Κolos Private Joint Stock Company ν. Myrwayton Holdings Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 2927/16, 7/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A239 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2927/16 Μεταξύ: Κolos Private Joint Stock Company, από την Ουκρανία Εναγόντων - και - Myrwayton Holdings Ltd, από τη Λεμεσό Xριστιάνα Κουππή, από τη Λεμεσό Michelle Anne Williamson Draper, από τη Λεμεσό Δήμητρας Ευριπίδου, από τη Λεμεσό Μιχάλη Κωνσταντινίδη, από τη Λεμεσό Trident Trust Company (Cyprus) Ltd, από τη Λεμεσό Walnort Finance Ltd, από τη Λεμεσό Εναγομένων Ημερομηνία: 7.7.17 Για τον ενάγοντες-αιτητές: κ. Χριστοδούλου για Chrysses Demetriades & Co LLC Για την εναγόμενους 1,2,4,5,6 και 7 - καθ' ων η αίτηση: κ. Παστελλίδης για Σ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 13.10.2016 για προσωρινά διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal ) Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 13.10.2016 επί γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και με αυτήν οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση αριθμού διαταγμάτων αποκάλυψης, στοιχείων και/ή πληροφοριών στη βάση της νομικής αρχής της υπόθεσης Norwich Pharmacal Co. and others v. Customs and Excise Commissioners [1973] 2 All ER 943. Την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε δια κλήσεως από τους ενάγοντες- αιτητές, η υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση διαταγμάτων τα οποία να διατάζουν έκαστον των εναγόμενων 1-7 και ή τους αντιπροσώπους τους όπως εντός 7 ημερών από την ημέρα της επίδοσης του Διατάγματος σε αυτούς, ετοιμάσουν, καταχωρήσουν στο Δικαστήριο και παραδώσουν αντίγραφο στους δικηγόρους των Εναγόντων Ένορκη Δήλωση η οποία να αναφέρει και/ή να αποκαλύπτει: (α) το όνομα, (β) τον αριθμό διαβατηρίου, (γ) τη διεύθυνση και (δ) την ταχυδρομική διεύθυνση (email) του/των τελικού/ών δικαιούχου/ων [ultimate beneficial owner(s)] των μετοχών των εταιρειών Berezovka LLC από την Ουκρανία, Myrwayton Holdings Ltd από τη Λεμεσό και Walnort Finance Ltd από τη Λεμεσό. Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4-9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στην υπόθεση Mareva Compania Naviera s.a. v. International Bulk Carriers S.A.
(1980)1 All E.R. 213 και τις μετέπειτα αποφάσεις των Αγγλικών και/ή Κυπριακών Δικαστηρίων, στις αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης/τύπου Norwich Pharmacal, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-9, στη Νομολογία, στο Κοινοδίκαιο και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του κ. Πολύβιου Παναγίδη ημερομηνίας 13.10.2016, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που αντιπροσωπεύει τους αιτητές στην παρούσα διαδικασία. Ο κ. Παναγίδης δηλώνει πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και αναφέρει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από πληροφορίες που έλαβε από τους ενάγοντες αιτητές και συγκεκριμένα από τον Ουκρανό δικηγόρο και αντιπρόσωπο τους κ. Oleksandr Shyshkanov. Αναφέρει ότι σκοπός της παρούσας αίτησης είναι η αποκάλυψη της ταυτότητας και των στοιχείων επικοινωνίας του τελικού δικαιούχου των εταιρειών που αναφέρονται στην αίτηση, ούτως ώστε να δυνηθούν οι ενάγοντες να καταχωρήσουν αστική διαδικασία εναντίον του δικαιούχου αυτού στα πλαίσια εκκρεμούσης ποινικής διαδικασίας, ενώπιον του αρμόδιου Ουκρανικού Δικαστηρίου, και να ζητήσουν αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστησαν και θα υποστούν στο μέλλον συνεπεία των πράξεων της Ουκρανικής εταιρείας BEREZOVKA LLC την οποία εμμέσως ελέγχει. Ο κ. Παναγίδης επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση ως τεκμ.1 σχετική νομική γνωμάτευση του δικηγόρου κ. Shyshkanov μαζί με τα επισυνημμένα σε αυτή παραρτήματα (στο εξής η νομική γνωμάτευση) στην οποία όπως δηλώνει εκτίθενται τα γεγονότα της υπόθεσης και η ανάλυση των εφαρμοστέων αρχών του Ουκρανικού Δικαίου επί των γεγονότων καθώς και τα σχετικά συμπεράσματα. Αντικείμενο της νομικής γνωμάτευσης είναι το κατά πόσο ο τελικός δικαιούχος της BEREZOVKA LLC δύναται σύμφωνα με το δίκαιο της Ουκρανίας να είναι υπεύθυνος για την καταβολή αποζημιώσεων για ζημιά που υπέστησαν οι ενάγοντες λόγω παράνομων πράξεων της BEREZOVKA LLC. Προβάλλεται η θέση ότι οι ενάγοντες δύνανται να αξιώσουν αποζημιώσεις από τον τελικό δικαιούχο της BEREZOVKA LLC με την υποβολή αστικής αγωγής εντός των πλαισίων ποινικής διαδικασίας που εκκρεμεί στην Ουκρανία, ένεκα της διάπραξης των αδικημάτων που περιγράφονται στα άρθρα 277 και 382 του ποινικού κώδικα της Ουκρανίας. Ο κ. Παναγίδης στην πολυσέλιδη ένορκη του δήλωση κατά κύριο λόγο υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της νομικής γνωμάτευσης αλλά και παραθέτει σειρά γεγονότων και θέσεων προς υποστήριξη της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Τα όσα παρατίθενται με την ένορκη δήλωση , τη νομική γνωμάτευση και τα σχετικά παραρτήματα έχουν εξεταστεί με προσοχή και δεν παρίσταται ανάγκη να επαναληφθούν στην ολότητα τους αλλά καταγράφονται συνοπτικά ως ακολούθως: Οι δικαστικές διαμάχες μεταξύ των εναγόντων-αιτητών (στο εξής οι αιτητές) και της εταιρείας BEREZOVKA LLC ξεκίνησαν περί τις 18.8.15 με αντικείμενο τμήμα συγκεκριμένης σιδηροδρομικής γραμμής που οδηγεί στον κρατικό σιδηρόδρομο (στο εξής η σιδηροδρομική γραμμή). Οι αιτητές στα πλαίσια των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους δυνάμει συμφωνίας που συνήψαν με τρίτα πρόσωπα τα οποία ήσαν ενοικιαστές της σιδηροδρομικής γραμμής, διασφάλισαν το δικαίωμα λειτουργίας και πρόσβασης τους σε αυτή. Περί την 1.4.15 εν λόγω συμφωνία τερματίσθηκε από τα τρίτα αυτά πρόσωπα, ενοικιαστές της σιδηροδρομικής γραμμής και ακολούθως αποκαλύφθηκε ότι η σιδηροδρομική γραμμή δυνάμει συμφωνίας είχε αγορασθεί από την εταιρεία BEREZOVKA LLC. Οι αιτητές με τη λήψη δικαστικών μέτρων ενώπιον των Ουκρανικών Δικαστηρίων, επιδίωξαν την ακύρωση της συμφωνίας δυνάμει της οποίας η BEREZOVKA LLC αγόρασε τη σιδηροδρομική γραμμή. Μέσα στα πλαίσια των δικαστικών αυτών διαδικασιών πέτυχαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο απαγόρευε στην BEREZOVKA να λάβει οποιαδήποτε μέτρα τα οποία θα εμπόδιζαν τους αιτητές από τη χρήση και τη λειτουργία της σιδηροδρομικής γραμμής. Ακολούθησαν άλλες δικαστικές διαδικασίες με αντικείμενο το αναφερόμενο προσωρινό διάταγμα και το οποίο τελικά ακυρώθηκε και παραμερίσθηκε με την απόφαση των Δικαστηρίων της Ουκρανίας ημερ. 18.1.
- Σύμφωνα με τις θέσεις των αιτητών σε χρόνο που το εν λόγω Διάταγμα βρισκόταν σε ισχύ και συγκεκριμένα στις 21.3.16 η εταιρεία BEREZOVKA κατά παράβαση του Διατάγματος αποσυναρμολόγησε τμήμα της σιδηροδρομικής γραμμής με σκοπό την επισκευή της. Αναφερόμενοι σε σειρά γεγονότων, ισχυρίζονται ότι, ο πραγματικός σκοπός για τον οποίο η BEREZOVKA αποσυναρμολόγησε τη σιδηροδρομική γραμμή δεν ήταν η επισκευή της αλλά η παρεμπόδιση των ίδιων από τη χρήση της στα πλαίσια των επιχειρησιακών εργασιών τους με αποτέλεσμα να επηρεαστούν τα περιουσιακά συμφέροντα τους και να υποστούν ζημιές. Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι οι ενέργειες της BEREZOVKA συνιστούν ποινικά αδικήματα και συγκεκριμένα της παράλειψης συμμόρφωσης σε Διάταγμα του Δικαστηρίου σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 382 και της σκόπιμης καταστροφής ή βλάβης συγκοινωνιών όπως προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 277 του Ποινικού Κώδικα της Ουκρανίας. Ως αποτέλεσμα τούτου υπέβαλαν σχετικό αίτημα προς το αρμόδιο τμήμα της αστυνομίας και βάση αυτού άρχισε η προδικαστική ποινική διερεύνηση σε σχέση με τις ενέργειες που έλαβαν χώρα από αξιωματούχους της BEREZOVKA οι οποίες συνιστούν τη διάπραξη των αναφερόμενων αδικημάτων. Το αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης σε Διάταγμα του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τους αιτητές, δύναται να θεωρηθεί ότι διαπράχθηκε εφόσον οι αξιωματούχοι της BEREZOVKA έχοντας γνώση της απαγόρευσης αγνόησαν το διάταγμα του δικαστηρίου, ενώ, σε σχέση με το αδίκημα της σκόπιμης καταστροφής ή βλάβη συγκοινωνιών ισχυρίζονται ότι η αποσυναρμολόγηση της σιδηροδρομικής γραμμής έγινε χωρίς τις απαιτούμενες ενέργειες και την εξασφάλιση των αδειών που απαιτούνται από τον Ουκρανικό νόμο και τους σχετικούς κανονισμούς. Με απόφαση ημερ. 7.9.16 το Ερευνητικό τμήμα της Ουκρανικής Αστυνομίας τερμάτισε την ποινική διερεύνηση. Μετά όμως από την εκδίκαση σχετικής έφεσης που υπέβαλαν οι αιτητές το Ουκρανικό Δικαστήριο με την απόφαση του ημερ. 20.9.19 ανανέωσε την προδικαστική ποινική διερεύνηση. Σύμφωνα με τις θέσεις των αιτητών και την νομική γνωμάτευση καταγράφονται επίσης τα ακόλουθα. Βάσει του άρθρου 59 του Ουκρανικού Νόμου Περί Εμπορικών Εταιρειών, η γενική συνέλευση των μετόχων Εταιρείας Περιορισμένης ευθύνης είναι αρμόδια μεταξύ άλλων να καθορίζει τις κύριες εργασίες της εταιρείας και να εγκρίνει τα σχέδια καθώς και τις αναφορές προόδου αυτής. Ο μόνος μέτοχος της BEREZOVKA LLC, κατέχοντας 100% του κεφαλαίου της είναι η Κυπριακή εταιρεία MYRWAYTON HOLDINGS LIMITED, ο μόνος μέτοχος της οποίας είναι η Κυπριακή Εταιρεία WALNORT FINANCE LIMITED, μέτοχος της οποίας είναι άλλη εταιρεία, από τον Παναμά. Το εγγεγραμμένο γραφείο της WALNORT FINANCE LIMITED είναι ίδιο με εκείνο της MYRWAYTON HOLDINGS LIMITED οι οποίες φαίνεται ότι τυγχάνουν διαχείρισης από την ίδια εταιρεία παροχής υπηρεσιών, την Τrident Trust. Οι Σύμβουλοι και Γραμματέας αυτών των εταιρειών, εναγόμενοι σε αυτή την αγωγή, ενεργούν για τον τελικό δικαιούχο της BEREZOVKA LLC και προφανώς έχουν την δυνατότητα να παράσχουν το πλήρες όνομα και στοιχεία επικοινωνίας αυτού ή αυτών εάν διαταχθούν από το Δικαστήριο. Συνεπώς η MYRWAYTON HOLDINGS LIMITED, ενεργώντας ως μόνος μέτοχος της BEREZOVKA LLC και επηρεαζόμενη από την απόφαση του τελικού δικαιούχου που είναι το ίδιο άτομο (ίδια άτομα) για την WALNORT FINANCE LIMITED και την BEREZOVKA LLC, ενέκρινε τα σχέδια της BEREZOVKA LLC που σχετίζονται με την επέκταση των δραστηριοτήτων της και τον τερματισμό της χρήσης της σιδηροδρομικής γραμμής από τους αιτητές. Βάσει του Δικαίου της Ουκρανίας, ο τελικός δικαιούχος, γνωστός ως «ελέγχον πρόσωπο» ή «UBO» μιας νομικής οντότητας δεν είναι μόνο ο κάτοχος τουλάχιστον του 25% του κεφαλαίου της εταιρείας, αλλά επίσης και άτομο το οποίο δύναται να ασκήσει καθοριστική επίδραση στην διεύθυνση ή τις επιχειρησιακές δραστηριότητες της νομικής οντότητας, είτε άμεσα ή μέσω άλλων προσώπων. Το άρθρο 26 του Ποινικού Κώδικα της Ουκρανίας καθορίζει ότι η ποινική συνενοχή είναι σκόπιμη από κοινού συνέργεια διάφορων δραστών στη διάπραξη εκ προθέσεως αδικήματος. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 27 του Ποινικού Κώδικα της Ουκρανίας, οι συμμετέχοντες σε αδίκημα είναι συνυπεύθυνοι με τον αυτουργό του αδικήματος, εγκέφαλο του αδικήματος, υποκινητή του αδικήματος και συνεργό. Σε σχέση με την στοιχειοθέτηση της ενδεχόμενης ευθύνης του τελικού δικαιούχου της BEREZOVKA LLC μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι με βάση τον Ουκρανικό Νόμο το θύμα σε ποινική διαδικασία που διερευνάται από το αστυνομικό τμήμα έχει δικαίωμα να εγείρει κατά την διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας αστική αξίωση. Συνεπώς οι αιτητές ως πρόσωπο που υπέστη ζημιά λόγω ποινικού αδικήματος δικαιούται να εγείρει αστική αγωγή εναντίον του υπόπτου ή του κατηγορούμενου στο στάδιο της προδικαστικής διερεύνησης ή κατά την ποινική δικαστική διαδικασία αντίστοιχα. Για να ασκήσουν το αναφερόμενο δικαίωμα τους οι αιτητές θεωρούν ορθό να αναγνωριστούν τα πρόσωπα που ενδέχεται να είναι εμπλεκόμενα στην διάπραξη των ποινικών αδικημάτων και να παρουσιάσουν αυτές τις πληροφορίες στην προδικαστική διερευνητική αρχή η οποία θα καθορίσει τον βαθμό ενοχής όλων των συμμετεχόντων. Εφόσον υπάρξουν αποδείξεις ότι ο τελικός δικαιούχος της BEREZOVKA LLC συμμετείχε εκ προθέσεως σε αδίκημα, οι αρχές επιβολής του Νόμου και το Δικαστήριο θα τον καταστήσουν ποινικά υπεύθυνο και οι αιτητές δύνανται να εγείρουν αστικές αξιώσεις για αποζημιώσεις εναντίον του ως εναγόμενου στις ποινικές διαδικασίες διαζευκτικά και κεχωρισμένα με τους άλλους συμμετέχοντες στο αδίκημα. Η αίτηση εναντίον του εναγόμενου 3 αποσύρθηκε λόγω μη επίδοσης της, ενώ αφού επιδόθηκε στους οι εναγόμενους - καθ'ων η αίτηση 1, 2, 4, 5, 6 και 7 αυτοί καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- H Aίτηση είναι δικονομικά και/ή επί της ουσίας ανυπόστατη και/ή αβάσιμη και/ή δεν πληρεί τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και/ή η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης των στοιχείων του τελικού/ων δικαιούχων των μετοχών των εταιρειών Berezovka LLC, Myrwayton Holdings Ltd και Walnort Finance Ltd, που ζητούνται με την αίτηση ημ. 19/08/
- Η Αίτηση είναι αβάσιμη, ανεδαφική και καταχρηστική.
- Η Αίτηση και/ή η Αγωγή κατέστησαν άνευ αντικειμένου, αφού ουδεμία διαδικασία εκκρεμεί πλέον ενώπιον των Ουκρανικών Δικαστηρίων και/ή το Ερευνητικό Τμήμα της Αστυνομίας της Ουκρανίας ολοκλήρωσε την προδικαστική έρευνα που διεξήχθη εναντίον της εταιρείας Berezovka LLC και αποφάνθηκε ότι ουδεμία διάπραξη αδικημάτων ως αυτά περιγράφονται στον Ποινικό Κώδικα της Ουκρανίας έχει διαπραχθεί.
- Η Αίτηση συνιστά απόπειρα αλίευσης πληροφοριών.
- Η Αίτηση δεν είναι επείγουσας φύσεως ή και δεν έχει αποδειχθεί το κατ' επείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις.
- Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60δεν πληρούνται και/ή δεν συνυπάρχουν και/ή δεν ικανοποιούνται.
- Δεν έχουν αποδειχθεί και/ή υποδειχθεί ότι συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι που να ικανοποιούν την προϋπόθεση ότι η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή η Αιτήτρια δεν έχει δείξει και/ή υποδείξει ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Η Αιτήτρια δεν έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας και/ή καθόλου πιθανότητες επιτυχίας και/ή καλό αγώγιμο δικαίωμα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή.
- Οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal δεν πληρούνται και/ή δεν συνυπάρχουν και/ή δεν ικανοποιούνται.
- Η Αιτήτρια θα μπορούσε να παραλάβει τα έγγραφα και/ή τις πληροφορίες που απαιτεί με κατάλληλη διαδικασία στην Ουκρανία.
- Η Αιτήτρια δεν εξάντλησε όλες τις πηγές πληροφόρησης της.
- Δεν υπάρχει μαρτυρία ή/και επαρκής μαρτυρία που να εμπλέκει τους καθ'ων η αίτηση 1, 2, 4, 5, 6 και 7 κατά τρόπο που να έχουν διευκολύνει την αδικοπραξία (be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing) στην διαφορά μεταξύ της Αιτήτριας και της Ουκρανικής εταιρείας Berezovka LLC.
- Δεν υπάρχει και/ή δεν διαπιστώνεται η ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων εναντίον τω καθ'ων η αίτηση 1, 2, 4, 5, 6 και 7 ούτως ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής του τελικού αδικπραγούσαντος στην Ουκρανία αφού η Ουκρανική Αστυνομία αποφάσισε κατά τη διερεύνηση των κατ' ισχυρισμών αδικημάτων ότι δεν προκύπτουν οποιαδήποτε ποινικά αδικήματα.
- Με βάση τα γεγονότα η Αιτήτρια δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει υπόθεση και/ή δεν έχει καλή βάση αγωγής σύμφωνα με το Ουκρανικό δίκαιο εναντίον της Ουκρανικής εταιρείας Berezovka LLC και ή του τελικού/ών δικαιούχου/ων των μετόχων της.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) είναι σαφώς υπέρ των καθ'ων η αίτηση 1, 2, 4, 5, 6 και
- Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» και/ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα τα οποία είναι ουσιώδη για την ορθή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου επί τούτου.
- Ουδεμία αιτιολογία δίδεται αναφορικά με την καθυστέρηση της Αιτήτριας να αποταθεί εν τέλει στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης.
- Η Αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα κατά των καθ'ων η αίτηση 1, 2, 4, 5, 6 και
- Οι αιτούμενες θεραπείες δεν είναι απαραίτητες για την έγερση αγωγής από την Αιτήτρια καθότι αυτή κατέχει ήδη μεγάλο όγκο πληροφοριών.
- Τα αιτούμενα διατάγματα παραβιάζουν το απόρρητο της αλληλογραφίας το οποίο προστατεύεται από τα άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος.
- Τυχόν επιτυχία της Αίτησης συνεπάγεται παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων και/ή παραβίαση της υποχρέωσης τους για εχεμύθεια και/ή παραβίαση των καθηκόντων θεματοφύλακα (fiduciary duties) τα οποία υπέχουν οι ίδιοι προς τους πελάτες τους. H ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Σωκράτη Παρπαρίνου ημερ. 9.12.16, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που αντιπροσωπεύει τους καθ' ων η αίτηση και την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 5 Μιχάλη Κωνσταντινίδη. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων έχει εξεταστεί και δεν κρίνεται αναγκαίο να επαναληφθεί στην ολότητα του. Συνοπτική αναφορά γίνεται στην συνέχεια. Ο κ. Κωνσταντινίδης είναι ένας εκ των διευθυντών της εναγόμενης
- Μεταξύ άλλων στην ένορκη του δήλωση δηλώνει ότι ουδέποτε ο ίδιος και ή οι υπόλοιποι εναγόμενοι γνώριζαν ή είχαν οποιανδήποτε ανάμειξη στις δραστηριότητες της BEREZOVKA LLC στην Ουκρανία. Ο κ. Παρπαρίνος δηλώνει πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και αναφέρει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από πληροφορίες που έλαβε από τους καθ'ων η αίτηση αλλά και από εκτενείς και λεπτομερείς πληροφορίες που έλαβε από το δικηγόρο που εκπροσωπεί την εταιρεία Berezovka LLC την Ουκρανία, κ. Olexander Droug μαζί με την συνάδελφο του κα. Darya Nagayets. Ο κ. Παρπαρίνος αναφέρει ότι οποιαδήποτε αναφορά σε εφαρμοστές αρχές του Ουκρανικού Δικαίου γίνεται στην ένορκη του δήλωση, είναι από νομικές πληροφορίες που τον εφοδίασαν οι δύο πιο πάνω αναφερόμενοι δικηγόροι, καθώς και από έγγραφα τα οποία μετάφρασε για λογαριασμό του από τα Ουκρανικά στα αγγλικά εγκεκριμένη μεταφράστρια τα οποία θεωρεί ορθά και αληθινά. Οι καθ΄ων η αίτηση με την ένσταση τους απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των αιτητών και μέσα από την ένορκη δήλωση του κ. Παρπαρίνου και τα επισυνημμένα σε αυτή τεκμήρια υποστηρίζουν ότι η διαφορά μεταξύ των εναγόντων και της Berezovka LLC επιλύθηκε οριστικά με την απόφαση του Εμπορικού Δικαστηρίου Εφέσεων ημερομηνίας 18.1.16 ημερομηνία κατά την οποία το προσωρινό διάταγμα έπαψε να ισχύει. Υποστηρίζουν περαιτέρω ότι η αποσυναρμολόγηση της σιδηροδρομικής γραμμής έγινε με την άδεια και την έγκριση της αρμόδιας αρχής. Προβάλλεται ότι μετά από σειρά διαδικασιών κατά τις οποίες η προδικαστική ποινική έρευνα επανειλημμένα τερματίσθηκε και μετά από σχετικά διαβήματα των αιτητών ανανεώθηκε, το Διερευνητικό τμήμα της Εθνικής Αστυνομίας της Ουκρανίας ολοκλήρωσε τις προδικαστικές ποινικές έρευνες σε σχέση με τους ισχυρισμούς των αιτητών εναντίον της Berezovka LLC και των αξιωματούχων αυτής και με την απόφαση ημερ. 7.12.16 (Τεκ.11 Α, 11Β) αποφάνθηκε ότι δεν στοιχειοθετούνται οποιαδήποτε ποινικά αδικήματα και ως εκ τούτου δεν θα προχωρήσει η καταχώρηση ποινικής υπόθεσης. Η θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι η προδικαστική ποινική διερεύνηση τερματίσθηκε απετέλεσε το αντικείμενο των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που με άδεια του Δικαστηρίου καταχωρήθηκαν εκ μέρους και των δύο πλευρών. Η πλευρά των αιτητών με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Παναγίδη ημερ.24.4.17 δηλώνει πως είναι αληθής ο ισχυρισμός των καθ΄ων η αίτηση ότι το Ερευνητικό Τμήμα της Αστυνομίας της Ουκρανίας στις 7.12.16 αποφάνθηκε εκ νέου πως δεν στοιχειοθετούνται ποινικά αδικήματα και δεν θα προχωρήσουν με ποινική υπόθεση. Αναφέρει όμως ότι όπως πληροφορείται από τον δικηγόρο των αιτητών στην Ουκρανία κ. Shyshkanov το Ουκρανικό Δικαστήριο στις 22.12.16 ακύρωσε την εν λόγω απόφαση της Αστυνομίας και διέταξε να συνεχιστεί κανονικά η ποινική διαδικασία. Η ποινική διαδικασία διακόπηκε ξανά στις 5.1.17 αλλά και πάλι το Ουκρανικό Δικαστήριο με απόφαση ημερ. 26.1.17 ακύρωσε την απόφαση της αστυνομίας για τη διακοπή της διαδικασίας και διέταξε την συνέχιση της. Το δε Ενοποιημένο Μητρώο Προδικαστικών ερευνών της Ουκρανίας επιβεβαιώνει ότι η ποινική διαδικασία εκκρεμεί και συνεπώς οι αιτητές δεν έχουν απωλέσει το δικαίωμα τους να προχωρήσουν με πολιτική αγωγή στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας. Ο κ. Παναγίδης αναφέρει περαιτέρω ότι όπως τον πληροφορεί ο δικηγόρος των αιτητών στη Ουκρανία, κ. Shyshkanov, ακόμα και στην περίπτωση που η ποινική διαδικασία διακοπεί εκ νέου οι αιτητές διατηρούν το δικαίωμα τους να καταχωρήσουν πολιτική αγωγή εναντίον της εταιρείας Berezovka LLC και του τελικού δικαιούχου της. Προς επιβεβαίωση επισυνάπτει συμπληρωματική γνωμάτευση του κ. Shyshkanov (τεκμ. 1) με παραρτήματα την προαναφερόμενη απόφαση ημερ. 26.1.17 και αποσπάσματα από το Ενοποιημένο Μητρώο Προδικαστικών ερευνών της Ουκρανίας. Σημειώνεται πως από το περιεχόμενο της απόφασης ημερ. 26.1.17 καθώς και της απόφαση ημερομ. 22.12.16 που αναφέρεται πιο πάνω, προκύπτει ότι αποφασίσθηκε η συνέχιση της ποινικής διερεύνησης σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 382 του ποινικού κώδικα της Ουκρανίας δηλαδή αυτό της παράλειψης συμμόρφωσης με δικαστικό διάταγμα. Οι καθ΄ων η αίτηση με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Παρπαρίνου ημερ. 29.3.17, ο οποίος δηλώνει ότι τα όσα αναφέρει προέρχονται από τις πληροφορίες που έλαβε από τους δικηγόρους που αντιπροσωπεύουν την Berezovka LLC στην Ουκρανία, αποδέχονται ότι με τη απόφαση ημερο. 16.1.17 διατάχθηκε εκ νέου η συνέχιση της ποινικής έρευνας. Ισχυρίζονται όμως ότι το Ερευνητικό Τμήμα της Αστυνομίας της Ουκρανίας αποφάνθηκε και πάλι στις 14.2.17 ότι δεν στοιχειοθετούνται ποινικά αδικήματα και δεν θα προσχωρήσουν με οποιανδήποτε ποινική υπόθεση. Η δε απόφαση αυτή όπως αναφέρεται και στο κείμενο της θα μπορούσε να εφεσιβληθεί εντός 10 ημερών βάσει του άρθρου 303 του Ποινικού Κώδικα της Ουκρανίας και δεν εφεσιβλήθηκε μέχρι σήμερα. Συνεπώς είναι η θέση τους ότι η ποινική διαδικασία έκλεισε και τελείωσε για πάντα. Δηλώνουν περαιτέρω ότι κ. Shyshkanov αν και γνωρίζει ότι η προδικαστική ποινική έρευνα δεν θα συνεχιστεί και το αποτέλεσμα αυτής ήταν να κλείσει η υπόθεση με βάση το άρθρο 284 του Ποινικού Κώδικα της Ουκρανίας, εντούτοις αποκρύβει την αλήθεια και παρέχει ελλιπείς πληροφορίες. Σε σχέση με τα παραρτήματα από το Ενοποιημένο Μητρώο Προδικαστικών ερευνών της Ουκρανίας που παραθέτουν οι αιτητές, οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι αυτά είναι αλλοιωμένα και ή παραποιημένα αφού σε καμία περίπτωση δεν εκκρεμεί οποιαδήποτε ερευνητική διαδικασία στην Ουκρανία καθώς καθότι όποιος ζητήσει ή και εκτυπώσει μετά τις 14.2.17 το απόσπασμα από το Ενοποιημένο Μητρώο Προδικαστικών ερευνών της Ουκρανίας, το ορθό κείμενο και ή τα αναγραφόμενα σε αυτό, είναι ως τα τεκμήρια 1Α και 1Β στην ουκρανική και στην αγγλική γλώσσα αντίστοιχα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του κ. Παρπαρίνου . Επισυνάπτονται επίσης στην ουκρανική και την αγγλική γλώσσα αντίστοιχα ως τεκμ 2Α και 2Β η απόφαση ημερομηνίας 14.2.
- Είναι η θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι η απόφαση αυτή δεν έχει εφεσιβληθεί ούτε ανακληθεί και συνεπώς δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός των αιτητών ότι δεν έχουν απωλέσει το δικαίωμα τους να προχωρήσουν με πολιτική αγωγή στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας. Σε σχέση με τη θέση των αιτητών ότι σε κάθε περίπτωση διατηρούν το δικαίωμα τους να καταχωρήσουν αυτόνομη πολιτική αγωγή εναντίον της Berezovka οι καθ'ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι οι αιτητές ήδη έλαβαν δικαστικά μέτρα εναντίον της Berezovka τα οποία συνεχίστηκαν και ολοκληρώθηκαν στο ανώτερο επίπεδο των Ουκρανικών Δικαστηρίων με τη απόφαση που αναφέρεται στην αρχική ένορκη δήλωση του κ. Παρπαρίνου και ως εκ τούτου βάση του Ουκρανικού Νόμου οι αιτητές κωλύονται να λάβουν άλλα ή παρόμοια μέτρα. Κατά την ακροαματική διαδικασία καμία πλευρά δεν ζήτησε να αντεξετάσει τους ενόρκως δηλούντες και οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις γραπτές αγορεύσεις τους αναφερόμενοι στις αρχές που τάσσει η νομολογία μας για την έκδοση των υπό εξέταση διαταγμάτων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους. Τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου με την αίτηση, την ένσταση τις ένορκες δηλώσεις καθώς και τα όσα εκατέρωθεν υποστηρίχθηκαν με τις αγορεύσεις των δύο πλευρών εξετάζονται υπό το πρίσμα των νομικών αρχών που παρατίθενται στη συνέχεια. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στη διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2029). Με βάση τις νομολογημένες αρχές παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκδίδεται όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. H έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δικονομικά ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς( Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 AΑΔ 2015.) Είναι νομολογημένο πως η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 από μόνη της δεν είναι αρκετή. Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα. Είναι επίσης νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο που εξετάζει αίτημα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Όπως είναι γνωστό, κατά την ακρόαση των αιτήσεων σύμφωνα με τη Δ.48 Θ4 δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, η αμφισβήτηση των οποίων γίνεται με αντεξέταση κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου είτε με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 218). Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης, βεβαίως, της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013 υποδείχθηκε ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάσθηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Το βάρος απόδειξης ανήκει στον αιτητή να ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις (Σεβαστού v. Σεβαστού (πιο πάνω). Τα αμφισβητούμενα γεγονότα σε αιτήσεις επιβάλλεται να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται (Thinking Steel International Bv. V. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)A.Α.Δ 1460). Στην περίπτωση που το προσωρινό διάταγμα δοθεί μονομερώς η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας υφίσταται και διατηρείται στους ώμους του αιτητή (Ανδρέου v. Colossus Signs Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 1040). Στην απόφαση Κυρίλλου v. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528 έχει επίσης τονιστεί ότι στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία ούτε καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο εκείνων που κρίνονται αναγκαία για την εξακρίβωση στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για την θεμελίωση των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία. Σε σχέση με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την απόδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί, είναι κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σ' αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων οι αξιώσεις των μερών εδράζονται, ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση, καθότι τα ζητήματα αυτά πρέπει να αφήνεται να εξετάζονται στη δίκη. Σε περίπτωση που και οι τρεις προϋποθέσεις ικανοποιούνται, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στο επόμενο στάδιο και θα σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να το διατηρήσει. Με την αγωγή και με την παρούσα αίτηση ζητούνται διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal που έλαβαν το όνομα τους από την αγγλική απόφαση Norwich Pharmacal Co and Others v. Customs and Excise Commissioners [1973] 2 All ER 943. Η νομική αρχή της Norwich Pharmacal τέθηκε από το Λόρδο Reid στην ομώνυμη απόφαση, ως ακολούθως: «The principle is that if a person through no fault of his own, gets mixed up in the tortious acts of others so as to facilitate their wrong-doing he may incur no personal liability but he comes under a duty to assist the person who has been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoers. I do not think that it matters whether he became so mixed up by voluntary action on his part or because it was his duty to do what he did.» Η νομική αρχή που τέθηκε στην υπόθεση Norwich Phramacal αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής, και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή αυτοτελώς και χωρίς να συνοδεύεται από οποιαδήποτε άλλη βάση αγωγής ή/και θεραπεία. Στην υπόθεση Avila Management Services κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1403, το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε σε βάθος με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal. Στο απόσπασμα της απόφασης που παρατίθεται στη συνέχεια, φαίνεται η εξέλιξη της νομολογίας που σχετίζεται με τα εν λόγω διατάγματα: «Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc [2003] EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του.» Ακολούθως στις Πολ. Εφ. 182/12 και 183/12, Aldi Marine Ltd v. Rual Trade Ltd κ.α., ημερ. 18.1.2016, λέχθηκε ότι: «Στην Αγγλία υπάρχει το δικαίωμα αποκάλυψης πριν την έγερση της αγωγής. Στην Κύπρο όμως, λόγω των προνοιών του άρθρου 32 δεν έχουν εκδοθεί Κανονισμοί που να επιτρέπουν την έκδοση επικουρικών παρεμπιπτόντων διαταγμάτων για σκοπούς έγερσης αγωγής. Όμως, με βάση το δίκαιο της επιείκειας, δεν αποκλείεται η έγερση αγωγής εναντίον προσώπου που εμμέσως εμπλέκεται σε αδικοπραγία ή που κατέχει πληροφορίες οι οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν τον ενάγοντα να εγείρει δεύτερη αγωγή εναντίον των προσώπων που παραβιάζουν τα δικαιώματά του (βλ. Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners and Custom Excise [1973] 2 All ER 943, Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Stepanek κ.α.
(2012)1Β ΑΑΔ 1403, Penderhill Holdings Ltd κ.α. ν. Abramchyk κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11, ημερ. 13.1.2014, Melouskia Commercial Ltd κ.α. ν. Alisa Chumachenko κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε71/13, ημερ. 30.9.2014 και το Δίκαιο της Απόδειξης, Έκδοση 2014, Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σελ. 976-978).» Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal συνοψίζονται στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625 (Ch), ως ακολούθως: (α) πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (β) πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος, και (γ) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (
- i)να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (
- ii)να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος. Όπως περαιτέρω διευκρινίστηκε στην υπόθεση Avila Management (πιο πάνω), η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ INJUNCTIOS των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη 2016 (σελ 260-263) το συγκεκριμένο Διάταγμα αποτελεί ακόμα ένα ισχυρό όπλο του δικαίου της επιείκειας στα χέρια του ενάγοντα και εντάσσεται στα επικουρικά διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν από τα δικαστήρια για να διευκολύνουν το ενάγοντα να κινηθεί εναντίον του προσώπου που παραβιάζει τα δικαιώματα του π.χ για να εξακριβωθούν τα ονόματα των προμηθευτών του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται το διάταγμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται το διάταγμα συνήθως δεν είναι μέρος της κύριας διαφοράς μεταξύ του ενάγοντος και του αδικοπραγούντος, αλλά είναι τρίτο πρόσωπο που εμμέσως εμπλέκεται, πλην όμως κατέχει πληροφορίες οι οποίες κρίνονται απαραίτητες για να μπορέσει ο ενάγων να κινηθεί εναντίον του ορθού εναγόμενου. Στην Αγγλία υπάρχουν δικονομικές πρόνοιες οι οποίες καλύπτουν τη διαδικασία εξασφάλισης διατάγματος πριν την έγερση αγωγής. Στην Κύπρο δεν υπάρχουν τέτοιες πρόνοιες και τα διατάγματα έρευνας τύπου Norwich Pharmacal γενικά εξασφαλίζονται εναντίον του εμπλεκόμενου προσώπου με την έγερση της αγωγής στα πλαίσια της οποίας ζητούνται τα διατάγματα αποκάλυψης. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Avila πιο πάνω, η έκδοση του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Στοιχεία όπως η αδυναμία εξασφάλισης των πληροφοριών από άλλη πηγή, η σοβαρότητα της παράνομης συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος, το πολύπλοκο των συναλλαγών, η χρήση μεθόδων και ενεργειών που παραπέμπουν σε δύσκολα ανιχνεύσιμους μηχανισμούς και ο αποκλεισμός άλλων κινήτρων από πλευράς ενάγοντος για εξασφάλιση των πληροφοριών, είναι παράγοντες που συχνά διαδραματίζουν ρόλο. Η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης (Norwich Pharmacal) δεν περιορίζεται μόνο σε υποθέσεις που σχετίζονται με αστικά αδικήματα, αλλά εκτείνονται και σε άλλης φύσεως υποθέσεις. Το τρίτο πρόσωπο δεν χρειάζεται να έχει άμεση, ουσιαστική ή προκαταρκτική ανάμειξη. Αρκεί να εμπλέκεται με κάποιο τρόπο ακόμη και εντελώς αθώα, στην αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στην παραβίαση του δικαιώματος του προτιθέμενου ενάγοντος. Όμως το διάταγμα συνήθως δεν εκδίδεται εναντίον τρίτων προσώπων που είναι εντελώς άσχετοι με την παραβίαση των δικαιωμάτων του ενάγοντος. Δεν αποτελεί, τέλος, ως θέμα αρχής, λόγος μη έκδοσης διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal το γεγονός ότι οι πληροφορίες αναζητούνται με σκοπό την έγερση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας, όπως και στην προκειμένη περίπτωση. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας του αιτήματος για την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. Διαπιστώνεται κατ΄ αρχήν ότι οι αιτούμενες θεραπείες είναι οι ίδιες με τις θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή. Η νομολογία έχει καθορίσει ότι είναι ανεπιθύμητο για το Δικαστήριο να εκδίδει προσωρινά διατάγματα τα οποία αποφασίζουν τελεσίδικα τα όσα ζητούνται με την αγωγή. Η πιο πάνω αρχή, όμως, δεν είναι απόλυτη και η νομολογία αναγνωρίζει ότι, παρά το ανεπιθύμητο, δεν αποκλείεται η παραχώρηση διαταγμάτων αντίστοιχων με την τελική θεραπεία, εφόσον τα γεγονότα το επιτρέπουν. Το θέμα αυτό απασχόλησε το Εφετείο στην υπόθεση Avila Management, πιο πάνω, το οποίο αποφάσισε τα εξής: «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015).» Συνεπώς το γεγονός και μόνο ότι τα αιτούμενα παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι τα ίδια με αυτά που ζητούνται με την αγωγή δεν αποτελεί λόγο που από μόνος του θα μπορούσε αυτόματα να οδηγήσει στην απόρριψη της παρούσας αιτήσεως. Η πρώτη προϋπόθεση της υπόθεσης Mitsui, είναι ότι πρέπει να έχει λάβει χώρα ή κατ' ισχυρισμό να έχει λάβει χώρα μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα. Στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο ο αιτητής δεν έχει να αποδείξει τίποτα περισσότερο από την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Σύμφωνα με τις θέσεις των αιτητών όπως περιγράφονται πιο πάνω η εταιρεία BEREZOVKA αποσυναρμολόγησε τμήμα της σιδηροδρομικής γραμμής ενέργεια που σύμφωνα με τον Ουκρανικό νόμο συνιστά ποινικά αδικήματα τα οποία προκάλεσαν ζημιά στους αιτητές. Οι καθ΄ων η αίτηση αρνούνται ότι διέπραξαν τα ισχυριζόμενα αδικήματα. Συγκεκριμένα σε σχέση με το αδίκημα της σκόπιμης καταστροφής συγκοινωνιών ισχυρίζονται ότι η αποσυναρμολόγηση της σιδηροδρομικής γραμμής έγινε με τη σχετική άδεια της αρμόδιας αρχής. Ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινε αναντίλεκτος από την πλευρά των αιτητών αλλά και επιπρόσθετα από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. παράρτημα 18Α 18Β στη νομική γνωμάτευση παράρτημα 2Β στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Παναγίδη και τεκμ. 2 Α και 2Β στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Παρπαρίνου) , διαπιστώνεται ότι το αίτημα των αιτητών προς το αρμόδιο τμήμα της αστυνομίας της Ουκρανίας για προδικαστική ποινική έρευνα εναντίον της BEREZOVKA αφορούσε μόνο το ισχυριζόμενο αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης με διάταγμα του δικαστηρίου. Όπως επίσης προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης ημερ. 26.1.17 που επικαλούνται οι αιτητές και επισυνάπτουν στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Παναγίδη, οι προδικαστική ποινική διαδικασία διερεύνησης αφορούσε το αδίκημα του άρθρου 382 του ποινικού κώδικα της Ουκρανίας δηλαδή της παράλειψης συμμόρφωσης με δικαστικό διάταγμα και καμία αναφορά γίνεται στην εν λόγω απόφαση για το αδίκημα της σκόπιμης καταστροφής συγκοινωνιών. Συνεπώς θεωρώ ότι οι αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει ότι έχει λάβει χώρα ή, τουλάχιστο, κατ΄ ισχυρισμό έχει λάβει χώρα εις βάρος τους το αδίκημα της σκόπιμης καταστροφής συγκοινωνιών. Οι αιτητές ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η ενέργειες της BEREZOVKA συνιστούν το αδίκημα της παράλειψης συμμόρφωσης με δικαστικό διάταγμα δεδομένου ότι κατά το χρόνο της αποσυναρμολόγησης της σιδηροδρομικής γραμμής το πιο πάνω αναφερόμενο διάταγμα του δικαστηρίου βρισκόταν σε ισχύ. Οι καθ΄ων η αίτηση αρνούνται ότι κατά το χρόνο της αποσυναρμολόγησης της σιδηροδρομικής γραμμής το διάταγμα βρισκόταν σε ισχύ. Αυτό το βασίζουν στο γεγονός ότι στις 18.1.16 το Εμπορικό Δικαστήριο Εφέσεων στην Ουκρανία επικύρωσε προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία παραμερίσθηκε το εν λόγω διάταγμα. Οι καθ' ων η αίτηση αφήνουν όμως αναπάντητο και αναντίλεκτο τον ισχυρισμό των αιτητών ότι στις 26.2.16 η εν λόγω απόφαση αναστάληκε με σχετική δικαστική απόφαση μέχρι την εκδίκαση της διαδικασίας αναίρεσης που υπέβαλαν σε τριτοβάθμια δικαιοδοσία στο Εμπορικό Δικαστήριο Εφέσεων. Αναντίλεκτος παρέμεινε επίσης ο ισχυρισμός τους ότι η αποσυναρμολόγηση της σιδηροδρομικής γραμμής έλαβε χώρα στις 21.3.16 πριν από την έκδοση της τελικής απόφαση του Δικαστηρίου στην καταχωρηθείσα αναίρεση η οποία και τελικά απορρίφθηκε στις 29.3.
- Δεδομένου, λοιπόν, ότι οι αιτητές δεν υποχρεούνται να αποδείξουν τη σχετική αδικοπραξία στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, θεωρώ ότι με την προσκομισθείσα από μέρους τους μαρτυρία, έχουν ικανοποιήσει ότι έχει λάβει χώρα ή, τουλάχιστο, κατ΄ ισχυρισμό έχει λάβει χώρα κάποια αδικοπραξία εις βάρος τους και συγκεκριμένα της παράλειψης συμμόρφωσης με διάταγμα του δικαστηρίου. Η δεύτερη προϋπόθεση της υπόθεσης Mitsui είναι ότι πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal δύνανται να χρησιμοποιηθούν ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση στην ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής (υπόθεση Penderhill Holdings, ανωτέρω). Από την άλλη, όπως προαναφέρθηκε, το ζητούμενο σε αγωγές με τις οποίες επιδιώκεται η έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας ή για σκοπούς αλίευσης μαρτυρίας (υπόθεση Avila Management, ανωτέρω, και Πολ. Εφ. Ε103/14, Αθανασίου κ.α. ν. Οντόνι, ημερ. 2.12.2014). Όπως επισήμανε ο δικαστής Langley στην υπόθεση Nikitin and others v. Richards Butler LLP and others [2007] EWHC 173 (QB) στην παρ. 29, «.I do not think this relief is intended to enable a victim of unlawful conduct to fine tune a pleading or identify every person of whatever standing who may have committed an unlawful act.». Η αποκάλυψη των στοιχείων του τελικού δικαιούχου των εταιρειών που αναφέρονται στην αίτηση σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του κ. Παναγίδη ζητείται ούτως ώστε να δυνηθούν οι ενάγοντες να καταχωρήσουν στα πλαίσια εκκρεμούσης ποινικής διαδικασίας, αστική διαδικασία εναντίον του ζητώντας αποζημιώσεις για τις ζημίες που υπέστησαν συνεπεία των πράξεων της BEREZOVKA. Προς τούτο επικαλούνται τις διατάξεις του Ουκρανικού δικαίου για να καταδείξουν το δικαίωμα του θύματος να καταχωρήσει αγωγή στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας και να ζητήσει να αποζημιωθεί για τις ζημιές που υπέστη από το ποινικό αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Παρπαρίνου ημερ. 29.3.17 και τα επισυνημμένα σε αυτή τεκμήρια που σημειώνεται παρέμειναν αναντίλεκτα η ποινική διαδικασία τερματίσθηκε πλέον τελειωτικά. Τούτο προκύπτει από την σχετική απόφαση του Ερευνητικού Τμήματος της Αστυνομίας της Ουκρανίας ( τεκμ. 2Α και 2Β στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Παρπαρίνου) το οποίο στις 14.2.17 αποφάνθηκε ότι δεν στοιχειοθετούνται ποινικά αδικήματα και δεν θα προσχωρήσουν με οποιανδήποτε ποινική υπόθεση. Αναντίλεκτος και αναπάντητος παρέμεινε επίσης ο ισχυρισμός των καθ΄ων η αίτηση ότι είναι παραπλανητικοί οι ισχυρισμοί των αιτητών σε σχέση με τα αποσπάσματα από το ενοποιημένο μητρώο προδικαστικών ερευνών που επισυνάπτονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Παναγίδη. Σε κάθε περίπτωση σε σχέση με το ζήτημα αυτό διαπιστώνεται πως ενώ ο κ. Παναγίδης αναφέρεται σε αποσπάσματα από το εν λόγω μητρώο ημερομηνίας 13.3.17 στην συμπληρωματική ένορκη του δήλωση επισυνάπτονται αποσπάσματα ημερ.13.4.
- Συνεπώς στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι ο σκοπός για τον οποίον ζητήθηκαν αρχικά τα υπό εξέταση διατάγματα δηλαδή η καταχώρηση αστικής διαδικασίας στα πλαίσια εκκρεμούσης ποινικής διαδικασίας, έχει εκλείψει. Δεν μπορώ όμως να παραγνωρίσω ότι οι αιτητές με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Παναγίδη υποστηρίζουν ότι σε κάθε περίπτωση διατηρούν το δικαίωμα τους να καταχωρήσουν αυτόνομη αστική αγωγή εναντίον της εταιρείας Berezovka LLC και του τελικού δικαιούχου της και παραπέμπουν στις διατάξεις του Ουκρανικού νόμου σύμφωνα με τις οποίες πρόσωπο που δεν καταχωρεί πολιτική αγωγή σε ποινική διαδικασία ή η αγωγή του δεν έχει αποφασιστεί, δύναται να καταχωρήσει τέτοια αγωγή σε πολιτική διαδικασία. Οι καθ΄ων η αίτηση με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Παρπαρίνου δεν αμφισβητούν τη θέση αυτή των αιτητών. Αντιτάσσουν όμως ότι οι τελευταίοι δεν έχουν πλέον δικαίωμα έγερσης οποιασδήποτε αγωγής εναντίον της Berezovka αφού ήδη έλαβαν δικαστικά μέτρα εναντίον της τα οποία και ολοκληρώθηκαν στο ανώτερο επίπεδο των Ουκρανικών δικαστηρίων και ως εκ τούτου ως ισχυρίζονται υπάρχει δεδικασμένο και βάση του Ουκρανικού νόμου κωλύονται να λάβουν άλλα ή παρόμοια δικαστικά μέτρα. Ο εν λόγω ισχυρισμός των καθ΄ων η αίτηση δεν υποστηρίζεται από την κατάλληλη μαρτυρία δεδομένου ότι γίνεται επίκληση του Ουκρανικού νόμου γενικά και αόριστα χωρίς να δοθούν οι απαιτούμενες λεπτομέρειες. Χωρίς να αναφέρομαι στο κατά πόσο τυχόν αγωγή των αιτητών εναντίον της Berezovka θα ήταν επιτυχής, καθότι κάτι τέτοιο είναι εκτός των πλαισίων της παρούσας διαδικασίας, η πιο πάνω θέση των καθ΄ ων η αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και για τον πρόσθετο λόγο ότι από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο μου σε σχέση με τις δικαστικές διαδικασίες που προηγήθηκαν διαπιστώνεται ότι αυτές δεν είχαν ως αντικείμενο την ισχυριζόμενη μη συμμόρφωση της Berezovka προς το αναφερόμενο δικαστικό διάταγμα αλλά την ακύρωση και ή το τερματισμό συγκεκριμένων συμφωνιών που αφορούσαν την ιδιοκτησία και το δικαίωμα χρήσης της σιδηροδρομικής γραμμής. Στη βάση συνεπώς της πιο πάνω κατάληξης επιβάλλεται όπως εξεταστεί η αναγκαιότητα της έκδοσης των αιτούμενων θεραπειών. Για τους λόγους που εξηγούνται αμέσως στη συνέχεια κρίνω πως η μαρτυρία που οι αιτητές παρέθεσαν στο Δικαστήριο δεν ικανοποιεί ότι η αποκάλυψη των αιτούμενων στοιχείων θα οδηγούσε σε πρόσωπα τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι έχουν ευθύνη για την ισχυριζόμενη αδικοπραξία και να εναχθούν με αυτόνομη πολιτική αγωγή με βάση το Ουκρανικό δίκαιο τις διατάξεις του οποίου οι αιτητές επικαλούνται. Οι θέσεις των αιτητών σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό παρουσιάσθηκαν και παρέμειναν μέχρι τέλους σε μορφή γενικών και αόριστων ισχυρισμών και περιβάλλονται μόνο με κάποιες υποθέσεις και συνειρμούς, οι οποίοι όμως ουδέν έχουν προσθέσει στην απαιτούμενη προϋπόθεση. Η γενική αναφορά ότι με βάση τον Ουκρανικό Νόμο Περί Εμπορικών Εταιρειών η γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, είναι αρμόδια μεταξύ άλλων να καθορίζει τις κύριες ενέργειες της εταιρείας και να εγκρίνει τα σχέδια και τις αναφορές προόδου δεν κρίνεται ικανοποιητική μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι δικαιούχοι και συγκεκριμένα οι μέτοχοι της εταιρείας με βάση το Ουκρανικό δίκαιο, μπορούν να θεωρηθούν ότι ευθύνονται για την ισχυριζόμενη αδικοπραξία και να εναχθούν. Θα έπρεπε κατά την κρίση μου να προσκομισθεί η κατάλληλη μαρτυρία ότι με βάση το Ουκρανικό δίκαιο το πρόσωπο ή τα πρόσωπα των οποίων ζητείται η αποκάλυψη μπορούν να εναχθούν για την ισχυριζόμενη ενέργεια της εταιρείας Berezovka LLC. Ούτε και η γενική και αόριστη αναφορά των αιτητών ότι στο στάδιο των διαπραγματεύσεων που έκαναν για τη διευθέτηση της χρήσης της σιδηροδρομικής γραμμής, ανακαλύφθηκε ότι οι προτάσεις και αποφάσεις του διευθυντή της εταιρείας Berezovka LLC απαιτούσαν την προηγούμενη έγκριση της Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων, κρίνεται ότι ικανοποιεί την πιο πάνω προϋπόθεση. Εν πάση περιπτώσει πρόκειται για ισχυρισμό που αντικρούσθηκε από τους καθ΄ ων η αίτηση, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι με βάση το καταστατικό της εταιρείας Berezovka LLC δεν απαιτείται η γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας για την λήψη οποιασδήποτε απόφασης της εταιρείας και ειδικότερα σε σχέση με την αποσυναρμολόγηση της σιδηροδρομικής γραμμής, αφού τέτοιες αποφάσεις μπορούν να ληφθούν από τον εκτελεστικό διευθυντή και/η τους αξιωματούχους της εταιρείας κατά την καθημερινή διαχείριση αυτής, προσθέτοντας ακόμα ότι κανένας Ουκρανικός νόμος δεν προνοεί είτε άμεσα είτε έμμεσα τη συμμετοχή του τελικού δικαιούχου στην καθημερινή διαχείριση της λειτουργείας και ή των δραστηριοτήτων μίας εταιρείας. Ούτε όμως και η αναφορά στις γενικές αρχές του ποινικού δικαίου της Ουκρανίας σε σχέση με τη συνέργεια δραστών στη διάπραξη αδικήματος κρίνεται υπό τις περιστάσεις στοιχείο ικανό να συμπληρώσει το κενό που αφήνει η μαρτυρία των αιτητών για το συγκεκριμένο ζήτημα. Παράλληλα διαπιστώνεται ότι άλλες δικαστικές διαδικασίες που προώθησαν οι αιτητές εναντίον της Berezovka LLC στην Ουκρανία και που περιγράφονται με λεπτομέρεια στις ένορκες δηλώσεις και των δύο πλευρών, στρέφονται εναντίον της εταιρείας και όχι των μετόχων και δικαιούχων αυτής. Ακόμα όμως και οι ίδιοι οι αιτητές μέσα από την παρ. 27 της ένορκης δήλωσης του κ. Παναγίδη, ισχυρίζονται πως η αίτηση που υπέβαλαν στο Γραφείο του Δημόσιου Κατήγορου για την διεξαγωγή προδικαστικής ποινικής έρευνας, αφορούσε τις ενέργειες που έλαβαν χώρα από αξιωματούχους της Berezovka και δεν αναφέρεται σε ενέργειες που έλαβαν χώρα από τους μετόχους της εταιρείας και κατ΄ επέκταση τους τελικούς δικαιούχους αυτής. Είναι δε σημαντικό ότι κανένα στοιχείο δεν προβάλλεται εκ μέρους των αιτητών που να καταδεικνύει ότι χωρίς τις αιτούμενες πληροφορίες οι ίδιοι δεν θα είναι σε θέση να διεκδικήσουν τα νομικά δικαιώματα τους και δεν θα αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη. Εν κατακλείδι, και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, καθώς και τα γεγονότα στη βάση των οποίων οι αιτητές προτίθενται, ως ισχυρίζονται, να λάβουν δικαστικά μέτρα εναντίον της Berezovka, θεωρώ ότι θα έπρεπε να είχε προσκομιστεί επαρκής μαρτυρία που να εξηγεί συγκεκριμένα γιατί οι πληροφορίες που ζητούνται είναι αναγκαίες για την προώθηση των νομικών δικαιωμάτων τους, που σημειώνω πρόκειται για απαίτηση αποζημίωσης για ζημιές που ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί από την παρακοή διατάγματος ενόσω αυτό βρισκόταν σε ισχύ. Δεν πρέπει επίσης να παραμείνει ασχολίαστο πως η θέση των αιτητών ότι συνεχίζουν να υπόκεινται σε ζημιές δεν συνάδει με το γεγονός ότι η ισχυριζόμενη αδικοπραξία αφορά την παρακοή δικαστικού διατάγματος το οποίο όπως αναφέρεται πιο πάνω αλλά προκύπτει και από τους δικούς τους ισχυρισμούς, είχε ακυρωθεί πριν από την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Δεν έχω, λοιπόν ικανοποιηθεί, με βάση τη μαρτυρία που προσκομίστηκε στο στάδιο αυτό ότι προκύπτει ανάγκη για την έκδοση των διαταγμάτων ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του προσώπου ή των προσώπων των οποίων ζητείται η αποκάλυψη της ταυτότητας και των λοιπών τους στοιχείων. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω συνεπώς ότι με την προσκομισθείσα στο στάδιο τούτο μαρτυρία οι αιτητές έχουν αποτύχει να αποδείξουν ότι πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση της υπόθεσης Mitsui, πιο πάνω. Συνακόλουθα είναι η κατάληξη μου ότι το αίτημα των αιτητών δεν μπορεί να επιτύχει και παρέλκει η ανάγκη ενασχόλησης με οτιδήποτε άλλο εγείρεται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων -αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)........... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο