← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΚΑΛΛΗ ν. ΙΩΑΝΝΗ ΠΑΡΕΑ, Aρ. Αγωγής 615/2014, 27/7/2017

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΚΑΛΛΗ ν. ΙΩΑΝΝΗ ΠΑΡΕΑ, Aρ. Αγωγής 615/2014, 27/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A255 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής 615/2014 ΜΕΤΑΞΥ : ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΚΑΛΛΗ Ενάγουσας και ΙΩΑΝΝΗ ΠΑΡΕΑ Εναγόμενου Ημερομηνία: 27 Ιουλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Αιτητές/ Ενδιαφερόμενο Μέρος: Ο κ. Αλ. Τσιρίδης για Α.Α. Παπαδόπουλος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα/ Καθ' ης η Αίτηση 1: Η κα Ε. Κουζάρη για PCH TSANGARIDES LLC Για Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση 2: Η κα Στ. Αλεξάνδρου για Ευσταθίου Κ. Ευσταθίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση με ημερομηνία 23.02.2017 για προσθήκη της J.N.S.Investments Limited αιτήτριας/ ενδιαφερόμενου μέρους ως Εναγόμενης 2) Η επίδικη διαφορά αφορά αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου, η οποία ισχυρίζεται ότι είναι κτηματομεσίτης, για συμφωνηθείσα προμήθεια πώλησης ακινήτου το οποίο ανήκε στον Εναγόμενο. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω από την αρχή την πορεία της υπόθεσης, εφόσον υπάρχει σχετικός λόγος ένστασης για καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για προσθήκη του Ενδιαφερόμενου Μέρους ως Εναγόμενης 2 και από τους δύο Καθ' ων η Αίτηση ήτοι της Ενάγουσας και του Εναγόμενου. Η αγωγή καταχωρήθηκε την 11.02.2014 και τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν με την καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση την 17.12.

  1. Η αγωγή ορίστηκε στη συνέχεια για Οδηγίες στις 3.03.
  2. Εκείνη την ημέρα δηλώθηκε ότι ενδεχομένως η Ενάγουσα θα άλλαζε δικηγόρο. Πράγματι αυτό έγινε κατά την επόμενη δικάσιμο στις 17.03.2015 όταν η αγωγή είχε οριστεί εκ νέου για οδηγίες οπότε δηλώθηκε η παύση του προηγούμενου δικηγόρου. Στις 20.04.2015 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου για την Ενάγουσα. Στη συνέχεια στις 20.04.2015 δόθηκαν οδηγίες αποκάλυψης και ορίστηκε ξανά η αγωγή για οδηγίες στις 2.07.2015 και ακολούθως στις 22.10.2015 με οδηγίες όπως μέχρι τότε οι δύο πλευρές καταχωρήσουν ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων. Πράγματι, στη συνέχεια συμμορφώθηκαν με την καταχώρηση και από τις δύο πλευρές ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης. Στη συνέχεια ορίστηκε η αγωγή για πρώτη φορά για ακρόαση την 17.03.
  3. Εκείνη την ημερομηνία η ακρόαση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση την 27.09.
  4. Αναβλήθηκε εκ νέου λόγω αιτήματος του δικηγόρου του Εναγόμενου λόγω άλλης υποχρέωσης του σε συνεχιζόμενες ακροάσεις στο Ε.Δ. Λευκωσίας. Ορίστηκε ξανά για ακρόαση την 8.03.2017 οπότε και πάλι ο συνήγορος του Εναγόμενου ζήτησε αναβολή λόγω των Βουλευτικών του υποχρεώσεων. Η αγωγή προγραμματίστηκε ξανά για ακρόαση την 23.11.
  5. Στο μεταξύ, την 23.02.2017 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση από την εταιρεία J.N.S. Investments Ltd ως Ενδιαφερόμενου Μέρους που επιθυμεί να λάβει μέρος στη διαδικασία. Με αυτή αιτείται την προσθήκη της ως Εναγόμενης
  6. Η αίτηση ορίστηκε για πρώτη φορά την 6.04.
  7. Ακολούθησε η καταχώρηση ένστασης τόσο από πλευράς της Ενάγουσας όσο και της Εναγόμενης. Με την αίτηση αυτή η Αιτήτρια επιδιώκει την έκδοση δύο διαταγμάτων: Α. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η συνένωση και/ή προσθήκη της Αιτήτριας / Ενδιαφερόμενου Μέρους, ως Εναγόμενης 2, και Β. Διάταγμα με το οποίο να παρέχεται στην Αιτήτρια/ Ενδιαφερόμενο Μέρος, άδεια για καταχώρηση αίτησης για παραμερισμό και/ή ακύρωση και/ή τροποποίηση του Διατάγματος το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής μονομερώς την 11.02.2014 και το οποίο στη συνέχεια κατέστη απόλυτο στις 12.05.
  8. Η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, το άρθρο 6 παράγραφος Ι της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών που κυρώθηκε με τον Ν. 118/68, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 2,4,5 και 9 στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.9 καν.4,5,10 και 11 και Δ.48 καν. 1,2,3,4,5,7,8

(4)και 9 τη σχετική νομολογία και τις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα υποστηρίζονται σε ένορκη δήλωση του κ. Mohamad Jamal Salam και της κας Εβελίνας Κουδουνάρη της οποίας η ένορκη δήλωση αφορά τη μετάφραση που έκανε της ένορκης δήλωσης του κ. M.J.Salam. Ο κ. κ. M. J. Salam δηλώνει διευθυντής της Αιτήτριας και ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση. Για τα γεγονότα τα οποία δεν γνωρίζει προσωπικά, αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του. Εξηγεί τα γεγονότα που οδήγησαν την Αιτήτρια να υποβάλει την παρούσα Αίτηση ότι δηλαδή η Αιτήτρια είναι η αγοράστρια ενός ακινήτου και η συμφωνία που σύναψε για την αγορά του με ημερομηνία 21.01.2014 με τον εναγόμενο στην αγωγή και Καθ' ου η Αίτηση 1 στην παρούσα, κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Εξιστορεί στη συνέχεια τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης που με την έναρξη της είχε εκδοθεί προσωρινό διάταγμα χωρίς να του κοινοποιηθεί αυτή η διαδικασία, το οποίο στη συνέχεια κατέστη απόλυτο και έτσι το ακίνητο που αγόρασε, λόγω αυτής της δέσμευσης του με το εκδοθέν διάταγμα μη αποξένωσης του από τον Εναγόμενο, δεν μπορεί να μεταβιβαστεί επ΄ονόματι της Αιτήτριας σύμφωνα με τη συμφωνία που σύναψε με τον τελευταίο. Η υπόθεση αυτή ήδη έχει καθυστερήσει την μεταβίβαση του ακινήτου και ενόσω είναι σε ισχύ το εν λόγω διάταγμα δεν μπορεί να μεταβιβαστεί επ΄ονόματι της αγοράστριας - Αιτήτριας. Η Αιτήτρια δεν είχε κληθεί να λάβει μέρος στη μέχρι τώρα διαδικασία. Το εκδοθέν όμως διάταγμα με ημερομηνία 11.02.2014 επηρεάζει και στην ουσία περιορίζει τα δικά της και μόνον δικαιώματα επί του ακινήτου. Ενώ η απαίτηση της Ενάγουσας πηγάζει από την πώληση του ακινήτου στην Αιτήτρια, η ίδια η Ενάγουσα με την έκδοση του ως άνω Διατάγματος εμποδίζει την ολοκλήρωση της μεταβίβασης και την καταβολή του υπόλοιπου του τιμήματος πώλησης. Η Αιτήτρια, ισχυρίζεται, είναι το τρίτο και ανυπαίτιο μέρος που δεν της δόθηκε η ευκαιρία να ακουσθεί στο Δικαστήριο και γι' αυτό με την παρούσα αίτηση, ως το αθώο τρίτο μέρος, θέλει να επέμβει στη διαδικασία και να θέσει τις δικές της θέσεις. Στις παρ. 13,14 και 15 της ένορκης δήλωσης του κ. M.J.Salam εμπεριέχεται η ουσία της αίτησης και γι' αυτό τις παραθέτω αυτούσιες: Παρ. 13: Θέση της Ενάγουσας μέσω των Ενόρκων Δηλώσεων που υποστηρίζουν την Αίτηση, ήταν, ως εμφαίνεται στην Ενδιάμεση Απόφαση, ότι ήταν επείγον να εκδοθεί το Διάταγμα 11.02.2014, γιατί ο Εναγόμενος θα πιεζόταν για να συμμορφωθεί με τα συμφωνηθέντα και ο μόνος τρόπος ήταν με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Παρ. 14: Επίσης και πέραν τούτου, ως φαίνεται στην Ενδιάμεση Απόφαση, ο Εναγόμενος ανέφερε στην ένσταση του ότι είχε ήδη προβεί σε γραπτή συμφωνία πώλησης του ακινήτου, ωστόσο οι διάδικοι δεν εισηγήθηκαν στο Δικαστήριο την επίδοση της Αίτησης 11.02.2014 προς τους Αιτητές και το Δικαστήριο δεν διέταξε την επίδοση της Αίτησης σε αυτούς. Παρ. 15: Συνεπώς και ως εκ των ανωτέρω, το Ενδιάμεσο Διάταγμα επηρεάζει και αφορά περισσότερο τους Αιτητές παρά τον ίδιο τον Εναγόμενο και αποτελεί συνταγματικό τους δικαίωμα να ακουστούν στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας που επηρεάζει τα συμφέροντα τους. Και ο επηρεασμός των δικαιωμάτων των Αιτητών είναι υπέρμετρα εκτεταμένος αφού για μια ισχυριζόμενη οφειλή ύψους €120.000,00 η Ενάγουσα δέσμευσε περιουσία συνολικής αξίας €520,000,00 η οποία ουσιαστικά δεν ανήκει καν στον Εναγόμενο αλλά στους Αιτητές. Πρέπει να δοθεί στους Αιτητές η δυνατότητα να παρέμβουν και να αιτηθούν τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση και/ή τροποποίηση του Διατάγματος 11.02.2014 με ταυτόχρονη πρόταση για μεταβίβαση του ακινήτου και έκδοση διατάγματος παγοποίησης του συγκεκριμένου ποσού χρημάτων επί του τιμήματος πώλησης. Η ένσταση της ενάγουσας βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.6, Δ.9 Θ.8,9 και 10, Δ.39 Θ.2, στη Δ.48 Θ.4, στο άρθρο 26 του Συντάγματος, στον Περί συμβάσεων Νόμο Κεφ.149, επί της διακριτικής ευχέρειας, της συμφυούς εξουσίας, των αρχών του δικαίου της επιείκειας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης που επικαλείται είναι οι ακόλουθοι: «
  1. Η προσθήκη της JNS δεν είναι αναγκαία για να αποφασιστούν πλήρως και αποτελεσματικώς όλα τα εγειρόμενα στην Αγωγή θέματα.
  2. Η Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση.
  3. Η προσθήκη της JNS θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της Αγωγής και θα αυξήσει τα έξοδα που θα επωμιστεί η Ενάγουσα για την ολοκλήρωση της Αγωγής.
  4. Δεν δύναται να εξαναγκασθεί η Ενάγουσα να προωθήσει διαδικασία εναντίον της JNS ούτε έχει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της JNS.
  5. Η JNS δεν επηρεάζεται και/ή δεν επηρεάζεται ευθέως από το αποτέλεσμα της παρούσας Αγωγής.
  6. Δεν επιτρέπεται η προσθήκη Εναγομένου όταν η Ενάγουσα δεν αξιώνει οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της JNS και η Ενάγουσα δεν επιθυμεί την προσθήκη Εναγόμενης. Στην προκειμένη περίπτωση, η οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί στην παρούσα Αγωγή δεν θα δεσμεύει την JNS ακόμη και αν προστεθεί ως Εναγόμενη, αφού οι αξιώσεις της Ενάγουσας δεν αφορούν την JNS.
  7. Δεν συντρέχει καμιά από τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος, δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, ούτε αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα των Αιτητών και οι Αιτητές δεν παρουσίασαν στοιχεία ανεπανόρθωτης ζημιάς.
  8. Η Αίτηση χρησιμοποιείται με αλλότριο σκοπό και/ή απώτερο σκοπό την κατάχρηση της διαδικασίας και την πρόκληση καθυστέρησης στη εκδίκαση της παρούσας Αγωγής.» Σε σχέση με τα γεγονότα της ένστασης γίνεται παραπομπή στο φάκελο της διαδικασίας στο ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στην αγωγή και επιπλέον αναφέρονται τέτοια γεγονότα και στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας της κας Παναγιώτας Καλλή, η οποία υποστηρίζει την ένσταση. Η ενάγουσα κα Π. Καλλή στην ένορκη δήλωση της υποστηρίζει τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Δηλώνει ότι διάβασε την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση και ότι παραδέχεται τους ισχυρισμούς του κ. M. J. Salam που άπτονται της ιδιότητας του και της ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου και τη συμφωνία αγοράς του έναντι του τιμήματος των €520.000,00, την έγερση της αγωγής και της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε μονομερώς την 11.02.2014 το οποίο στη συνέχεια, την 12.05.2015, κατέστη απόλυτο. Αναφέρεται στην επίδικη αγοραπωλησία του ακινήτου και την κατάθεση της σχετικής σύμβασης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και καταλογίζει στην Αιτήτρια αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή του παρόντος αιτήματος της το οποίο εάν ήθελε εγκριθεί θα περιπλέξει περαιτέρω τα ζητήματα που θα απασχολήσουν κατά την εκδίκαση της αγωγής. Παρόμοια ζητήματα προβάλλει στην ένσταση του και ο εναγόμενος δίδοντας και αυτός έμφαση στο αδικαιολόγητο της αίτησης και της καθυστέρησης που υπήρξε στην υποβολή αυτού του αιτήματος. Λεπτομερέστερη αναφορά στους λόγους των ενστάσεων και στο πραγματικό τους υπόβαθρο, δηλαδή τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, θα γίνει κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη επί τη βάση των αγορεύσεων τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση 1 είχαν την καλοσύνη να μου παραδώσουν σε γραπτή και ηλεκτρονική μορφή με τη συνήγορο του Καθ' ου η Αίτηση 2 να υιοθετεί τους λόγους ένστασης του. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι είχαν επίσης την ευκαιρία να προβούν σε κάποιες επισημάνσεις και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου τις οποίες επίσης και λαμβάνω υπόψη. Στις αγορεύσεις τους κάνουν αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης όπως και στη νομική της πτυχή με παραπομπή σε νομολογία. Τις έχω μελετήσει με προσοχή, μου έχουν σταθεί χρήσιμες και τις λαμβάνω υπόψη, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα κάνω ιδιαίτερη αναφορά σε αυτές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία στηρίζεται η αίτηση, προνοεί μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added.. .» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια της Δ.9 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι η O.16 r.
  9. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958, σελ. 345, η έκδοση ή όχι διαταγής για προσθήκη διαδίκου, συμπεριλαμβανομένου του εναγομένου, επαφίεται στη δικαστική διακριτική ευχέρεια και το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία να εκδώσει τέτοια διαταγή όπου το κρίνει αναγκαίο για να επιτύχει την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για προσθήκη διαδίκων, δυνάμει της Διαταγής 9 θεσμός 10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο επιτρέπει την προσθήκη διαδίκου στις περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι ο αιτητής ή το ζητούμενο να προστεθεί πρόσωπο, είναι αναγκαίος διάδικος για την αποτελεσματική και πλήρη επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή οικονομικά συμφέροντα του αιτητή. Στην υπόθεση THE ROYAL BANK OF SCOTLAND N.V.(ΠΡΩΗΝ ABN AMPO BANK N.V.) v. ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ "KALIA"
(2012)1 Α.Α.Δ. 1780, το Δικαστήριο ανέφερε ότι θα πρέπει να εξετάσει το «συμφέρον» που ο αιτητής ισχυρίζεται ότι έχει στην υπόθεση και για να πείσει ένα πρόσωπο ότι έχει συμφέρον, θα πρέπει να δείξει ότι τα συμφέροντα του θα επηρεαστούν άμεσα. Το δεύτερο κριτήριο συνδέεται άμεσα με τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης και δεν μπορεί να καθοριστεί εκ των προτέρων. Το τρίτο κριτήριο έχει σχέση με την αναγκαιότητα του ενδιαφερόμενου σαν διάδικου ώστε να υπάρξει τελεσιδικία. Ως προς το πρώτο κριτήριο, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το «συμφέρον» που ο αιτητής ισχυρίζεται ότι έχει στην υπόθεση. Ένα πρόσωπο για να πείσει ότι έχει συμφέρον, θα πρέπει να δείξει ότι τα συμφέροντα του θα επηρεαστούν άμεσα. Όπως υποδείχθηκε στην Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328, τα συμφέροντα αυτά μπορεί να επηρεάζονται είτε με νομικό τρόπο, είτε με δικονομικό τρόπο. Ο επηρεασμός των συμφερόντων δεν θα πρέπει να είναι απομακρυσμένος. Όσο πιο άμεσο αποδειχθεί ότι είναι το συμφέρον του, τόσο πιο εύκολα θα διαταχθεί η προσθήκη του ενδιαφερόμενου προσώπου. Το δεύτερο κριτήριο συνδέεται άμεσα με τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης και δεν μπορεί να καθοριστεί εκ των προτέρων. Ως προς το τρίτο κριτήριο, ο ίδιος ο Κανονισμός διασυνδέει την αναγκαιότητα για προσθήκη ή παρέμβαση του ενδιαφερόμενου προσώπου, με την ανάγκη για πλήρη και τελειωτική διεκπεραίωση των επίδικων διαφορών. Όπως υποδείχθηκε από την νομολογία η προσθήκη δεν είναι αναγκαία αν ο Αιτητής εγείρει νέα αιτία αγωγής ή όπου η αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου δεν θα αποτύχει ως αποτέλεσμα της μη προσθήκης του νέου διαδίκου, αλλά αντίθετα θα περιπλακεί. Αν όμως η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικώς και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα, και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί, το δικαστήριο μπορεί να πράξει ανάλογα (βλ. Hadjievangelou (No. 1) v. Dorami Marine Ltd a.ο.
(1978)1 C.L.R. 545). Καθοδηγητική υπόθεση στο θέμα αυτό είναι η κλασική υπόθεση Heli-Air ν. Drescher
(1988)1 Α.Α.Δ. 234. Η υπόθεση αυτή υιοθετήθηκε στην υπόθεση ZANKULIYEVA AIGUL AMANZHOLOVNA κ.ά. Αρ. Αγωγής: 2068/10 Ε.Δ. Λεμεσού ημερ 21.02.2011 όπου η κα Τ.Ψαρά - Μιλτιάδου,Π.Ε.Δ (όπως ήταν τότε) ανέφερε: «Είναι σωστό ότι με βάση τη νομολογία σε συνάρτηση με τη Δ.48 και ειδικά τη 48 θ.8
(4)η οποία κρίθηκε πρωταρχικά από την κλασική υπόθεση Heli-Air ν. Drescher
(1988)1 Α.Α.Δ. 234 θα πρέπει οποιοσδήποτε επηρεάζεται από ένα διάταγμα να προβεί σε αίτηση παρέμβασης με σκοπό, όπως αναφέρει η νομολογία, είτε την τροποποίηση του διατάγματος είτε τον παραμερισμό μιας διαδικασίας.» Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία Κυπριακών υποθέσεων. Στην υπόθεση Kiani Kertas vInterorient Nagivation Company Limited κ.ά. (Αρ.1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 300 η οποία αφορούσε αίτηση από συνεναγόμενο για προσθήκη εναγομένου, η γενική αρχή εκφράστηκε ως ακολούθως: «. Η γενική αρχή βέβαια, όπως παρατήρησε ο Wynn-Parry, J., στηνυπόθεση Dollfus Mieg et Companie S.A. v Bank of England [1951] Ch. 33, στη σ.38, παραπέμποντας στο Annual Practice και παραθέτοντας τη σχετική αναφορά, είναι: «Generally in Common Law and Chancery matters a plaintiff who conceives that he has a cause of action against the defendant is entitled to pursue his remedy against that defendant alone. He cannot be compelled to proceed against other persons whom he has no desire to sue» Αν όμως η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικώς και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα, και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί, το δικαστήριο μπορεί να πράξει ανάλογα (ίδε Hadjievangelou (No. 1 ) v. Dorami Marine Ltd α.ο
(1978)1 C.L.R. 545). Σίγουρα, έχοντας υπ' όψη τη γενική αρχή, η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ανάλογη προσοχή.» Η υπόθεση Manchester Lines Ltd and another v Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 C.L.R. 178, στην οποία γίνεται αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση, προσφέρει επίσης μια διαφωτιστική και ολοκληρωμένη ανάλυση του όλου θέματος: «In the case of Artemis v The ship "Sonja"
(1972)1 C.L.R. p.153 I had the opportunity to deal extensively with the aforesaid Orders regarding the addition of a defendant and the principles applicable thereto. I pointed out that rule 30 corresponds in all material respects to Order 9, rule 10 of our Civil Procedure Rules . it is sufficient for the determination of this application to say that under this rule the Court retains a discretionary power to refuse the order and may elect to deal with the matter as regards the rights of the party before it; also that the powers given by it are wisely exercised, but if serious embarrassment would be caused to the plaintiff the order may be refused, though generally speaking, the Court will make such changes in respect of parties as may be necessary to enable an effectual adjudication to be made concerning all matters in dispute. Leave, however, may be refused where the addition of a defendant will have the effect of adding a new cause of action (See Raleigh v Goschen
(1898)1 Ch.81). Also the words "cause or matter" to be found in the English and Civil Procedure Rules and which correspond to the word "action" in rule 30, have been interpreted as meaning the action as it stands between the existing parties (see Amon v Raphael Tuck and Sons Ltd.,
(1956)1 Q.B.; The Result
(1958)P. 174 at p.184). Furthermore the Court has no jurisdiction under this rule to order third parties to be added as defendants where the cause or matter is not liable to be defeated by the nonjoinder, where the third parties were not persons who ought to have been sued in the first instance and where the third parties were not persons whose presence as defendants was necessary to enable the Court effectually to adjudicate on all the questions involved. (See Miquel Sanchez and Compania S.L. v The Result
(1958)P. 174.» Είναι η εισήγηση των Καθ' ων η Αίτηση ότι στην παρούσα υπόθεση η προσθήκη της Αιτήτριας στην παρούσα διαδικασία όχι μόνο δεν είναι αναγκαία για να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα αλλά αντιθέτως θα προκληθεί αχρείαστη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης αφού τυχόν έγκριση του αιτήματος θα μεταβάλει την βάση της Αγωγής και/ή θα προσθέσει νέα βάση Αγωγής όπου θα χρειαστεί να γίνουν τροποποιήσεις, πράγμα δικονομικά ανεπίτρεπτο όπως αποφασίστηκε ανωτέρω στην υπόθεση Manchester Lines. ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΑΝΑΛΥΣΗ: Ο πρώτος λόγος ένστασης που αφορά την αναγκαιότητα ή μη της προσθήκης των Αιτητών ως διαδίκων. Σύμφωνα με τη νομολογία μας επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία αποφασίζεται με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά μιας υπόθεσης. Στην υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772 λέχθηκε ότι «αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος». Χρήσιμη αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Σοφιανού v. Minas Makris Developers Ltd κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1668. Στην απόφαση του στην αγωγή Αρ. Αγωγής 588/14 του Ε.Δ. Λεμεσού μεταξύ Gerd Jakob ν. Ivan Ivanovich Mazur ο κ. Λ. Καλογήρου Π.Ε.Δ. τονίζει αναφορικά με το ως άνω θέμα ότι η παρέμβαση και/ή προσθήκη εναγομένου είναι επιβεβλημένη, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία, επομένως τότε οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται (βλ. μεταξύ άλλων Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772, Korkut ή Perihan v. Γεωργίου κ.ά
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1213). Η πεμπτουσία της παρέμβασης ή όχι έχει τονιστεί και αναλυθεί με απλά λόγια στην υπόθεση Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ v. Μηνά
(2003)1 ΑΑΔ 1818, στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328 όπου λέχθηκε πως «όπου δύο μέρη αντιδικούν σε μια αγωγή και η επίλυση της αντιδικίας θα επηρεάσει άμεσα τα νόμιμα δικαιώματα ή την τζέπη ενός τρίτου προσώπου υπό την έννοια ότι θα υποχρεωθεί να πληρώσει τον λογαριασμό, τότε το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να του επιτρέψει να προστεθεί ως διάδικος υπό τέτοιους όρους ως θεωρεί κατάλληλους. Πράττοντας ούτω το δικαστήριο επιτυγχάνει τους σκοπούς του Κανόνα. Καθιστά δυνατό για όλα τα επίδικα θέματα να ¨αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως¨ ανάμεσα σε όλους εκείνους που ενδιαφέρονται άμεσα για το αποτέλεσμα.» Όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω η νομολογία από τις υποθέσεις Heli-Air ν. Drescher
(1988)1 Α.Α.Δ.
  1. και ZANKULIYEVA AIGUL AMANZHOLOVNA κ. ά. (πιο πάνω) καθίσταται προφανές ότι η παρούσα αίτηση είναι η πρέπουσα για να μπορέσει ο Αιτητής να ακουστεί στην υπόθεση που τον αφορά αφού είναι η δική του γη την οποία έχει νομίμως αγοράσει που έχει παγοποιηθεί. Στην παρούσα υπόθεση η Αιτήτρια δικαιούται σε εγγραφή ως η αγοράστρια του ακινήτου το οποίο αγόρασε και το οποίο έχει δεσμευτεί από πλευράς Ενάγουσας επηρεάζοντας και περιορίζοντας κατάφωρα τα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα. Άρα με βάσει τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία μας είναι αναγκαία η προσθήκη της ως Εναγόμενης
  2. Σε σχέση με τον δεύτερο λόγο ένστασης έχει επεξηγηθεί πλήρως από την Αιτήτρια ο λόγος της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης, εφόσον, όπως εξηγεί, κατέβαλε προσπάθειες να διευκρινίσει τι γίνεται με την αγωγή αυτή στην οποία και οι δύο διάδικοι προέβησαν σε αλλαγή δικηγόρων, με αποτέλεσμα να είναι πολύ δύσκολο να πληροφορηθεί και να δει σε ποιο στάδιο βρίσκεται και τι έχει συμβεί τελικά με την εν λόγω αγωγή. Έτσι αναγκάστηκε να ζητήσει τη συνδρομή δικηγόρων για να μπορέσει να μάθει τελικά τι είχε γίνει με την εν λόγω αγωγή. Επομένως δίδεται εξήγηση για την όποια καθυστέρηση η οποία και κρίνεται δικαιολογημένη. Επομένως ούτε ο δεύτερος λόγος ένστασης έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτεται. Ο τρίτος και όγδοος λόγος ένστασης δεν μπορούν να ευσταθούν εφόσον είναι η Αιτήτρια που επιθυμεί διακαώς να προχωρήσει η μεταβίβαση του δεσμευμένου ακινήτου στο όνομα της για να ολοκληρωθεί η αγοραπωλησία. Η Αιτήτρια δήλωνε πάντοτε ετοιμότητα να πληρώσει το τίμημα πώλησης του ακινήτου για να προχωρήσει η μεταβίβαση. Το Διάταγμα με ημερομηνία 11.02.2014 επηρεάζει και περιορίζει τα δικαιώματα της επί του ακινήτου. Ενώ η απαίτηση της Ενάγουσας πηγάζει από την πώληση του ακινήτου στην Αιτήτρια, η ίδια η Ενάγουσα με την έκδοση του Διατάγματος την 11.02.2014 εμποδίζει την ολοκλήρωση της μεταβίβασης και την καταβολή του υπολοίπου του τιμήματος πώλησης, άρα αυτή είναι που καθυστερεί τη διαδικασία και όχι η Αιτήτρια. Η Αιτήτρια είναι το τρίτο και ανυπαίτιο μέρος που δεν του δόθηκε η ευκαιρία να ακουστεί στο Δικαστήριο και γι αυτό με την παρούσα αίτηση, ως το αθώο τρίτο μέρος, θέλει να επέμβει στη διαδικασία και να θέσει τις δικές της θέσεις. Ο πέμπτος λόγος ένστασης δεν μπορεί να ευσταθεί καθότι η ίδια η αξίωση της Ενάγουσας προκύπτει από το πωλητήριο έγγραφο μεταξύ Εναγόμενου και της Αιτήτριας. Θέση της Ενάγουσας μέσω των Ενόρκων Δηλώσεων που υποστήριζαν την αίτηση της για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, ήταν, ως εμφαίνεται στην Ενδιάμεση Απόφαση, ότι ήταν επείγον να εκδοθεί το Διάταγμα της 11ης 02.2014, γιατί ο Εναγόμενος θα πιεζόταν για να συμμορφωθεί με τα συμφωνηθέντα και ο μόνος τρόπος ήταν με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Όπως δε φαίνεται στην Ενδιάμεση Απόφαση, ο Εναγόμενος ανέφερε στην ένσταση του ότι είχε ήδη προβεί σε γραπτή συμφωνία πώλησης του ακινήτου ωστόσο οι διάδικοι δεν εισηγήθηκαν στο Δικαστήριο την επίδοση της Αίτησης για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος της 11ης 02.2014 προς την Αιτήτρια και το Δικαστήριο δεν διέταξε την επίδοση της αίτησης σε αυτή. Είναι φανερόν από τα πιο πάνω ότι το Ενδιάμεσο Απαγορευτικό Διάταγμα επηρεάζει τα συμφέροντα της Αιτήτριας και την αφορά αυτή περισσότερο παρά τον ίδιο τον Εναγόμενο και αποτελεί συνταγματικό της δικαίωμα να ακουστεί στα πλαίσια αυτής της δικαστικής διαδικασίας. Και ο επηρεασμός των δικαιωμάτων της Αιτήτριας είναι υπέρμετρα υπέρτερος αυτού της Ενάγουσας αφού για μια ισχυριζόμενη οφειλή ύψους €120.000,00 η Ενάγουσα δέσμευσε ακίνητο συνολικής αξίας €520.000,00, το οποίο ουσιαστικά δεν ανήκει καν στον Εναγόμενο αλλά στην Αιτήτρια η οποία το αγόρασε και ενδιαφέρεται να ολοκληρωθεί η πράξη. Δεν μπορεί να παραμένει δέσμια της απόφασης των υφιστάμενων διαδίκων για το πως αυτοί θα προωθήσουν την υπόθεση τους. Σε σχέση με τον έκτο λόγο ένστασης, ότι η αξίωση της Ενάγουσας δεν αφορά την Αιτήτρια οπόταν δεν θα πρέπει να επιτραπεί να προστεθεί ως διάδικος, η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση 1 διατείνεται ότι η Αιτήτρια επιζητεί την μεταβίβαση του ακινήτου με βάση την συμφωνία με ημερομηνία 21.01.2014 επ' ονόματι της, γεγονός που δεν έχει σχέση με την παρούσα αγωγή και δεν μπορεί να αποφασιστεί τα πλαίσια αυτής της Αγωγής για να δικαιούται να παρέμβει στη διαδικασία. Περαιτέρω, είναι αμφίβολο αν ο Εναγόμενος προτίθεται να πράξει οποτεδήποτε κάτι τέτοιο, καθότι έχει ένσταση στην παρέμβαση της Αιτήτριας στη διαδικασία, γεγονός που δείχνει ότι δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο. Άρα η οποιαδήποτε παρέμβαση της Αιτήτριας δεν είναι αναγκαία για να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα στην παρούσα αλλά αντιθέτως θα περιπλέξει την διαδικασία και θα προκαλέσει αχρείαστη καθυστέρηση. Έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω ποια είναι η απαίτηση της Αιτήτριας και δεν χρειάζεται να επαναληφθεί. Η προσπάθεια της Αιτήτριας να προστεθεί ως διάδικος στην παρούσα διαδικασία, έχει ως απώτερο στόχο, όπως ξεκάθαρα τοποθετήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της κ. Αλ. Τσιρίδης να καταχωρήσει αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 11.02.2014 και να επέλθει διευθέτηση με την μεταβίβαση του ακινήτου στην αγοράστρια και την καταβολή από αυτήν με όποιον τρόπο ήθελε διατάξει το Δικαστήριο προς διασφάλιση των δικαιωμάτων των διαδίκων του υπόλοιπου του τιμήματος. Από την άλλη η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση προβάλλεται ότι από την Αίτηση της Αιτήτριας αυτή δεν προτίθεται να εγείρει οποιαδήποτε ανταπαίτηση κατά των Καθ' ων η αίτηση, επομένως αποτελεί καταχρηστικό διάβημα το οποίο θα περιπλέξει τη δικαστική διαδικασία. Συνεπακόλουθα, ελλείπει κατά την εισήγηση τους το στοιχείο του συμφέροντος. Ούτε η παρουσία της σήμερα στη διαδικασία έχει αποδειχθεί ότι είναι αναγκαία για να μπορέσει το δικαστήριο να εκδικάσει τα επίδικα θέματα που αναφύονται από την αγωγή εναντίον του Εναγόμενου. Παράλληλα δεν τίθεται θέμα ότι η υπεράσπιση του Εναγόμενου θα επηρεαστεί από τη μη προσθήκη της Αιτήτριας, είτε ως διαδίκου ή ως παρεμβαίνουσας. Η συμβατική και νομική σχέση της Ενάγουσας είναι αποκλειστικά με τον εναγόμενο και επομένως η Αιτήτρια δεν δύναται να παρέμβει στη διαδικασία. Η ενάγουσα πρόσθετα δεν έχει αναγνωρίσει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Αιτήτριας αλλά ούτε προκύπτει από τη δικογραφία. Επίσης η Αιτήτρια δεν θα δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της αγωγής και ούτε θα κληθεί να πληρώσει αποζημιώσεις. Παρόμοια ισχυρίζεται και η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση
  3. Τα γεγονότα όμως της υπόθεσης σε συσχετισμό με την νομολογία επί του θέματος με οδηγούν, με όλο τον σεβασμό, στο να διαφωνήσω με τις πιο πάνω θέσεις των υφιστάμενων διαδίκων (ενάγουσας και εναγόμενου). Εκδόθηκε ένα διάταγμα το οποίο δεσμεύει το ακίνητο το οποίο αγόρασε η Αιτήτρια - το ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Η διαδικασία της αγωγής διεξάγεται μεταξύ της φερόμενης ως κτηματομεσίτριας, η οποία διεκδικεί την προμήθεια της από τον εναγόμενο - πωλητή. Δεσμεύτηκε όμως το ακίνητο που ήταν το αντικείμενο της συμφωνίας αυτής και το οποίο αγόρασε το Ενδιαφερόμενο Μέρος χωρίς να ενημερωθεί προς τούτο το Ενδιαφερόμενο Μέρος το οποίο έχει κάθε συμφέρον όπως παρέμβει στη διαδικασία και κινήσει όποιες διαδικασίες του επιτρέπει η δικονομία προς διεκδίκηση των νομίμων συμφερόντων του. Κρίνω επομένως στη βάση των πιο πάνω ότι οι πιο πάνω αιτιάσεις που έχουν προβληθεί και από τους δύο Καθ' ων η Αίτηση είναι ανεδαφικές καθότι η ίδια η αξίωση της Ενάγουσας προκύπτει από το πωλητήριο έγγραφο η υλοποίηση του οποίου ενδιαφέρει πρωτίστως το Ενδιαφερόμενο Μέρος. Προκύπτει δε εδώ το ερώτημα εάν η Αιτήτρια ήθελε αποφασίσει να τερματίσει τη συμφωνία πώλησης λόγω καθυστέρησης στην μεταβίβαση του ακινήτου, ποιο θα είναι πλέον το αντικείμενο της αγωγής. Άρα η προσθήκη της Αιτήτριας ως Εναγομένων 2 είναι επιβεβλημένη. Ο λόγος ένστασης υπ' αριθμό 7 είναι άσχετος με τα επίδικα θέματα αφού οι Αιτητές δεν επιζητούν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.. Παρόμοια αντικρίζονται και οι ουσιαστικά όμοιοι λόγοι ένστασης που προβάλλει η πλευρά του Εναγόμενου. Κρίνω, ενόψει των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω αναλύοντας τους λόγους ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι ούτε και αυτοί έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και ως εκ τούτου απορρίπτονται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι θα ήταν άδικο για την Αιτήτρια να της αποστερηθεί το δικαίωμα, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, να παρέμβει για να δυνηθεί να ασκήσει τα εκ του νόμου απορρέοντα δικαιώματα της που ερείδονται επί της συμφωνίας που υπέγραψε με τον εναγόμενο για αυτό και εκδίδονται διατάγματα ως τα αιτητικά Α και Β της Αίτησης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Εναγόμενης/ Καθ' ης η Αίτηση 1 και του Εναγόμενου\ Καθ' ου η Αίτηση 2 (θα τα επιβαρυνθούν εξίσου από ½ ο καθένας τους), όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπογρ.)........... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.