← Κύπρος

HUI-PING HSU ν. GAYNSY INC κ.α., Αρ. Αγωγής 799/16, 10/7/2017

HUI-PING HSU ν. GAYNSY INC κ.α., Αρ. Αγωγής 799/16, 10/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A241 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 799/16 Μεταξύ: HUI-PING HSU, από την Ταϊβάν Ενάγουσας και

  1. GAYNSY INC, από Νησιά Αγίων Βικεντίου και Γρεναδίνων
  2. WILFRED SERVICES LTD, από Νησιά Αγίων Βικεντίου και Γρεναδίνων
  3. GAINSY INC, από Σεϋχέλλες
  4. ΑΑΑ ΙΝΤΕΡΝΑΤΙΟΝΑL SERVICES LTD, από Σεϋχέλλες
  5. A.S. EXPOBANK, από την Κύπρο
  6. IAFT LTD, από την Κύπρο
  7. IAFT HOLDINGS LTD, από Βρετανικούς Παρθένους Νήσους Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 18.3.2016 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος (Αναφορικά με τους εναγόμενους 1 και 2) Ημερομηνία: 10 Ιουλίου, 2017 Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Μάριος Χρίστου για Χαραλάμπους & Χρίστου ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2: κ. Αγαθοκλέους για Giorgos Landas LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα με την υπό κρίση Αίτηση την οποία καταχώρησε αυθημερόν με την καταχώρηση Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, αιτείται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και 3 και στον καθένα από αυτούς, όπως άμεσα ή έμμεσα, διαμέσου των εργαζομένων τους, υπηρετών τους, εκπροσώπων τους, αντιπροσώπων τους ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου νομικού ή φυσικού, με οποιοδήποτε τρόπο, μεταφέρουν, δωρίσουν, πωλήσουν, μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν, υποθηκεύσουν, αποξενώσουν ή μειώσουν με οποιοδήποτε τρόπο της περιουσία τους στην Κύπρο και οπουδήποτε στον κόσμο, μέχρι ποσού USD 395.012,54 ή ισόποσου σε οποιοδήποτε νόμισμα, είτε αυτή η πειρουσία είναι στο όνομά τους ή στο όνομα άλλων ατόμων, είτε τους ανήκει αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων προσώπων ή εταιριών, μέχρι τελικής αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγόμενους 1 και 3 και τον καθέναν απ΄αυτούς όπως εντός 14 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης σε αυτούς του διατάγματος αποκαλύψουν με ένορκη δήλωση όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία στην Κύπρο και/ή οπουδήποτε στον κόσμο που έχουν αξία μεγαλύτερη των €10.000.- και την τοποθεσία τους, είτε αυτά τα περιουσιακά στοιχεία τους ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας και άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων προσώπων ή εταιριών και περαιτέρω όπως επισυνάψουν στην εν λόγω ένορκη δήλωση όλα τα σχετικά έγγραφα που τεκμηριώνουν την ύπαρξη και τοποθεσία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγόμενους 2, 4, 5, 6 και 7 και τον καθέναν απ' αυτούς όπως εντός 14 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης σε αυτούς του Διατάγματος προβεί σε ένορκη δήλωση και να την παραδώσει στους δικηγόρους της Ενάγουσας, στην οποία ένορκη δήλωση να αποκαλύψει και να επισυνάπτει αντίγραφα όλων των εγγράφων που έχει στον έλεγχο, εξουσία ή κατοχή του (περιλαμβανομένων, άνευ περιορισμού εγγράφων που είναι στην κατοχή ή έλεγχο ή εξουσία των υπαλλήλων του) τα οποία:
  8. Σχετίζονται με τους Εναγόμενους 1 και 3 και/ή με οποιονδήποτε από αυτούς συμπεριλαμβανομένου άνευ περιορισμού: i. Όλων των εγγράφων που δείχνουν το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς των Εναγομένων 1 και 3 και/ή οποιουδήποτε από αυτούς, τους πραγματικούς ιδιοκτήτες και/ή τελικούς δικαιούχους (ultimate beneficial owners) αυτών, τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας των εν λόγω τελικών δικαιούχων, τις διευθύνσεις τους και/ή τα στοιχεία επικοινωνίας τους όπως και σχετικά έγγραφα καταπιστεύματος (trust deeds). ii. Όλων των εγγράφων που αφορούν τραπεζικούς λογαριασμούς στην Κύπρο και/ή οπουδήποτε αλλού στον κόσμο που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει και ωφέλιμα ή άλλως πως, στους Εναγόμενους 1 και 3 και/ή σε οποιονδήποτε από αυτούς, συμπεριλαμβανομένων, άνευ περιορισμού, όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν και/ή υποβλήθηκαν για το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών στο όνομα ή προς όφελος ή για την χρήση των Εναγόμενων 1 και 3 και/ή οποιουδήποτε από αυτούς, σχετικών εταιρικών εγγράφων αναφορικά με το άνοιγμα ή τη διαχείριση των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, εγγράφων που δείχνουν τους διαχειριστές (signatories) των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, και τα πλήρη στοιχεία αυτών, και τραπεζικών καταστάσεων και/ή άλλων εγγράφων όπως αποδείξεις εμβασμάτων και/ή πληρωμών που έχουν σχέση με την Ενάγουσα. iii. Όλων των οδηγιών που έλαβαν οι Εναγόμενοι 2, 4, 5, 6 και 7 ή οποιοσδήποτε από αυτούς από οποιοδήποτε πρόσωπο με οποιοδήποτε μέσο συμπεριλαμβανομένου e-mail, φαξ ή άλλου μέσου αναφορικά με την διαχείριση των Εναγομένων 1 και 3 και/ή οποιουδήποτε από αυτούς ξεχωριστά, συμπεριλαμβανομένου άνευ περιορισμού οδηγιών για συναλλαγές, καταθέσεις, αναλήψεις, μεταβιβάσεις, συμβάσεις ή οποιοδήποτε άλλο θέμα οποιασδήποτε φύσης που έχουν σχέση με την Ενάγουσα. iv. Όλων των εγγράφων που αφορούν, και/ή δείχνουν, τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν οι Εναγόμενοι 1 και 3 και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς στην Κύπρο και/ή οπουδήποτε στον κόσμο, είτε αυτά τα περιουσιακά στοιχεία είναι στο όνομα τους ή στο όνομα άλλων ατόμων, είτε τους ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας και άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων προσώπων ή εταιρειών. v. Όλων των εγγράφων που δείχνουν τα πλήρη στοιχεία της εμπορικής έδρας και/ή των γραφείων εξάσκησης των δραστηριοτήτων των Εναγομένων 1 και/ή 3 συμπεριλαμβανομένου και στοιχεία επικοινωνίας τους. vi. Όλων των εγγράφων που σχετίζονται με τον πάροχο ρευστότητας (liquidity provider) συμπεριλαμβανομένου και στοιχεία επικοινωνίας του.
  9. Σχετίζονται με οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που ήταν ιδιοκτήτες και/ή τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficial owners) των Εναγομένων 1 και 3 κατά την περίοδο από 16.09.2014 συμπεριλαμβανομένου μέχρι σήμερα, άνευ περιορισμού, όλων των εγγράφων που αφορούν εταιρίες που ανήκουν ή ανήκαν στους εν λόγω ιδιοκτήτες και/ή τελικούς δικαιούχους (ultimate beneficial owners) είτε αυτές οι εταιρίες / είναι στο όνομα τους ή στο όνομα άλλων ατόμων, είτε τους ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας και άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων προσώπων ή εταιριών.
  10. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγόμενους 2, 4, 5, 6 και 7 όπως εντός 14 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος προβούν σε ένορκη δήλωση και να την παραδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας, η οποία ένορκη δήλωση να αποκαλύπτει και να επισυνάπτει αντίγραφα όλων των σχετικών εγγράφων που έχουν στον έλεγχο, εξουσία ή κατοχή τους (περιλαμβανομένων, άνευ περιορισμού, εγγράφων που είναι στην κατοχή, έλεγχο ή εξουσία των υπαλλήλων τους) και τα οποία αφορούν τραπεζικούς λογαριασμούς που ανήκουν στους Εναγόμενους 1 και 3 και/ή σε οποιονδήποτε από αυτούς και/ή των οποίων οι Εναγόμενοι 1 και 3 και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς είναι τελικοί δικαιούχοι είτε αυτοί οι τραπεζικοί λογαριασμοί είναι στο όνομα τους ή στο όνομα άλλων ατόμων, είτε τους ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας και άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων προσώπων ή εταιρειών, συμπεριλαμβανομένων άνευ περιορισμού τραπεζικών καταστάσεων, έγγραφα που δείχνουν τους τελικούς δικαιούχους και διαχειριστές των εν λόγω / λογαριασμών, έγγραφα που χρησιμοποιήθηκαν για το άνοιγμα του λογαριασμού, τραπεζικές καταστάσεις και εντολές για μεταφορά χρημάτων. Δ. Περαιτέρω ή άλλη θεραπεία.» Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς το ως η παράγραφος Α αιτούμενο διάταγμα, ενώ για τις υπόλοιπες αιτούμενες θεραπείες διέταξε όπως η αίτηση επιδοθεί στους εναγόμενους. Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Θέκλας Χαραλάμπους, δικηγόρου στην δικηγορική εταιρεία ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ & ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΕΠΕ (εκπροσωπεί την ενάγουσα στην αγωγή), δεόντως εξουσιοδοτημένης, όπως η ίδια αναφέρει, στη βάση πληρεξουσίου εγγράφου. Στην Ένορκη Δήλωση αναφέρονται τα εξής: «Η ενάγουσα είναι πολίτης της Δημοκρατίας της Κίνας (Ταϊβάν) και διαμένει μόνιμα στην Ταϊβάν. Ήταν και εξακολουθεί να είναι συνδρομητής («subscriber») και/ή διατηρεί λογαριασμό και/ή είναι πελάτης («client») στα πλαίσια συνεργασίας και/ή σύμβασης και/ή παροχής διαδικτυακών υπηρεσιών της εναγόμενης 1-καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Η εναγόμενη 1 είναι διεθνής εμπορική εταιρεία (international business company) η οποία συστάθηκε στις 23 Αυγούστου 2013 στα νησιά Αγίων Βερνάρδου και Γρεναδίνου και εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι και σήμερα. Ασχολείται με την παροχή υπηρεσιών μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας συναλλαγών (web-based και downloadable - πλατφόρμα συναλλαγών) σε σχέση με αγοραπωλησίες νομισμάτων και/ή συναλλάγματος και/ή άλλων συναφών υπηρεσιών. Σε κάθε ουσιώδη, για την αγωγή χρόνο διεξήγαγε τις εργασίες της από συγκεκριμένη διεύθυνση στα εν λόγω νησιά. Η εναγόμενη 2 είναι εγγεγραμμένος πράκτορας (registered agent) στην Αρχή Οικονομικών Υπηρεσιών των νησιών Αγίου Βερνάρδου και Γρεναδίνου ως εταιρία παροχής εταιρικών υπηρεσιών, η οποία παρέχει, ανάμεσα σε άλλα, υπηρεσίες εικονικών γραφείων (virtual offices) και υπηρεσίες συστάσεως εταιρειών σε διάφορες δικαιοδοσίες (multiple jurisdictions) καθώς επίσης και υπηρεσίες ανοίγματος τραπεζικών λογαριασμών. Περαιτέρω κατέχει και διαχειρίζεται αποκλειστικά η ίδια έγγραφα και πληροφορίες σχετικά με το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς και τους τελικούς δικαιούχους (ultimate beneficial owners) των πελατών της, συμπεριλαμβανομένης της εναγόμενης
  11. Η εναγόμενη 3 είναι επίσης διεθνής εμπορική εταιρεία (international business company) η οποία συστάθηκε στις 5 Απριλίου 2012 στα νησιά των Σεϋχελλών απ' όπου διεξάγει τις εργασίες της. Ασχολείται με την παροχή των ίδιων υπηρεσιών που παρέχει η εναγόμενη 1 με την οποία είναι στενά συνδεδεμένη. Η εναγόμενη 4 εταιρεία είναι εγγεγραμμένος πράκτορας (registered agent) στην Αρχή Οικονομικών Υπηρεσιών των Σεϋχελλών και δραστηριοποιείται ως εταιρεία παροχής εταιρικών υπηρεσιών παρέχοντας, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες σύστασης διεθνών εταιρικών σχημάτων σε διάφορες δικαιοδοσίες, παροχή υπηρε4σιών διευθυντών, μετόχων και γραμματέων (nominee services), υπηρεσίες ανοίγματος και διαχώρισης τραπεζικών λογαριασμών, επανέκδοσης τιμολογίων και μετακίνησης δικαιοδοσίας (re-domiciliation). Περαιτέρω κατέχει και διαχειρίζεται αποκλειστικά η ίδια έγγραφα και πληροφορίες σχετικά με το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς και τους τελικούς δικαιούχους (ultimate beneficial owners) της εναγόμενης
  12. Η εναγόμενη 5 εταιρεία είναι τραπεζικός οργανισμός ο οποίος ελέγχεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και διεξάγει τραπεζικές εργασίες στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον Οκτώβριο του
  13. Η έδρα του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας βρίσκεται στη Λεμεσό (οδός Αγίου Αθανασίου 46, INTERLINK HERMES PLAZA). Η εταιρεία ασχολείται, μεταξύ άλλων, με το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών πολλαπλών νομισμάτων («multicurrency accounts») ενώ τα χρήματα που ο κάτοχος του λογαριασμού καταθέτει, μπορούν να μεταφερθούν μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος της τράπεζας σε οποιαδήποτε δικαιοδοσία και σε οποιοδήποτε νόμισμα. Η εναγόμενη 5 ασχολείται επίσης με το άνοιγμα λογαριασμών μεσεγγύησης («escrow account»), με την παροχή υπηρεσιών εμπιστευμάτων (trust fiduciary operations») καθώς επίσης και με την «προστασία των χρημάτων των πελατών της από τρίτα πρόσωπα». Κατά ή περί το τέλος του 2014 η εναγόμενη 5 έλαβε άδεια από την επιβλέπουσα αρχή της Κίνας για την διεξαγωγή τραπεζιτικών εργασιών στο έδαφος της Δημοκρατίας της Κίνας. Η εναγόμενη 6 είναι κυπριακή εταιρεία με έδρα την Λεμεσό, η οποία λειτουργεί ως μεσάζοντας και/ή παρέχει υπηρεσίες μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, εξεύρεσης πελατών σε εταιρείες που ασχολούνται με την αγοραπωλησία νομισμάτων και/ή συναλλάγματος και/ή συναφών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων και των εναγομένων 1 και
  14. Η εναγόμενη 7 είναι εταιρεία η οποία συστάθηκε στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και παρέχει υπηρεσίες εξεύρεσης πελατών για λογαριασμό εταιρειών που επίσης ασχολούνται με την αγοραπωλησία νομισμάτων και/ή συναλλάγματος συμπεριλαμβανομένων και των εναγομένων 1 και
  15. Η εναγόμενη 7 έδωσε την συγκατάθεση της για την χρησιμοποίηση του ονόματος «IAFT LTD» από την εναγόμενη
  16. Κατά ή περί την 16.9.2014, στη βάση ηλεκτρονικής αίτησης και αποδοχής («on line submission and acceptance») των όρων και προϋποθέσεων της Σύμβασης, η ενάγουσα συμφώνησε με την εναγόμενη 1 (αυθημερόν η εναγόμενη 1 με ηλεκτρονικό μήνυμα, γνωστοποίησε την αποδοχή της αίτησης και την ύπαρξη συμφωνίας με την ενάγουσα) όπως η τελευταία της παρέχει υπηρεσίες οι οποίες περιελάμβαναν, μεταξύ άλλων, και χωρίς περιορισμό, πρόσβαση και/ή χρήση της ιστοσελίδας και της ηλεκτρονικής πλατφόρμας συναλλαγών καθώς και του λογισμικού της εταιρείας σε σχέση με αγοραπωλησία νομισμάτων και/ή συναλλάγματος. Η εναγόμενη 1 είχε την υποχρέωση να παρέχει στην ενάγουσα κωδικούς πρόσβασης και αριθμό συνδρομητή με τους οποίους η τελευταία θα είχε πρόσβαση σε προσωπικό λογαριασμό στην Πλατφόρμα Συναλλαγών, μέσω του οποίου θα γίνονταν οι πληρωμές προς την εναγόμενη 1 για τις παρεχόμενες από αυτήν υπηρεσίες και στον οποίο θα γινόταν κατάθεση των κερδών και/ή του πλεονάσματος της ενάγουσας, η οποία θα μπορούσε οποιαδήποτε στιγμή να ζητήσει την ανάληψη τους. Ήταν ρητός και ουσιώδης όρος της συμφωνίας και/ή συνήθης πρακτική ότι η ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα οποιαδήποτε στιγμή να ζητήσει την ανάληψη ποσού από τον λογαριασμό της στην Πλατφόρμα Συναλλαγών και την κατάθεση του σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό και η εναγόμενη 1 θα είχε την υποχρέωση να εκτελέσει την εντολή μέσα σε πέντε

(5)εργάσιμες ημέρες. Το ποσό θα αφαιρείτο από τον λογαριασμό της Πλατφόρμας Συναλλαγών και θα κατατίθετο έμβασμα σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας από λογαριασμό που η εναγόμενη 1 διατηρεί σε τραπεζικά ιδρύματα στη Δημοκρατία της Κίνας (Ταϊβάν) και/ή στο εξωτερικό. Σε διάφορες περιπτώσεις η ενάγουσα έδωσε εντολές ανάληψης και κατάθεσης και η πιο πάνω πρακτική ακολουθείτο κάθε φορά. Κατά ή περί την 2.2.2016, η ενάγουσα έδωσε εντολή ανάληψης του ποσού των USD395.012,54 (€360.149,91) από τον λογαριασμό της στην Πλατφόρμα Συναλλαγών και κατάθεσης του σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό (αρ. 02550003591) που διατηρούσε στην TAIWAN BUSINESS BANK. Η εναγόμενη 1 αγνόησε την εντολή της ενάγουσας και η τελευταία μετά την πάροδο των πέντε
(5)ημερών όχλησε την εναγόμενη 1. Μετά από πολλές προσπάθειες επικοινωνίας της ενάγουσας με την εναγόμενη 1, η τελευταία προέβη στην ανάληψη του προαναφερόμενου ποσού από τον λογαριασμό της ενάγουσας στην Πλατφόρμα Συναλλαγών και επιβεβαίωσε στην ενάγουσα πως εντός πέντε
(5)ημερών το εν λόγω ποσό θα κατατεθεί στο τραπεζικό της λογαριασμό με έμβασμα από τον τραπεζικό λογαριασμό της εναγόμενης 1 που διατηρεί στην AS EXPOBANK, εναγόμενη
  1. Παρά τις συνεχείς οχλήσεις της ενάγουσας, η εναγόμενη 1 παραλείπει να συμμορφωθεί μέχρι και σήμερα, στις συμβατικές της υποχρεώσεις και να εμβάσει στον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας το εν λόγω ποσό. Η ενάγουσα έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της στην Κύπρο όπως εξετάσουν την υπόθεση. Μετά από έρευνα που διεξήχθη από την ανεξάρτητη Κυπριακή εταιρεία Infocredit Group η οποία ετοίμασε Πιστοληπτική Έκθεση (Due Diligence Report) (Τεκμήριο 14) ύστερα από μελέτη ιδιωτικών και/ή δημόσιων πληροφοριών και πηγών προέκυψε ότι: i. Η εναγόμενη 1 συστάθηκε μόνο για φορολογικούς σκοπούς καθώς δεν είναι εγγεγραμμένη στους καταλόγους των τοπικών εμπορικών εταιρειών στα νησιά Αγίων Βικεντίου και Γρεναδίνου και φαίνεται να χρησιμοποιεί μόνο την εγγεγραμμένη διεύθυνση Cedar Hill Crest Villa Kingstown VC0100 στα εν λόγω νησιά. ii. H εναγόμενη 1 δεν κατέχει άδεια για την παροχή υπηρεσιών μέσω ηλεκτρονικής Πλατφόρμας Συναλλαγών σε σχέση με αγοραπωλησία νομισμάτων και/ή συναλλάγματος παρά την περί αντιθέτου αναφορά στον διαδικτυακό της χώρος. Κατά την ενάγουσα, τα προαναφερόμενα συνιστούν εξαπάτησης της καθότι εάν τα γνώριζε δεν θα προχωρούσε στην κατάθεση των χρημάτων, των οποίων σήμερα διεκδικεί την επιστροφή. Σύμφωνα με την ρηθείσα Πιστοληπτική Έκθεση (Τεκμήριο 14) η τράπεζα της Γαλλίας FR-Banque de France (στη βάση πορίσματος της Αρχής Προληπτικής Εποπτείας και Εξυγίανσης (The Authorite de Controle Prudentiel et de Resolution ACPR) και της Αρχής χρηματοοικονομικών Αγορών (The Authorite des Marches Financial AME), δημοσίευση στις 7 Μαϊου 2015 μία «λίστα με οντότητες και διαδικτυακούς χώρους» οι οποίοι λειτουργούσαν χωρίς εξουσιοδότηση ή άδεια από οποιαδήποτε αρμόδια Αρχή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι εναγόμενες 1 και 3 με την ονομασία GAINSY FOREX BROKER COMPANY. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 14, η εναγόμενη 1 είναι υψηλού πιστοληπτικού κινδύνου. Η ενάγουσα παρόλες τις προσπάθειες που κατέβαλε δεν κατάφερε να εξασφαλίσει έγγραφα σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς και τους τελικούς δικαιούχους (ultimate beneficial owners) της εναγόμενης
  2. Εξ' όσων ενημερώθηκε από τους αρμόδιους εκπροσώπους της επίσημης οικονομικής Αρχής των νησιών Αγίου Βερνάρδου και Γρεναδίνου, τα έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή του εγγεγραμμένου πράκτορα της εναγόμενης 1 ή και της εναγόμενης
  3. Η ίδια κατάσταση πραγμάτων ισχύει και για την εναγόμενη
  4. Τα στοιχεία των τελικών δικαιούχων και του ιδιοκτησιακού της καθεστώτος κατέχονται από την εναγόμενη
  5. Μέσω της εναγόμενης 5 τράπεζας, η ενάγουσα κατέθεσε προς όφελος της εναγομένης 1 (σύμφωνα με τις υποδείξεις της τελευταίας) το συνολικό ποσό των 693.985 USD (τούτο έγινε με τμηματικές πληρωμές από τον Οκτώβριο του 2014 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2015) ενώ μέσω της ίδιας τράπεζας, η εναγόμενη 1 κατέθεσε (από την πλατφόρμα, συναλλαγών της) με έμβασμα στον προσωπικό λογαριασμό της Ενάγουσας σε δύο περιπτώσεις (στις 3 Οκτωβρίου 2014 και 23 Σεπτεμβρίου 2014). Το συνολικό ποσό των 298.965,75 USD. Είναι θέση της ομνύουσας πως η Εναγόμενη 5, τράπεζα, συνδέεται στενά με τις Εναγόμενες 1 και 3, στις οποίες παρείχε συνδρομή να εξαπατήσουν την ενάγουσα. Η εξαπάτηση συνίσταται στο γεγονός πως η Εναγόμενη 5 γνώριζε ή και θα έπρεπε να γνωρίζει σαν ασκούσε τον δέοντα έλεγχο και εποπτεία όπως είχε καθήκον να πράξει σύμφωνα με τον νόμο - ότι οι Εναγόμενες 1 και 3 δεν κατείχε άδεια για την παροχή υπηρεσιών μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας σε σχέση με αγοραπωλησία νομισμάτων και/ή συναλλάγματος. Η ομνύουσα διατείνεται επίσης πως η ενάγουσα παρακινήθηκε να συνάψει σύμβαση με την Εναγόμενη 1, ότι βάσει ψευδών δηλώσεων και παραστάσεων της τελευταίας, αναφορικά με την ύπαρξη της εν λόγω άδειας λειτουργίας. Είναι επίσης θέση της όπως οι εναγόμενοι «συμμετείχαν σε ένα σχέδιο με σκοπό να εξαπατήσουν την ενάγουσα» και πως έχουν πλουτίσει αδικαιολόγητα και/ή αθέμιτα σε βάρος της με το ποσό των USD395.012,
  6. Περαιτέρω συνεπεία της «μετακίνησης των χρημάτων σε άλλη άγνωστη τοποθεσία» είναι απαραίτητο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα «παγοποίησης και ισχνηλάτισης». Τέλος η ομνύουσα αναφέρει πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.» Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 Θ.Θ. 1, 4, 5, 6, 11, 12 Δ.48, Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11.12, 13 και Δ.64, Θ.Θ. 1 και 2, στα άρθρα 31, 32 και 48 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα-10 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31(Ι)/1992, στο άρθρο 29, 29
(1), 29
(2)(β)(ζ)(Η) του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι)/97, στο άρθρο 22 του Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, στο άρθρο 7 του Bankers Book Evidence Act 1879, στις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, στις αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal και Bankers Trust v. Shapira, και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν Ένσταση στην Αίτηση (καταχωρήθηκαν δύο ξεχωριστές Ενστάσεις), προβάλλοντας τους ακόλουθους Λόγους. Διατείνονται πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Πως τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία και/ή αρμοδιότητα να εκδικάσουν την υπόθεση και/ή δεν είναι το κατάλληλο βήμα για την εκδίκαση της. Πως η Αίτηση είναι ανεπαρκής, γενική, αόριστη, νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη. Πως η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει οποιανδήποτε αδικοπραξία ή ποινικό αδίκημα συντελεσθέν από τους καθ' ων η αίτηση 1, ή παράβαση οποιασδήποτε συμβατικής υποχρέωσης των εναγομένων 1. Πως η Αίτηση είναι εξαιρετικά καταπιεστική, καθότι η «αιτούμενη αποκάλυψη» είναι ευρύτατη, ζητούνται εξαιρετικά εμπιστευτικά και εμπορικά ευαίσθητα έγγραφα και πληροφορίες και/ή η αποκάλυψη που επιδιώκεται είναι δυσανάλογη προς τους σκοπούς για τους οποίους ζητείται. Πως τα αιτούμενα στην παράγραφο Β της Αίτησης, Διατάγματα, συνιστούν κατ' ουσίαν εκτεταμένης μορφής αποκάλυψη (wide ranging discovery). Πως η Αίτηση συνιστά απόπειρα «ψαρέματος» πληροφοριών εκ μέρους των Αιτητών. Πως η ενάγουσα-αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πως η Αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process). Πως δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal και Bankers Trust v. Shapira. Πως ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Πως η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν καταδεικνύει κίνδυνο απομάκρυνσης και/ή αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων 1 από την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η Ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 θθ.1, 4 - 6, 11, 12, Δ.48 θθ.1 μέχρι 13, Δ.64 θθ.1 και 2, στα άρθρα 31, 32 και 48 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στα άρθρα 1 - 10 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31
(1)/1992, στα άρθρα 29
(1)και 29
(2)(β), (ζ), (η) του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66
(1)/97, στο άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, στο άρθρο 7 του Bankers Book Evidence Act 1879, στις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, στις αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal και Βankers Trust v. Shapira και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Θεόδωρου Τ. Κατσικίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο GIORGOS LANDAS LLC, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Όπως αναφέρει, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και/ή οι διευθυντές των εναγομένων 1 (εταιρεία με έδρα τα νησιά Αγίων Βικεντίου και Γρεναδινών) δεν κατέστη δυνατόν να έρθουν στην Κύπρο ώστε να προβούν οι ίδιοι στην Ένορκη Δήλωση. Ο ενόρκως δηλών αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους Λόγους Ένστασης. Κατά την ακρόαση της Αίτησης η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε της θέσης της. Ο συνήγορος της ενάγουσας-αιτήτριας υπεστήριξε πως η τελευταία καταλογίζει στους εναγόμενους 1 και 3 (συνδέεται στενά με την εναγόμενη 1) πως την εξαπάτησαν (η εναγόμενη 1 της παρουσιάστηκε ως μία καθ' όλα νομότυπη εταιρεία η οποία διέθετε άδεια λειτουργίας και διεξαγωγής εργασιών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών) αφού με ψευδείς παραστάσεις της απέσπασαν το ποσό των USD 395.012.54, το οποίο αρνήθηκαν να της το επιστρέψουν όταν αυτή το ζήτησε, και πως οι εναγόμενοι 1 και 3 ωφελήθηκαν από αυτήν ενώ στους εναγόμενους 2, 4, 5, 6 και 7 καταλογίζει πως με τις ενέργειες τους ως παρόχων εταιρικών υπηρεσιών (corporate service providers) υποβοήθησαν την «διάπραξη και/ή επιτυχία της συνομωσίας μεταξύ των εναγομένων 1 και 3. Βάσει των νομικών αρχών που διέπουν τα διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, οι τελευταίοι οφείλουν, κατέληξε, να αποκαλύψουν τις πληροφορίες που έχουν στα χέρια τους για να βοηθήσουν την ενάγουσα να «ξεσκεπάσει την απάτη και να ιχνηλατήσει την περιουσία της». Ο συνήγορος των εναγομένων 1 και 2 εισηγήθηκε πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Η ενάγουσα τόνισε, παρέλειψε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, ως όφειλε, «οποιοδήποτε έγγραφο και/ή συμφωνία» που να υποστηρίζει την θέση της. Παρέλειψε επίσης να καθορίσει το χρονικό σημείο αλλά και τον τόπο που συνήφθη η κατ' ισχυρισμό συμφωνία. Παρέλειψε επίσης να παρουσιάσει στοιχεία που να δικαιολογούν την ύπαρξη δόλου. Εισηγήθηκε επίσης πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση διαταγμάτων βάσει της αρχής που τέθηκε με την υπόθεση Norwich Pharmacal. Από την προσαχθείσα μαρτυρία, τόνισε, δεν καταδείχθηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε αδικοπραξίας. Δεν διευκρινίστηκε επίσης πως η ενάγουσα προτίθεται να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες και τα έγγραφα που επιζητεί. Είναι η θέση του τέλος πως η ενάγουσα προσπάθησε να προσδώσει στα «Κυπριακά Δικαστήρια δικαιοδοσία την οποία στερούνται αφού από την παρουσιασθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι η υποτιθέμενη αδικαιοπραξία δεν έλαβε χώρα στην Κύπρο αλλά ούτε και η κατ' ισχυρισμό συμφωνία και/ή σύμβαση και/ή συναλλαγή έγινε στην Κύπρο». Περαιτέρω, τονίζει, «ούτε τα διάδικα μέρη είναι και/ή έχουν την έδρα τους στην Κύπρο, πλην των άσχετων προς την υποτιθέμενη αδικοπραξία, όπως διεφάνη, εναγομένων 5 και 6». Συνακόλουθα η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Έχει θεμελιωθεί από παλιά ότι το Δικαστήριο και δεδομένου ότι αυτό έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει κατ΄ επανάληψη τεθεί μέσα από τη νομολογία, σχετικές αποφάσεις δε των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος έχουν υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια πλήρως (δέστε τις επτά προτάσεις του Ralph Gibson L.J. στην Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω). Παρομοίως και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει υποδείξει το θεμελιώδες πρόβλημα που δυνατό να προκύψει από την απόκρυψη γεγονότων, όπως υποδεικνύει η υπόθεση Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ Π.Ε. 10494 ημερ. 27/4/2000, η οποία υιοθέτησε προηγούμενη νομολογία όπως την Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.1998. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal έλαβαν το όνομα τους από την ομώνυμη υπόθεση Νorwich Pharmacal Co. and others v. Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All E.R.943. Στην εν λόγω υπόθεση οι ενάγοντες, επικαλούμενοι παραβίαση πατέντας τους μέσω παράνομων εισαγωγών από άγνωστα σε αυτούς πρόσωπα, κινήθηκαν δικαστικά εναντίον του τελωνείου, το οποίο κατείχε έγγραφα και στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να αποκαλυφθεί η ταυτότητα των παρανομούντων. Πρόθεση των εναγόντων ήταν η λήψη πληροφοριών ως προς τα στοιχεία των προσώπων που παραβίαζαν την πατέντα τους με σκοπό να λάβουν εναντίον τους νομικά μέτρα. Η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων κατέληξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να ζητήσει από τρίτο πρόσωπο, το τελωνείο στην προκειμένη περίπτωση, το οποίο είχε εμπλακεί στη διαφορά, να αποκαλύψει την ταυτότητα του παραβάτη. Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Bankers Trust Co v. Shapira and others
(1980)3 All E.R.355 η οποία έτυχε αναφοράς και αποδοχής στην υπόθεση ΤΒF (CYPRUS) LTD κ.α. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμος Εταιρεία κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ.153. Το θέμα εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και στις υποθέσεις Avila Management Services Limited κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ.1403 και Penderhill Holdings Limited κ.α. ν. Κλουκίνα Π.Ε. 319/11 και 320/11. Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα, ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (
  1. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  2. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος. Τούτων λεχθέντων, επανέρχομαι στις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στην εξέταση των οποίων θα προχωρήσω στη συνέχεια. Η ενάγουσα στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της αξιώνει, μεταξύ άλλων θεραπειών, εναντίον όλων των εναγομένων, την καταβολή του ποσού των US$ 395.012,54 (€360.149,91) ως «αποζημιώσεις για απάτη, δόλο, συνομωσία για διάπραξη απάτης (conspiracy to defraud), εξαπάτησης και/ή καταδολίευσης πιστωτών, συνωμοσία για πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα (unlawful means conspiracy), πρόκληση παράβασης σύμβασης (producing breach of contract), παράνομη επέμβαση (unlawful interference), πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα, δόλια υποβοήθηση για διάπραξη παράβασης καθήκοντος πίστης (dishonest assistance in breach of trust of fiduciary duty)». Από τα προαναφερόμενα, καθίσταται, φανερό ότι το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα περιέχει αναγνωρισμένα από τον Νόμο αγώγιμα δικαιώματα. Ως εκ τούτου ικανοποιούμαι ότι η ενάγουσα έχει αποκαλύψει μία συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση (η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία), και αυτή κατά την κρίση μου ικανοποιείται. Τα όσα η πλευρά της ενάγουσας έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της Αίτησης (με το περιορισμένο βάρος που έχει για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας) είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, κατά την κρίση μου, δεν ικανοποιείται. Όσον αφορά την εν λόγω προϋπόθεση, νομολογιακά έχει λεχθεί πως θα πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το κριτήριο αυτό εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία. Ο κ. Γ. Κωνσταντινίδης, Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής όπως ήταν τότε, στη μελέτη του «Η εξουσία των Δικαστηρίων για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο» που δημοσιεύθηκε στο CORPUS DE JURE CYPRII του Συμβουλίου Νομικών Σπουδών, Τεύχος 1, 1987, αναφέρει στη σελίδα 211, τα εξής: «Η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι αυτοσκοπός, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ύπαρξη κάποιου δικαιώματος που φέρεται να έχει προσβληθεί ή που υπάρχει κίνδυνος να προσβληθεί ή να συνεχίσει να προσβάλλεται. Αλλά και η ύπαρξη δικαιώματος και η ισχυριζόμενη ή επαπειλούμενη προσβολή του, δεν είναι αρκετές για να δικαιολογήσουν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Πρέπει ταυτόχρονα να διαγνώσκεται ότι η έκδοση του είναι όρος συνελεστικός για τη διατήρηση των δυνατοτήτων που υπάρχουν για την απονομή πλήρους δικαιοσύνης στο τέλος. Απαιτείται, δηλαδή, να φαίνεται ότι χωρίς το διάταγμα θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1(Α) Α.Α.Δ.626, η οποία αφορούσε παραβίαση δικαιώματος ευρεσιτεχνίας, κρίθηκε ότι ο ισχυρισμός «αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστώ ανεπανόρθωτη ζημιά», ήταν γενικός και αόριστος. Κρίθηκε επίσης ότι δεν υπήρχε ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση της εναγόμενης ήταν τέτοια που θα είχε ως αποτέλεσμα ο Ενάγων να μην μπορεί να αποζημιωθεί σε περίπτωση που επιτύγχανε στην αγωγή του. Αποτέλεσμα ήταν να απορριφθεί η αίτηση του για προσωρινό διάταγμα. Στην υπό κρίση υπόθεση, η γενική αναφορά εκ μέρους της ενάγουσας πως «αν το Δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση η οποία θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να αποκατασταθεί σε μελλοντικό στάδιο ούτε και η έκδοση του διατάγματος θα προξενήσει στους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση οποιαδήποτε ζημιά» δεν ικανοποιεί την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60). Εκ μέρους της ενάγουσας δεν έχει προβληθεί ισχυρισμός ούτε και έχουν προσκομιστεί στοιχεία που να καταδεικνύουν πως σε περίπτωση που εξασφαλιστεί απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 3, αυτοί δεν θα είναι σε θέση να την ικανοποιήσουν είτε λόγω αφερεγγυότητας είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Θεωρώ επίσης πως η ενάγουσα δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι ενδείκνυται η έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal εναντίον της εναγομένης 2. Δεν έχει καταδειχθεί πως η εναγόμενη 2 έδρασε, ώστε να διευκολύνει την αδικοπραξία σε βάρος της ενάγουσας και ότι αυτή (η εναγόμενη 2) είναι σε θέση να παρέχει τις αναγκαίες πληροφορίες που επιζητεί η ενάγουσα. Πέραν τούτου είναι νομολογιακά γνωστό ότι το Δικαστήριο, κατά κανόνα, δεν εκδίδει διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εναντίον αλλοδαπού προσώπου το οποίο βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας καθότι δεν υπάρχει η δυνατότητα εκτέλεσης του από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας. Στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α., Πολ. Έφεση αρ.54/2012, λέχθηκαν τα εξής: «Τα διατάγματα Norwich Pharmacal εμπίπτουν στη γενικότερη δυνατότητα της παροχής πληροφοριών και αποκάλυψης εγγράφων και στοιχείων. Όπως κάθε διάταγμα αποκάλυψης και παρουσίασης εγγράφων, όπως για παράδειγμα διάταγμα που εκδίδεται κάτω από το Bankers' Books Evidence Act 1879, έτσι και το διάταγμα Norwich Pharmacal χρειάζεται τη συνδρομή των αρμοδίων αρχών, συνήθως των πρωτοκολλητών των Δικαστηρίων, για την εκτέλεση του. Γι' αυτό και το Δικαστήριο δεν εκδίδει κατά κανόνα τέτοιο διάταγμα επί αλλοδαπού ή επί αλλοδαπής τράπεζας που είναι ή μπορεί να είναι μέρος της επί Δικαστηρίω αγωγής και που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας. Ιδιαιτέρως, όταν η επιχείρηση διεξάγεται στο εξωτερικό (Mackinnon v. Donaldson Lufkin & Jenrette Securities Corp. [1896]1 All E.R.653)." Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω πως το μονομερώς εκδοθέν Διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Δια ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.