← Κύπρος

ΝΙΚΗ ΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, από τη Λεμεσό ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Σοφοκλή Γεωργίου Αχιλλέως ν. ΕΛΕΝΗΣ ΝΙΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής:

ΝΙΚΗ ΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, από τη Λεμεσό ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Σοφοκλή Γεωργίου Αχιλλέως ν. ΕΛΕΝΗΣ ΝΙΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5256 / 2009, 11/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A243 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5256 / 2009 ΜΕΤΑΞΥ: ΣΟΦΟΚΛΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ Ενάγοντα και

  1. ΕΛΕΝΗΣ ΝΙΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ
  2. ΜΑΡΙΑΣ ΝΙΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ
  3. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΠΠΟΥΡΟΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
  4. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενων ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΗΜΕΡ.05/04/12 ΜΕΤΑΞΥ: ΝΙΚΗ ΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, από τη Λεμεσό ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Σοφοκλή Γεωργίου Αχιλλέως, τέως από τη Λεμεσό και μόνιμου κάτοικου Αγγλίας Ενάγοντα και
  5. ΕΛΕΝΗΣ ΝΙΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ
  6. ΜΑΡΙΑΣ ΝΙΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ
  7. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΠΠΟΥΡΟΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
  8. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενων ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΗΜΕΡ.29/06/12 ΜΕΤΑΞΥ: ΝΙΚΗ ΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, από τη Λεμεσό ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Σοφοκλή Γεωργίου Αχιλλέως, τέως από τη Λεμεσό και μόνιμου κάτοικου Αγγλίας Ενάγοντα και
  9. ΕΛΕΝΗΣ ΝΙΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ
  10. ΜΑΡΙΑΣ ΝΙΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ
  11. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΠΠΟΥΡΟΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
  12. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενων ---------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 11 Ιουλίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα : κ. Γ. Θωμά μαζί με κα Αριστείδου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Κ. Θωμά) Για Εναγόμενες 1 & 2 : κ. Π. Κλεοβούλου (για να ακούσει απόφαση η κα Ε. Χ''Νεοφύτου) Για Εναγόμενους 3 : κ. Φ. Αποστολίδης Για Εναγόμενο 4 : κα Δ. Κουρουσίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Κατ' αρχήν, πριν από οτιδήποτε άλλο, να σημειωθεί ότι ο τίτλος της παρούσας τροποποιήθηκε 2 συνεχόμενες φορές ήτοι στις 04/04/12 και στις 29/06/12 με το ίδιο ακριβώς λεκτικό, στη βάση αιτήσεων της πλευράς του ενάγοντα και αντίστοιχων διαταγμάτων που εξέδωσε το Δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Σημειώνω δε ότι ενώ μετά το 1ο διάταγμα καταχωρήθηκε εγκαίρως η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, με τροποποιημένο τίτλο, ακολούθησε 2η αίτηση από μέρους της ενάγουσας με αίτημα και πάλιν την τροποποίηση του τίτλου, αυτή τη φορά στο κλητήριο ένταλμα, αφού με βάση την ένορκη δήλωση ενώ καταχωρήθηκε έγκαιρα η έκθεση απαίτησης εντούτοις λόγω λάθους και ή αβλεψίας δεν καταχωρήθηκε εντός της προθεσμίας που προνοούσε το διάταγμα τροποποιημένο κλητήριο. Δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο στην παρούσα το θέμα της έκδοσης του 2ου διατάγματος και κατά πόσο αυτό ήταν ή όχι αναγκαίο. Θα το έκανε το Δικαστήριο μόνον αν αυτό είχε σημασία για την έκβαση της υπόθεσης, όμως δεν έχει. Για σκοπούς της παρούσας θα αρκεστώ να αναφέρω μόνον το προφανές, ότι δηλαδή εκδόθηκαν 2 διατάγματα που ισχύουν και δεν είναι αντιφατικά μεταξύ τους. Σημειώνω δε ότι γίνεται αναφορά εδώ για το θέμα μόνον για να υπάρχει μια εξήγηση για τον τίτλο της παρούσας, όπως εμφαίνεται πιο πάνω, που θεωρώ είναι ο ορθός ενόψει των ανωτέρω και επειδή όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό από μελέτη δικογράφων ή αιτήσεων εντός του φακέλου είναι προφανής η σύγχυση που επικράτησε. Τα δικόγραφα Η θέση της πλευράς του αποβιώσαντος σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης είναι εν συντομία ότι έγινε αφαίρεση ¼ μεριδίου εκ του επίδικου οικοπέδου από το όνομα του αποβιώσαντα, το οποίο μερίδιο περιλήφθηκε στο όνομα της εναγομένης 1 και η διαφοροποίηση αυτή ήταν αποτέλεσμα δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και ή λαθών που έγιναν από μέρους των εναγομένων 1, 2 και
  13. Ως εκ των ανωτέρω η ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγομένων ως ακολούθως: - Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η αφαίρεση του ¼ μεριδίου του όλου από τα ¾ μερίδια του όλου που κατείχε ο αποβιώσας στο επίδικο οικόπεδο και η προσθήκη του στο μερίδιο της εναγομένης 1 ήταν και είναι παράνομη και αντικανονική. - Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εγγραφή του ½ μεριδίου του οικοπέδου επ' ονόματι της εναγομένης 1 έγινε στα πλαίσια αλλαγής δεδομένων για το οικόπεδο και ήταν παράνομη και αντικανονική. - Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η περίληψη στον τίτλο της εναγομένης 1 του ¼ μεριδίου του οικοπέδου και το οποίο παράνομα και ή παράτυπα και ή δόλια αποσπάστηκε από τον τίτλο του αποβιώσαντος και η μεταβίβαση του αρχικά στην εναγόμενη 2 και αργότερα στους εναγόμενους 3 ήταν παράνομη, παράτυπη, άκυρη και ως εκ τούτου ακυρώσιμη. - Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζονται οι εναγόμενοι 3 και εναλλακτικά ο διευθυντής του κτηματολογίου Λεμεσού όπως μεταβιβάσουν και εγγράψουν επ' ονόματι του αποβιώσαντος το ¼ μερίδιο του οικοπέδου, που σήμερα είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι των εναγομένων
  14. - Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, τιμωρητικές αποζημιώσεις, τόκο επί των ποσών που θα επιδικαστούν, έξοδα, ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Οι εναγόμενες 1 και 2 με την Τροποποιημένη Υπεράσπιση που καταχώρησαν στις 17/02/16 εγείρουν καταρχήν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει όπως επίσης ούτε η απαίτηση του εναγομένου 4 εναντίον τους διότι τα αστικά αδικήματα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα διεπράχθησαν το 1999 και ο ενάγων παρέλειψε να εγείρει αγωγή εντός τριών ετών. Ουσιαστικά εγείρουν δηλαδή θέμα παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος. Από εκεί και πέρα πλην του ότι η εναγόμενη 1 είναι αδελφή του αποβιώσαντος αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του ενάγοντα και ισχυρίζονται ότι ο αποβιώσας δεν δικαιούται ούτε 1/2 μερίδιο από το επίδικο οικόπεδο το οποίο έλαβε χαριστικά από την εναγομένη 1, τον αποβιώσαντα σύζυγό της και τον αποβιώσαντα πατέρα του αποβιώσαντος και της εναγομένης
  15. Είναι δε θέση των εναγόμενων 1 και 2 ότι ο ενάγοντας γνώριζε ότι δικαιούται ½ μερίδιο στο επίδικο ακίνητο. Τέλος ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας όφειλε να αποταθεί στον διευθυντή του κτηματολογικού γραφείου για να επιλύσει την ισχυριζόμενη διαφορά με βάση την προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία και όχι με την παρούσα αγωγή. Στην Απάντηση της στην τροποποιημένη Υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 2 ημερ.24/02/16 η ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς τους και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης της. Όσον αφορά την προδικαστική ένσταση η ενάγουσα αναφέρει ότι ο αποβιώσας έλαβε γνώση του λάθους και ή του δόλου και ή της απάτης και ή των ψευδών παραστάσεων των εναγομένων 1, 2 και 4 κατά ή περί το έτος 2009 και ή οι εναγόμενες 1 και ή 2 απέκρυψαν από τον αποβιώσαντα την αφαίρεση του ¼ μεριδίου από τον τίτλο του επί του οικοπέδου και την συμπερίληψη και ή εγγραφή αυτού επ' ονόματι της εναγομένης 1 και ως εκ τούτου οι εναγόμενες 1 και 2 λόγω της συμπεριφοράς τους κωλύονται από το να επικαλούνται την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος. Περαιτέρω είναι η θέση της ότι οι επίδικες πράξεις των εναγομένων 1 και 2 συνιστούν ποινικά αδικήματα και ή παράνομες ενέργειες και δεν υφίσταται χρονικός περιορισμός στην προσπάθεια εξάλειψης των συνεπειών των παράνομων ενεργειών για την ενάγουσα. Ακόμη η ενάγουσα αναφέρει ότι ο αποβιώσας σε κάθε ουσιώδη χρόνο δεν βρισκόταν στη Δημοκρατία και ή διέμενε μόνιμα στο εξωτερικό. Ότι άλλο αξίζει να σημειωθεί είναι οι λεπτομέρειες δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων που αποδίδει η ενάγουσα στις εναγόμενες 1 και 2, οι οποίες γνώριζαν ότι ο αποβιώσας ήταν ιδιοκτήτης των ¾ μεριδίων του επίδικου οικοπέδου και παρά ταύτα, η μεν εναγόμενη 1 μεταβίβασε το ½ μερίδιο στην εναγόμενη 2 και με τη σειρά της η τελευταία στους εναγόμενους
  16. Οι εναγόμενοι 3 με την Υπεράσπιση και Ανταξίωση που καταχώρησαν (βλ. τελευταίο δικόγραφο τους ημερομηνίας 3/9/12) ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι είναι καλόπιστοι αγοραστές του ½ μεριδίου του επίδικου ακινήτου για το πόσο των €85.430.- και ουδεμία σχέση έχουν με τον ισχυριζόμενο από πλευράς ενάγοντα δόλο και ή απάτη και ή ψευδείς παραστάσεις και ή λάθη, η αγωγή δε εναντίον τους είναι αβάσιμη. Συναφώς εγείρουν ανταξίωση και ζητούν από το Δικαστήριο ν' αναγνωρίσει ότι η πράξη με βάση την οποία αγόρασαν το ½ μερίδιο του ακινήτου έγινε νόμιμα και ορθά και περαιτέρω πως είναι νόμιμοι ιδιοκτήτες του ½ μεριδίου του εν λόγω ακινήτου. Στην Απάντηση και Υπεράσπιση του στην Ανταξίωση ημερ. 18/10/12 ο ενάγοντας αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγομένων 3 στο βαθμό που δεν συνάδουν με την έκθεση απαίτησης του, την οποία επαναλαμβάνει. Ο εναγόμενος 4 με την Υπεράσπιση του που καταχωρήθηκε στις 17/05/2012 δίδει λεπτομέρειες και εξηγεί κάτω από ποιες συνθήκες ενεγράφη επ' ονόματι του αποβιώσαντα το ½ μερίδιο αντί ¾ μερίδια και αντίστοιχα στην εναγόμενη 1 το ½ μερίδιο αντί το ¼ και αρνείται ότι προέβη σε δόλο και ή απάτη και ή ψευδείς παραστάσεις. Περαιτέρω ο εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 με δόλο και ή ψευδείς παραστάσεις και ή κακόπιστα και ή με πρόθεση εξαπάτησης του κτηματολογίου και ή του εναγομένου 4 και ή του αποβιώσαντα και ή με πρόθεση βλάβης του αποβιώσαντα και ή του εναγομένου 4 προέβησαν σε ενέργειες και στις μεταβιβάσεις για τα οποία παρέχουν λεπτομέρειες Σημειώνεται επίσης εδώ ότι στη βάση σχετικής ειδοποίησης ημερ. 06/07/11 του εναγόμενου 4 προς τις εναγόμενες 1 και 2 δυνάμει της Δ.10 Θ.12

(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ακόλουθης αίτησης και βεβαίως σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου, δικόγραφα αντηλλάγησαν και μεταξύ των εν λόγω εναγόμενων. Η απαίτηση του εναγόμενου 4 είναι να αποζημιωθεί από τις εναγόμενες 1 και 2 για το ποσό που ενδεχόμενα διαταχθεί να καταβάλει στον ενάγοντα και το θέμα θα με απασχολήσει κατωτέρω εάν και εφόσον τούτο θα κριθεί αναγκαίο με βάση τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Σημειώνεται επίσης ότι ειδοποίηση δυνάμει της Δ.10 Θ.12
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δόθηκε και από τις εναγόμενες 1 και 2 προς τον εναγόμενο 4 (ημερ. 13/09/11), αλλά και από τον εναγόμενο 3 στους εναγόμενους 1, 2 και 4 (ημερ.11/03/16). Κατά τον ίδιο τρόπο όμως όπως και πιο πάνω σημειώνω ότι οι ειδοποιήσεις αυτές και η σημασία τους θα με απασχολήσουν κατωτέρω εάν τούτο είναι αναγκαίο. Παραδεκτά γεγονότα Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τα εξής : 1) Η Ενάγουσα εγείρει την αγωγή αυτήν υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Σοφοκλή Γεωργίου Αχιλλέως, τέως από τη Λεμεσό και μόνιμου κάτοικου Αγγλίας και ή ως αντιπρόσωπος της περιουσίας των νόμιμων κληρονόμων και εξαρτημένων αυτού, ο οποίος απεβίωσε στις 18/07/
  1. 2) Έγγραφα διαχειρίσεως χορηγήθηκαν στην Ενάγουσα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, δικαιοδοσία διαχειρίσεως στις 30/01/12 στην αίτηση διαχωρίσεως με αριθμό 509/
  2. 3) Ο αποβιώσας σε κάθε ουσιώδη χρόνο για την αγωγή αυτήν ήταν πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας, που είχε όμως τη νόμιμη παραμονή του στο Λονδίνο. 4) Η σφραγίδα στο τεκμ.23 πάνω δεξιά «Received 06 May 2016» είναι της Νομικής Υπηρεσίας και δεν έχει σχέση με το έγγραφο. Έγγραφα που κατατέθηκαν και δεν θα ληφθούν υπόψη Χωρίς να χρειάζεται κρίνω να λεχθεί κάτι περισσότερο, το Δικαστήριο δεν θα λάβει υπόψη το περιεχόμενο των τεκμηρίων Α και Β για αναγνώριση τα οποία σημειώνεται δεν επιχειρήθηκε ποτέ να γίνουν κανονικά τεκμήρια και συνεπώς δεν αποτελούν μαρτυρία (βλ. Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης-Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κ.κ.Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη σελ.396-398). Κατ' επέκταση δεν θα ληφθεί υπόψη ούτε μαρτυρία που προέκυψε από το περιεχόμενο τους, χωρίς να διαφεύγει σε καμία περίπτωση βέβαια ως προς το τεκμ.Α για αναγνώριση ότι ως παρατηρώ οι αποδείξεις που περιλαμβάνονται σε αυτό αποτελούν μέρος του τεκμ.15 και ότι ουσιαστικά η μαρτυρία της εναγόμενης 1 δόθηκε στη βάση του τελευταίου αυτού τεκμηρίου. Επίσης δεν θα ληφθεί υπόψη το τεκμ.16 (πωλητήριο έγγραφο ημερ.29/09/08), το οποίο κατατέθηκε με την σημείωση ότι δεν είναι χαρτοσημασμένο και με σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου στο συνήγορο των εναγομένων 1 και 2 να φροντίσει μέχρι το πέρας της διαδικασίας να χαρτοσημανθεί αφού σε διαφορετική περίπτωση δεν θα ληφθεί υπόψη. Κάτι τέτοιο μέχρι και σήμερα δεν έγινε. Κατά τον ίδιο τρόπο δε όπως και πιο πάνω αναφέρεται ότι δεν θα ληφθεί υπόψη μαρτυρία που προέκυψε από το περιεχόμενο του. H μαρτυρία Για την πλευρά της ενάγουσας κατέθεσε ένας
(1)μάρτυρας και συγκεκριμένα ο Άθως Περικλέους (ΜΕ1). Για τις εναγόμενες 1 και 2 κατέθεσαν οι ίδιες οι εναγόμενες. Τέλος, κατέθεσε και ένας
(1)μάρτυρας για τον εναγόμενο 4 και συγκεκριμένα ο Γιάννης Στασής. ΜΕ1 Άθως Περικλέους Εργάζεται στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας από το 1993 και κατέχει τη θέση του κτηματολογικού γραφέα στο τμήμα επιτόπιων ερευνών. Κατά την κυρίως εξέταση του (βλ. και γραπτή δήλωση του τεκμ.1): - Eξήγησε κατ' αρχήν κάτω από ποιες συνθήκες ο αποβιώσαντας ενεγράφη ιδιοκτήτης των ¾ μεριδίων και η εναγόμενη 1 του ¼ μεριδίου στο οικόπεδο με προσωρινό αριθμό 357 Λ1 (εμβαδό 508 τ.μ), που στη συνέχεια έλαβε αρ.εγγραφής 30784 και αρ. τεμαχίου 658 (επίδικο οικόπεδο). - Συγκεκριμένα, ο Γιώργος Αχιλλέως Κωνσταντίνου, πατέρας του αποβιώσαντα και της εναγόμενης 1, ήταν ιδιοκτήτης 6/180 μεριδίων του κτήματος με αρ.τεμαχ.357, Φ/Σχ.54/42, χωράφι με αρ.εγγραφής 20879, συνολικής έκτασης 38.797 τ.μ. στην τοποθεσία Λαξιά στην Αγία Φύλα, τα οποία είχε αγοράσει το
  1. Το μερίδιο αυτό το μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς στον αποβιώσαντα και την εναγόμενη 1 ανά 3/180 μερίδια. Η εναγόμενη 1 δε απέκτησε επιπλέον 2/180 του ακινήτου δια αγοράς από τρίτο πρόσωπο (βλ. τεκμ.13). Με τον φάκελο Α413/97 έγινε διαχωρισμός του εν λόγω ακινήτου και ένα εκ των οικοπέδων ήταν το πιο πάνω αναφερόμενο με αρ.τεμ.658, αρ. εγγραφής 30784, ενώ η εναγόμενη 1 ενεγράφη ιδιοκτήτρια και όλου του μεριδίου του οικοπέδου με αρ.εγγραφής
  2. - Η εναγόμενη 1 υπογράφοντας το έντυπο Ν.3Α έδωσε την συγκατάθεση της να εγγραφούν τα μερίδια ως ανωτέρω αναφέρεται (βλ. τεκμ.3, αρ. 31 στο έμπροσθεν μέρος και τις έγγραφες συγκαταθέσεις στο πίσω μέρος αρ.36 & 37) και στις 02/07/99 της αποστάληκε αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας. - Το επίδικο οικόπεδο εγγράφηκε στο κτηματικό μητρώο με τα πιο πάνω μερίδια. - Το 1999 έγινε μηχανογράφηση των αρχείων του κτηματολογίου και φαίνεται πως κατά το στάδιο που περάστηκαν τα στοιχεία εγγραφής του επίδικου οικοπέδου στο μηχανογραφημένο σύστημα εκ λάθους ή και αβλεψίας πληκτρολογήθηκαν λανθασμένα τα μερίδια των ιδιοκτητών του επίδικου οικοπέδου από ½ μερίδιο αντί ¾ και ¼ αντίστοιχα. - Στις 30/01/2008 η εναγόμενη 1 παρουσιάστηκε στο επαρχιακό κτηματολόγιο Λεμεσού και κατέθεσε δήλωση μεταβίβασης μαζί με όλα τα απαραίτητα έγγραφα και αποδείξεις με σκοπό να μεταβιβάσει στην εναγόμενη 2 το επίδικο οικόπεδο. Εκ μέρους της εναγομένης 2 παρουσιάστηκε η Σταυρούλα Κυριακίδου ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της. Στην εν λόγω μεταβίβαση αναγράφηκε ως εγγεγραμμένο μερίδιο το ¼. Για άγνωστο όμως λόγο η εναγόμενη 1 δεν προχώρησε στη μεταβίβαση και της επιστράφηκε το έντυπο δήλωσης μεταβίβασης με όλα τα επισυναπτόμενα έγγραφα. - Κατά ή περί τις 02/04/2008 η εναγόμενη 1 παρουσιάστηκε ξανά στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο Λεμεσού και κατέθεσε εκ νέου την ίδια δήλωση μεταβίβασης Δ.1112/2008 (τεκμ.5) με διορθωμένο αυτή τη φορά το μερίδιο στο εν λόγω έντυπο και συγκεκριμένα με την αντικατάσταση του ¼ με ½. Επίσης στην εν λόγω δήλωση μεταβίβασης διορθώθηκε η ημερομηνία μεταβίβασης με την αντικατάσταση της ημερομηνίας 30/01/2008 με την ημερομηνία 02/04/
  3. Η εναγόμενη 1 παρουσιάστηκε ως ιδιοκτήτρια του 1/2 μεριδίου του επίδικου οικοπέδου και δώρισε το μερίδιο αυτό στην κόρη της, εναγομένη
  4. Η πράξη έγινε αποδεκτή εφόσον το μηχανογραφημένο σύστημα έδειχνε ότι ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ½ μεριδίου. Κατά την πιο πάνω μεταβίβαση η εναγόμενη 2 εκπροσωπήθηκε αυτή τη φορά από την Μαρία Μεσιήτη δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 31/03/2008 και έγινε σχετική διόρθωση στη δήλωση μεταβίβασης με τη διαγραφή και αντικατάσταση του ονόματος της Σταυρούλας Κυριακίδου με το όνομα της Μαρίνας Μεσιήτη. Στις αποδείξεις πληρωμής του Συμβουλίου αποχετεύσεων Λεμεσού οι οποίες επισυνάπτονται στην δήλωση μεταβίβασης φαίνεται ότι το μερίδιο της εναγομένης 1 είναι το ¼ του οικοπέδου. - Το σύστημα μηχανογράφησης δεν διορθώθηκε και παρέμεινε η λανθασμένη εγγραφή μεριδίων του οικοπέδου, ενώ σε άγνωστο χρόνο με πρόχειρη επέμβαση με μελάνι στο χειρόγραφο κτηματικό μητρώο μετατράπηκαν τα μερίδια ¾ και ¼ σε 2/4 το καθένα. - Περί τις 12/12/2008 παρουσιάστηκε στο κτηματολόγιο Λεμεσού η Μαρίνα Μεσιήτη ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος της εναγομένης 2 και ο Ιωάννης Μάππουρος ως διευθυντής των εναγομένων 3 και η πρώτη προέβη στη δήλωση μεταβίβασης ½ μεριδίου του επίδικου οικοπέδου στην εναγόμενη 3 δυνάμει πώλησης με αριθμό Π 5155/2008 (τεκμ.7) και στις 19/01/2009 καταχωρήθηκε και εγγράφηκε στο κτηματικό μητρώο η εναγόμενη 3 ως ιδιοκτήτρια του ½ του οικοπέδου. Στη δήλωση μεταβίβασης Π5155/2008 επισυνάπτεται απόδειξη πληρωμής του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού στην οποία αναγράφεται ότι το μερίδιο της εναγομένης 2 είναι το ¼ του επίδικου οικοπέδου. - Ο αποβιώσας με επιστολή του ημερομηνίας 17/06/2009 η οποία παραλήφθηκε την ίδια μέρα από το κτηματολόγιο ζήτησε τη διόρθωση του λάθους που έγινε (τεκμ.9). Ο Διευθυντής του κτηματολογίου Λεμεσού παραδέχθηκε το λάθος και κάλεσε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη σε συνάντηση με σκοπό την διόρθωση του λάθους πλην όμως δεν μπόρεσε να γίνει η διόρθωση επειδή το κτήμα είχε περιέλθει σε τρίτο πρόσωπο. Σχετική είναι η επιστολή του κτηματολογικού λειτουργού Ανδρέα Συμεού ημερομηνίας 24/06/2009 (τεκμ.10). - Σύμφωνα με την εκτίμηση του κτηματολογίου κατά τον χρόνο της μεταβίβασης του ¼ μεριδίου επ' ονόματι του εναγόμενου 3 η αξία του ¼ ανερχόταν στις €50.000.-. Περαιτέρω ανέφερε : - Στη δήλωση μεταβίβασης με αρ. Δ.1112/08 (τεκμ.5) φαίνεται στην 1η σελίδα η αλλαγή της ημερομηνίας από 30/01/2008 σε 03/04/2008 και η αλλαγή του ονόματος στο σημείο δικαιοδόχος όπου σβήστηκε το όνομα της Σταυρούλας Κυριακίδου και αναφέρεται το όνομα της Μαρίνας Μεσιήτη, ενώ στην πίσω πλευρά της 1ης σελίδας φαίνεται στο κτήμα αρ.2 με αρ.658 η διόρθωση του ¼ σε ½. - Στο χειρόγραφο κτηματικό μητρώο τεκμ.6, όπου φαίνεται η εγγραφή του επίδικου ακινήτου κατόπιν αντιγραφής σε αυτό των δεδομένων της φόρμας Ν63 τεκμ.4, για άγνωστο λόγο φαίνεται να έχουν αλλαχτεί τα μερίδια. - Όταν κάποιος ιδιοκτήτης ακινήτου προτίθεται να μεταβιβάσει μερίδιο σε τρίτο πρόσωπο και υπάρχει συνιδιοκτήτης, κατά την κατάθεση της δήλωσης κάτω στο Κτηματολόγιο, το Κτηματολόγιο θα ζητήσει είτε την έγγραφη συγκατάθεση του συνιδιοκτήτη, για να μπορέσει να γίνει η πράξη άμεσα ή εάν δεν γίνει αυτό, τότε θα ζητήσει από τους αγοραστές να προχωρήσουν σε δημοσίευση σε δύο τουλάχιστον εφημερίδες και εάν εντός ενός μηνός από την ημέρα που θα γίνει η δημοσίευση, δεν αποταθεί ο συνιδιοκτήτης για την αγορά του ακινήτου, δηλαδή έχει τον πρώτο λόγο πάντοτε ο συνιδιοκτήτης, τότε το κτήμα θα εγγραφεί κανονικά στον αγοραστή. Στην παρούσα περίπτωση έγινε δημοσίευση σε δύο εφημερίδες, στον «Πολίτη» και στη «Χαραυγή» (τεκμ.8Α & Β). - Δεν υπάρχει στο φάκελο του κτηματολογίου οτιδήποτε ή και οποιοδήποτε έγγραφο που να δείχνει ότι ο αποβιώσας γνώριζε από το 1999 για τον περιορισμό του μεριδίου του. Το μόνο που προκύπτει είναι η αποστολή των τίτλων ταχυδρομικώς το 1999 και συγκεκριμένα 02/07/1999 όπου για την παρούσα περίπτωση αναγραφόταν ¾ και ¼. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο των εναγομένων 1 και 2 ανέφερε μεταξύ άλλων: - Το άρθρο 61 μιλά για διορθώσεις λάθους. Επειδή όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει εμπλακεί 3ο πρόσωπο ο Διευθυντής έχει απαντήσει ότι δεν είναι της αρμοδιότητας του να προχωρήσει σε οποιαδήποτε διόρθωση. - Η επιστολή τεκμ.10 είναι εσωτερικό έγγραφο του κτηματολογίου και ο ενάγοντας μάλλον ενημερώθηκε προφορικά. - Ως προς το τεκμ.6 ανέφερε ότι φαίνεται από το αρχικό βιβλίο ότι έχει παρέμβει πάνω άλλου είδους γραφή από την αρχική. Επίσης είπε ότι δεν θα έβαζαν ποτέ στο μητρώο εγγραφής, εάν ήταν η αρχική εγγραφή η συγκεκριμένη, 2/4 και 2/4 αλλά ½ και ½. Διόρθωση έγινε και εκεί που φαίνεται η Μαρία Κυριακίδου. - Δεν μπορεί ο ίδιος να ξέρει πότε και από ποίον έγιναν οι διορθώσεις στη δήλωση μεταβίβασης τεκμ.
  5. Αυτό που γνωρίζει είναι ότι το συγκεκριμένο έγγραφο κατατέθηκε στο κτηματολόγιο στις 30/01/2008 (όπως επιμαρτυρεί και η σφραγίδα που έθεσαν ως κτηματολόγιο στην πάνω δεξιά γωνιά του εγγράφου) και για άγνωστο λόγο δεν προχώρησε η πράξη. Μετά την επανέφεραν πίσω διορθωμένη την ίδια φόρμα όπως την βλέπουμε για να γίνει η πράξη. - Οι εναγόμενες 1 και 2 δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στο φάκελο, να γράψουν κάτι στο φάκελο. Τα έγγραφα του Κτηματολογίου τα χειρίζονται οι υπάλληλοι και δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση οι πολίτες. Εάν έγινε κάποια δόλια πράξη δεν το γνωρίζει. - Σε υποβολή ότι η εναγόμενη 1 είχε την εντύπωση ότι της αναλογούσε ενάμιση οικόπεδο, απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τι νόμιζε η εναγόμενη. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο των εναγομένων 3 ανέφερε μεταξύ άλλων: - Τα τεκμήρια 2-7 που έχει παρουσιάσει βρίσκονται και φυλάσσονται εις το strong room δηλ. σε μεγάλο δωμάτιο ασφαλείας το οποίο βρίσκεται σε χώρο που δεν έχει πρόσβαση το κοινό και πρόσβαση έχουν μόνο οι υπάλληλοι που χειρίζονται τις ανάλογες υποθέσεις. - Όσον αφορά την αξία του ¼ μεριδίου που ανέφερε στην κυρίως εξέταση του, είπε ότι στην πώληση που έγινε του 1/2 μεριδίου αναφέρεται σαν τίμημα πώλησης στη δήλωση €85,
  6. Το Κτηματολόγιο για σκοπούς είσπραξης δικαιωμάτων δεν έχει δεχτεί αυτό το ποσό και έχει καθορίσει το ποσό σαν αγοραία αξία του κτήματος τις €100,000 για το 1/
  7. Επομένως, για το 1/4 αναφέρεται στη δήλωση του ότι η αξία του είναι οι €50,
  8. Γίνεται αναφορά στο ¼ που είναι επίδικο. - Τις πληροφορίες του μητρώου του κτηματολογικού, σύμφωνα με κάποιους νόμους περί Αποχετεύσεως, τις δίδουν και στο Συμβούλιο Αποχετεύσεως. Στη φόρμα του Συμβουλίου Αποχετεύσεως εις την μεταβίβαση Π5155 τεκμ.7 φαίνεται ότι είναι το 1/4 μερίδιο, όπως είχε μεταφερθεί στο βιβλίο μητρώο εγγραφής κατά την έκδοση των τίτλων. Και στη συνέχεια τα δίνουν στις ανάλογες υπηρεσίες, για να μπορούν να κάνουν σωστά τις φορολογίες τους. - Στο τεκμ.3 φαίνονται οι υπογραφές όλων των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών στο πίσω μέρος του έντυπου Ν 3Α, οι οποίοι υπογράφουν στην παρουσία του υπάλληλου του Κτηματολογίου και ο οποίος πιστοποιά τις υπογραφές τους. Στο μπροστινό μέρος αναφέρεται η πιστοποίηση των υπογραφών ότι, τα ονόματα που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 4 και εν συνεχεία όλους τους υπόλοιπους αριθμούς, ότι έχουν υπογράψει ενώπιον του. Ξεκινά τέσσερις υπογραφές στην πρώτη σελίδα, πάνω ψηλά στην αρχή, απέναντι από το όνομα του, υπάρχει ο αντίστοιχος αριθμός με την υπογραφή τους, και συνεχίζουμε στη δεύτερη σελίδα 5, 6 και καταλήγουμε μέχρι τον αριθμό 56, που ήταν και οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες εκείνου του ακινήτου την τότε εποχή. Στη στήλη αριστερά είναι οι υπογραφές. Δεξιά ο υπάλληλος του Κτηματολογίου έχει αναγράψει τα ονόματα σύμφωνα με το μητρώο εγγραφής και στην αριστερή στήλη ακριβώς απέναντι από το όνομα του κάθε ενός υπάρχει η έγγραφη συγκατάθεση του. Κατά την αντεξέταση του από την συνήγορο του εναγομένου 4 ανέφερε μεταξύ άλλων: - Όταν διαπιστώθηκε το λάθος και κλήθηκαν τα εμπλεκόμενα μέρη για να διορθωθεί το λάθος, να γίνει διευθέτηση, δεν έχει οποιοδήποτε στοιχείο μέσα στον φάκελο του που να λέει ότι οι εναγόμενες 1 και 2 είχαν θέσει τη θέση τους ότι το ορθό μερίδιο το δικό τους ήταν το 1/2 και όχι το ¼. - Όταν υπογράφεται ο τύπος Ν 3Α (βλ. τεκμ.3) η συνήθης πρακτική που γίνεται και από την πείρα του τόσα χρόνια, οπωσδήποτε όταν θα θέσουν την υπογραφή τους στο έντυπο, που θεωρείται το τελικό έγγραφο διανομής και το πιο επίσημο, γνωστοποιούν σε όλους τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες στην παρουσία τους τι υπογράφουν και το μερίδιο που τους αναλογεί και ποιο οικόπεδο τους αναλογεί. Ανοίγουν τον φάκελο και τους δείχνουν. Είναι μια δουλειά που κάμνει εδώ και χρόνια. Τους δείχνουν το σχέδιο των οικοπέδων, τους δείχνουν τι τους αναλογεί, το οικόπεδο, αριθμός, ένας συγκεκριμένος αριθμός, τους το δείχνουν όλο μερίδιο ή οποιοδήποτε άλλο μερίδιο έχει συμφωνηθεί μεταξύ τους και εάν συμφωνά, θέτει την υπογραφή του πάνω στον τύπο Ν 3Α, όπως φαίνεται και στον συγκεκριμένο τύπο που έχει καταθέσει. - Έχοντας υπόψη ότι στο αρχικό ακίνητο η εναγόμενη ήταν ιδιοκτήτρια των 5/180 και ο αποβιώσας των 3/180, με μια μαθηματική πράξη που έχει κάνει με τα εμβαδά που έχουν πάρει τα δύο αδέλφια, φαίνεται ότι έχουν πάρει τα μερίδια που τους αναλογούν, όσον αφορά το εμβαδόν που πήραν στα δύο οικόπεδα, τα οποία τους έχουν αναλογήσει και σύμφωνα με τα μερίδια τα οποία είχαν εγγεγραμμένα. Εναγόμενη 1 Κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε (βλ. και γραπτή της δήλωση τεκμ.14): - Το 1982, ο σύζυγός της Νίκος Κυριακίδης που τότε ήταν εν ζωή αποφάσισε να αγοράσει επ' ονόματι της περιουσία η οποία επωλείτο στην τοποθεσία Λαξιά στην Αγία Φύλα. Η περιουσία αυτή αξιοποιείτο από Αμμοχωστιανούς πρόσφυγες οι οποίοι βρήκαν έναν έξυπνο τρόπο επένδυσης κατά τον τρόπο που αναφέρει. - Αρχικά ο σύζυγός της αγόρασε ένα οικόπεδο για το ποσό των 4.500 λιρών Κύπρου και το έγραψε επ'ονόματι του πατέρα της Γεωργίου Αχιλλέως. Το εν λόγω οικόπεδο γράφτηκε αρχικά στο όνομα του πατέρα της διότι αυτός ήταν εκτοπισμένος ενώ ο σύζυγός της δεν ήταν. - Στη συνέχεια ο πατέρας της αγόρασε με το ποσό των 2.500 λιρών Κύπρου ένα μικρό τμήμα το οποίο γειτνίαζε με το οικόπεδο που αγόρασε ο σύζυγός της για λογαριασμό του αδελφού της - ενάγοντα. Στο πιο πάνω ποσό εξ' όσων της ανέφεραν ο σύζυγός της και ο πατέρας της συνείσφερε και ο ενάγοντας πόσο 800 λιρών Κύπρου. - Ο σύζυγός της στη συνέχεια αγόρασε άλλο ένα οικόπεδο με το ποσό των 7.500 λιρών Κύπρου από κάποια Κύπρια της Αγγλίας της οποίας αγνοεί το όνομα αλλά εξ' όσων την πληροφορεί ο. κ. Κλεόβουλου το οικόπεδο αυτό επωλήθη από τον Αντώνη Μακρίδη, χωρίς να γνωρίζει όμως πώς συνδέεται το όνομα αυτό με την κυρία από την Αγγλία από την οποία γνωρίζει ότι το αγόρασαν. - Η ίδια δεν γνωρίζει πολλές λεπτομέρειες για τις πράξεις διότι τότε ζούσε ο σύζυγός της και αυτός μαζί με τον πατέρα της είχαν την πρωτοβουλία των πράξεων αυτών. Γνωρίζει απλά ότι ο σύζυγός της αγόρασε ενάμιση οικόπεδο για την ίδια και το μισό αγοράστηκε για λογαριασμό του αδερφού της δηλαδή του ενάγοντα. Η πληρωμή του τιμήματος του ενάμιση οικοπέδου γινόταν με δόσεις και κάποτε μετέβαινε η ίδια για να πληρώσει τη δόση, κάποτε ο πατέρας της και στο φάκελο της υπόθεσης που κατέλειπε ο σύζυγός της βρήκε κάποιες αποδείξεις των εν λόγω πληρωμών. Στη συνέχεια ο σύζυγός της και ο πατέρας της διευθέτησαν και μεταβιβάστηκαν τα οικόπεδα επ΄ ονόματι της και του ενάγοντος σε μερίδια. - Μετά από κάποια χρόνια την κάλεσαν στο κτηματολόγιο και υπέγραψε μαζί με τον πατέρα της την διανομή των οικοπέδων. Υπόγραψε ότι της υποδείχθηκε χωρίς να γνωρίζει τι μερίδια υπέγραψε, ούτε και είχε τόσο ενδιαφέρον για την ίδια μερίδιο ¼ πάνω ή κάτω, ούτε έδινε σημασία και ούτε θυμάται πόσα μερίδια της αναλόγισαν. Απλά γνωρίζει ότι της αναλογούσε ενάμιση οικόπεδο. - Το έτος 2003 απεβίωσε ο πατέρας της και το 2005 ο σύζυγός της. Οι δύο θάνατοι την συγκλόνισαν, ιδίως του συζύγου της και για χρόνια την κατέβαλε η μελαγχολία και η κατάθλιψη. Ο σύζυγός της κατέλειπε μεγάλη ακίνητη περιουσία και άρχισαν τη διαδικασία διαχείρισης και διανομής της περιουσίας του στις δύο θυγατέρες τους την Σταυρούλα Κυριακίδου και την Μαρία Κυριακίδου. Η διαχείριση ανατέθηκε στο γραφείο του κ. Μιχαλάκη Μεσιήτη που ανέλαβε όλη την γραφειοκρατική δουλειά της διαχείρισης και τις μεταβιβάσεις στο κτηματολόγιο. Μαζί με την κληρονομική περιουσία αποφάσισαν να μεταβιβάσει και τη δική της περιουσία στις δυο της κόρες. - Όσον αφορά την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου δεν θυμάται τα γεγονότα ούτε και γνωρίζει λεπτομέρειες. Η ίδια μετέβαινε στο κτηματολόγιο όταν η κα Μαρίνα Μεσιήτη, σύζυγος του αναφερόμενου Μιχαλάκη Μεσιήτη, την καλούσε και υπέγραφε σύμφωνα με τις υποδείξεις της για την διανομή της περιουσίας στις δύο της θυγατέρες. Δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι έγινε στις 30 Ιανουαρίου 2008, δεν θυμάται γιατί δεν πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση εκείνη τη μέρα ή γιατί χρειάστηκε να ξαναπάνε στο κτηματολόγιο στις 2 Απριλίου 2008 και ούτε η κυρία Μαρίνα Μεσιήτη μπορεί να θυμηθεί μετά από τόσα χρόνια. Εξάλλου όπως προανέφερε την εποχή εκείνη λόγω του θανάτου του πατέρα της και του συζύγου της υπέφερε από κατάθλιψη και δεν είχε μυαλό να θυμάται τέτοιες λεπτομέρειες. - Αρνείται τους ισχυρισμούς περί δόλου και απάτης από την ίδια και τη θυγατέρα της. Δεν γνώριζε ούτε η ίδια ούτε η θυγατέρα της ότι ο αδερφός της διεκδικούσε το ¼ μερίδιο. Το συγκεκριμένο ακίνητο δεν είναι αξιόλογο και το ½ μερίδιο επωλήθη στην τιμή των €84.430 και από το ποσό αυτό η κόρη της πλήρωσε φόρους και κτηματομεσιτικά περίπου €31.714 ήτοι €17.087 κτηματομεσιτικά και €14.627 φορολογία. Η αγωγή του αδερφού της τους αιφνιδίασε επειδή δεν γνώριζαν τα όσα αυτός τους καταλόγιζε και η θυγατέρα της αποτάθηκε στο κτηματολόγιο και έκανε έρευνα για το ιστορικό του κτήματος. - Ότι έγινε δεν έγινε επί σκοπού ούτε είχε γνώση και πρόθεση να εξαπατήσει τον αδελφό της στον οποίο ουσιαστικά χάρισαν και το μερίδιο το οποίο ενεγράφη στο όνομά του διότι η αγορά του οικοπέδου ήταν πρωτοβουλία του συζύγου της, ενώ αυτός ήταν αμέριμνος στο Λονδίνο και το μόνο που συνείσφερε όπως προανέφερε ήταν 800 λίρες Κύπρου. Θεωρούσαν ότι αγόραζαν ενάμιση οικόπεδο και δεν γνωρίζει πώς έγινε και υπέγραψε για λιγότερο μερίδιο και περιορίστηκε το μερίδιο της στο ¼. Θεωρεί ότι το λάθος έγινε το 1997 όταν περιόρισαν το μερίδιό της σε ¼ και θεωρεί ότι το ½ μερίδιο που τελικά καταχωρήθηκε στον τίτλο ιδιοκτησίας και μεταβιβάστηκε στη θυγατέρα της το 2004 (σύμφωνα με την ίδια στην αντεξέταση της το ορθό είναι 2008 και όχι 2004 που ανεγράφη εκ λάθους-βλ. πρακτικά ημερ. 24/05/16, σελ.25) ήταν η δίκαιη διανομή. Ίσως μεσολάβησε ο σύζυγός της ή ο πατέρας της πριν το θάνατο τους και έγινε η σχετική διόρθωση. - Σε κάθε περίπτωση ότι έγινε οφείλεται σε ενέργειες του κτηματολογίου στις οποίες η ίδια και η θυγατέρα της εναγόμενη 2 δεν είχαν ανάμειξη ούτε και μπορούσαν να είχαν πρόσβαση στα άδυτα του κτηματολογίου. Η θυγατέρα της εναγόμενη 2 είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι το περιεχόμενο του τίτλου ιδιοκτησίας που έλαβε από το κτηματολόγιο απηχούσε την πραγματικότητα. Η θυγατέρα της πίστευε ότι είχε κάθε δικαίωμα να πουλήσει την περιουσία την οποίαν ο τίτλος αναγράφει. Εάν αυτό ήταν λάθος, αν αποδεικνύεται κάτι τέτοιο δηλαδή, η θυγατέρα της δεν φέρει καμία ευθύνη καθώς ενεργούσε καλόπιστα. Ούτε και η ίδια φέρει ευθύνη διότι ούτε η ίδια γνώριζε αυτές τις προσθαφαιρέσεις στις οποίες το κτηματολόγιο προέβαινε και ούτε προσπορίσθηκε κανένα όφελος από αυτή την υπόθεση. - Με τον αδερφό της, όταν η θυγατέρα της θα πωλούσε το ½ μερίδιο του επίδικου τεμαχίου, η τελευταία επικοινώνησε τουλάχιστον τρεις φορές και μεταξύ άλλων του ζήτησε να πουλήσει και αυτός το μερίδιό του και αυτός είπε ότι δεν τον ενδιέφερε. Ήταν ενήμερος ο αδερφός της και για το μερίδιο του ότι περιοριζόταν στο ½ και για την πράξη πώλησης. Δεν γνωρίζει μετά τι μεσολάβησε και αντέδρασε με την παρούσα αγωγή. Περαιτέρω ως προς την παράγραφο 5 της δήλωσης της τεκμήριο 14 διευκρίνισε ότι αγόρασαν πρώτα το μεγάλο οικόπεδο και μετά υπήρχε δίπλα τους μισό οικόπεδο το οποίο αγόρασαν για τον αδελφό της που έλειπε στην Αγγλία με σκοπό αν έρθει στην Κύπρο να μπορεί να χτίσει ένα μικρό σπίτι. Επίσης ως προς το οικόπεδο που αναφέρει στην παράγραφο 6 της δήλωσης της είπε ότι αυτό αγοράστηκε 5-6 χρόνια μετά, το 1988 νομίζει. Κατά την αντεξέταση της από την συνήγορο του εναγομένου 4 Ερωτήθηκε γιατί οι αποδείξεις τεκμήριο 15 λένε Γεώργιος Αχιλλέως και κατά πόσον είναι ή όχι κάτι επίσημο αυτές οι αποδείξεις και απάντησε ότι οι αποδείξεις έβγαιναν στο όνομα του πατέρα της ή στο δικό της. Πλήρωνε είτε η ίδια είτε ο πατέρας της. Για το μερίδιο του αδελφού της πλήρωνε ο πατέρας της. Όσον αφορά την απόδειξη ημερομηνίας 2/4/1992 επ' ονόματι της για πόσον Λ.Κ.269 ανέφερε ότι αφορούσε το δικό της μερίδιο. Σε ερώτηση πώς αγόραζαν από το χωράφι το οποίο ήταν αδιανέμητο, μεγάλης έκτασης και υπήρχε σχέδιο διαχωρισμού ανέφερε ότι υπήρχε ένα τοπογραφικό με διαχωρισμούς των οικοπέδων και αγόρασαν ένα μεγάλο οικόπεδο και δίπλα υπήρχε το μικρό κομμάτι το οποίο σκέφτηκαν να το πάρουν για τον αδερφό της. Συμφώνησε δε ότι υπήρχαν διαφορετικού μεγέθους οικόπεδα. Επιπλέον ως προς την παράγραφο 9 της δήλωσης της ανέφερε ότι η χωρίστηκαν τρεις φορές τα οικόπεδα και ο τελικός διαχωρισμός έγινε το 1997-
  9. Τότε αποκρυσταλλώθηκε τι θα πάρουν. Δέχτηκε στη συνέχεια ότι η απόδειξη πιο πάνω του 1992 αφορούσε την αγορά των αρχικών οικοπέδων και ανέφερε ότι τελικά τι πήραν δεν ξέρει διότι δεν ασχολείτο η ίδια αλλά ο πατέρας της και ο άντρας της. Αρνήθηκε όμως ότι η απόδειξη εξηγεί λογικά πως γράφει η απόδειξη 1 ½ οικόπεδο αλλά στο τέλος επειδή έγινε αλλαγή του οικοπέδου αποδέχτηκε να εγγραφεί για 1 και ¼ και επανέλαβε ότι δεν ασχολείτο η ίδια. Ερωτώμενη δε αν συμφωνεί ότι πάνω στο χωράφι αυτό το μερίδιο της με όλες τις αγορές ήταν 5/180, εκ των οποίων 3 της έδωσε ο πατέρας της και 2 αγόρασε από τον κ.Μαρκίδη (βλ.τεκμ.13), απάντησε ότι αυτή ήξερε ότι αγόρασε ένα οικόπεδο μεγάλο και δίπλα είχε ένα οικόπεδο μικρό. Είπε επίσης ότι γνωρίζει ότι μετά μεταφέρθηκαν ή μειώθηκαν διότι έπρεπε να μπουν χώροι πρασίνου. Όσον αφορά το τεκμ.5 δεν το συμπλήρωσε η ίδια. Ανέλαβε η κα Μεσιήτη να κάνει τις μεταβιβάσεις και δεν ασχολήθηκε. Της έδωσαν τους τίτλους ιδιοκτησίας για να ξέρει τι στοιχεία να γράψει. Ερωτώμενη δε αν γι' αυτό η κα Μεσιήτη έγραψε για το τεμάχιο 658 ¼ μερίδιο είπε ότι δεν ξέρει τι έγραφε η κα Μεσιήτη στην οποία ανέθεσε να συμπληρώσει τη φόρμα και να κάνει τη μεταβίβαση. Ακολούθως είπε ότι δεν θυμάται αν ήταν στο κτηματολόγιο στις 30/01/08 μαζί με την κόρη της την Σταυρούλα για να κάνουν δύο μεταβιβάσεις, μια στην Σταυρούλα και μια στη Μαρία, μπορεί όμως να ήταν. Πήγε και άλλες φορές στο κτηματολόγιο για μεταβιβάσεις αλλά δεν θυμάται ακριβώς πότε ήταν. Σε υποβολή ότι μόνον 2 φορές πήγε κτηματολόγιο για μεταβιβάσεις δηλ. 30/01/08 και 02/04/08 είπε δεν θυμάται. Επίσης δεν θυμάται είπε αν στις 30/01/08 πήγε με σκοπό να μεταβιβάσει 1 ακίνητο στην Σταυρούλα και 3 στην Μαρία. Πήγε αλλά δεν θυμάται ημερομηνίες. Και δεν θυμάται αν στις 30/01/08 έγινε πράγματι η μεταβίβαση στην Σταυρούλα ενώ για κάποιο λόγο δεν έγινε στην Μαρία. Της τηλεφώνησαν και πήγε στο κτηματολόγιο. Δεν ξέρει ποιος άλλαξε την ημερομηνία στο τεκμ.5 και δεν ασχολήθηκε. Της τηλεφώνησαν να πάει να υπογράψει και δεν είχε σκοπό να κάνει κακό σε κανέναν. Δεν είδε τι υπόγραψε, είχε εμπιστοσύνη. Στο τεκμ.3, στην πίσω σελίδα όπου φαίνονται οι αριθμοί 36 και 37, αναγνώρισε την υπογραφή της και την υπογραφή του πατέρα της. Όταν της υποβλήθηκε ότι υπόγραψε για να πάρει ένα οικόπεδο και ¼ απάντησε ότι ήταν ότι της ανήκε και δεν ασχολείτο με τα τέταρτα. Συμφώνησε δε ότι εστάλησαν χειρόγραφοι τίτλοι από το κτηματολόγιο αλλά είπε ότι τους έπιασε ο άντρας της και ο πατέρας της. Ερωτώμενη αν τους έδωσε στην κα Μεσιήτη απάντησε ότι τα είχε σε φάκελο ο άντρας της και δεν ασχολήθηκε με έτσι πράγματα. Ερωτήθηκε επίσης αν εκτός από την αλλαγή της ημερομηνίας στο τεκμ.5 άλλαξε και το μερίδιο και είπε δεν ξέρει. Άλλοι έκαμαν τα χαρτιά. Για το ότι φαίνεται να δόθηκε αρχικά πληρεξούσιο έγγραφο από τη Μαρία στη Σταυρούλα όπως προκύπτει από το τεκμ.5 και ακολούθως στην Μεσιήτη δεύτερο πληρεξούσιο, είπε ότι η κόρη της εργαζόταν και δεν μπορούσε να πηγαινοέρχεται στα κτηματολόγια, γι' αυτό ανέθεσαν τις υποθέσεις στην κα Μεσιήτη. Όταν δε της υποβλήθηκε ότι αναγκάστηκε να δώσει άλλο πληρεξούσιο επειδή το 1ο αναφερόταν σε ¼ μερίδιο ενώ το 2ο σε ½ μερίδιο, διερωτήθηκε αν υπήρχαν 2 πληρεξούσια με διαφορετικά μερίδια και είπε ότι αμφιβάλλει αν είχε έτσι πληρεξούσιο. Δεν ήξερε ότι η μια της κόρη έκανε πληρεξούσιο στην άλλη. Ερωτήθηκε έχοντας υπόψη σχετική αναφορά της στην παράγραφο 19 της δήλωσης της τεκμ.14 ότι ίσως να μεσολάβησαν ο σύζυγος της ή ο πατέρας της και έγινε διόρθωση, τι είχαν σκοπό να διορθώσουν και είπε ότι ίσως από μόνοι τους σκέφθηκαν ήταν αδικία να πάρει πιο μικρό οικόπεδο ή το ίσο του. Επειδή πλήρωσε για πιο μεγάλο. Ίσως. Δεν ξέρει όμως, δεν ασχολήθηκε ποτέ της με τούτα τα πράγματα. Για τα οικόπεδα αυτά της Αγίας Φύλας πλήρωνε φόρους. Για τον ΣΑΛΑ πιο συγκεκριμένα είπε ότι δεν είδε αν στην ειδοποίηση που της έστελναν να πληρώσει έγραφε ότι πρέπει να πληρώσει το ¼ μερίδιο των τελών για το οικόπεδο που είχε με τον αδελφό της. Αναφορικά με την παρουσία της στο κτηματολόγιο στις 30/01/08, δέχτηκε τελικά ότι ευρισκόταν στο κτηματολόγιο όταν της υποδείχθηκε το τεκμ.23 που αφορά δήλωση μεταβίβασης στην κόρη της Σταυρούλα. Τέλος, σε υποβολές που της έγιναν επανέλαβε τη θέση της ότι δεν γνώριζε και δεν απέκρυψε από τους υπαλλήλους του κτηματολογίου το πραγματικό της μερίδιο. Κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο των εναγομένων 3 Σε ερωτήσεις περί της μεταβίβασης του ακινήτου στους εναγόμενους 3 από την κόρη της και της πληρωμής μεσιτικών με βάση το τεκμ.17, απαντούσε ότι δεν γνωρίζει. Κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο του ενάγοντα Κατ' αρχήν ερωτώμενη να ξεκαθαρίσει για ποιες περιόδους ισχυρίζεται ότι δεν θυμάται, είπε ότι δεν θυμάται γενικά διότι πέρασαν χρόνια. Στη συνέχεια ανέφερε ότι πλήρωσε με το σύζυγό της 4.500 λίρες νομίζει για το πρώτο ενάμιση οικόπεδο και ο αδερφός της πλήρωσε 800 λίρες. Ερωτώμενη δε να σχολιάσει την παράγραφο 11 (α) της υπεράσπισης τους όπου αναφέρεται ότι ο αδελφός της πλήρωσε 2.500 λίρες και να πιει πότε λέει την αλήθεια, δηλαδή αν είναι 800 ή 2.500 λίρες που πλήρωσε ο αδερφός της, είπε ότι του αναλογούσε να πληρώσει 2.500 λίρες και εξ όσων γνωρίζει έδωσε
  10. Πέραν τούτου δεν ξέρει τι έγινε. Πλήρωνε η ίδια, πλήρωνε ο πατέρας της, δεν ξέρει τι έγινε. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο λόγος που πλήρωνε ο πατέρας της ήταν επειδή δεν είχε δουλειά, ήταν αθκιασερός και πήγαινε και τους βοηθούσε. Δεν έβγαινε απόδειξη στο όνομα του συζύγου της ή στην ίδια γιατί δεν το θεωρούσαν ότι υπήρχε πρόβλημα να γίνει στο όνομα του πατέρα της η απόδειξη αφού τον έστελνε όποτε μπορούσε να πάει εκείνος και πλήρωνε. Επίσης ο άντρας της ήταν κυβερνητικός, εργαζόταν όπως και η ίδια. Ακόμη εν σχέση με αυτό που είπε σε προηγούμενο στάδιο ότι έπρεπε τα οικόπεδα να είναι πάνω σε πρόσφυγα ερωτώμενη σχετικά απάντησε ότι έτσι τους έλεγαν αυτοί που τους πουλούσαν τα οικόπεδα, δεν ήταν δική της ιδέα. Σε υποβολή δε ότι το μεγαλύτερο μέρος για την αγορά αυτών των μεριδίων το πλήρωνε ο πατέρας της και για αυτό έβγαινε η απόδειξη στο όνομά του είπε ότι ο πατέρας της πλήρωνε για λογαριασμό τους. Του έδιναν χρήματα να πάει να πληρώσει. Ο πατέρας της ήταν πρόσφυγας που καλά-καλά ούτε δουλειά δεν είχε κανονική. Όσον αφορά το τεκμήριο 15 είπε ότι δεν θυμάται πόσες φορές πήγε η ίδια να πληρώσει τις δόσεις και πρόσθεσε ότι υπήρχαν και άλλες αποδείξεις και δεν ξέρει που χάθηκαν. Δεν ξέρει αν ο πατέρας της πλήρωνε ξεχωριστά για την ίδια και για τον αδερφό της. Του έδιναν τα λεφτά και πλήρωνε και δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει αν πλήρωνε ξεχωριστά ή όχι διότι του είχε πλήρη εμπιστοσύνη. Γνωρίζει ότι ο αδελφός της ο Σοφοκλής πλήρωσε ο ποσό που είπε διότι μιλούσαν με τον πατέρα της, της τα έλεγε. Με τον αδερφό της μιλούσαν ανέφερε αλλά αυτός ήταν πάντα ανάποδος, είχε προβλήματα και με τον πατέρα τους και με όλους. Δεν εμπιστευόταν κανέναν. Τον πατέρα του τον εμπιστευόταν επειδή τα πλήρωνε. Ερωτώμενη πόσα μερίδια της μεταβίβασε ο πατέρας της αυτή απάντησε ότι αγόρασε. Και όταν ερωτήθηκε πόσα αγόρασε είπε ότι αγόρασε ενάμιση οικόπεδο συν το άλλο που αγόρασε μόνη της. Της ζητήθηκε δε να πει αν ο πατέρας της, της μεταβίβασε οικόπεδο ή μερίδια και απάντησε ότι την πήραν και υπόγραψε, δεν ξέρει αν ήταν μερίδια ή οικόπεδο. Ξέρει ότι αγόρασε οικόπεδο και βρέθηκε με οικόπεδο. Αρνήθηκε δε ότι λέει ψέματα. Όταν ακόμη της ελέχθη ότι ο πατέρας της, της μεταβίβασε 3/180 διερωτήθηκε γιατί να της μεταβιβάσει 3/180 και είπε ότι της μεταβίβασε οικόπεδο. Πήγαν και της το μεταβίβασε. Σε περαιτέρω υποβολή ότι δεν είναι οικόπεδο που έπιασε στο τέλος από τη διανομή απάντησε ότι πήγε και υπόγραψε να πάρει ότι της ανήκει, ούτε ξέρει οτιδήποτε, δεν έψαξε τα χαρτιά της να δει. Όταν υπόγραψε δεν κοίταξε ούτε αν ήταν 3, ούτε αν ήταν 2, ούτε αν ήταν
  11. Της είπαν να υπογράψει και υπέγραψε διότι τους είχε εμπιστοσύνη και ανέφερε περαιτέρω ότι δεν την ενδιέφεραν τούτα τα οικόπεδα ούτε τα σπίτια. Όσον αφορά την συμφωνία διανομής τεκμ.3 απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις και υποβολές. Όταν δε της υποβλήθηκε ότι με τη διανομή θα έπαιρνε ένα οικόπεδο 714 μέτρα και ¼ του άλλου οικοπέδου ενώ ¾ θα γράφονταν στο αδελφό της, είπε «..Δύο οικόπεδα συν 1/4 είναι 714 μ
  12. Ποτέ ξανάγινε έτσι πράγμα στο Κτηματολόγιο να ορίσουμε δύο οικόπεδα και 1/4 να ορίσουμε 714 μέτρα; Δεν νομίζεις ότι είναι λίγο;». Συμφώνησε ότι είναι η δική της υπογραφή και εκ μέρους του αδελφού της υπόγραψε ο πατέρας της που είχε πληρεξούσιο, όμως επέμενε ότι ο αδελφός της θα έπαιρνε το 1/
  13. Επιπλέον ανέφερε ότι εμπιστευόταν τον πατέρα της πλήρως και δεν είχε λόγο να της γελάσει, ίσως όμως να μην το πρόσεξε όταν υπέγραφε. Ως προς το θέμα της μη ολοκλήρωσης της μεταβίβασης του οικοπέδου στην κόρη της την 1η φορά της υποβλήθηκε ότι είναι επειδή εν τω μεταξύ έγινε το λάθος στη μηχανογράφηση και της έγραψαν ½ μερίδιο αντί ¼, τους ενημέρωσαν σχετικά και αντί να ψάξουν τι έγινε έφυγαν και χρησιμοποίησαν την ίδια φόρμα μεταβίβασης στην οποία άλλαξαν το μερίδιο. Είπε ότι πρώτα απ' όλα ανέθεσε στην κυρία Μεσιήτη να κάνει τη μεταβίβαση. Ούτε φόρμα είδε, ούτε υπόγραψε ούτε έβαλε τίποτε μέσα. Πήγε στο Κτηματολόγιο να κάνει τη δουλειά της. Δεν μπορούσε η κόρη της να έρθει, έφυγε και ξαναπήγαν άλλη φορά για τη μεταβίβαση. Όταν δε της υποβλήθηκε ότι λέει ψέματα διότι είπε σε προηγούμενο στάδιο ότι δεν θυμάται γιατί δεν έγινε η μεταβίβαση τη συγκεκριμένη μέρα ενώ τώρα λέει ότι αυτό έγινε επειδή δεν μπορούσε η κόρη της, είπε ότι ξαναλέει δεν θυμάται και πως θυμάται ότι κάποια στιγμή είχε πάει στο Κτηματολόγιο αλλά όχι συγκεκριμένα γι' αυτό το οικόπεδο και δεν μπόρεσε η κόρη της να έρθει. Είχαν και άλλα θέματα του Κτηματολογίου, δεν ήταν μόνο τούτος ο τίτλος. Είχαν και άλλους τίτλους που έπρεπε να μεταβιβαστούν. Ακολούθως είπε ότι ο αδελφός της γνώριζε ότι πήρε το μισό οικόπεδο, τον άκουε ότι το γνώριζε. Πηγαινοερχόταν στην Κύπρο και είχαν σχέσεις. Για το τεκμ.5 και συγκεκριμένα την μέσα σελίδα, στη στήλη εγγεγραμμένο μερίδιο ή συμφέρον, όπου φαίνεται το ¼ να αντικαθίσταται με ½, είπε ότι δεν ξέρει πως έγινε αυτό. Πρώτη φορά έβλεπε αυτά τα χαρτιά. Η ίδια ανέθεσε στην κα Μεσιήττη να κάνει τη μεταβίβαση σύμφωνα με τον τίτλο και τα χαρτιά που είχαν. Δεν ξέρει τι είναι αυτό το πράγμα. Αναγνωρίζει την υπογραφή της στην 1η σελίδα, κάτω αριστερά, υπόγραψε τις φόρμες αλλά δεν ήξερε τι έγραφε μέσα ούτε κοίταξε. Ερωτώμενη για το πιστοποιητικό του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας με το οποίο βεβαιώνετο ότι εξοφλήθησαν τα τέλη για το 2008, για το συγκεκριμένο οικόπεδο, το οποίο καθορίζει το μερίδιο της ως το 1/4 του όλου, είπε ότι κάπου θα υπάρχει ακόμα ένα φυλλάδιο που να λέει το ένα οικόπεδο συν το 1/4 του όλου. Δεν νομίζει να της έδωσαν 1/4 οικόπεδο τη στιγμή που αγόρασε ένα οικόπεδο. Σε περαιτέρω υποβολή δε ότι ο λόγος που έγραφαν το 1/4 είναι διότι η αρχική εγγραφή που έγινε και το πρώτο κοτσιάνι που βγήκε, πιστοποιούσε ότι ήταν η ιδιοκτήτρια του 1/4 του συγκεκριμένου οικοπέδου, το εμβαδόν του οποίου ήταν 508 μέτρα απάντησε « Δηλαδή αγόρασα το οικόπεδο μου και βρέθηκα με το 1/4 των 508 μέτρων». Σε περαιτέρω ερωτήσεις που της έγιναν αρνήθηκε ότι εκμεταλλεύτηκε το λάθος που έγινε στη μηχανογράφηση του Κτηματολογίου οπότε περάστηκε ως ιδιοκτήτρια του ½ μεριδίου του ακινήτου αντί του ¼, το οποίο απέκρυψε, άλλαξε τις φόρμες και μεταβίβασε στην κόρη της το ½ μερίδιο. Αν άλλαξαν τις φόρμες και τους τίτλους δεν ξέρει τίποτε. Επιπλέον, σε περαιτέρω υποβολές που της έγιναν είπε ότι δεν θυμάται αν επί του αρχικού κτήματος πήρε 3/180 όπως και ο αδελφός της που απεβίωσε και δεν συμφωνεί ότι μετά αγόρασε 2/180, διότι ξέρει ότι αγόρασε 1,5 οικόπεδο αρχικά και μετά ένα οικόπεδο από άλλο ιδιοκτήτη. Ακόμη της υποβλήθηκε ότι η μοναδική συμφωνία διανομής όπου όλοι οι ιδιοκτήτες γης στο αρχικό κτήμα είχαν συμφωνήσει τι θα έπαιρνε ο καθένας και υπόγραψαν είναι το Τεκμήριο 3, στο οποίο μάλιστα φαίνεται και η υπογραφή της, χωρίς να το αμφισβητεί, είπε αν είναι το αρχικό, το Τεκμήριο 3, χωρίστηκαν τρεις φορές από την αρχική φορά που το χώρισαν μέχρι το τελικό κοτσιάνι που πήραν. Είπε επίσης ότι αντιλήφθηκε ότι προσπαθεί ο κύριος Θωμά να της πει ότι λέει ψέματα, ενώ η τελευταία φορά που ο καθένας έπαιρνε το κοτσιάνι του έγινε και έστειλαν του καθενός το δικό του κοτσάνι σπίτι του. Τίποτε άλλο δεν ξέρει. Τέλος, ανέφερε ότι όταν η θυγατέρα της, εναγόμενη 2, θα μεταβίβαζε το μερίδιο στους εναγόμενους 3 πήραν τηλέφωνο τον ενάγοντα και του είπαν ότι θα πωλήσουν και αν ήθελε να πωλήσει και εκείνος το δικό του αλλά τους είπε να πωλήσουν το δικό τους και ότι δεν θέλει ο ίδιος να πωλήσει. Τον πήρε η ίδια, η κόρη της και ο άλλος της αδελφός, και ήταν παρών και ο αδελφός της ο Ανδρέας. Δεν έγινε όμως συζήτηση για το πόσο ήταν το μερίδιο του ενάγοντα σε αυτές τις επικοινωνίες και πόσο ήταν της Μαρίας. Αφού ήξερε ο καθένας το δικό του μερίδιο. Εναγόμενη 2 Κατ' αρχήν στην κυρίως εξέταση της ανέφερε τα εξής (βλ. γραπτή δήλωση τεκμ.24). Μετά το θάνατο του πατέρα της, στις 30/10/2005, η ίδια και η αδελφή της ως οι μόνοι κληρονόμοι της περιουσίας του, δεδομένου ότι η μητέρα της αποποιείτο προς όφελός τους το κληρονομικό της μερίδιο και περαιτέρω τους μεταβίβαζε και την επ' ονόματι της περιουσία, αποφάσισαν από κοινού να διορίσουν το γραφείο του δικηγόρου κ. Μιχαλάκη Μεσιήτη και της συζύγου του Μαρίνας Μεσιήτη για να προβεί στις μεταβιβάσεις. Αφού συγκέντρωσαν όλη την περιουσία των γονέων τους παρέδωσαν όλους τους τίτλους στον κ.Μεσιήτη για να γίνουν όλες οι μεταβιβάσεις, όπως συμφώνησαν με την αδερφή της με τη συναίνεση της μητέρας της. Σημειώνει δε ότι οι γονείς τους, τους άφησαν μεγάλη περιουσία πέραν των 30 τίτλων και η διαδικασία στο κτηματολόγιο και στο γραφείο Εφόρου και ΣΑΛΑ έπαιρνε χρόνο, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι έπρεπε να γίνει και διαχείριση. Το επίδικο ακίνητο τεμ. 658 εξ όσων βλέπει από τους τίτλους τεκμήρια 19 και 20 μεταβιβάστηκε από τη μητέρα της επ'ονόματι της στις 04/04/
  14. Η ίδια δεν παρουσιάστηκε στο κτηματολόγιο διότι εργάζονταν αφενός αλλά και ήταν αχρείαστο αφετέρου αφού διόρισαν το γραφείο του κ.Μεσιήτη να προβεί στις μεταβιβάσεις και η σύζυγός του κυρία Μαρίνα είχε συμπληρώσει τα σχετικά πληρεξούσια έγγραφα για όλες τις μεταβιβάσεις, οι οποίες όπως προανέφερε ήταν πάρα πολλές. Εξ' όσων διαπιστώνει για τη μεταβίβαση του επίδικου τεμαχίου 658, πριν τη μεταβίβαση του η οποία έγινε στις 04/04/2008 σύμφωνα με τον τίτλο, έγινε προσπάθεια να μεταβιβαστεί σύμφωνα με τις δηλώσεις του κτηματολογίου και στις 30/01/2008 αλλά δεν γνωρίζει γιατί δεν έγινε η μεταβίβαση την ημέρα αυτή και έγινε στις 04/04/
  15. Ούτε θυμάται να ενημερώθηκε σχετικά ούτε και η κυρία Μεσιήτη θυμάται αφού τη ρώτησε, αλλά εξ όσων προκύπτει και για το άλλο τεμάχιο 659 η μεταβίβαση έγινε την ίδια μέρα. Δεν θυμάται να της είπε κανείς ότι το μερίδιο της μητέρας της στο 658 ήταν μόνο ¼ στον αρχικό τίτλο και στο μηχανογραφημένο τίτλο έγινε ½. Ήταν εξάλλου πολύ φυσιολογικό να μην ενημερωθεί διότι η περιουσία τους ήταν πολύ μεγάλη και το θέμα αυτό ήταν επουσιώδες για όλους τους. Τον ίδιο χρόνο ενδιαφέρθηκε η εταιρεία, εναγόμενη 3 (προφανώς εκ παραδρομής γίνεται αναφορά στη δήλωση σε εναγόμενη 4 - βλ.παρ.7) να αγοράσει τα δύο τεμάχια. Επειδή δε το τεμάχιο 658 ήταν συνιδιοκτησία με το θείο της, ενάγοντα, κατά ½, του τηλεφώνησε και τον ενημέρωσε ότι πωλεί το μισό (επί λέξει) και ο αγοραστής ενδιαφέρεται να αγοράσει και το άλλο μισό και του είπε ότι είναι ευκαιρία διότι αυτό το τεμάχιο μειονεκτεί διότι είναι σε χαμηλό υψομετρικό επίπεδο. Ο θείος της, της είπε ότι δεν ενδιαφέρεται. Η συζήτησή τους ήταν πολύ ευχάριστη και της έκανε και αστεία. Το αγοραπωλητήριο για το τεμάχιο 658 έγινε στις 29/09/2008 και το αγοραπωλητήριο του τεμαχίου 659 στις 30/06/
  16. Σύμφωνα με το τεκμήριο 17 πλήρωσε σε κτηματομεσίτη το ποσό των €17.000 ευρώ στις 03/07/2008 και αφορούσε την προμήθεια του και για τα δύο τεμάχια, όμως η πράξη έπρεπε να γίνει ξεχωριστά. Η φορολογία για το συγκεκριμένο ακίνητο πληρώθηκε στις 10/12/2008 ως φαίνεται στο τεκμήριο
  17. Κατά την αντεξέταση της από την συνήγορο του εναγόμενου 4 Κατ' αρχήν αναγνώρισε το πληρεξούσιο έγγραφο που ευρίσκεται στη δήλωση μεταβίβασης τεκμ.5 που υπέγραψε στην κα Μεσιήτη, όπως επίσης και το πληρεξούσιο που υπέγραψε για τη μεταβίβαση τεκμ.
  18. Έχει δώσει και στην αδελφή της τη Σταυρούλα ένα πληρεξούσιο είπε αλλά δεν θυμάται τι ήταν. Υπόγραψαν κάποια πληρεξούσια μια μέρα στο γραφείο της Μαρίνας Μεσιήτη αλλά δεν θυμάται για τι πράγμα ήταν. Σε ερώτηση αν θυμάται να πήγαν η Σταυρούλα με τη μητέρα της να κάνουν κάποια δήλωση για την ίδια είπε ότι δεν θυμάται πως έγιναν. Προσωπικά δεν ανακατευόταν και ούτε ρωτούσε τι έκαναν. Στην 1η σελίδα του τεκμ.5 όπου φαίνεται η Σταυρούλα ως πληρ. αντιπρόσωπος της Μαρίας Κυριακίδου δεν ξέρει γιατί είναι διαγραμμένο και δεν θυμάται γιατί έγινε αυτό. Το πληρεξούσιο στην Σταυρούλα αρνήθηκε ότι το έκανε η ίδια. Την κα Μεσιήτη είπε την είδε στο κτηματολόγιο όταν πήγαν για τη μεταβίβαση με την μητέρα της και την αδελφή της. Ερωτώμενη δε γιατί χρειάστηκε να δώσει πληρεξούσιο αφού πήγε αυτοπροσώπως είπε ότι δεν θυμάται. Έχει παιδιά πρόσθεσε και ίσως να πήγαινε να τα πάρει από κάπου και μετά ζήτησε να πάει και η ίδια μαζί τους. Δεν θυμάται. Στις 30/01/08 δεν θυμάται τι έγινε αλλά όταν επέστρεψαν η μητέρα της και η Σταυρούλα τους ρώτησε τι έγινε και της είπαν ότι έπρεπε να πάει αυτοπροσώπως. Δεν θυμάται γιατί δεν έγινε η μεταβίβαση στο όνομα της. Τελικά κάποια στιγμή μετά ήθελε να πάει και πράγματι ήταν εκεί όταν έγιναν οι μεταβιβάσεις στις 02/04/
  19. Ίσως υπόγραψε χαρτί της κας Μεσιήτη σε περίπτωση που δεν μπορούσε να πάει αλλά ήταν εκεί. Σε μεταγενέστερο στάδιο διευκρίνισε ότι ήταν εκεί όταν έγινε η μεταβίβαση στην ίδια και όχι όταν έγινε στην αδελφή της. Για την πώληση των οικοπέδων που της μεταβίβασε η μητέρα της ενεργούσε εκ μέρους της ο κ.Παναγιώτης Παναγιωτίδης, υπάλληλος τους. Αυτός είχε αναλάβει να βρει και τον μεσίτη. Η πληρωμή του μεσίτη με το τεκμ.17 αφορούσε την προμήθεια του και για τα 2 οικόπεδα που πώλησε στους εναγόμενους
  20. Στο κτηματολόγιο παρευρέθηκε κατά τη μεταβίβαση διότι ένιωθε ανασφάλεια. Δεν είχε εμπιστοσύνη στον σύζυγο της αδελφής της. Ερωτώμενη δε να διευκρινίσει κατά πόσο ήταν ή όχι τελικά στο κτηματολόγιο έχοντας υπόψη όσα ανέφερε εν σχέση με όσα είπε στην κυρίως εξέταση της (βλ. παραγρ.5 τεκμ.24) είπε ότι είχε περάσει 20-30 λεπτά διότι δεν είχε εμπιστοσύνη τι γινόταν. Έφυγε θυμάται από τη δουλειά 12:30 αλλά δεν έμεινε μέχρι τέλους να σιγουρευτεί αν πήγαιναν όλα καλά. Δεν μπορούσε να μείνει μέχρι τέλους γιατί έχει 3 παιδιά. Ερωτώμενη πάλιν για το πληρεξούσιο στην Σταυρούλα είπε ότι δεν θυμάται και ούτε θυμάται γιατί είχε γίνει πληρεξούσιο στην αδελφή της. Όταν ερωτήθηκε δε πως γίνεται να μην θυμάται ενώ θυμάται την ώρα που πήγε στο κτηματολόγιο απάντησε ότι ίσως πήγε, είναι λογικό να πήγε την ώρα που έφυγε από τη δουλειά. Περαιτέρω ανέφερε ότι κανείς δεν γνώριζε για την ύπαρξη κάποιου θέματος με το συγκεκριμένο ακίνητο ούτε κάποιος τους είπε κάτι σχετικό. Αν ήξερε ότι υπήρχε πρόβλημα δεν θα προχωρούσε με την πώληση. Αρνήθηκε υποβολή ότι γνώριζε πολύ καλά από την αρχή από τη μητέρα της και τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους ότι αυτό που έπρεπε να της μεταβιβαστεί από το επίδικο ακίνητο ήταν ¼ μερίδιο και το γεγονός ότι πάνω στη δήλωση μεταβίβασης αναγράφεται ¼ είναι θέμα του κτηματολογίου ανέφερε. Δεν συμπλήρωσε η ίδια τη δήλωση τεκμ.
  21. Είναι μεν η υπογραφή της αλλά είναι η κα Μεσιήτη πληρεξούσιος και δεν γνωρίζει. Κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο των εναγόμενων 3 Εδώ η μάρτυρας απάντησε σε ερωτήσεις αναφορικά με τις μεταβιβάσεις των 2 ακινήτων στους εναγόμενους 3 και την προμήθεια που πληρώθηκε σε μεσίτη. Σε υποβολή δε ότι οι κατηγορούμενοι 3 δεν γνώριζαν αν υπήρχε μεσιτεία ή όχι είπε ότι δεν είδε τον κ.Μάππουρο και δεν του μίλησε ποτέ. Οπότε δεν ξέρει αν γνώριζαν. Η ίδια ήξερε ότι υπήρχε μεσίτης μέσω του πληρεξούσιου της του κ.Παναγιωτίδη αλλά δεν ξέρει αν ήξερε κάποιος άλλος γι' αυτή τη μεσιτεία. Κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο του ενάγοντα Είπε ότι πριν την έγερση της αγωγής επικοινώνησε βράδυ κάποιος κύριος μαζί της που είπε ότι ήταν του κτηματολογίου σχετικά με αυτή την υπόθεση και την επομένη πήρε το θείο της αλλά ήταν έξω φρενών και δεν ήθελε να της μιλήσει με καλό τρόπο και να της πει τι συνέβηκε. Είχε μιλήσει με την μητέρα της μετά το τηλεφώνημα αυτό του κτηματολογίου και η τελευταία της είπε να πάρει το θείο της και γι' αυτό τον πήρε. Ακολούθως ενημέρωσε τη μητέρα της ότι ο θείος της φώναζε, απειλούσε και έβριζε. Αυτό έγινε Ιούνιο, Ιούλιο αλλά δεν θυμάται. Ήταν μέσα του καλοκαιριού. Ανέφερε περαιτέρω ότι με τον θείο της μίλησε για το κατά πόσο ενδιαφερόταν να πωλήσει το δικό του μισό στο ακίνητο 2-3 φορές. Μια φορά που του μίλησε θυμάται ήταν και η μητέρα της παρούσα. Σε ερώτηση πως γίνεται το 2008 ο θείος της να είναι όλο χαρά που θα πουλούσε το κτήμα, το μισό οικόπεδο, και είπε δεν ενδιαφέρεται να πωλήσει το δικό του μισό και από την άλλη μετά να την βρίζει, είπε ότι δεν ξέρει τι μεσολάβησε. Δεν τσακώθηκαν όμως εν τω μεταξύ με το θείο της. Όσον αφορά την μεταβίβαση στο κτηματολόγιο ανέφερε ότι η ίδια μια φορά πήγε. Την 1η φορά που πήγαν δεν ήταν εις γνώση της αν πήγαιναν στο κτηματολόγιο η μητέρα της και η αδελφή της. Μπορεί να πήραν κατά λάθος τη φόρμα για να κάνουν τη μεταβίβαση. Δεν ενημερώθηκε ούτε ήξερε ότι θα πήγαιναν τη συγκεκριμένη ημέρα, ούτε ξέρει πως βρέθηκαν αυτά τα χαρτιά τα άλλα. Σε υποβολή ότι ο λόγος που δεν έγινε η μεταβίβαση η συγκεκριμένη των τριών κτημάτων την 1η φορά, είναι γιατί στο Κτηματολόγιο είπαν ότι το επίδικο κτήμα φαίνεται ότι δεν είναι το 1/4 που είναι γραμμένο πάνω στη μητέρα της, αλλά το ½, απάντησε ότι δεν νομίζει να έγινε έτσι. Αλλά και έτσι να ήταν πρόσθεσε, διερωτήθηκε όταν πήγαν να το πουλήσουν γιατί το Κτηματολόγιο δεν είπε ''έχει λάθος''. Δεν υπήρχε λόγος να πουλήσει το κομμάτι κάπου αλλού. Σε περαιτέρω υποβολή ότι όταν οι συγγενείς της, δηλαδή η μητέρα της και η αδελφή της αντιλήφθηκαν αυτό το γεγονός, απόσυραν την αίτηση και έφυγαν από το Κτηματολόγιο, διόρθωσαν την ίδια αίτηση και έγινε μετά η 2η μεταβίβαση είπε ότι δεν νομίζει. Δεν θυμάται όμως ανέφερε γιατί δεν έγινε η μεταβίβαση την 1η φορά και δεν μπορεί να ξέρει τι έγινε. Δεν ήταν εις γνώση της ότι πήγαν εκεί την πρώτη φορά. Δεν ξέρει τι έγινε με τη φόρμα και δεν έχει και λόγο να πει ψέματα γι' αυτό το πράγμα. Σε υποβολή ότι γνώριζε ότι όταν δεχόταν τη μεταβίβαση μέσω πληρεξουσίου από τη μητέρα της ότι αδίκως μεταβίβαζε επ' ονόματι της αντί το 1/4 του επίδικου ακινήτου το 1/2 και το δέχτηκε, απάντησε ότι ο καθένας μπορεί να νομίζει ότι θέλει και δεν το δέχεται, ούτε και πρόκειται να δεχτεί ότι εξαπάτησε έναν άνθρωπο έτσι. Τέλος, σε υποβολή ότι στη συνέχεια πούλησε αντί το 1/4 που της άνηκε το 1/2 και καρπώθηκε το ανάλογο ποσό χρημάτων από την πώληση εις βάρος του Ενάγοντος, είπε ότι πούλησε αυτό που της επέτρεψε το Κτηματολόγιο να πουλήσει. Αυτό που της είχαν κοτσιανιάσει. Το είχε βάλει στην εφημερίδα και κανένας δεν είχε παράπονο, γι' αυτό προχώρησε μ' αυτήν την πώληση. ΜΥ1 εναγομένου 4 - Γιάννης Στασής Κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι εργάζεται στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού Αμαθούντος από το 1999 ως λογιστικός λειτουργός. Εξήγησε δε πως καθορίζονται τα τέλη από το Συμβούλιο και είπε συγκεκριμένα για το επίδικο ακίνητο ότι με βάση τα στοιχεία που τους εφοδίασε το κτηματολόγιο το 2000 η Ελένη Κυριακίδου είναι ιδιοκτήτρια του ¼ μεριδίου και ο Σοφοκλής Γεωργίου των υπόλοιπων ¾ μεριδίων. Όταν αποστέλλεται ειδοποίηση από το Συμβούλιο μεταξύ άλλων στοιχείων που αναγράφονται είναι και το μερίδιο. Στο τεκμ.5 αναγνώρισε έγγραφο του Συμβουλίου αναφορικά με το επίδικο ακίνητο αρ.30784 (τεμ.658) και είπε ότι εις αυτό περιέχονται τα ίδια στοιχεία που αναφέρονται στις ειδοποιήσεις που αποστέλλονται πλην της αξίας. Η ειδοποίηση δηλαδή έχει επιπλέον και την αξία. Στη συνέχεια δε αναγνώρισε την επιστολή του Συμβουλίου τεκμ.
  22. Το έγγραφο του Συμβουλίου στο τεκμ.5 πιο πάνω παραδίδεται στον ιδιοκτήτη, αφού περάσει από το ταμείο και πληρώσει. Η Ελένη Ν. Κυριακίδη με βάση τα στοιχεία που έχει πλήρωσε μέσω τράπεζας. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο των εναγομένων 1 και 2 Είπε ότι δεν ξέρει ποιος έκανε την πληρωμή μέσω της τράπεζας και αν ήταν ο λογιστής της. Επίσης απάντησε ότι δεν ξέρει αν η εναγόμενη 1 παρακολουθούσε τις λεπτομέρειες που αναγράφονται στις ειδοποιήσεις φορολογίας. Τέλος είπε ότι σε σύγκριση με άλλες φορολογίες είναι αμελητέα τα ποσά εδώ για να ασχοληθεί κάποιος με το θέμα. (Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων 3 δεν υπέβαλε ερωτήσεις) Κατά την αντεξέταση της από την συνήγορο του ενάγοντα Είπε ότι κάθε χρόνο αποστέλλετο στην εναγόμενη 1 ειδοποίηση να πληρώσει ΣΑΛΑ για ¼ μερίδιο του επίδικου ακινήτου και πλήρωνε από το 2000 ΣΑΛΑ για ¼ μερίδιο του επίδικου ακινήτου. Το κτηματολόγιο τους ενημέρωνε ότι η εναγόμενη 1 ήταν ιδιοκτήτρια του ¼ μεριδίου και μόνο αν γινόταν κάποια μεταβίβαση θα είχαν ενημέρωση από το κτηματολόγιο για κάποια αλλαγή. Αγορεύσεις / Επιχειρηματολογία των συνηγόρων Οι θέσεις των συνηγόρων όλων των πλευρών περιλαμβάνονται σημειώνεται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις έχουν τύχει σημειώνεται ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Άθως Περικλέους Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε ότι γνώριζε με βάση την έρευνα που έκανε στο κτηματολογικό αρχείο και σε όλους τους σχετικούς με την υπόθεση φακέλους. Είναι ένας ανεξάρτητος μάρτυρας, χωρίς κανένα συμφέρον και κατέθεσε με αμεσότητα και ευθύτητα εις τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Χωρίς να χρειάζεται να λεχθεί τίποτε περισσότερο η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Εξάλλου θεωρώ ότι δεν είναι τυχαίο που ουδείς εκ των συνηγόρων των εναγομένων έχει εισηγηθεί με την τελική του αγόρευση ότι δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του. Εναγόμενη 1 Ευθέως αναφέρω πως η μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Έχοντας παρακολουθήσει πολύ προσεκτικά τη μάρτυρα ενώ κατέθετε, τις αντιδράσεις της και τις απαντήσεις της δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η μάρτυρας αυτή ήρθε στο Δικαστήριο με ένα και μόνο σκοπό. Να πει ψέματα για να δικαιολογήσει το προφανές λάθος που έγινε και το οποίο περιήλθε σε γνώση της και το απέκρυψε με αποτέλεσμα να μεταβιβάσει στην κόρη της μεγαλύτερο μερίδιο στο επίδικο ακίνητο. Προσπάθησε με κάθε τρόπο σημειώνεται να παραπλανήσει και να αποπροσανατολίσει από την ουσία της υπόθεσης. Πιο συγκεκριμένα: Κατ' αρχήν να σημειώσω ότι η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από επιλεκτική μνήμη. Θυμόταν ότι την συνέφερε για να στηρίξει τη θέση της ότι δικαιούταν 1 ½ οικόπεδο μετά τον διαχωρισμό που έγινε, η οποία θέση της παρεμβάλλω έμεινε μέχρι τέλους γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη (σημειώνω ότι οι αποδείξεις τεκμ15 σίγουρα σε συνάρτηση με τη μαρτυρία της δεν αποδεικνύουν τα λεγόμενα της), και όχι 1 και ¼ και από εκεί και πέρα δεν γνώριζε τίποτε. Υπόγραψε την συμφωνία διανομής τεκμ.3 αλλά δεν είδε τι υπόγραψε και δεν γνωρίζει τι ακριβώς έγινε με τον διαχωρισμό. Γνωρίζει μόνον ότι δικαιούταν 1 ½ οικόπεδο. Εστάλησαν οι τίτλοι από το κτηματολόγιο αλλά δεν είδε. Την ίδια στιγμή δέχεται ότι έδωσε τον τίτλο στην Μεσιήτη για να κάνει τη μεταβίβαση. Υπόγραψε τη μεταβίβαση τεκμ.5 στο κτηματολόγιο αλλά δεν ξέρει το περιεχόμενο της. Πλήρωνε τα τέλη στο ΣΑΛΑ αλλά δεν ξέρει αν οι ειδοποιήσεις πληρωμής που έπαιρνε έγραφαν ότι πληρώνει για το ¼ μερίδιο του επίδικου ακινήτου. Γενικότερα αντιλήφθηκα ότι ήταν διατεθειμένη να πει ότι χρειάζεται για να πείσει για μια θέση η οποία μέσα από τα αδιαμφησβήτητα γεγονότα έχει καταρρεύσει. Για να μην πω και μέσα από την ίδια την γραμμή αντεξέτασης του ΜΕ1 στον οποίο υποβλήθηκε εν τέλει από τον συνήγορο των εναγομένων 1 και 2 ότι η εναγόμενη 1 «είχε την εντύπωση ότι της αναλογούσε 1 ½ οικόπεδο». Αλλά και την ίδια τη μαρτυρία της όταν είπε για παράδειγμα ότι το λάθος έγινε το 1997 όταν περιόρισαν το μερίδιό της σε ¼ και θεωρεί ότι το ½ μερίδιο που τελικά καταχωρήθηκε στον τίτλο ιδιοκτησίας και μεταβιβάστηκε στη θυγατέρα της το 2008 ήταν η δίκαιη διανομή ή όταν της υποβλήθηκε ότι υπόγραψε για να πάρει ένα οικόπεδο και ¼ και απάντησε ότι ήταν ότι της ανήκε και δεν ασχολείτο με τα τέταρτα. Έφτασε σημειώνεται μέχρι το σημείο για να δικαιολογήσει το αδιαμφισβήτητο λάθος του κτηματολογίου να πει ότι ίσως μεσολάβησε ο πατέρας της ή ο σύζυγος της πριν το θάνατο τους για να γίνει διόρθωση. Είναι σαφές όμως μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι τέτοια διαδικασία διόρθωσης δεν έγινε από οιονδήποτε εκ των αναφερόμενων προσώπων, ούτε σημειώνω υποβλήθηκε τέτοια θέση στον ΜΕ1 για να τοποθετηθεί. Μέσα δε στα πλαίσια της όλης προσπάθειας της να πείσει ότι δεν θυμάται πράγματα ή και όσα έγιναν κατά τη μεταβίβαση του ακινήτου της στην κόρη της το 2008 και να συσκοτίσει τα πράγματα επικαλέστηκε μελαγχολία και κατάθλιψη μετά το θάνατο του πατέρα της το 2003 και του άντρα της το
  23. Όμως καθόλου δεν έπεισε και η θέση της ως γενική και αόριστη, παρέμεινε μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη. Η παρουσίαση δε σημειώνεται του τεκμ.22 δεν αποδεικνύει τίποτε περισσότερο πέραν του ότι στις 06/12/12, κάποια χρόνια μετά την επίδικη μεταβίβαση, ο αναφερόμενος στο τεκμήριο γιατρός πιστοποιεί ότι παρακολουθεί την εναγόμενη 1 η οποία παρουσιάζει κατάθλιψη με φοβικά στοιχεία, ευρίσκεται σε θεραπεία και χρήζει βοήθειας. Όπως η ίδια ανέφερε δε στη μαρτυρία της η βεβαίωση αυτή χρειάστηκε προκειμένου να μπορέσει να φέρει οικιακή βοηθό. Επίσης : - η προσπάθεια της να παρερμηνεύσει τα πράγματα και αδιαμφισβήτητα γεγονότα, όπως για παράδειγμα το τεκμ.3, προβάλλοντας ακόμη και τη θέση ότι ο πατέρας της μπορεί να μην πρόσεξε ότι σημειώθηκε ¼ στο τεκμ.3 όταν υπέγραφε (βλ. σελ. 9-11 των στενοτυπημένων πρακτικών ημερ.30/05/16), θέση η οποία όμως σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αφού δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα της, - η αντίφαση στη μαρτυρία της για το λόγο που δεν έγινε η μεταβίβαση στις 30/01/08 όταν ισχυρίστηκε κατ' αρχήν ότι δεν θυμάται και μετά πρόβαλε τη θέση ότι δεν μπορούσε να έρθει η κόρη της, λέγοντας όμως και πάλιν σε περαιτέρω ερώτηση ότι κάποια στιγμή πήγε στο κτηματολόγιο και δεν μπόρεσε να έρθει η κόρη της αλλά όχι για το συγκεκριμένο οικόπεδο, - η ψευδής χωρίς αμφιβολία θέση της ότι η παρούσα αγωγή τους αιφνιδίασε επειδή δεν γνώριζαν όσα τους καταλόγιζε, ενώ σύμφωνα με την εναγόμενη 2 επικοινώνησε μαζί της κάποιος από το κτηματολόγιο πριν την έγερση της αγωγής, μίλησε με την μητέρα, την εναγόμενη 1 και η τελευταία της είπε να μιλήσει με το θείο της, και - γενικότερα οι συνεχείς υπεκφυγές από μέρους της και οι γενικές, αόριστες και συγκεχυμένες απαντήσεις της, συν η αντιδραστική της συμπεριφορά έναντι των συνηγόρων που την αντεξέτασαν θεωρώντας αντιλήφθηκα ότι έτσι μπορούσε να αποφεύγει την πραγματικότητα και την ουσία και μαζί όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και η πολύ κακή εντύπωση που έκανε σαν μάρτυρας, οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η μάρτυρας αυτή δεν θα μπορούσε να κριθεί αξιόπιστη. Προκύπτει δε σαφώς μέσα από την μαρτυρία της ότι γνώριζε πολύ καλά την πραγματικότητα όταν πήγε στο κτηματολόγιο να μεταβιβάσει το μερίδιο της στο επίδικο ακίνητο στην κόρη της, εναγόμενη
  24. Ότι δηλαδή ήταν ιδιοκτήτρια του ¼ μεριδίου και όχι του ½. Εκμεταλλεύτηκε όμως την κατάσταση και εν γνώσει της μεταβίβασε στην κόρη της, εναγόμενη 2, ¼ μερίδιο που δεν ήταν δικό της αλλά ανήκε στον ενάγοντα. Εναγόμενη 2 Στην ίδια γραμμή με αυτή της εναγόμενης 1 κινήθηκε και η μαρτυρία της εναγόμενης
  25. Ούτε η συγκεκριμένη μάρτυρας θυμόταν και δεν ανακατευόταν ή ρωτούσε είπε για τις μεταβιβάσεις. Τελικά φαίνεται ουδείς ενδιαφερόταν για το τι θα γίνει με τις μεταβιβάσεις των ακινήτων. Όμως τα πράγματα μέσα από τη μαρτυρία της δεν ήταν καθόλου έτσι και διαφάνηκε τούτο από την μετέπειτα μαρτυρία της. Όχι μόνο ανακατευόταν αλλά ήθελε να έχει τον έλεγχο των πραγμάτων. Παρά το γεγονός ότι υπέγραψε πληρεξούσιο για τις μεταβιβάσεις ζήτησε να παρευρεθεί στη μεταβίβαση όπως και ήταν παρούσα, ενώ πάντα ρωτούσε τι γινόταν. Εν τέλει ήταν σαφές ότι μη έχοντας εμπιστοσύνη στον γαμπρό της, σύζυγο της αδελφής της, ένιωθε ανασφάλεια και ήθελε να βρίσκεται στο κτηματολόγιο. Εν πάση περιπτώσει και η συγκεκριμένη μάρτυρας είναι σαφές ότι έλεγε ψέματα. Συγκεκριμένα: Προκύπτει τούτο θεωρώ και εκ της αναφοράς της στην κυρίως εξέταση της (βλ. τεκμ.24, παράγρ.8) ότι είπε επί λέξει στο θείο της, ενάγοντα, ότι πωλεί το μισό του επίδικου οικοπέδου και τον ρώτησε αν ενδιαφέρεται να πωλήσει το άλλο μισό αλλά και από την συνεχή επανάληψη στην αντεξέταση της ότι ρώτησε το θείο της αν ενδιαφερόταν να πωλήσει το μισό το δικό του. Κατ' αρχήν διερωτώμαι τι λόγος υπήρχε να του τονίζει ότι πωλεί το μισό οικόπεδο και να τον ρωτά αν ο ίδιος ενδιαφέρεται να πωλήσει το άλλο μισό. Όμως είναι εμφανές θεωρώ γιατί ανέφερε αυτό το πράγμα και ήταν συγκεκριμένα γιατί θεωρούσε ότι έτσι καλύπτει το θέμα της γνώσης του ενάγοντα για το μερίδιο του επί του ακινήτου, ότι δηλαδή ήταν ½. Από εκεί και πέρα το σημαντικό αναφέρω είναι ότι δεν έχει καμία λογική να ανέφερε αυτό το πράγμα στον ενάγοντα, ο οποίος γνώριζε εξ' αρχής προφανέστατα το μερίδιο που κατείχε στο ακίνητο, και αυτός να μην αντίδρασε, ενώ σε κάποια στιγμή μεταγενέστερα αντέδρασε με τον σκληρό τρόπο έναντι της που η μάρτυρας περιέγραψε. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ ότι η μάρτυρας διαψεύδεται από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, αφού με βάση την μαρτυρία (βλ. τεκμ.9) προκύπτει ότι ο ενάγοντας μόλις πληροφορήθηκε τι έγινε με την αλλαγή των μεριδίων, Ιούνιο του 2009, αντέδρασε άμεσα. Στην κυρίως εξέταση της (βλ. τεκμ.24, παραγρ.5) ανέφερε ότι δεν παρουσιάστηκε στο κτηματολόγιο κατά τη μεταβίβαση διότι αφενός εργαζόταν και αφετέρου διότι ήταν αχρείαστο αφού διόρισαν το γραφείο Μεσιήτη να κάνει τις μεταβιβάσεις. Στην αντεξέταση της άλλαξε αυτό και είπε ότι ήταν παρούσα παρά το γεγονός ότι έδωσε πληρεξούσιο, ενώ όταν ετέθη προ της αντίφασης της είπε ότι δεν είχε εμπιστοσύνη τι θα γινόταν και πήγε 20-30 λεπτά. Σε άλλο σημείο είπε ότι αυτό που ανέφερε πριν ήταν ότι ίσως πήγε, είναι λογικό να πήγε μετά που έφυγε από τη δουλειά, όμως ήταν ξεκάθαρο ότι είπε αυτό το πράγμα στο συγκεκριμένο σημείο με δεδομένη προηγουμένως την θέση της ότι πήγε με θετικό τρόπο εξηγώντας και το λόγο προκειμένου να δικαιολογήσει τη θέση της ότι δεν θυμόταν τίποτε για το πληρεξούσιο όταν της ελέχθη πως είναι δυνατό να μην θυμάται ενώ λέει ότι πριν 8 χρόνια θυμάται να πήγε στο κτηματολόγιο η ώρα 12:
  26. Έδειξε δηλαδή με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι ήταν διατεθειμένη να αλλάξει θέση ανάλογα με το πώς βολεύει σε δεδομένη στιγμή. Επίσης το γεγονός ότι γνώριζε τι έγινε στην πραγματικότητα στις 30/01/2008 και το απέκρυψε, λέγοντας κατ' επέκταση ψέματα στο Δικαστήριο ότι δεν γνώριζε, προκύπτει σαφώς από την όλη προετοιμασία για την μεταβίβαση αρχικά της 30/01/2008 και την υπογραφή πληρεξουσίου στην αδελφή της για τη μεταβίβαση μεταξύ άλλων και του ¼ μεριδίου του επίδικου ακινήτου. Επίσης ως εκ της μη ύπαρξης εμπιστοσύνης όπως ανέφερε για το λόγο που εξήγησε και επειδή κατά την ίδια πάντα ρωτούσε τι γινόταν, σαφώς και στα πλαίσια αυτά ως θέμα λογικής ρώτησε και γνώριζε επακριβώς το λόγο που δεν έγινε η μεταβίβαση αλλά και τις αλλαγές που έγιναν στην δήλωση τεκμ.
  27. Αυτά σε συνάρτηση με το γεγονός ότι είχαν στην κατοχή τους τον σχετικό τίτλο ιδιοκτησίας εις τον οποίο με βάση την μαρτυρία του ΜΕ1 δεν θα μπορούσε να αναφέρει μερίδιο άλλο παρά μόνον ¼ και περαιτέρω ότι η εναγόμενη 2 έδωσε νέο πληρεξούσιο την 31/01/08, στην κα Μεσιήτη αυτή τη φορά, δηλ. την επόμενη μόλις ημέρα που έγινε προσπάθεια μεταβίβασης την 1η φορά. Με το πέρας της μαρτυρίας της αναφέρω επιβεβαιώθηκε η κακή εντύπωση που έκανε η μάρτυρας και η προσπάθεια της να παραπλανήσει λέγοντας ψέματα. Αν είναι δυνατόν να γίνει πιστευτή αυτή η μάρτυρας η οποία ισχυρίστηκε στην κυρίως εξέταση ότι δεν γνωρίζει γιατί δεν έγινε η μεταβίβαση στις 30/01/08, ενώ στην αντεξέταση της ανέφερε ότι είναι η υπογραφή της στο τεκμ.5 και δέχτηκε ότι έδωσε πληρεξούσιο στην αδελφή της, κάτι που συνάδει με το διαγραμμένο λεκτικό στην 1η σελ. του τεκμ.5 (δηλ. Σταυρούλα Κυριακίδου, πληρ.αντιπρόσωπος της Μαρίας Κυριακίδου), και την ίδια στιγμή ήρθε να πει ότι δεν γνώριζε ότι η μητέρα της και η αδελφή της θα πήγαιναν να μεταβιβάσουν και δεν ξέρει «πως βρέθηκαν αυτά τα χαρτιά τα άλλα». Κλείνοντας, πέραν των ανωτέρω σημειώνω γενικότερα τις υπεκφυγές της, την επιλεκτική της μνήμη και την φανερή προσπάθεια της να αποκρύψει την αλήθεια, για να καταλήξω ότι πρόκειται για μια παντελώς αναξιόπιστη μάρτυρα, η οποία επαναλαμβάνω έδωσε με τον πλέον ξεκάθαρο στο Δικαστήριο το μήνυμα ότι γνώριζε εξ' αρχής τι συνέβαινε στην πραγματικότητα και το απέκρυψε για να επωφεληθεί του λάθους που έγινε. ΜΥ1 εναγομένου 4 Γιάννης Στασής Πρόκειται για έναν ανεξάρτητο μάρτυρα, ο οποίος κατέθεσε ότι γνώριζε ως εκ της θέσης του και με βάση τα στοιχεία και έγγραφα που είχε στην κατοχή του και είδε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν είχε κανένα συμφέρον στην υπόθεση ή λόγο να μην πει την αλήθεια. Η μαρτυρία του συνεπώς, μη έχοντας οιονδήποτε λόγο για να καταλήξω διαφορετικά, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ευρήματα Με βάση την αξιολόγηση πιο πάνω και έχοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα που αναφέρθηκαν, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: 1) Η Ενάγουσα εγείρει την αγωγή αυτήν υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Σοφοκλή Γεωργίου Αχιλλέως, τέως από τη Λεμεσό και μόνιμου κάτοικου Αγγλίας και ή ως αντιπρόσωπος της περιουσίας των νόμιμων κληρονόμων και εξαρτημένων αυτού, ο οποίος απεβίωσε στις 18/07/
  28. 2) Έγγραφα διαχειρίσεως χορηγήθηκαν στην Ενάγουσα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, δικαιοδοσία διαχειρίσεως στις 30/01/12 στην αίτηση διαχωρίσεως με αριθμό 509/
  29. 3) Ο αποβιώσας σε κάθε ουσιώδη χρόνο για την αγωγή αυτήν ήταν πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας, που είχε όμως τη νόμιμη παραμονή του στο Λονδίνο. 4) Ο Γιώργος Αχιλλέως Κωνσταντίνου, πατέρας του αποβιώσαντα και της εναγόμενης 1, ήταν ιδιοκτήτης 6/180 μεριδίων του κτήματος με αρ.τεμαχ.357, Φ/Σχ.54/42, χωράφι με αρ.εγγραφής 20879, συνολικής έκτασης 38.797 τ.μ. στην τοποθεσία Λαξιά στην Αγία Φύλα, τα οποία είχε αγοράσει το
  30. Το μερίδιο αυτό το μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς στον αποβιώσαντα και την εναγόμενη 1 ανά 3/180 μερίδια. Η εναγόμενη 1 δε απέκτησε επιπλέον 2/180 του ακινήτου δια αγοράς από τρίτο πρόσωπο (βλ. τεκμ.13). Με τον φάκελο Α413/97 έγινε διαχωρισμός του εν λόγω ακινήτου και ένα εκ των οικοπέδων ήταν το οικόπεδο με προσωρινό αριθμό 357 Λ1 (εμβαδό 508 τ.μ), που στη συνέχεια έλαβε αρ.εγγραφής 30784 και αρ. τεμαχίου 658 (επίδικο οικόπεδο) εις το οποίο ο αποβιώσαντας ενεγράφη ιδιοκτήτης των ¾ μεριδίων και η εναγόμενη 1 του ¼ μεριδίου. Η εναγόμενη 1 περαιτέρω ενεγράφη ιδιοκτήτρια και όλου του μεριδίου του οικοπέδου με αρ.εγγραφής
  31. 5) Η εναγόμενη 1 υπογράφοντας το έντυπο Ν.3Α έδωσε την συγκατάθεση της να εγγραφούν τα μερίδια ως ανωτέρω αναφέρεται και στις 02/07/99 της αποστάληκε αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας. 6) Το επίδικο οικόπεδο εγγράφηκε στο κτηματικό μητρώο με τα πιο πάνω μερίδια. 7) Το 1999 έγινε μηχανογράφηση των αρχείων του κτηματολογίου και ως προκύπτει κατά το στάδιο που περάστηκαν τα στοιχεία εγγραφής του επίδικου οικοπέδου στο μηχανογραφημένο σύστημα, εκ λάθους ή και αβλεψίας πληκτρολογήθηκαν λανθασμένα τα μερίδια των ιδιοκτητών του επίδικου οικοπέδου από ½ μερίδιο αντί ¾ και ¼ αντίστοιχα. 8) Στις 30/01/2008 η εναγόμενη 1 παρουσιάστηκε στο επαρχιακό κτηματολόγιο Λεμεσού και κατέθεσε δήλωση μεταβίβασης μαζί με όλα τα απαραίτητα έγγραφα και αποδείξεις με σκοπό να μεταβιβάσει στην εναγόμενη 2 το επίδικο οικόπεδο και άλλα δύο οικόπεδα. Εκ μέρους της εναγομένης 2 παρουσιάστηκε η Σταυρούλα Κυριακίδου ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της. Στην εν λόγω μεταβίβαση αναγράφηκε ως εγγεγραμμένο μερίδιο το ¼. Όταν όμως έγινε αντιληπτό ότι στο σύστημα του Κτηματολογίου αναγραφόταν ½ μερίδιο εν σχέση με το επίδικο ακίνητο και όχι ¼, η εναγόμενη 1 δεν προχώρησε στη μεταβίβαση και της επιστράφηκε το έντυπο δήλωσης μεταβίβασης με όλα τα επισυναπτόμενα έγγραφα. 9) Στις 02/04/2008 η εναγόμενη 1 παρουσιάστηκε ξανά στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο Λεμεσού και κατέθεσε εκ νέου την ίδια δήλωση μεταβίβασης Δ.1112/2008 (τεκμ.5) με διορθωμένο αυτή τη φορά το μερίδιο στο εν λόγω έντυπο και συγκεκριμένα με την αντικατάσταση του ¼ με ½. Επίσης στην εν λόγω δήλωση μεταβίβασης διορθώθηκε η ημερομηνία μεταβίβασης με την αντικατάσταση της ημερομηνίας 30/01/2008 με την ημερομηνία 02/04/
  32. Η εναγόμενη 1 παρουσιάστηκε ως ιδιοκτήτρια του 1/2 μεριδίου του επίδικου οικοπέδου και δώρισε το μερίδιο αυτό στην κόρη της, εναγομένη
  33. Η πράξη έγινε αποδεκτή εφόσον το μηχανογραφημένο σύστημα έδειχνε ότι ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ½ μεριδίου. Κατά την πιο πάνω μεταβίβαση η εναγόμενη 2 εκπροσωπήθηκε αυτή τη φορά από την Μαρία Μεσιήτη δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 31/03/2008 και έγινε σχετική διόρθωση στη δήλωση μεταβίβασης με τη διαγραφή και αντικατάσταση του ονόματος της Σταυρούλας Κυριακίδου με το όνομα της Μαρίνας Μεσιήτη. Στις αποδείξεις πληρωμής του Συμβουλίου αποχετεύσεων Λεμεσού οι οποίες επισυνάπτονται στην δήλωση μεταβίβασης φαίνεται ότι το μερίδιο της εναγομένης 1 είναι το ¼ του οικοπέδου. 10) Το σύστημα μηχανογράφησης δεν διορθώθηκε και παρέμεινε η λανθασμένη εγγραφή μεριδίων του οικοπέδου, ενώ σε άγνωστο χρόνο με πρόχειρη επέμβαση με μελάνι στο χειρόγραφο κτηματικό μητρώο μετατράπηκαν τα μερίδια ¾ και ¼ σε 2/4 το καθένα. 11) Στις 12/12/2008 παρουσιάστηκε στο κτηματολόγιο Λεμεσού η Μαρίνα Μεσιήτη ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος της εναγομένης 2 και ο Ιωάννης Μάππουρος ως διευθυντής των εναγομένων 3 και η πρώτη προέβη στη δήλωση μεταβίβασης ½ μεριδίου του επίδικου οικοπέδου στην εναγόμενη 3 δυνάμει πώλησης με αριθμό Π 5155/2008 (τεκμ.7) και στις 19/01/2009 καταχωρήθηκε και εγγράφηκε στο κτηματικό μητρώο η εναγόμενη 3 ως ιδιοκτήτρια του ½ του οικοπέδου. Στη δήλωση μεταβίβασης Π5155/2008 επισυνάπτεται απόδειξη πληρωμής του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού στην οποία αναγράφεται ότι το μερίδιο της εναγομένης 2 είναι το ¼ του επίδικου οικοπέδου. Επίσης με βάση αυτήν το τίμημα πώλησης του ½ μεριδίου είναι €85.430.-. 12) Οι εναγόμενες 1 και 2 γνώριζαν στις 02/04/08 ότι το μερίδιο που ανήκε στην εναγόμενη 1 επί του επίδικου ακινήτου με βάση τον τίτλο ιδιοκτησίας ήταν κανονικά ¼ μερίδιο αλλά προχώρησαν ως ανωτέρω αναφέρεται. 13) Ο αποβιώσας με επιστολή του ημερομηνίας 17/06/2009 η οποία παραλήφθηκε την ίδια μέρα από το κτηματολόγιο ζήτησε τη διόρθωση του λάθους που έγινε (τεκμ.9). Ο Διευθυντής του κτηματολογίου Λεμεσού παραδέχθηκε το λάθος και κάλεσε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη σε συνάντηση με σκοπό την διόρθωση του λάθους πλην όμως δεν μπόρεσε να γίνει η διόρθωση επειδή το κτήμα είχε περιέλθει σε τρίτο πρόσωπο. Σχετική είναι η επιστολή του κτηματολογικού λειτουργού Ανδρέα Συμεού ημερομηνίας 24/06/2009 (τεκμ.10). 14) Σύμφωνα με την εκτίμηση του κτηματολογίου κατά τον χρόνο της μεταβίβασης του ¼ μεριδίου επ' ονόματι του εναγόμενου 3 η αξία του ¼ ανερχόταν στις €50.000.-. Δικογράφηση θέσεων ενάγουσας/βάσεων αγωγής Πριν από οτιδήποτε άλλο και υπό το φως όσων αναφέρθηκαν νιώθω την ανάγκη να αναφερθώ στο εξής πρόβλημα που εντοπίζεται στη δικογράφηση των θέσεων της ενάγουσας. Η ενάγουσα, όπως είχε υποχρέωση, στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης της δικογραφεί στην παράγραφο 10 λεπτομέρειες δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και ή λάθους των εναγομένων 1, 2 και
  34. Αυτές αφορούν ισχυριζόμενη λανθασμένη εγγραφή επ' ονόματι της εναγομένης 1 των 2/4 μεριδίων του οικοπέδου αντί ¼ και αντίστοιχα λανθασμένη αφαίρεση ¼ μεριδίου από τον αποβιώσαντα, δόλια και με ψευδείς παραστάσεις πρόκληση της διαφοροποίησης των μεριδίων και παράνομη, παράτυπη και λανθασμένη πρόκληση της αλλαγής των μεριδίων μέσα στο κτηματικό μητρώο. Από εκεί και πέρα όμως παρατηρείται στην απάντηση της ενάγουσας στην τροποποιημένη υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 2 προσθήκη μεταξύ άλλων επιπλέον λεπτομερειών [βλ. παρ. 15.10 (α)-(δ)], εις τις οποίες και ουσιαστικά βασίζεται η ενάγουσα έχοντας κατά νου τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί, τις θέσεις που προβλήθηκαν από μέρους της κατά την ακρόαση και τις εισηγήσεις του δικηγόρου της με την τελική του αγόρευση. Είναι νομολογημένο όμως ότι η Απάντηση δεν αποτελεί το ορθό δικογραφικό forum για να προβληθεί αξίωση, ούτε για να διαφοροποιήσει τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση και δεν προσφέρεται ως εφαλτήριο τροποποίησης (βλ.Borna Alikhani, ως Διαχειριστής της Περιουσίας του Αποβιώσαντος Hossein Alikhani ν Γεώργιου Προδρόμου
(2012)1 ΑΑΔ 657). Η ενάγουσα όφειλε κατά την κρίση μου να ζητήσει τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης της και να προσθέσει εκεί τις λεπτομέρειες που επιθυμούσε. Το θέμα με έχει προβληματίσει. Καταλήγω ότι είναι πιο δίκαιο να θεωρήσω ότι οι λεπτομέρειες που προσέθεσε η ενάγουσα με την απάντηση της αποτελούν μέρος των λεπτομερειών δόλου και ή απάτης και ή των ψευδών παραστάσεων που ήγειρε με την απαίτηση της. Έλαβα υπόψη μου το γεγονός ότι δεν ηγέρθη ποτέ από τις εναγόμενες 1 και 2 θέμα προβληματικής δικογράφησης, ούτε σημειώνω με την τελική αγόρευση του συνηγόρου τους εγείρεται τέτοιο θέμα ή θέση για παράδειγμα περί δυσμενούς επηρεασμού τους ως εκ του ότι είχαν απαντήσει με την υπεράσπιση τους σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες και με την απάντηση της ενάγουσας προστέθηκαν νέες λεπτομέρειες. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι οι εναγόμενες μετά την καταχώρηση της απάντησης από πλευράς της ενάγουσας δεν ζήτησαν να τροποποιήσουν το δικόγραφο τους ή να καταχωρήσουν νέο δικόγραφο για τον λόγο αυτό, κατά την ακρόαση γνώριζαν επακριβώς τη θέση της ενάγουσας και είχαν την ευκαιρία μέσα από την Ακρόαση να προβάλουν τις θέσεις τους επί όλων των θεμάτων και θέσεων της ενάγουσας. Συνεπώς προχωρώ στην εξέταση των υπόλοιπων θεμάτων. Προδικαστική ένσταση των εναγομένων 1 και 2 Ως προς την προδικαστική ένσταση των εναγομένων 1 και 2 περί παράλειψης της ενάγουσας να εγείρει την αγωγή εντός 3 ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων ήτοι για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος, ευθέως αναφέρω πως αυτή είναι παντελώς αβάσιμη. Ο αποβιώσαντας ήταν μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και με βάση τη μαρτυρία όταν σε επίσκεψη του στην Κύπρο μέσα του 2009 ανακάλυψε το λάθος που έγινε, προέβη αμέσως σε διαβήματα για διόρθωση του και όταν αυτό δεν έγινε κίνησε την αγωγή τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Η θέση των εναγομένων 1 και 2 ότι η ενάγουσα όφειλε να αποταθεί στον Διευθυντή του Κτηματολογίου για επίλυση της διαφοράς με βάση την προβλεπόμενη στο Νόμο διαδικασία και όχι με την παρούσα αγωγή Σημειώνω ότι το Δικαστήριο ασχολήθηκε ξανά με το θέμα στα πλαίσια της ενδιάμεσης απόφασης του ημερ. 05/02/16, με αντικείμενο αίτηση των εναγομένων 1 και 2 για προδικαστική επίλυση θέματος αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Το θέμα όμως εγείρεται στην υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 2 και επίσης σχετική αναφορά κάνει στην γραπτή αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος τους. Οπότε θα πρέπει να εξεταστεί. Δεν χρειάζεται όμως να λεχθούν πολλά. Ο αποβιώσαντας ζήτησε την διόρθωση του λάθους, αλλά ο Διευθυντής του Κτηματολογίου παρά το γεγονός ότι παραδέχτηκε το λάθος και κάλεσε τα μέρη σε συνάντηση με σκοπό να προβεί σε διόρθωση δεν μπόρεσε να κάνει τη διόρθωση επειδή το ακίνητο είχε περιέλθει σε τρίτο πρόσωπο. Τα θέματα δε που εγείρονται στην παρούσα, έχοντας κατά νου την πλούσια νομολογία επί του θέματος, είναι σαφές ότι εκφεύγουν της εξουσίας του Διευθυντή να προβεί σε διόρθωση λάθους με βάση το άρθρο 61 του Κεφ.224. Μόνον το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί για τα θέματα που εγείρονται και την περιουσιακή αυτή διαφορά. Οπότε η θέση των εναγομένων 1 και 2 απορρίπτεται. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Η απαίτηση της ενάγουσας στηρίζεται σε δόλο και ή απάτη και ή ψευδείς παραστάσεις και ή λάθος. Ο ορισμός του αστικού αδικήματος της απάτης δίνεται από το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ΚΕΦ. 148, που προβλέπει τα εξής: «36. Απάτη συvίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίvεται εv γvώσει τoυ ψεύδoυς αυτής, ή χωρίς πίστη για τo αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφoρα τoυ κατά πόσo είvαι αληθής ή ψευδής, με σκoπό όπως τo πρόσωπo πoυ εξαπατήθηκε εvεργήσει με βάση αυτή: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση εκτός αv αυτή έγιvε με σκoπό εξαπάτησης τoυ εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόv, και αυτός εvέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτoύ υπέστη ζημιά: Νoείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση για τo χαρακτήρα, τη συμπεριφoρά, τηv πίστη, τηv ικαvότητα, τo επιτήδευμα ή τις συvαλλαγές oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ, η oπoία έγιvε με σκoπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτωv ή αγαθώv στo πρόσωπo αυτό, εκτός αv η παράσταση αυτή έγιvε γραπτώς και υπoγράφτηκε από τov ίδιo τov εvαγόμεvo.» Στην υπόθεση Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματ.) Λτδ
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 992, στη σελ. 1003 αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με το δόλο: «Το τρίτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο τα όσα έχει αποδείξει η εφεσείουσα συνιστούν δόλο. Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Τόμος 18, σελ. 189, συνήθως ο όρος αναφέρεται σε κατ΄ ανέντιμο ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Βλ. και Joliffe v. Baker [1883] 11 Q.B.D. 255, 270: «Ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή έννοια του όρου όπως συνήθως χρησιμοποιείται στην Αγγλική γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα». Βλ., επίσης, Re Companies Acts, Ex p. Watson [1888] 21 Q.B.D. 301, 309: «Δόλος είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ως ανάρμοστο».» Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Τσιάρτας κ.α. v. Alocay Holdings Ltd κ.α.
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1523 που ανέφερε επιπρόσθετα τα εξής: «Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου. Βλ. Kakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R. 547.» Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Winfield and Jolowicz on Tort, 12η έκδοση, σελ. 262, ανακριβής δήλωση γεγονότων μπορεί να είναι προφορική ή γραπτή ή ακόμα να συνάγεται από τη συμπεριφορά. Αν ο εναγόμενος επίτηδες ενεργεί με τρόπο που υπολογίζει να εξαπατήσει τον ενάγοντα, υφισταμένων βεβαίως και των άλλων προϋποθέσεων του αστικού αδικήματος, ο εναγόμενος είναι τόσο υπεύθυνος για απάτη, όπως θα ήταν αν προέβαινε σε ψευδή δήλωση ως προς τα γεγονότα. Σε σχέση με το τί συνιστά απάτη, παρατίθεται επίσης κατωτέρω το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's of England, 3η εκδ, στην παράγραφο 757, σελίδα 481: «Not only is a misrepresentation fraudulent if it was known or believed by the representor to be false when made, but mere non-belief in the truth is also indicative of fraud. Thus whenever a person makes a false statement which he does not actually and honestly believe to be true, for purposes of civil liability that statement is as fraudulent as if he had stated that which he did not know to be true, or know or believed to be false. Proof of absence of actual and honest belief is all that is necessary to satisfy the requirements of the law, whether the representation has been made recklessly or deliberately; indifference or recklessness on the part of the representor as to the truth or falsity of the representation affords merely an instance of absence of such a belief".» Στην υπόθεση Λοϊζου κ.α. v. Πατσαλίδη κ.α.
(2012)1 (Β) 1379, στη σελ. 1387 αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με τη ψευδή παράσταση στη βάση του άρθρου 36: «Δεν συνιστά υπεράσπιση ο ισχυρισμός ότι η δήλωση δεν ήταν ουσιώδης ή ότι δεν μπορούσε να επηρεάσει ένα λογικό άνθρωπο. Το κριτήριο είναι κατά πόσο η δήλωση επηρέασε τον ενάγοντα. Δήλωση μπορεί να είναι ουσιώδης μεταξύ των διαδίκων αν και, δεν θα ήταν για το μέσο άνθρωπο (Salmond and Heuston on the Law of Torts, 19η έκδοση, σελ. 439). Εξάλλου, η μη αποκάλυψη μέρους της αλήθειας μπορεί να καθιστά τη δήλωση θετικά αναληθή. Αποτελεί ακόμα αγώγιμο λόγο όταν λανθασμένη δήλωση παραμείνει χωρίς να διορθωθεί, αν στο τέλος ο ενάγων βασίστηκε επ' αυτής εναντίον των συμφερόντων του.» Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Συμεών v. Γεωργίου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Αντώνη Χριστοφή Λαπιέρη
(2011)1 Α.Α.Δ. 1137, όπου στη σελίδα 1145 αναφέρθησαν τα εξής: «Επίσης, όπως ορθώς κρίθηκε, η υπόθεση του εφεσίβλητου δομήθηκε στο γεγονός ότι ο εφεσείων παρέστησε, στον αποβιώσαντα ένα αναληθές γεγονός, ως αληθές. Τον εξώθησε να υπογράψει τα τρία πληρεξούσια έγγραφα και τη συμφωνία, με τη ψευδή πεποίθηση ότι το μόνο που εξουσιοδοτούσε τον εφεσείοντα να κάμνει ήταν να εισπράττει τη σύνταξη και τα ενοίκια που είχε, ενώ τελικώς οι συμφωνίες στόχευαν σε μεταβίβαση όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα στον εφεσείοντα. Αυτό αποτελεί δόλο, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Ιακώβου v. Λαϊκής Kυπριακής Τραπέζης (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 992, επί της οποίας στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, το πρωτόδικο Δικαστήριο.» Στο σύγγραμμα Salmond and Heuston, On The Law of Torts, 19η Έκδ. σελ. 438, αναφέρεται ότι δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει πρόθεση πρόκλησης απώλειας στο θύμα της εξαπάτησης. Η μόνη αναγκαία πρόθεση είναι όπως το θύμα εξαπατηθεί και ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο. Και αν το φυσικό και πιθανό αποτέλεσμα της ενέργειας του αυτής είναι να υποστεί το θύμα οποιαδήποτε απώλεια, ο ένοχος ευθύνεται γι΄ αυτήν, ανεξαρτήτως του κατά πόσο είχε σκοπό την πρόκληση απώλειας. Ακόμα, αν το θύμα, πράγματι βασίστηκε στη συγκεκριμένη ψευδή δήλωση δεν αποτελεί υπεράσπιση ότι ήταν αμελής ή ακόμα και ανόητος πιστεύοντας τη δήλωση. Ή ακόμα και αν είχε κάθε ευκαιρία να ανακαλύψει την αλήθεια. Η ερώτηση η οποία πρέπει να τίθεται, είναι κατά πόσο η δήλωση ήταν πραγματική παρακίνηση προς το θύμα. Έχοντας υπόψη όσα αναφέρονται στην νομολογία και τα συγγράμματα πιο πάνω, αναφέρω εν σχέση με την προκειμένη περίπτωση ότι αναμφίβολα οι ενέργειες των εναγόμενων 1 και 2 συνιστούσαν δόλια συμπεριφορά και απάτη. Το γεγονός ότι γνώριζαν ότι με βάση τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου η εναγόμενη 1 ήταν ιδιοκτήτρια του ¼ μεριδίου και ότι προέκυπτε θέμα ως εκ της παρουσίασης στο σύστημα του κτηματολογίου ½ μεριδίου αντί ¼ και η ακόλουθη τροποποίηση της δήλωσης μεταβίβασης με τις αλλαγές που σημειώθηκαν, αποκρύβοντας το πιο πάνω, ούτως ώστε να επωφεληθούν του λάθους ή καλύτερα να επωφεληθεί του λάθους η εναγόμενη 2, συνιστούσαν ακριβώς τη συμπεριφορά που αναφέρθηκε. Η οποία έγινε σημειώνεται σε βάρος του Κτηματολογίου, ως εκ του ότι παρέστησαν ψευδώς έναντι του κατά την πρώτη μεταβίβαση ότι η εναγόμενη 1 ήταν ιδιοκτήτρια του ½ μεριδίου αντί του ¼ ενώ ακολούθως η εναγόμενη 2 παρέστησε ψευδώς ότι ήταν ιδιοκτήτρια του εν λόγω μεριδίου κατά τη μεταβίβαση προς τους εναγόμενους 3, με αποτέλεσμα το Κτηματολόγιο ή και ο εναγόμενος 4 να μείνει εκτεθειμένο δίδοντας πίστη στις παραστάσεις αυτές και να κινδυνεύει με την παρούσα να καταβάλει αποζημιώσεις στην ενάγουσα που έχει αποστερηθεί συνεπεία των πιο πάνω την περιουσία της. Το αναφερόμενο λάθος που έγινε κατά τη μηχανογράφηση των αρχείων του κτηματολογίου το 1999 είναι αδιαμφισβήτητο, όπως επίσης αδιαμφισβήτητο είναι με βάση τη μαρτυρία το γεγονός ότι υπήρξε επέμβαση με μελάνι στο χειρόγραφο κτηματικό μητρώο, άγνωστο από ποιόν, πότε και κάτω από ποιες συγκεκριμένες συνθήκες. Όμως αυτά είναι σαφές από τη μαρτυρία ότι θα διορθωνόταν από το Διευθυντή αν δεν μεσολαβούσε η πιο πάνω συμπεριφορά των εναγομένων 1 και 2 και η μεταβίβαση του ακινήτου στους εναγόμενους
  1. Η ζημιά δε της ενάγουσας προέκυψε από την συμπεριφορά των εναγομένων 1 και 2 και την εκμετάλλευση ακριβώς του λάθους που έγινε. Και μιλώντας για τους εναγόμενους 3 σημειώνω ότι αυτοί ήταν κατά την κρίση μου καλόπιστοι αγοραστές του ακινήτου έναντι ανταλλάγματος. Υπήρχαν σημειώνεται οι παραστάσεις της εναγομένης 2 έναντι τους για την ιδιοκτησία του ακινήτου, έγιναν δημοσιεύσεις εν σχέση με την πώληση του ακινήτου σε 2 εφημερίδες (τεκμ.8Α και Β) χωρίς να υπάρξει οιαδήποτε ένσταση, το κτηματολόγιο αποδέχτηκε τη δήλωση μεταβίβασης και οι ίδιοι δεν γνώριζαν οτιδήποτε για το θέμα που προέκυπτε με το ¼ μερίδιο στο ακίνητο που ανήκε στον αποβιώσαντα. Υπήρχε δε στο μηχανογραφημένο σύστημα του κτηματολογίου η αναφορά σε ιδιοκτησία ½ μεριδίου του ακινήτου. Ότι εν πάση περιπτώσει δεν ήταν μέρος του δόλου είναι αποδεκτό από την πλευρά της ενάγουσας (βλ. σελ.35 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου της, προτελευταία παράγραφος). Όμως παρά ταύτα θεωρώ πως οι εναγόμενοι 3 δεν μπορούν να κρατήσουν το μερίδιο που ανήκει στην ενάγουσα. Θα πρέπει να εφαρμοστεί θεωρώ ο κανόνας του κοινοδικαίου ότι «ο αγοραστής δεν μπορεί να αποκτήσει καλύτερο τίτλο από εκείνο που έχει ο πωλητής σύμφωνα με τον λατινικό όρο nemo dat non quod habet». Και περαιτέρω αναφέρω πως υιοθετώ τόσο την προσέγγιση του Κ.Κληρίδη, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην απόφαση του Επ. Δικ. Λευκωσίας, Δήμητρα Χριστοδούλου v. ALOCAY HOLDINGS LTD, Αρ. Αγ. 421/96, ημερ. 29/2/00, η οποία αφορούσε μεταβίβαση δυνάμει πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου και το δικαστήριο ακύρωσε τη συναλλαγή δίνοντας την καθοριστική σημασία στη νομιμότητα που πρέπει να διέπει τις συναλλαγές παρά στην ανάγκη για ασφάλεια των συναλλαγών και για προστασία του καλόπιστου τρίτου, όσο και την παρόμοια προσέγγιση του Τ.Θ.Οικονόμου, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Ελένη Παναγή Σταυρινού v. Βασίλη Παναγή Σταυρινού κ.ά., Αρ. Αγ. 559/03, Ε. Δ. Λάρνακας, ημερ. 16/1/
  2. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει και σημειώνει ότι προέχει η νομιμότητα στις συναλλαγές, ενώ με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης δεν θα ήταν διατεθειμένο να αποφασίσει οτιδήποτε άλλο πέραν της επιστροφής στην ενάγουσα της περιουσίας η οποία της ανήκει. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα επιδίκασης αποζημιώσεων στην ενάγουσα. Παρεμβάλλω όμως εδώ για σκοπούς πληρότητας ότι εάν επιδίκαζα αποζημιώσεις αντί επιστροφής της περιουσίας, δεν θα επιδίκαζα ποσό πέραν του ½ της αξίας της πώλησης (που αντιστοιχεί στο ¼ μερίδιο του ακινήτου) όπως αυτή δηλώθηκε στο Κτηματολόγιο και συγκεκριμένα στη δήλωση τεκμ.
  3. Δηλαδή θα επιδίκαζα ποσό €42.715.-. Ο ΜΕ1 είπε ότι το Κτηματολόγιο για σκοπούς είσπραξης δικαιωμάτων δεν έχει δεχτεί αυτό το ποσό, που δηλώθηκε δηλαδή, και έχει καθορίσει το ποσό σαν αγοραία αξία του κτήματος τις €100,000 για το 1/
  4. Επομένως, για το 1/4 ανάφερε είναι €50,
  5. Όμως αυτός ο υπολογισμός αναφέρεται αφορούσε το κτηματολόγιο για σκοπούς υπολογισμού δικαιωμάτων και εν πάση περιπτώσει ο μάρτυρας δεν είχε ιδίαν γνώση, έγινε από άλλο τμήμα και δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία από το αρμόδιο τμήμα ή και πιο συγκεκριμένα από το πρόσωπο που ετοίμασε την εκτίμηση αυτή για να τεθεί το υπόβαθρο για την εκτίμηση που ετοιμάστηκε, για να μπορέσει έτσι να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο και να υπάρξει συγκεκριμένο εύρημα για το θέμα αυτό. Η ενάγουσα επίσης αξιώνει τιμωρητικές αποζημιώσεις. Δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της ενάγουσας και θα μπορούσε η αξίωση να θεωρηθεί εγκαταληφθείσα. Ζητείται όμως στο τέλος απόφαση ως η αγωγή, οπότε θα εξετάσω το θέμα πολύ επιγραμματικά. Κατ' αρχήν εδώ σημειώνεται ότι δυνατότητα επιδίκασης τέτοιων αποζημιώσεων παρέχεται μόνον σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων (Γιαννάκη Ερωτοκρίτου v. Ειρήναρχου Θεοδώρου κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1800 και Χλόη Λάρκου v. Άνθου Κλεάνθους
(1999)1 Α.Α.Δ. 1792). Εξετάζεται λοιπόν το θέμα τούτο ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου πιο πάνω για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος και βεβαίως μόνον εν σχέση με τις εναγόμενες 1 και 2. Στην απόφαση Γιαννάκη Ερωτοκρίτου v. Ειρήναρχου Θεοδώρου κ.α. ανωτέρω, το Εφετείο, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον λόγο έφεσης περί λάθους του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την απόφαση του να μην επιδικάσει τιμωρητικές αποζημιώσεις, ανέφερε τα εξής : « Εξίσου αβάσιμη είναι η έφεση εναντίον του μέρους της πρωτόδικης απόφασης που αφορά την απόρριψη της αξίωσης του εφεσείοντα για τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ούτε η Papakokkinou (ανωτέρω) ούτε η Constantinides (ανωτέρω), που επικαλέστηκε ο εφεσείων δεν προάγουν το αίτημά του για την καταδίκη των εφεσιβλήτων σε τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη επιφύλαξη, καθίσταται σαφές, και στις δύο αποφάσεις, ότι η δυνατότητα επιδίκασης τιμωρητικών αποζημιώσεων περιορίζεται σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων. Οι περιπτώσεις, στις οποίες μπορεί να διαταχθούν τιμωρητικές αποζημιώσεις, σύμφωνα με τη θεμελιακή Αγγλική απόφαση Rookes v. Barnard [1964] 1 All E. R. 367, είναι οι ακόλουθες τρεις όπως διευκρινίζεται στηνPapakokkinou (σελ. 75). "(
  1. a)Civil wrongs resulting from the use of oppressive and unconstitutional conduct by servants of the Crown. (
  2. b)Civil wrongs committed in gross disregard to the rights of the injured party, perpetrated in circumstances calculated to yield profit to the perpetrator, and (
  3. c)where the statute expressly permits award of exemplary damages." (Eλληνική μετάφραση, ελεύθερη.) "(α) Αστικά αδικήματα τα οποία προκύπτουν από τη χρήση καταπιεστικής και αντισυνταγματικής συμπεριφοράς από λειτουργούς του Στέμματος (νοείται του δημοσίου). (β) Αστικά αδικήματα τα οποία διαπράττονται με πλήρη αδιαφορία για τα δικαιώματα του ζημιωθέντος μέρους και τα οποία διενεργούνται κάτω από συνθήκες που αποβλέπουν στον προσπορισμό κέρδους από τον αδικοπραγούντα. (γ) Όπου ο νόμος ρητά επιτρέπει την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων." Η ίδια προσέγγιση είχε υιοθετηθεί και στην Constantinides. Τόσο στην Papakokkinou, όσο και στην Constantinides, τιμωρητικές αποζημιώσεις επιδικάστηκαν για τη διάπραξη αστικών αδικημάτων, στην πρώτη για το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία (Άρθρο 43 Κεφ. 148) και στη δεύτερη για το αστικό αδίκημα της παράνομης πρόκλησης διάρρηξης σύμβασης (Άρθρο 34
(1)Κεφ. 148). Πρέπει να επισημάνουμε ότι στην Constantinides δεν επιδικάστηκαν τιμωρητικές αποζημιώσεις για τη διάρρηξη της σύμβασης, από τον αντισυμβαλλόμενο, τον εναγόμενο 1. Διατάχθηκαν μόνο εναντίον του εναγομένου 2, ο οποίος δεν ήταν μέρος στη σύμβαση και ο οποίος κρίθηκε ένοχος για το αστικό αδίκημα το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 34
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  1. Οι αρχές που διέπουν την επιδίκαση τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων (exemplary damages), αποσαφηνίστηκαν στην Rookes v. Barnard και επαναβεβαιώθηκαν στην Cassel & Co Ltd v. Broome [1972] 1 All E.R.
  2. Όπως εξηγείται στην απόφαση του Λόρδου Devlin στη Rookes (ανωτέρω), οι αποζημιώσεις σε αστικά αδικήματα δεν ήταν αυστηρά προκαθορισμένες. Τις διέκρινε πάντοτε στοιχείο ρευστότητας (at large). Εφόσον η αδικοπραγία ήταν ειδεχθής, στο βαθμό που να δικαιολογεί την τιμωρία του αδικοπραγούντος, μπορούσε να καταδικασθεί σε τιμωρητικές αποζημιώσεις. Δεν θα διαπραγματευθούμε τις προϋποθέσεις για την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Σημειώνουμε μόνο ότι εξαρχής η εξουσία για την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων είχε ταυτιστεί με τη διάπραξη αστικών αδικημάτων. (Βλ. Wilkes v. Wood [1763] Lofft.
  3. Huckle v. Moncy [1763] 2 Wils.
  4. Tullidge v. Wade[1769] 3 Wils.
  5. Leith v. Pope [1779] 2 Wm. Bl.
  6. Merest v. Harvey
(1814)5 Taunt.
  1. Sears v. Lyons [1818] 2 Stark.
  2. Williams v. Currie [1845] 1 C.B.
  3. Emblen v. Myers [1860] 6 H. & N. 54.) Δεν είναι άσκοπο να υπενθυμίσουμε ότι στα πρώτα χρόνια της εξέλιξης του κοινού δικαίου δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ ποινικών και αστικών αδικημάτων. Η αυστηρή διάκριση μεταξύ ποινικών και αστικών αδικημάτων που αναγνωρίστηκε συν τω χρόνω δεν εξάλειψε ολοσχερώς τη δυνατότητα επιβολής χρηματικής τιμωρίας στον κατά το αστικό δίκαιο αδικοπραγούντα· περιορίστηκε όμως στις τρεις κατηγορίες που αναγνωρίστηκαν στη Rookes v. Barnard και επαναβεβαιώθηκαν στηνCassel & Co Ltd v. Broome και σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων. (Βλ. μεταξύ άλλων Βlackshaw v. Lord [1983] 2 All E. R.
  4. AB v. South West Water Services Ltd [1993] 1 All E.R.
  5. John v. MGN Ltd [1996] 2 All E.R. 35.) » Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 98/2007, ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, v. ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΤΩΧΕΥΣΑΝΤΟΣ ΛΟΥΗ ΑΙΜΙΛΙΟΥ,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1339, αναφέρθηκαν τα εξής: « Οι παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, αποσκοπούν στο να τιμωρήσουν τον εναγόμενο και να τον αποτρέψουν από παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον. Δεν αποσκοπούν στην αποκατάσταση του θύματος, όπως είναι οι συνήθεις αποζημιώσεις. Όμως, όπου οι περιστάσεις διάπραξης αστικού αδικήματος είναι τέτοιες, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να επιδικάσει επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις αν διαπιστώσει βλάβη στα αισθήματα αξιοπρέπειας του ενάγοντα**. Η διαφορά μεταξύ των δύο φαίνεται να είναι περισσότερο θεωρητική και όπως επισήμανε ο Λόρδος Devlin στη Rookes v. Barnard [1964] 1 All E.R. 367, οι επαυξημένες αποζημιώσεις μπορεί να καλύψουν όλες τις περιπτώσεις, εκτός από κάποιες σπάνιες περιστάσεις που ενδεχομένως να υπάρχουν ιδιάζοντα γεγονότα που να συνηγορούν υπέρ της κατ' εξαίρεση χορήγησης της θεραπείας των παραδειγματικών αποζημιώσεων (Βλ. Papakokkinou v. Kanther
(1982)1 Α.Α.Δ.65, στις σελ. 76-78). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν παρίσταται ανάγκη να ασχοληθούμε περαιτέρω με τη διαφορά μεταξύ των δύο, γιατί οι περιστάσεις είναι τέτοιες που το πρωτόδικο δικαστήριο είχε την ευχέρεια να επιδικάσει παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω της απρόκλητης επίθεσης, της πλήρους αδιαφορίας για τα δικαιώματα του Εφεσίβλητου και της ύπαρξης οικονομικών διαφορών μεταξύ των διαδίκων. Το Δικαστήριο είχε βέβαια και τη διακριτική ευχέρεια να επιδικάσει επαυξημένες αποζημιώσεις, λόγω της διαπίστωσης βλάβης στα αισθήματα αξιοπρέπειας του Εφεσίβλητου. Έκρινε όμως ότι το απρόκλητο και η ένταση της επίθεσης για προώθηση οικονομικής φύσης διαφορών, δικαιολογούσαν παραδειγματικές αποζημιώσεις, περισσότερο για αποτροπή του εφεσείοντος. Δεν διαπιστώνουμε σφάλμα αρχής στον τρόπο που το δικαστήριο προσέγγισε το θέμα. » Οι παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις δεν έχουν σχέση με τη συνήθη αποζημίωση. Πριν την απόδοση τιμωρητικών αποζημιώσεων το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να ικανοποιηθεί ότι εκείνος που διέπραξε αστικό αδίκημα δεν έχει τιμωρηθεί αρκετά από το ποσό των συνήθων αποζημιώσεων. Ερχόμενος στην προκειμένη περίπτωση ευθέως αναφέρω ότι δεν θεωρώ ότι πρόκειται για κατάλληλη περίπτωση για την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Κατ' αρχήν επειδή θεωρώ ότι οι εναγόμενες 1 και 2, κυρίως η 2η, με τη διαταγή για επιστροφή στην ενάγουσα του ¼ μεριδίου του ακινήτου, με όλες τις συνέπειες που τούτο συνεπάγεται, σε συνάρτηση με το ότι θα επιβαρυνθούν τα έξοδα της διαδικασίας, θεωρώ ότι τιμωρούνται αρκετά. Επιπλέον λόγος όμως που το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν μπορεί να επιδικάσει τέτοιες αποζημιώσεις είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του ως αναφορά την σημερινή οικονομική κατάσταση των εναγομένων, παράγοντας ο οποίος με βάση τη Νομολογία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να αποφασιστεί το θέμα αυτό (βλ. Κωνσταντίνου ή Μήτα v. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1 (Γ) 1952, και Πολιτική Έφεση Αρ. 169/2010, Μαρία Ξενοφώντος v. TAKER SAYED RAJAB, ημερ.26/11/14). Κατάληξη Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3, ως οι αξιώσεις υπό Α, Γ και Δ της έκθεσης απαίτησης. Η αξίωση υπό Β απορρίπτεται ως μη αναγκαία. Συναφώς εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι σχετικές μεταβιβάσεις που έγιναν από την εναγόμενη 1 προς την εναγόμενη 2 και ακολούθως από την εναγόμενη 2 προς τους εναγόμενους 3, στην έκταση που αφορούσαν το ¼ μερίδιο του επίδικου ακινήτου, ακυρώνονται. Η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 4 απορρίπτεται. Η ανταπαίτηση του εναγόμενου 3 απορρίπτεται. Η απαίτηση του εναγομένου 4 εναντίον των εναγομένων 1 και 2 απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα : (α) Οι εναγόμενες 1 και 2 να πληρώσουν τα έξοδα της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (β) Εν σχέση με τους εναγόμενους 3 καμία διαταγή για έξοδα στην αγωγή και την ανταπαίτηση τους. (γ) Εν σχέση με τον εναγόμενο 4 καμία διαταγή για έξοδα στην αγωγή και την απαίτηση του εναντίον των εναγομένων 1 και 2. Πριν αφήσω την παρούσα απόφαση, επειδή μέσα από τη μαρτυρία που έχει δοθεί από τις εναγόμενες 1 και 2 αλλά και το τεκμ.17 προκύπτει να έχει πληρωθεί εν σχέση με την πώληση 2 ακινήτων ποσό για μεσιτεία ενώ την ίδια στιγμή φαίνεται στις σχετικές δηλώσεις του κτηματολογίου να δηλώθηκε ότι δεν υπήρξε διαμεσολάβηση από μεσίτη και στη βάση σχετικών δηλώσεων που έγιναν από συνηγόρους ενώπιον του Δικαστηρίου για τη διάπραξη ενδεχομένως ποινικού ή ποινικών αδικημάτων, δίδονται οδηγίες όπως η παρούσα κοινοποιηθεί στο έντιμο Γενικό Εισαγγελέα προκειμένου να δώσει οδηγίες, εάν έτσι κρίνει, για περαιτέρω εξέταση του θέματος. (Υπ.) ..................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Αστικές / Δόλος / Απάτη / Ψευδείς Παραστάσεις / Λάθος / Ακύρωση μεταβιβάσεων / Αποζημιώσεις / Τιμωρητικές αποζημιώσεις. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.