Αντώνη Ιωάννου ν. Σολωμού Αργυρού Καρασιαλή κ.α., Αρ. Αγωγής 3046/2013, 7/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A234 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3046/2013 Mεταξύ: Αντώνη Ιωάννου, εκ Λεμεσού Ενάγοντα -και-
- Σολωμού Αργυρού Καρασιαλή, εκ Κυπερούντας
- Στέλιου Παπαστυλιανού, εκ Λευκωσίας
- Χριστάκη Θεοχάρους, εκ Λευκωσίας
- Άριστου Αριστείδου, εκ Κυπερούντας
- Αντώνη Προκοπίου, εκ Λευκωσίας
- Άνθιμου Πολυδώρου, εκ Κυπερούντας
- Θεόδουλου Πετούση, εκ Κυπερούντας,
- Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κυπερούντας Λτδ, εκ Κυπερούντας
- Εφόρου Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών, εκ Λευκωσίας Εναγομένων ---------------------------- (Μετά από διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 23.12.2014) Mεταξύ: Αντώνη Ιωάννου, εκ Λεμεσού Ενάγοντα -και-
- Σολωμού Αργυρού Καρασιαλή, εκ Κυπερούντας
- Στέλιου Παπαστυλιανού, εκ Λευκωσίας Χριστάκη Θεοχάρους, εκ Λευκωσίας Άριστου Αριστείδου, εκ Κυπερούντας Αντώνη Προκοπίου, εκ Λευκωσίας Άνθιμου Πολυδώρου, εκ Κυπερούντας Θεόδουλου Πετούση, εκ Κυπερούντας, Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κυπερούντας Λτδ, εκ Κυπερούντας Εφόρου Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών, εκ Λευκωσίας
- Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ., εκ Λευκωσίας Εναγομένων ------------------------------------------------ Ημερ.: 7.7.2017 Για τον Ενάγοντα: κ. Ε. Πουργουρίδης για Ευάγγελος Χρ. Πουργουρίδης ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1, 2, 4, 5 & 8: κ. Ν. Πιριλίδης και Α. Νεοκλέους (κα) για N. Pirilides & Associates LLC και N.E. Nεοκλέους ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 3: κ. Μ. Μιχαήλ για Μ.Χ. Μυλωνάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 6 & 7: κ. Μ. Μιχαήλ για Κολοκασίδη Χατζηπιερή ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο την 15.7.
- Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε την 3.9.
- Σύμφωνα με την αξίωση ο Ενάγοντας ήταν από το 1985 ο γραμματέας της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κυπερούντας Λτδ, Εναγομένης 8, που από το 2014 έχει μετονομαστεί σε ΣΠΕ Τροόδους Λτδ, και εκτελεστικό μέλος της Επιτροπείας της Εταιρείας. Οι Εναγόμενοι 1 - 6 ήταν εκλελεγμένα μη εκτελεστικά μέλη της Επιτροπείας από το 2010 και η θητεία τους έληγε τον Δεκέμβριο του
- Ο Εναγόμενος 7 ήταν ο Τμηματάρχης Διοικητικών Θεμάτων της Εταιρείας. Ο Εναγόμενος 9 είναι ο Έφορος Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών. Με διάταγμα ημερ. 23.12.2014 προστέθηκε η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ ως Εναγόμενη
- Τα παράπονα και συναφείς αξιώσεις του Ενάγοντα εδράζονται σε σειρά ισχυριζόμενων ενεργειών που αφορούν την εργοδότηση του στην Εταιρεία. Σύμφωνα πάντα με την αξίωση, περί την 3.8.2012 οι Εναγόμενοι 1, 2, 4, 5 και 6 έθεσαν τον Ενάγοντα σε διαθεσιμότητα και διόρισαν τον Εναγόμενο 1 ως ερευνώντα λειτουργό για να εξετάσει υπόθεση εναντίον του. Καταλογίζει στους Εναγόμενους 1, 2, 4, 5 και 6 πως ενήργησαν κατά παράβαση της «Συνεργατικής Νομοθεσίας» και των κανονισμών της Εταιρείας, εκδικητικά, κακόβουλα και παράνομα με σκοπό να τον απομακρύνουν από τη θέση του για να εξυπηρετήσουν δικά τους συμφέροντα. Κατά την εισήγηση του, η διαθεσιμότητα του ήταν πράξη άκυρη και ενάντια στο Σύνταγμα και τη φυσική δικαιοσύνη. Στον Εναγόμενο 1 καταλογίζει επιπλέον ότι ήταν προκατειλημμένος σε βάρος του και πως η έρευνα που διεξήγαγε ήταν παράνομη, αντισυνταγματική, προκατειλημμένη και με σκοπό την απόλυση του. Στην βάση του εκδοθέντος από τον Εναγόμενο 1 πορίσματος, την 29.10.2012 οι Εναγόμενοι 2 - 5 αποφάσισαν την πειθαρχική δίωξη του Ενάγοντα και συνέστησαν τετραμελή Πειθαρχική Επιτροπή με κατηγορούσα αρχή τον νομικό σύμβουλο της Εταιρείας. Κατά τον Ενάγοντα η Επιτροπή δεν είχε νομική υπόσταση και η πειθαρχική του δίωξη ήταν αντισυνταγματική, άκυρη, παράνομη, δεν εξασφάλιζε τα ανθρώπινα του δικαιώματα και τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, ήταν ενάντια στους κανονισμούς της Εταιρείας και εμφορείτο από προκατάληψη και αλλότρια κίνητρα. Την 20.5.2013 οι Εναγόμενοι 2 - 5 τον έκριναν ένοχο σε πέντε πειθαρχικές κατηγορίες και του επέβαλαν ποινή απόλυσης και/ή υποβιβασμού. Την ίδια ημέρα οι Εναγόμενοι 1 - 7 επικύρωσαν την απόφαση και αποφάσισαν την απόλυση του και για πρόσθετους λόγους. Στη συνέχεια, οι Εναγόμενοι 1 - 7 ζήτησαν από τον Εναγόμενο 9 να επικυρώσει την απόφαση τους αλλά ο Εναγόμενος 9 αρνήθηκε. Ο Ενάγοντας το έμαθε περί την 21.6.2013 και μεταξύ της 25.6.2013 και 27.6.2013 επιχείρησε να επιστρέψει στην εργασία του αλλά εμποδίστηκε από τους Εναγομένους 1 - 7 ενώ από 20.5.2013 οι Εναγόμενοι 1 - 7 ή η Εταιρεία σταμάτησαν να καταβάλλουν τον μισθό του και τα εργασιακά του ωφελήματα. Το Παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης περιλάμβανε αριθμό θεραπειών, ωστόσο, κατά την 16.2.2016 ο Ενάγοντας απέσυρε ανεπιφύλακτα τις αξιώσεις υπό παραγράφους Γ - Ζ και Ι. Παραμένουν οι παραγράφοι Α και Β για δήλωση ότι η διαθεσιμότητα, πειθαρχική διαδικασία που έγινε σε βάρος του και οι ποινές που του επιβλήθηκαν, η παύση και ο υποβιβασμός του από τη θέση του γραμματέα της εταιρείας, είναι αντισυνταγματικές, παράνομες, άκυρες και άνευ νομίμου αποτελέσματος. Η παρ. Η αφορά στη διεκδίκηση των δικηγορικών εξόδων στα οποία υπέστηκε για την υπεράσπιση του, ενώ οι παρ. Θ και Ι αφορούν σε γενικές, επαυξημένες, τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για την παράνομη παύση και απόλυση του και για παραβίαση των Συνταγματικών του δικαιωμάτων. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 4, 5 και 8 καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης την 2.5.2014 και Έκθεση Υπεράσπισης στην Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης και Ανταπαίτηση την 31.3.
- Εγείρουν τρεις ενστάσεις (παρ. 2(α) - (γ)) που χαρακτηρίζονται ως προδικαστικές. Με αίτηση τους ημερ. 15.12.2015 ζήτησαν την προδικαστική εκδίκαση τους. Στην αίτηση αυτή είχαν περιληφθεί ως αιτητές και οι Εναγόμενοι 6 και
- Επρόκειτο για σφάλμα του δικηγόρου των Εναγομένων 1, 2, 4, 5 και 8 που διαπιστώθηκε κατά την 15.4.
- Οι Εναγόμενοι 6 και 7 καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης την 5.5.2014 και Έκθεση Υπεράσπισης στην Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης την 30.3.
- Εγείρουν τρεις ενστάσεις (παρ. 1 - 3) που χαρακτηρίζουν ως προδικαστικές. Με αίτηση τους ημερ. 25.4.2016 ζήτησαν την προδικαστική εκδίκαση τους. Ο Εναγόμενος 3 καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης την 24.6.2014 και Έκθεση Υπεράσπισης στην Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης την 3.4.
- Εγείρει τέσσερις ενστάσεις (παρ. 1, 2, 3 και 5). Με αίτηση του ημερ. 16.2.2016 ζήτησε την προδικαστική εκδίκαση τους. Ο Ενάγοντας καταχώρησε μια Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης την 10.6.2016 προβάλλοντας την αντίθεση του και στις τρεις αιτήσεις, ωστόσο την 28.2.2017 με δήλωση των δικηγόρων του συγκατένευσε στην προδικαστική εκδίκαση όλων των ενστάσεων. Οι Ενστάσεις των Εναγομένων συνοψίζονται ως ακολούθως: Οι Εναγόμενοι 1, 2, 4, 5, 6 και 7 εγείρουν τα εξής ζητήματα: - Ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 52
(1)(γ) και (δ)(α) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όπως ίσχυε τότε, καθότι ο Ενάγοντας δεν αποτάθηκε στον Έφορο Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών (νυν Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών) για να χειριστεί την διαφορά. - Ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης καθότι αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. - Ότι οι καταλογιζόμενες στους Εναγόμενους 6 και 7 πράξεις, αποφάσεις και ενέργειες έγιναν υπό την ιδιότητα τους ως μέλη της επιτροπείας της Εταιρείας και συνιστούν πράξεις, αποφάσεις και ενέργειες της Εταιρείας και όχι των ιδίων. Κατά συνέπεια η αγωγή δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής εναντίον τους. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 4 και 5 εγείρουν τις ίδιες ενστάσεις και περαιτέρω ότι η αξίωση εναντίον τους είναι άνευ αντικειμένου αφού αυτοί δεν είναι πλέον μέλη της Επιτροπείας της Εταιρείας. Ο Εναγόμενος 3 προβάλλει τις ενστάσεις του με αναφορά στις αξιούμενες στο παρακλητικό μέρος της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Επαναλαμβάνεται στο σημείο αυτό ότι την 16.2.2016 ο Ενάγοντας απέσυρε ανεπιφύλακτα τις αξιώσεις του υπό στοιχεία Γ μέχρι Ζ και Ι του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης του. Έτσι οι ενστάσεις του Εναγόμενου 3 που παραμένουν είναι οι αναφερόμενες στις παρ. 1 και 5 της Υπεράσπισης του και σε σχέση με τις αξιούμενες θεραπείες Α και Θ του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Αυτές είναι: - Ότι το ζήτημα της αναγνώρισης δικαιώματος κατοχής της θέσης του γραμματέα της Εταιρείας (παρ. Α και Β του Παρακλητικού) επαφίεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. - Ότι ο Ενάγοντας κακόπιστα, καταπιεστικά και παράνομα αξιώνει τις θεραπείες σε σχέση με τους μισθούς και άλλα ωφελήματα (παρ. θ) γιατί αυτά προϋποθέτουν τη διαπίστωση παράνομης απόλυσης ενώ μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου 3 δεν υπάρχει σχέση εργοδότησης. Παρά την συγκατάνευση του Ενάγοντα στην προδικαστική εξέταση των διαφόρων ενστάσεων των Εναγομένων 1 - 8 το Δικαστήριο επιθυμεί να επισημάνει τα ακόλουθα: Οι σχετικές αιτήσεις καταχωρίστηκαν με μεγάλη καθυστέρηση. Οι ενστάσεις εμπεριέχονταν και στις αρχικές Εκθέσεις Υπεράσπισης που οι Εναγόμενοι 1 - 8 είχαν προ πολλού καταχωρίσει. Στη Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 949, 956 αναφέρεται ότι η σχετική αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα και ότι κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην αίτηση για οδηγίες. Περαιτέρω σημειώνεται ότι στα πλαίσια της αγωγής κατόπιν ακροάσεως εκδόθηκε την 26.9.2013 συντηρητικό διάταγμα το οποίο έγινε απόλυτο και ισχύει μέχρι τη διεκπεραίωση της αγωγής. Η έκδοση του διατάγματος σε διαδικασία τη συμμετοχή όλων των Εναγομένων 1 - 8 σημαίνει ότι οι Εναγόμενοι 1 - 8 είχαν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να εγείρουν τις βασικές τους ενστάσεις που αφορούν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Ζήτημα αρμοδιότητας μπορεί να εγερθεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ωστόσο, η έκδοση του συντηρητικού διατάγματος εξυπακούει ότι, τουλάχιστον στο στάδιο εκείνο, κρίθηκε ότι το Δικαστήριο είχε εξουσία να εκδώσει το διάταγμα που προϋποθέτει αρμοδιότητα εκδίκασης της αγωγής. Τέλος, σημειώνεται ότι το γεγονός ότι οι ενστάσεις δεν προωθούνται από το σύνολο των Εναγομένων σημαίνει ότι η αγωγή θα εκδικαστεί κανονικά για κάποιους Εναγόμενους και δεν θα αποπερατωθεί στο στάδιο αυτό, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα των ενστάσεων. Έχοντας προβεί στις πιο πάνω επισημάνσεις το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση των ενστάσεων. Κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής, την 24.7.2013 βρίσκονταν σε ισχύ οι περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμοι του 1985 μέχρι (Αρ. 2) του 2013. Το ΜΕΡΟΣ ΧΙΙΙ - ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ προνοούσε: «52
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας— ...................................... (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραμμένης εταιρείας, η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ' οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Έφορον: Νοείται ότι— (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε· .......................................
(2)Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν της διαφοράς· ή (β) να παραπέμπη την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας. ......................................
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφαστν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιάς ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.» Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 των Νόμων "εγγεγραμμένη εταιρεία" σημαίνει συνεργατική εταιρεία εγγεγραμμένη ή λογιζομένη ως εγγεγραμμένη δυνάμει των Νόμων. Είναι η θέση των Εναγομένων 1, 2 και 4 - 8 ότι ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείτο στην καταχώριση της παρούσας αγωγής αλλά όφειλε να παραπέμψει τη διαφορά του στον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών και στην περίπτωση που δεν ήταν ικανοποιημένος από την απόφαση οιουδήποτε διαιτητή προς τον οποίο ο Έφορος θα παρέπεμπε τη διαφορά προς επίλυση να υποβάλει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικό) (Αρ. 4) Νόμο του 2013 που δημοσιεύτηκε την 9.9.2013, δηλαδή ενάμιση μήνα μετά την καταχώριση της αγωγής, το άρθρο 52 διαγράφηκε και αντικαταστάθηκε με το ακόλουθο άρθρο: 52.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και του Κώδικα Δεοντολογίας που εκδίδεται από την Κεντρική Τράπεζα, με βάση τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, προς τα πιστωτικά ιδρύματα και τους δανειζόμενους σχετικά με τη διαχείριση των δανείων ή άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων σε καθυστέρηση, οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας - ....................................... (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε άλλης εγγεγραμμένης εταιρείας, η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εγγεγραμμένη εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο: Νοείται ότι - (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία ή οποιοδήποτε πρόσωπο να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε· .......................................
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6). .......................................
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών.» Είναι ευδιάκριτη η διαφορά στο άρθρο 52
(1)επιφύλαξη (α) ότι προηγουμένως μόνο εγγεγραμμένη εταιρεία είχε τη δυνατότητα να προσφύγει σε αρμόδιο Δικαστήριο παρά τις διατάξεις των Νόμων. Το γεγονός ότι με την τροποποίηση δόθηκε ρητά το δικαίωμα αυτό σε οποιοδήποτε πρόσωπο, εισηγούνται οι Εναγόμενοι 1 - 8, επιβεβαιώνει ότι τέτοιο πρόσωπο δεν είχε τη δυνατότητα προηγουμένως. Η θέση του Ενάγοντα είναι ότι οι Εναγόμενοι 1 - 7 είχαν αποταθεί στον Έφορο όταν του ζήτησαν να επικυρώσει την απόφαση τους ημερ. 20.5.2013. Αυτό δικογραφείται στην παράγραφο 18 της Έκθεσης Απαίτησης. Αυτό που στην ουσία εισηγείται ο Ενάγοντας είναι ότι η διαφορά παραπέμφθηκε από τους Εναγόμενους 1 - 7 στον Έφορο. Το ζήτημα είναι κατά πόσο η πράξη των Εναγομένων 1 - 7 να ζητήσουν από τον Έφορο να επικυρώσει την απόφαση τους συνιστούσε παραπομπή διαφοράς στην έννοια των Νόμων. Όταν ηγέρθηκε το όποιο ζήτημα σε σχέση με τον Ενάγοντα τα μέλη της Επιτροπείας της Εταιρείας ή η ίδια η Εταιρεία μπορούσε να παραπέμψει τη διαφορά στον Έφορο. Αντί αυτού ανέλαβε η ίδια την «επίλυση» του ζητήματος και ενέπλεξε τον Έφορο ζητώντας του να επικυρώσει την απόφαση της. Ο Έφορος σε καμιά περίπτωση δεν ενήργησε όπως προνοείται στο άρθρο 52
(2). Δεν επιχείρησε συνδιαλλαγή, ούτε παρέπεμψε «τη διαφορά» προς επίλυση σε διαιτησία. Προφανώς έκρινε ότι αυτό που είχε τεθεί ενώπιον του δεν συνιστούσε παραπομπή στην έννοια του άρθρου 52
(1). Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε παραπομπή της όποιας διαφοράς στον ΄Εφορο δυνάμει των προνοιών του άρθρου 52 των Νόμων. Ωστόσο παρατηρείται ότι η πρόνοια του άρθρου 52
(1)(γ) αφορούσε σε διαφορά που θα μπορούσε να έχει αξιωματούχος ή υπάλληλος της εταιρείας, όπως ήταν ο Ενάγοντας, με την Εταιρεία, την Επιτροπεία της Εταιρείας ή το Συμβούλιο της Εταιρείας. Αναμφίβολα η προς επίκληση της Εταιρείας ως Εναγόμενους 8 παραβιάζει τις πρόνοιες του άρθρου 52
(1)(γ). Ωστόσο δεν μπορεί στο στάδιο αυτό να ειπωθεί το ίδιο για τους Εναγόμενους 1 - 7. Ο Εναγόμενος 1 ενάγεται και ως ο ερευνώντας λειτουργός που εξέτασε την υπόθεση του Ενάγοντα, ενώ οι Εναγόμενοι 2 - 5 και ως τα μέλη της συσταθείσας τετραμελούς Πειθαρχικής Επιτροπής που έκρινε την υπόθεση του Ενάγοντα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ο ρόλος τους φαίνεται να διαχωρίζεται από την ίδια την Επιτροπεία της οποίας ήταν μέλη αφού φαίνεται η απόφαση τους να επικυρώθηκε στις 20.5.2013 από την Επιτροπεία της Εταιρείας. Ο Εναγόμενος 7 αναφέρεται ως ο Τμηματάρχης Διοικητικών Θεμάτων της Εταιρείας και δεν ήταν μέλος της Επιτροπείας της Εταιρείας. Περαιτέρω εφόσον ο Ενάγοντας επέλεξε να ενάξει προσωπικά τους Εναγόμενους 1 - 7 αυτή η αντιδικία δεν εμπίπτει εντός των προνοιών των Νόμων και θα μπορούσε να προωθηθεί με αγωγή. Το βάσιμο αυτής της πτυχής της αξίωσης δεν μπορεί να εξεταστεί παρά κατά τη δίκη. Επομένως η επιμέρους ένσταση που αφορά τους Εναγόμενους 6 και 7 ότι οι πράξεις, αποφάσεις και ενέργειες που τους καταλογίζονται έγιναν υπό την ιδιότητα τους ως μέλη της Επιτροπείας της Εταιρείας και συνιστούν πράξεις, αποφάσεις και ενέργειες της Εταιρείας και όχι των ιδίων και κατά συνέπεια η αγωγή δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής εναντίον τους, απορρίπτεται. Κατά τη δίκη θα διαφανεί κατά πόσο φέρουν προσωπική ευθύνη. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η αγωγή δεν μπορούσε να καταχωριστεί εναντίον της Εναγόμενης 8 Εταιρείας. Θα έπρεπε για αυτή να είχε ακολουθηθεί η διαδικασία που προνοείται στους Νόμους. Το επόμενο ζήτημα αφορά στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου με τους Εναγόμενους 1 - 8 να υποστηρίζουν ότι η υπόθεση εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση και εμπεριέχονται στην Έκθεση Απαίτησης (βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport
(1989)1(E) A.A.Δ 729, 732 και Interamerican Ιnsurance Co Limited v. Μακρίδου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ 1529, 1534). Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών καθιδρύθηκε με τον περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμο του 1967, σήμερα οι περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμοι του 1967 μέχρι 2011. Αναφέρεται στο άρθρο 12 ότι: «
(1)Καθιδρύεται Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι Νόμω καλούμενον "Το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών") εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθων διαφορών: (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος· (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων· (γ) πάσης εργατικής διαφοράς παραπεμπομένης αυτώ υπό του Υπουργού, είτε κοινή συναινέσει αμφοτέρων των μερών, είτε δυνάμει οιασδήποτε εν ισχύϊ συλλογικής συμβάσεως ή διευθετήσεως αφορώσης την επίλυσιν εργατικών διαφορών διά διαιτησίας· (δ) οιασδήποτε ετέρας διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης και οιασδήποτε απαιτήσεως διά παροχήν ή αποφάσεως αρμοδίου λειτουργού, δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων ισχύοντος Νόμου, ήτις ήθελε παραπεμφθή αυτώ, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή διά νόμου ή διά Κανονισμών εκδοθέντων κατ' εφαρμογήν του εδαφίου τούτου· (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση· (στ) οποιωνδήποτε διαφορών αστικής φύσεως αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου.» Σχετική είναι και η πρόνοια της παραγράφου (ε) και (β) που για την επίδικη περίπτωση παραπέμπει στις διατάξεις του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 εώς (Αρ.2) του 2001. Το άρθρο 30 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 εώς (Αρ. 2) του 2001 προνοεί ότι: «
(1)Το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη επί απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος.
(2)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω ερμηνεύεται ως επηρεάζον το δικαίωμα εργοδοτουμένου όπως, αναφορικώς προς τερματισμόν απασχολήσεως, προσφύγη εις το Επαρχιακόν Δικαστήριον της Επαρχίας εν η ο εργοδοτούμενος ηργοδοτείτο κατά τον χρόνον καθ' ον ανέκυψεν η διαφορά εις περίπτωσιν καθ' ην η αξίωσις αυτού είναι δι' αποζημιώσεις υπερβαινούσας τας διά του παρόντος Νόμου δυναμένας να διεκδικηθώσι.» Το άρθρο 3 του Νόμου προνοεί ότι: «
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα.» Στην προκειμένη περίπτωση, και πάντα κατά την απαίτηση, ο τερματισμός της απασχόλησης του Ενάγοντα δεν καλύπτεται από οποιονδήποτε από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο
- Σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Παραρτήματος του Νόμου: «
- Πάσα αποζημίωσις επιδικαζομένη εις εργοδοτούμενον υπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών δυνάμει του άρθρου 3 υπολογίζεται ως εκτίθεται εις τον παρόντα Πίνακα. .......................................
- Εν ουδεμία περιπτώσει η αποζημίωσις θα υπερβαίνη τα ημερομίσθια δύο ετών.» Αναφέρεται στην Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1381, 1387-8: «Η αρμοδιότητα του δικαστηρίου συσχετίζεται άμεσα με το ύψος της αποζημίωσης. Για το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της αγωγής ως έχει. Όπως παρατηρεί ο Νικολάου, Δ. στην υπόθεση Interamerican Insurance, ανωτέρω, «Η διάταξη δεν συναρτά τη δικαιοδοσία με την επιτυχία της αξίωσης».» Όπως προειπώθηκε, η παρ. Η αφορά στη διεκδίκηση των δικηγορικών εξόδων τα οποία υπέστηκε ο Ενάγοντας για την υπεράσπιση του, ενώ οι παρ. Θ και Ι αφορούν σε γενικές, επαυξημένες, τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για την παράνομη παύση και απόλυση του και για παραβίαση των Συνταγματικών του δικαιωμάτων. Η κλίμακα της αγωγής καθορίστηκε στις €500.000-€2.000.000. Ο μισθός του Ενάγοντα όπως σημειώνεται στην Έκθεση Απαίτησης ήταν €5.303,55 μηνιαίως. Οι μισθοί του για περίοδο 2 ετών ήταν €127.285,20, δηλαδή πολύ μικρότερο ποσό από το ελάχιστο ποσό που διεκδικεί με την αγωγή του. Το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας απέσυρε μέρος των αξιώσεων του περιλαμβανομένης και της αξίωσης υπό παρ. Στ του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης που αφορούσε στους μισθούς που απώλεσε δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Η σε αυτή τη βάση αρμοδιότητα κρίνεται κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής και σε κάθε περίπτωση πρέπει να θεωρείται ότι οι αξιώσεις που παραμένουν υπερβαίνουν, κατά τον Ενάγοντα, το ποσό του €500.000 αφού αυτός δεν έχει προβεί στην μείωση της κλίμακας της αγωγής του. Στην Interamerican Ιnsurance η εφεσίβλητη είχε διεκδικήσει εναντίον των εφεσειόντων πρώην εργοδοτών της γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην κλίμακα €25.000-€50.000 για παράβαση συμφωνίας εργοδότησης. Της επιδικάστηκε αποζημίωση £1.260 που αντιπροσώπευαν μισθούς τριών μηνών. Με την έφεση τέθηκε προς εξέταση και ζήτημα δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου στη βάση του άρθρου 30
(1)
(2)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 εώς (Αρ. 2) του 2001. Το επιχείρημα ήταν ότι εφόσον επιδικάστηκαν αποζημιώσεις που δεν υπερέβαιναν τα ημερομίσθια δύο ετών, διαφάνηκε εκ του αποτελέσματος ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία. Αναφέρθηκε (σελ. 1534) ότι: «Αναπόφευκτα, η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο στηρίζεται κατ' αρχάς στους διατυπωθέντες ισχυρισμούς με τους οποίους προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα. Από την πλούσια επ' αυτού νομολογία αρκεί η αναφορά στη Sevegep Ltd v. United Sea Transport
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 729 όπου λέχθηκε, στη σελ. 732, ότι: "Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως." Δεν ακολουθεί όμως εξ αυτού ότι οι εκ των υστέρων διαπιστώσεις του Δικαστηρίου είναι πάντοτε άνευ σημασίας. Εξαρτάται από το τι προβλέπει η δικαιοδοτική νομοθετική διάταξη. Όπου ορίζονται προϋποθέσεις με την έννοια των σταθερών δεδομένων, το κατά πόσο πληρούνται παραμένει ζήτημα ανοικτό μέχρι τέλους της υπόθεσης· και αν τότε προκύψει αρνητική απάντηση, η υπόθεση ναυαγεί λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, του υπό συζήτηση άρθρου 30
(1)και
(2)του νόμου, δεν τίθεται όμως τέτοιου είδους προϋπόθεση. Τίθεται ως κριτήριο μόνο το ύψος της αξίωσης του εργοδοτουμένου. Του παρέχεται το δικαίωμα να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο εφόσον "η αξίωσις αυτού είναι δι΄ αποζημιώσεις υπερβαίνουσας τας διά του παρόντος Νόμου δυναμένας να διεκδικηθώσι." Το δικαίωμα του να προβάλει αξίωση πέραν ορισμένου ύψους προσδιορίζει και την αντίστοιχη δικαιοδοσία που είναι η γενική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η διάταξη δεν συναρτά τη δικαιοδοσία με την επιτυχία της αξίωσης. Ούτε άλλωστε θα μπορούσε να αναμένεται να υπάρχει τέτοια εξάρτηση στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Επομένως, από άποψης του άρθρου 30
(1)και
(2), το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν στερείτο εν προκειμένω δικαιοδοσίας με αναφορά στο ύψος των επιδικασθεισών αποζημιώσεων.» Εφόσον η εφεσίβλητη διεκδικούσε γενικές και ειδικές αποζημιώσεις καθορίζοντας τις σε κλίμακα που ξεπερνούσε τις απολαβές της για περίοδο δύο ετών το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία. Κατ' ακολουθία εφόσον με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις, δεδομένης και της κλίμακας της αγωγής, δεν τεκμηριώνεται, όπως προβάλλεται με τις ενστάσεις, ότι η αξίωση του δεν υπερβαίνει τις απολαβές του για περίοδο δύο ετών, έτσι που το Δικαστήριο αυτό να μην έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση του. Η περαιτέρω ένσταση των Εναγομένων 1, 2, 4 και 5 ότι η εναντίον τους αξίωση είναι άνευ αντικειμένου στη βάση του ότι αυτοί δεν είναι πλέον μέλη της Επιτροπείας της Εταιρείας απορρίπτεται. Κατά το χρόνο διάπραξης των πράξεων και παραλείψεων που τους καταλογίζονται ήταν, σύμφωνα με την αξίωση μέλη της Επιτροπείας της Εταιρείας και το γεγονός ότι μπορεί σήμερα να μην είναι από μόνο του δεν τους απαλλάσσει των τυχόν ευθυνών και υποχρεώσεων που δημιούργησαν. Αφορά στα επί μέρους γεγονότα και δεν είναι ζήτημα που μπορεί να αποφασιστεί εκτός του πλαισίου της δίκης. Η επιμέρους ένσταση του Εναγομένου 3 σε σχέση με την αξίωση της παρ. Θ επίσης απορρίπτεται. Με την παρ. Θ αξιώνονται γενικές, επαυξημένες, τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για παραβίαση των Συνταγματικών δικαιωμάτων του Ενάγοντα και σχέση εργοδότησης μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγομένου 3 δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη τεκμηρίωση τέτοιας αξίωσης εναντίον του τελευταίου. Ως εκ των ανωτέρω η ένσταση όπως αυτή δικογραφείται στην παρ.1(α) της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων 1, 2, 4, 5 και 8 επιτυγχάνει καθόσον αφορά την Εναγόμενη 8 Εταιρεία. Καθόσον αφορά τους Εναγόμενους 1, 2, 4 και 5 η ένσταση απορρίπτεται, όπως και το σύνολο των υπολοίπων ενστάσεων που ηγέρθηκαν από τους Εναγόμενους. Ως αποτέλεσμα η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 8 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 8 και εναντίον του Ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα της διαδικασίας εκδίκασης των ενστάσεων επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 - 7, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.)......................................... Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Προδικαστική εκδίκαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο