← Κύπρος

Russell Downs κ.α. ν. Unitech Limited κ.α., Αλλοδαπή Αίτηση αρ. 7/15, 18/7/2017

Russell Downs κ.α. ν. Unitech Limited κ.α., Αλλοδαπή Αίτηση αρ. 7/15, 18/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A247 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Π.Ε.Δ. Αλλοδαπή Αίτηση αρ. 7/15 Αναφορικά με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22 Δεκεμβρίου 2000 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις Και Αναφορικά με τον περί Αμοιβαίας Εκτέλεσης Ορισμένων Αποφάσεων Δικαστηρίων των Χωρών της Κοινοπολιτείας Νόμος, Κεφ. 10 Και Αναφορικά με την υπόθεση με αριθμό 2014 Folio 432 του Υψηλού Δικαστηρίου της Αγγλίας και Ουαλίας (High Court of Justice of England and Wales, Queen's Bench Division, Commercial Court) μεταξύ Cruz City 1 Mauritius Holdings (Εναγόντων) και

(1)Unitech Limited,
(2)Burley Holdings Limited,
(3)Arsanovia Limited
(4)Lynchwood Nominees Limited, και
(5)Luna Nominees Limited (Εναγομένων) Και Αναφορικά με το διάταγμα για διορισμό παραληπτών επί της περιουσίας των Unitech Limited και Βurley Holdings Limited ημερομηνίας 05 Μαρτίου 2015 που εκδόθηκε από το Υψηλό Δικαστήριο της Αγγλίας και Ουαλίας (High Court of Justice of England and Wales, Queen's Bench Division, Commercial Court) Μεταξύ:
  1. Russell Downs, από το Λονδίνο
  2. Ian Green, από το Λονδίνο
  3. Peter Dickens, από το Λονδίνο
  4. Cruz City 1 Mauritius Holdings, από τη Δημοκρατία του Μαυρικίου Αιτητών Και
  5. Unitech Limited, από την Ινδία
  6. Burley Holdings Limited, από τη Δημοκρατία του Μαυρικίου
  7. Unitech Residential Resorts Limited, από την Ινδία
  8. Νectrus Limited, από την Λεμεσό
  9. Nuwell Limited, από την Λεμεσό
  10. Technosolid Limited, από την Λεμεσό Καθ' ων η Αίτηση ------------------------------ Ημερομηνία: 18.7.2017 Εμφανίσεις: Για τους αιτητές 1-3: κ. Παντελή για Ανδρέας Σοφοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για τους αιτητές 4: κ. Τσιρίδης για Κώστας Τσιρίδης & Σία ΔΕΠΕ μαζί με κ. Δράκο Για τους καθ' ων η αίτηση: κ. Σταύρος Παύλου για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές με την παρούσα αίτηση αιτούνται τα πιο κάτω: «
  11. Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως το διάταγμα του Υψηλού Δικαστηρίου Αγγλίας και Ουαλίας, Queen's Bench Division, Εμπορικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 5 Σεπτεμβρίου 2014, ως ετροποποιήθη στις 14 Ιανουαρίου 2015 και στις 5 Μαρτίου 2015 (το «Αγγλικό Διάταγμα Διορισμού Παραλήπτη»), που επισυνάπτεται στην παρούσα ως Παράρτημα Α αναγνωριστεί, εγγραφεί και εκτελεστεί ως να ήταν απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
  12. Διάταγμα του δικαστηρίου ότι: (α) οποιοσδήποτε Καθ' ου η Αίτηση που έχει έννομο συμφέρον έχει το δικαίωμα να αιτηθεί να παραμερίσει το παρόν διάταγμα εντός 2 μηνών από την ημερομηνία επίδοσης του παρόντος διατάγματος, και/ή της ειδοποίησης του παρόντος διατάγματος, επί του εν λόγω Καθ' ου η Αίτηση (η «Περίοδος»), και (β) οι Αιτητές δεν δύνανται να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα (εκτός από προστατευτικά μέτρα) στην Κύπρο εναντίον κάποιου εκ των Καθ' ων η Αίτηση για να εκτελέσουν το Αγγλικό Διάταγμα Διορισμού Παραλήπτη (μέσω διαδικασίας για παρακοή του δικαστηρίου ή τέτοια άλλα μέτρα για εκτέλεση τα οποία διατίθενται νόμιμα) κατά τη διάρκεια της Περιόδου που αφορά τον συγκεκριμένο Καθ' ου η Αίτηση, ή για τέτοια άλλη χρονική περίοδο η οποία μπορεί να προβλέπεται από το νόμο.» Η παρούσα αίτηση βασίζεται στον Κανονισμό 44/2001/ΕΚ, άρθρα 32-58, στον Κανονισμό 1215/2012/ΕΚ, άρθρα 36-61, στον Περί Αμοιβαίας Εκτέλεσης Ορισμένων Αποφάσεων των Δικαστηρίων των Χωρών της Κοινοπολιτείας Νόμο, Κεφ. 10, άρθρα 3, 4, 5, 9 και 10, στο Διάταγμα του Συμβουλίου, S.L. I, σελ. 370, στους Περί Αλλοδαπών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Κανονισμούς, άρθρα 1-16, στον Περί Αλλοδαπών Αποφάσεων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Σύμβασης) Νόμου 121
(1)/2000, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς, Δ.48, θθ.1-13, Δ.55, και Δ.64, στις αρχές και το σκεπτικό της απόφασης Udruzena Beogradska Banka v. Westcare Investment Inc.
(1999)1 A.A.Δ. 124, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας, στις εγγενείς εξουσίες, στην ευχέρεια και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αγγελικής Χαραλαμπίδη, στην οποία αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια
  1. Η αιτήτρια 4 είναι η ενάγουσα στην αγγλική διαδικασία και οι αιτητές 1-3 είναι λογιστές στην PricewaterhouseCoopers Λονδίνου και έχουν διοριστεί ως παραλήπτες της περιουσίας των καθ' ων η αίτηση 1 και
  2. Προβαίνει όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση εκ μέρους όλων των αιτητών και είναι εξουσιοδοτημένη από όλους τους αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση. Η παρούσα αίτηση σχετίζεται με τις προσπάθειες της αιτήτριας 4 να εκτελέσει δύο διεθνείς αποφάσεις ημερ. 6.7.2012 εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και 2, όπως επίσης και εναντίον της Arsanovia Limited. H παρούσα αίτηση δεν αφορά την Arsanovia. H καθ' ης η αίτηση 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ινδία και η κύρια εργασία της είναι η κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας. Η καθ' ης η αίτηση 2 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία του Μαυρικίου και είναι μητρική εταιρεία. Οι καθ' ων η αίτηση 3-6 είναι άμεσες ή έμμεσες θυγατρικές της καθ' ης η αίτηση 1 και αποτελούν περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων οι παραλήπτες πρέπει να ασκούν άμεσο ή έμμεσο έλεγχο. Οι καθ' ων η αίτηση 3-6 έχουν συμπεριληφθεί ως μέρη για λόγους δικονομικούς καθώς αναμένεται ότι είναι δυνατό να ζητηθούν παρεμπίπτοντα διατάγματα εναντίον τους. Η καθ' ης η αίτηση 5 είναι ιδιοκτήτρια όλων των προνομιούχων μετοχών και η καθ' ης η αίτηση 4 είναι εξ' ολοκλήρου θυγατρική της καθ' ης η αίτηση
  3. Η καθ' ης η αίτηση 6 είναι επίσης εξ' ολοκλήρου θυγατρική εταιρεία της καθ' ης η αίτηση
  4. Παρά τους όρους των αποφάσεων και πολλών δικαστικών διαταγμάτων εναντίον τους σε αριθμό δικαιοδοσιών οι καθ' ων η αίτηση 1, 2 και η Arsanovia δεν έχουν καταβάλει εκούσια οποιαδήποτε από τα τεράστια ποσά που οφείλονται από αυτούς και η καθ' ης η αίτηση 4 ήταν σε θέση να ανακτήσει μόνο ένα πολύ μικρό μέρος του συνολικού ποσού που της οφείλεται. Μετά από αίτηση της καθ' ης η αίτηση 4 εξεδόθηκε διάταγμα με το οποίο διορίζονται οι παραλήπτες ως παραλήπτες υπό μορφή δίκαιης εκτέλεσης επί ορισμένων περιουσιακών στοιχείων των καθ' ων η αίτηση 1 και
  5. Το αρχικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη τροποποιήθηκε αρκετές φορές και αυτό που ευρίσκεται σήμερα σε ισχύ και είναι εκτελέσιμο και εκτελεστό είναι το αρχικό διάταγμα παραλήπτη ημερ. 5.9.2014, όπως τροποποιήθηκε στις 14.1.2015 και 5.3.2015 (αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη) και είναι αυτό το διάταγμα που οι αιτητές επιδιώκουν σήμερα να αναγνωριστεί. Τα βασικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αναφέρει η κα Χαραλαμπίδη, αφορούν μια συμφωνία κοινοπραξίας μεταξύ της αιτήτριας 4, των καθ' ων η αίτηση 1, 2 και της Arsanovia για εμπορική ανάπτυξη ακινήτων στη Βομβάη των Ινδιών. Σε γενικές γραμμές η συμφωνία απαιτούσε όπως οι καθ' ων η αίτηση 1, 2 και η Arsanovia συνεισφέρουν ακίνητα και ορισμένα δικαιώματα ανάπτυξης στο έργο ενώ η αιτήτρια 4 θα συνείσφερε χρηματοδότηση. Στις 6.6.2008 έγινε μια συμφωνία μετόχων μεταξύ της αιτήτριας 4 και της Arsanovia η οποία καθόριζε τις προθεσμίες εντός των οποίων θα έπρεπε να επιτευχθούν διάφορα ορόσημα στην ανάπτυξη των ακινήτων και τις συνέπειες εάν δεν ικανοποιούνταν οι εν λόγω προθεσμίες. Με ξεχωριστή συμφωνία επίσης ημερομηνίας 6.6.2008 μεταξύ της αιτήτριας 4 και των καθ' ων η αίτηση 1 και 2, η καθ' ης η αίτηση 1 συμφώνησε να χρηματοδοτήσει την καθ' ης η αίτηση 2 για να αγοράσει τις μετοχές της αιτήτριας 4 εάν η αιτήτρια ασκούσε το δικαίωμα πώλησης της και θα προκαλούσε την καθ' ης η αίτηση 3 να προβεί στις αναγκαίες πληρωμές στην αιτήτρια
  6. Οι καθ' ων η αίτηση 1, 2 και η Arsanovia απέτυχαν να εκπληρώσουν τους όρους έναρξης κατασκευής εντός της ταχθείσας περιόδου και μετά που η αιτήτρια 4 άσκησε το δικαίωμα πώλησης απέτυχαν να πληρώσουν το ποσό του δικαιώματος στην αιτήτρια
  7. Οι δύο συμφωνίες περιείχαν συμφωνίες για διαιτησία και ως εκ τούτου η αιτήτρια 4 ξεκίνησε δύο διαιτησίες. Η Arsanovia ξεκίνησε μια τρίτη διαιτησία εναντίον της αιτήτριας 4 και όλες οι διαιτησίες εκδικάστηκαν μαζί στο Λονδίνο. Στις 6.7.2012 το διαιτητικό δικαστήριο εξέδωσε τρεις διαιτητικές αποφάσεις κάνοντας δεκτά τα συμβατικά δικαιώματα της αιτήτριας 4 στο πλαίσιο των δύο συμφωνιών. Οι καθ' ων η αίτηση 1, 2 και η Arsanovia ήγειραν αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας στις διαιτητικές αποφάσεις που εκδόθηκαν στην πρώτη και δεύτερη διαιτησία και το δικαστήριο έκανε δεκτή την αμφισβήτηση της πρώτης διαιτητικής απόφασης αλλά απέρριψε την αμφισβήτηση σε σχέση με τη δεύτερη διαιτητική απόφαση. Η τρίτη διαιτητική απόφαση τελικά δεν αμφισβητήθηκε. Οι συνεχείς προσπάθειες εκτέλεσης εκ μέρους της αιτήτριας 4 σχετίζονται μόνο με τη δεύτερη διαιτητική απόφαση, η οποία απαιτεί όπως οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 καταβάλουν μεταξύ άλλων $298.000.000 πλέον ανατοκισμό και έξοδα στην αιτήτρια 4 έναντι της παράδοσης των μετοχών της αιτήτριας 4 στην εταιρεία του έργου. Η τρίτη διαιτητική απόφαση απαιτεί όπως η Arsanovia καταβάλει μεταξύ άλλων $2,9 εκατομμύρια στην αιτήτρια 4 αναφορικά με δικηγορικά έξοδα. Η αιτήτρια 4 έλαβε άδεια τον Ιανουάριο του 2013 να εκτελέσει τις διαιτητικές αποφάσεις με τον ίδιο τρόπο όπως οι αποφάσεις ή διατάγματα του Αγγλικού Δικαστηρίου με το ίδιο αποτέλεσμα. Η αιτήτρια 4 έλαβε από το Αγγλικό Δικαστήριο διάταγμα αποκάλυψης παγκόσμιας εμβέλειας στις 23.5.
  8. Σύμφωνα με το διάταγμα απαιτείτο από τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 όπως αποκαλύψουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία παγκοσμίως. Οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 επεδίωξαν να εφεσιβάλουν το διάταγμα αποκάλυψης και τους δόθηκε άδεια στις 12.7.
  9. Στις 11.11.2013 τέθηκαν όροι σε σχέση με το δικαίωμα έφεσης και το δικαστήριο διέταξε όπως οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 καταβάλουν στο δικαστήριο όλα τα ποσά τα οποία εκκρεμούσαν στο πλαίσιο των διαιτητικών αποφάσεων πλέον £183.882 σε σχέση με τα έξοδα εντός 28 ημερών από τις 6.11.2013 διαφορετικά η έφεση τους θα διαγράφετο. Οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δεν συμμορφώθηκαν με τους όρους, η έφεση τους θεωρήθηκε ως διαγραφείσα και άρθηκε η αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος αποκάλυψης. Ως εκ τούτου οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 υποχρεούνται να παράσχουν αποκάλυψη σύμφωνα με τους όρους του διατάγματος αλλά απέτυχαν να συμμορφωθούν μέχρι τις 30.4.2014, όταν όπως αποφάσισε το Δικαστήριο παρείχαν αποκάλυψη για λόγους τακτικής. Όμως ακόμη και τότε δεν έδωσαν βασικές πληροφορίες για τη σημερινή αξία των περιουσιακών στοιχείων τους ούτε κατέβαλαν τα έξοδα που επιδικάστηκαν εναντίον τους. Στις 9.4.2014 η αιτήτρια 4 καταχώρησε αιτήσεις στο Αγγλικό Υψηλό Δικαστήριο ζητώντας μεταξύ άλλων διάταγμα παγοποίησης παγκόσμιας εμβέλειας το οποίο εκδόθηκε στις 10.4.2014 εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και διάταγμα παραλήπτη το οποίο εκδόθηκε στις 3.5.
  10. Το αρχικό αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη ήταν διάταγμα παραλήπτη προς υποστήριξη δίκαιης εκτέλεσης το οποίο σύμφωνα με συμβουλή την οποία έχει πάρει η ενόρκως δηλούσα, όπως αναφέρει, από τον Άγγλο δικηγόρο κ. Yardley είναι ως ζήτημα αγγλικού δικαίου παρόμοιο με απαγορευτικό διάταγμα που εμποδίζει τον χρεώστη από του να πάρει την περιουσία που ευρίσκεται κάτω από το διάταγμα παραλήπτη. Οι παραλήπτες αξιωματούχοι του δικαστηρίου εξουσιοδοτούνται να συλλέξουν την περιουσία η οποία είναι το αντικείμενο του διατάγματος αλλά δεν λαμβάνουν οποιοδήποτε συμφέρον ιδιοκτησίας στην περιουσία με αυτό. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που πήρε από τον κ. Yardley το αρχικό αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη δεν ήταν ως ζήτημα αγγλικού δικαίου μέθοδος εκτέλεσης αλλά μορφή δίκαιης θεραπείας του δικαίου της επιείκειας ακριβώς γιατί η εκτέλεση δεν ήταν δυνατή. Το αρχικό διάταγμα παραλήπτη διόρισε τους αιτητές 1, 2 και 3 για να είναι παραλήπτες και σκοπεύουν να ασκήσουν τα δικαιώματα και εξουσίες τους σε σχέση με τις μετοχές των κυπριακών εταιρειών. Τα διατάγματα παραλήπτη που εκδίδονται από το Αγγλικό Δικαστήριο δεν επιχειρούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα ή να δεσμεύουν τρίτα πρόσωπα εκτός της δικαιοδοσίας του αγγλικού δικαστηρίου εκτός και μέχρι να κηρυχθούν εκτελεστά ή να εκτελεστούν σε δικαστήριο της σχετικής χώρας, εξ' ου και η καταχώριση της παρούσας αίτησης στην Κύπρο σε σχέση με τα κυπριακά περιουσιακά στοιχεία των καθ' ων η αίτηση 1 και
  11. Σύμφωνα πάντα με τις πληροφορίες που έχει πάρει η ενόρκως δηλούσα από τον κ. κ. Yardley δεν υπάρχουν άλλοι οδοί έφεσης για τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 σε σχέση με το αρχικό αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη και επιπρόσθετα οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δεν μπορούν πλέον να εφεσιβάλουν τις τροποποιήσεις που έγιναν στο αρχικό αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη. Η παρούσα αίτηση γίνεται σύμφωνα με τον κανονισμό 44 του 2001 ή διαζευκτικά με τον περί Αμοιβαίας Εκτέλεσης Ορισμένων Αποφάσεων Δικαστηρίων των Χωρών της Κοινοπολιτείας Κεφ. 10 ή τους κανόνες του κοινοδικαίου. Πρωταρχική βάση της παρούσας αίτησης είναι ο κανονισμός και είναι ξεκάθαρο σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα ότι το αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των αποφάσεων που ορίζονται στον κανονισμό. Το αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη είναι απόφαση η οποία εκδόθηκε από δικαστήριο κράτους μέλους και ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 53 έως 56 από τα Τεκμήρια 16 έως 21 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση. Οι καθ' ων η αίτηση μπορεί σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα να αμφισβητήσουν ότι εφαρμόζεται ο κανονισμός γιατί εφαρμόζεται η εξαίρεση που περιέχεται στο άρθρο 1.2(δ) του Κανονισμού, δηλαδή η εξαίρεση διαιτησίας. Το διάταγμα διορισμού παραλήπτη είναι διάταγμα για δίκαιη θεραπεία υπό το φως της ανεπιτυχούς συμπεριφοράς των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και ως εκ τούτου το αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη εμπίπτει εντός του πλαισίου του κανονισμού και μπορεί να εγγραφεί, αναγνωριστεί και εκτελεστεί στην Κύπρο. Εάν όμως ο κανονισμός δεν εφαρμόζεται, τότε εφαρμόζεται ο περί Αμοιβαίας Εκτέλεσης Νόμος, Κεφ. 10 παρόλο που ο περί Αμοιβαίας Εκτέλεσης Νόμος αρχικά περιοριζόταν σε χρηματικές αποφάσεις με τροποποίηση το 2000 επεκτάθηκε να εφαρμόζεται σε μη χρηματικές αποφάσεις όπως το αγγλικό διάταγμα παραλήπτη. Αναφέρει περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα ότι το Αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη είναι τελική απόφαση αφού δεν μπορεί να εφεσιβληθεί από τους διαδίκους. Μπορεί οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 να ισχυριστούν ότι αφού το αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη μπορεί να τροποποιηθεί ή παραμεριστεί από το δικαστήριο που το εξέδωσε τότε δεν είναι τελική απόφαση. Σύμφωνα με τα όσα έχει πληροφορηθεί από τον κ. Yardley τέτοιο δικαίωμα είναι ως ζήτημα αγγλικού δικαίου εγγενή με όλες τις μορφές θεραπείας επιείκειας και ως εκ τούτου η τελεσιδικία στο πλαίσιο αυτό δεν μπορεί να εκληφθεί με την ίδια έννοια ως η τελεσιδικία σε σχέση με χρηματικές αποφάσεις. Ένα διάταγμα διορισμού παραλήπτη δεν μπορεί να καταστεί πιο «τελικό» από ότι το αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη ούτε «τελικά απαγορευτικά διατάγματα» μπορούν να καταστούν πιο τελικά από ότι το αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη αφού τέτοια απαγορευτικά διατάγματα μπορούν ακόμη να τροποποιηθούν ή απορριφθούν από το δικαστήριο που τα εξέδωσε εάν υπάρχει αλλαγή στις περιστάσεις. Ακόμη όμως και εάν δεν εφαρμόζεται ούτε ο περί Αμοιβαίας Εκτέλεσης Νόμος, Κεφ. 10 τότε το αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη μπορεί να αναγνωριστεί σύμφωνα με τις αρχές του κοινοδικαίου σύμφωνα με το οποίο αλλοδαπά διατάγματα διορισμού παραλήπτη μπορούν να εκτελεστούν εάν υπάρχει επαρκής σχέση μεταξύ των καθ' ων η αίτηση και της δικαιοδοσίας στην οποία διατάχθηκε ο διορισμός παραλήπτη. Τέτοια σχέση υπάρχει αν οι καθ' ων η αίτηση έθεσαν τον εαυτό τους στη δικαιοδοσία του αγγλικού δικαστηρίου. Οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 έχουν θέσει τον εαυτό τους στη δικαιοδοσία του αγγλικού δικαστηρίου και δεν το αμφισβήτησαν σε οποιοδήποτε στάδιο της αγγλικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου αφού και η Κύπρος εφαρμόζει το κοινοδίκαιο, το αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη μπορεί να αναγνωριστεί σύμφωνα με το κοινοδίκαιο ακόμη και εάν δεν εφαρμόζονται ούτε ο κανονισμός ούτε το Κεφ.
  12. Οι καθ' ων η αίτηση 3, 4, 5 και 6 υπέβαλαν ένσταση και οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
  13. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα στη βάση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 και/ή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/
  14. Η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις ρητές εξαιρέσεις εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 και/ή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 εφόσον σχετίζεται με «διαιτησία». Εφόσον το Διάταγμα Διορισμού Παραλήπτη στην παρούσα υπόθεση, εκδόθηκε στα πλαίσια εκτέλεσης των Διαιτητικών Αποφάσεων και εφόσον οι Διαιτησίες εξαιρούνται ρητώς του Κανονισμού 44/2001 και/ή 1215/2012 δεν μπορούν να εφαρμοστούν οι πρόνοιες τους και η παρούσα αίτηση στερείται του ορθού νομικού υπόβαθρου.
  15. Από το πλαίσιο εφαρμογής των Κανονισμών 44/2001 και/ή 1215/2012 εξαιρούνται οι αποφάσεις Δικαστηρίου με τις οποίες αναγνωρίζεται διαιτητική απόφαση, συμπεριλαμβανομένων και αποφάσεων που αποτελούν μέτρα εκτέλεσης διαιτητικών αποφάσεων, καθότι το ζήτημα της αναγνώρισης, εκτέλεσης διαιτητικών αποφάσεων ρυθμίζονται από την Σύμβαση της Νέας Υόρκης και τις πρόνοιες του Νόμου 84/
  16. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα στη βάση του περί Αμοιβαίας Εκτέλεσης Ορισμένων Αποφάσεων των Δικαστηρίων των Χωρών της Κοινοπολιτείας Νόμο Κεφ. 10 ή στον περί Αλλοδαπών Αποφάσεων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει σύμβασης) Νόμου 121(Ι)2000 ή στη βάση του κοινοδικαίου, εφόσον οι εν λόγω νόμοι και/ή διαδικασίες δεν εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση.
  17. Το γεγονός ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 3, 4, 5 και 6 είναι θυγατρικές εταιρείες της εταιρείας Unitech Limited, από Ινδία, εναντίον της οποίας εκδόθηκε η Δεύτερη Διαιτητική Απόφαση, δεν αποτελεί βάσιμο ή νομικά ορθό λόγο για να δικαιολογείται το αίτημα των Αιτητών για εκτέλεση της Δεύτερης Διαιτητικής Απόφασης εναντίον τους που θα ήταν, ουσιαστικά, το αποτέλεσμα της εγγραφής του Διατάγματος Διορισμού Παραλήπτη στη Κύπρο.
  18. Η Κυρίως Αίτηση είναι καταχρηστική εφόσον επιζητεί την εγγραφή του Διατάγματος Παραλήπτη στη βάση διαφορετικών νομοθεσιών που προβλέπουν διαφορετικές διαδικασίες και αφορούν διαφορετικό είδος αποφάσεων οι οποίες δύνανται να εγγραφούν στη βάση τους, και/ή οι Αιτητές θα έπρεπε να είχαν επιλέξει ποια διαδικασία θα ακολουθήσουν και/ή επικαλεστούν και όχι να προωθούν την εγγραφή στη βάση διαφορετικών νομοθεσιών ευελπιστώντας ότι το Δικαστήριο θα εγκρίνει την Κυρίως Αίτηση τους στη βάση μίας από αυτών.
  19. Τα γεγονότα και/ή η νομική βάση επί των οποίων βασίζεται η αίτηση δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και η Αίτηση δεν υποστηρίζεται είτε από το νόμο είτε από τη νομολογία και/ή είναι εσφαλμένη και/ή παράτυπη και/ή αίτηση όπως η παρούσα δεν μπορεί να προωθηθεί στα πλαίσια της Κυρίως Αίτησης.
  20. Η Αίτηση είναι αντικανονική και/ή καταχρηστική και/ή παράτυπη και/ή αντίθετη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή τις πρόνοιες του νόμου και/ή της νομολογίας.» Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αγάθης Ζερβού, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των καθ' ων η αίτηση 3, 4, 5 και 6 στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι το διάταγμα διορισμού παραλήπτη απευθύνεται μόνο στους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και όχι στους καθ' ων η αίτηση 3-6 αλλά επιτρέπει ουσιαστικά στους παραλήπτες να εξασκούν τα δικαιώματα μετόχων που κατέχουν οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 ώστε να ασκούν έλεγχο στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό στις θυγατρικές τους εταιρείες συμπεριλαμβανομένων και των καθ' ων η αίτηση 3-
  21. Η καθ' ης η αίτηση 4 δεν είναι στη λίστα με τις εταιρείες που βρίσκεται στο παράρτημα Β του διατάγματος διορισμού παραλήπτη ούτε αναφέρεται καν σε αυτό. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι στην ένορκη δήλωση της Αγγελικής Χαραλαμπίδου προβάλλονται σωρεία ανυπόστατων ισχυρισμών, όμως θα επικεντρωθεί όπως αναφέρει στη φύση της κυρίως αίτησης καθώς και στη δικαιοδοτική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται τόσο αυτή όσο και η ενδιάμεση αίτηση. Λόγω του ότι πολλά από τα σημεία στα οποία στηρίζονται οι αιτητές για να προωθήσουν την κυρίως αίτηση έχουν εξεταστεί από το Ε.Δ. Λευκωσίας στην αίτηση 998/14, είναι η εισήγηση της ενόρκως δηλούσας ότι το σκεπτικό της απόφασης αυτής εφαρμόζεται και στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Είναι περαιτέρω η εισήγηση της ενόρκως δηλούσας ότι η κυρίως αίτηση πρέπει να παραμεριστεί για τους πιο κάτω λόγους: (α) Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να διατάξει την εγγραφή του διατάγματος παραλήπτη στην Κύπρο χωρίς την προγενέστερη εγγραφή και αναγνώριση της Δεύτερης Διαιτητικής απόφασης προς υποβοήθηση της εκτέλεσης της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα διορισμού παραλήπτη στην Αγγλία. (β) Η αίτηση πάσχει από αντικανονικότητα που εκθεμελιώνει το νομικό υπόβαθρο της. (γ) Ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 44/01 καθώς και ο νέος Ευρωπαϊκός Κανονισμός για αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων δεν έχουν εφαρμογή στη παρούσα υπόθεση. (δ) Ο Περί Αλλοδαπών Αποφάσεων Νόμος 121
(1)/00 δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση αφού οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 καθώς και οι αιτητές 1-4 δεν διαμένουν και δεν έχουν το εγγεγραμμένο γραφείο τους εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. (ε) Ο Περί Αμοιβαίας Εκτέλεσης Ορισμένων Αποφάσεων των Δικαστηρίων των Χωρών της Κοινοπολιτείας Νόμος (Κεφ. 10) δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση αφού μεταξύ άλλων το Διάταγμα διορισμού παραλήπτη δεν αποτελεί τελεσίδικη απόφαση αλλά ουσιαστικά αποτελεί μέτρο εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης. (στ) Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδώσουν ενδιάμεσα διατάγματα προς υποβοήθηση διαδικασιών εκτέλεσης διαιτητικών αποφάσεων στη δικαιοδοτική βάση που επικαλούνται οι αιτητές. (ζ) Με την κυρίως αίτηση οι αιτητές επιχειρούν να επιτύχουν την εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων από την «πίσω πόρτα» παρακάμπτοντας την διαδικασία που προβλέπεται από την Σύμβαση της Νέας Υόρκης η οποία έχει επικυρωθεί με τον Κυρωτικό Νόμο 84/
  1. Αναφέρει περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα ότι παρά την διαφοροποίηση στις δικονομικές διαδικασίες που προωθούν οι αιτητές ο λόγος και ο σκοπός για τον οποίο εκδόθηκε το διάταγμα διορισμού παραλήπτη στην Αγγλία και κατά συνέπεια η φύση της παρούσας διαδικασίας που συνδέεται άρρηκτα με αυτό αδιαμφισβήτητα παραμένει ο ίδιος και είναι η εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων. Aυτό έγινε όπως ενημερώθηκε από τους αντιπροσώπους των καθ' ων η αίτηση 3-6 παραδεκτό και από την ίδια την αιτήτρια στα πλαίσια των διαδικασιών ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων στο προσχέδιο των αγορεύσεων για τις ακροάσεις ημερομηνίας 27.6.14 και 4.7.
  2. Η αναφορά της Αγγελικής Χαραλαμπίδη ότι το διάταγμα διορισμού παραλήπτη αποτελεί θεραπεία «δίκαιης εκτέλεσης» και επομένως όχι μέτρο εκτέλεσης με την συνήθη έννοια της λέξης υποστηρίζοντας ότι αυτό αποτελεί ανεξάρτητη διαδικαστική διαδικασία που δεν εμπίπτει στις διαδικασίες εκτέλεσης των διαιτητικών αποφάσεων, έχει τεθεί από την αιτήτρια 4 στο πλαίσιο της αίτησης αρ. 998/14 και έχει αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Σύμφωνα πάντα με την ένορκη δήλωση της Αγάθης Ζερβού, οποιαδήποτε αίτηση για έκδοση διαταγμάτων που να αφορούν ή να υποστηρίζουν την εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων, γίνεται στη βάση της Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1956 η οποία έχει επικυρωθεί με το Ν.84/
  3. Η διαιτητική απόφαση εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δεν έχει σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα αναγνωριστεί και εγγραφεί στην Κύπρο, γεγονός που υποδηλώνει ξεκάθαρα ότι η παρούσα διαδικασία που επέλεξαν ή προώθησαν οι αιτητές είναι λανθασμένες. Εκκρεμούσε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η αίτηση με αριθμό 402/14 της αιτήτριας 4 για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και είναι στα πλαίσια εκείνης της αίτησης που θα μπορούσε η αιτήτρια 4 να ζητήσει και την έκδοση διαταγμάτων προς εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Στις 30.12.15 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας προχώρησε στην αναγνώριση της δεύτερης διαιτητικής απόφασης εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και
  4. Η καθ' ης η αίτηση 3 η οποία είναι εταιρεία με έδρα την Ινδία, δεν θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στην κυρίως αίτηση εφ' όσον ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός που επικαλούνται οι αιτητές, δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της. Οι αιτητές έχουν στην αίτηση τους επίσης ως δικαιοδοτική βάση το Κεφ.10 όπως και τον περί Αλλοδαπών Αποφάσεων Ν. 121
(1)/
  1. Κανένας όμως από τους πιο πάνω νόμους δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Τόσο ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός όσο και η Σύμβαση της Νέας Υόρκης αποτελούν διεθνή σύμβαση οι πρόνοιες των οποίων υπερισχύουν ιεραρχικά των προνοιών οποιονδήποτε ημεδαπών νόμων πάνω στο θέμα. Η διαιτησία εξαιρείται από την εφαρμογή των προνοιών του Ευρωπαϊκού Κανονισμού και σε σχέση με διαδικασίες για την αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων εφαρμόζονται οι πρόνοιες της συνθήκης της Νέας Υόρκης. Οι αιτητές και ιδιαίτερα η αιτήτρια 4 προωθούν την παρούσα διαδικασία καταχρηστικά και για αλλότριους σκοπούς. Η αιτήτρια 4 πριν την καταχώρηση της αίτησης για ενδιάμεσα διατάγματα στην παρούσα αίτηση, καταχώρησε την αίτηση αρ. 994/14 στα πλαίσια της οποίας είχε ήδη πετύχει την έκδοση παρόμοιων απαγορευτικών διαταγμάτων εναντίον των καθ' ων η αίτηση 3-
  2. Είναι η εισήγηση της ενόρκως δηλούσας ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και οι αιτητές ενεργούν με καταχρηστικό τρόπο και προωθούν την παρούσα διαδικασία για αλλότριους σκοπούς. Η διαδικασία περιορίστηκε στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση, αλλά και στο περιεχόμενο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων όπως φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Παρά το γεγονός ότι η διαδικασία στηρίχτηκε στις ένορκες δηλώσεις οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από πολυσέλιδες γραπτές αγορεύσεις αλλά και πολύωρες προφορικές αγορεύσεις. Δεν θα παραθέσω σε έκταση το περιεχόμενο των αγορεύσεων αφού αυτό θα ήταν έργο αχρείαστο και αντιπαραγωγικό. Έχοντας μελετήσει το περιεχόμενο των αγορεύσεων και έχοντας πάντα κατά νου στο σύνολο τους τις αγορεύσεις θα αναφερθώ μόνο σε περίληψη των ουσιαστικών θέσεων της κάθε πλευράς. Η αίτηση στηρίζεται τόσο στον Κανονισμό ΕΚ 44/01 όσο και στο Κεφ. 10, αλλά και στο Κοινοδίκαιο. Είναι ο ισχυρισμός των αιτητών ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει όλες τις βάσεις της αίτησης και στην περίπτωση που κρίνει ότι δεν εφαρμόζεται ο Κανονισμός αλλά ούτε και το Κεφ. 10, το Δικαστήριο θα πρέπει να εγκρίνει την αίτηση στη βάση του Κοινοδικαίου. Είναι η θέση των αιτητών ότι το Αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη μπορεί να αναγνωριστεί με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού 44/2001 και παραπέμπουν στη γνωμάτευση του καθηγητή Thomas Pheiffer. Παρόλο που ο Κανονισμός 44/2001 έχει καταργηθεί από τον Κανονισμό 1215/12, ο Κανονισμός 44/2001 τυγχάνει εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση επειδή το διάταγμα εκδόθηκε πριν από τις 10.1.
  3. Απαντώντας στη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι το αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη δεν μπορεί να αναγνωριστεί με βάση τον Κανονισμό 44/2001 επειδή εκδόθηκε προς δίκαιη εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων, οι αιτητές ισχυρίζονται ότι ο Κανονισμός 44/2001 τυγχάνει εφαρμογής και το Δικαστήριο έχει εξουσία να αναγνωρίσει το αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη. Σύμφωνα με τη θέση των αιτητών, η διαφορά μεταξύ των μερών που παραπέμφθηκε σε διαιτησία εμπίπτει εντός του Κανονισμού 44/2001 αφού αφορά "civil and commercial matter". Το γεγονός ότι το αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη εκδόθηκε σε σχέση με ένα "commercial dispute" το οποίο παραπέμφθηκε σε διαιτησία, δεν οδηγεί αυτόματα στη μη εφαρμογή του Κανονισμού 44/
  4. Η εξαίρεση του άρθρου 1
(2)(d) του Κανονισμού 44/2001 έχει εισαχθεί για να αποκλειστεί η εφαρμογή του σε θέματα τα οποία καλύπτονται από διεθνείς συμβάσεις όπως είναι η Σύμβαση της Νέας Υόρκης. Η εξαίρεση δεν εφαρμόζεται αναφορικά με αποφάσεις Κρατών Μελών σε «civil and commercial matters» οι οποίες δεν μπορούν να αναγνωριστούν με βάση τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης και οι οποίες δεν παρεμβαίνουν σε συμφωνίες παραπομπής διαιτησίας. Αποφάσεις δικαστηρίων των κρατών μελών σε σχέση με «provisional measures" τα οποία εκδόθηκαν στα πλαίσια ενός «commercial dispute» δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση του άρθρου 1
(2)(d). Σχετική είναι η απόφαση C-391/95 Van Uden v. Deco Line όπως αναφέρουν οι αιτητές παραπέμποντας στην παράγραφο 34 της απόφασης. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο το Αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη αποτελεί μέτρο εκτέλεσης ή αν αποτελεί «provisional measure». Εάν το αγγλικό διάταγμα είναι διάταγμα προς εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων τότε το εν λόγω διάταγμα εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 1
(2)(d) του Κανονισμού 44/2001, εάν όμως το αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη αποτελεί «provisional measure» τότε ο Κανονισμός 44/2001 τυγχάνει πλήρους εφαρμογής. Ένα διάταγμα διορισμού παραλήπτη είναι «provisional measure» για τους πιο κάτω λόγους: Α. Δεν επηρεάζει το ιδιοκτησιακό καθεστώς των περιουσιακών στοιχείων του εξ' αποφάσεως οφειλέτη. Β. Ο παραλήπτης βρίσκεται κάτω από την εποπτεία του Δικαστηρίου το οποίο μπορεί να τον διατάξει τι να πράξει με τα περιουσιακά στοιχεία. Γ. Τα περιουσιακά στοιχεία που συλλέγει ο παραλήπτης δεν χρησιμοποιούνται αυτόματα προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, αλλά συνήθως κατατίθενται στο Δικαστήριο. Το Αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη αποτελεί όπως αναφέρουν οι αιτητές "order" σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Κανονισμού 44/2001 και συνεπώς αποτελεί "judgment" που πρέπει σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 33 το του Κανονισμού 44/2001 υποχρεωτικά να αναγνωριστεί χωρίς να είναι ανάγκη να κινηθεί οποιαδήποτε διαδικασία. Οι αιτητές αναφέρθηκαν επίσης στο Κεφ. 10 και ισχυρίζονται ότι εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν εφαρμόζεται ο Κανονισμός 44/2001 τότε το διάταγμα παραλήπτη μπορεί να εγγραφεί δυνάμει του Κεφ. 10. Είναι η θέση των αιτητών ότι το Αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης. Είναι μορφή θεραπείας που δίδεται σε πολιτική διαδικασία από το δίκαιο της επιείκειας. Το διάταγμα εκδόθηκε μετά από ακρόαση και αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Το Αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη εγγράφεται στην Κύπρο αν πληροί τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Κεφ.10 νοουμένου ότι είναι «τελεσίδικη όσον αφορά τους διαδίκους σε αυτή». Ακόμη όμως και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν εφαρμόζεται ούτε το Κεφ. 10 και πάλι το Αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη μπορεί να αναγνωριστεί σύμφωνα με τους αιτητές με βάση τις αρχές του Κοινοδικαίου. Διάταγμα παραλήπτη μπορεί να αναγνωριστεί βάσει των αρχών του Κοινοδικαίου νοουμένου ότι υπάρχει επαρκής σύνδεση μεταξύ του δικαστηρίου που εξέδωσε το διάταγμα και του προσώπων εναντίον του οποίου στρέφεται το διάταγμα. Στην παρούσα περίπτωση ξεκάθαρα υπάρχει αποδοχή της δικαιοδοσίας καθώς οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 συμμετείχαν σε πολλαπλές διαδικασίες χωρίς να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία του Αγγλικού Δικαστηρίου. Υπό τις περιστάσεις είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει εθελούσια αποδοχή η οποία αποτελεί επαρκή σύνδεση και άρα θέτει την αναγκαία βάση για την αναγνώριση του Αγγλικού διατάγματος διορισμού παραλήπτη. Η γραπτή αγόρευση των αιτητών όπως περιληπτικά αναφέρεται πιο πάνω αναπτύχθηκε περαιτέρω μέσα από την προφορική αγόρευση του κ. Παντελή, ο οποίος αναφέρθηκε στην υπόθεση Van Uden και στην έννοια των «provisional measures». Σε σχέση με τον Κανονισμό 44/2001 δεν ισχυρίζονται οι αιτητές, όπως είπε ο κ. Παντελή, ότι εφαρμόζεται η Van Uden αλλά γίνεται αναφορά στην απόφαση για δύο λόγους:
  1. Για την ερμηνεία του όρου "provisional measures", και
  2. για να καταδείξουν οι αιτητές ότι δεν υπάρχει κανόνας του Ευρωπαϊκού Δικαίου ότι οποτεδήποτε μια διαδικασία σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με διαιτησία σημαίνει αμέσως ότι η διαδικασία βρίσκεται εκτός του κανονισμού. Η διαδικασία ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου αφορούσε αστική και εμπορική υπόθεση και έτσι εμπίπτει εντός του κανονισμού και για να τεθεί εκτός του κανονισμού θα έπρεπε να ισχύσει η εξαίρεση της διαιτησίας. Δεν ισχύει η εξαίρεση γιατί πρώτο το Αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη δεν είναι μέτρο εκτέλεσης και δεύτερο είναι προσωρινό μέτρο με βάση τον κανονισμό. Στο σημείο αυτό της αγόρευσης του κ. Παντελή, ο κ. Παύλου δήλωσε ότι σε σχέση με τις τυπικές προϋποθέσεις του κανονισμού αυτές δεν αμφισβητούνται και στη συνέχεια ο κ. Παντελή ανέφερε ότι εάν το Δικαστήριο καταλήξει ότι έχει δικαιοδοσία, τότε οι τυπικές προϋποθέσεις του κανονισμού πληρούνται και θα πρέπει να διατάξει την εκτέλεση αναγνώρισης και εκτέλεσης της απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου. Σε σχέση με το Κεφ.10 είναι η θέση του κ. Παντελή ότι εφόσον η απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου είναι τελεσίδικη αφού εκδόθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου στην οποία οι διάδικοι έλαβαν μέρος και διεξήχθηκε ακροαματική διαδικασία, το Κεφ.10 εφαρμόζεται και το Δικαστήριο θα πρέπει να αναγνωρίσει το Αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη ενόψει της τροποποίησης που έγινε το
  3. Εάν όμως και πάλι το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν εφαρμόζεται το Κεφ.10, τότε το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ότι εφαρμόζεται το Κοινοδίκαιο. Προφανώς οι καθ' ων η αίτηση θα αναφερθούν όπως είπε ο κ. Παντελή σε αγωγή με βάση την αρχή του Κοινοδικαίου ότι δηλαδή μια αλλοδαπή απόφαση δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο μπορεί να βασιστεί κάποιος για να καταχωρίσει αγωγή για αναγνώριση της αλλοδαπής απόφασης. Αυτό που οι αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση δεν είναι να στηριχθεί στο διάταγμα του Αγγλικού Δικαστηρίου το οποίο δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα για καταχώρηση αγωγής, αλλά οι αιτητές εισηγούνται ότι υπάρχει νομολογιακή αρχή βάσει της οποίας μπορεί να αναγνωριστεί διάταγμα αλλοδαπού Δικαστηρίου. Στη δική του αγόρευση ο κ. Παύλου υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης που κατέθεσε στο Δικαστήριο, περαιτέρω κατέθεσε σύνοψη αγορεύσεων και συμπληρωματικά σημεία αγόρευσης για τους καθ' ων η αίτηση και ανέπτυξε περαιτέρω τη θέση του μέσα από πολύωρη προφορική αγόρευση. Ο κ. Παύλου τόνισε ιδιαίτερα την ύπαρξη της αίτησης 998/14 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η οποία καταχωρήθηκε από την αιτήτρια 4 και υπογράμμισε τις αναφορές στην απόφαση ότι οι διαδικασίες που γίνονται στο πλαίσιο εκτέλεσης διαιτητικών αποφάσεων εξαιρούνται από τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού ο οποίος δεν εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις αφού εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. Ασφαλιστικά μέτρα με βάση το άρθρο 31 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, όπως έχει ερμηνευθεί αυστηρά στην απόφαση Van Uden μπορούν να εκδοθούν, όπως ανέφερε ο κ. Παύλου, μόνο ενώ η διαιτητική διαδικασία ακόμη εκκρεμεί, κάτι το οποίο δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Το Αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη το οποίο εκδόθηκε υπό μορφή δίκαιης εκτέλεσης αποτελεί δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης των διαιτητικών αποφάσεων και επομένως εμπίπτει στην εξαίρεση της δικαιοδοσίας του άρθρου 1
(2)(δ) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Το Κυπριακό Δικαστήριο κατά συνέπεια των πιο πάνω δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της υπόθεσης και να εκδώσει τα ενδιάμεσα διατάγματα βάσει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Περαιτέρω όμως, όπως αναφέρει στην αγόρευση του ο κ. Παύλου, στην απόφαση στην αίτηση 998/14 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αποφάσισε ότι το Αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη αποτελεί μέτρο εκτέλεσης. Η απόφαση εγείρει ζήτημα κωλύματος της αιτήτριας 4 αλλά και των υπόλοιπων αιτητών, αφού τα συμφέροντα και οι σκοποί τους ταυτίζονται με της αιτήτριας 4 και εμποδίζονται να προωθούν την παρούσα διαδικασία και ιδιαίτερα να προωθούν ισχυρισμούς αντίθετους με τα ευρήματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Το εύρος και η φύση του Αγγλικού διατάγματος διορισμού παραλήπτη ως μέτρο εκτέλεσης έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στην αίτηση 998/
  1. Οι αιτητές 1-3 έχουν διοριστεί ως παραλήπτες στο πλαίσιο των αγγλικών διαδικασιών, δεν έχουν κάποια προσωπική απαίτηση ή δικαίωμα εναντίον των καθ' ων η αίτηση και ο μοναδικός τους σκοπός είναι να ρευστοποιήσουν τα περιουσιακά στοιχεία των καθ' ων η αίτηση για να ικανοποιήσουν την απαίτηση της αιτήτριας
  2. Κατά συνέπεια τα συμφέροντα τους είναι πανομοιότυπα. Ακόμη όμως και αν το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τα πιο πάνω, είναι η εισήγηση του κ. Παύλου ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της κύριας αίτησης και κατά συνέπεια να οριστικοποιήσει τα ενδιάμεσα διατάγματα, αφού το διάταγμα διορισμού παραλήπτη δεν μπορεί να εγγραφεί στην Κύπρο με βάση τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Το διάταγμα αποτελεί μέτρο εκτέλεσης, δεν αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο, αλλά διάταγμα που αποσκοπεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης στην οποία έχουν διαπιστωθεί τα δικαιώματα των μερών. Περαιτέρω όμως σύμφωνα με τον κ. Παύλου, ούτε στη βάση του Κεφ. 10 δεν μπορεί να εγγραφεί το Αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη, αφού δεν ικανοποιεί το άρθρο 3
(2)(α) το οποίο αναφέρεται σε τελεσίδικη όσον αφορά τους διαδίκους απόφαση για να είναι εγγράψιμη. Το Κεφ. 10 επιτρέπει την εγγραφή τελεσίδικων αποφάσεων οι οποίες αποφάσισαν τελικώς τα δικαιώματα των μερών, δηλαδή μια απόφαση επί της ουσίας και το Κεφ. 10 δεν εφαρμόζεται σε ενδιάμεσα διατάγματα ή διαταγές με τις οποίες δεν διαγνώστηκαν τελικώς τα δικαιώματα των μερών. Όπως αποφασίστηκε στην αίτηση 998/14 ο διορισμός του παραλήπτη είναι προσωρινός μέχρι την ικανοποίηση των διαιτητικών αποφάσεων. Ο σκοπός του Κεφ. 10 είναι η αναγνώριση αλλοδαπών αποφάσεων ώστε ο αιτητής να μπορέσει αργότερα να προχωρήσει στην προώθηση διαδικασιών για την εκτέλεση των εκάστοτε αποφάσεων. Όπως περαιτέρω ανέφερε ο κ. Παύλου η εγγραφή της απόφασης ούτε σύμφωνα με το κοινοδίκαιο δεν μπορεί να επιτευχθεί αφού αυτό γίνεται με καταχώριση αγωγής από τον εξ' αποφάσεως πιστωτή και όχι με την καταχώριση μονομερούς αίτησης στο Δικαστήριο. Η δυνατότητα αναγνώρισης ενός διατάγματος ξένου δικαστηρίου προϋποθέτει αυτό το διάταγμα να είναι τέτοιας μορφής που θα μπορούσε να εκδοθεί από το Κυπριακό δικαστήριο αφού με την αναγνώριση του αυτό εντάσσεται στο δικαστικό σύστημα της Κύπρου και καθίσταται σε όλες του τις λεπτομέρειες διάταγμα του Κυπριακού δικαστηρίου. Σύμφωνα με το Αγγλικό διάταγμα διορισμού παραλήπτη το δικαστήριο που είναι υπεύθυνο για να επιβλέπει τις δραστηριότητες των παραληπτών είναι το Αγγλικό δικαστήριο και επομένως το Κυπριακό δικαστήριο δεν θα μπορεί να επιβλέπει την εφαρμογή της δικής του πλέον κυπριακής απόφασης. Οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι οι αιτητές εμποδίζονται στην προώθηση της παρούσας αίτησης λόγω δεδικασμένου εν όψει της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση 998/14 μεταξύ Cruz City 1 Mauritius Holdings v. Unitech Residential Resorts Ltd κ.ά., δηλαδή μεταξύ των αιτητών 4 και καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στη παρούσα αίτηση που αφορά ίδια γεγονότα. Έχω εξετάσει το περιεχόμενο του πρακτικού ημερ. 22.7.2015, όπως φαίνεται στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης, στο οποίο αναφέρονται τόσο οι θέσεις των δικηγόρων των αιτητών 1, 2 και 3 όσο και το σκεπτικό του δικαστηρίου. Φαίνεται ότι η ύπαρξη της αίτησης 998/14 απασχόλησε το δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το ενδιάμεσο διάταγμα στην παρούσα αίτηση στη βάση των ειδικών περιστάσεων. Δεν θα συμφωνήσω με τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι οι αιτητές εμποδίζονται λόγω δεδικασμένου να προωθήσουν την παρούσα αίτηση αφού το προσωρινό διάταγμα στην παρούσα αίτηση εκδόθηκε πριν την απόφαση στην αίτηση 998/14. Πιθανότερο να τίθετο τότε θέμα κατάχρησης στη διαδικασία αλλά θεωρώ ότι οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση εκ μέρους του δικαστηρίου του θέματος αυτού, το οποίο εν πάση περιπτώσει καθίσταται πλέον ακαδημαϊκής φύσεως, θα καθιστά το παρόν δικαστήριο εφετείο του προηγούμενου δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν θα το εξετάσω. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στον κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 που αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Ουσιαστικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί για να αποφασιστεί κατά πόσο ο κανονισμός αποτελεί δικαιοδοτική βάση της αίτησης, είναι το κατά πόσο το επίδικο διάταγμα αποτελεί προσωρινό μέτρο (provisional measure) στη βάση του κανονισμού, όπως είναι η θέση των αιτητών αφού το διάταγμα εκδόθηκε πριν από τις 10.1.2015 που τροποποιήθηκε ο ΕΚ 44/01 και όχι μέτρo εκτέλεσης όπως είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση και κατά συνέπεια ο κανονισμός δεν μπορεί να αποτελεί δικαιοδοτική βάση αφού εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 1
(2)(d) του κανονισμού. Στην απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας στην αίτηση 998/14 ημερ. 24.7.2015 αναφέρεται ότι είναι παραδεκτό ότι η διαιτητική διαδικασία έχει ολοκληρωθεί, οι αξιώσεις των αιτητών έχουν γίνει δεκτές και έχουν εκδοθεί αποφάσεις υπέρ τους. Είναι επίσης παραδεκτό όπως φαίνεται μέσα από την απόφαση ότι η αίτηση 998/14 καταχωρήθηκε στα πλαίσια εκτέλεσης των διαιτητικών αποφάσεων. Στην βάση των πιο πάνω ήταν εύρημα του Δικαστηρίου ότι στα πλαίσια εκτέλεσης διαιτητικών αποφάσεων δεν εφαρμόζεται ο Κανονισμός 44/01. Στα πλαίσια της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης εμπίπτει κατά την κρίση μου και ο διορισμός παραλήπτη, δηλαδή των αιτητών 1, 2 και 3 στην παρούσα αίτηση, υπό μορφή δίκαιης εκτέλεσης. Όπως και αν οι αιτητές προσπάθησαν να ερμηνεύσουν το επίδικο διάταγμα, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι αυτό εκδόθηκε μετά την τελική απόφαση επί της ουσίας της διαφοράς. Δεν έχει διαφανεί μέσα από τα γεγονότα ούτε λόγος ούτε σκοπός άλλος να διοριστούν οι αιτητές 1, 2 και 3 ως παραλήπτες. Ο σκοπός του διορισμού τους είναι σαφής και συγκεκριμένος και αφορά την εκτέλεση πράξεων με σκοπό την ικανοποίηση της απόφασης επί της ουσίας η οποία ήταν διαιτητική απόφαση. Ο κανονισμός αναγνωρίζει την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος στη βάση του άρθρου 31 σε περίπτωση όπου εκκρεμεί διαδικασία ή δεν άρχισε, προς υποβοήθηση αλλά και στη βάση του άρθρου 47 στα πλαίσια αίτησης για αναγνώριση της απόφασης. Το γεγονός ότι ο χρόνος διορισμού των αιτητών 1, 2 και 3 είναι περιορισμένος δεν καθιστά το διάταγμα ενδιάμεσο με την έννοια των πιο πάνω άρθρων. Η θέση επίσης των αιτητών ότι η διαφορά που οδήγησε στη διαιτησία ήταν αστική και εμπορική υπόθεση η οποία εμπίπτει στον ΕΚ 44/01 δεν με βρίσκει σύμφωνη. Μια τέτοια ερμηνεία θα καταστρατηγούσε κατά την κρίση μου τον κανονισμό και θα ήταν προσπάθεια παραμερισμού της επιφύλαξης του άρθρου 1
(2)(δ). Ως εκ τούτου θα συμφωνήσω με το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση 998/14 ότι στην παρούσα υπόθεση δεν εφαρμόζεται ο κανονισμός 44/2001 και δεν μπορεί να αποτελεί δικαιοδοτική βάση της παρούσας αίτησης. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι αιτητές ότι εάν το δικαστήριο αποφασίσει όπως πιο πάνω μπορεί να εξετάσει διαζευκτικά ως δικαιοδοτική βάση της αίτησης το Κεφ. 10 αφού η αίτηση στηρίζεται και στα άρθρα 3, 4, 5, 9 και 10 του Κεφ. 10 όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν. 130
(1)/00. Το άρθρο 4
(1)αναφέρει τα εξής: «Πρόσωπο, το οποίο είναι εξ αποφάσεως πιστωτής βάσει απόφασης στην οποία εφαρμόζεται το Μέρος αυτό του Νόμου αυτού, δύναται να αποταθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο οποτεδήποτε εντός έξι ετών μετά την ημερομηνία της απόφασης, ή, όταν υπήρξε διαδικασία υπό μορφή έφεσης εναντίον της απόφασης, μετά την ημερομηνία της τελευταίας απόφασης που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία αυτή, για να εγγράψουν την απόφαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο, και με την υποβολή οποιασδήποτε τέτοιας αίτησης το Δικαστήριο δύναται, υπό την επιφύλαξη της απόδειξης των θεμάτων που καθορίζονται και των άλλων διατάξεων του Νόμου αυτού, να διατάξει όπως η απόφαση εγγραφεί: ...............................» Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 2
(1)του Κεφ. 10: «απόφαση» σημαίvει απόφαση ή διάταγμα πoυ δίvεται ή εκδίδεται από Δικαστήριo σε oπoιαδήπoτε πoλιτική διαδικασία, ή απόφαση ή διάταγμα πoυ δίvεται ή εκδίδεται από Δικαστήριo σε oπoιαδήπoτε πoιvική διαδικασία για τηv πληρωμή πoσoύ χρημάτωv σε σχέση με απoζημίωση ή ζημιά σε oπoιoδήπoτε διάδικo πoυ ζημιώθηκε.» Το άρθρο 3
(2)
(1)του Κεφ. 10 αναφέρει ότι το μέρος αυτό του Νόμου εφαρμόζεται αν απόφαση για την οποία επιδιώκεται η εγγραφή είναι «τελεσίδικη όσον αφορά τους διάδικους σε αυτή» και σύμφωνα με το άρθρο 3
(3): «3
(1)....................................
(2).....................................
(3)Για τoυς σκoπoύς τoυ άρθρoυ αυτoύ, απόφαση θεωρείται ως τελεσίδικη αvεξάρτητα τoυ ότι έφεση δυvατό vα εκκρεμεί εvαvτίov αυτής, ή ότι δυvατό αυτή vα υπόκειται ακόμα σε έφεση, στα Δικαστήρια της χώρας τoυ αρχικoύ Δικαστηρίoυ.» Με την τροποποίηση από το Ν. 130(Ι)/2000του άρθρου 3 το Κεφ. 10 εφαρμόζεται και σε αποφάσεις που δεν αφορούν την επιδίκαση ή πληρωμή χρηματικού ποσού. Τελεσίδικη απόφαση, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο του άρθρου 3
(3)και για τους σκοπούς του συγκεκριμένου άρθρου, είναι η απόφαση για την οποία έχουν εξαντληθεί όλα τα περιθώρια αναθεώρησης ως προς την ουσία της και είναι πλέον δεσμευτική για τους διαδίκους. Σύμφωνα με την απόφαση Μιχαλάκης Ραφτόπουλος ν. Δημοκρατία
(1998)4 Α.Α.Δ. 7. «Προϋπόθεση για την γένεση δέσμευσης αποτελεί η κρίση επί της ουσίας της διαφοράς ...... Δέσμευση προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα ουσιώδη γεγονότα.» Για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης με την επιφύλαξη του άρθρου 3
(3)τελεσίδικη είναι η απόφαση στην οποία το δικαστήριο εξέτασε την ουσία και κατέληξε σε ευρήματα ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Το ερώτημα που το Δικαστήριο θα πρέπει να απαντήσει είναι το κατά πόσο η επίδικη απόφαση εμπίπτει στην έννοια της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 10. Είναι εύρημα του δικαστηρίου όπως αναφέρεται πιο πάνω ότι η επίδικη απόφαση δεν αποτελεί τελεσίδικη απόφαση όπως είναι η πρόνοια του άρθρου 3
(3)αλλά αποτελεί απόφαση με σκοπό την υποβοήθηση της εκτέλεσης των τελεσίδικων διαιτητικών αποφάσεων που έχουν προηγηθεί. Κατά συνέπεια δεν θα συμφωνήσω με τη θέση του κ. Παντελή ότι η επίδικη απόφαση είναι τελεσίδικη επειδή εκδόθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στην οποία έλαβαν μέρος οι διάδικοι αφού δεν είναι αυτή η έννοια της τελεσίδικης απόφασης. Η επίδικη απόφαση δεν αποφάσισε οτιδήποτε επί της ουσίας της διαφοράς και με το επίδικο διάταγμα διορισμού των αιτητών 1, 2 και 3 ως παραλήπτες δεν αναγνωρίζονται οποιαδήποτε δικαιώματα των διαδίκων ούτε οι αιτητές 1, 2 και 3 καθίστανται διάδικοι στη διαφορά επί της ουσίας. Ο διορισμός τους καθορίζεται για σκοπούς εκτέλεσης των τελεσίδικων διαιτητικών αποφάσεων και μόνο όπως αναφέρω και πιο πάνω. Ως εκ τούτου ούτε το Κεφ. 10 μπορεί να αποτελεί κατά την κρίση μου δικαιοδοτική βάση της αίτησης αφού η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη με την έννοια «ευρημάτων επί της ουσίας». Υποστηρίζουν περαιτέρω οι αιτητές ότι το δικαστήριο μπορεί να εγκρίνει την αίτηση στη βάση του Κοινοδικαίου. Αναγνωρίζοντας ο κ. Παντελή ότι μια αλλοδαπή απόφαση δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο μπορεί να βασιστεί κάποιος για να καταχωρήσει αγωγή για αναγνώριση της αλλοδαπής απόφασης σύμφωνα με το Κοινοδίκαιο (βλ. Αχιλλέας Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Εκδοτική εταιρεία Δημόκριτος Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 206) ανέφερε ότι αυτό που εισηγούνται οι αιτητές είναι ότι υπάρχει νομολογιακή αρχή βάση της οποίας μπορεί να αναγνωριστεί διάταγμα αλλοδαπού Δικαστηρίου. Σε αντίθεση με την πιο πάνω θέση ο κ. Παύλου ανέφερε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει διάταγμα αναγνώρισης ενός διατάγματος για το οποίο δεν μπορεί να επιβλέπει την εφαρμογή του και θα συμφωνήσω με την θέση αυτή αφού οι αιτητές 1, 2 και 3 θα είναι υπόλογοι όχι στο παρόν Δικαστήριο αλλά στο Δικαστήριο που τους διόρισε, το οποίο και θα ελέγχει την εφαρμογή του διατάγματος και το παρόν Δικαστήριο δεν θα έχει την δυνατότητα ελέγχου των μερών ως υπόλογων για πιθανή περιφρόνηση. Με βάση όλα τα πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι το δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία και η απόφαση ημερ. 5.9.2014 δεν είναι εγγράψιμη στη βάση καμιάς δικαιοδοτικής βάσης στις οποίες αναφέρεται η αίτηση. Για όλους τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω η κύρια αίτηση ημερ. 22.7.2015 απορρίπτεται. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης μου για το θέμα της δικαιοδοσίας και επειδή οι δυο αιτήσεις συνεκδικάστηκαν, αφού αυτό ήταν το ουσιαστικό θέμα, συμπαρασύρεται και το προσωρινό διάταγμα ημερ. 22.7.2015 και δεν θα εξετάσω κατά πόσο ισχύουν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Ως εκ τούτου και το ενδιάμεσο διάταγμα ημερομηνίας 22.7.2015 ακυρώνεται. Τα έξοδα της διαδικασίας που αφορούν τόσο την κύρια αίτηση όσο και την αίτηση χωρίς ειδοποίηση επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ρ. Λιμνατίτου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Παραμερισμός διατάγματος εγγραφής αλλοδαπής απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.