ΠΑΟΛΑ ΧΑΤΖΗΣΩΤΗΡΙΟΥ ν. ΑΚΙΣ ΚΟΜΟΔΡΟΜΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής 5352/2015, 16/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A194 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5352/2015 Μεταξύ: ΠΑΟΛΑ ΧΑΤΖΗΣΩΤΗΡΙΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγουσας -και- ΑΚΙΣ ΚΟΜΟΔΡΟΜΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λευκωσία
- ΑΚΗΣ ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ, από τη Λευκωσία Εναγομένων -------------------------------------- Αίτηση ημερ. 9.1.2017 Ημερ.: 16.6.2017 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Χρ. Περίκκου για Phc Tsangarides LLC Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κα Ι. Ιωσηφάκη για Ευθύμιος Κ. Ιωσήφ & Συνεργάτες (JLaw) ΔΕΠΕ ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ H αγωγή καταχωρίστηκε την 30.12.2015 με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο. Τροποποιημένο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρίστηκε την 6.12.
- Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια δύο τεμαχίων στον Άγιο Αθανάσιο στη Λεμεσό με συμφωνία ημερ. 16.3.2007 τα μίσθωσε στην Εναγόμενη 1 για περίοδο δεκατριών ετών από 1.9.2007 μέχρι 31.8.
- Οι Εναγόμενοι, όπως αναφέρεται, παραχώρησαν εγγύηση €44.200,48 (£24.000) την οποία θα είχε στην κατοχή της η Ενάγουσα και θα επέστρεφε στην Εναγόμενη 1 με την λήξη ή τον τερματισμό της συμφωνίας μίσθωσης ή της όποιας παράτασης της νοουμένου ότι η Εναγόμενη 1 θα παρέδιδε τα ακίνητα όπως τα παρέλαβε δηλαδή καθαρά χωρίς οποιαδήποτε υποστατικά ή εγκαταστάσεις και νοουμένου ότι δεν θα υπήρχαν οποιεσδήποτε οφειλές. Ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την πιστή τήρηση των όρων της συμφωνίας μίσθωσης από την Εναγόμενη
- Σύμφωνα πάντα με την αξίωση η συμφωνία μίσθωσης τερματίστηκε από την Ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 16.11.2015 οπόταν και οι Εναγόμενοι είχαν κληθεί να καταβάλουν τα δεδουλευμένα ενοίκια και να παραδώσουν στην Ενάγουσα την κατοχή των υπό μίσθωση τεμαχίων. Η αξίωση αφορά σε καθυστερημένα ενοίκια για την περίοδο Απριλίου - Νοεμβρίου 2015 για ποσό €34.494,86 και έκτοτε €4.867,81 το μήνα μέχρι εκκένωσης και παράδοσης ελεύθερης κατοχής των επίδικων τεμαχίων. Αξιώνεται ακόμα δήλωση ότι οι Εναγόμενοι κατέχουν τα τεμάχια παράνομα και διάταγμα για να τα εκκενώσουν και παραδώσουν την κατοχή τους στην Ενάγουσα. Ως προς το διαδικαστικό ιστορικό της αγωγής σημειώνεται ότι αμφότεροι οι Εναγόμενοι είχαν από 27.1.2016 καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Την 17.3.2016 καταχωρίστηκε αίτηση για συνοπτική απόφαση που αποσύρθηκε και απορρίφθηκε την 21.6.2016 άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρισης νέας. Την 28.6.2016 η κλίμακα της αγωγής αυξήθηκε από €10.000 - €50.000 σε €500.000 - €2.000.000 και, όπως προειπώθηκε, την 6.12.2016 καταχωρίστηκε το Τροποποιημένο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα κατόπιν εκ συμφώνου διατάγματος ημερ. 23.11.
- Την 9.1.2017 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία η Ενάγουσα δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εξαιτείται συνοπτική απόφαση εναντίον των Εναγομένων. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 9.1.2017 της Ενάγουσας. Σε αίτηση για συνοπτική απόφαση ο ενάγοντας, πέραν του να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο κάτω από τη Δ.2, θ.6 και ότι ο εναγόμενος καταχώρησε εμφάνιση, πρέπει να στηρίζει την αίτηση του με ένορκη δήλωση από πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά τα γεγονότα επαληθεύοντας την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται, δηλώνοντας ότι πιστεύει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί για την τήρηση από την Ενάγουσα των προϋποθέσεων ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Από την άλλη πλευρά, οι Εναγόμενοι πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα τα οποία να μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να τους παράσχουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Αυτοί καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεση Ένστασης με επτά λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 17.3.2017 του Εναγόμενου 2, διευθυντή της Εναγόμενης
- Με Ενδιάμεση Απόφαση επιτράπηκε η καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης από τον Εναγόμενο 2 που καταχωρίστηκε την 27.4.
- Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.18 τέθηκαν από παλιά και επαναλαμβάνονται στις πιο τελευταίες αποφάσεις των Δικαστηρίων. Σκοπός της Διαταγής είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη αν μπορεί να αποδείξει την απαίτηση του καθαρά και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη (bona fide) υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Στην Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, 243-4 αναφέρεται ότι: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co Ltd. v. The Central Co-operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 Α.Α.Δ. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στην Ανδρονίκου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 977, 980-1 υιοθετείται απόσπασμα από την Νεάρχου κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 818, 824-6 όπου αναφέρεται ότι: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ. 1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Στη Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, αναφέρεται ότι: «΄Εχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση.» Στη Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, αναφέρεται ότι: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. ... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Στην Ν.V.Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1912, αναφέρεται ότι: «.Είναι αρκετό για εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το Δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Όμως, το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς.» Στην Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 148, 154 αναφέρεται ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου. Στην Ζερβός ν. Εuroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, 1972, αναφέρεται ότι: «Να υποδείξουμε αυτό που έχει λεχθεί πολλές φορές, και αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα ενόψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει, ως προς τα δικαιώματα δηλαδή που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του συντάγματος μας και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18 Κ.1(α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή.» Πιο πρόσφατα στην Sensus Gymnasium Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1795, 1891, αναφέρεται ότι: «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια.» Ενδιαφέρει ουσιαστικά το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης του Εναγόμενου 2 από το οποίο θα πρέπει να διαπιστωθεί κατά πόσον οι Εναγόμενοι ικανοποιούν ότι έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας ή έχουν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία μπορούν να κριθούν ικανοποιητικά για να τους παράσχουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Η θέση που προβάλλεται είναι ότι μέχρι και τον Οκτώβριο του 2015 η Εναγόμενη 1 κατέβαλλε ανελλιπώς το ποσό των €2.848 μηνιαία. Αποδέχεται ο Εναγόμενος 2 ότι τα ενοίκια που προβλέπει η συμφωνία είναι όπως αναφέρονται στην αξίωση και επαναλαμβάνονται στην παρ.5 της Ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας και αναφέρει ότι αρκετές φορές γραπτά και προφορικά είχαν ζητήσει την τροποποίηση του σχετικού όρου λόγω των οικονομικών συνθηκών, προφανώς εννοώντας της γενικότερης οικονομικής κρίσης στην Κύπρο. Αναφέρει ακόμα πως η Ενάγουσα παραλάμβανε το ποσό των €2.848 «έναντι των οφειλομένων ποσών όπως εκ της συμβάσεως προκύπτουν μέχρι της μεταξύ των μερών συμφωνίας ως προς την τροποποίηση συγκεκριμένων όρων της συμφωνίας ημερομηνίας 16.3.2007» και πως η Εναγόμενη 1 κατέβαλλε ανελλιπώς τα οφειλόμενα ενοίκια. Πιο συγκεκριμένα, στην παρ.12, ο Εναγόμενος 2 προβάλλει τη θέση ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν παράνομος αφού η Εναγόμενη 1 «κατέβαλλε ανελλιπώς το μειωμένο ποσό το οποίο συμφωνήθηκε έπειτα από προφορική συμφωνία με την Ενάγουσα-Αιτήτρια και επιβεβαιώθηκε με επιστολή των δικηγόρων αυτής». Σε σχέση με την Τραπεζική Εγγυητική στην οποία αναφέρεται και η Ενάγουσα σημειώνει ότι η Ενάγουσα δόλια και καταχρηστικά την απαίτησε και την είσπραξε λαμβάνοντας ποσό €41.006,43. Προβάλλεται ακόμα η θέση ότι κατ' ακολουθία του όρου 5(α) της συμφωνίας της 16.3.2017, κατά την υπογραφή της, οι Εναγόμενοι κατέβαλαν στην Ενάγουσα ως εγγύηση £12.000 που αντιστοιχεί σε €20.500 και ότι η Ενάγουσα δεν συνυπολόγισε και δεν συμψήφισε το ποσό αυτό το οποίο κατακρατεί. Στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση και όταν εξετάζονται οι προβαλλόμενες θέσεις του ενιστάμενου δεν κρίνεται η αξιοπιστία του ομνύοντα. Δεν θα πρέπει να εξακριβωθεί, και ούτε θα ήταν εφικτό, κατά πόσο αυτά που ο Εναγόμενος 2 ορκίζεται ανταποκρίνονται ή όχι στην αλήθεια. Στην F.P.P. Fish Processing Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1230, 1237, αναφέρεται ότι: «Δεν ενδείκνυται, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, να γίνεται στάθμιση αντικρουομένων ισχυρισμών των δύο πλευρών και να καταλήγει το Δικαστήριο σε συμπεράσματα ότι η μια πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη.» Είναι αρκετό εάν οι ισχυρισμοί του, εφόσον ήθελαν κατά τη δίκη γίνει πιστευτοί, τεκμηριώνουν υπεράσπιση. Όπως πολύ εύστοχα και περιεκτικά ετέθη το ζήτημα στην υπόθεση Melita Manufacturers Ltd. v. Chris Ioannou Ltd.
(1996)1(B) A.A.Δ. 1238, η συζήτηση αφορά στην ύπαρξη ή μη υπεράσπισης και κατ' ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Η βασική θέση των Εναγομένων είναι ότι το ενοίκιο είχε μειωθεί σε €2.848 μηνιαίως και καταβαλλόταν ανελλιπώς μέχρι και το χρονικό σημείο που η Ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία ενοικίασης, κατά τη θέση τους αδικαιολόγητα. Προβάλλονται αντικρουόμενες θέσεις με τους δικηγόρους της Ενάγουσας να εισηγούνται (σελ.13 παρ. (β) της γραπτής τους αγόρευσης) ότι η θέση της Υπεράσπισης δεν είναι καλόπιστη και να επικαλούνται προς τούτο τεκμήρια που παρουσιάζονται με την Ένορκη Δήλωση Χατζησωτηρίου για να πείσουν περί του αντιθέτου. Τέτοια αξιολόγηση είναι ανέφικτη αλλά και ανεπίτρεπτη όπως έχει πιο πάνω εξηγηθεί. Περαιτέρω επικαλούνται τον κανόνα «the rule against parol evidence» εισηγούμενοι ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή μαρτυρία ότι η γραπτή συμφωνία τροποποιήθηκε με προφορική. Πρόδηλα έχουν παρερμηνεύσει τον κανόνα που αφορά στην προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας που αντιστρατεύεται το γραπτό κείμενο συμφωνίας. Εδώ η θέση των Εναγομένων είναι ότι η συμφωνία των μερών ήταν ως το γραπτό της κείμενο και ότι μεταγενέστερα τα μέρη κατέληξαν σε νέα προφορική συμφωνία για μειωμένο ενοίκιο. Επικαλούνται οι Εναγόμενοι και αυτό αποκαλύπτεται και στην Ένορκη Δήλωση Χατζησωτηρίου ότι την περίοδο που προηγήθηκε του τερματισμού καταβαλλόταν ουσιαστικά κάθε μήνα συγκεκριμένο ποσό €2.848. Και εδώ υπάρχουν αντικρουόμενες εκδοχές. Οι Εναγόμενοι διατείνονται ότι ήταν το συμφωνηθέν μειωμένο ενοίκιο, ενώ η Ενάγουσα διατείνεται ότι το εισέπραττε έναντι των ενοικίων όπως προβλέπονταν στη γραπτή συμφωνία των μερών. Η επίκληση του κανόνα «Clayton» δεν εξυπηρετεί την Ενάγουσα. Ο κανόνας που επιτρέπει στο πρόσωπο που εισπράττει χρήματα να τα λογίζει κατά τη βούληση του προϋποθέτει ότι αυτός που τα πληρώνει δεν καθορίζει το λόγο που αυτά καταβάλλονται. Στην προκειμένη περίπτωση είναι ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι τα ποσά καταβάλλονταν για το μειωμένο ενοίκιο της τρέχουσας περιόδου. Περαιτέρω και σε κάθε περίπτωση θα απαιτείτο ρύθμιση σε σχέση με το ζήτημα της εγγύησης των €20.500, αναφορά στο οποίο δεν γίνεται σε κανένα σημείο της αγωγής και η Ενάγουσα ζητά την έκδοση απόφασης υπέρ της χωρίς μνεία στο ποσό αυτό. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι έχουν αποκαλύψει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας. Τα επιμέρους στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνονται ως ικανοποιητικά ώστε να τους παρασχεθεί η δυνατότητα να υπερασπιστούν την αγωγή. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στους Εναγομένους όπως καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης εντός 15 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο