← Κύπρος

Χριστάκη Πατούνα ν. Ηλιάνας Αριστείδου, Αρ. Αγωγής: 5721/2010, 28/7/2017

Χριστάκη Πατούνα ν. Ηλιάνας Αριστείδου, Αρ. Αγωγής: 5721/2010, 28/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A256 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5721/2010 Μεταξύ: Χριστάκη Πατούνα, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Ηλιάνας Αριστείδου, από τη Λεμεσό Εναγόμενης ------------- Ημερομηνία: 28.7.2017 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Ε. Αναστασίου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Καρεκλά) Για την Εναγόμενη: κ. Μ. Ιωάννου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Αν. Ιωάννου) ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον της εναγόμενης είναι για το ποσό των €14.000 πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί του ίδιου ποσού από τις 15.11.2010 μέχρι εξόφλησης. Ως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης η αξίωση του ενάγοντα αντιπροσωπεύει την αξία ενός γραμματίου και/ή συναλλαγματικής και/ή εγγράφου αναγνωρίσεως χρέους και /ή άλλως ημερομηνίας 4.10.

  1. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης κατά ή περί την 4.10.2010 η εναγόμενη σε αντάλλαγμα δανείου και ή χρέους έκδωσε σε διαταγή του ενάγοντα γραμμάτιο και/ή συναλλαγματική και/ή έγγραφο αναγνώρισης χρέους για το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό το οποίο αναλάμβανε να πληρώσει μέχρι την 15.11.
  2. Η εναγόμενη ενώ παρήλθε η εν λόγω προθεσμία ουδέν ποσό πλήρωσε μέχρι σήμερα έναντι του οφειλόμενου ποσού. Ήταν ρητός όρος του γραμματίου ότι παράλειψη πληρωμής του οφειλόμενου ποσού εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας το ποσό θα φέρει τόκο προς 9% ετησίως από την λήξη του μέχρι εξόφλησης. Η εναγόμενη με τη τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση αρνείται την αξίωση και ισχυρίζεται ότι η υπογραφή της επί του επίδικου εγγράφου επετεύχθη συνεπεία εξαναγκασμού και/η απάτης και/η υπό περιστάσεις αναγόμενες σε εξαναγκασμό και/η απάτη και/η ψυχική πίεση. Στην έκθεση υπεράσπισης δικογραφούνται σωρεία γεγονότων σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής του επίδικου εγγράφου αλλά και γεγονότων που προηγήθηκαν περιπλέκοντας με τον τρόπο αυτό και άλλες δοσοληψίες μεταξύ του αδελφού της εναγόμενης και συγκεκριμένης εταιρείας στην οποία ο εναγόμενος είναι μέτοχος. Αναφέρεται συγκεκριμένα η εταιρεία NOVASTOCK TRADING LIMITED στην οποία ο ενάγοντας είναι μέτοχος, αγόρασε από τον αδελφό της εναγόμενης ένα ακίνητο στο χωριό Κοιλάνι με δύο ημιτελείς κατοικίες. Ο αδελφός της εναγόμενης, μέσω της εργοληπτικής εταιρείας που διατηρούσε, συμφώνησε με την εταιρεία NOVASTOCK και ανέλαβε έναντι αμοιβής να εκτελέσει και αποπερατώσει συγκεκριμένες οικοδομικές εργασίες στο εν λόγω ακίνητο. Ακολούθως δεν τήρησε την αναφερόμενη συμφωνία και προς τούτο προειδοποιήθηκε για την λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του. Μεταξύ άλλων η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο αδελφός της κατά το χρόνο που είχε τις αναφερόμενες δοσοληψίες αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα και η ίδια εξαναγκάσθηκε να υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο στην προσπάθεια της να τον βοηθήσει. Αναφέρει ότι στην πραγματικότητα έναντι του γραμματίου εισέπραξε το ποσό των €12.000 αντί των €14.000 ισχυριζόμενη ότι υπήρξε θύμα τοκογλυφίας αφού το υπόλοιπο ποσό του γραμματίου συνιστούσε παράνομο τόκο. Αναφέρει επίσης ότι το ποσό του γραμματίου είναι μέρος του ποσού των €65.000 της συμφωνίας βάση της οποίας η εταιρεία του αδελφού της ανέλαβε τις εν λόγω οικοδομικές εργασίες και με το ποσό αυτό θα εξοφλούνταν διάφοροι υπεργολάβοι που εκτέλεσαν εργασίες στο αναφερόμενο ακίνητο. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι το επίδικο έγγραφο δεν συνιστά γραμμάτιο συνήθους τύπου γιατί δεν πληροί την προϋπόθεση της αναφοράς στον εκάστοτε μέγιστο επιτρεπόμενο τόκο, δεν υπεγράφη ενώπιον δύο μαρτύρων και είναι εικονικό. Η εναγόμενη αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς τον ενάγοντα και με την ανταπαίτηση της αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Απόρριψη της αγωγής ως καθολοκληρία νόμω αβάσιμου. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το φερόμενο ως γραμμάτιο δια το ποσό των €14.000.- το οποίο εξεδόθη υπό του ενάγοντος και υπεγράφη υπό της Εναγομένης είναι παράνομο και/ή αντίθετο με τον Περί Τοκιστών Νόμο άκυρο και μη έγκυρο στερούμενη νομίμου ανταλλάγματος και/ή οιουδήποτε ανταλλάγματος και/ή ως άνωθι αναφέρεται. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η υπογραφή της Εναγομένης επί του φερομένου ως γραμματίου δια το ποσό των €14.000.- εξασφαλίσθη και/ή επετεύχθη συνέπεια απειλών και/ή εξαναγκασμού και/ή απάτης και/ή υπό περιστάσεις αναγομένας εις εξαναγκασμό και/ή απάτη και/ή ψυχική πίεση και/ή άλλως πως και/ή ως άνωθι αναφέρεται. Δ. Διαταγή του Δικαστηρίου διατάττον τον Ενάγοντα όπως αμέσως επιστρέψει και παραδώσει προς την Εναγομένη το άνωθεν αναφερόμενο γραμμάτιο ίνα η Εναγομένη καταστρέψει τούτο. Ε. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγομένη δεν οφείλει οιονδήποτε ποσό στον Ενάγοντα δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου ημερ. 04.10.
  3. Ζ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ. 149 άρθρο
  4. Η. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το επίδικο γραμμάτιο ημερ. 04.10.2010 και οποιαδήποτε συμφωνία υπεγράφη μαζί με το γραμμάτιο είναι εμποτισμένη με παρανομία αφού είναι αποτέλεσμα απειλών του Ενάγοντος ως άνωθι αναφέρεται. Θ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγων υπήρξε τοκιστής παρά το ότι δεν ήτο εγγεγραμμένος στο σχετικό μητρώο με βάση τις πρόνοιες του Περί Τοκιστών Νόμου του 1962 (Ν.72/62). Ι. Περαιτέρω ή οιανδήποτε άλλη θεραπεία. Με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση ο ενάγοντας αρνείται τους ισχυρισμούς της εναγόμενης πολλούς από τους οποίους δηλώνει ότι θεωρεί άσχετους με την παρούσα υπόθεση. Ισχυρίζεται ότι η αγωγή κινήθηκε από τον ίδιο υπό την προσωπική του ιδιότητα για οφειλή της εναγόμενης δυνάμει γραμματίου και ότι κατέβαλε προς την εναγόμενη το ποσό που αναφέρεται σε αυτό κατόπιν παράκλησης της για να πληρώσει χρέη του αδελφού της και της εταιρείας του. Αρνείται τους ισχυρισμούς της εναγόμενης σύμφωνα με τους οποίους το επίδικο γραμμάτιο δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι αυτό είναι καθόλα νομότυπο, έγινε με ελεύθερη βούληση της και σε κανένα εξαναγκασμό ή ψυχική πίεση έχει υποβληθεί. Ο ενάγοντας αποδέχεται ότι κατέβαλε στην εναγόμενη το ποσό των €12.000 αντί των €14.000 πλην όμως ως ισχυρίζεται, αυτή τον εξουσιοδότησε να πληρώσει ο ίδιος απευθείας προς την εταιρεία Δ.Μ Πραστίτης Λτδ το ποσό των €2.000 που αφορούσε υποχρέωση του αδελφού της για την αγορά κεραμικών και το ποσό αυτό συνυπολογίσθηκε στο επίδικο γραμμάτιο. Ο ενάγοντας (ΜΕ1) με τη γραπτή δήλωση του που κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι στις 4.10.2010 η εναγόμενη σε ανταλλαγή παροχής δανείου έκδωσε προς όφελος του το γραμμάτιο το οποίο κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμ.1 Ενώ παρήλθε η προβλεπόμενη στο τεκμ. 1 προθεσμία η εναγόμενη ουδέν ποσό κατέβαλε μέχρι σήμερα έναντι του οφειλόμενου χρέους και /ή οφειλής δυνάμει του αναφερόμενου γραμματίου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το τεκμ. 1 το ετοίμασε ο δικηγόρος του και υπογράφηκε στο γραφείο της εταιρείας όπου εργάζεται και είναι μέτοχος στην παρουσία του συνεταίρου του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου και της υπαλλήλου τους, Σταυρούλλας Στυλιανού. Τα δύο αυτά πρόσωπα ήταν παρόντες κατά την υπογραφή του τεκμ. 1 και υπέγραψαν ως μάρτυρες. Ερωτηθείς σχετικά εξήγησε το λόγο για τον οποίο στο Τεκμ. 1 στη θέση των μαρτύρων αναγράφεται ολογράφως μόνο το όνομα του συνέταιρου του, λέγοντας ότι δεν γνώριζε από προηγουμένων ποιος θα ήταν ο δεύτερος μάρτυρας. Η υπάλληλος του γραφείου του ήταν παρούσα την ώρα της υπογραφής του γραμματίου και της ζήτησαν και υπόγραψε ως δεύτερος μάρτυρας. Αποδέχθηκε ότι έδωσε στην εναγόμενη σε επιταγή το ποσό των €12.000 και όχι το ποσό των €14.000 λέγοντας πως το υπόλοιπο ποσό των €2.000 το κατέβαλε προς εξόφληση αξίας κεραμικών που αγοράσθηκαν για τις οικοδομικές εργασίες στο ακίνητο που αγόρασε η εταιρεία NOVASTOCK . Εξήγησε ότι η πληρωμή των κεραμικών ήταν υποχρέωση του αδελφού της εναγόμενης αλλά ανέλαβε να τα πληρώσει απευθείας ο ίδιος επειδή όταν έγινε η επιλογή και η διευθέτηση της αγοράς τους ήταν παρούσα και η σύζυγος του η οποία αισθανόταν υπόλογη στους πωλητές. Ο ενάγοντας μου άφησε θετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και μικρές αντιφάσεις στη μαρτυρία του δεν κρίνονται ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με σταθερότητα και έδωσε λογικές εξηγήσεις για όλα τα εγειρόμενα ζητήματα. Παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι το επίδικο γραμμάτιο υπογράφηκε στην παρουσία δύο μαρτύρων, θέση που επιβεβαιώθηκε και από τους ίδιους κατά την ένορκη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο η οποία και αξιολογείται στη συνέχεια. Αρνήθηκε ότι έδωσε το ποσό του γραμματίου στην εναγόμενη για να εξοφλήσει συγκεκριμένες οφειλές σε υπεργολάβους που εργάσθηκαν στο πιο πάνω αναφερόμενο ακίνητο όπως και ότι οι οφειλές αυτές βάρυναν τον ίδιο ή την εταιρεία του. Εύλογα δε ισχυρίσθηκε, πως, αν αυτό ίσχυε στην πραγματικότητα, τότε θα τα κατέβαλλε ο ίδιος απευθείας στους υπεργολάβους και δεν υπήρχε λόγος να τα δώσει στην εναγόμενη. Όπως άλλωστε προκύπτει από την μαρτυρία του αλλά και επιβεβαιώνεται από τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης καθώς και τα τεκμήρια που η εναγόμενη κατάθεσε στο Δικαστήριο (τεκμ. 5,6 και 7), οι οικοδομικές εργασίες που ανέλαβε να εκτελέσει ο αδελφός της μέσω της εταιρείας του τελικά ουδέποτε αποπερατώθηκαν. Παρέμεινε επίσης σταθερός στη θέση του ότι τα χρήματα που έδωσε στην εναγόμενη ήταν για να εξοφλήσει διάφορες υποχρεώσεις του αδελφού της μετά από δική της παράκληση και δεν αφορούσαν την αποπεράτωση των αναφερόμενων οικοδομικών εργασιών. Σταθερός παρέμεινε επίσης και για τη θέση του ότι η υπογραφή του γραμματίου σε καμία περίπτωση δεν ήταν προϊόν εξαναγκασμού και σε κανένα σημείο δεν κλονίσθηκε η αξιοπιστία του για το ζήτημα αυτό. Η θέση του άλλωστε ότι η εναγόμενη του ανέφερε ότι ανέλαβε τις υποχρεώσεις του αδελφού της δεν απέχει από τα όσα η ίδια δήλωσε κατά την μαρτυρία της. Απαντώντας δε σε σχετικές ερωτήσεις και υποβολές αρνήθηκε ότι ο ίδιος γνώριζε πως ο αδελφός της εναγόμενης αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα. Αν και το ζήτημα αυτό δεν άπτεται άμεσα των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης, για κάθε περίπτωση η θέση του ενάγοντα επιβεβαιώθηκε από την μαρτυρία των ψυχίατρων που κλήθηκαν από την εναγόμενη και κατέθεσαν ως ΜΥ3 και ΜΥ4, οι οποίοι μεταξύ άλλων ανέφεραν πως η ασθένεια του αδελφού της εναγόμενης δεν μπορούσε εύκολα να γίνει αντιληπτή από τρίτους. Σημειώνεται περαιτέρω ότι μέρος της αντεξέτασης του ενάγοντα αφορούσε τις πιο πάνω αναφερόμενες δοσοληψίες μεταξύ της εταιρείας NOVASTOCK TRADING LIMITED και του αδελφού της εναγόμενης. Το γεγονός ότι σε πολλές από τις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στο ενάγοντα για τα ζητήματα αυτά δεν έδωσε απάντηση, θεωρώ ότι ουδόλως επηρέασε την αξιοπιστία του, αφού όπως πολύ ορθά δήλωσε, αυτά δεν αποτελούν ζητήματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση αλλά θα αποφασισθούν σε άλλες αγωγές που καταχώρησε η εναγόμενη στο Δικαστήριο και στις οποίες έκανε ανσφορά η ίδια κατά την μαρτυρία της καταθέτοντας και σχετικά αντίγραφα (τεκμ. 8 και 17). Η θέση της πλευράς της εναγόμενης ότι ο ενάγοντας κατά την αντεξέταση του αποδέχθηκε ότι το ποσό των €2.000 αποτελούσε παράνομο τόκο δεν ευσταθεί. Αντίθετα ο ενάγοντας έδωσε επαρκή εξήγηση χωρίς να κλονισθεί η αξιοπιστία του για το τι αφορούσε το εν λόγω ποσό και συγκεκριμένα μάλιστα σε σχετικές υποβολές απάντησε πως δεν απαίτησε οποιαδήποτε πληρωμή τόκου μέχρι την ημερομηνία αποπληρωμής του γραμματίου. Η δήλωση του ότι ο ίδιος επιβαρύνεται με τόκο για το ποσό που έδωσε στην εναγόμενη, ουδόλως μπορεί να εκληφθεί σε παραδοχή του ότι συμπεριέλαβε στο ποσό του γραμματίου παράνομο τόκο ύψους €2.000 ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Όσο αφορά την μαρτυρία του ΜΥ 8 Δημήτρη Πραστίτη, διευθυντή της εταιρείας Δ.Μ Πραστίτης Λτδ, αυτή δεν κρίνεται ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία της εκδοχής του ενάγοντα σε σχέση με την πληρωμή του ποσού των €2.
  5. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι δεν υπάρχει στο πελατολόγιο της εταιρείας του το όνομα του αδελφού της εναγόμενης ή της εταιρείας του δεν ήταν όμως σε θέση να αναφέρει κατά πόσο υπήρχε το όνομα του ενάγοντα και ή της συζύγου του. Στη βάση συνεπώς των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ενάγοντα ως αξιόπιστη. Θετική εικόνα επίσης μου άφησαν οι δύο μάρτυρες που κλήθηκαν από τον ενάγοντα. Πρόκειται για τα πρόσωπα που ήταν παρόντες και υπέγραψαν ως μάρτυρες επί του επίδικου γραμματίου, τεκμ 1 και αποδέχομαι την μαρτυρία τους. Η ΜΕ 2 Σταυρούλλα Στυλιανού και ο ΜΕ3 Αλέξανδρος Αλεξάνδρου κατά την μαρτυρία τους μου άφησαν την εντύπωση του μάρτυρα που έλεγε την αλήθεια. Επιβεβαίωσαν τα λεγόμενα του ενάγοντα ότι ήταν παρόντες κατά την υπογραφή του γραμματίου και υπέγραψαν μάρτυρες στο επίδικο γραμμάτιο. Μικρές αντιφάσεις στην μαρτυρία τους δεν κρίνονται ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία τους. Η ΜΕ 2 παρόλο που δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί όλες τις λεπτομέρειες αναγνώρισε την υπογραφή της στο Τεκμ.
  6. Ανέφερε ότι υπόγραψε στην παρουσία του ενάγοντα και της εναγόμενης αφού πρώτα υπέγραψαν οι ίδιοι. Ανέφερε επίσης ότι υπογράφηκαν και αντίγραφα του γραμματίου δίνοντας με τον τρόπο αυτό εξήγηση για την ύπαρξη των τεκμ. 2 και
  7. Με τον ίδιο τρόπο επιβεβαίωσε την υπογραφή του στο Τεκμ. 1 και ο ΜΕ3 και ανέφερε ότι υπέγραψε στην παρουσία του ενάγοντα και της εναγόμενης. Η εναγόμενη με τη γραπτή δήλωση της που κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, επανέλαβε ουσιαστικά τους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης επεκτεινόμενη και σε γεγονότα που δεν αφορούν τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης αλλά τις δοσοληψίες του αδελφού της με την εταιρεία NOVASTOCK TRADING ένας από τους μέτοχους της οποίας είναι και ο ενάγοντας. Η εκδοχή της είναι ότι λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο αδελφός της και στην προσπάθεια της να τον βοηθήσει ζήτησε από το ενάγοντα να της δώσει το ποσό των €14.000 για να πληρώσει υπεργολάβους που έκαναν εργασία στη κατοικία του. Όπως ισχυρίσθηκε το ποσό αυτό ο ενάγοντας θα έπρεπε να το πληρώσει στην εταιρεία του αδελφού της αφού ήταν μέρος του ποσού των €65.000 που ανέλαβε να καταβάλει για τις προαναφερόμενες οικοδομικές εργασίες αλλά επειδή δεν του είχε εμπιστοσύνη συμφώνησαν να το δώσει στην ίδια και αυτή να αναλάβει να πληρώσει τους υπεργολάβους. Αφού επισκέφθηκε τον ενάγοντα στο γραφείο του για να υπογράψει την συμφωνία που έκαναν, τότε ο ενάγοντας της ζήτησε να υπογράψει ένα γραμμάτιο για να είναι σίγουρος ότι θα γίνονταν οι πληρωμές και την διαβεβαίωσε ότι στην συνέχεια θα το κατέστρεφε. Υποστήριξε ότι η υπογραφή της στο γραμμάτιο έγινε με εξαναγκασμό, απάτη και ψυχική πίεση. Προς τούτο ανέφερε ότι ο ενάγοντας την απείλησε ότι θα λάμβανε δικαστικά μέτρα εναντίον του αδελφού της διότι αυτός παρέβηκε την συμφωνία με την οποία ανέλαβε την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμ
  8. Η ίδια, ως ισχυρίσθηκε, πείσθηκε να υπογράψει το γραμμάτιο βασιζόμενη στην υπόσχεση του ενάγοντα ότι μόλις πληρώνονταν οι υπεργολάβοι αυτός θα το κατέστρεφε. Ανέφερε επίσης ότι ο ενάγοντας εκμεταλλεύθηκε την απειρία την άγνοια της και την προσπάθεια της να βοηθήσει τον αδελφό της. Η εναγόμενη σε αντίθεση με τον ενάγοντα πλην της αποδοχής της ότι υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο δεν με έπεισε για την αλήθεια των υπόλοιπων ισχυρισμών της τους οποίους και απορρίπτω για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια. Τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση της αποδέχθηκε ότι υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο προβάλλοντας όμως τους δικούς της αλληλοσυγκρουόμενους ισχυρισμούς κάτι που διαπιστώνεται και με τους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης της όπου αφενός ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε οποιονδήποτε ποσό από τον ενάγοντα και αφετέρου ισχυριζόμενη ότι υπήρξε θύμα τοκογλυφίας, δηλώνει ότι εισέπραξε το ποσό των €12.000 αντί των €14.
  9. Η θέση της ότι τα χρήματα που έλαβε ήταν έναντι της συμφωνία για τις οικοδομικές εργασίες στην κατοικία του ενάγοντα δεν συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία και τα τεκμήρια που η ίδια κατέθεσε στο Δικαστήριο, αφού, βάσει αυτών καμία συμφωνία έγινε με τον ενάγοντα αλλά με την εταιρεία NOVASTOCK TRADING LIMITED της οποίας ο ενάγοντας ήταν ένας από τους μέτοχους. Σε κάθε περίπτωση η εκδοχή της ότι συμφώνησε με τον ενάγοντα όπως με τα χρήματα αυτά πληρωθούν συγκεκριμένοι υπεργολάβοι που έκαναν εργασίες στις αναφερόμενες οικοδομές και αφού γίνει αυτό ο ενάγοντας θα κατέστρεφε το γραμμάτιο, δεν συνάδει με την μαρτυρία του τελευταίου που έγινε αποδεκτή. Επιπρόσθετα η εναγόμενη ενώ ρωτήθηκε, δεν έδωσε οποιαδήποτε λογική εξήγηση, γιατί δεν ζήτησε να συμπεριληφθούν στην συμφωνία τεκμ. 5 αυτά που σύμφωνα με τα λεγόμενα της συμφώνησε με τον ενάγοντα. Η συμφωνία τεκμ. 5 υπογράφηκε παράλληλα με την υπογραφή του γραμματίου και βάσει αυτής η εταιρεία του αδελφού της και η ίδια ανέλαβαν την υποχρέωση να τηρήσουν την συμφωνία με την NOVASTOCK TRADING και να αποπερατώσουν τις οικοδομικές εργασίες για τις οποίες μάλιστα δηλώνεται ότι είχε ήδη καταβληθεί έναντι το ποσό των €45.
  10. Δεν έδωσε επίσης καμία λογική εξήγηση γιατί εφόσον το αναφερόμενο ποσό, ως ισχυρίσθηκε, δόθηκε από τον ενάγοντα έναντι οφειλής του ίδιου ή της εταιρείας NOVASTOCK προς την εταιρεία του αδελφού της, δεν εξέδωσε προς αυτόν απόδειξη είσπραξης και αντί αυτού υπέγραψε το γραμμάτιο. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις για το ζήτημα αυτό ισχυρίσθηκε πως δεν ήξερε τι ήταν το έγγραφο που υπέγραψε, ισχυρισμός βέβαια που δεν αναφέρεται στην έκθεση υπεράσπισης της αλλά τέθηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση της όπως άλλωστε και ο ισχυρισμός της, ότι ο ενάγοντας δεν την άφησε καν να διαβάσει το περιεχόμενο του επίδικου εγγράφου. Η θέση της ότι ο ενάγοντας γνώριζε τους υπεργολάβους και τα οφειλόμενα σε αυτούς ποσά καθώς και ότι της ανέφερε πως τον επισκέπτονταν και του ζητούσαν χρήματα δημιουργεί το εύλογο ερώτημα γιατί τότε ο ενάγοντας δεν τα πλήρωσε ο ίδιος σε αυτούς και τα έδωσε στην εναγόμενη. Η απάντηση που έδωσε η εναγόμενη στο ερώτημα αυτό λέγοντας ότι ο ενάγοντας το έκανε για να δημιουργήσει στην ίδια προβλήματα δεν ήταν πειστική αλλά αντίθετα ήταν γενική και αδιευκρίνιστη. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι ο ενάγοντας την απείλησε για να υπογράψει το γραμμάτιο πριν ακόμα τον επισκεφθεί στο γραφείο του. Η απάντηση της αυτή βρίσκεται σε αντίφαση με την κυρίως εξέταση της όπου ανέφερε πως όταν επισκέφθηκε τον ενάγοντα στο γραφείο του για να υπογράψουν την συμφωνία που έκαναν σε σχέση με την πληρωμή των υπεργολάβων τότε αυτός της ζήτησε να υπογράψει και ένα γραμμάτιο. Επίσης ο ισχυρισμός της ότι απειλήθηκε και εξαναγκάσθηκε από τον ενάγοντα για να πάει στο γραφείο του δεν συνάδει με τον ισχυρισμό στην γραπτή δήλωση της ότι τον επισκέφθηκε στο γραφείο του αφού προηγουμένως είχαν συνεννοηθεί αλλά ούτε και με το περιεχόμενο της υπεράσπισης της όπου ισχυρίζεται ότι είναι η ίδια που αποτάθηκε στον ενάγοντα για να βοηθήσει τον αδελφό της. Επίσης ο ισχυρισμός της ότι αναγκάσθηκε να πάρει τα χρήματα για να πληρώσει τους υπεργολάβους διότι αυτοί την επισκέπτονταν στο σπίτι της και την ενοχλούσαν προβλήθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο της αντεξέτασης της και ποτέ προηγουμένως. Η εναγόμενη όπως περιγράφεται πιο πάνω με την υπεράσπιση της μεταξύ άλλων προβάλλει ότι η έκδοση του επίδικου εγγράφου επιτεύχθηκε συνέπεια εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Στην Αρέστης Μιχαήλ Ιωάννου V Άννας Ανδρέα Χαραλαμπίδου

(1998)1Β Α.Α.Δ. 555 λέχθηκε ότι όταν δεν υφίσταται ειδική σχέση ανάμεσα στα μέρη, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, το βάρος απόδειξης της ψυχικής πίεσης ανήκει στο διάδικο που την επικαλείται. Οι εν λόγω ισχυρισμοί της εναγόμενης δεν έχουν τεκμηριωθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Η προσπάθεια της για να καταδείξει ότι υπήρξε εκβιασμός, απειλές και ψυχολογική πίεση περιστράφηκε γύρω από το γεγονός ότι ο ενάγοντας την προειδοποίησε για τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του αδελφού της ένεκα της μη τήρησης της συμφωνίας τεκμ.
  1. Κατ' αρχή διαπιστώνεται ότι η εν λόγω συμφωνία έγινε μεταξύ της εταιρείας που ανήκε στον αδελφό της και της εταιρείας NOVASTOCK . Η λήψη συνεπώς οποιονδήποτε δικαστικών μέτρων θα στρεφόταν εναντίον της εταιρείας και όχι του αδελφού της προσωπικά. Σε κάθε περίπτωση το γεγονός ότι η συμφωνία τεκμ 5 που υπογράφηκε από την εταιρεία NOVASTOCK , την εναγόμενη και την εταιρεία του αδελφού της με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση έτσι ώστε να αποτραπεί η λήψη δικαστικών μέτρων, σε καμία περίπτωση μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα περί ύπαρξης εξαναγκασμού, απειλής ή ψυχολογικής πίεσης της εναγόμενης. Ενώ δε η ίδια υποστήριξε προσκομίζοντας και σχετική μαρτυρία ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο αδελφός της αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας, εντούτοις, από τα λεγόμενα της προκύπτει, πως με δική της συνδρομή την ίδια μέρα που υπεγράφη το επίδικο γραμμάτιο ο αδελφός της υπέγραψε την συμφωνία τεκμ. 5 εκ μέρους της εταιρείας του, δηλώνοντας μάλιστα πως ήταν σε γνώση της ότι ο αδελφός της ασχολείτο με επιχειρήσεις οικοδομικών εργασιών. Όσο αφορά τον ισχυρισμό της ότι έδειξε εμπιστοσύνη στον ενάγοντα και γι΄ αυτό υπέγραψε το επίδικο έγγραφο ουδόλως συνάδει με την δήλωση της ότι δεν γνώριζε τον ενάγοντα και συνεπώς δεν θα του ζητούσε χρήματα. Επανειλημμένα δε κατά την μαρτυρία της και ειδικότερα εκεί όπου δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφή εξήγηση η εναγόμενη επικαλέστηκε με γενικό και επιτηδευμένο τρόπο την απειρία και την άγνοια της. Επιπρόσθετα η εναγόμενη δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τη θέση της ότι με τα χρήματα του γραμματίου εξόφλησε συγκεκριμένους υπεργολάβους που εργάστηκαν στο ακίνητο που αγόρασε η εταιρεία NOVASTOCK, αφού, οι απαντήσεις της για το ζήτημα αυτό ήταν γενικές , ασαφείς και ατεκμηρίωτες. Ούτε κατάφερε να τεκμηριώσει ότι οι πληρωμές που διενήργησε αφορούσαν υποχρεώσεις του ενάγοντα και ή της εταιρείας NOVASTOCK και όχι του αδελφού της. Ο Άκης Βρυωνίδης ΜΥ6 που κατέθεσε για το σκοπό αυτό ουδόλως βοήθησε την εκδοχή της εναγόμενης. Ο μάρτυρας αυτός ισχυρίσθηκε ότι έλαβε το αναφερόμενο ποσό από την εναγόμενη και ανέλαβε κατόπιν οδηγιών της να εξοφλήσει τους υπεργολάβους. Η μαρτυρία του ήταν όχι μόνο επιτηδευμένη αλλά και ασταθής σε βαθμό τέτοιο που δεν έπεισε ότι είπε την αλήθεια το Δικαστήριο. Δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει που συγκεκριμένα πλήρωσε το ποσό των €12.000 λέγοντας αόριστα ότι σημαντικό μέρος αυτού πληρώθηκε σε μετρητά. Ο ισχυρισμός του ότι τις αποδείξεις που πήρε για τα ποσά που πλήρωσε σε μετρητά τις παρέδωσε στον αδελφό της εναγόμενης δεν συνάδει με τη θέση του ότι η εναγόμενη ανάλαβε τις εργασίες του αδελφού της διότι αυτός αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα αλλά ούτε και με τη θέση του ότι για τις πληρωμές που διενεργούσε βρισκόταν σε συνεννόηση με την εναγόμενη. Σε κάθε περίπτωση ο μάρτυρας αυτός δεν γνώριζε και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιος ήταν ο οφειλέτης των χρηματικών ποσών που ισχυρίσθηκε ότι κατέβαλε βάσει των οδηγιών της εναγόμενης. Ούτε όμως και ο ΜΥ 2 βοήθησε την εκδοχή της εναγόμενης ο οποίος ανέφερε πως είναι υδραυλικός που εργάσθηκε στη συγκεκριμένη οικοδομή και ότι με οδηγίες της εναγόμενης πληρώθηκε από τον ΜΥ6 το ποσό των €
  2. Αντίθετα ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι ο ίδιος για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας συνήψε συμφωνία με τον αδελφό της εναγόμενης ο οποίος ήταν και το πρόσωπο στο οποίο υπέβαλε την σχετική προσφορά του για τη συγκεκριμένη εργασία. Η πλευρά της εναγόμενης παρουσίασε και επιπρόσθετη μαρτυρία που όμως όπως διαφάνηκε ήταν αχρείαστη για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης και συνεπώς δεν κρίνεται αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της. Η μαρτυρία αυτή στην οποία ακολούθως γίνεται συνοπτική μόνο αναφορά, ουδόλως βοήθησε την εκδοχή που προσπάθησε να υποστηρίξει η εναγόμενη τόσο σε σχέση με την υπεράσπιση όσο και την ανταπαίτηση της Η μαρτυρία των ψυχιάτρων Χ΄΄ Βασίλη και Γαλατόπουλλου ΜΥ3 και ΜΥ4 που κατέθεσαν σε σχέση με τη ψυχική υγεία του αδελφού της εναγόμενης, θεωρώ ότι δεν έχει προσθέσει οτιδήποτε στην εκδοχή της ότι η ίδια υπέγραψε το επίδικο έγγραφο κατόπιν ψυχολογικής πίεσης και ή απάτης. Το ίδιο θα πρέπει να ειπωθεί και σε σχέση με τη μαρτυρία του Πρωτοκολλητή του επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Χ. Σκορδή, ΜΥ7, που κατέθεσε ότι βάσει σχετικής αίτησης της εναγόμενης ο αδελφός της στις 24.1.2011 δηλαδή σε χρόνο άσχετο με τον επίδικο, αποδέχθηκε την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου βάσει του οποίου κηρύχθηκε άτομο ανίκανο να διαχειρίζεται την περιουσία του (τεκμ 22). Σε ότι αφορά την μαρτυρία του εκτιμητή ακινήτων Α. Καραντώνη ΜΥ5 και της υπαλλήλου του κτηματολογίου Μ. Ονουφρίου ΜΥ9, που κατέθεσαν σε σχέση με την αξία συγκεκριμένων ακινήτων που πώλησε στο παρελθόν ο αδελφός της εναγόμενης στην εταιρεία του ενάγοντα και σε τρίτο πρόσωπο αντίστοιχα επίσης δεν προσθέτουν οτιδήποτε στις θέσεις της εναγόμενης στην παρούσα υπόθεση αλλά ενδεχομένως πρόκειται για θέματα που θα απασχολήσουν κατά την εκδίκαση άλλων υποθέσεων που η εναγόμενη καταχώρησε στο Δικαστήριο ως προκύπτει και από τα αντίγραφα των κλητήριων ενταλμάτων που κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμ. 8 και
  3. Ως αποτέλεσμα συνεπώς των όσων εξηγούνται πιο πάνω δεν αποδέχομαι την εκδοχή της εναγόμενης την οποία και απορρίπτω. Ο ενάγοντας στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δικογραφεί τις πιο πάνω αναφερόμενες διαζευκτικές βάσεις αγωγής, ωστόσο κατά την ακροαματική διαδικασία η απαίτηση του προωθήθηκε αποκλειστικά στη βάση του γραμματίου συνήθους τύπου. Αυτό προκύπτει τόσο από την εκ μέρους του προσκομισθείσα μαρτυρία όσο και από τις εισηγήσεις και θέσεις που τέθηκαν από τον συνήγορο του στο στάδιο των αγορεύσεων κατά το οποίο υποστηρίχθηκε ότι η αξίωση του ενάγοντα προέρχεται από το γραμμάτιο συνήθους τύπου ημερ. 4.10.
  4. Η παράλειψη ρητής αναφοράς στην έκθεση απαίτησης ότι πρόκειται περί γραμματίου συνήθους τύπου αποκαταστάθηκε με την απάντηση στην υπεράσπιση όπου ο ενάγοντας αρνείται τη θέση της εναγόμενης ότι το επίδικο έγγραφο δεν αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου. Εξετάζοντας για κάθε περίπτωση το επίδικο έγγραφο τεκμ. 1 με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 αυτό δεν αποτελεί συναλλαγματική δεδομένου ότι δεν περιέχει οποιαδήποτε εντολή προς οποιοδήποτε πρόσωπο για καταβολή προς τον ενάγοντα του ποσού που αναφέρεται σε αυτό. Δεν αποτελεί επίσης γραμμάτιο σε διαταγή εφόσον δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 83
(2)και 83
(6)του ίδιου Νόμου και δεν έχει οπισθογραφηθεί από τον εκδότη του. Η δε αξίωση του ενάγοντα στη βάση της προβαλλόμενης στην έκθεση απαίτησης «γραπτής αναγνώρισης χρέους», δεν αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής σύμφωνα με τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Χρυστάλλα Ιγνατίου ν. Νικόλα Λεμονάρη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1562. Διαπιστώνεται επίσης ότι το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δεν αποκαλύπτει βάση αγωγής δυνάμει συμφωνίας και δεν μπορεί να οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα η απλή θέση του ενάγοντα ότι το επίδικο γραμμάτιο εκδόθηκε από την εναγόμενη σε αντάλλαγμα δανείου και ή χρέους. Στην απόφαση ΠΑΝΙΚΟΣ Α. ΛΕΩΝΙΔΟΥ κ.α v. ΔΡ. ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΣΠΥΡΙΔΑΚΗ
(2012)1Β Α.Α.Δ 1694 λέχθηκε ότι χρειάζεται σαφής προσδιορισμός στη δικογραφία των εκατέρωθεν προβαλλόμενων ισχυρισμών, με αποτέλεσμα να είναι ανεπίτρεπτη η επίλυση ζητημάτων που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας. Υποδείχθηκε επίσης ότι αξίωση επί συμφωνίας πρέπει να αναφέρει ρητά και τους βασικούς όρους αυτής, το χρόνο και τόπο της σύναψης της συμφωνίας κλπ, όπως προδιαγράφει η Δ.19 θ.θ. 18, 19 και 22 αλλά και τα αναφερόμενα σχετικά στο Annual Practice 1970, σελ. 246-247, παρ. 18/7/8-18/7/9, στα σχόλια του O.18 r.7 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών και Odgers' Principles of Pleading and Practice, 21η έκδ. σελ. 161-
  1. Στην εν λόγω απόφαση κρίθηκε λανθασμένη η κρίση του Δικαστηρίου ότι το επίδικο ποσό οφειλόταν από την αποβιώσασα στη βάση συμφωνηθείσας αμοιβής και λέχθηκε πως αντίθετα, η αιτία αγωγής στο κλητήριο ένταλμα ήταν για γραμμάτιο συνήθους τύπου, συναλλαγματική, αξιόγραφο, αναγνώριση χρέους και δάνειο κατά διαζευκτικό τρόπο. Το γεγονός ότι ο ενάγοντας σε απάντηση των ισχυρισμών της έκθεσης υπεράσπισης, παραθέτει κάποια γεγονότα που προηγήθηκαν της υπογραφής του γραμματίου δεν διευρύνει το πεδίο εξέτασης της αξίωσης ούτε και αποκαλύπτει διαζευκτική βάση αγωγής για παράβαση συμφωνίας δανείου. Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΛΑΧΩΡΗ V. ΑΡΓΥΡΟΥΛΛΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΟΥ Πολιτική Έφεση Αρ. 257/2010 ημερ. 1.3.16, τονίσθηκε η αναγκαιότητα να παραμένει η δίκη μέσα στην πορεία που προδιαγράφουν τα δικόγραφα και λέχθηκε ότι ο ενάγοντας στην εν λόγω υπόθεση όφειλε να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα θέματα που στηρίζουν την αξίωση του, δεδομένου ότι η απάντηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υποκατάστατο μιας ορθής και εξ αρχής δικογραφημένης απαίτησης. Βάσει συνεπώς των πιο πάνω, το επίδικο ζήτημα στην αγωγή του ενάγοντα είναι κατά πόσο το επίδικο γραμμάτιο είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Το κατά πόσο αυτό υπογράφηκε από την εναγόμενη ενώπιον δύο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι είναι ζήτημα γεγονότων που αποφασίζεται από το Δικαστήριο με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το κατά πόσο οι όροι του συνάδουν με τις πρόνοιες του άρθρου 78 του Κεφ. 149 συνιστά καθαρά νομικό ζήτημα που θα κριθεί στη βάση των όρων όπως διατυπώνονται στο σώμα του επίδικου εγγράφου τεκμ.
  2. Εάν η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι το τεκμ. 1 δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου η αγωγή δεν θα μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη, δεδομένου ότι η αξίωση εδράζεται αποκλειστικά στο επίδικο γραμμάτιο. Το επίδικο έγγραφο ημερ. 4.10.2010 (τεκμ. 1) φέρει τον τίτλο « Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου» και αναφέρεται στο ποσό των €14.
  3. Προνοείται η εξόφληση του μέχρι τις 15.11.
  4. Προνοείται ακόμη ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής του ποσού εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας τότε ολόκληρο το ποσό καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και θα φέρει τόκο προς 9% ετησίως από την ημερομηνία που θα έπρεπε να εξοφληθεί. Το Δικαστήριο αποδεχόμενο τη μαρτυρία του ενάγοντα ως αξιόπιστη ευρίσκει ότι τα γεγονότα της υπογραφής του τεκμηρίου 1 διαδραματίστηκαν όπως αυτός περιέγραψε και όχι όπως η εναγόμενη ανεπιτυχώς προσπάθησε να υποστηρίξει. Είναι επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη υπέγραψε το τεκμ. 1 ενώπιον δύο μαρτύρων και συγκεκριμένα των ΜΕ2 και ΜΕ3 των οποίων η μαρτυρία επίσης έγινε αποδεκτή. Δεν εγείρεται ρητά με την υπεράσπιση ζήτημα αναφορικά με τη δικαιοπρακτική ικανότητα των δύο μαρτύρων. Θεωρώ πως από τη δοθείσα μαρτυρία η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται αφού δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η ΜΕ2 εργαζόταν ως υπάλληλος στην εταιρεία της οποίας ο ενάγοντας είναι μέτοχος ενώ ο ΜΕ3 ήταν επίσης μέτοχος της εν λόγω εταιρείας και συνέταιρος του ενάγοντα. Παραμένει συνεπώς να εξεταστεί εάν οι όροι του επίδικου γραμματίου συνάδουν με τις πρόνοιες του άρθρου 78 του Κεφ.
  5. Ο ορισμός ενός εγγράφου ως Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου περιέχεται στο άρθρο 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  6. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία τουλάχιστον δύο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση.» Η νομολογία τονίζει ότι η έννοια του γραμματίου συνήθους τύπου χρήζει αυστηρής ερμηνείας με τις τυπικότητες που ορίζει το άρθρο 78 του Νόμου να πρέπει να τηρούνται απόλυτα (βλ. Loukis Papastratis ν. Economou 1 C.L.R. 11). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 80 του Περί Συμβάσεων Νόμου, αποτελεί υπεράσπιση ότι η υπογραφή του οφειλέτη ή άλλου που υπέγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνέπεια εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Στη υπόθεση Πανίκος Α. Λεωνίδου κ.α ν. Δρ. Θρασύβουλου Σπυριδάκη (πιο πάνω) επαναβεβαιώθηκε η πιο πάνω προσέγγιση και αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η πλούσια νομολογία επί του γραμματίου συνήθους τύπου που καλύπτεται από το Άρθρο 78 του Κεφ. 149, σαφώς επιβεβαιώνει την ιδιάζουσα νομική οντότητα του γραμματίου συνήθους τύπου στο Κυπριακό νομικό στερέωμα, η έννοια του οποίου χρήζει αυστηρής ερμηνείας ενόψει του ότι το Άρθρο 80 του Κεφ. 149, προνοεί ότι το περιεχόμενο ενός τέτοιου γραμματίου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκεί αναφέρονται. Οι μόνες υπερασπίσεις που επιτρέπονται είναι ότι το γραμμάτιο λήφθηκε κατόπιν δόλου ή ότι η υπογραφή του χρεώστη ή άλλου μέρους, δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του. Σχετική είναι η κλασσική υπόθεση Παπαστράτης ν. Οικονόμου
(1971)1 Α.Α.Δ. 11, αναφορικά με την αυστηρή ερμηνεία του Άρθρου 78. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Raif v. Dervish
(1971)1 Α.Α.Δ. 158, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή του γραμματίου. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 483 και Αναξαγόρας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λίμιτεδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 733.» Εξετάζοντας το περιεχόμενο του τεκμ 1, παρατηρώ ότι περιλαμβάνει γραπτή υπόσχεση της εναγόμενης για πληρωμή στον ενάγοντα του ποσού των €14.000. Η διατύπωση στο τεκμήριο 1 «χρεωστώ να πληρώσω εις την διαταγήν του Χριστάκη Πατούνα» δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 78 περί ύπαρξης υπόσχεσης για πληρωμή (βλ. Θεόδουλος Φουλή V Ανδρέας Μιχαήλ
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1144). Περαιτέρω αναφέρεται η αντιπαροχή για την οποία δόθηκε η υπόσχεση πληρωμής του ποσού των €14,000 η οποία περιγράφεται ως η αξία δανείου. Η υπόσχεση αυτή, είναι υπογραμμένη από την εναγόμενη η οποία άλλωστε, δεν αμφισβήτησε ότι το έγγραφο αυτό φέρει την υπογραφή της. Ορίζεται επίσης ο χρόνος αποπληρωμής του ποσού μέχρι την 15/11/
  1. Υπάρχει περαιτέρω, αναφορά ότι σε περίπτωση αγωγής η εναγόμενη υποχρεούται να πληρώνει οποιαδήποτε συναφή δικηγορικά έξοδα. Σε ότι αφορά τον τόκο το τεκμ. 1 προνοεί τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής του πιο πάνω ποσού εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας τότε ολόκληρο το ποσό καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και θα φέρει τόκο προς 9% ετησίως από την ημερομηνία που θα έπρεπε να εξοφληθεί μέχρι της τελικής εξόφλησης του.» Προκύπτει συνεπώς ότι ο τόκος θα ήταν πληρωτέος μόνο σε περίπτωση μη εξόφλησης του γραμματίου όπως προνοείτο. Τούτο είναι σαφές από το περιεχόμενο του τεκμ. 1 αλλά επιβεβαιώνεται και από το παρακλητικό της αγωγής όπου ο ενάγοντας αξιώνει τόκο από τις 15.11.
  2. Δηλαδή εάν η εναγόμενη κατέβαλλε το ποσό των €14.000 μέχρι την 15.11.2010 το γραμμάτιο θα εξοφλείτο χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε τόκου. Αυτό σημαίνει ότι το γραμμάτιο δεν προνοούσε τόκο παρά μόνο στη περίπτωση παράλειψής εξόφλησης του. Ένα γραμμάτιο συνήθους τύπου έχει πολλά πλεονεκτήματα αφού σε κάθε δικαστική διαδικασία το περιεχόμενο του αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σε αυτό. Είναι ακριβώς αυτά τα πλεονεκτήματα που επιβάλλουν την ανάγκη όπως οι τυπικότητες που αφορούν την έκδοση του τηρούνται απόλυτα. Στο άρθρο 78 γίνεται αφορά σε τόκο από την ημέρα της υπογραφής του γραμματίου και όχι από οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο αφού προνοείται « πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο ... ποσού χρημάτων, πλέον τόκο ...». Στην προκειμένη περίπτωση το τεκμ. 1 αφορούσε την πληρωμή σε ορισμένο χρόνο ποσού χρημάτων χωρίς τόκο. Μόνο εάν δεν πληρωνόταν το ποσό εντός του καθορισμένου χρόνου τότε αυτό θα έφερε τόκο που και πάλι είναι σαφές από το λεκτικό του τεκμ. 1 ότι θα ήταν πληρωτέος από την ημέρα της καθυστερήσεως και όχι από την ημερομηνία έκδοσης και υπογραφής του γραμματίου. Ίδιο ζήτημα εξετάσθηκε στην υπόθεση στην Karagiorgis TechnoPro Ltd κ.α v. Μ.Α. ΚΤΗΜΑ ΜΑΚΕΝΖΥ LTD Αγ. 3803/12 Ε.Δ. ΛΑΡΝΑΚΑΣ, όπου στην απόφαση του Προέδρου κ. Μαλαχτού ημερ. 7.1.16 λέχθηκαν τα ακόλουθα τα οποία με βρίσκουν σύμφωνη: « Δεν εναπόκειται στον πιστωτή να αναφέρει ότι η πρόνοια για τόκο αφορά σε δικό του ευεργέτημα το οποίο μπορεί να αποποιηθεί. Αν ήταν έτσι, θα μπορούσε με την ίδια λογική να υποστηρίξει ότι δεν θα επιθυμούσε να διεκδικήσει τα συναφή έξοδα σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων. Μπορεί βέβαια να συμβληθεί με όποιο τρόπο επιθυμεί, όμως το έγγραφο του δεν θα είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Στην προκειμένη περίπτωση οι Ενάγοντες συμφώνησαν ότι αν τους καταβάλλονταν οι αναφερόμενες δόσεις δεν θα δικαιούνταν σε τόκο.» Υπό το φως των πιο πάνω η κατάληξη του Δικαστηρίου δεν μπορεί να είναι άλλη πλην του ότι το επίδικο γραμμάτιο δεν συμμορφώνεται με την πρόνοια του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.148, αναφορικά με τον τόκο και συνεπώς δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Ως αποτέλεσμα τούτου η αξίωση που εδράζεται αποκλειστικά σε χρέος δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου δεν μπορεί να επιτύχει. Παραμένει προς εξέταση η ανταπαίτηση της εναγόμενης με την οποία ζητά τις αναγνωριστικές δηλώσεις που καταγράφονται αναλυτικά πιο πάνω. Το άρθρο 41 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα: «Έκαστο Δικαστήριο εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας θα έχει εξουσία όπως εκδίδει δεσμευτικές αναγνωρίσεις δικαιώματος είτε ζητείται ή ηδύνατο να ζητηθεί οιαδήποτε θεραπεία ή όχι». Αντίστοιχη πρόνοια υπάρχει και στην Δ.27, θ.4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τον εν λόγω θεσμό: «Αγωγή ή διαδικασία δεν θα υπόκειται σε ένσταση εξαιτίας του ότι ζητείται αναγνωριστική απόφαση ή διάταγμα (declaratory judgment or order), και το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει δεσμευτικές αναγνωρίσεις δικαιώματος είτε ζητείται είτε μπορούσε να ζητηθεί παρεπόμενη θεραπεία ή όχι». Για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής και συνεπώς για την έκδοση αναγνωριστικής ή δηλωτικής απόφασης απαιτείται: (α) η ύπαρξη έννομου συμφέροντος ή νόμιμου δικαιώματος, δικαιώματος, δηλαδή, που παρέχει στον Ενάγοντα τη δυνατότητα να διεκδικήσει έννομη θεραπεία άσχετα αν είναι ή όχι σε θέση να αποδείξει αγώγιμο δικαίωμα, και (β) η ύπαρξη έννομης σχέσης που μπορεί να αναγνωρισθεί. Αναγνωριστική είναι η απόφαση η οποία απλώς αναγνωρίζει τα υφιστάμενα ή υπό ορισμένες περιστάσεις τα μελλοντικά δικαιώματα των διαδίκων χωρίς να επιβάλλει κυρώσεις εναντίον του εναγόμενου. Η αναγνωριστική απόφαση δεν διατάζει τον εναγόμενο σε πράξη ή παράλειψη. Απλά βεβαιώνει κάποιο νόμιμο δικαίωμα του ενάγοντα ή βεβαιώνει επίσημα την ύπαρξη ή την ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης (δικαιώματος) των διαδίκων ή άλλως καθορίζει ή διακριβώνει τα νόμιμα δικαιώματα των διαδίκων. Για να είναι νόμιμη η έκδοση αναγνωριστικής απόφασης πρέπει να υπάρχει αθέτηση ή απειλή ή πρόθεση αθέτησης μιας σύμβασης. Τέλος, η αναγνώριση που ζητείται από το Δικαστήριο πρέπει να σχετίζεται με κάποιο νομικό δικαίωμα και να παρέχει απτή (tangible) θεραπεία στον ενάγοντα. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι οι αιτούμενες με την ανταπαίτηση θεραπείες υπό σημεία Α, Ε και Ζ συνιστούν απόρροια της κατάληξης στην αξίωση του ενάγοντα και όχι θέμα επιτυχίας της ανταπαίτησης. Οι υπόλοιπες θεραπείες της ανταπαίτησης ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη δεν έχει παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της αυτές θα πρέπει να έχουν απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα των πιο πάνω τόσο η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση απορρίπτονται. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, θεωρώ ορθό όπως μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για τα έξοδα και η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ.)............ Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Γραμμάτιο συνήθους τύπου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.