← Κύπρος

Αναφορικά με την εταιρεία MELTEL COMMS LTD, Αρ. Αίτησης: 51/2017, 7/6/2017

Αναφορικά με την εταιρεία MELTEL COMMS LTD, Αρ. Αίτησης: 51/2017, 7/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A174 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 51/2017 Αναφορικά με την Μονομερή Αίτηση υπ'αρ.51/17 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και Αναφορικά με την εταιρεία MELTEL COMMS LTD ------------------------------------------------- Ημερομηνία: 07/06/2017 Για την Αιτήτρια : κα. Ε. Ευρυπίδου για Α. Αργυρού και Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Α. Μανώλη Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Επίδικη Αίτηση Η Αιτήτρια με την επίδικη αίτηση ζητά : « Α. Ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 27/03/2017 για κράτηση του οχήματος με αρ. εγγραφής MBX

  1. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσει τον Καθ' ου η Αίτηση - Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού να επιστρέψει την κατοχή και/ή παραδώσει το όχημα με αρ. εγγραφής MBX 507 στην αιτήτρια ως την νόμιμη ιδιοκτήτρια και/ή δικαιούχο αυτού. Γ. Οποιανδήποτε άλλην και/ή περαιτέρω θεραπείαν το Σεβαστόν Δικαστήριον ήθελε κρίνει ως ορθήν, λογικήν και δικαίαν υπό τας περιστάσεις. » Η αίτηση στηρίζεται επί του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 άρθρα 2, 25, 26, 27 32 και 32Α, του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρθρα 15, 17, 23, 30, 33, 34 και 35, επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60άρθρα 2, 29 και 32, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, επί των επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των Κανόνων της Επιεικείας, της Πρακτικής και της Συμφύτου Εξουσίας των Δικαστηρίων. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του Μενέλαου Οδυσσέως, διευθυντή της Αιτήτριας. Εις αυτήν αναφέρει (παρατίθενται αυτούσια): «
  2. Είμαι ο διευθυντής της εταιρείας MELTEL COMMS LTD (ΗΕ 337097) αιτήτριας εις την παρούσα αίτηση. Επισυνάπτεται και σημειώνεται ως τεκμήριο 1 αντίγραφο έρευνας από το ηλεκτρονικό αρχείο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Γνωρίζω πλήρως και προσωπικώς τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια, όπως προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση στην οποία και προβαίνω, ως κατωτέρω. Για όσα γεγονότα δεν εμπίπτουν στο πεδίο γνώσης μου, αναφέρω κατωτέρω την πηγή πληροφόρησης μου, σύμφωνα και με τη νομική καθοδήγηση που έλαβα από την Έλενα Ευριπίδου εκ των δικηγόρων της Α. Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόροι της Αιτήτριας.
  3. Η Αιτήτρια είναι εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο δυνάμει του Κεφ. 113 και το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται εις την οδό Χριστάκη Κόμπου 6, 4106 στη Λεμεσό.
  4. Κατά ή περί τις 16 Φεβρουαρίου 2015 η Αιτήτρια εταιρεία αγόρασε από την εταιρεία AAXISS LTD (HE 333809) το όχημα με αριθμούς εγγραφής MBX 507 και αρ. πλαισίου SALVA2AE6DH847243 για το ποσό των €39,
  5. Δια του λόγου τω αληθές επισυνάπτεται και σημειώνεται ως τεκμήριο 2 αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. 2690494 ως επίσης ως τεκμήρια 3 και 4 αντιστοίχως απόδειξη κατάθεσης στην Ελληνική Τράπεζα ημερομηνίας 10/03/2015 του ποσού των €39,000 και απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 17/02/
  6. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να επισημάνω το γεγονός ότι το όχημα με αρ. εγγραφής MBX 507 ήτο εγγεγραμμένο στην Κύπρο από τις 23/06/2014 το οποίο είχε μεταβιβαστεί επ' ονόματι της εταιρείας AAXISS LTD στις 09/07/
  7. Προς τούτο επισυνάπτω και σημειώνω ως τεκμήριο 5 αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. 2631323 το οποίο τυγχάνει να έχω στην κατοχή μου.
  8. Στις 19/03/17 ενώ βρισκόμουν εντός του οχήματος με αρ. εγγραφής MBX 507 το οποίο οδηγούσα εγώ με συνοδηγό την σύζυγο μου και συνεπιβάτη τη θυγατέρα μου ηλικίας 15 ετών ένα διπλοκάμπινο όχημα χρώματος άσπρου χωρίς οιαδήποτε διακριτικά ότι επρόκειτο για αστυνομικό όχημα μου έγνεφε πεισματικά αναβοσβήνοντας μου τα φώτα να σταματήσω. Φοβούμενοι δε εγώ και η σύζυγος μου ότι επρόκειτο για εγκληματίες διστάζαμε να σταματήσουμε όμως παρά ταύτα καθότι δεν είχαμε κάνει οτιδήποτε μεμπτό αποφασίσαμε να σταματήσουμε το όχημα. Τότε από το διπλοκάμπινο κατέβηκε ένας άντρας και πλησίασε το όχημα μας ο οποίος μας ανάφερε ότι ήταν αστυνομικός και ότι το όχημα με αρ. εγγραφής MBX 507 αναζητείτο καθότι έχει δηλωθεί ως κλοπιμαίο και ότι έπρεπε να μεταφερθεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού. Τότε εγώ ως προτάχθηκα από τον εν λόγω αστυνομικό αφότου μετέφερα τη σύζυγο μου και τη θυγατέρα μου στο κατάστημα του αδελφού μου το οποίο βρισκόταν κοντά στο σημείο επί του οποίου μας σταμάτησαν, μετέφερα το όχημα υπό τη συνοδεία των αστυνομικών εις την Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού. Εκεί μου ανέφεραν ότι το όχημα είχε δηλωθεί ως κλοπιμαίο και θα πρέπει να κρατηθεί από την Αστυνομία με σκοπό να γίνουν όλες οι απαραίτητες έρευνες σε σχέση με την καταγγελία που υπάρχει. Εγώ τους ανάφερα ότι η εταιρεία μου είχε αγοράσει το όχημα από την εταιρεία AAXISS LTD καθ' όλα νομότυπα και ότι μπορούσα να τους προσκομίσω όλες τις απαραίτητες αποδείξεις. Εκείνη τη στιγμή δεν μου λήφθηκε οποιαδήποτε κατάθεση και έφυγα από την Αστυνομία αφήνοντας το εν λόγω όχημα στο χώρο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού.
  9. Την επόμενη ημέρα και συγκεκριμένα στις 20/03/17 επισκέφθηκα τα γραφεία των δικηγόρων της Αιτήτριας, Α. Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, όπου και έλαβα νομική συμβουλή. Από ενημέρωση την οποία έλαβα από την δικηγόρο Έλενα Ευριπίδου εκ των δικηγόρων της Α. Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε η ίδια έχει αποστείλει κατόπιν οδηγιών μου επιστολή στις 21/03/17 προς την Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού με την οποία ενημέρωνε τις Αστυνομικές Αρχές ότι επιθυμούμε να παρευρεθούμε ενώπιον του Δικαστηρίου εις την αίτηση της Αστυνομίας για εξασφάλιση διατάγματος κράτησης του οχήματος ιδιοκτησίας της εταιρείας μου με σκοπό να ακουστούμε και να υποβάλουμε τις θέσεις μας προς το Δικαστήριο. Δια του λόγου τω αληθές επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 6 επιστολή ημερομηνίας 21/03/17 ως επίσης και απόδειξη παραλαβής της επιστολής δια τηλεομοιότυπου ιδίας ημερομηνίας.
  10. Ως με ενημερώνει η δικηγόρος Έλενα Ευριπίδου κατά ή περί τις 29/03/17 έλαβε τηλεφώνημα από τον Αστ. 1807 Μαρίνο Περικλέους ο οποίος την ενημέρωσε ότι στις 27/03/17 μετέβησαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού όπου και εξασφάλισαν μονομερώς διάταγμα κράτησης του οχήματος με αρ. εγγραφής ΜΒΧ 507 χωρίς ποτέ να μας ειδοποιήσουν ούτε εμένα αλλά ούτε και τους δικηγόρους μου. Κατόπιν την ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να μεταβώ στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού για τη λήψη γραπτής κατάθεσης αναφορικά με την παρούσα υπόθεση.
  11. Έτσι στις 03/04/17 μετέβηκα στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού μετά της συνοδείας του δικηγόρου κ. Αλέκου Αργυρού όπου και έδωσα θεληματική κατάθεση στον Αστ. 1807 Μαρίνο Περικλέους αφότου μου επίστησε την προσοχή μου στο νόμο ότι διερευνώνται ποινικά αδικήματα, μεταξύ άλλων, συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και κλοπής. Επίσης τον εφοδίασα με όλα τα απαραίτητα έγγραφα και αποδείξεις που επιμαρτυρούν το γεγονός ότι το εν λόγω όχημα αγοράστηκε από την εταιρεία μου καθόλα νομότυπα τα οποία έχω επισυνάψει και στην παρούσα ως τεκμήρια.
  12. Περαιτέρω, θα ήθελα να αναφέρω ότι την ίδια ημέρα ενώ βρισκόμουν στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού για σκοπούς λήψης γραπτής κατάθεσης, μου δόθηκε από τον πιο πάνω αναφερόμενο αστυνομικό το διάταγμα το οποίο είχε εξασφαλιστεί στις 27/03/17 από το Ε.Δ Λεμεσού για κράτηση του οχήματος με αρ. εγγραφής MBX 507 στην απουσία μας και χωρίς σε καμία περίπτωση να ειδοποιηθούμε τόσο εγώ όσο και οι δικηγόροι μας για το πότε θα ελάμβανε χώρα η αίτηση εξασφάλισης του διατάγματος κράτησης του αυτοκινήτου ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς του Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού παρότι είχαμε ζητήσει γραπτώς με την επιστολή μας ημερομηνίας 21/03/17 όπως μας ενημερώσουν σχετικά με σκοπό να παρευρεθούμε και φέρουμε εις γνώσην του Δικαστηρίου τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω. Επισυνάπτεται ως τεκμήριο 7 αντίγραφο του διατάγματος το οποίο μου δόθηκε από τον Αστ. 1807 Μαρίνο Περικλέους ως αναφέρω ανωτέρω.
  13. Εδώ θα ήθελα να σημειωθεί ότι ουδέποτε μου δόθηκε ούτε η αίτηση ούτε και η ένορκη δήλωση η οποία συνόδευε την αίτηση της αστυνομίας για κράτηση του οχήματος μου, επομένως δεν έχω γνώση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του Α/Αστ. 1585 Π. Κεραυνού. Εξ όσων πιστεύω και όπως με ενημερώνουν οι δικηγόροι μου μαζί με το διάταγμα θα έπρεπε να μου είχε επιδοθεί και η αίτηση και η ένορκη δήλωση πράγμα το οποίο δεν συνέβη.
  14. Περαιτέρω, ως ο Αστ. 1807 Μάρινος Περικλέους ανάφερε σε εμένα στην παρουσία και του δικηγόρου κ. Αλέκου Αργυρού από τις έρευνες οι οποίες έχουν γίνει σε σχέση με το εν λόγω όχημα, αυτό που προέκυψε είναι ότι βάση του αρ. πλαισίου ως επίσης και του αρ. εγγραφής της μηχανής του εν λόγω οχήματος δεν φαίνεται να είναι κλοπιμαίο. Αυτό που φαίνεται να έχει δηλωθεί ως κλοπιμαίο και αναζητείται από την Interpol είναι ένα συγκεκριμένο εξάρτημα το οποίο βρίσκετε τοποθετημένο επί του εγκεφάλου του οχήματος.
  15. Επίσης ως ο Αστ. 1807 Μαρίνος Περικλέους μου ανάφερε επίσης εις την παρουσία του δικηγόρου μου κ. Αλέκου Αργυρού έχουν ενημερώσει την Interpol σχετικά με το γεγονός εξεύρεσης του εξαρτήματος και αν ο ιδιοκτήτης ενδιαφερθεί να ανακτήσει πίσω το εξάρτημα τότε θα μπορούσα να διαπραγματευθώ είτε μαζί του είτε με την ασφαλιστική εταιρεία για να το αγοράσω. Περαιτέρω, μου ανάφερε ότι το όχημα μου θα κρατηθεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού για τουλάχιστον τρείς μήνες και καλό θα ήταν να καλύψω το όχημα με ειδικό κάλυμμα για προστασία από τον ήλιο ως επίσης και να πηγαίνω κάθε τόσο να το θέτω σε λειτουργία για να μην φθαρεί η μπαταρία του.
  16. Είναι η θέση μου και ως με συμβουλεύουν και οι δικηγόροι της Αιτήτριας ότι αν το Σεβαστό Δικαστήριο γνώριζε ότι είχαμε πρόθεση να παρευρεθούμε κατά την ακρόαση της αίτησης της αστυνομίας για κράτηση του οχήματος της Αιτήτριας ως επίσης και όλα τα γεγονότα τα οποία έχω αναφέρει ανωτέρω δεν θα εξέδιδε το εν λόγω διάταγμα μονομερώς, χωρίς περιορισμένη χρονική διάρκεια και χωρίς οποιουσδήποτε όρους ως εμφαίνεται από το τεκμήριο 6 ανωτέρω.
  17. Εξ' όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Αιτήτριας, όταν η αστυνομία απευθύνεται στο Δικαστήριο για την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος και δη μονομερώς οφείλει να προχωρά με εύλογη σπουδή στην ολοκλήρωση των εξετάσεων της και με ανάλογη σπουδή να προχωρά στην καταχώριση ποινικών υποθέσεων ή να επιστρέφει την περιουσία που κατακρατεί στους δικαιούχους της ειδάλλως ενεργεί καταχρηστικά προς το Διάταγμα και καταπιεστικά προς τον ιδιοκτήτη της περιουσίας.
  18. Είναι η θέση μου και ως με συμβουλεύουν και οι δικηγόροι της Αιτήτριας η κράτηση του εν λόγω οχήματος από την Αστυνομία είναι καταχρηστική καθότι έχουν ήδη ολοκληρώσει τις έρευνες τους σε σχέση με το κατά πόσον το εν λόγω όχημα είναι κλοπιμαίο και θα έπρεπε είτε να επιστρέψουν το όχημα στην Αιτήτρια είτε θα έπρεπε να είχαν προχωρήσει μέχρι σήμερα στην καταχώρηση ποινικής υπόθεσης. Κάτι τέτοιο μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει αλλά καταχρηστικά κατακρατούν το όχημα μου για αλλότριους σκοπούς και συγκεκριμένα με σκοπό να διευκολύνουν τον ή τους ιδιοκτήτες του συγκεκριμένου εξαρτήματος το οποίο βρίσκεται επί του εγκεφάλου του οχήματος της Αιτήτριας που υποτίθεται αναζητείται ως κλοπιμαίο αν ενδιαφέρεται να διεκδικήσει την επιστροφή του.
  19. Με βάση τα πιο πάνω αναφερόμενα και προς τον σκοπό της πλήρους και ορθής απονομής της δικαιοσύνης, πιστεύω ότι είναι ορθό, δίκαιο και λογικό υπό τις περιστάσεις όπως εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες. » Η Ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση Ο Καθ' ου η Αίτηση αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση στην αίτηση, εις την οποία καταγράφονται 5 λόγοι ένστασης. Αυτοί είναι συγκεκριμένα οι εξής:
  20. Το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα.
  21. Το εκδοθέν διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίου, δηλαδή, του οχήματος μάρκας Range Rover χρώματος μαύρου με κυπριακούς αριθμούς έγγραφης ΜΒΧ507 από την Αστυνομία ημερομηνίας 27/03/2017 εκδόθηκε καθ'όλα νόμιμα και είναι ισχυρό.
  22. Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει λόγους και/ή επαρκείς λόγους για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος, συνεπώς η αίτηση της θα πρέπει να απορριφθεί.
  23. Το επίδικο κατασχεθέν τεκμήριο δεν δύναται να επιστραφεί αφού οι έρευνες της Αστυνομίας δεν έχουν ολοκληρωθεί.
  24. Η αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας του Δικαστηρίου και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα ήταν υπό τις περιστάσεις καταπιεστικό και άδικο μετρό το οποίο δεν θα υποβοηθούσε την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η Ένσταση βασίζεται στα άρθρα 2, 27, 32 και 32Α του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 155, στα άρθρα 23, 30, 33, 34 και 35 του Συντάγματος, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ1,2,3,4 και 64, στα άρθρα 2, 29, 30 και 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου, στις αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης και της Επιείκειας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την ένσταση δε υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Α/Αστ.1585 Π. Κεραυνού, εις την οποία αναφέρει (παρατίθενται αυτούσια) : « Λαμβάνω μέρος στην διερεύνηση υπόθεσης που αφορά τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος Αρ. 371 Κεφ. 154 και κλοπής Αρ. 255,262 του Κεφ. 154 για την οποία καταχωρήθηκε η αίτηση ημερομηνίας 25/04/2017, για την κατακράτηση του τεκμηρίου που αναφέρεται στην αίτηση και Ένορκη Δήλωση μου ημερομηνίας 27/03/2017 και έχω προσωπική γνώση των σχετικών γεγονότων. Αίτηση και διάταγμα ημερομηνίας 27/03/17 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού για να προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση. Επίσης έχω λάβει γνώση και νομική συμβουλή από τον Δημόσιο Κατήγορο Α. Μανώλη. Υιοθετώ τα όσα έχω αναφέρει στην Ένορκη Δήλωση μου ημερομηνίας 27/03/
  25. Έχω λάβει Νομική συμβουλή ότι το παρόν Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να ακυρώσει το Διάταγμα ημερομηνίας 27/03/17 και πως η αιτήτρια όφειλε να καταχωρήσει Έφεση με βάση το άρθρο 32.Α

(1)του Κεφ.
  1. Έχω διαβάσει την αίτηση της Αιτήτριας και την Ένορκη Δήλωση του Μενέλαου Οδυσσέως που την συνοδεύει και σε απάντηση στους ισχυρισμούς του αναφέρω τα ακόλουθα:
  2. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Μενέλαου Οδυσσέως στις παραγράφους 1-4 αυτοί δεν αμφισβητούνται με την διευκρίνιση όμως ότι από τις εξετάσεις τις Αστυνομίας προκύπτει ότι το εν λόγω αυτοκίνητο φέρει Ηλεκτρονική Ταυτότητα SALVA2AE2CH694861 και όχι SALVA2AE6DH847243 όπως φαίνεται στην ένορκη δήλωση του Οδυσσέως. Επιβεβαίωση στοιχείων οχήματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β.
  3. Ως προκύπτει από τα στοιχεία του οχήματος (Τεκμήριο Β) σελίδα 4 τα στοιχεία του οχήματος που κατακρατείται είναι SALVA2AE2CH694861 με ημερομηνία κατασκευής 28/06/12 και όχι SALVA2AE6DH847243 με ημερομηνία κατασκευής 02/10/13 τα οποία και δεν συνάδουν ούτε με την πραγματική ταυτότητα του οχήματος αλλά ούτε και με το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος ΜΒΧ507 και ως εκ τούτου δεν μπορεί να κυκλοφορεί. Από περαιτέρω εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι το όχημα με αριθμό πλαισίου SALVA2AE2CH694861 είναι ίδιας μάρκας και μοντέλου αυτοκίνητο, το οποίο στις 27/5/2014 καταγγέλθηκε ως κλοπιμαίο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έντυπό Interpol επισυνάπτεται ως τεκμήριο Γ.
  4. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Μενέλαου Οδυσσέως στην παράγραφο 5 το εν λόγω όχημα εντοπίστηκε από Αστυνομικό όχημα χωρίς διακριτικά και αφού ο Αστυνομικός πληροφόρησε τον Οδυσσέως για την ταυτότητα του, του ζήτησε να μεταφέρει το εν λόγω όχημα στην Αστυνομική Διεύθυνση Λ/σου αφού το εν λόγω όχημα εντοπιζόταν στο κατάλογο αναζητουμένων οχημάτων. Επιπρόσθετα των ως άνω να σημειωθεί ότι ο Οδυσσέως υπέγραψε σχετική απόδειξη παραλαβής τεκμηρίων η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ.
  5. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Μενέλαου Οδυσσέως στις παραγράφους 6-9 για την μη ενημέρωση της Αιτήτριας από την Αστυνομία για την πρόθεση της να καταχωρήσει αίτηση για κατακράτηση του επίδικου αυτοκινήτου η Αστυνομία δεν είχε καμία νομική υποχρέωση περί τούτου εφόσον πρόκειται για μονομερή αίτηση (ex-parte). Επιπλέον αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε με βάση την Ένορκη Δήλωση μου, ημερομηνίας 27/03/2017, εξέδωσε νομότυπα και δικαιολογημένα το Διάταγμα ημερομηνίας 27/03/
  6. Όσον άφορα τους ισχυρισμούς του Μενέλαου Οδυσσέως στην παράγραφο 10 είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι έγινε επίδοση του Διατάγματος στις 03/04/17 ενώ έλαβε γνώση της έκδοσης αυτού μέσω του Δικηγόρου του στις 29/03/
  7. Όσον αφορά την επιστολή με την οποία ο Οδυσσέως μέσω του Δικηγόρου του, ενημέρωνε την Αστυνομία ότι ενδιαφέρεται να είναι παρόν στην διαδικασία για έκδοση του διατάγματος κατακράτησης, ως με έχει πληροφόρηση ο Αστ. 1807 έλαβε γνώση αυτής στις 29/03/17 οπότε και ενημέρωσε την δικηγόρο του Οδυσσέως για την έκδοση του Διατάγματος. Επιπρόσθετα ως έχω λάβει Νομική συμβουλή ότι για οποιαδήποτε ένσταση επί του Διατάγματος ο κάθου η αίτηση είχε δικαίωμα έφεσης.
  8. Όσον άφορα τους ισχυρισμούς του Μενέλαου Οδυσσέως στις παραγράφους 11-12 αυτοί δεν γίνονται αποδεκτοί καθότι ο Αστ. 1807 Μ. Περικλέους με πληροφόρησε ότι τα όσα ανέφερε στον Οδυσσέως είναι τα όσα αναφέρονται επι του Τεκμηρίου Β. Επίσης ο Αστ. 1807 όπως με πληροφόρησε, έχει αναφέρει στον Οδυσσέως ότι υπήρχαν προηγούμενες περιπτώσεις όπου ιδιοκτήτες ή ασφαλιστικές εταιρείες έτυχε να ενδιαφερθούν για ανάκτηση άλλων αυτοκινήτων και υπήρξαν περιπτώσεις όπου είχαν καταλήξει τα μέρη σε συμφωνία. Περαιτέρω ώς με έχει πληροφορήσει, είχε αναφέρει στο Οδυσσέως ότι υπήρξαν περιπτώσεις όπου οχήματα είχαν κατακρατηθεί για κάποιο χρονικό διάστημα και πράγματι για επιπρόσθετη προστασία του οχήματος του, του είχε ζητήσει αν επιθυμούσε να το καλύψει με ειδικό κάλυμμα προστασίας από τον ήλιο και όποτε επιθυμεί να το θέτει σε λειτουργία για να μην φθαρεί η μπαταρία του. Επιπλέον λαμβάνονται όλα τα δυνατά μέτρα φύλαξης του οχήματος και δεν υπάρχει κίνδυνος φθοράς αυτού.
  9. Την 22/3/2016 το όχημα μεταφέρθηκε για αρχικό έλεγχο στην εταιρεία Χαράλαμπος Πηλακούτας η οποία είναι ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της Range Rover στην Κύπρο. Από τις εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι το εν λόγο όχημα φέρει σε τρία ξεχωριστά σημεία του όπως προβλέπεται από τον κατασκευαστή του, τον αριθμό πλαισίου SALVA2AE6DH
  10. Σε διαγνωστικό έλεγχο που έγινε μέσο Ηλεκτρονικού Υπολογιστή διαπιστώθηκε ότι η Ηλεκτρονική ταυτότητα του οχήματος αντιστοιχεί στο αυτοκίνητο με αριθμό πλαισίου SALVA2AE2CH
  11. Ως εκ τούτου από τις εξετάσεις διαπιστώνεται ότι οι αριθμοί πλαισίου που φαίνεται να έχει το εν λόγω όχημα και φαίνονται στην 1η και 2η παράγραφό του Τεκμηρίου Β δεν συνάδουν με το πραγματικό όχημα και ότι το πραγματικό όχημα είναι αυτό που φαίνεται στην παράγραφό 3 του Τεκμηρίου Β και ως εκ τούτο στο όχημα θα πρέπει να γίνουν περαιτέρω εξειδικευμένες επιστημονικές εξετάσεις.
  12. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Μενέλαου Οδυσσέως ότι θα μπορούσε να αφαιρεθεί το εξάρτημα και να του επιστραφεί το όχημα, αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός ενόψει τον όσων αναφέρονται στην παράγραφο 8 της παρούσας δήλωσης σε συνδυασμό με το γεγονός του ότι αν αφαιρεθεί ο εγκέφαλος του οχήματος αυτό καθίσταται σε αχρησία. Κατάθεση Αντρέα Ηλιάδη επισυνάπτεται ως τεκμήριο Ε.
  13. Όσον άφορα τους ισχυρισμούς του Μενέλαου Οδυσσέως στις παραγράφους 13-16 αυτοί απορρίπτονται καθότι η Αστυνομία καλόπιστα απευθύνθηκε στο Δικαστήριο για κατακράτηση του οχήματος, καθότι αυτό είναι αναγκαίο για σκοπούς ορθής διερεύνησης της υπόθεσης και αναμένονται να γίνουν περαιτέρω εξετάσεις τόσο επί του οχήματος όσο και επί άλλων προσώπων που εμπλέκονται στην υπόθεση αλλά και μέσω της INTERPOL καθότι παράλληλα με τις εξετάσεις τις Κυπριακής Αστυνομίας γίνονται εξετάσεις και από την Βρετανική Αστυνομία.
  14. Από τις εξετάσεις που έχουν γίνει μέχρι στιγμής φαίνεται να επιβεβαιώνεται σε μεγάλο βαθμό η αρχική πληροφορία (βλέπε ένορκη μου δήλωση ημερομηνίας 27/03/17) για τον τρόπο δράσης των εμπλεκόμενων μερών και ως προκύπτει ο Οδυσσέως συνδέεται με φιλικούς και οικογενειακούς δεσμούς με τον Γιώτη Χαρτούπαλλο.
  15. Ενόψει του ότι πρόκειται για πολύπλοκη υπόθεση για την διερεύνηση της οποίας απαιτούνται εξειδικευμένες εξετάσεις επί του οχήματος σε συνδυασμό με το γεγονός της εμπλοκής Αστυνομικών Αρχών από άλλη Χώρα, είναι η θέση μας ότι το εν λόγω όχημα πρέπει να παραμείνει στην κατοχή της Αστυνομίας και να απορριφθεί η παρούσα αίτηση.
  16. Εάν διαταχθεί από το Δικαστήριο η επιστροφή του στην Αιτήτρια είναι ενδεχόμενο το πρόσωπο το οποίο κατάγγειλε την κλοπή του στο Ηνωμένο Βασίλειο να το αποστερηθεί μόνιμα και η Κυπριακή Δημοκρατία θα είναι υπόλογη γι' αυτό. Τυχόν επιστροφή του επίδικου οχήματος θα προκαλούσε επιπτώσεις και στο ανακριτικό έργο αφού η Αστυνομία θα αποστερηθεί ουσιώδους μαρτυρίας για απόδειξη υπόθεσης που ενδεχομένως να καταχωρηθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
  17. Μετά την ολοκλήρωση των εξετάσεων από την Αστυνομία ο φάκελος της υπόθεσης θα αποσταλεί στο γραφείο του Εντίμου Γενικού Εισαγγελέα για μελέτη και σχετικές οδηγίες. » Η Ακρόαση της αίτησης Η ακρόαση της αίτησης έγινε βάσει των ενόρκων δηλώσεων. Η επιχειρηματολογία των δικηγόρων των διαδίκων Η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας ετοίμασε και παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση, ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ'ου η αίτηση αγόρευσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω εδώ ότι αναφέρθηκε από τους συνηγόρους προς υποστήριξη των θέσεων τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές και αρκούμαι εδώ να αναφέρω ότι έχω μελετήσει ενδελεχώς τις θέσεις που προβλήθηκαν. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Εξέταση της Αίτησης - Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Έχοντας μελετήσει την αίτηση και την ένσταση, συν βέβαια τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, καθώς επίσης και τις θέσεις που προβάλλουν οι δύο πλευρές καταλήγω στα εξής συμπεράσματα.
  18. Απόκρυψη από το Δικαστήριο ουσιωδών γεγονότων (βλ. σελ.5-8 της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου της αιτήτριας). Η θέση αυτή της αιτήτριας βασίζεται στο ότι η αιτήτρια στις 21/03/17 μέσω των συνηγόρων της ενημέρωνε την Αστυνομία ότι επιθυμούσε να παρίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου εις την αίτηση της Αστυνομίας για εξασφάλιση διατάγματος κράτησης του οχήματος με σκοπό να ακουστεί και να υποβάλει τις θέσεις της στο Δικαστήριο. Όμως ο καθ'ου η αίτηση απευθύνθηκε στο Δικαστήριο στις 27/03/17 με αίτημα κράτησης χωρίς να αναφερθεί οτιδήποτε προς το Δικαστήριο σχετικά με την εν λόγω επιστολή της και επιθυμία της να ακουστεί με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να εκδώσει μονομερώς το διάταγμα, χωρίς περιορισμένη χρονική διάρκεια και χωρίς οποιουσδήποτε όρους. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (βλ. Attorney-General a.o. v. Savvides (Νο. 2)
(1979)1 C.L.R. 349, Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583 και Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ 734). Το Δικαστήριο μπορεί λοιπόν να ακυρώσει ένα διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς και μόνο για το λόγο ότι κατά την έκδοση του δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων εφόσον τέτοια απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο (βλ. The Timberland Co of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ. ά.
(1998)1(B) ΑΑΔ 1179). Στην Demstar Limited v. Ζim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος «επενεργεί καταλυτικά - διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου». Το κριτήριο είναι αντικειμενικό (βλ. επίσης Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva
(2010)1Α Α.Α.Δ 82). Πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος. Το κριτήριο είναι κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν στην απουσία του, η απόφαση καθίσταται ακροσφαλής (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Ο Αιτητής σε μονομερείς αιτήσεις έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια-έρευνα θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου (βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1Α Α.Α.Δ 280). Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό και αν δεν ήταν γνωστό στον Αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ 248). Αν αποδειχθεί ουσιαστική απόκρυψη γεγονότος, το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο Αιτητής δεν αποκομίζει πλεονέκτημα από την απόκρυψη. Οι προεκτάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης των γεγονότων εξετάστηκαν στην αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd. v. Elcombe [1988] 3 All E.R. 188 (η οποία φαίνεται ότι έχει υιοθετηθεί και από τη δική μας νομολογία βλ. Γρηγορίου και Τσιερκέζου ανωτέρω) στην οποία τονίσθηκαν τα ακόλουθα: 1. Ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων. 2. Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους. 3. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον Αιτητή αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με εύλογη έρευνα. 4. Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
  1. i)φύση της υπόθεσης και (
  2. ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον αντίδικο. 5. Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον Αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει. 6. Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης· και 7. Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος. Τελικά το εκδικάζον Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια ως προς το κατά πόσον θα ακυρώσει ή όχι ένα παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε στη βάση αιτήσεως στην οποία απεκρύβη κάποιο γεγονός. Παρά δε την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους (βλ. Γρηγορίου ανωτέρω και CTO Public Company Limited κ.α. v. BAT (Cyprus) Limited κ.α.
(2012)1Α Α.Α.Δ. 178). Έχοντας υπόψη αυτά και ερχόμενος στην προκειμένη περίπτωση αναφέρω τα εξής. Κατ' αρχήν να σημειώσω ότι η θέση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση και συγκεκριμένα στην παράγραφο 6 της ένορκης του δήλωσης ως προς το ότι η επιστολή της αιτήτριας ήρθε σε γνώση του Αστ.1807 στις 29/03/17, οπότε αυτός ενημέρωσε τους δικηγόρους της αιτήτριας, δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο και συνεπώς παρέμεινε αναντίλεκτος. Με δεδομένο δε αυτό είναι σαφές ότι η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της αιτήτριας στην γραπτή της αγόρευση περί ψευδούς ισχυρισμού (βλ. σελ. 5, προ-τελευταία παράγραφος) είναι με σεβασμό λέω αυθαίρετη και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Συνεπώς με αυτά υπόψη και ελλείψει μαρτυρίας ότι ο Α/Αστ.1585 Κεραυνός γνώριζε για την επιστολή της αιτήτριας όταν αποτάθηκε στο Δικαστήριο στις 27/03/17 και εξασφάλισε το διάταγμα κατακράτησης του αυτοκινήτου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει διαπίστωση περί γνώσης της επιστολής και απόκρυψης της από το Δικαστήριο. Όμως ακόμη και αν για χάριν συζήτησης δεχτούμε ότι ο καθ'ου η αίτηση γνώριζε για την επιστολή αυτή, ως εκ της αποστολής της και μόνον που δεν αμφισβητήθηκε, όταν αποτάθηκε στο Δικαστήριο στις 27/03/17, δεν θεωρώ ότι η μη αναφορά στην επιστολή αυτή συνιστά απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος που να μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω στη νομική πτυχή για το θέμα της παράλειψης αποκάλυψης γεγονότος. Ως έχει νομολογηθεί δεν είναι η παράλειψη κάθε γεγονότος που οδηγεί σε ακύρωση ενός διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Το γεγονός θα πρέπει να είναι ουσιώδες για την απόφαση του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην Demstar Limited ανωτέρω, ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για έκδοση του κάθε είδους διατάγματος. Η ουσιαστικότητα και σημασία του γεγονότος που απεκρύβη κρίνεται λοιπόν από τον εκδικάζοντα Δικαστή με γνώμονα τη σημασία του γεγονότος σε σχέση με τα επίδικα θέματα (βλ. CTO Public Company Limited κ.α. ανωτέρω). Στα πλαίσια αιτήσεων κατακράτησης επίδικο θέμα είναι κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Αυτό που κρίνεται δε από το Δικαστήριο είναι η αναγκαιότητα της περαιτέρω κράτησης του κατασχεθέντος αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας. Η διακριτική δε ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 32
(1)στο Δικαστήριο να διατάξει τέτοια κράτηση για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας, είναι ευρεία. Οι σχετικές αιτήσεις μπορούν να γίνουν μονομερώς. Δεν αποτελεί προϋπόθεση έκδοσης διατάγματος κράτησης η επίδοση της αίτησης και κατ' επέκταση η ενημέρωση ή η παρουσία του Καθ' ου η αίτηση. Ως αναφέρεται ουσιαστικά και στην Παντελίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 84, κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε περιπλοκές και αδιέξοδα στη λειτουργία του ίδιου του Νόμου και καθυστέρηση ενώ επιβάλλεται ταχεία ενέργεια. Η εκδήλωση λοιπόν της επιθυμίας του Καθ' ου η αίτηση να εμφανισθεί και να ενστεί στα πλαίσια της αίτησης κατακράτησης, όπως έγινε στην προκειμένη, δεν αποτελεί κατά την κρίση μου ουσιώδες γεγονός σχετικό με τα επίδικα θέματα που εξετάζονται στα πλαίσια έκδοσης διατάγματος κατακράτησης. Συνεπώς η αποκάλυψη του δεν μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις εκείνες προς έκδοση του επίδικου διατάγματος, οι οποίες με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι συνέτρεχαν στην προκειμένη. Κατ' επέκταση αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση του επίδικου διατάγματος. Η απόφαση στην Πολ.Αίτ.90/09, Αναφορικά με την αίτηση του Γενικού Ειαγγγελέα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 181, στην οποία παραπέμπει σχετικά η συνήγορος της Αιτήτριας δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω κρίση μου για τους λόγους που θα εξηγήσω. Η εν λόγω απόφαση αφορούσε αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα για έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, προς ακύρωση απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε διάταγμα κράτησης τεκμηρίων και διατάχθηκε η επιστροφή τους. Ως γνωστό στα πλαίσια του υπό αναφορά προνομιακού εντάλματος εκείνο που εξετάζεται είναι εάν από το «πρακτικό» του κατώτερου Δικαστηρίου διαπιστώνεται πρόδηλη έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας ή νομική πλάνη, οπόταν η ελεγχόμενη απόφαση ακυρώνεται (βλ. Άνθιμου
(1991)1 Α.Α.Δ. 41). Αντικείμενο δε της διαδικασίας του Certiorari δεν είναι ο έλεγχος της ορθότητας μιας απόφασης αλλά της νομιμότητας της (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Marewave Shipping & Τrading Company Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 116). Στην εν λόγω απόφαση εκείνο που εξετάσθηκε είναι το κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εξουσία όχι μόνο έκδοσης διατάγματος επιστροφής τεκμηρίων (κάτι που είχε σύμφωνα με το άρθρο 32
(3)του Κεφ. 155) αλλά και ακύρωσης του διατάγματος κατακράτησης. Στα πλαίσια αυτά εκείνο που ουσιαστικά κρίθηκε ήταν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εξουσία ακύρωσης τέτοιου διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, σε περίπτωση που έκρινε ότι υπήρχε παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Δεν κρίθηκε όμως ταυτόχρονα ως ορθή (εφόσον δεν ελέγχεται η ορθότητα της απόφασης) και συνεπώς δεν μπορεί κατά την κρίση μου να θεωρηθεί ως δεσμευτικό προηγούμενο, η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τέτοιο ουσιώδες γεγονός αποτελεί η μη αποκάλυψη της επιθυμίας του Καθ' ου η αίτηση να ακουσθεί στα πλαίσια αίτησης προς έκδοση διατάγματος κατακράτησης. Κάτι που ξεκαθαρίζω, με κάθε σεβασμό, ότι κατά την δική μου κρίση δεν αποτελεί τέτοιο ουσιώδες γεγονός. 2. Μη επίδοση της μονομερούς αίτησης και της ένορκης δήλωσης (βλ. σελ.8-10 της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου της αιτήτριας). Παραπονείται ο ενόρκως δηλών στην αίτηση ότι ενώ του δόθηκε από τον Αστ.1807 το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ.27/03/17, δεν του δόθηκε και η αίτηση στη βάση της οποίας εξασφαλίστηκε το Διάταγμα αλλά ούτε και η ένορκη δήλωση που τη συνόδευε. Ότι η διαδικασία κατακράτησης τεκμηρίων είναι πολιτική και όχι ποινική είναι σαφές από τη Νομολογία (Ησαία κ.α. v. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 669, Ποιν.Έφ.70/2015, CH. & G Emporium Cars Ltd v. Αστυνομίας ημερ.12/07/2016). Δεδομένο είναι επίσης ότι η διαδικασία αυτή ρυθμίζεται από το άρθρο 32 του Κεφ.155, το οποίο δεν προβλέπει για επίδοση είτε του διατάγματος είτε της αίτησης. Από εκεί και πέρα σημειώνω ότι ο ενόρκως δηλών στην αίτηση δεν αναφέρει πουθενά ότι ζήτησε την αίτηση και την ένορκη δήλωση από την Αστυνομία και δεν του δόθηκαν, αλλά περαιτέρω ούτε και εξηγεί γιατί δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο ως άμεσα ενδιαφερόμενο μέρος για να εξασφαλίσει αυτά τα έγγραφα, εφόσον του δόθηκε το διάταγμα και γνώριζε τον αριθμό της αίτησης. Συνεπώς θεωρώ ότι από τη στιγμή που ο ίδιος δεν έπραξε οτιδήποτε για να τα εξασφαλίσει, δεν μπορεί να έρχεται εκ των υστέρων και να ζητά ακύρωση του διατάγματος απλά και μόνον λέγοντας ότι δεν του δόθηκαν. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν προκύπτει με βάση αυτά θεωρώ οιοσδήποτε βάσιμος λόγος ακύρωσης του διατάγματος. 3. Κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (βλ. σελ.10-12 της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου της αιτήτριας). Έχοντας υπόψη μου όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των 2 πλευρών ευθέως αναφέρω ότι ουδόλως διαπιστώνεται η εισηγούμενη κατάχρηση από μέρους της αστυνομίας του διατάγματος του Δικαστηρίου. Έχοντας κατά νου τις διαπιστώσεις που έγιναν εν σχέση με το αυτοκίνητο και συγκεκριμένα ότι οι αριθμοί πλαισίου που εντοπίζονται στο όχημα δεν συνάδουν με το πραγματικό όχημα, η ηλεκτρονική ταυτότητα του οποίου αναφέρεται στο τεκμήριο Β που επισυνάπτεται στην ένσταση, την συνέχιση της διερεύνησης της υπόθεσης και των εξεταζόμενων αδικημάτων και τις περαιτέρω εξετάσεις που αναμένεται να γίνουν και ή τις εξειδικευμένες εξετάσεις που απαιτούνται, όλα αυτά μαζί οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η θέση της αιτήτριας είναι αστήριχτη και αβάσιμη. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι δεν είναι λογικό να επιστραφεί το αυτοκίνητο στην αιτήτρια από τη στιγμή που αυτό καταγγέλθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο ως κλοπιμαίο και όπως γίνεται αντιληπτό υπάρχει άλλο πρόσωπο που το διεκδικεί, σε συνάρτηση με τις διαπιστώσεις που έγιναν εν σχέση με το αυτοκίνητο ως αναφέρεται και ανωτέρω. Δεν θα ήταν βέβαια ορθό, υπό το φως όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο να προβεί σε οποιεσδήποτε διαπιστώσεις περί κυριότητας ή περί του ποιος είναι ο δικαιούχος του αυτοκινήτου αυτού, πόσο μάλλον σε σχετικά ευρήματα (όπως στην ουσία ζητά η αιτήτρια να γίνει). Κρίνω συναφώς ότι είναι αναγκαία η περαιτέρω κράτηση του. Η διάθεση του είναι δε κάτι που θα απασχολήσει το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την ουσία της ποινικής υπόθεσης, εφόσον καταχωρηθεί, κατά το πέρας αυτής. Σε κάθε περίπτωση όμως αναφέρεται εδώ ότι δεν έχει καταδειχθεί μέσα από όσα αναφέρει η πλευρά της αιτήτριας ούτε ότι η Αστυνομία κατακρατεί το όχημα για αλλότριους σκοπούς αλλά ούτε και ότι κατακρατεί το όχημα για μεγάλο χρονικό διάστημα, αδικαιολόγητα, χωρίς να καταχωρήσει ποινική υπόθεση, για να μπορούμε να μιλούμε για κατάχρηση ως ισχυρίζεται η συνήγορος της αιτήτριας στην γραπτή της αγόρευση. Κατάληξη Η αίτηση ημερ.25/04/2017 απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final Αναφορά: Ποινική - Αίτηση ακύρωσης διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίου και επιστροφής του. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.