← Κύπρος

GEOMA GROWERS LIMITED ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 4997/14, 6/7/2017

GEOMA GROWERS LIMITED ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 4997/14, 6/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A230 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4997/14 Μεταξύ: GEOMA GROWERS LIMITED, από την Λάρνακα Εναγόντων και ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, από την Λεμεσό Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗMΕΡ. 25/6/2015 Αρ. Αγωγής: 4997/14 Μεταξύ: GEOMA GROWERS LIMITED, από την Λάρνακα Εναγόντων και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, από την Λεμεσό Εναγομένων ------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 01.12.2016 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 06.07.2017 Για τους Ενάγοντες-Αιτητές : κα Α. Μαλακουνίδου Για τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση: κα Παναγιώτου για Αργεντούλλα Ιωάννου ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση κα Καρακατσάνη) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 27.11.2014 εναντίον της εναγόμενης εταιρείας με αξίωση. Στις 15/07/2015 καταχωρήθηκε τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα κατόπιν άδειας και διατάγματος του Δικαστηρίου δια του οποίου οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων ποσό εκ €20.336= ως υπόλοιπο δυνάμει κατάστασης λογαριασμού και/ή τιμολογίων πλέον τόκους επί εκάστου τιμολογίου και/ή νόμιμου τόκους, πλέον έξοδα και Φ.Π.Α. Η Τροποποιημένη Υπεράσπιση των εναγόμενων καταχωρήθηκε στις 23.09.2015. Η ενάγουσα στις 25.11.2015 καταχώρησε την πρώτη, ως θα αναφέρεται απ' εδώ και στο εξής, αίτηση για διαγραφή της Υπεράσπισης η οποία και εγκρίθηκε με απόφαση του τότε Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.05.2016. Με βάση την εν λόγω απόφαση δόθηκε δυνατότητα στην εναγόμενη να καταχωρήσει νέα Υπεράσπιση η οποία χαρακτηρίζεται από το Δικαστήριο ως πραγματική και αληθινή Υπεράσπιση. Συμμορφούμενοι με τις οδηγίες του Δικαστηρίου οι εναγόμενοι καταχώρησαν την δεύτερη Υπεράσπιση τους στις 26.09.2016 της οποίας ακολούθησε η καταχώρηση δεύτερης αίτησης ημερομηνίας 01.12.2016, της υπό κρίση αίτησης, για διαγραφή και/ή παραμερισμό της Υπεράσπισης στο σύνολό της και διαζευκτικά άνευ βλάβης του πρώτου αιτήματος μέρους αυτής της Υπεράσπισης και συγκεκριμένα των παραγράφων 4 και 9. Συγκεκριμένα με την αίτηση τους οι ενάγοντες - αιτητές εξαιτούνται τα ακόλουθα: 1. Την διαγραφή και/ή παραμερισμό της Υπεράσπισης των Εναγομένων εις την ολότητα της επειδή δεν αποκαλύπτει οποιανδήποτε πραγματική υπεράσπιση και/ή αποτελεί ψευδή υπεράσπιση (sham defence) και/ή έχει ως μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας και/ή η εν λόγω Υπεράσπιση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process) και/ή η εν λόγω Υπεράσπιση είναι μηδαμινή και/ή ενοχλητική (frivolous and/or vexatious) και/ή δεν διαφέρει καθόλου και/ή ουσιαστικά από την προηγούμενη Υπεράσπιση των Εναγομένων που διαγράφηκε μετά από ακρόαση Αίτησης για Διαγραφή ημερομηνίας 25/11/2015 για τον λόγο ότι αποδείχθηκε ψεύτικη και εικονική και/ή δεν πληρεί τον όρο που έθεσε το Σεβαστό Δικαστήριο στην τελευταία σελίδα της απόφασης του για διαγραφή, δηλαδή ότι οποιαδήποτε καινούργια Υπεράσπιση πρέπει να είναι στοιχειοθετημένη με στοιχεία που συνιστούν πραγματική/αληθινή υπεράσπιση και/ή οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν ισχυρισμούς οι οποίοι ήδη αποδείχθηκαν ψεύτικοι στην εν λόγω προηγούμενη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ωσάν οι Εναγόμενοι να μην έλαβαν υπόψη την προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου. 2. Διαζευκτικά και άνευ βλάβης των πιο πάνω: Την διαγραφή και/ή παραμερισμό της Υπεράσπισης των Εναγομένων εις την ολότητα της αφού δεν αποκαλύπτει ικανοποιητική και/ή εύλογη υπεράσπιση σε εκκαθαρισμένη απαίτηση χρημάτων (liquidated demand in money) και/ή αποτελείται από γενικές και αόριστες αρνήσεις και/ή πρόκειται περί αντινομικού δικογράφου που αντίκειται στις διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα τις διατάξεις που αφορούν την σύνταξη δικογράφων 3. Διαζευκτικά και άνευ βλάβης των πιο πάνω: Α) Την διαγραφή της παραγράφου 4 της Υπεράσπισης για τον λόγο ότι αποτελείται από αντιφατικές δηλώσεις οι οποίες αναιρούν η μια την άλλη και/ή προκαλούν αμηχανία και/ή σύγχυση και/ή θέτουν τους Ενάγοντες-Αιτητές σε δυσμενή και/ή μειονεκτική θέση, αφού τους εμποδίζουν από το να κατανοήσουν επακριβώς την θέση των Εναγομένων ώστε να είναι εις θέση να απαντήσουν και/ή να καταχωρήσουν Απάντηση στην Υπεράσπιση. Β) Την διαγραφή της παραγράφου 9 της Υπεράσπισης για τον λόγον ότι αποτελείται από γενικές και αόριστες αρνήσεις και/ή αποτελείται από αντιφατικές δηλώσεις οι οποίες αναιρούν η μια την άλλη και/ή προκαλούν αμηχανία και/ή σύγχυση και/ή θέτουν τους Ενάγοντες-Αιτητές σε δυσμενή και/ή μειονεκτική θέση, αφού τους εμποδίζουν από το να κατανοήσουν επακριβώς την θέση των Εναγομένων ώστε να είναι εις θέση να απαντήσουν και/ή να καταχωρήσουν Απάντηση στην Υπεράσπιση. Γ) Την διαγραφή οποιουδήποτε άλλου σημείου και/ή οποιασδήποτε άλλης παραγράφου της Υπεράσπισης το οποίο και/ή της οποίας το περιεχόμενο θα κριθεί εύλογα και δίκαια από το Δικαστήριο ότι πρέπει, υπό τις περιστάσεις, να διαγραφεί. 4. Τα έξοδα της παρούσας. Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19 Θ. 4, 11, 15, 16 και 26, Δ.27 Θ. 1, 2, 3, Δ.21 Θ. 2, και Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 8 και 9(
  2. j)και (ο), και στην Γενική και Σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Περαιτέρω η αίτηση βασίζεται σε γεγονότα ως αυτά καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση του Γιώργου Μαλακουνίδη, διευθυντή της Ενάγουσας εταιρείας. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα κατά ή περί τις αρχές του Μαρτίου του 2014, προτού δηλαδή καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή, επισκέφθηκε τα γραφεία των Εναγομένων και είχε κατ' ιδίαν συνάντηση με τον Εμπορικό Διευθυντή των Εναγομένων, κύριο Κώστα Κωνσταντίνου στην προσπάθεια του να εισπράξει το ποσό των Ευρώ 20.336 πλέον τόκους που χρωστούν οι Εναγομένοι στους Ενάγοντες. Κατά την εν λόγω συνάντηση, η οποία έγινε σε καλό και φιλικό κλίμα, ο κύριος Κώστας Κωνσταντίνου, παραδεχόμενος τις οφειλές προς τους Ενάγοντες τον διαβεβαίωσε ότι το ποσό το οποίο οφειλόταν θα πληρωνόταν, με κάποια όμως καθυστέρηση επειδή οι Εναγόμενοι αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες. Μετά από την πιο πάνω αναφερομένη συνάντηση, κατά ή περί τις 24/3/2014, έλαβε μέσω φαξ που εστάλη στα γραφεία των Εναγόντων, επιστολή υπογραμμένη από τον Διευθυντή Παύλο Αριστείδου εκ μέρους των Εναγομένων, στην οποία επιστολή οι Εναγόμενοι μεταξύ άλλων, παραδέχονται και γραπτώς τις οφειλές προς τους Ενάγοντες και διαβεβαιώνουν ότι το οφειλόμενο προς αυτούς ποσό θα πληρωθεί και μάλιστα ότι οι Εναγόμενοι ετοίμαζαν πρόγραμμα πληρωμών και ότι θα ξεκινούσε η αποπληρωμή των οφειλομένων στους Ενάγοντες ποσών μέσα στον Νοέμβριο του 2014. Στην επιστολή οι Εναγόμενοι παρακαλούν θερμά για συμπαράσταση και υπομονή από τους Ενάγοντες. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάπτει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α. Στις 9/4/2014 οι Ενάγοντες έστειλαν στους Εναγομένους απαντητική επιστολή μέσω των δικηγόρων τους κάνοντας τους αντιπρόταση να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό προς την Ενάγουσα εταιρεία σε 4 μηνιαίες δόσεις μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2014. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β. Δεν πήραν κάποιαν απάντηση, και έστειλαν την τελευταία ειδοποίηση στους Εναγομένους στις 5/5/2014 ενημερώνοντας τους ότι θα προχωρούσαν δικαστικώς για την είσπραξη του οφειλομένου ποσού. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάφθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ. Παρόλο ότι εστάλησαν οι ως άνω επιστολές, και λαμβάνοντας υπόψη αφ' ενός μεν το κόστος χρόνου και χρήματος μιας δικαστικής διαδικασίας και αφ' ετέρου δε την οικονομική κρίση που περνούσε ο τόπος μας, πήραν τελικά την απόφαση, ως εταιρεία, να δώσουν την ευκαιρία στους Εναγομένους να τηρήσουν αυτά που διαβεβαίωσαν στην επιστολή τους, να ξεκινήσουν την αποπληρωμή του οφειλομένου ποσού τον Νοέμβριο 2014. Οι Εναγόμενοι δεν έκαναν οποιανδήποτε κίνηση για να ξεκινήσει η αποπληρωμή των οφειλομένων ποσών προς τους Ενάγοντες όπως είχαν υποσχεθεί γραπτώς, και γι' αυτό λήφθηκε η απόφαση από τους Ενάγοντες να κινηθεί η παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγομένων. Κατά ή περί την 23/9/2015 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την τροποποιημένη Υπεράσπιση τους στην παρούσα υπόθεση, η οποία κοινοποιήθηκε στα γραφεία των Εναγόντων από τους Δικηγόρους τους. Όταν την διάβασε, έμεινα έκπληκτος από τους ισχυρισμούς και αρνήσεις των Εναγομένων. Ολόκληρο το περιεχόμενο του δικογράφου αυτού, δεν έχει καμίαν σχέση με την πραγματικότητα. Αντιλήφθηκε ότι πρέπει να καταχωρήθηκε η εν λόγω Υπεράσπιση με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας, γι' αυτό αποφάσισε να επισκεφθεί ξανά τα γραφεία των Εναγομένων για να μιλήσει με τους υπεύθυνους εκεί με σκοπό να τους παρακαλέσει να μην καθυστερήσουν την διαδικασία με αυτό τον τρόπο και να εξετάσει το κατά πόσο υπήρχε περιθώριο να γίνει κάποιαν συμφωνία για να δεχθούν άμεσα απόφαση στην παρούσα αγωγή. Στην εν λόγω καινούργια συνάντηση κατά ή περί τα μέσα Οκτωβρίου του 2015 στο γραφείο του εσωτερικού λογιστή των Εναγόμενων κυρίου Ευγένιου Παύλου, μίλησαν για την παρούσα αγωγή, και πάλι σε καλό και φιλικό κλίμα. Ο κύριος Ευγένιος παραδέχτηκε ότι η Υπεράσπιση των Εναγόμενων καταχωρήθηκε με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας αφού δεν είχαν οι Εναγόμενοι ρευστό αυτή την στιγμή να πληρώσουν το οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες ποσό. Του πρότεινε να τους προσφέρει κάποιαν έκπτωση στο οφειλόμενο ποσό με αντάλλαγμα την άμεση πληρωμή, επειδή ήταν άδικο για την Ενάγουσα να υποβληθεί χωρίς πραγματικό λόγο σε μια μακρόχρονη δικαστική διαδικασία και η απάντηση που έλαβε ήταν ότι ακόμα και με έκπτωση δεν ήταν εις θέση οι Εναγόμενοι να πληρώσουν οποιονδήποτε ποσό στην δεδομένη χρονική στιγμή. Καταχωρήθηκε Αίτηση για Διαγραφή της Υπεράσπισης την 25/11/2015 και το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω Υπεράσπιση των Εναγόμενων ήταν εικονική/ψεύτικη (sham defence) και καταχωρήθηκε με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει την διαδικασία, αποτελούσε κατάχρηση διαδικασίας και διέταξε την διαγραφή της Υπεράσπισης, δίδοντας στους Εναγόμενους χρόνο 14 ημερών για να καταχωρήσουν μια πραγματική/αληθινή Υπεράσπιση. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να καταχωρήσουν Υπεράσπιση εντός της πιο πάνω προθεσμίας, και γι' αυτό καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση την 10/6/2016. Η αίτηση αυτή ορίστηκε ενώπιων του Δικαστηρίου την 20/9/2016. Μέχρι εκείνη την ημέρα οι Εναγόμενοι δεν είχαν καταχωρήσει την νέα Υπεράσπιση τους και ζήτησαν παράταση από το Δικαστήριο για τον λόγω ότι ο/η δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση είχε αποχωρήσει από το γραφείο. Το Δικαστήριο εν όψει της αναφερόμενης δικαιολογίας έδωσε παράταση μέχρι την 26/9/2016. Διαβάζοντας την υπεράσπιση έμεινε έκπληκτος ότι καταχώρησαν νέα υπεράσπιση και μου έκαναν ξανά μεγάλη εντύπωση οι ίδιοι ψεύτικοι ισχυρισμοί και αρνήσεις των Εναγόμενων, που αυτή την φορά χρησιμοποιούσαν διαφορετικά λόγια χωρίς να λαμβάνουν καθόλου υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου που διέγραψε την πρώτη Υπεράσπιση. Η νέα υπεράσπιση ουδόλως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, και είναι μια κατασκευασμένη υπεράσπιση που έχει καταχωρηθεί με μη ειλικρινείς προθέσεις και κακή τη πίστη. Αυτό αποκαλύπτεται και αποδεικνύεται από την επιστολή που περιγράφεται πιο πάνω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α, η οποία είναι γραμμένη σε επιστολόχαρτο των Εναγόμενων και υπογεγραμμένη εκ μέρους των Εναγόμενων υπό του Διευθυντού αυτών, και στην οποία οι Εναγόμενοι παραδέχονται γραπτώς γεγονότα τα οποία οι ίδιοι μεταγενέστερα αρνούνται στην Nέαν Υπεράσπιση τους, και ειδικότερα: (α) στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α οι Εναγόμενοι παραδέχονται την ύπαρξη οφειλομένου ποσού προς τους Ενάγοντες, και ότι το ποσό αυτό είναι καθυστερημένο, όμως στην παράγραφο 9 της Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι αρνούνται την ύπαρξη οποιουδήποτε υπολοίπου και ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν κανένα ποσό, (β) το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α δεν περιέχει καμίαν διαμαρτυρία για το ποσό του υπόλοιπου του λογαριασμού των Εναγόμενων, αντιθέτως περιέχει ευχαριστίες των Εναγόμενων προς τους Ενάγοντες για την υπομονή και κατανόηση τους αναφορικά με την καθυστέρηση των πληρωμών. Στην παράγραφο 9 της Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι όμως ισχυρίζονται ότι είχαν διαμαρτυρηθεί για αδικαιολόγητη χρέωση και/ή ότι απέρριψαν και/ή δεν αποδέχθηκαν αυτή και/ή ότι ή χρέωση ήταν υπερβολική, και (γ) στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α οι Εναγόμενοι μπαίνουν σε λεπτομέρεια στα μέτρα που θα πάρουν για να μπορέσουν να είναι σε θέση να αποπληρώσουν της υποχρεώσεις τους προς τους Ενάγοντες, παρουσιάζοντας στους Ενάγοντες, με τα δικά τους λόγια, μια θετική προοπτική είσπραξης των οφειλών των Εναγομένων, λόγια τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με τα λόγια, το ύφος και το πνεύμα της Υπεράσπισης. Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α παρουσιάστηκε και κατά την ακρόαση της πρώτης αίτησης για διαγραφή, δεν αμφισβητήθηκε, όπως και δεν αμφισβητήθηκε η ένορκη δήλωση μου που συνόδευε την εν λόγω αίτηση, και ως τέτοιο το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο, όπως αναφέρεται και στην σχετική απόφαση του Δικαστηρίου. Στην παράγραφο 10 της Νέας Υπεράσπισης, οι Εναγόμενοι αρνούνται γραπτώς στοιχεία, το οποία, οι ίδιοι προγενέστερα έχουν αποδεχθεί γραπτώς. Συγκεκριμένα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δήθεν η απαίτηση των Εναγόντων για τόκο είναι εκ των υστέρων σκέψη και ότι δήθεν υπήρχε ρητή συνεννόηση μεταξύ των διαδίκων ότι δεν θα χρεωνόταν κανένα ποσό τόκου. Και αυτός ο ισχυρισμός είναι εντελώς ψεύτικος και έχει προστεθεί στην Νέαν Υπεράσπιση με μη ειλικρινείς προθέσεις και κακή τη πίστη. Αυτό αποκαλύπτεται και αποδεικνύεται από τα 486 απλήρωτα τιμολόγια τα οποία όλα προνοούν ρητά για τόκο (όπως όλα τα τιμολόγια μας) και τα οποία όλα είναι υπογραμμένα και σφραγισμένα από τους Εναγόμενους ως αποδεχθέντα, εκ των οποίων επισυνάπτει 5 τιμολόγια ως ένα ενδεικτικό δείγμα (ένα από κάθε μήνα που οφείλουν οι Εναγόμενοι, και συγκεκριμένα το τελευταίο τιμολόγιο εκάστου μηνός) ως δέσμη ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ. Επίσης αναφέρει ότι κατά ή περί την 7/7/2016, έλαβαν στα γραφεία τους με φαξ επιστολή από τους Εναγομένους ημερομηνίας 28/6/2016 που είχε ως θέμα «Ενημερωτική Συνάντηση Πιστωτών Συνεργατικής Εταιρείας ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ», με την οποία η διεύθυνση των Εναγόμενων τους ενημέρωνε ότι είχε σειρά συναντήσεων και διαπραγματεύσεων με τους εξασφαλισμένους πιστωτές των Εναγομένων (Τράπεζα Κύπρου, Ελληνική Τράπεζα και Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα) με σκοπό την επίτευξη μιας συνολικής αναδιάρθρωσης των υποχρεώσεων των Εναγομένων προς τους εξασφαλισμένους πιστωτές και την ετοιμασία Σχεδίου Διευθέτησης των υποχρεώσεων της εταιρείας προς τους ανεξασφάλιστους πιστωτές, και ότι ως εκ τούτου έκριναν αναγκαία την σύγκληση ενημερωτικής συνάντησης των ανεξασφάλιστων πιστωτών των Εναγομένων την 13/7/2016 στην Αίθουσα Εκδηλώσεων της ΣΠΕ Μόρφου, κατά την οποία η διεύθυνση της εταιρείας μαζί με τους συμβούλους της θα προέβαινε σε παρουσίαση αναφορικά με τα ως άνω αναφερόμενα θέματα. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάπτει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε. Ο ίδιος ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι παρευρέθηκε, εκ μέρους των Εναγόντων, στην εν λόγω συνάντηση των ανεξασφαλίστων πιστωτών, στην οποίαν είχε προσέλθει ένας μεγάλος αριθμός πιστωτών των Εναγομένων. Μας έγινε παρουσίαση των χρεών των Εναγομένων που ανέρχονται σε αρκετά εκατομμύρια ευρώ. Ενημερώθηκαν ότι μέχρι την 30/9/2016 θα τίθετο ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης των πιστωτών των Εναγομένων το Σχέδιο Διευθέτησης των υποχρεώσεων προς τους ανεξασφάλιστους πιστωτές αφού πρώτα εγκριθεί από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, και αν δεν εγκρίνετο, οι Εναγόμενοι θα προχωρούσαν σε διάλυση. Έκτοτε δεν έτυχαν καμίας ενημέρωσης και δεν κλήθηκε συνέλευση των πιστωτών. Η Νέα Υπεράσπιση των Εναγομένων επαναλαμβάνει τους ίδιους ισχυρισμούς σε πλήρη αδιαφορία για το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης, και επαναλαμβάνει ισχυρισμούς που ήδη έχουν αποφασιστεί στην εν λόγω προηγούμενη διαδικασία ότι είναι ψεύτικοι και εικονικοί, και με αποτέλεσμα διαστρεβλωμένα να καλείται και πάλιν τώρα το Δικαστήριο να αποφασίσει επί των ίδιων θεμάτων που παρουσιάστηκαν στην προηγούμενη αίτηση για διαγραφή και ήδη αποφασίστηκαν. Η νέα Υπεράσπιση των Εναγόμενων είναι φανερά μια ψεύτικη και κατασκευασμένη υπεράσπιση που δεν διαφέρει ουσιαστικά καθόλου από την προηγούμενη διαγραφείσα Υπεράσπιση, αγνοεί την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25/5/2016, έχει καταχωρηθεί κακή τη πίστη με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει την παρούσα διαδικασία. Οι Εναγόμενοι ουδεμίαν πραγματική υπεράσπιση έχουν στην παρούσα αγωγή. Στις 10/05/2017 και κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου ο ενόρκως δηλών στην αίτηση καταχώρησε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρεται στην αναφερόμενη από τον ενόρκως δηλών στην ένσταση συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για συγκεκριμένη διαδικασία που θα ακολουθείτο στην παράδοση των μανιταριών στις υπεραγορές των εναγόμενων. Αρνείται τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς αναφέροντας τις λεπτομέρειες τις συνεργασίας τους με την έκδοση των τιμολογίων και την παροχή έκπτωσης. Περαιτέρω γίνεται αναφορά σε συνάντηση του ενόρκως δηλούντα στις 21/3/2017 με τον Παύλο Αριστείδου με σκοπό την εξεύρεση λύσης για το οφειλόμενο υπόλοιπο. Η συνάντηση έγινε σε πολύ καλό κλίμα και ουδέποτε του ζητήθηκε να παραδώσει τα τιμολόγια. Στην υπό κρίση αίτηση οι εναγόμενοι - καθ΄ών η αίτηση καταχώρησαν ένσταση η οποία βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19 Θ4 και Θ26, Δ.25, Δ.27 Θ.1-3, Δ.48 Θ.1-9, Δ.26 καθώς και επί των συμφυών εξουσιών και της εν γένει πρακτικής των Δικαστηρίων. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: (α) Η Υπεράσπιση των Εναγόμενων αποκαλύπτει συζητήσιμη και/ή καλή Υπεράσπιση. (β) Η υπό κρίση αίτηση είναι γενική και αόριστη και/ή ενοχλητική και/ή σκανδαλώδης και/ή καταχρηστική και/ή τείνει να καθυστερήσει τη σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης. (γ) Η Έκθεση Υπεράσπισης είναι συνταγμένη σύμφωνα με τους θεσμούς και/ή την ισχύουσα πρακτική και/ή νομολογία. (δ) Η παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά αβάσιμη και/ή πραγματικά αστήρικτη και/ή δεν είναι σύμφωνη με τους σχετικούς νόμους και διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή έχει Λανθασμένη Νομική Βάση και/ή στερείται νομικής βάσης και/ή της αναγκαίας νομικής βάσης και/ή δεν συνάδει με τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και/ή άλλως πως. (ε) Δεν πληρούνται οι τεθείσες από τον νόμο και/ή τη νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης και/ή για επιτυχία της υπό κρίση Αίτησης (στ) Η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για διαγραφή δικογράφου. (ζ) Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και δεν αποσκοπεί στο συμφέρον της δικαιοσύνης. (η) Οι Ενάγοντες συγχέουν την διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης με την διαδικασία διαγραφής Υπεράσπισης Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση του κου. Παύλου Αριστείδου από την Λεμεσό, ημερομηνίας 15/03/2015. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι γραμματέας της Εναγόμενης Εταιρείας η οποία αποτελεί Συνεργατική Εταιρεία συστημένη με βάση τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο. Ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης ως αυτοί αναφέρονται και επιπλέον θέτει τα ακόλουθα: Η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ήταν να παραδίδονται εμπορεύματα από τους Ενάγοντες σε διάφορα καταστήματα της Εναγόμενης, η δε υπογραφή των τιμολογίων στα κατά τόπους καταστήματα της Εναγόμενης, δέσμευε την Εταιρεία μόνο σε σχέση με την ποσότητα η οποία επαραδίδετο, ενώ ο έλεγχος των τιμών πώλησης (η οποία αναγράφετε επί των τιμολογίων) γινόταν σε μεταγενέστερο στάδιο από το Εμπορικό Τμήμα της Εταιρείας, συγκρίνοντας τις αναγραφόμενες τιμές επί των τιμολογίων σε σχέση με τις τιμές οι οποίες καταχωρούνταν στο λογιστικό σύστημα της Εταιρείας (Εναγόμενης) μετά την συμφωνία για τις τιμές πώλησης, με την Ενάγουσα Εταιρεία. Ήταν αδύνατον για τον εκάστοτε εξουσιοδοτημένο υπεύθυνο του κατά τόπου καταστήματος της Εναγόμενης, να γνωρίζει εκ των προτέρων τις χιλιάδες τιμές αγοράς των προϊόντων. Επιπρόσθετα ο εξουσιοδοτημένος υπεύθυνος της Εναγόμενης (στα κατά τόπους καταστήματα) δεν μπορούσε και δεν είχε δικαίωμα να δεσμεύσει την Εναγόμενη εταιρεία για οποιοδήποτε ποσό τόκου επί των τιμολογίων. Η πιο πάνω συμφωνία δεν τηρήθηκε από τους Ενάγοντες, καθ' ότι με την παράδοση των εμπορευμάτων φαίνεται να κατέγραφαν και τιμές στα Τιμολόγια, ζητώντας από τον εκάστοτε υπεύθυνο να τα υπογράψει, χωρίς να αναμένουν να συμφωνηθεί με τον εμπορικό διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας η τιμή μονάδας πώλησης των προϊόντων. Ως εκ τούτου, τα ποσά που διεκδικούν οι Ενάγοντες δεν είναι ορθά και αποτελούν αυθαίρετες χρεώσεις των ιδίων. Οφείλεται κάποιο ποσό στους Ενάγοντες (σίγουρα όχι αυτό που διεκδικούν), αλλά λόγω της οικονομικής δυσχέρειας της Εναγόμενης Εταιρείας, και του τερματισμού των υπηρεσιών μεγάλου αριθμού υπαλλήλων της (να σημειωθεί ότι το 2013 η Εναγόμενη Εταιρεία απασχολούσε πέραν των 200 υπαλλήλων, ενώ σήμερα εργοδοτεί μόνο 3 θα πρέπει να παραδώσουν οι Ενάγοντες όλα τα υπογεγραμμένα τιμολόγια που έχουν εκδώσει νόμιμα στο όνομα της Εναγόμενης Εταιρείας, και στη βάση αυτών να εντοπιστεί η τιμή μονάδας πώλησης των εμπορευμάτων του εκάστοτε τιμολογίου στην εκάστοτε ημερομηνία έκδοσης του, και να ανευρεθεί το πραγματικά οφειλόμενο ποσό προς τους Ενάγοντες. Σε σχέση με το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, αυτονόητα αυτό δεν είναι αποδεκτό. Η παραπομπή στο Τεκμήριο Α της προαναφερόμενης Ένορκης Δήλωσης δεν βοηθά τους Αιτητές, καθ' ότι πουθενά σε αυτό το έγγραφο δεν παρουσιάζεται αναγνώριση χρέους ή αναγνώριση συγκεκριμένου οφειλόμενου ποσού. Σε καμία περίπτωση οποιοσδήποτε εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση δεν αναγνώρισε είτε προφορικά είτε άλλως πως το χρέος που αξιώνουν οι Αιτητές, ούτε ανέφερε με οποιοδήποτε τρόπο σε εκπρόσωπο των Αιτητών ότι η Υπεράσπιση των Καθ' ων η Αίτηση καταχωρήθηκε για να υπάρξει καθυστέρηση στην διαδικασία. Το Τεκμήριο Ε που επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση Μαλακουνίδη, είναι επιστολή που αποστάληκε σε όλα τα πρόσωπα που αξιώνουν ποσά από τους Καθ' ων η Αίτηση (μεταξύ αυτών και οι Ενάγοντες, λόγω της έγερσης της παρούσας Αγωγής), και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση παραδοχή του χρέους των Εναγόντων με την παρούσα Αγωγή. Oι Αιτητές αντιμετωπίζουν την υπό κρίση Αίτηση ωσάν να ήταν αίτηση για συνοπτική απόφαση, κάτι το οποίο φυσικά δεν ισχύει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Η νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.19, θ.26 και η Δ.27 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.27 αφορά την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου σε αντίθεση με την Δ.19 η οποία αφορά την μερική διαγραφή αυτού. Το αίτημα των εναγόντων έχει διττό χαρακτήρα. Από την μια την διαγραφή ολόκληρης της υπεράσπισης με βάση την Δ.27 ως μη αποκαλύπτουσα οιανδήποτε πραγματική υπεράσπιση και/ή ως ψευδή υπεράσπιση και διαζευκτικά την διαγραφή των παραγράφων 4 και 9 αυτής ως περιέχουσες αντιφατικές δηλώσεις και οι οποίες προκαλούν σύγχυση και αμηχανία. Η Δ.19 θ.26 επιτρέπει την διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή που θα τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής. Είναι καλά γνωστό ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και ότι αυτά θα πρέπει να περιέχουν με συνοπτικό τρόπο μόνο τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων ο διάδικος βασίζει την Απαίτηση ή Υπεράσπισή του. Το Δικαστήριο ασφαλώς δεν υποδεικνύει στο διάδικο πώς θα συντάξει το δικόγραφό του. Από την άλλη, ο διάδικος δεν μπορεί να συντάσσει το δικόγραφό του κατά τρόπο που να μην συνάδει με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Το Δικαστήριο βάσει των εν λόγω Θεσμών (Δ.19, θ.26) έχει εξουσία να επεμβαίνει στον τρόπο σύνταξης των δικογράφων. Η Δ.19 Θ.26 λοιπόν, προβλέπει τα εξής: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Σε ελεύθερη ελληνική μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής.» Ο αντίστοιχος θεσμός των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών είναι η Δ.19 Θ.27. Κύριος δε σκοπός της Δ.19 Θ.26, είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης όπως η παρούσα, δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου. Ως έχει αναφερθεί στην Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη

(1997)1Β Α.Α.Δ. 685 τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Οι εν λόγω κανόνες ενσωματώνονται στη Δ.19 και από το κείμενο του Θ.4 αυτής, ο οποίος περιέχει τον πιο θεμελιακό κανόνα, προκύπτει ότι κάθε δικόγραφο θα πρέπει να διατυπώνει σε συνοπτική μορφή όλα τα ουσιώδη γεγονότα πάνω στα οποία ο διάδικος βασίζει την απαίτηση ή την υπεράσπιση του. Η έννοια δε της λέξης ουσιώδη (material) εκεί, συσχετίζεται με ότι είναι απαραίτητο για να διατυπωθεί μια πλήρης αιτία αγωγής η βάση υπεράσπισης, ως η περίπτωση (βλ. και Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 Κ.Β. 697). Στην ίδια απόφαση εξηγείται ότι η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Ο βασικός σκοπός των δικογράφων είναι να δώσουν την ευχέρεια στον αντίδικο να γνωρίζει τι υπόθεση θα αντιμετωπίσει με τέτοιες λεπτομέρειες ώστε να μπορέσει να ετοιμασθεί επαρκώς για να απαντήσει. Εξηγείται επίσης ότι η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο και εάν παρεισφρήσει πρέπει να διαγραφεί (βλ. και Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. ν. Davies [1938] 1 Κ.Β. 196). Ως αναφέρθηκε στην Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ. 787, με παραπομπή στο σύγγραμμα Annual Practice 1960 σελ. 478-479, οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής", έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. Όπως δε χαρακτηριστικά λέχθηκε στην εν λόγω απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιό μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιό αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις». Επίσης ούτε και το γεγονός ότι στα δικόγραφα προβάλλονται αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί μπορεί να οδηγήσει σε διαγραφή. Για το συγκεκριμένο θέμα, στην Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussein Ali Nasrat Abdallah κ.α., Πολ. Έφεση Αρ.69/2011, ημερ. 19.7.13 αναφέρθηκε ότι: «το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δε διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι (με τρόπο ώστε ο Αιτητής θα πρέπει να απαντήσει σε αυτούς), από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Ισχυρισμοί που προβάλλονται για ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική για τον αντίδικο, εφόσον δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα, θεωρούνται σκανδαλώδεις». Περαιτέρω για να διαπιστωθεί κατά πόσο ένα θέμα είναι σκανδαλώδες θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο το θέμα αυτό θα αποτελούσε αποδεκτή μαρτυρία για να δείξει την αλήθεια κάποιου δικογραφημένου ισχυρισμού, ο οποίος είναι ουσιώδης με αναφορά στην αιτούμενη θεραπεία. Γενικά σκανδαλώδη, ενοχλητικά και άχρηστα θέματα είναι εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα ή υποβιβαστικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς, αλλά αν είναι σχετικά τότε δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη, ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος, εκτός και αν είναι εμφανώς άσχετος. Επίσης θα πρέπει να διαγραφούν μη απαραίτητοι ισχυρισμοί με τους οποίους αποδίδεται στον αιτητή ή άλλο πρόσωπο κακή πίστη ή παράπτωμα (misconduct). Για τα ανωτέρω βλ. επίσης Annual Practice 1956 σελ. 365 - 368. Σε σχέση με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως προκαλών αμηχανία (embarrassing) σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 147: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations.» Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση: «Συναφώς ένα δικόγραφο είναι προσβλητικό εάν είναι διφορούμενο ή ακατανόητο ή περιέχει άσχετα ζητήματα και τοιουτοτρόπως εγείρει άσχετα ζητήματα τα οποία δυνατόν να προκαλούν έξοδα, ανωμαλία και καθυστέρηση και ως εκ τούτου τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς τη δίκαιη δίκη της αγωγής και ως εκ τούτου είναι δικόγραφο το οποίο περιέχει μη αναγκαίους ή άσχετους ισχυρισμούς.» Ως δε έχει λεχθεί στην Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κ.α. ν. Νικολαΐδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 364, η Δ.19 Θ.26, παρέχει εξουσία για τη διαγραφή απαιτήσεων και ισχυρισμών από τη δικογραφία που τείνουν να εκτρέψουν την ομαλή πορεία της δίκης ή έχουν ως σκοπό την πλαγιοδρόμηση της. Η εξουσία δε διαγραφής, που παρέχεται από την Δ.19 Θ.26, είναι διακριτικής μορφής και ταυτόχρονα, πλατιά (βλ. Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd ανωτέρω). Όπως όμως επίσης έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά, η διαγραφή ισχυρισμών δικογράφου, δυνάμει της Δ.19 Θ.26, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνον εφόσον το δικόγραφο η μέρος του, κρίνεται στα πλαίσια των όσων η νομολογία έχει αναγνωρίσει, πώς επιβάλλεται η διαγραφή του. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. In Re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1Α Α.Α.Δ. 21). Το μέρος δε εκείνο του δικογράφου που ζητείται να διαγραφεί πρέπει να συγκεκριμενοποιείται. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται λοιπόν υπόψην τόσο η φύση της αγωγής όσο και η σχετικότητα των ζητούμενων να διαγραφούν ισχυρισμών, με τα επίδικα θέματα αυτής. Δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών μέσα από τις έγγραφες προτάσεις (αναφορικά με το πως αυτή ασκείται, βλέπε επίσης Williams & Glyns Bank Ltd v. the Ship "Maria"
(1984)1 C.L.R. 820 και Πελετιές ν. Ataya
(1990)1 Α.Α.Δ. 504). Όσον αφορά το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί για την εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας για διαγραφή δικογράφου ή μέρους αυτού, όπως επίσης η νομολογία αναγνωρίζει, αυτό περιορίζεται στο περιεχόμενο και την ανάγνωση αυτών τούτων των δικογράφων και δεν θα πρέπει να απολήγει σε δίκη αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης με ενόρκους δηλώσεις. (Βλ. υπόθεση Pearce v. Ove Arup Partnership Ltd and others
(1999)1 ALL E.R. 769, 782). Επίσης για το συγκεκριμένο ζήτημα, αρκετά βοηθητικά είναι και τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, στην οποία με παρέπεμψε και ο συνήγορος των Εναγόντων, όπου στη σελ. 439 αναφέρονται τα εξής: "Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case". Σε ελεύθερη δε ελληνική μετάφραση: «Τώρα όπως και ο Λόρδος Denning M.R. έχει ήδη επισημάνει, αυτή είναι αίτηση για διαγραφή και σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση διαγραφής δύο ζητήματα τουλάχιστον είναι ξεκάθαρα. Πρώτον εξετάζοντας οποιαδήποτε αίτηση διαγραφής, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ξεφεύγει από τα δικόγραφα τα ίδια. Δεύτερον το Δικαστήριο θα εξασκήσει την αδιαμφισβήτητη εξουσία του να διαγράψει μέρος η ολόκληρο το δικόγραφο σε μία πολύ καθαρή περίπτωση.» Η εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράφει ισχυρισμούς είναι αναμφίβολα δραστική και θα πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί ένα χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, αχρείαστων ή ενοχλητικών θεμάτων αντίθετων με τους κανόνες που έθεσε η Δ.19 θ.
  1. Οι πιο πάνω αρχές επαναλαμβάνονται πρόσφατα στην υπόθεση Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.ά, ECLI:CY:AD:2016:A164, Π.Ε. 191/2015, ημερ. 23.3.
  2. Στην υπόθεση αυτή τονίστηκε επιπρόσθετα ότι ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο που είναι το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίνεται για τη διαγραφή. Ως ανωτέρω ανέφερα η αίτηση στηρίζεται και επί της Δ.2 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, που αντιστοιχεί με την παλιά Αγγλική Δ.25 θ.4 που προνοεί τα εξής: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just» Από το λεκτικό και διατύπωση της πιο πάνω διαταγής προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία, υπό συγκεκριμένες, διαγραφής δικογράφου και σε τέτοια περίπτωση να αναστείλει ή να απορρίψει αγωγή ή να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση την οποία θεωρεί δίκαιη. Βασική προϋπόθεση για μια τέτοια απόφαση του Δικαστηρίου είναι να μην αποκαλύπτεται μέσα από το δικόγραφο εύλογη αιτία αγωγής ή απάντησης ή το δικόγραφο να είναι επιπόλαιο, κακόβουλο ή ενοχλητικό (frivolous or vexatious). Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.27 Θ.3, η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (παραπέμπω στις σχετικές αποφάσεις Drummond - Jackson v. British Medical Association and others
(1970)1 All E.R. 1094, In Re Pelmako Development Ltd v. In Re The Companies Law, Cap 113
(1991)1 A.A.Δ. 246, Cyprus Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1852, 1860 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1 (Α) Α.Α.Δ. 21). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει, δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (βλέπε επίσης το Annual Practice 1953, σελ. 575 και Moore v. Lawson, 31 T.L.R. 418, C.A.). Στην υπόθεση Webster v. Bakewell R.D.C. (No.2)
(1916)115 L.T. 678 όπου κρίθηκε ότι ο ενάγοντας δεν είχε ουσιαστικό συμφέρον στο αντικείμενο της δίκης και δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά που δεν θα μπορούσε εύκολα να επανορθωθεί και η Αγωγή ουσιαστικά ήταν άχρηστη, το Δικαστήριο προέβη σε απόρριψη της Αγωγής. Στην υπόθεση Fondsendezit, etc., v. Shell Transport Co
(1922)2 K.B. 166 όπου προστέθηκε συνεναγόμενος κατόπιν δικής του αίτησης για το λόγο ότι ένα παραδεκτό χρέος από μέρους του αρχικού εναγόμενου στους δυο ενάγοντες στην πραγματικότητα ήταν πληρωτέο στον ίδιο, αποφασίστηκε ότι η Υπεράσπιση του θα μπορούσε να παραμεριστεί αν δεν εγείρει τη θέση αυτή στην Υπεράσπιση του που είναι ο σκοπός για τον οποίο προστέθηκε ως εναγόμενος. Η ακρόαση της αίτηση διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα ενώ η συνήγορος των αιτητών κατέθεσε γραπτή αγόρευση με την νομική της επιχειρηματολογία. Η δε συνήγορος των καθ' ών η αίτηση περιόρισε την αγόρευση της στην υιοθέτηση των όσων αναφέρονται στην ένσταση και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει. Το σύνολο των όσων αναφέρθηκαν έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Εξετάζοντας την υπό κρίση αίτηση σε συνάρτηση πάντοτε με την προαναφερθείσα νομολογία παρατηρώ ότι είτε με βάση την Δ.19 για διαγραφή μέρους της υπεράσπιση είτε με βάση τη Δ.27 για διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου, το Δικαστήριο εξετάζει το αίτημα επί τη βάση των δικογράφων και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς καταλήγοντας σε ευρήματα και αξιολογώντας τις αναφορές. Έχω εξετάσει με μεγάλη προσοχή την Έκθεση Απαίτησης την οποία αντιπαράθεσα με την Υπεράσπιση των εναγόμενων. Στην έκθεση απαίτησης αξιώνεται απόφαση για ποσό ως υπόλοιπο κατάστασης λογαριασμού και/ή τιμολογίων πλέον τόκους και έξοδα. Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων μεταξύ των ιδίων και των εναγόμενων υπήρχαν συμφωνίες γραπτές και/ή προφορικές για την πώληση και/ή προμήθεια μανιταριών στους εναγόμενους οι οποίοι διατηρούσαν υπεραγορές. Στα πλαίσια των πιο πάνω συμφωνιών οι ενάγοντες προμήθευσαν τους εναγόμενους σε διάφορες ημερομηνίες μανιτάρια και προς τούτοι εξέδιδαν τιμολόγια ενώ παράλληλα τηρούσαν και κατάσταση λογαριασμού. Το υπόλοιπο αυτού του λογαριασμού στα πλαίσια αυτής της ισχυριζόμενης συνεργασίας αξιώνουν οι ενάγοντες. Με την υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι, ως αυτή καταχωρήθηκε δυνάμει της απόφασης του τότε εκδικάζοντος Δικαστηρίου, παραδέχονται καταρχήν την ιδιότητα που τους αποδίδεται με βάση την έκθεση απαίτησης ενώ αρνούνται τον ισχυρισμό ότι τα επικαλούμενα τιμολόγια έγιναν καθ' οιονδήποτε τρόπο αποδεκτά από τους ίδιους και/ή υπογράφηκαν από αυτούς (βλ. παράγραφο 4 υπεράσπισης). Παραδέχονται την τήρηση κατάστασης λογαριασμού αλλά αρνούνται ότι αυτός τηρήθηκε σωστά και ότι οι καταχωρήσεις σε αυτόν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η θέση που προβάλλεται (βλ. παράγραφο 5 υπεράσπισης) είναι ότι οι ενάγοντες προέβαιναν σε αυθαίρετες χρεώσεις και δεν προέβαιναν στις σωστές πιστώσεις. Σε σχέση με την ισχυριζόμενη στην παράγραφο 5 της Ε/Α επιστολή ημερ.24/3/2014 αρνούνται ότι από το περιεχόμενο της προκύπτει αναγνώριση του αξιούμενου ποσού ως χρέος των. Επιπλέον και με αναφορά στις παραγράφους 6, 7 και 8 της υπεράσπισης οι εναγόμενοι αρνούνται ότι ο επικαλούμενος λογαριασμός αντικατοπτρίζει την πραγματική εικόνα των συναλλαγών των εναγόμενων και αναφέρουν επιπλέον ότι οι ενάγοντες προέβαιναν σε αδικαιολόγητες χρεώσεις, σε χρεώσεις για προϊόντα που δεν παραδόθηκαν στους ίδιους, για τιμολόγια που ουδέποτε έγιναν αποδεκτά ενώ δεν αφαίρεσαν από τον λογαριασμό όλες τις πληρωμές που έγιναν ή το ποσό που αντιστοιχεί σε επιστροφή προϊόντων. Στην παράγραφο 9 της υπεράσπισης οι εναγόμενοι επαναλαμβάνοντας το σύνολο της υπεράσπισης τους αναφέρουν επιπλέον και άνευ βλάβης των λοιπών υπερασπίσεων που θέτουν ότι ο εν λόγω λογαριασμός δεν υφίστατο και είναι κατασκευασμένος και/ή ότι το αναφερόμενο υπόλοιπο αφορούσε οφειλόμενη υποχρέωση των εναγόντων και/ή πληρωμένα εμπορεύματα και οι εναγόμενοι διαμαρτυρήθηκαν για τις χρεώσεις αυτές. Περαιτέρω αναφέρουν και επικαλούνται εξόφληση όλων των ποσών είτε δια καταβολής ποσού είτε δια ανταλλαγής προϊόντων. Καλούν δε τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους αναφέροντας ότι κανένα ποσό δεν οφείλεται το δε ποσό σε κάθε περίπτωση είναι υπερβολικό. Τα πιο πάνω αποτελούν συνοπτικά τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων. Από την τεθείσα υπεράσπιση προκύπτει ότι οι εναγόμενοι απαντούν στις θέσεις των εναγόντων θέτοντας την δική τους θέση και ισχυρισμούς. Μπορεί να θέτουν διαζευκτικές υπερασπίσεις όμως στο στάδιο αυτό, αυτό δεν εκ φεύγει των κανόνων δικογράφησης και έχουν δικαίωμα οι εναγόμενοι να θέσουν διαζευκτικές υπερασπίσεις. Το πως θα επιλέξουν να τις προωθήσουν και πως θα επηρεάσει αυτό την μετέπειτα εξέλιξη και κατάληξη της δικής ανάλογα με την προσφερθείσα μαρτυρία δεν δύναται να αποτελέσει στο στάδιο αυτό αντικείμενο εξέτασης. Μέσα από την αίτηση που καταχωρήθηκε και με βάση την μαρτυρία που την στηρίζει οι ενάγοντες επικαλούνται σωρεία γεγονότων και εγγράφων τα οποία κατά τους ίδιους αποδεικνύουν την θέση τους ότι η υπεράσπιση είναι προϊόν κατασκευής και εκ των υστέρων σκέψεων με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας. Προς στήριξη αυτών των θέσεων παραθέτουν στην μαρτυρία που στηρίζει την αίτηση όπως επίσης και στην αγόρευση της συνηγόρου τους σημεία από την υπεράσπισης αντιπαραβάλλοντας τα με αποσπάσματα από έγγραφα και επιστολές τα οποία επισύναψαν ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση και με βάση τα οποία γίνεται κατά τους ίδιους αναγνώριση του χρέους. Με κάθε σεβασμό προς την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγόντων τα όσα καλεί το Δικαστήριο να εξετάσει εκ φεύγουν της παρούσας διαδικασίας και η περίπτωση εξέτασης των θα σήμανε ουσιαστικά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης σε προδικαστικό στάδιο και στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης αίτησης. Το στάδιο αυτό δεν είναι το κατάλληλο για αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών κατά πόσο ευσταθούν ή όχι, κάτι που θα γίνει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας στο τέλος. Η εισαγωγή των θέσεων των εναγόμενων στην Υπεράσπιση του στις παραγράφους 4 και 9 των οποίων ζητείται διαζευκτικά με την πλήρη διαγραφή, η διαγραφή των έχει κριθεί αναγκαία από τους ίδιους και δεν είναι άσχετες, σκανδαλιστικές ή ενοχλητικές ώστε το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία να τις διαγράψει. Οι παράγραφοι σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της Αγωγής και προβάλλονται προς υπεράσπιση των εναγόμενων καθ' ών η αίτηση στους ισχυρισμούς των εναγόντων - αιτητών στην Έκθεση Απαίτησης τους. Η αντιπαραβολή των δικογραφημένων θέσεων των εναγόμενων, με το περιεχόμενο επιστολών και άλλων εγγράφων αλλά και το περιεχόμενο συναντήσεων μεταξύ των αντιπροσώπων των με τις θέσεις των ενόρκων δηλώσεων και η διακρίβωση τυχών αντιφάσεων αποτελεί την πεμπτουσία της δικαστικής κρίσης που ασκείται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως αυτή θα δοθεί κατά την ακρόαση. Με βάση την νομολογία που ανωτέρω ανέπτυξα η διαγραφή δικογράφου ή έστω μέρους αυτού συνιστά εξαιρετικό μέτρο που πρέπει να ασκείται με φειδώ και εξετάζεται με βάση τα κατατεθέντα δικόγραφα και όχι με βάση μαρτυρία, στην προκειμένη έγγραφη. Σημειώνω περαιτέρω ότι οι αιτητές βασίζουν σε ένα μεγάλο βαθμό την αίτηση τους επικαλούμενοι επιστολές και περιεχόμενο συναντήσεων με βάση την ερμηνεία που οι ίδιοι δίδουν σε αυτά. Η ερμηνεία της έγγραφης μαρτυρίας και το τι ακριβώς προκύπτει από αυτή συνιστά αξιολόγηση και δεν είναι επιτρεπτή σε αυτό το στάδιο. Επιπλέον αναφέρω ότι οι εναγόμενοι με βάση την υπεράσπιση τους αμφισβητούν και αρνούνται την δοθείσα από τους ενάγοντες ερμηνεία και θέτουν την δική τους θέση και ισχυρισμούς για αυτές. Επιπλέον με τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση αλλά και με την αγόρευση της συνηγόρου των αιτητών καλούμαι να αξιολογήσω τον ενόρκως δηλούντα στην ένσταση σε αντιπαραβολή με τα όσα αναφέρονται σε έγγραφα που παρουσιάζονται ως Τεκμήρια. Το παρόν στάδιο δεν προσφέρεται για αυτό το έργο. Σημειώνεται ότι ακόμη και στην περίπτωση που οι παράγραφοι των οποίων ζητείται η διαγραφή θεωρηθούν ότι περιέχουν μεταξύ άλλων και αχρείαστα ζητήματα αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό στη διαγραφή τους, εφόσον δεν τέθηκε κανένα στοιχείο ότι προκαλείται ζημιά στην αιτήτρια ή δυσμενή επηρεασμό στο χειρισμό της υπόθεσης της. Σ' όσον αφορά στην αναφορά στην αίτηση σε αόριστες και γενικές υπερασπίσεις υπενθυμίζω το δικαίωμα της Ενάγουσας να ζητήσει την παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών στη βάση των προνοιών των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών, αν κρίνει απαραίτητο. Ενόψει των όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω είναι κατάληξη μου ότι με βάση τα στοιχεία ενώπιον μου δεν δικαιολογείται η διαγραφή ολόκληρης της Υπεράσπισης των εναγόμενων - καθ' ών η αίτηση ή μέρους της, όπως ζητείται από την αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόμενων -καθ' 'ων η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα επίσης στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.)............. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.