο Μ.Υ.2 κατέθεσε ότι, κατόπιν αιτήματος του Μ.Υ.1, προέβηκε στην εκτίμηση της αξίας του επίδικου ακινήτου και ετοίμασε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 26). Λεπτομερής σχολιασμός της έκθεσής του θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο της απόφασής μου. Ο Μ.Υ.3 κατέθεσε ότι κατά το χρόνο που υπηρετούσε στο Τμήμα Κτηματολογίου διετέλεσε υπεύθυνος του Κλάδου Μεταβιβάσεων και Υποθηκών και υπεύθυνος του Κλάδου Επιτόπιων Ερευνών. Μετά από οδηγίες του Μ.Υ.1 ερεύνησε την παρούσα υπόθεση μέσω του Κτηματολογίου και ετοίμασε σχετική έκθεση για το ιστορικό τόσο του επίδικου όσο και του ακινήτου των εναγομένων (Τεκμήριο 27). Με βάση τη διερεύνηση που έκαμε, τα ως άνω ακίνητα προέκυψαν από το αρχικό τεμάχιο με αριθμό 10, το οποίο κατόπιν διανομής, διαχωρίστηκε σε τρία ξεχωριστά τεμάχια με αριθμούς 10/1, 10/2 και 10/
- Το τεμάχιο 10/3 αναλόγισε στον Λένα Ιωάννου Ερωτοκρίτου ο οποίος το μεταβίβασε, σε κατοπινό στάδιο, στους Ανδρέα Αριστείδη Λεωνίδα (εναγόμενο 2) και στον Ευριπίδη Αντωνίου Λεωνίδα. Μετά από διαχωρισμό του, ενεγράφη το σημερινό τεμάχιο 135 στον εναγόμενο 2 και το τεμάχιο 136 στον Ευριπίδη Αντωνίου Λεωνίδα. Μελετώντας το ιστορικό του αρχικού τεμαχίου 10, συμπέρανε ότι ο πρώτος διαχωρισμός έγινε σύμφωνα με την κατοχή και τα φυσικά σύνορα των συνιδιοκτητών και όχι ανάλογα με το εγγεγραμμένο τους μερίδιο. Οι συνιδιοκτήτες αποδέχθηκαν το διαχωρισμό με τα φυσικά σύνορα και δεν έλαβαν υπόψη το εγγεγραμμένο τους μερίδιο. Αργότερα, όταν το τεμάχιο ενεγράφη επ' ονόματι του εναγόμενου 2 και του Ευριπίδη Αντωνίου Λεωνίδα, διαχωρίστηκε ανάλογα με το εγγεγραμμένο μερίδιο του καθενός, τα δε εμβαδά συμφωνούν με τα μερίδιά τους. Ο διαχωρισμός του τεμαχίου 10/3 έγινε βάσει σχεδίου και δεν φαίνεται να έγινε χωρομετρία επί τόπου. Η χωρομετρία στο σχεδιάγραμμα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεσή του ως παράρτημα ΙΙ, δεν πείθει μαθηματικά ότι έγινε σωστή δουλειά. Με τα μετρικά όργανα που χρησιμοποιήθηκαν δεν ήταν δυνατό να γίνει σωστή χωρομετρική εργασία. Δεν οριοθετήθηκε πρώτα το υπό διαχωρισμό τεμάχιο και μετά να γίνει εσωτερικός διαχωρισμός, ούτε αναφέρονται τα σταθερά σημεία που λήφθηκαν υπόψη από τον κτηματολόγο. Σχολιάζοντας το πιστοποιητικό εξωτερικής οριοθέτησης, το οποίο εκδόθηκε από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας - Τεκμήριο 23 - και συγκρίνοντάς το με την απόφαση του διευθυντή του Κτηματολογίου για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς, υποστήριξε ότι ο διευθυντής όφειλε να λάβει σοβαρά υπόψη το Τεκμήριο 23 και να μην εκδώσει την απόφασή του ότι υπήρχε διαφορά συνόρων. Κατά την άποψή του, η ως άνω διαφορά συνόρων οφείλεται στα σύγχρονα όργανα μέτρησης με τα οποία διεξάγεται η γενική χωρομετρία. Για την υπεράσπιση του εναγόμενου 2 έδωσε μαρτυρία μόνο ο ίδιος. Κατέθεσε ότι όταν η εναγόμενη 1 επέδειξε ενδιαφέρον για να αγοράσει το ακίνητό του, υπέδειξε το ακίνητο στον Μ.Υ.1 και του παρέδωσε αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας για να προβεί σε έρευνα. Δεν υπέδειξε, όμως, τα σύνορα του ακινήτου για το λόγο ότι δεν ήταν αυτή η δουλειά του, ούτε του ζητήθηκε κάτι τέτοιο. Οι εργασίες ανοικοδόμησης στο ακίνητο ξεκίνησαν τον Μάιο του
- Η εναγόμενη 1, με την έναρξη των εργασιών, διόρισε δύο πολιτικούς μηχανικούς οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την τοποθέτηση και ανέγερση των οικοδομών. Από τις 23/5/1990 άρχισε να μεταβιβάζει μερίδια επί του ακινήτου στην εναγόμενη 1, με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία αντιπαροχής και ανάλογα με την εξέλιξη των εργασιών. Μέχρι τις 6/1/1995 συμπληρώθηκε η μεταβίβαση του 75% στην εναγόμενη 1, ποσοστό κατά το οποίο η εναγόμενη 1 εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένη συνιδιοκτήτρια στο ακίνητο. Το μεγαλύτερο μέρος των οικοδομικών εργασιών ολοκληρώθηκε το έτος
- Περί τα έτη 2000 - 2002 κτίστηκαν τρεις ακόμα κατοικίες από την εναγόμενη 1, οι οποίες πωλήθηκαν σε τρίτα πρόσωπα. Ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να ελέγχει και δεν έλεγχε την εκτέλεση των εργασιών οικοδόμησης από την εναγόμενη 1, εξαιρουμένων των τετραγωνικών μέτρων που θα λάμβανε. Είχε διορίσει αρχιτέκτονα της επιλογής του, ο οποίος έλεγχε μόνο αν η εκτέλεση των οικοδομών που θα λάμβανε γινόταν σύμφωνα με τις προδιαγραφές που συμφώνησε με την εναγόμενη
- Περαιτέρω, δεν μπορούσε να γνωρίζει αν έγινε οποιαδήποτε επέμβαση κατά την οικοδόμηση του ακινήτου. Οι οικοδομές που πήρε ως αντιπαροχή, οι οποίες εξακολουθούν να είναι στην κατοχή του, δεν εφάπτονται και ούτε επεμβαίνουν στο επίδικο ακίνητο. Πριν την πώληση του επίδικου ακινήτου στην ενάγουσα, πληροφορήθηκε από τον τότε ιδιοκτήτη του, Ευριπίδη Λεωνίδα, ο οποίος τυγχάνει να είναι εξάδελφός του, ότι κάποιες από τις οικοδομές που είχαν ανεγερθεί στο βορειοδυτικό μέρος του ακινήτου επενέβαιναν στο επίδικο ακίνητο. Τον ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να αποταθεί στην εναγόμενη 1 η οποία είχε την ευθύνη εκτέλεσης όλων των οικοδομικών και χωρομετρικών εργασιών. Aξιολόγηση Μαρτυρίας Παρακολούθησα με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Θα πρέπει να τονίσω ότι η αξιολόγησή τους δεν περιορίστηκε στην εντύπωση που άφησαν από το εδώλιο του μάρτυρα, αλλά επεκτάθηκε στην ουσία της εκδοχής τους, την οποία αντιπαρέβαλα με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που υπάρχει ενώπιόν μου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Όπως έχει αναφερθεί στην πρόσφατη υπόθεση P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ECLI:CY:AD:2014:A661, Πολ. Έφεση αρ. 277/2009, ημερομηνίας 10/9/2014: «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της. Ο Δικαστής ο οποίος έχει το ευεργέτημα αυτής της θεώρησης πραγμάτων καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του αποστασιοποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διέρχεται ολόκληρη την κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του Δικαστή (Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275).» O M.E.1, παρά το ότι κρίνεται γενικά ως αξιόπιστος, εντούτοις, θα πρέπει να επισημανθεί ότι αμφιταλαντεύτηκε σε σχέση με το χρόνο κατά τον οποίο περιήλθε σε γνώση της ενάγουσας η ύπαρξη της επέμβασης στο επίδικο ακίνητο. Ενώ στη γραπτή του δήλωση - τεκμήριο 1 - ισχυρίστηκε ότι διαπιστώθηκε στα πλαίσια της εξέτασης της αίτησης για εξωτερική οριοθέτηση του επίδικου ακινήτου, η έκδοση του οποίου ήταν προϋπόθεση για την έναρξη των εργασιών διαχωρισμού, αφήνοντας να νοηθεί ότι η επέμβαση είχε διαπιστωθεί πριν ξεκινήσουν οι εργασίες διαχωρισμού των οικοπέδων, κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι το πρόβλημα διαπιστώθηκε ενώ είχαν ήδη ξεκινήσει οι χωματουργικές εργασίες για το διαχωρισμό των οικοπέδων. Από τη στιγμή, όμως, που η έκδοση του πιστοποιητικού εξωτερικής οριοθέτησης ήταν προϋπόθεση για την έναρξη των εργασιών του διαχωρισμού, διερωτώμαι πώς ήταν δυνατό να είχαν ξεκινήσει το διαχωρισμό των οικοπέδων πριν την έκδοση του ως άνω πιστοποιητικού. Θα πρέπει, ακόμα, να επισημάνω ότι, ενώ στη γραπτή του δήλωση - τεκμήριο 1 - ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν είχε πληρώσει το τέλος των €25.135 για την εξασφάλιση της άδειας διαχωρισμού επειδή οι όροι της άδειας δεν θα συνήδαν με την επί τόπου κατάσταση του επίδικου ακινήτου, κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είχε πληρωθεί το ποσό αυτό, μεταβάλλοντας, κατ΄ αυτό τον τρόπο, θέση. Φυσικά, αυτό το οποίο αξίζει να επισημανθεί είναι ότι, όπως προκύπτει από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της συμφωνίας αγοράς του επίδικου ακινήτου - τεκμήριο 2 - η ενάγουσα ήταν ενήμερη για την επέμβαση που υπήρχε στο επίδικο ακίνητο από την ημερομηνία υπογραφής του τεκμηρίου 2 και αποδεχόταν όπως περιέλθει στην κατοχή της έκταση μικρότερη από αυτή η οποία είναι εγγεγραμμένη στο πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου ακινήτου, πέριξ των 1000 τ.μ. στην οποία υπήρχε η επέμβαση. Είναι κατάλληλο το σημείο αυτό για να σχολιαστεί η θέση του δικογράφου της εναγόμενης 1 ότι η ενάγουσα εμποδίζεται λόγω συμπεριφοράς ή/και λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα να εγείρει την παρούσα αγωγή της για το λόγο ότι πριν ή κατά τη σύναψη της συμφωνίας αγοράς του επίδικου ακινήτου γνώριζε ότι η έκτασή του δεν είναι αυτή που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εγγραφής αλλά μικρότερη, αποδεχόμενη τις οποιεσδήποτε συνέπειες εκ του ότι η έκταση ήταν μικρότερη. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1522: «Όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή. (Χ″Γιάννης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1970)1 C.L.R. 32) Το Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς μπορεί να πάρει τη μορφή του
- i)Κωλύματος λόγω παραστάσεων (Soanes v. London and South Western Railway [1919] 120 L.T.598).
- ii)Κωλύματος λόγω υποσχέσεων (Central London Property Trust Ltd. V. High Trees House Ltd. [1947] 1 K.B. 130) και iii) Περιουσιακού Κωλύματος.» Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στη συμφωνία αγοράς του επίδικου ακινήτου - τεκμήριο 2 - δηλώνεται ότι η ενάγουσα ήταν ενήμερη για την επέμβαση που υπήρχε εντός του επίδικου ακινήτου, περαιτέρω δε, ότι θα περιέρχετο στην κατοχή της έκταση μικρότερη από αυτή η οποία περιγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας του. Είμαι της άποψης ότι η δήλωση αυτή σε καμιά περίπτωση εμποδίζει ή περιορίζει το δικαίωμά της να αξιώνει την άρση της επέμβασης εναντίον των εναγομένων. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του όρου 9.3 του τεκμηρίου 2, η δέσμευση ότι δεν θα εγειρόταν απαίτηση για την επέμβαση στο επίδικο ακίνητο αφορούσε αυστηρά μόνο τη μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σχέση. Επισημαίνω ότι οι εναγόμενοι δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος του τεκμηρίου 2. Ούτε διαφαίνεται ότι η ενάγουσα δεσμεύτηκε ότι δεν θα ήγειρε απαίτηση για την επέμβαση στο επίδικο ακίνητο κατά των εναγομένων. Από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι η ενάγουσα δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε δήλωση ή παράσταση προς τους εναγόμενους, ειδικά προς την εναγόμενη 1, η οποία θα την εμπόδιζε από του να εγείρει την υπό εξέταση αγωγή της. Συνεπώς, το εγερθέν από την εναγόμενη 1 κώλυμα δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση. Θετική εντύπωση έχει αφήσει στο Δικαστήριο και ο Μ.Ε.3. Εν πρώτοις, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ειδικότητά του ως τυπογράφου υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Αδιαμφισβήτητο, επίσης, υπήρξε και το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του. Αποδέχομαι ότι στο σχέδιο που ετοίμασε - τεκμήριο 11 - μετέφερε πιστά την κατάσταση που διαπίστωσε επί τόπου μεταξύ του επίδικου ακινήτου και του ακινήτου των εναγομένων. Αποδέχομαι, επίσης, την ορθότητα όλων των μετρήσεων στις οποίες προέβηκε, όπως τις κατέγραψε στο τεκμήριο 11 και επεξήγησε στη μαρτυρία του. Συνακόλουθα, αποδέχομαι και το εύρημά του για την επέμβαση στο επίδικο ακίνητο από το ακίνητο των εναγόμενων εμβαδού 1010 τ.μ. Ο Μ.Υ.1 άφησε, επίσης, θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απάντησε σε ο,τιδήποτε του ζητήθηκε με ευθύτητα, αυθορμητισμό, χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Θα πρέπει να επισημάνω ότι η μαρτυρία του, κατά το μεγαλύτερο της μέρος, υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Αυτό το οποίο διαφάνηκε κατά την αντεξέτασή του είναι ότι έχουν προκύψει διαφορές μεταξύ της εναγόμενης 1 και του εναγόμενου 2, οι οποίες σχετίζονται με την εκπλήρωση των όρων της μεταξύ τους υπογραφείσας συμφωνίας αντιπαροχής - τεκμήριο 20 - η οποία αφορά την οικοδομική ανάπτυξη του ακινήτου των εναγομένων από την εναγόμενη 1. Οι μεταξύ τους διαφορές έχουν οδηγηθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στα πλαίσια δε των αγωγών που καταχωρίστηκαν, εκδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις, όπως επιμαρτυρεί το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του τεκμηρίου 25. Όμως, οι ως άνω διαφορές δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, γι΄ αυτό δεν προτίθεμαι να προβώ σε οποιοδήποτε περαιτέρω σχολιασμό της μαρτυρίας που αφορά τις ως άνω διαφορές τους. Αυτό το οποίο αναδύεται μέσα από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, ως αδιαμφισβήτητο γεγονός, είναι ότι το μέρος του επίδικου ακινήτου στο οποίο υπάρχει η επέμβαση έχει αναπτυχθεί οικοδομικά. Συγκεκριμένα, έχουν ανεγερθεί οικοδομές από την εναγόμενη 1, οι οποίες πωλήθηκαν σε τρίτα πρόσωπα, βάσει 7 πωλητηρίων εγγράφων - τεκμήριο 24. Τα ως άνω πωλητήρια έγγραφα έχουν κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Όπως, επίσης, υπήρξε αδιαμφισβήτητο, όλες οι ως άνω οικοδομές δεν περιλαμβάνονται στο μέρος των οικοδομών που αναλόγησαν και δόθηκαν στον εναγόμενο 2 δυνάμει της συμφωνίας αντιπαροχής - τεκμήριο 20. Ο Μ.Υ.3 με τη μαρτυρία του δεν πρόσφερε οτιδήποτε θετικό στην υπεράσπιση της εναγόμενης 1. Πέραν από την αναφορά του στο ιστορικό του επίδικου ακινήτου και του ακινήτου των εναγομένων, εξέφρασε απόψεις επί της απόφασης του διευθυντή του Κτηματολογίου να προχωρήσει στην επίλυση της συνοριακής διαφοράς χωρίς, όμως, να αποκαλύψει στο Δικαστήριο κατά πόσο έχει τα απαιτούμενα προσόντα ή την εμπειρία τα οποία θα τον καθιστούσαν ειδικό στα ζητήματα που σχολίασε, πέραν φυσικά του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι ήταν υπάλληλος του Κτηματολογίου για πολλά χρόνια. Στην έκθεση που ετοίμασε - τεκμήριο 27 - αμφισβητεί την ορθότητα του αρχικού διαχωρισμού του τεμαχίου 10/3 από το οποίο προέκυψαν τόσο το επίδικο όσο και το ακίνητο των εναγομένων. Όπως, ειδικότερα, αναφέρει στη σελίδα 3 του τεκμηρίου 27, με τα μετρικά όργανα που είχαν χρησιμοποιηθεί τότε δεν ήταν δυνατό να γίνει σωστή χωρομετρική εργασία. Παραδέχεται, επίσης, στη σελίδα 4, ότι κατά την εξωτερική οριοθέτηση του επίδικου ακινήτου, την οποία είχε ζητήσει η ενάγουσα, χρησιμοποιήθηκαν σύγχρονα χωρομετρικά όργανα και ο απαραίτητος τεχνικός εξοπλισμός, η χρήση του οποίου οδήγησε στη διαπίστωση της συνοριακής διαφοράς. Εντούτοις, παρά την άποψή του ότι ο αρχικός διαχωρισμός του τεμαχίου 10/3 δεν ήταν ορθός, με τη μαρτυρία του άσκησε κριτική στην απόφαση του διευθυντή του Κτηματολογίου να προχωρήσει στην επίλυση της συνοριακής διαφοράς και στον καθορισμό διαφορετικών συνόρων, υποστηρίζοντας ότι ο διευθυντής θα έπρεπε να είχε λάβει υπόψη του το πιστοποιητικό εξωτερικής οριοθέτησης που είχε εκδοθεί για το ακίνητο των εναγομένων κατά το 1999 - τεκμήριο 23. Το Δικαστήριο, όμως, δεν δεσμεύεται από τις απόψεις του μάρτυρα, ιδιαίτερα έχοντας κατά νου ότι δεν πρόκειται για άποψη ή γνώμη εμπειρογνώμονα. Συνεπώς, ούτε και το συμπέρασμά του ότι υπάρχει αδυναμία του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας να επιλύσει τις διαφορές συνόρων, μπορεί να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα. Εν πάση περιπτώσει, θα ήθελα να επισημάνω ότι το γεγονός ότι σε προγενέστερο χρόνο είχε εκδοθεί από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας το πιστοποιητικό εξωτερικής οριοθέτησης - τεκμήριο 23 - για το ακίνητο των εναγομένων, με το οποίο διαπιστώνετο ότι όλα τα ορόσημα της εξωτερικής περιμέτρου του ακινήτου κατασκευάστηκαν σύμφωνα με τα πρότυπα, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει κώλυμα για το διευθυντή του Κτηματολογίου στο να εξετάσει τη συνοριακή διαφορά η οποία είχε διαπιστωθεί από τον Μ.Ε.3, κατόπιν επιτόπιας εξέτασης. Ούτε θα μπορούσε να αποτελέσει κώλυμα στην έκδοση απόφασης η οποία δεν είναι σύμφωνη με το ήδη εκδοθέν πιστοποιητικό εξωτερικής οριοθέτησης - τεκμήριο 23. Θα ήθελα, ακόμα, να επισημάνω ότι το γεγονός ότι το τεκμήριο 23 δεν συνάδει με την απόφαση του διευθυντή για επίλυση της συνοριακής διαφοράς σε καμιά περίπτωση θα μπορούσε να τεκμηριώσει την άποψη του Μ.Υ.3 ότι υπάρχει αδυναμία του Κτηματολογίου να επιλύσει τις διαφορές συνόρων. Ο εναγόμενος 2 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κρίνεται ως ειλικρινής και αξιόπιστος. Φυσικά, θα πρέπει να επισημάνω ότι η μαρτυρία του, κατά το μεγαλύτερο της μέρος, ειδικά κατά το μέρος της που σχετίζεται με το επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Αξίζει, ακόμα, να υπογραμμίσω ότι το κατά πόσο είναι συνυπεύθυνος για την επέμβαση στο επίδικο ακίνητο, όπως του υπεβλήθη από την πλευρά της ενάγουσας και της εναγόμενης 1, είναι νομικό ζήτημα το οποίο θα αποφασιστεί αποκλειστικά από το Δικαστήριο με βάση την αποδεκτή μαρτυρία χωρίς να δεσμεύεται από την οποιαδήποτε άποψη του μάρτυρα. Η Αξιολόγηση της Μαρτυρίας των Εκτιμητών Όπως έχει ήδη αναφερθεί, για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας του τμήματος του επίδικου ακινήτου στο οποίο υπάρχει η επέμβαση, παρουσιάστηκε επιστημονική μαρτυρία. Η πλευρά της ενάγουσας παρουσίασε τον Μ.Ε.2, ενώ η πλευρά της εναγόμενης 1 τον Μ.Υ.2. Εν πρώτοις, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η ειδικότητα και των δύο μαρτύρων, ως εκτιμητών ακινήτων, υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Αξίζει, ακόμα, να αναφερθεί ότι και οι δύο μάρτυρες επεξήγησαν στο Δικαστήριο τη μέθοδο την οποία χρησιμοποίησαν για να καταλήξουν στα ευρήματά τους. Αναφέρω ότι η μέθοδος που χρησιμοποίησαν και οι δύο ήταν η συγκριτική. Τα καθήκοντα των εμπειρογνωμόνων έχουν επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην υπόθεση Πιττάλης κ.α. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1Β Α.Α.Δ. 814, 823 αναφέρθηκε ότι ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Έχοντας να επιλέξω μεταξύ των διιστάμενων εκτιμήσεων, προτιμώ, χωρίς δισταγμό, αυτή του Μ.Ε.
- Εν πρώτοις, θα πρέπει να επισημανθεί ότι επεξήγησε με επάρκεια και πλήρη πειστικότητα τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή του, το τμήμα του επίδικου ακινήτου στο οποίο υπάρχει η επέμβαση είναι ″προνομιούχο″ σε σύγκριση με το υπόλοιπο μέρος του, συνεπώς δε η ανά τετραγωνικό μέτρο αξία του είναι μεγαλύτερη από την ανά τετραγωνικό μέτρο αξία του υπόλοιπου μέρους του, άποψη την οποία αποδέχομαι ανεπιφύλακτα. Αυτό το οποίο έχω παρατηρήσει είναι ότι στην εκτίμησή του περιέλαβε μια ευρεία γκάμα συγκριτικών πωλήσεων ακινήτων, με παρόμοια ή σχεδόν παρόμοια φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά, οι περισσότερες εκ των οποίων είναι εγγύτερες χρονικά στο χρόνο απόκτησης του επίδικου ακινήτου από την ενάγουσα, αφού προέβηκε φυσικά στις αναγκαίες αναπροσαρμογές, όπως επεξήγησε, της τιμής τους ανάλογα με το κατά πόσο το υπό σύγκριση ακίνητο μειονεκτούσε ή υπερτερούσε του επίδικου. Πέραν, όμως, του πίνακα συγκριτικών πωλήσεων που περιλαμβάνεται στην έκθεσή του - τεκμήριο 8 -παρουσίασε ένα επιπρόσθετο πίνακα συγκριτικών πωλήσεων - τεκμήριο 8Α -τις οποίες διαπίστωσε κατόπιν νέας έρευνας που έκανε, τις οποίες έκρινε ότι θα έπρεπε να προσθέσει στην εκτίμησή του. Θα πρέπει δε να επισημανθεί ότι στο τεκμήριο 8Α επεκτάθηκε και σε πωλήσεις που είναι κατά πολύ μεταγενέστερες του χρόνου απόκτησης του επίδικου ακινήτου από την ενάγουσα, όταν ήδη υπήρξε σημαντική πτώση στις τιμές των ακινήτων, όπως οι πωλήσεις με αύξοντες αριθμούς 6 και
- Σε αντίθεση με τον Μ.Ε.2, ο Μ.Υ.2 δεν έπεισε το Δικαστήριο για την ορθότητα της εκτίμησής του. Εν πρώτοις, αυτό το οποίο έχω παρατηρήσει είναι ότι έλαβε υπόψη του ένα πολύ περιορισμένο αριθμό συγκριτικών πωλήσεων, σε αντίθεση με τον Μ.Ε.
- Το βασικό, όμως, μειονέκτημα της εκτίμησής του είναι ότι χρησιμοποίησε αποκλειστικά και επιλεκτικά, θα έλεγα, συγκριτικές πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του χρόνου απόκτησης του επίδικου ακινήτου από την ενάγουσα. Όπως ο ίδιος δε παραδέχθηκε, πρόκειται για πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά την απόφαση για την απομείωση, το γνωστό ″κούρεμα″ των καταθέσεων, που είχε ως αποτέλεσμα να επέλθει σημαντική πτώση στις τιμές όλων των ακινήτων, πέραν της πτώσης των τιμών που επέφερε η παγκόσμια οικονομική κρίση η οποία ξεκίνησε από τα μέσα του
- Είμαι της άποψης ότι η αξία του μέρους του επίδικου ακινήτου στο οποίο υπάρχει η επέμβαση θα έπρεπε να υπολογίζετο βάσει των τιμών που ίσχυαν ή τουλάχιστον είναι εγγύτερες στο χρόνο απόκτησης του επίδικου ακινήτου από την ενάγουσα, αφού η επέμβαση υπήρχε ήδη κατ΄εκείνο το χρόνο. Υπενθυμίζω ότι η ενάγουσα απέκτησε το επίδικο ακίνητο κατά το
- Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει, ακόμα, να επισημάνω ότι δεν έχω ικανοποιηθεί ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν έλαβε υπόψη του συγκεκριμένες πωλήσεις οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν από τον Μ.Ε.
- Οι λόγοι τους οποίους προέβαλε, κάθε άλλο παρά πειστικοί θα μπορούσαν να κριθούν. Ειδικά, όσον αφορά το τεμάχιο 154 (Α/Α 7 του πίνακα συγκριτικών πωλήσεων του Μ.Ε.2), αξίζει να αναφερθεί ότι παρά το ότι, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, ανήκει στην ίδια πολεοδομική ζώνη με τα ακίνητα με Α/Α 1 και 2 του καταλόγου συγκριτικών πωλήσεων της δικής του έκθεσης εκτίμησης - τεκμήριο 26 - και παρά το ότι πωλήθηκε μόλις δύο μήνες μετά την ημερομηνία πώλησης των ακινήτων με Α/Α 1 και 2, εντούτοις δεν το έλαβε υπόψη, προβάλλοντας την κάθε άλλο παρά πειστική δικαιολογία ότι αγοράστηκε από αλλοδαπό με σκοπό την ανέγερση κατοικίας. Το γεγονός ότι αγοράστηκε σε μια ψηλότερη τιμή που δεν συνάδει με τις τιμές στις οποίες αγοράστηκαν παραπλήσια ακίνητα, όπως ο ίδιος προέβαλε, δεν θεωρώ ότι αποτελεί πειστική δικαιολογία για να μην το περιλάμβανε στην έκθεση εκτίμησής του. Ως μη πειστική κρίνεται και η άποψή του ότι δεν θα έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί στον κατάλογο συγκριτικών πωλήσεων του Μ.Ε.2 τα ακίνητα με Α/Α 3 και 4 για το λόγο ότι αγοράστηκαν από τους ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου "Columbia Resort" για σκοπούς μελλοντικής επέκτασης του ξενοδοχείου. Ως επιπρόσθετο δε λόγο, για τον οποίο δεν θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη από τον Μ.Ε.2, προέβαλε το ότι πρόκειται για τεμάχια πολύ κοντά στην παραλία. Θα πρέπει, όμως, να επισημάνω ότι ο Μ.Ε.2 επεξήγησε με πολύ πειστικό τρόπο τους λόγους για τους οποίους τα συμπεριέλαβε στην έκθεση εκτίμησής του. Αξίζει, ακόμα, να αναφερθεί ότι, όπως ο Μ.Ε.2 τόνισε στη μαρτυρία του, γνωρίζοντας ότι τα υπό σχολιασμό συγκριτικά υπερτερούν έναντι του επίδικου ακινήτου, δεν υιοθέτησε τις ίδιες τιμές πώλησης αλλά υιοθέτησε αντίστοιχα το 29% της τιμής πώλησης του συγκριτικού με Α/Α 3 και το 26% της τιμής πώλησης του συγκριτικού με Α/Α
- Ευρήματα Τα ευρήματα στα οποία καταλήγω με βάση την ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία έχουν ως ακολούθως: Μέρος του επίδικου ακινήτου συνολικής έκτασης 1010 τ.μ. επηρεάζεται από επέμβαση του όμορου ακινήτου των εναγομένων. Η επέμβαση συνίσταται στην ανέγερση οικοδομών επί του επηρεαζόμενου τμήματος, συγκεκριμένα στην ανέγερση 7 κατοικιών με δρόμο και περίφραξη - περιτείχισμα. Οι συγκεκριμένες οικοδομές αποτελούν μέρος του συγκροτήματος οικοδομών το οποίο ανεγέρθηκε από την εναγόμενη 1 επί του ακινήτου των εναγομένων δυνάμει της πολεοδομικής άδειας - τεκμήριο 21 - και της άδειας οικοδομής - τεκμήριο 22, επεκτείνεται δε και στο μέρος του επίδικου ακινήτου στο οποίο υπάρχει επέμβαση. Βάσει της συμφωνίας αντιπαροχής, η οποία υπεγράφη μεταξύ των εναγόμενων - τεκμήριο 20, ο εναγόμενος 2 θα λάμβανε ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση του ακινήτου του στην εναγόμενη 1 μέρος των οικοδομών που θα ανεγείρονταν. Ειδικότερον, θα λάμβανε διαμερίσματα και ένα εστιατόριο. Οι οικοδομές που παρέλαβε, τελικά, ο εναγόμενος 2 από την εναγόμενη 1 δεν εμπίπτουν στο επηρεαζόμενο από την επέμβαση μέρος του επίδικου ακινήτου. Το μεγαλύτερο μέρος των οικοδομών συμπληρώθηκε μέχρι το
- Ολόκληρο δε το οικοδομικό συγκρότημα επί του ακινήτου των εναγομένων αποπερατώθηκε πριν την απόκτηση του επίδικου ακινήτου από την ενάγουσα. Όλες οι κατοικίες οι οποίες ανεγέρθησαν επί του επηρεαζόμενου από την επέμβαση μέρους του επίδικου ακινήτου πωλήθηκαν από την εναγόμενη 1 σε τρίτα πρόσωπα, τα οποία είναι και οι κάτοχοι των υπό αναφορά κατοικιών, όπως επιμαρτυρεί το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της δέσμης των πωλητηρίων εγγράφων - τεκμήριο
- Αποτελεί, επίσης, εύρημά μου ότι κατά το 1998 η εναγόμενη 1 υπέβαλε αίτηση προς το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λεμεσού για την έκδοση πιστοποιητικού εξωτερικής οριοθέτησης του ακινήτου των εναγομένων. Την 27/7/1999 εξεδόθη από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας το πιστοποιητικό εξωτερικής οριοθέτησης - τεκμήριο
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως διαφαίνεται από τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησής της, η ενάγουσα στηρίζει το αγώγιμο δικαίωμά της στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Το άρθρο 43
(1)το περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148 προνοεί τα ακόλουθα: «43.-
(1)Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο.» Στην υπόθεση Παπαχριστοφόρου ν. Καπνίση κ.α.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 244 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «.με βάση το άρθρο 43 του δικού μας περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, η παράνομη επέμβαση μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους ως εξής:
(1)Με οποιαδήποτε παράνομη είσοδο στην περιουσία ή
(2)οποιαδήποτε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή
(3)με παράνομη παρέμβαση σε τέτοια περιουσία από οποιοδήποτε πρόσωπο.» Στην υπόθεση Λάμπρου κ.α. ν. Κεφάλα κ.α.
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1516 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα.» Όπως είναι επίσης νομολογημένο, σε υποθέσεις παράνομης επέμβασης ο ενάγοντας είναι επιφορτισμένος με το βάρος απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης, παρουσιάζοντας την κατάλληλη μαρτυρία (Δημητρίου ν. Εγγλέζου κ.α.
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1285). Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η ενάγουσα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, το οποίο ενεγράφη επ΄ονόματί της κατά την 9/10/
- Βάσει δε και του αδιαμφισβήτητου περιεχομένου της γραπτής συμφωνίας - τεκμήριο 2 - η ενάγουσα αγόρασε το επίδικο ακίνητο την 22/5/
- Αποτέλεσε, επίσης, γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι η ενάγουσα είναι και η κάτοχος του επίδικου ακινήτου. Θα πρέπει να επισημάνω ότι δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε αντίθετος ισχυρισμός από πλευράς υπεράσπισης. Συμφώνως των ευρημάτων στα οποία έχω καταλήξει, μέρος του επίδικου ακινήτου συνολικής έκτασης 1010 τ.μ. επηρεάζεται από επέμβαση του όμορου ακινήτου των εναγόμενων 1 και 2, η οποία συνίσταται στην ανέγερση οικοδομών επ΄ αυτού, οι οποίες αποτελούν μέρος του συγκροτήματος οικοδομών το οποίο ανεγέρθηκε από την εναγόμενη 1 επί του ακινήτου των εναγομένων. Αναφορικά με το βάρος με το οποίο ήταν επιφορτισμένη η ενάγουσα να αποδείξει την επέμβαση στο επίδικο ακίνητο, πέραν του κοινά παραδεκτού γεγονότος της έκδοσης της απόφασης του διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 6/10/2009, με την οποία διαπιστώνετο η ύπαρξη της επέμβασης στο επίδικο ακίνητο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει η καθόλα αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.3 ο οποίος κατόπιν επιτόπιων εξετάσεων και κατόπιν των μετρήσεων που έκαμε στο επίδικο ακίνητο διαπίστωσε την ύπαρξη της επέμβασης, την οποία και αποτύπωσε επ΄ ακριβώς στο σχέδιο που ετοίμασε - τεκμήριο 11 - το περιεχόμενο του οποίου παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Η απόφαση του διευθυντή του Κτηματολογίου επιβεβαίωσε, κατά την άποψή μου, τις ως άνω διαπιστώσεις του Μ.Ε.
- Θα πρέπει δε να επισημανθεί ότι η απόφαση του διευθυντή του Κτηματολογίου επικυρώθηκε, κατ΄ ουσίαν, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στα πλαίσια της έφεσης την οποία καταχώρισε η εναγόμενη 1, με την οποία προσβάλλετο η ορθότητά της. Συνεπώς, η προσβληθείσα απόφαση ισχύει και δεσμεύει (Σολομώντος ν. Παπανεοκλή
(1992)1Β Α.Α.Δ. 906 και Αναστάσιος Ευριπίδη Αναστασίου ν. Αντωνίας ΠαπαΗλία Ηλιάδη κ.α., Πολ. Έφεση αρ. 27/2011 ημερομηνίας 12/12/2016). Αξίζει, ακόμα, να επισημανθεί ότι μέσα από τη μαρτυρία των μαρτύρων που παρουσίασε η εναγόμενη 1, ειδικά δε τη μαρτυρία του διευθυντή της (Μ.Υ.1), η ύπαρξη της επέμβασης στο επίδικο ακίνητο υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα ουδέποτε αποδέχθηκε ή συγκατατέθηκε στη συνέχιση της επέμβασης στο επίδικο ακίνητο, με αποτέλεσμα η επέμβαση να καθίσταται παράνομη. Έχοντας κατά νου όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω ότι η ενάγουσα κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης με το οποίο ήταν επιφορτισμένη. Η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησής της αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι όπως παύσουν να επεμβαίνουν παράνομα στο επίδικο ακίνητο, να διατάσσονται όπως εκκενώσουν και/ή κατεδαφίσουν και/ή μετακινήσουν τις υφιστάμενες οικοδομές που ανήγειραν επί του μέρους του επίδικου ακινήτου στο οποίο υπάρχει η επέμβαση καθώς επίσης και διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται όπως κατεδαφίσουν το ανεγερθέν περιτοίχισμα, ώστε να περιορίσουν την παράνομη επέμβαση. Σύμφωνα με τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, όλες οι οικοδομές οι οποίες ανεγέρθηκαν επί του μέρους του επίδικου ακινήτου στο οποίο υπάρχει η παράνομη επέμβαση πωλήθηκαν σε τρίτα πρόσωπα, με βάση πωλητήρια έγγραφα - τεκμήριο 24 - τα οποία κατατέθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Όμως, η ενάγουσα δεν συνένωσε τα πρόσωπα αυτά στην αγωγή της. Όπως είναι νομολογημένο, σε αγωγές που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (Γεωργιάδου ν. Γεωργιάδη
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1210). Είμαι της άποψης ότι ήταν αναγκαία η συνένωση στην παρούσα αγωγή και των ιδιοκτητών των ως άνω οικοδομών ώστε να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι για να εκφράσουν τις απόψεις τους. Έχοντας δε κατά νου ότι η έκδοση οποιουδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα θα επηρέαζε άμεσα τα δικαιώματα και συμφέροντα των ιδιοκτητών των ως άνω οικοδομών δεν θα μπορούσα να προχωρήσω στην έκδοση οποιουδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα στην απουσία τους. Όσον αφορά το αιτούμενο διάταγμα για κατεδάφιση του περιτειχίσματος των κατοικιών κατά τρόπο ώστε να περιοριστεί η παράνομη επέμβαση στο επίδικο ακίνητο, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.3, σε περίπτωση που το περιτείχισμα κατεδαφίζετο και ανεγείρετο πιο κοντά στις κατοικίες, σε απόσταση 3 μέτρων από αυτές, ώστε να είναι νόμιμες, η επέμβαση θα μπορούσε να περιοριστεί στα 646 τ.μ. Είμαι της άποψης, όμως ότι, από τη στιγμή που οι ιδιοκτήτες των ως άνω κατοικιών δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν θα μπορούσα να προχωρήσω στην έκδοση διατάγματος κατεδάφισης, έστω και του περιτειχίσματος των κατοικιών, από τη στιγμή που η κατεδάφισή του δυνατό να επηρέαζε οποιαδήποτε δικαιώματά τους. Ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι ότι, όπως αποκάλυψε η ενώπιόν μου μαρτυρία, οι εναγόμενοι, ιδιαίτερα δε η εναγόμενη 1 που είχε τη γενική ευθύνη για την ανέγερση του οικοδομικού συγκροτήματος στο ακίνητο των εναγομένων, φαίνεται ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη της επέμβασης στο επίδικο ακίνητο κατά το χρόνο ανέγερσης των οικοδομών. Μετά δε την ανέγερση του μεγαλύτερου μέρους των οικοδομών είχε ζητηθεί από την εναγόμενη 1 η έκδοση πιστοποιητικού εξωτερικής οριοθέτησης για το ακίνητο των εναγομένων, το οποίο εξεδόθη, τελικά, κατά την 27/7/1999 - τεκμήριο 23. Όπως βεβαιώνεται δε στο τεκμήριο 23, από έλεγχο που έγινε στο τεμάχιο των εναγομένων από αρμόδιο υπάλληλο του Γραφείου Χωρομετρίας, διαπιστώθηκε ότι όλα τα σχετικά ορόσημα της εξωτερικής περιμέτρου έχουν κατασκευαστεί σύμφωνα με τα πρότυπα του τμήματος. Σύμφωνα δε με την ενώπιόν μου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, η έκδοση του υπό αναφορά πιστοποιητικού ήταν απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να προχωρήσει ο εσωτερικός διαχωρισμός των οικοδομών που ανεγέρθηκαν επί του ακινήτου των εναγομένων προς το σκοπό της έκδοσης ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας. Η επέμβαση στο επίδικο ακίνητο, σύμφωνα με την ενώπιόν μου μαρτυρία, περιήλθε σε γνώση του διευθυντή της εναγομένης 1 (Μ.Υ.1) πολύ αργότερα, περί το 2004-2005, κατόπιν σχετικής πληροφόρησης που είχε από τον τότε εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου. Στη Σοφοκλέους κ.α. ν. Παύλου
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2047, η οποία αφορούσε παράνομη επέμβαση σε ακίνητο, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος άρσης της επέμβασης: «Η έκδοση ενός διατάγματος είναι στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, η οποία πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση ορισμένα κριτήρια και όχι αυθαίρετα. Ειδικά για διατάγματα διατακτικής μορφής (mandatory injunctions) στο αγγλικό σύγγραμμα CLERK & LINDSELL ON TORTS 16η έκδοση σελ. 328 παραγ. 7-06 διατυπώνονται, σε δική μας μετάφραση και περίληψη, οι πιο κάτω αρχές: (ι) Ένα διάταγμα διατακτικής μορφής πρέπει να εκδίδεται σε αραιές περιπτώσεις και τότε μόνο όταν ο ενάγων δείχνει ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να του προκληθεί σοβαρή ζημιά στο μέλλον αν δε δοθεί το διάταγμα. (ιι) Όταν η ζημιά που θα προκύψει λόγω άρνησης έκδοσης του διατάγματος δεν θα μπορεί να θεραπευθεί με την επιδίκαση αποζημιώσεων. (ιιι) Θα υπάρξει άρνηση έκδοσης του διατάγματος όπου η συμμόρφωση από τον εναγόμενο θα είναι παράνομη. Επομένως σε αντίθεση με τα απαγορευτικά διατάγματα, στην περίπτωση διαταγμάτων διατακτικής μορφής θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το κόστος του εναγομένου για συμμόρφωση. Για παράδειγμα στην υπόθεση Redland Bricks Ltd. v. Morris [1970] A.C. 652, διάταγμα επαναφοράς τοίχου που θα κόστιζε £30.000 περίπου, ακυρώθηκε από το αγγλικό Εφετείο για το λόγο ότι το ποσό αυτό ήταν δυσανάλογα μεγαλύτερο από την αξία της γης που επηρεάστηκε από την παράνομη επέμβαση. Τέτοια κριτήρια όμως δεν έχουν θέση εκεί όπου φαίνεται ότι ο εναγόμενος ενήργησε σκόπιμα. Σε τέτοια περίπτωση μπορεί να εκδοθεί το διάταγμα έστω κι αν η δαπάνη που θα υποστεί ο εναγόμενος είναι μεγάλη.» Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω ότι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να εκδώσει τα αιτούμενα στην έκθεση απαίτησης διατάγματα. Φυσικά, παρά το ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί αμέσως πιο πάνω, εντούτοις δικαιούται να αποζημιωθεί για την αποστέρηση του μέρους του επίδικου ακινήτου στο οποίο υπάρχει η παράνομη επέμβαση. Αναμφίβολα, η αποστέρηση του μέρους στο οποίο υπάρχει η παράνομη επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα ενόψει του ότι, όπως έχει ήδη αναφερθεί, επ΄ αυτού ανεγέρθηκαν οικοδομές οι οποίες πωλήθηκαν σε τρίτα πρόσωπα. Στην υπόθεση Λοϊζου ν. Αντωνίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1035, το πρωτόδικο Δικαστήριο αντί έκδοσης διατάγματος άρσης της παράνομης επέμβασης επιδίκασε στην ενάγουσα/εφεσείουσα αποζημιώσεις οι οποίες αντιπροσώπευαν την αξία του επίδικου μέρους του ακινήτου που επηρεαζόταν από την παράνομη επέμβαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επιδοκιμάζοντας την ως άνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ανέφερε τα ακόλουθα: «Προέκυπτε εν προκειμένω περιουσιακό κώλυμα το οποίο δεν επέτρεπε στην εφεσείουσα να επιμείνει στην ανάκτηση του επίδικου μέρους γης. Το κριτήριο δεν είναι το κατά πόσο η εφεσείουσα γνώριζε ή όχι ποια ήταν κτηματολογικώς η πραγματική κατάσταση σε σχέση με τα δικαιώματα της. Αυτό εξετάστηκε στην υπόθεση Taylor Fashions Ltd v. Liverpool Victroria Trustees Co [1981] 1 All E.R. 897, όπου αναφέρθηκε ότι εκείνο που ενδιαφέρει είναι μόνο το κατά πόσο θα ήταν, κάτω από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, άδικο να επωφεληθεί ο ιδιοκτήτης από ό,τι κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποτελούσε και για τον ίδιο και για την άλλη πλευρά κοινή κατάσταση πραγμάτων ασχέτως του αν προέκυπτε από λάθος. Δηλαδή, εκείνο που αποβαίνει κρίσιμο είναι το κατά πόσο θα ήταν ή όχι άδικο να αναιρεθεί η βάση - η εκ των υστέρων αποδειχθείσα λανθασμένη - επί της οποίας είχαν ενεργήσει οι ενδιαφερόμενοι. Η αποστέρηση του επίδικου μέρους γης της εφεσείουσας πρέπει ωστόσο να συνοδεύεται από κάποια οικονομική ρύθμιση προς αντιστάθμιση της απώλειας. Στην αγγλική υπόθεση Crabb v. Arun District Council [1975] 3 All E.R. 865 τονίστηκε ότι το δίκαιο της επιείκειας εκφράζεται ποικιλόμορφα για να διατηρεί ισορροπία μεταξύ των εμπλεκομένων. Στην προκείμενη περίπτωση το Επαρχιακό Δικαστήριο αντίκρυσε και αυτή την πτυχή του θέματος καθορίζοντας, με βάση τη μαρτυρία που προσήχθη εκ μέρους της εφεσείουσας, την αξία του επίδικου μέρους γης. Και, βέβαια, το Δικαστήριο δεν επεκτάθηκε σε οτιδήποτε άλλο αφού η εφεσείουσα δεν έθεσε άλλη οικονομική πτυχή.» Έχοντας κατά νου όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι η ενάγουσα δικαιούται να αποζημιωθεί για την αξία του μέρους του επίδικου ακινήτου στο οποίο υπάρχει η παράνομη επέμβαση. Το Δικαστήριο, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία του εκτιμητή της ενάγουσας, καταλήγει ότι η αγοραία αξία του μέρους του επίδικου ακινήτου το οποίο αποστερείται η ενάγουσα ανέρχεται στις €172.000, ποσό το οποίο θα πρέπει να επιδικαστεί προς όφελός της. Η αξία αυτή αντιστοιχεί στο χρόνο απόκτησης του επίδικου ακινήτου από την ενάγουσα. Η ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία αποκάλυψε ότι το πρόσωπο το οποίο ανέπτυξε και εκμεταλλεύτηκε οικοδομικά το μέρος του επίδικου ακινήτου στο οποίο υπάρχει η επέμβαση ήταν η εναγόμενη
- Επιπρόσθετα, η εναγόμενη 1 ήταν, αναμφίβολα, αυτή η οποία πώλησε τις ανεγερθείσες οικοδομές σε τρίτα πρόσωπα όπως άλλωστε επιμαρτυρεί το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των κατατεθέντων πωλητηρίων εγγράφων - τεκμήριο 24 - και αυτή η οποία προσπορίστηκε το οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάθεσή τους. Κατά συνέπεια, είμαι της άποψης ότι αυτή θα πρέπει να αποζημιώσει και την ενάγουσα για την αποστέρηση του μέρους του επίδικου ακινήτου στο οποίο υπάρχει η επέμβαση. Όσον αφορά τον εναγόμενο 2, παρά το ότι είναι ο εγγεγραμμένος συνιδιοκτήτης του ακινήτου των εναγομένων μαζί με την εναγόμενη 1, εντούτοις, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην ανέγερση ή ακόμα και στη διάθεση των οικοδομών που ανεγέρθηκαν επί του ως άνω μέρους του επίδικου ακινήτου. Συνακόλουθα, δεν φαίνεται να προσπορίστηκε ο ίδιος οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάθεσή τους σε τρίτα πρόσωπα. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με την ενώπιόν μου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, ο εναγόμενος 2 βάσει της συμφωνίας του με την εναγόμενη 1 - τεκμήριο 20 - πήρε ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση του ακινήτου του στην εναγόμενη 1, συγκεκριμένο μέρος των ανεγερθεισών οικοδομών οι οποίες δεν έχουν καμιά σχέση με τις κατοικίες οι οποίες ανεγέρθηκαν επί του μέρους του επίδικου ακινήτου στο οποίο υπάρχει η επέμβαση. Συνεπώς, είμαι της άποψης ότι δεν μπορεί να είναι υπόλογος για να αποζημιώσει την ενάγουσα. Η ενάγουσα δικαιούται, επίσης, να αποζημιωθεί για τη δαπάνη την οποία επωμίστηκε για την ετοιμασία της έκθεσης εκτίμησης του Μ.Ε.
- Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, εκδόθηκε τιμολόγιο - τεκμήριο 9 - για την έκθεση που ετοίμασε το οποίο εξοφλήθηκε από την ενάγουσα. Με βάση το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του τεκμηρίου 9, το ποσό της χρέωσης της ενάγουσας για την εκτίμηση είναι €1.955,
- Θα πρέπει να επισημάνω, ακόμα, ότι κατατέθηκαν από τον Μ.Ε.1 τέσσερις αποδείξεις είσπραξης - τεκμήριο 10 - για το ποσό των €500 έκαστη, οι οποίες εκδόθηκαν από την εταιρεία του Μ.Ε.
- Όμως, από τις ως άνω αποδείξεις, δύο μόνο σχετίζονται με το τιμολόγιο - τεκμήριο 9 - συγκεκριμένα, οι αποδείξεις υπ΄ αριθμόν 0901 και
- Η πληρωμή, μάλιστα, του ποσού των €500 δεν αφορά μόνο το τεκμήριο 9 αλλά δόθηκε έναντι και άλλων τιμολογίων τα οποία περιγράφονται στις ως άνω αποδείξεις. Εν πάση όμως περιπτώσει, από τη στιγμή που υπάρχει η αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.2, ότι το ποσό του τεκμηρίου 9 έχει πληρωθεί, θεωρώ ότι το ζήτημα έχει πλέον καλυφθεί. Αξιώνεται, επίσης, από την ενάγουσα το κονδύλι το οποίο καταβλήθηκε στον Μ.Ε.3 για την ετοιμασία της τοπογραφικής του μελέτης - τεκμήριο
- Η μαρτυρία, όμως, που παρουσιάστηκε για το συγκεκριμένο κονδύλι ήταν αντιφατική. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι το ποσό που καταβλήθηκε στον Μ.Ε.3 ήταν €
- Στο τιμολόγιο, όμως, που εξέδωσε ο Μ.Ε.3 - τεκμήριο 12 - το οποίο κατατέθηκε από τον Μ.Ε.1, καταγράφεται ως χρέωση το ποσό των €480 για την αποτύπωση των σπιτιών επί του επίδικου τεμαχίου. Στην απόδειξη δε είσπραξης που εξέδωσε ο Μ.Ε.3 - τεκμήριο 13 - η οποία επίσης κατατέθηκε από τον Μ.Ε.1, αναφέρεται ότι εισπράχθηκε από την ενάγουσα το ποσό των €600 έναντι λογαριασμού, χωρίς οποιαδήποτε άλλη διευκρίνιση. Από την άλλη, ο Μ.Ε.3 δεν έκαμε οποιαδήποτε αναφορά στη μαρτυρία του για το ακριβές ποσό που εισπράχθηκε από την ενάγουσα για την ετοιμασία της τοπογραφικής του μελέτης. Ενόψει του ότι ελλείπει η μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο για το ακριβές ποσό το οποίο εισπράχθηκε από τον Μ.Ε.3, θεωρώ ότι δεν μπορεί να επιδικαστεί οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με τη συγκεκριμένη δαπάνη. Πέραν των πιο πάνω κονδυλίων, αξιώνεται από την ενάγουσα το ποσό των €194,53 ημερησίως το οποίο, κατά τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, αντιπροσωπεύει τον ημερήσιο τόκο με τον οποίο χρεώνεται η ενάγουσα για το δάνειο το οποίο συνήψε, προς το σκοπό της εκμετάλλευσης του επίδικου ακινήτου. Σύμφωνα δε με τον Μ.Ε.1, το ως άνω ποσό αντιπροσωπεύει τη ζημιά της ενάγουσας λόγω της αδυναμίας εκμετάλλευσης του επίδικου ακινήτου συνεπεία της παράνομης επέμβασης. Παρά το ότι ο Μ.Ε.1 κατά την αντεξέτασή του αποδέχθηκε όπως το ως άνω αξιούμενο ποσό του τόκου μειωθεί και περιοριστεί επί του ποσού του δανείου το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την αγορά του επίδικου ακινήτου, εντούτοις, είμαι της άποψης ότι το ως άνω κονδύλι δεν συγκαταλέγεται στις αποζημιώσεις που δικαιούται η ενάγουσα. Το ίδιο θα πρέπει να λεχθεί και σε σχέση με το ποσό των €4.602 το οποίο, κατά τον Μ.Ε.1, αντιπροσωπεύει τα μεταβιβαστικά και υποθηκευτικά τέλη για το μέρος του τιμήματος αγοράς το οποίο αντιστοιχεί στα 1010 τ.μ. της παράνομης επέμβασης. Όσον αφορά το αξιούμενο ποσό των €9.000 για την ετοιμασία νέων αρχιτεκτονικών σχεδίων και νέας μελέτης διαχωρισμού συνεπεία της παράνομης επέμβασης, έχω να αναφέρω ότι, πέραν της αναφοράς που έκαμε σ΄ αυτό ο Μ.Ε.1, δεν παρουσιάστηκε άλλη μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να το τεκμηριώσει. Συνεπώς, ούτε αυτό το κονδύλι μπορεί να επιδικαστεί προς όφελος της ενάγουσας. Στην έκθεση απαίτησης αξιώνονται, επίσης, τιμωρητικές και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για την παράνομη επέμβαση των εναγομένων. Όμως, η συμπεριφορά των εναγομένων δεν ήταν τέτοιας φύσης, ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση αυτού του είδους των αποζημιώσεων εναντίον τους (Ερωτοκρίτου ν. Θεοδώρου κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1800). Για τους λόγους που έχω επεξηγήσει λεπτομερώς πιο πάνω, καταλήγω ότι η ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 για το ποσό των €172.000 ως η αξία του μέρους των 1010 τ.μ. το οποίο αποστερείται συνεπεία της παράνομης επέμβασης καθώς και για το ποσό των €1.955 ως η δαπάνη για την ετοιμασία της έκθεσης εκτίμησης του Μ.Ε.2. Φυσικά, το ποσό των €1.955 θα φέρει νόμιμο τόκο από σήμερα για το λόγο ότι δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία για το χρόνο κατά τον οποίο πληρώθηκε το ποσό αυτό, ειδικά δε κατά πόσο έχει πληρωθεί πριν την έγερση της παρούσας αγωγής. Η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 2 θα πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί λεπτομερώς πιο πάνω. Συνακόλουθα, και η διαδικασία του συνεναγόμενου την οποία καταχώρισε ο εναγόμενος 2 εναντίον της εναγόμενης 1 έχει καταστεί άνευ αντικειμένου, γι΄ αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης 1 ως ακολούθως: (α) €172.000 με νόμιμο τόκο (β) €1.955 με νόμιμο τόκο από σήμερα (γ) Έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 2 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του και εναντίον της ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. /ΜΧΚ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο