Polypack LLC ν. Hellenic Bank Public Company Limited κ.α., Αρ. Αγ. 5870/2014, 21/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A248 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 5870/2014 Μεταξύ: Polypack LLC από Νέα Υόρκη, Η.Π.Α. Ενάγουσας Και 1. Hellenic Bank Public Company Limited, από Λεμεσό 2. ICC CHEMICAL CORPORATION, από Νέα Υόρκη, ΗΠΑ Εναγομένων Ημερομηνία: 21 Ιουλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/ Καθ' ης η Αίτηση: Η κα Μ. Γιωρκάτζη για Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.ΠΕ. Για την Εναγόμενη 2/ Αιτήτρια: Ο κ. Μ. Παναγίδης για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης του εκτός δικαιοδοσίας) Με την αγωγή της αυτή η Ενάγουσα/ Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα αξιώνει μεταξύ άλλων αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι της πιστωτικής επιστολής της Εναγόμενης 1 με ημερομηνία 14.06.2012 προς όφελος της Εναγόμενης 2 και αναγνωριστική απόφαση που να αναγνωρίζει ότι η πληρωμή στην Εναγόμενη 2 του ποσού της πιστωτικής επιστολής, έγινε χωρίς η Εναγόμενη 2 να εκπληρώσει και/ή ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για την πληρωμή της πιστωτικής επιστολής. Επιδιώκεται επίσης η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη 2 να επιστρέψει στην Ενάγουσα το ποσό των 205,605,00 Δολαρίων Αμερικής ή οποιοδήποτε άλλο ποσό εισέπραξε από την Εναγόμενη 1 δυνάμει της πιστωτικής επιστολής όπως και αποζημιώσεις από την Εναγόμενη 1 για το εν λόγω ποσό λόγω παράβασης σύμβασης και παράβασης καθήκοντος. Μετά την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στην Εναγόμενη 1 καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης και στη συνέχεια η Ενάγουσα έλαβε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στην Εναγόμενη 2, όπως και έγινε σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Η Εναγόμενη 2 καταχώρησε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία αφού έλαβε σχετική άδεια από το Δικαστήριο και την υπό κρίση αίτηση. Ακολούθησε η καταχώρηση ένστασης από μέρους της Ενάγουσας. Αντικείμενο επομένως της παρούσας απόφασης μου είναι η αίτηση που υποβλήθηκε από πλευράς της Εναγόμενης 2/ Αιτήτριας (στη συνέχεια «η Αιτήτρια»), για έκδοση διατάγματος με το οποίο να παραμερισθεί και/ή απορριφθεί και/ή ακυρωθεί και/ή ανασταλεί η αγωγή καθώς διατείνεται ότι το παρόν δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας σε σχέση με την Αιτήτρια και/ή διότι το παρόν δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της παρούσας αγωγής. Επίσης ως παρεπόμενο των πιο πάνω αξιώνεται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να παραμερισθεί το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση της αγωγής στην Εναγόμενη 2 στο εξωτερικό. Εναλλακτικά με το πιο πάνω, αξιώνεται διάταγμα του Δικαστηρίου για αναστολή της διαδικασίας και των διαταγμάτων που εκδόθηκαν επί τω ότι η διαφορά θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία στο American Arbitration Association στην Νέα Υόρκη και ή στη δικαιοδοσία των Αμερικάνικων δικαστηρίων. Η αίτηση όπως και η ένσταση βασίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στους θεσμούς πολιτικής δικονομίας Δ.5, 5Α, 6, Δ.16.9, Δ.27.3 και Δ.48 θ.1, 2, στη Σύμβαση της Χάγης που κυρώθηκε με το νόμο 40/82, στον περί Δικαστηρίων Νόμο άρθρο 3, 10, 21 και 32 του Ν.14/60 και στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο άρθρο 9, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση παρατίθενται πρωτίστως στο φάκελο του δικαστηρίου και, αφετέρου, συμπληρώνονται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου - συνεργάτη στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Αιτήτρια κας Νικολέττας Ανδρονίκου. Η κα Ν. Ανδρονίκου δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τους εν λόγω δικηγόρους και από την Αιτήτρια να προβεί στη δήλωση η οποία αφορά αμιγώς νομικά ζητήματα. Δηλώνει περαιτέρω ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης αφού μελέτησε το φάκελο δικογραφίας και από πληροφορίες που έχει από αντιπροσώπους της Αιτήτριας. Αναφερόμενη στα γεγονότα της υπόθεσης, αναφέρει ότι η εναγόμενη 1 είναι κυπριακή εταιρεία ενώ η Αιτήτρια εδρεύει στην Νέα Υόρκη. Η ενάγουσα είναι επίσης εταιρεία η οποία εδρεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Όπως πιστεύει και συμβουλεύεται, η έκθεση απαίτησης είναι στο παρόν στάδιο η μοναδική πηγή άντλησης γνώσης για το ενδεχόμενο τα Κυπριακά Δικαστήρια να έχουν δικαιοδοσία για εκδίκαση της αγωγής επί της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια εκφράζει τη θέση ότι εάν θα μπορούσε κάποιος να καταφύγει στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκ μέρους της ενάγουσας, προκειμένου να εντοπίσει πληροφορίες σχετικά με την δικαιοδοσία του δικαστηρίου, παρόλο ότι η νομολογία είναι αποτρεπτική ως προς αυτή τη δυνατότητα, και πάλι δεν υπάρχουν ισχυρισμοί που να υπονοούν ότι οποιεσδήποτε πράξεις που αποδίδονται στην Αιτήτρια έλαβαν χώραν εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Πέραν των πιο πάνω υποστηρίζει και τα ακόλουθα παρέχοντας σχετικές λεπτομέρειες των σχέσεων που είχαν οι διάδικοι: (α) Η σύμβαση η οποία συνομολογήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της Αιτήτριας δεν καταρτίστηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η εν λόγω σύμβαση προνοεί ότι οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των μερών διέπεται από τους νόμους των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και περαιτέρω υπάρχει σαφής πρόνοια ότι ο τρόπος επίλυσης οποιωνδήποτε διαφορών μεταξύ των μερών είναι δια διαιτησίας στο American Arbitration Association στην Νέα Υόρκη. Επισυνάπτει ως Τεκμ. 1 αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας. (β) Πιστεύει ότι με την εν λόγω ρήτρα επίλυσης διαφορών, η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων υπόκειται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αμερικάνικων δικαστηρίων, γεγονός όμως που δεν αποκαλύφθηκε από την ενάγουσα ως είχε υποχρέωση να πράξει κατά το στάδιο έκδοσης του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, γεγονός το οποίο δεικνύει ότι ήλθε ενώπιον του δικαστηρίου χωρίς να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα. (γ) Η παράδοση των εμπορευμάτων δεν θα γινόταν στην Κυπριακή Δημοκρατία. Συγκεκριμένα τα εμπορεύματα προερχόμενα από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής θα εμπορεύονταν στην Ρωσία ως η ίδια η ενάγουσα υποστηρίζει. (δ) Η εγγυητική επιστολή την οποία είχε στην κατοχή της η Αιτήτρια εκδόθηκε από το πιστωτικό ίδρυμα Standard Charter Bank της Νέας Υόρκης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Επισυνάπτει αντίγραφο της ως Τεκμ. 2. (ε) Η Αιτήτρια δεν είχε καμία συμβατική σχέση με την εναγόμενη 1 σε σχέση με την εγγυητική επιστολή για την οποία η ενάγουσα αξιώνει το ποσό που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης της. Στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας δεν αποδίδεται μεταξύ των εναγόμενων 1 και 2 συνωμοσία και/ή δόλος και/ή απάτη και ως εκ τούτου δεν υπάρχει οποιαδήποτε διασύνδεση μεταξύ των δύο εταιρειών και κατ' επέκταση δημιουργία δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων επί της Αιτήτριας. (στ) Τα συμφωνηθέντα εμπορεύματα παραδόθηκαν στην ενάγουσα και για αυτό η αξίωση της ενάγουσας περιορίζεται μόνο στην ισχυριζόμενη παράβαση των όρων της εγγυητικής, στην οποία επαναλαμβάνεται ότι η Αιτήτρια δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος. Η εγγυητική επιστολή συνομολογήθηκε μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της ενάγουσας και ως εκ τούτου ουδέν αγώγιμο δικαίωμα δημιουργείται εναντίον της Αιτήτριας. (ζ) Δεδομένων όλων των πιο πάνω είναι η θέση της Αιτήτριας ότι δεν είναι δυνατό τα κυπριακά δικαστήρια να επιληφθούν της παρούσας αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 2 λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Εισηγείται επομένως ότι τα αμερικάνικα δικαστήρια είναι το πλέον κατάλληλο φόρουμ επίλυσης διαφορών σε σχέση με την Αιτήτρια και την Ενάγουσα, καθότι, εκεί έδρευαν οι διάδικοι, εκεί συνομολογήθηκε η σύμβαση και εκεί στάλθηκε η επιστολή από το πιστωτικό ίδρυμα Standard Charter Bank και εν πάση περιπτώσει η ρήτρα διαιτησίας και αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Αμερικάνικων Δικαστηρίων για επίλυση της διαφοράς είναι καταλυτικής σημασίας. Όπως δε περαιτέρω πιστεύει και συμβουλεύεται, η παράλειψη ρητής αναφοράς στην ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας και εκδίκασης της διαφοράς από Αμερικάνικο Δικαστήριο κατά το στάδιο έκδοσης του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, συνιστά εξαιρετικά σημαντικό λόγο για ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Η Καθ' ης η Αίτηση, όπως προανέφερα καταχώρησε ένσταση στην οποία επικαλείται τους πιο κάτω λόγους: α. Το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης 1 και/ή 2 δεν προκύπτει από τη συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2 όπως υποστηρίζει η Εναγόμενη 2 αλλά από την πιστωτική επιστολή της Εναγόμενης 1, η οποία αποτελεί ξεχωριστή και αυτοτελή σύμβαση. β. Η υποχρέωση που είχε η Εναγόμενη 2 ήταν να παρουσιάσει τα έγγραφα που αναφέρονταν στην πιστωτική επιστολή η οποία εκδόθηκε από την Εναγόμενη 1 προς όφελος της Εναγόμενης 2 κατόπιν οδηγιών της Ενάγουσας και όχι από τη συμφωνία που επικαλείται η Εναγόμενη 2. γ. Η συμφωνία που επικαλείται η Εναγόμενη 2 είναι παρεμφερής συμφωνία, δεν συνιστά μέρος της βάσης αγωγής που επικαλείται η Ενάγουσα (παρά μόνο μέρος των περιβαλλουσών συνθηκών) και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει επί του προκειμένου εφαρμογής και/ή δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί η εκεί ενσωματωμένη ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας oύτε η ρήτρα διαιτησίας. δ. Η βασική αιτία αγωγής της Ενάγουσας είναι η πληρωμή από την Εναγόμενη 1 πιστωτικής επιστολής κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων και κατά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι της Ενάγουσας και/ή η παράβαση από την Εναγόμενη 2 των δικών της διαβεβαιώσεων για συμμόρφωση με τους ρητούς όρους και προϋποθέσεις της πιστωτικής επιστολής. ε. Η Εναγόμενη 2 είναι αναγκαίος και/ή επιθυμητός διάδικος. στ. Στη προκειμένη περίπτωση πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.2, θ.2 και η Δ.6 σε σχέση με τη καταχώριση και επίδοση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας. ζ. Η Ενάγουσα έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) και έχει προσκομίσει ικανοποιητική μαρτυρία για το σκοπό αυτό. η. Η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός Κύπρου. θ. Τα κυπριακά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και είναι τα κατάλληλα δικαστήρια για κάτι τέτοιο. ι. Η Εναγόμενη 2 προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο. ια. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για παραμερισμό. ιβ. Η Ενάγουσα προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη σε σχέση με όλα τα ουσιώδη γεγονότα στα πλαίσια της αίτησης της για έκδοση του διατάγματος επίδοσης της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η δικηγόρος - συνεργάτης στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ' ης η Αίτηση κα Μανουέλα Σωκράτους. Η κα Μ. Σωκράτους δηλώνει ότι είναι κανονικά εξουσιοδοτημένη από τους αξιωματούχους της Ενάγουσας να προβεί στην ένορκη δήλωση για λογαριασμό τους καθώς οι αξιωματούχοι της βρίσκονται στο εξωτερικό και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατό να ορκιστούν για την παρούσα. Δηλώνει ότι τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη δήλωση της τα γνωρίζει προσωπικά και είναι αληθινά, ενώ τα γεγονότα που δεν γνωρίζει προσωπικά και για τα οποία αναφέρεται άλλη πηγή γνώσεως είναι αληθινά από όσο καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει. Δηλώνει ότι έχει διαβάσει το περιεχόμενο της ένστασης το οποίο απορρίπτει στην ολότητα του και αναφέρει τα ακόλουθα: 1. H βάση επί της οποίας εδράζεται η παρούσα αγωγή δεν είναι η οποιαδήποτε σύμβαση μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2 αλλά η πιστωτική επιστολή η οποία εκδόθηκε από την Εναγόμενη 1 κατόπιν οδηγιών της Ενάγουσας προς όφελος της Εναγόμενης 2. Αυτή δε αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη σύμβαση με εκατέρωθεν υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. 2. Ως εκ τούτου οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί της Εναγόμενης 2 περί ύπαρξης ρήτρας αλλοδαπής δικαιοδοσίας και ρήτρας διαιτησίας δεν ευσταθούν αφού κανένα από τα αγώγιμα δικαιώματα που προωθεί η Ενάγουσα δεν απορρέει από την βεβαίωση αγοράς (Τεκμ.1), στην Ένορκη Δήλωση Ανδρονίκου αλλά από και σε σχέση με την πιστωτική επιστολή η οποία εκδόθηκε από την Εναγόμενη 1. Συνεπώς, η επίδικη διαφορά δεν εμπίπτει εντός της ρήτρας αλλοδαπής δικαιοδοσίας που επικαλείται η Εναγόμενη 2 ούτε της ρήτρας για επίλυση των διαφορών από το διαιτητικό δικαστήριο. 3. Στην εν λόγω πιστωτική επιστολή αναφέρονταν ρητά οι όροι και προϋποθέσεις τις οποίες έπρεπε να εκπληρώσει η Εναγόμενη 2 για να δικαιούται στην καταβολή του ποσού της πιστωτικής επιστολής. 4. Περαιτέρω δηλώνει ότι η παρούσα αγωγή ορθά καταχωρήθηκε στα Κυπριακά Δικαστήρια αφού ο βασικός Εναγόμενος, ήτοι η Εναγόμενη 1 είναι τραπεζικό ίδρυμα στην Κυπριακή Δημοκρατία και το βασικό αγώγιμο δικαίωμα είναι η λανθασμένη καταβολή χρημάτων από την Εναγόμενη 1. Περαιτέρω η παράβαση της σύμβασης (δηλαδή της πιστωτικής επιστολής), επιτεύχθηκε στην Κύπρο και η Εναγόμενη 2 συνιστά αναγκαίο και ορθό διάδικο στα πλαίσια της παρούσας αγωγής αφού σε αυτήν πληρώθηκαν τα χρήματα και αυτή ήταν η δικαιούχος της πιστωτικής επιστολής. 5. Ως τυγχάνει επίσης νομικής συμβουλής, τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι τα πλέον κατάλληλα δικαστήρια να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή. 6. Ως περαιτέρω τυγχάνει νομικής συμβουλής, στη προκειμένη περίπτωση πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.2, θ.2 και η Δ.6 σε σχέση με την καταχώριση και επίδοση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας και η Ενάγουσα έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) και έχει προσκομίσει ικανοποιητική μαρτυρία για το σκοπό αυτό. 7. Όπως αναφέρεται και στην Έκθεση Απαίτησης αλλά και στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, το αγώγιμο δικαίωμα προκύπτει από την πιστωτική επιστολή και όχι από τους όρους πληρωμής, εξάλλου καμία βαρύτητα δεν δίδεται στην οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2 ούτε την επικαλείται. 8. Η Ενάγουσα προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη σε σχέση με όλα τα ουσιώδη γεγονότα στα πλαίσια της αίτησης της για έκδοση του διατάγματος επίδοσης της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς στην παράγραφο 6 (ιιι) στην Ένορκη Δήλωση Ανδρονίκου αφού η Ενάγουσα καμία υποχρέωση δεν είχε να αποκαλύψει την εν λόγω συμφωνία καθώς αυτή η συμφωνία είναι παρεμφερής συμφωνία, δεν συνιστά μέρος της βάσης αγωγής που επικαλείται η Ενάγουσα (παρά μόνο μέρος των περιβαλλουσών συνθηκών) και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει επί του προκειμένου εφαρμογής και δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί η εκεί ενσωματωμένη ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας ή ρήτρα διαιτησίας. 9. Αντιθέτως, αυτός που προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο είναι η Εναγόμενη 2 αφού το έγγραφο που επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση Ανδρονίκου δεν είναι η πιστωτική επιστολή με αριθμό DCI/034420/201 επί της οποίας εδράζεται το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας αλλά ένα άλλο έγγραφο το οποίο εκδόθηκε από την Standard Chartered Bank. 10. Η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει ως Τεκμ. 1 την πιστωτική επιστολή, τους όρους της οποίας θα έπρεπε να τηρήσει η Εναγόμενη 1 και η Εναγόμενη 2. 11. Εκδότρια τράπεζα (issuing bank) της εν λόγω πιστωτικής επιστολής είναι η Εναγόμενη 1 και όχι η Standard Chartered Bank στην Νέα Υόρκη, ως λανθασμένα και παραπλανητικά αναφέρεται στην παράγραφο 6 (
- v)της Ένορκης Δήλωσης Ανδρονίκου. Η Standard Chartered Bank ήταν μόνο η τράπεζα - σύμβουλος (advising bank), δηλαδή η τράπεζα η οποία ενημερώνει τον δικαιούχο ότι έχει εκδοθεί από την εκδότρια τράπεζα η πιστωτική επιστολή και δεν είναι υπεύθυνη να ικανοποιήσει οποιουσδήποτε όρους της πιστωτικής επιστολής. 12. Ενόψει των πιο πάνω η ενόρκως δηλούσα εισηγείται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στο βαθμό που αφορά και την Εναγόμενη 2 και τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι και τα πιο κατάλληλα να εκδικάσουν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και εν πάση περιπτώσει δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραμερισμό ή αναστολή της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν και να μου παραδώσουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που τους εκπροσώπησαν. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και τις λαμβάνω υπόψη. Πέραν από τα γεγονότα που χαρακτηρίζουν την υπόθεση κάνουν εκτενή αναφορά τόσο στο κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τέτοιες αγωγές, όπου υπεισέρχονται αρχές ιδιωτικού διεθνούς δικαίου όσο και σε νομολογιακές αρχές τις οποίες η κάθε πλευρά εισηγείται ότι συνάδουν και υποστηρίζουν την υπόθεση της. Είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι το παρόν δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, η επίδοση ήταν ορθή και νομότυπη και ως εκ τούτου το διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας δεν θα πρέπει να παραμεριστεί και ότι η διαφορά δεν θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Περαιτέρω είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτησης ότι η Συμφωνία, την οποία επικαλείται η Εναγόμενη 2 προς υποστήριξη της παρούσας Αίτησης της ουδεμία σχέση έχει με το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας εναντίον των Εναγόμενων 1 και/ή 2 αλλά αυτό εδράζεται στην πιστωτική επιστολή της Εναγόμενης 1 και ως εκ τούτου η συμφωνία που επικαλείται η Εναγόμενη 2 δεν δύναται να καθορίσει εάν και κατά πόσο τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα διαφορά. Διαμετρικά αντίθετες είναι οι εισηγήσεις της πλευράς της Αιτήτριας επιμένοντας στους λόγους που υποστηρίζουν την Αίτηση της.. Περαιτέρω αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις όπως αυτές προβλήθηκαν στις αγορεύσεις των δύο πλευρών όπως και παραπομπή σε σχετική νομολογία που με παρέπεμψαν, θα γίνει σε κατάλληλο σημείο όπου χρειαστεί κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Σύμφωνα με την Δ.6, επίδοση εκτός δικαιοδοσίας επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, η οποία μπορεί να δοθεί για έναν από τους λόγους ή τις αιτίες που αναφέρονται στον Θ.1(α) έως (θ), και νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο ενάγων έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής και ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός Κύπρου. Στην υπόθεση S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 A.A.Δ. 762, το Δικαστήριο επεσήμανε πως η διαταγή για την επίδοση Κλητηρίου Εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κατοίκου του εξωτερικού. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του Δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι μόνο μετά την εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ένας διάδικος που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας μπορεί να υποβληθεί στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων μας. Σύμφωνα με την Διαταγή 6 Θεσμός 1 : Subject to section 15 of the Courts of Justice Law, Cap 11, service out of the jurisdiction of a writ of summons or notice of a writ of summons may be allowed by the Court or a Judge whenever- [.]
- c)Any relief is sought against any person domiciled or ordinarily resident in Cyprus; or [..]
- e)the action is one brought to enforce, rescind, dissolve, annul or otherwise affect a contract or to recover damages or other relief for or in respect of the breach of a contract-
- i)made in Cyprus; [..]
- h)any person out of Cyprus is a necessary or proper party to an action properly brought against some other person duly served in Cyprus. Εφόσον στο κλητήριο ένταλμα εμφανίζονται εναγόμενοι από τους οποίους ένας τουλάχιστον διαμένει ή εδρεύει στην Κύπρο, ενώ άλλος βρίσκεται εκτός Κύπρου τότε τυγχάνουν εφαρμογής και οι πρόνοιες της Δ.6, θ. 1(
- h)σύμφωνα με την οποία επίδοση εκτός δικαιοδοσίας κλητηρίου ή ειδοποίησης κλητηρίου μπορεί να επιτραπεί οποτεδήποτε πρόσωπο εκτός Κύπρου είναι αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος σε αγωγή η οποία ορθά κινήθηκε εναντίον κάποιου άλλου προσώπου στο οποίο επιδόθηκε δεόντως στην Κύπρο. Στο Annual Practice του 1958 στη σελ.146 γίνεται αναφορά στην αντίστοιχη διάταξη O.2, r.4. Αυτή η πρόνοια πρέπει να διαβάζεται μαζί με το O.11, r.1(
- g)που είναι η αντίστοιχη της Κυπριακής Δ.6 κ.1(
- h)και καταλήγει ως εξής: "In such cases the writ is issued without leave, and the plaintiff, having served the writ on the defendant within the jurisdiction, applies for leave to issue a concurrent writ for the service on the defendant out of the jurisdiction, as stated, supra, O.6 r.2, (
- n)"Concurrent Writ etc.". Σημειώνεται ότι η διαφορά που υπάρχει στο λεκτικό της Δ.2 Θ.2 από το O.2 r.4 είναι ότι στο δικό μας γίνεται αναφορά σε σφράγιση κλητηρίου, ενώ στο Αγγλικό Ο.2 r.4 αναφέρεται σε έκδοση κλητηρίου. Σε τέτοια περίπτωση η διαταγή αυτή εφαρμόζεται σε αγωγές όπου ο διάδικος εκτός δικαιοδοσίας τυγχάνει αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος και το κλητήριο έχει επιδοθεί στο διάδικο εντός δικαιοδοσίας. Κατά αυτό τον τρόπο το κλητήριο μπορεί να εκδοθεί χωρίς άδεια και ο ενάγων αφού επιδώσει το κλητήριο στον εναγόμενο διάδικο εντός της δικαιοδοσίας, τότε αποτείνεται και ζητά άδεια για επίδοση στον εναγόμενο ο οποίος βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας (Halsbury's Laws of England, 3rd Ed. Vol. 30 para 588). Αυτό έγινε και στην παρούσα περίπτωση αφού μετά που καταχωρήθηκε το κλητήριο ένταλμα και την επίδοση του στην Εναγόμενη 1 εντός δικαιοδοσίας, επιδόθηκε στη συνέχεια στην Εναγόμενη 2 που βρίσκεται στο εξωτερικό. Στα πλαίσια λήψης τέτοιας άδειας εξετάζεται κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.6 Θ.1(h). Η Δ.6 Θ.4 προνοεί τα ακόλουθα: «Every application for leave to serve a writ of summons or notice thereof on a defendant out of Cyprus shall be supported by affidavit or other evidence satisfying the Court or Judge the plaintiff has prima facie a good cause of action and showing in what place or country such defendant is or probably may be found, and whether such defendant is a British subject or not, and the grounds upon which the application is made; and no such leave shall be granted unless it shall be made sufficiently to appear to the Court or Judge that the case is a proper one for service out of Cyprus under this Order." Στην ίδια πιο πάνω απόφαση S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl,
(1993)1 A.A.Δ.762, 764 αναφέρονται τα ακόλουθα συγκεκριμένα: «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος [βλ. Sekavin S.A. v. Ship "PLATON CH."
(1987)1 C.L.R.297. H απόφαση αναφέρεται στον Κ.24 των Θεσμών Ναυτοδικείου. Τα ίδια ισχύουν και για διατάγματα που εκδίδονται βάσει της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας]. Διαταγή για επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό, εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα. Διαφυλάσσεται όμως στον εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης, και να ζητήσει τον παραμερισμό του διατάγματος. Το δικαίωμα κατοχυρώνεται με τις διατάξεις της Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στα πλαίσια του αιτήματος για παραμερισμό του διατάγματος, μπορεί να αμφισβητηθούν τόσο τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν όσο και η δικαιοδοτική του βάση.» Στην Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners
(1993)1 A.A.Δ. 1030, 1033 αναφέρεται ότι: «Το αντικείμενο της διαδικασίας παραμένει το ίδιο με εκείνο της μονομερούς αίτησης, δηλαδή η διαπίστωση των προϋποθέσεων για άσκηση δικαιοδοσίας σε σχέση με πρόσωπο το οποίο ευρίσκεται εκτός της επικράτειας. Γι΄ αυτό η μόνη μαρτυρία στην οποία ο Ενάγων μπορεί να στηριχθεί είναι εκείνη η οποία στοιχειοθέτησε την αίτηση του για παροχή άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. (Βλ. Sait Electronics S.A. v. Τhe Ship "Dominique" κ.ά.
(1999)1 (Ε) ΑΑΔ (Ε) 365 άλλωστε, αυτή αποτέλεσε το βάθρο για την αίτησή του.» Ο ίδιος κανόνας υπογραμμίστηκε και στην Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd, (πιο πάνω) στη σελ.1003: «Όπως υπογραμμίζεται στην απόφαση της Ολομέλειας στην Sons of Afif Yamout και Άλλοι ν. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co.
(1994)1 Α.Α.Δ. 191, η οποία αφορούσε τον Καν. 24 των Κανονισμών Ναυτοδικείου σε σχέση με τον οποίο, όπως ήδη αναφέραμε, εφαρμόζονται οι ίδιες όπως και εδώ αρχές, το ζήτημα κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνοδεύει την αρχική αίτηση για άδεια.» Ανατρέχοντας στους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης προκύπτει αβίαστα ότι στην παρούσα περίπτωση το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης 1 και/ή 2 δεν προκύπτει από τη συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2 αλλά από την πιστωτική επιστολή η οποία είναι ανεξάρτητη αυτοτελής σύμβαση. Η εν λόγω παράβαση έγινε στην Κύπρο, ένας από τους Εναγόμενους, ο ουσιαστικός Εναγόμενος ήτοι η Εναγόμενη 1, βρίσκεται και διεξάγει εργασίες στην Κύπρο και το πρόσωπο το οποίο διαμένει εκτός δικαιοδοσίας είναι αναγκαίος διάδικος στην εν λόγω αγωγή και ως εκ τούτου πληρούνταν οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος επίδοσης της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Από την άλλη η Εναγόμενη 2 δεν έχει προσκομίσει οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να διαφοροποιεί την πιο πάνω θέση. Σε κάθε περίπτωση ως επεξηγείται και πιο πάνω, η Ενάγουσα έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής και έχει προσκομίσει ικανοποιητική μαρτυρία για το σκοπό αυτό. Προβλήθηκε από την Αιτήτρια ότι η Ενάγουσα δεν προέβη κατά το στάδιο που αιτήθηκε διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Αντίθετα η Καθ' ης η Αίτηση εισηγείται ότι προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για λήψη άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η Ενάγουσα, είναι γεγονός ότι ουδεμία υποχρέωση είχε να προβεί σε αποκάλυψη μιας συμφωνίας που δεν έχει σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγόμενων 1 και
- Σε σχέση με αυτό το ζήτημα, εφόσον το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας έχει διαφορετική βάση, βρίσκω ότι δεν είχε υποχρέωση να αποκαλύψει μια συμφωνία άσχετη όπως υποστηρίζει με το αγώγιμο δικαίωμα της. Προβλήθηκε από την Αιτήτρια ότι υπήρχε ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας. Θέση της Ενάγουσας είναι ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν τις αξιώσεις που προωθούνται με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αφού οι αξιούμενες θεραπείες και το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 2 δεν απορρέει από τους όρους Αγοράς (Purchase Confirmation) οι οποίοι είναι παραδεκτό ότι περιέχουν ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας και ρήτρα για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Μελετώντας τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας που περιέχονται στην Έκθεση Απαιτήσεως της διαπιστώνω ότι το εν λόγω έγγραφο ουδεμία σχέση έχει με την επίδικη διαφορά και ως εκ τούτου η Εναγόμενη 2 δεν μπορεί να επικαλείται την εν λόγω Συμφωνία και να ζητά την αναστολή της παρούσας διαδικασίας. Η οποιαδήποτε απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης 1 και/ή 2 εδράζεται επί της πιστωτικής επιστολής με ημερομηνία 14.06.
- Η πιστωτική επιστολή επί της οποίας εδράζεται η απαίτηση της Ενάγουσας δεν περιέχει ούτε ρήτρα αποκλειστικής αλλοδαπής δικαιοδοσίας ούτε ρήτρα παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία (Τεκμ. 1 στην ΕΔ της κας Μ. Σωκράτους). Σύμφωνα με τη νομολογία μας η πιστωτική επιστολή αποτελεί αυτοτελή σύμβαση μεταξύ της εκδότριας τράπεζας, εδώ της Εναγόμενης 2, και του δικαιούχου, εδώ της Εναγόμενης
- Η Ενάγουσα δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος σε αυτή (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd,
(2013)1 ΑΑΔ 1235).. Επομένως, είναι προφανές πως η επίδικη διαφορά δεν εμπίπτει εντός του πεδίου εφαρμογής της πιο πάνω ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας αφού η διαφορά δεν εδράζεται επί της Συμφωνίας την οποία επικαλείται η εναγόμενη 2. Η διαφορά έγκειται στο ότι σύμφωνα με τους όρους της πιστωτικής επιστολής η Εναγόμενη 2 θα έπρεπε να παρουσιάσει συγκεκριμένα έγγραφα ούτως ώστε να εξαργυρωθεί η πιστωτική επιστολή, τα οποία φαίνονται στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαίτησης[1]. Είχε επίσης συμφωνηθεί ότι τα εν λόγω έγγραφα θα πληρούσαν συγκεκριμένες άλλες προϋποθέσεις αναφορικά με, μεταξύ άλλων, τη γλώσσα στην οποία θα ήταν συνταγμένα, το χρόνο έκδοσης τους, τις αναφορές που θα περιέχονται σε αυτές. Η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαιτήσεως της προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η εναγόμενη 2 δεν παρουσίασε τα έγγραφα τα οποία όφειλε να παρουσιάσει, ενώ η Εναγόμενη 1 κατά παράβαση του καθήκοντος που είχε έναντι των Εναγόντων πλήρωσε την πιστωτική επιστολή και ως εκ τούτου η Ενάγουσα διεκδικεί από τα μέρη το αντίστοιχο ποσό. Σύμφωνα λοιπόν με τα πιο πάνω η επίδικη διαφορά δεν εμπίπτει εντός του όρου αποκλειστικής δικαιοδοσίας καθ' ότι δεν αφορά τους όρους και την ερμηνεία της σύμβασης και συνεπώς δεν ισχύουν οι αρχές ότι τεκμαίρεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν πρόθεση όπως όλες τους οι διαφορές που πηγάζουν από την εμπορική τους σχέση εκδικαστούν από το δικαστήριο που αναφέρεται στην ρήτρα. Από την άλλη ο ουσιαστικός Εναγόμενος βρίσκεται στην Κύπρο και όλη η μαρτυρία βρίσκεται στην Κύπρο. Όσα δε ισχύουν σε σχέση με τη ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας ισχύουν και για την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Σε σχέση με το ζήτημα του Forum non Conveniens από τη στιγμή που η ρήτρα δικαιοδοσίας και διαιτησίας δεν μπορούν να εφαρμοστούν για να μπορεί να ανασταλεί η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η Εναγόμενη 2, η οποία επικαλείται αυτό, θα πρέπει να αποδείξει ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι το forum conveniens για να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Η νομολογία η οποία έχει αναπτυχθεί στο ζήτημα του forum non conveniens ως λόγο για την αναστολή της διαδικασίας και η οποία είναι ουσιαστικά μέρος του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, θέτει ως βασική προϋπόθεση ότι η αναστολή διατάσσεται μόνο αν το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι υπάρχει κάποιο άλλο αρμοδιότερο Δικαστήριο να εκδικάσει την υπόθεση, έχοντας υπόψη τα συμφέροντα των διαδίκων αλλά και αυτά που αφορούν στη γενικότερη απονομή της δικαιοσύνης. Η κρίση για τυχόν αρμοδιότερο Δικαστήριο είναι αποτέλεσμα συσχετισμού της θεώρησης της πραγματικής και ουσιαστικής σύνδεσης της υπόθεσης με μια δικαιοδοσία και στα πλαίσια αυτά συνεκτιμούνται παράγοντες όπως η δημιουργία εξόδων, η ευκολία ή η δυσχέρεια στην παρουσίαση των μαρτύρων, ο Νόμος που διέπει τη συγκεκριμένη συναλλαγή, ο χώρος στον οποίο διαμένουν ή διεξάγουν τις επιχειρήσεις τους οι διάδικοι και διάφορα άλλα παρόμοια πρακτικά ζητήματα. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Λοίζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος ΑΕ
(1999)1 Α.Α.Δ 1328: «Ας υπογραμμισθεί ότι ο θεμελιώδης κανόνας σε θέματα αναστολής που έθεσε η Spiliada, ανωτέρω, είναι ότι καταλληλότερο είναι το forum στο οποίο μπορεί να εκδικαστεί με μεγαλύτερη ευχέρεια μια υπόθεση "for the interest of all the parties and for the ends of justice". Αυτό εξυπακούει έρευνα αν άλλο forum είναι πράγματι καταλληλότερο και αν λόγοι δικαιοσύνης συνηγορούν υπέρ της εκδίκασης από αγγλικό δικαστήριο. Περαιτέρω, βεβαίωσε τον κανόνα για το βάρος απόδειξης. Ο εναγόμενος οφείλει να δείξει όχι μόνο ότι το αγγλικό (εδώ το κυπριακό) δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο ή φυσικό forum, αλλά και ότι το εναλλακτικό forum είναι καθαρά ή ευδιάκριτα (clearly or distinctly) πιο πρόσφορο από το αγγλικό. Για το σκοπό αυτό η παραπάνω υπόθεση έθεσε γενικά κριτήρια, που συναρτώνται με το εφαρμοστέο δίκαιο, τους μάρτυρες, την έδρα, πού είναι ο πιο βολικός τόπος διεξαγωγής της δίκης κ.λπ., και διαγράφουν το forum με το οποίο η αγωγή έχει «το ρεαλιστικότερο και ουσιαστικότερο σύνδεσμο» (real and substantial connection). Το θέμα, που δεν είναι μονοδιάστατο, αντιμετωπίζεται από το δικαστήριο με την απαιτούμενη σφαιρικότητα: βλ. για παράδειγμα The Hamburg Star [1994] 1 Lloyd's Rep. 399, 407.» Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα έχουν αποδοθεί με ιδιαίτερη σαφήνεια και συνοπτική παρουσίαση στην υπόθεση Ναυτοδικείου ZEELAND NAVIGATION COMPANY LTD v. BANQUE WORMS
(2000)1(B) A.A.Δ 707. Αυτές θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως ακολούθως:- (Α) Βασική προϋπόθεση για εφαρμογή του forum non conveniens είναι η ύπαρξη δυνατότητας επιλογής μεταξύ των Δικαστηρίων δύο τουλάχιστον χωρών στο καθένα από τα οποία είναι δυνατό η κατάθεση και εκδίκαση της αγωγής (B) Ο εναγόμενος σε κάθε περίπτωση βαρύνεται με την ευθύνη να πείσει το Δικαστήριο ότι επιβάλλεται η αναστολή. Πρέπει να δείξει όχι μόνο ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum αλλά ότι το άλλο forum καθαρά ή ευδιάκριτα είναι κατάλληλο (Γ) Το Δικαστήριο ασκώντας την κρίση του έχει να σταθμίσει πολλά στοιχεία. Σημαντικός παράγοντας είναι το εφαρμοστέο δίκαιο, η ύπαρξη εχεγγύων στο εναλλακτικό forum για καλή απονομή της δικαιοσύνης, ο εντοπισμός των μαρτύρων, η ευχερέστερη γενικά διεξαγωγή της δίκης, οι δαπάνες που συνεπάγεται μια δίκη. Δεν υπάρχει εξαντλητικός κατάλογος των κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη, ούτε καθαρή καθοδήγηση ως προς την βαρύτητα που αποδίδεται στον καθένα Όπως περαιτέρω εξηγείται και στο Σύγγραμμα Cheshire & North "Private International Law" 12η Έκδοση, για τη διακρίβωση του κατά πόσο υπάρχει ένα εμφανώς καταλληλότερο βήμα στο εξωτερικό η έρευνα αποσκοπεί στην εξεύρεση της χώρας με την οποία η αγωγή έχει την πραγματική και ουσιαστική σύνδεση Εντοπίζεται, επίσης, η καλά νομολογημένη αρχή σύμφωνα με την οποία το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον Εναγόμενο όταν πρόκειται να δείξει ότι υπάρχει καταλληλότερο βήμα (forum) αλλού. Στην περίπτωση δε κατά την οποία δεν φαίνεται καθαρά πού υπάρχει αυτό το βήμα με την έννοια ότι δεν υπάρχει τόπος ο οποίος να συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά του φυσικού forum, το Δικαστήριο οφείλει να μην ικανοποιήσει το αίτημα αναστολής. Στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1168 στη σελ. 1187, αφού γίνεται μία επισκόπηση της σχετικής με το θέμα νομολογίας, έγινε αναφορά με επιδοκιμασία και στην ακόλουθη περικοπή από την Αγγλική υπόθεση Macshannon v. Rockware Glass Ltd
(1978)1 All E.R 630 όπως αυτή υιοθετήθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Guendjian v. Societe Tunisienne De Banque S.A.
(1983)1 C.L.R 588: «Για να δικαιολογείται η αναστολή μιας υπόθεσης πρέπει να ικανοποιηθούν δύο όροι, ένας θετικός και ένας αρνητικός. (α) Ο εναγόμενος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει άλλο βήμα (forum) στου οποίου τη δικαιοδοσία υπάγεται, στο οποίο μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, με ουσιαστικά λιγότερη δυσκολία ή έξοδα, και (β) Η αναστολή δεν πρέπει να αποστερεί από τον ενάγοντα οποιοδήποτε νόμιμο προσωπικό ή διαδικαστικό πλεονέκτημα, που θα ήταν διαθέσιμο σε αυτόν αν επικαλείτο τη δικαιοδοσία του Αγγλικού Δικαστηρίου.» Στην ίδια υπόθεση έγινε, επίσης, αναφορά στην υπόθεση Dolphin Shipping Co Ltd κ.α. v. Cantieri Navali Ruiniti S.P.A
(1984)1 C.L.R 853 στην οποία αποφασίστηκε ότι "ένας ενάγοντας δεν πρέπει με ελαφρά καρδία να στερείται του δικαιώματος να κινήσει αγωγή σε Κυπριακά Δικαστήρια, αν η δικαιοδοσία του Κυπριακού Δικαστηρίου είναι ορθά θεμελιωμένη". Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω η Εναγόμενη 2 όφειλε να παρουσιάσει μαρτυρία για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει άλλο προσφορότερο forum προς εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγονται, όπου μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη μεταξύ τους με ουσιαστικά περισσότερη ευχέρεια και λιγότερα έξοδα. Και περαιτέρω ότι η αναστολή δεν θα αποστερήσει από τον εν λόγω διάδικο οποιοδήποτε ουσιαστικό ή διαδικαστικό πλεονέκτημα το οποίο διαφορετικά θα έχει στο Δικαστήριο όπου έχει κινηθεί η διαδικασία. Με την υπό κρίση αίτηση αυτό που προβάλλεται είναι ότι η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία που συστάθηκε στην Αμερική και επειδή στα πλαίσια μιας άλλης ανεξάρτητης και/ή παρεμφερούς συμφωνίας υπάρχει ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας. Αυτά ασφαλώς δεν αποτελούν λόγους οι οποίοι συνηγορούν υπέρ της αναστολής. Αντιθέτως η Εναγόμενη 1 η οποία είναι ο ουσιαστικός Εναγόμενος είναι κυπριακό τραπεζικό ίδρυμα, η παράβαση της σύμβασης έγινε στην Κυπριακή Δημοκρατία και όλη η μαρτυρία βρίσκεται στην Κύπρου. Θεωρώ ότι η Εναγόμενη 2 δεν έχει αποσείσει το βάρος που είχε για να αποδείξει ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή, Η Εναγόμενη 2 προς υποστήριξη του ισχυρισμού της ότι η εκδότρια τράπεζα δεν ήταν η Κυπριακή Τράπεζα, δηλαδή η Εναγόμενη 1, αλλά τράπεζα η οποία βρίσκεται στην Αμερική η Standard Chartered Bank, επισυνάπτει το Τεκμ. 2 στην Ένορκη Δήλωση της κας Ν. Ανδρονίκου, το οποίο είναι ένα άλλο έγγραφο το οποίο εκδόθηκε από την Standard Chartered Bank. Όμως η εκδότρια τράπεζα (issuing bank), της εν λόγω πιστωτικής επιστολής δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι είναι η Εναγόμενη 1 και όχι η Standard Chartered Bank στην Νέα Υόρκη, όπως αναφέρει στην παράγραφο 6(v) της ΕΔ της η κα Ν. Ανδρονίκου που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Προκύπτει επίσης αβίαστα από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι η Standard Chartered Bank στην Νέα Υόρκη ήταν μόνο η τράπεζα - σύμβουλος (advising bank) ως προκύπτει και από το ίδιο το κείμενο της πιστωτικής επιστολής (Τεκμ. 1 στην Ένορκη Δήλωση της κας Μ. Σωκράτους), δηλαδή η τράπεζα η οποία απλώς ενημερώνει τον δικαιούχο ότι έχει εκδοθεί από την εκδότρια τράπεζα η πιστωτική επιστολή και δεν είναι υπεύθυνη να ικανοποιήσει οποιουσδήποτε όρους της πιστωτικής επιστολής. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω τα οποία εδράζονται σε αναμφισβήτητα γεγονότα τα οποία παρουσιάστηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ του αιτήματος το οποίο όπως προκύπτει και από τη νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω πολύ σπάνια πρέπει να εξασκείται. Η παρούσα δε περίπτωση δεν είναι η κατάλληλη. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας/ Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 2/ Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπογ.)............. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για παραμερισμό κλητηρίου εντάλματος και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. [1] Η ενάγουσα περαιτέρω ισχυρίζεται ότι αντί αντιγράφου της τελωνειακής δήλωσης εξαγωγών (export customs declaration) παρουσίασε άλλο έγγραφο το οποίο δεν τιτλοφορείται και/ή δεν υπογράφεται και/ή δεν μπορεί να επιτελέσει την λειτουργία (perform the function) τελωνειακής δήλωσης εξαγωγών (export customs declaration) και/ή περιέχει πληροφορίες που δεν συνάδουν με τις πληροφορίες που περιέχονται σε άλλα απαιτούμενα δυνάμει της πιστωτικής επιστολής έντυπα ή στην ίδια την πιστωτική επιστολή και/ή δεν πληροί τις προϋποθέσεις που έθετε σε σχέση με αυτό η πιστωτική επιστολή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο