GRS Professional Recruitment Services Limited ν. Red Harbour Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 487/2011, 2/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A263 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 487/2011 ΜΕΤΑΞΥ: GRS Professional Recruitment Services Limited Ενάγουσας και
- Red Harbour Limited
- Fergus McLellan
- Veshali Patel
- Redbeacon Ltd Εναγόμενων Ημερομηνία: 2 Αυγούστου, 2017 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα/ Καθ'ης η Αίτηση: O κ. Α. Αντωνίου για Antoniou Mc Collum & Co LLC Για εναγόμενους 2 - 4/ Αιτητές: O κ. Στέργιος Καλλιάνος για Καννάβα, Κιτρομηλίδου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση με ημερομηνία 07.04.2017 για την προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου) Η ενδιάμεση αυτή απόφαση αφορά αίτηση που υποβλήθηκε από πλευράς των Εναγόμενων 2,3 και 4 (στη συνέχεια «οι Αιτητές») με την οποία αιτούνται διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να διατάσσει και/ή να επιτρέπει την εκδίκαση και/ή επίλυση του νομικού σημείου και/ή της προδικαστικής ένστασης που εγείρεται στην παράγραφο 2 της Υπεράσπισης των Αιτητών και/ή όπως το νομικό σημείο που εγείρεται προδικαστεί και/ή αποφασιστεί από το Δικαστήριο πριν την ακρόαση ολόκληρης της αγωγής, με σκοπό την ακύρωση και/ ή απόρριψη και/ή τον παραμερισμό του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και/ή της επίδοσης του στους Αιτητές. Το νομικό αυτό σημείο όπως προβάλλεται στην παρ. 2 της Υπεράσπισης των πιο πάνω Εναγόμενων συνίσταται στο ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή καθ' ότι δεν έχει locus standi στην παρούσα αγωγή και γι΄αυτό τον λόγο η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Η Αίτηση βασίζεται επί τωv Θεσμώv Πoλιτικής Δικovoμίας Δ.27 Θ.Θ.1, 2 και 3, Δ.39 Θ.2, Δ.48 Θ.Θ.1 - 4, 8 και 9, επί της εξαίρεσης στον γενικό κανόνα της υπόθεσης Foss v. Harbottle
(1843)67 E.R. 189, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, της Νομολογίας, των Κανόνων της Επιείκειας, της Πρακτικής και της Σύμφυτης Εξουσίας των Δικαστηρίων. Τα γεγονότα επί τωv oπoίων στηρίζεται η Αίτηση υποστηρίζονται σε ένορκη δήλωση της κας Λουίζας Κοφινά η οποία δηλώνει ότι είναι υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτούς να προβεί στην ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης. Δηλώνει ότι όλα όσα αναφέρει τα γνωρίζει προσωπικά μέσα από μελέτη του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, αλλά και κατόπιν πληροφοριών και συμβουλών που έχει λάβει από τους Αιτητές και τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση. Δηλώνει περαιτέρω ότι όπου δεν έχει προσωπική γνώση, σχετικά με τα γεγονότα της υπόθεσης αναφέρει την πηγή της γνώσης της. Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης δηλώνει τα ακόλουθα: «
- Η Ενάγουσα καταχώρησε την 01.02.2011 κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο εναντίον των Εναγόμενων υπό την ιδιότητά της ως μέλος ή και μέτοχος ή και δικαιούχος της Εναγόμενης 1 ως παράγωγη αγωγή (derivative action) για προστασία των συμφερόντων της Εναγόμενης 1 καθότι η μετοχική δομή και το διαχειριστικό καθεστώς της Εναγόμενης 1 κατά τον χρόνο της έγερσης της αγωγής δεν βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Ενάγουσας (βλ. παράγραφο 1 του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος).
- Οι Εναγόμενοι ήγειραν ως προδικαστική ένσταση ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή ή και δεν έχει locus standi στην παρούσα και γι' αυτό το λόγο η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. (βλ. παράγραφο 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων).
- Εξ' όσων πληροφορείται και συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των Αιτητών, η εκδίκαση ή και η επίλυση της προδικαστικής ένστασης ως αναφέρεται πιο πάνω αφορά αποκλειστικά σε επίλυση νομικού σημείου ή και ζητήματος μεταξύ των διαδίκων το οποίο προκύπτει ως αποτέλεσμα γεγονότων τα οποία είναι ξεκάθαρα και δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους. Περαιτέρω δε συνιστά σοβαρό νομικό ζήτημα η επίλυση του οποίου αν κριθεί υπέρ των Αιτητών θα κρίνει ουσιαστικά όλη την υπόθεση και θα έχει ως αποτέλεσμα την αποφυγή περαιτέρω δίκης, την εξοικονόμηση σημαντικών εξόδων και πολύτιμου δικαστικού χρόνου.
- Εξ' όσων πληροφορείται και συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των Αιτητών, η Ενάγουσα δεν ήταν ή και δεν είναι εγγεγραμμένος ή και κατά νόμο μέτοχος στην Εναγόμενη 1 και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα παράγωγη αγωγή προς όφελος και προστασία των συμφερόντων της Εναγόμενης
- Ειδικότερα, καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, εγγεγραμμένοι ή και κατά νόμο μέτοχοι στην Εναγόμενη 1 είναι η ALTRUCO HOLDINGS LTD με ποσοστό 50% και ο Εναγόμενος 2 με ποσοστό 50%. Προς τούτο παρουσιάζει ως Τεκμ. 1 αντίγραφο ηλεκτρονικής έρευνας στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη.
- Εξ' όσων πληροφορείται και συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των Αιτητών η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είναι κάτοχος και δικαιούχος του 50% των μετοχών της Εναγόμενης 1 δυνάμει καταπιστεύματος (Trust deed) με την ALTRUCO HOLDINGS LTD σύμφωνα με το οποίο η τελευταία κρατάει τις εν λόγω μετοχές ως εμπιστευματοδόχος (trustee) για λογαριασμό ή και προς όφελος της Ενάγουσας (βλ. παράγραφο 8 του ειδικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος). 7.Ταυτόχρονα οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι, πράγματι, η ALTRUCO HOLDINGS LTD κατέχει συνολικά το 50% των μετοχών της Εναγόμενης όχι όμως προς όφελος της Ενάγουσας αλλά προς όφελος των διοικητικών συμβούλων της Ενάγουσας. Δηλαδή, η ALTRUCO HOLDINGS LTD ως εμπιστευματοδόχος (Trustee) κατέχει το 25% των εν λόγω μετοχών προς όφελος και για λογαριασμό της Donna Stephenson και το υπόλοιπο 25% των εν λόγω μετοχών το κατέχει προς όφελος και για λογαριασμό του Steve Slocombe.
- Εξ' όσων πληροφορείται και συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των Αιτητών το νομικό σημείο που εγείρεται ως ανωτέρω αφορά κατά πόσο οι δικαιούχοι (beneficiaries) δυνάμει καταπιστεύματος (Trust Deed) μπορούν να θεωρούνται ως οι κατά νόμο ιδιοκτήτες των εν λόγω μετοχών προκειμένου, σύμφωνα και με τις προϋποθέσεις του Νόμου και της Νομολογίας σχετικά με παράγωγη αγωγή, να νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα προς όφελος και προστασία της Εναγόμενης
- Εξ' όσων πληροφορείται και συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των Αιτητών, σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι κατά νόμο ή και εγγεγραμμένος μέτοχος, εξαιρουμένου του Εναγόμενου 2, του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 προς όφελος της οποίας εγείρεται και η παράγωγη αγωγή, είναι η ALTRUCO HOLDINGS LTD. Το κατά πόσο τελικός δικαιούχος (beneficiary) του 50% των εν λόγω μετοχών είναι η ίδια η Ενάγουσα ή οι διοικητικοί σύμβουλοι αυτής, ήτοι, η Donna Stephenson κατά 25% και ο Steve Slocombe κατά 25% είναι άσχετο και σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζει ή αφορά την παρούσα αίτηση και τούτο διότι σε κάθε περίπτωση εμπιστευματοδόχος ή και κατά νόμο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης δυνάμει καταπιστεύματος (Trust Deed) του 50% των μετοχών της Εναγόμενης 1 παραμένει η ALTRUCO HOLDINGS LTD. Το νομικό ζήτημα επομένως παραμένει εάν δικαιούχος (beneficiary) δυνάμει καταπιστεύματος και όχι εγγεγραμμένος ή και κατά νόμο ιδιοκτήτης των μετοχών, μπορεί να εγείρει την παρούσα παράγωγη αγωγή προς όφελος και για προστασία της Εναγόμενης
- Εξ' όσων πληροφορείται και συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των Αιτητών, σύμφωνα με τον Νόμο και τις αρχές της Νομολογίας παράγωγη αγωγή μπορούν να εγείρουν μόνο οι εγγεγραμμένοι ή και κατά νόμο μέτοχοι της εταιρείας. Στην παρούσα, εγγεγραμμένος ή και κατά νόμο ιδιοκτήτης των μετοχών της Εναγόμενης 1 είναι, εκτός από τον Εναγόμενο 2, η ALTRUCO HOLDINGS LTD κατά 50% ως λεπτομερώς επεξηγείται ανωτέρω δυνάμει καταπιστεύματος και επομένως μόνο αυτή νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα και όχι οι δικαιούχοι (beneficiaries) του καταπιστεύματος όπως λανθασμένα ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Η ύπαρξη καταπιστεύματος αφ΄ εαυτής δεν δικαιολογεί την έγερση της παρούσας από τους δικαιούχους (beneficiaries) των εν λόγω μετοχών.
- Ταυτόχρονα και ανεξάρτητα από τα όσα αναφέρονται ανωτέρω και εξ' όσων πληροφορείται και συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των Αιτητών είναι καλά νομολογημένο ότι σε περιπτώσεις που υπάρχει ισχυρισμός για ζημία στην περιουσία καταπιστεύματος, αυτός ο οποίος δικαιούται και πρέπει να λάβει δικαστικά μέτρα για την προστασία της είναι ο καταπιστευματοδόχος (Trustee). Άρα στην προκειμένη περίπτωση η ALTRUCO HOLDINGS LTD.
- Επιπλέον και ανεξάρτητα από τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, και όπως πληροφορείται και συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των Αιτητών, η Ενάγουσα με βάση και τις αρχές του εταιρικού δικαίου ή και της ξεχωριστής νομικής προσωπικότητας, ουδεμία σχέση έχει με την Εναγόμενη
- Εξ' όσων καλύτερα γνωρίζει μέσα από μελέτη του φακέλου της παρούσας υπόθεσης αλλά και κατόπιν πληροφοριών που έχει λάβει από τους Εναγόμενους και τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση, το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν αξιώνει θεραπείες και αποζημιώσεις υπέρ της Εναγόμενης 1, σημαίνει ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή για το λόγο ότι αυτή δεν εγείρεται προς όφελος και προστασία των συμφερόντων της Εναγόμενης 1, παρά για αλλότριο και λανθάνοντα σκοπό (βλ. αξιώσεις στο ειδικό οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα).
- Επιπλέον και εξ' όσων πληροφορείται και συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των Αιτητών, η παρούσα αίτηση καταχωρείται σε στάδιο όπου έχουν κλείσει τα δικόγραφα ή και έχουν αποκρυσταλλωθεί τα γεγονότα και βέβαια πριν από το στάδιο της ακρόασης καθώς και σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, το οποίο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ των Αιτητών θα κρίνει όλη την υπόθεση.
- Τηρουμένων των ανωτέρω και όπως πληροφορείται και συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των Αιτητών, είναι ο ισχυρισμός της ότι η Ενάγουσα δεν έχει locus standi και δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα παράγωγη αγωγή προς όφελος και προστασία της Εναγόμενης 1.» Εκ συμφώνου δόθηκε άδεια όπως καταχωρηθεί ένορκη δήλωση από πλευράς της Αιτήτριας με απώτερο σκοπό να θέσει και αυτή υπό μορφή μαρτυρίας τα γεγονότα της υπόθεσης όπως η ίδια τα αντιλαμβάνεται. Πράγματι καταχωρήθηκε τέτοια ένορκη δήλωσης από τον κ. Steve Slocombe . Η πλευρά των Αιτητών προβάλλει ότι η καταχώρηση από πλευράς της Καθ' ης η Αίτησης της ένορκης δήλωσης από τον εκ των διοικητικών συμβούλων κ. Steve Slocombe είναι εκπρόθεσμη καθώς σύμφωνα με οδηγίες του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε την 29.05.2017 αντί μέχρι και την 25.05.2017 ως ήταν οι οδηγίες του Δικαστηρίου και δεν ζητήθηκε προς τούτο σχετική άδεια ή διάταγμα παράτασης του χρόνου καταχώρησης της από το Δικαστήριο. Γι' αυτό και εισηγείται όπως απορριφθεί. Προς τούτο παραπέμπει στη Δ.57 Θ.2[1] των Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών και εισηγείται όπως αυτή μη ληφθεί υπόψη. Συμφωνώ με την ευπαίδευτη συνήγορο των Αιτητών ότι εφόσον δεν ακολουθήθηκαν οι πρόνοιες της πιο πάνω Διαταγής των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και η πιο πάνω ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και χωρίς να ζητηθεί προς τούτο άδεια του Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου καταχώρησης της, δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη οποιαδήποτε γεγονότα που εκτίθενται σε αυτή κατά την εξέταση της παρούσας Αίτησης. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακροαματική διαδικασία της Αίτησης διεξήχθη στη βάση αγορεύσεων τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν και να μου παραδώσουν. Σε αυτές αναλύουν τα γεγονότα της υπόθεσης και αναφέρονται σε νομολογιακές αρχές ή αυθεντίες που ενδιαφέρουν το επίδικο ζήτημα. Ομολογώ ότι στάθηκαν πολύ υποβοηθητικές για την κατανόηση των θέσεων που διατηρεί η κάθε πλευρά επί του ζητούμενου και στην ετοιμασία της απόφασης και στην κατάληξη μου. Θα γίνει αναφορά σε εισηγήσεις των δύο πλευρών όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ: Παρόλο ότι ως προς την προδικαστική εκδίκαση του υπό αναφορά νομικού ζητήματος υπήρξε ταύτιση απόψεων και συνηγορία των δικηγόρων των δύο πλευρών και εξ αυτού του λόγου δεν καταχωρήθηκε Ειδοποίηση περί της Πρόθεσης Ένστασης από την Καθ' ης η Αίτηση, εντούτοις κρίνω σκόπιμο να παραθέσω στη συνέχεια τη νομική πτυχή που αφορά την προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου. Το νομικό ζήτημα το οποίο εγείρεται και είναι καθοριστικό για την έκβαση της υπόθεσης συνίσταται στο κατά πόσον ο πραγματικός ιδιοκτήτης και/ή δικαιούχος (beneficiary) μετοχών δυνάμει καταπιστεύματος (trust) έχει locus standi και/ή δικαιούται και/η νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα παράγωγη αγωγή αντί του εγγεγραμμένου και/ή κατά νόμο μετόχου. Σε κάθε περίπτωση παραμένει αναμφισβήτητο ότι ο εγγεγραμμένος και/ή κατά νόμο μέτοχος των εν λόγω μετοχών παραμένει η Altruco Holdings Limited (βλ. Τεκμ. 1 της Αίτησης), η οποία καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο ήταν η επίτροπος (trustee) του εν λόγω καταπιστεύματος και/ή μετοχών. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.27 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών η οποία προνοεί τα ακόλουθα μεταξύ άλλων: «
- Οιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφα του οιονδήποτε νομικό σημείο και οιονδήποτε σημείο που εγείρεται έτσι θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οιονδήποτε στάδιο που θα ήθελε να φανεί στο Δικαστήριο βολικό.» «
- Αν κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση σ' αυτό το νομικό σημείο ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οιονδήποτε καλό αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης, απάντησης σ' αυτή, το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οιονδήποτε άλλο διάταγμα σ' αυτή που θα είναι δίκαιο.» «
- Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δικαία.» Οι αρχές που διέπουν την προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων σύμφωνα με την Δ.27 ανωτέρω έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην υπόθεση Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes, as executor of the will of the Deceased Spyros Michaelides
(1965)1 CLR 176, το Εφετείο εξετάζοντας τη δυνατότητα που παρέχει η Δ.27 στο Δικαστήριο να απορρίπτει μία αγωγή με συνοπτική διαδικασία (dismiss action in limine), χωρίς να δίδεται το δικαίωμα στον ενάγοντα να ακουστεί, τόνισε, με αναφορά σε σχετική νομολογία, ότι τούτο μπορεί να ασκείται σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις εκεί όπου η αγωγή είναι προφανώς και σχεδόν αναμφισβήτητα κακή (obviously and almost incontestable bad). Παρομοίως στην υπόθεση Malachtou v. Armefti and Another
(1984)1 CLR 548 το Εφετείο αναφέρει ότι στα πλαίσια της Δ.27 το Δικαστήριο αποφασίζει νομικά ερωτήματα τα οποία προκύπτουν μεταξύ των διαδίκων ως αποτέλεσμα βέβαιων και αναμφισβήτητων γεγονότων. Περαιτέρω το Εφετείο ανέφερε ότι στα πλαίσια της Δ.27 εξετάζονται αμιγώς νομικά ζητήματα, καθοριστικά για την έκβαση και εκδίκαση της υπόθεσης. Η αναγνώριση βέβαιων γεγονότων εκ των οποίων προκύπτει η αναγκαιότητα προδικαστικής απόφασης αναφορικά με νομικό ζήτημα συνιστά κατά κανόνα απαραίτητη προϋπόθεση σε όλες τις Κυπριακές αποφάσεις καθώς και στην πλειοψηφία των Αγγλικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Χ΄΄Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949 το Δικαστήριο συνοψίζοντας τις αρχές επί των οποίων ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αναφέρει: «.η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Στην υπόθεση Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1336 λέχθηκαν τα εξής σχετικά με την Δ.27 Θ.3: «Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο Θεσμός αυτός δίδει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή παρενοχλητική (frivolous or vexatious). Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με εξαιρετική φειδώ (Βλ. In re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246).» Σχετική με την παρούσα υπόθεση είναι η υπόθεση Χρίστος Χ΄ Παύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμος Λεμεσού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2046 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι όταν καταχωρείται αίτηση για εκδίκαση νομικού σημείου και ακολουθεί ένσταση, το πρωτόδικο δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει κατά πόσο θα επιτρέψει ή όχι την εκδίκαση με βάση τη Δ.27 και εφόσον η θέση του Δικαστηρίου είναι θετική τότε να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της αίτησης. Άφησε όμως ανοικτό το ενδεχόμενο το πρώτο σκέλος να δύναται να παραμεριστεί από τη στιγμή βεβαίως που οι διάδικοι συναινούν σε κάτι τέτοιο, πάντοτε ασφαλώς στη βάση των εφαρμοζόμενων αρχών. Σύμφωνα με τη νομολογία μας το τι αποτελεί νομικό σημείο, δεν μπορεί να οριστεί πλήρως και εξαντλητικά. Συμπεριλαμβάνει όμως την εφαρμογή του νόμου σε αναντίλεκτα γεγονότα καθώς και ζητήματα ερμηνείας και προσδιορισμού του σκοπού του υπό συζήτηση νόμου. Στην In re HjiCostas
(1984)1 C.L.R. 513 αναφέρονται τα εξής σχετικά: «So long as the facts to which the Court is required to apply the law are not called in question, the point is a legal one. It merely raises questions bearing on the interpretation and the scope of the law. Exploration of the ambit of the law is always a question of law». Σύμφωνα με τη νομολογία μας επίσης, το πραγματικό υπόβαθρο και τα γεγονότα μιας αίτησης για προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου θα πρέπει να αποκρυσταλλώνονται ξεκάθαρα στα δικόγραφα και σε καμία περίπτωση να μην αμφισβητούνται από τους διαδίκους. Η Ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν έχει καταχωρήσει ένσταση στην Αίτηση διότι επιθυμεί όπως εκδικαστεί το νομικό σημείο που εγείρει η Αίτηση και δεν υπάρχουν ουσιαστικοί ή διαδικαστικοί λόγοι για τους οποίους η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Συμφωνεί επομένως η Ενάγουσα ότι τα γεγονότα όπως αυτά δικογραφούνται δεν αμφισβητούνται. Στη βάση επομένως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι στην Υπεράσπιση, κάτι που προκάλεσε την παρούσα Αίτηση, εμπεριέχεται νομικό ζήτημα, όπως αυτό προσδιορίζεται σε αυτή και το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί προδικαστικά. Τα γεγονότα σύμφωνα με τη δικογραφία έχουν συνοψιστεί εύστοχα από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Αιτητών στην αγόρευση του και είναι τα ακόλουθα: «(α) Κατά ή περί την 30.03.2009 έγινε συμφωνία μεταξύ των Steve Slocombe και Donna Stephenson και/ή διοικητικών συμβούλων και/ή διευθυντών της Ενάγουσας από την μία και του Εναγόμενου 2 από την άλλη (βλ. την παράγραφο 7 του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος). (β) Κατά ή περί την 18.06.2009 και δυνάμει της ως ανωτέρω συμφωνίας συστάθηκε η Εναγόμενη 1, προς όφελος και για προστασία της οποίας εγείρεται η ως άνω με αριθμό και τίτλο αγωγή (βλ. την παράγραφο 8 του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος). (γ) Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εγγεγραμμένοι μέτοχοι ή και κατά νόμο μέτοχοι της Εναγόμενης 1 είναι η Altruco Holdings Limited με ποσοστό 50% και ο Εναγόμενος 2 με το υπόλοιπο 50% (βλ. την παράγραφο 8 του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος όπως και την παράγραφο 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Είναι η θέση των Αιτητών στη βάση των πιο πάνω αναμφισβήτητων γεγονότων ότι οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας ότι πραγματικός ιδιοκτήτης και τελικός δικαιούχος (beneficiary) του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Ενάγουσας δεν είναι οι Donna Stephenson και ο Steve Slocombe (ήτοι οι διοικητικοί σύμβουλοι) της Ενάγουσας με ποσοστό 25% έκαστος όπως υποστηρίζουν οι Εναγόμενοι στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Υπεράσπισής τους, αλλά η Ενάγουσα με ποσοστό 50% δυνάμει καταπιστεύματος (Trust deed) με την Altruco Holdings Limited είναι άνευ αντικειμένου και δίχως καμία σημασία στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, καθότι σε κάθε περίπτωση το νομικό ερώτημα ή και ζήτημα το οποίο εγείρεται και στο οποίο έχουν ρητά συμφωνήσει οι διάδικοι, όπως επεξηγείται και ανωτέρω, είναι κατά πόσον δικαιούχος (beneficiary) δυνάμει καταπιστεύματος και όχι ο εγγεγραμμένος ή και κατά νόμο μέτοχος ή και επίτροπος των μετοχών εν προκειμένω μπορεί να εγείρει παράγωγη αγωγή προς όφελος κα για προστασία της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Οι αλλαγές που επήλθαν μεταγενέστερα της καταχώρησης της αγωγής στο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης 1 εταιρείας (ήτοι της εταιρείας προς όφελος και για προστασία της οποίας εγείρεται η παρούσα αγωγή) οι οποίες έλαβαν χώρα ακόμα και μετά την καταχώρηση της Αίτησης, όπως αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση στην αρχή της σελ. 4 της αγόρευσης του, σε κάθε περίπτωση ως μεταγενέστερες των γεγονότων που έλαβαν χώρα καθ' όλον τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο στα πλαίσια της Αίτησης για τους ακόλουθους λόγους: (α) Οι εν λόγω αλλαγές έρχονται σε προφανή αντίθεση με τα γεγονότα ως αυτά παρατίθενται μέχρι τώρα στα δικόγραφα καθότι επιφέρουν αλλαγές στην μετοχική σύνθεση της Εναγόμενης 1 εταιρείας με αποτέλεσμα να τροποποιούν ή και αλλοιώνουν κατά απαράδεκτο τρόπο τα πραγματικά γεγονότα και ουσία της υπόθεσης και κατ' επέκταση τα γεγονότα τα οποία ως περιγράφεται ανωτέρω συνιστούν το πραγματικό και αναμφισβήτητο υπόβαθρο της Αίτησης το οποίο ως έχει εξηγηθεί πιο πάνω αναγνώρισε και αποδέχτηκε ρητά η Ενάγουσα για σκοπούς της παρούσης Αίτησης. (β) Οι εν λόγω αλλαγές είναι έκδηλα καταχρηστικές καθότι με αυτές η Ενάγουσα επιχειρεί εκ των υστερών να κατασκευάσει ένα δήθεν πραγματικό υπόβαθρο - το οποίο βέβαια έρχεται σε προφανή αντίθεση με τα γεγονότα της υπόθεσης, ως αυτά παρατίθενται στα δικόγραφα και κατ' επέκταση στην Αίτηση - για σκοπούς της Αίτησης ή και προκειμένου να αποκτήσει εκ των υστέρων locus standi στην αγωγή. (γ) Οι εν λόγω αλλαγές δεν μπορούν παρά να χαρακτηριστούν ως αντινομικές αλλά και αντιφατικές με την θέση της Ενάγουσας για τον λόγο ότι ενώ αρχικά η Ενάγουσα με την ένορκή της δήλωση παραθέτει μαρτυρία και επιχειρηματολογεί υπέρ της θέσης ότι ο πραγματικός ιδιοκτήτης και δικαιούχος (beneficiary) των μετοχών της Εναγόμενης 1 και όχι ο εγγεγραμμένος ή και κατά νόμο ιδιοκτήτης ή και επίτροπος αυτών νομιμοποιείται και έχει locus standi να εγείρει την ως άνω με αριθμό και τίτλο αγωγή, εντούτοις εκ των υστέρων και μετά την καταχώρηση της Αίτησης προέβη σε αλλαγές στο μετοχικό κεφάλαιο και/ή σύνθεση της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Με τις εν λόγω αλλαγές η Ενάγουσα, η οποία μέχρι τότε, όπως ισχυρίζεται, ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης ή και δικαιούχος (beneficiary) - και πάντως όχι ο εγγεγραμμένος ή και κατά νόμο μέτοχος - του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 εταιρείας, ήτοι 500 μετοχές, δυνάμει καταπιστεύματος με την Altruco Holdings Limited, καθίσταται τελικά εγγεγραμμένος ή και κατά νόμο μέτοχος κατέχοντας 250 μετοχές της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η Ενάγουσα προέβη εκ των υστέρων στις εν λόγω αλλαγές, προκειμένου να χτίσει ένα πραγματικό υπόβαθρο που να νομιμοποιεί και/ή δίδει δικαίωμα στην Ενάγουσα να εγείρει την παρούσα παράγωγη αγωγή προς όφελος και προστασία των συμφερόντων της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Ταυτόχρονα όμως η Ενάγουσα κατ' αυτόν τον τρόπο ακυρώνει στην ουσία την μέχρι τότε επιχειρηματολογία και θέση της που αναπτύσσει στα δικόγραφά της ότι δηλαδή ο πραγματικός ιδιοκτήτης ή και δικαιούχος (beneficiary) των μετοχών της Εναγόμενης 1 (εν προκειμένω η Ενάγουσα δυνάμει καταπιστεύματος με την Altruco Holdings Limited) - και όχι ο εγγεγραμμένος ή και κατά νόμο μέτοχος ή και επίτροπος αυτών όπως ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι - νομιμοποιείται και έχει locus standi να εγείρει την ως άνω με αριθμό και τίτλο παράγωγη αγωγή. Υιοθετεί επί της ουσίας η Ενάγουσα τη θέση των Εναγομένων ότι εν προκειμένω αυτός που έχει locus standi και νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα παράγωγη αγωγή για προστασία και όφελος της Εναγόμενης 1 είναι ο εγγεγραμμένος ή και κατά νόμο μέτοχος ή και επίτροπος των μετοχών της Εναγόμενης 1 ήτοι, κατά τον ουσιώδη χρόνο η Altruco Holdings Limted η οποία καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο εγγεγραμμένος ή και κατά νόμο μέτοχος του 50% (ήτοι 500 μετοχές) των μετοχών της Εναγόμενης 1 δυνάμει καταπιστεύματος, γεγονός το οποίο ως αναφέρεται ανωτέρω δεν αμφισβητείται και γίνεται ρητά αποδεκτό από τους διαδίκους. Σε κάθε περίπτωση όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, οι εν λόγω αλλαγές έγιναν μεταγενέστερα του ουσιώδους για την παρούσα υπόθεση και Αίτηση χρόνο και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να τις λάβει υπόψη του για σκοπούς της παρούσας Αίτησης και βέβαια της αγωγής. Θα εξετάσω στη συνέχεια την εκπλήρωση των προϋποθέσεων που θα καθιστούσαν την παρούσα αγωγή παράγωγη αγωγή. εξετάζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την ουσία της Αίτησης. Στην πρωτόδικη απόφαση Κουή ν. Πιριλλή κ.α. ημερομηνίας 18.04.2002 - η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ.
(2004)1 Α.Α.Δ 136) - παρατίθενται τα εξής διαφωτιστικά αναφορικά με τις αρχές και προϋποθέσεις περί παράγωγης αγωγής: «Η παράγωγη αγωγή, ονομαζόμενη έτσι διότι ο μέτοχος ενάγει προς επίρρωση απαίτησης, που στην πραγματικότητα ανήκει στην εταιρεία και άρα το δικαίωμα του να ενάγει απορρέει ή παράγεται από αυτή. ......................................... Το χαρακτηριστικό της παράγωγης αγωγής το θέτει επίσης το σύγγραμμα του Pennington "Company Law" 3η εκδ. στη σελ. 564 ως εξής: "The derivative character of a representative action brought by a member to enforce a right vested in the company is shown by the fact that judgment is given in favour of the company, so that the plaintiff obtains no benefit thereby directly, and also by the fact that the plaintiff can sue only if the company could sue itself, so that if the company has been dissolved no derivative action may be brought." Όπως αναφέρεται και στον Palmers' Company Law, Τόμος 2ος σελ. 8177 παρ.8.804 (Εκδ. 2000 loose leaf): "The plaintiff is seeking to enforce, not his own right of action, but a right of action vested in or derived from the company. Hence in modern discussions the action is referred to as derivative action. The alleged wrongdoers are made the defendants in the action but the company itself is joined as a nominal defendant in order that it can be bound by the judgement. If the action succeeds, any property or damages recovered go, not to the plaintiff, but to the company. Η παράγωγη αγωγή και το δικαίωμα σε αυτή, επειδή ακριβώς έχει την καταγωγή της από το Δίκαιο της Επιείκειας, περιορίζεται από διάφορους παράγοντες και δεν έχει εφαρμογή εναντίον ενός διευθυντή μιας εταιρείας που επέδειξε απλώς αμέλεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του ούτε στις περιπτώσεις όπου η πράξη των διευθυντών ή της εταιρείας μπορεί να καλυφθεί από έγκριση με σχετικό ψήφισμα σε γενική συνέλευση. Επίσης το είδος αυτό της αγωγής υπόκειται στον κανόνα ότι ο ενάγων πρέπει να έρθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, και έτσι δεν έχει εφαρμογή όπου ο ενάγων ως μέτοχος έχει αποδεχθεί τη λανθασμένη πράξη για την οποία μετέπειτα παραπονείται ή όπου ο ίδιος ενεργούσε ως μαριονέττα εκ μέρους εξωγενών της εταιρείας ατόμων, τα συμφέροντα των οποίων ήταν αντίθετα με αυτά της εταιρείας. Με άλλα λόγια, η αγωγή θα πρέπει να θεωρείται από κάθε άποψη ως καταχωρηθείσα bona fide προς όφελος της εταιρείας και όχι για την ευόδωση κάποιου λανθάνοντα στόχου, ενώ αποτελεί ταυτόχρονα όπλο και θεραπεία μόνο όπου δεν μπορούν να θεραπευτούν οι λανθασμένες πράξεις με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Έτσι για παράδειγμα αν η εταιρεία έχει διαλυθεί ή μπορεί εύκολα να οδηγηθεί σε διάλυση, τότε εναπόκειται στον εκκαθαριστή της να ενάγει τους αδικοπραγούντες εκ μέρους της εταιρείας (δέστε Palmer πιο πάνω σελ 8170-80, παρ.8-805). Η παράγωγη αγωγή μπορεί να εγερθεί όταν συνυπάρχουν δύο στοιχεία: (i) Το στοιχείο του δόλου και (ii) το στοιχείο του ελέγχου από τους αδικοπραγούντες που αποτρέπει την εταιρεία να εγείρει την αγωγή στο δικό της όνομα (δέστε John Farrar: Company Law σελ.364). To στοιχείο του δόλου δεν έχει την αυστηρή στενή έννοια του δόλου στο κοινοδίκαιο αλλά επεκτείνεται στην ευρύτερη δυνατή έννοια την οποία μπορεί να προσλάβει ο όρος στο Δίκαιο της Επιείκειας. ......................................... Στον Halsbury's Laws of England 4η εκδ. Τόμος 7
(1), σελ. 701 παρ. 955 αναφέρεται ότι: "In such an action the plaintiffs have no longer right to relief than the company would have if plaintiff, and may maintain their action only when the acts complained of are of a fraudulent character." Στον Palmer's (supra) αναφέρονται στη σελ. 8186 παρ.8.814 και τα εξής: "It is not possible to give a single, comprehensive definition of the equitable meaning of fraud for the purposes of this exception to the rule in Foss n .Harbottle. The most frequently cited statement is that of Lord Davey in Burland v. Earle that fraud embraces all cases where the wrongdoers are endeavouring, directly or indirectly, to appropriate to themselves money, property or advantages which belong to the company or in which the other shareholders are entitled to participate. Derivative actions have thus been allowed where the wrongdoers made a concealed profit on the sale of property to the company, or where they diverted business from the company to another in which they were interested, as well as in cases of fraudulent misappropriation of corporate assets. Το στοιχείο του δόλου υπό την ευρύτατη αυτή έννοια συνυπάρχει και είναι συνυφασμένο και με τα ευρύτερα καθήκοντα που ο νόμος Περί Εταιρειών επιβάλει σε ένα διοικητικό σύμβουλο μιας εταιρείας. ......................................... Το δεύτερο στοιχείο, αυτού του ελέγχου ικανοποιείται όταν η παράγωγη αγωγή μπορεί μόνο να εγερθεί διότι οι υπόλοιποι διευθυντές μπορούν με τον έλεγχο που διατηρούν είτε στις μετοχές που δίνουν δικαίωμα ψήφου, είτε διατηρώντας την πλειοψηφία των μετοχών είτε την πλειοψηφία στο διοικητικό συμβούλιο, να εμποδίσουν την έγερση της αγωγής.Θεωρείται αναγκαίο σε μια παράγωγη αγωγή για έναν ενάγοντα που βασίζεται σε δόλο να εγείρει, ειδικά, στην δικογραφία του και να αποδείξει κατά την ακρόαση ότι εκείνοι οι οποίοι έχουν τον έλεγχο της εταιρείας θα την εμπόδιζαν από του να ήγειρε αγωγή στο όνομά της.(δέστε Palmer's 20η εκδ. σελ 503 και Birch v. Sullivan 1958 1 All E.R. 56, όπου η αγωγή αναστάληκε ακριβώς διότι δεν υπήρχε ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης ότι ο Ενάγων εμποδιζόταν από τον εναγόμενο να εγείρει την αγωγή εκ μέρους της εταιρείας). ......................................... Υπό την προϋπόθεση ότι ένας ενάγων εμπίπτει μέσα στις κατηγορίες που του παρέχουν το δικαίωμα για έγερση παράγωγης αγωγής, η αποζημίωση η οποία δίδεται συνίσταται είτε στην απώλεια που έχει υποστεί η εταιρεία ή στο κέρδος το οποίο έχει πραγματοποιήσει ο ένοχος διευθυντής. .» Στην υπόθεση Yiannis G. Mammous κ.ά. v. Willstrop κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 90 αναφέρονται τα εξής σχετικά: «..Παράγωγη αγωγή είναι η αγωγή που εγείρεται από ένα μέτοχο και βασίζεται σε αιτία αγωγής που έχει η εταιρεία, σε αντιπαράθεση με αιτία αγωγής που ανήκει στον μέτοχο. Το Κοινό Δίκαιο επιτρέπει σε ένα μέτοχο μειοψηφίας να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας σε περιπτώσεις όπου η εταιρεία δεν ενεργεί η ίδια, γιατί ο αδικοπραγών ελέγχει την εταιρεία και μπορεί να την εμποδίσει από του να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ο κανόνας του Κοινού Δικαίου, που τέθηκε στην υπόθεση Foss v. Harbottle
(1843)67 E.R. 189, λέγει ότι αν μια εταιρεία γίνεται θύμα αδικήματος, τότε, επειδή αποτελεί διαφορετική οντότητα από τους μετόχους της, εκ πρώτης όψης είναι η εταιρεία που θα πρέπει να εγείρει αγωγή. Εντούτοις η εξαίρεση στον γενικό κανόνα επιτρέπει σε ένα μέτοχο να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας, εάν υπάρχει δόλος εναντίον της μειοψηφίας και οι υπεύθυνοι του δόλου ελέγχουν την εταιρεία.» Θα πρέπει να λεχθεί επίσης ότι σε παράγωγη αγωγή δεν μπορεί να συνδυαστεί αξίωση προς όφελος του ίδιου του ενάγοντα (μετόχου ή μειοψηφίας ανάλογα) (βλ. Gore-Browne on Companies, 44η έκδοση, τόμος 2 στις 28.014 παρ. 28.8.2, Stroud v. Lawson
(1898)2 QB 44. Στον Gower's Principles of Modern Company Law 4η εκδ. Σελ 652 αναφέρεται σχετικά: «The right to bring a derivative action is afforded the individual member as a matter of grace. Hence the conduct of a shareholder may be regarded by a court of equity as disqualifying him from appearing as plaintiff on the company's behalf. This will be the case, for example, if he participated in the wrong of which he complains..But he must be a shareholder of record when he brings the action (Βλ. Birch v. Sullivan
(1957)1 W.L.R. 1247.» Σύμφωνα με την Roberts v. Gill & Co
(2010)UKSC 22 όταν προκαλείται ζημιά στην περιουσία καταπιστεύματος, αυτός ο οποίος δικαιούται και πρέπει να λάβει δικαστικά μέτρα για την προστασία της είναι ο καταπιστευματοδόχος (trustee). Μόνο όταν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις οι οποίες ουσιαστικά εξουδετερώνουν τη δυνατότητα αυτή, δύναται να εγείρει αγωγή για τον πιο πάνω σκοπό ο δικαιούχος (beneficiary) του καταπιστεύματος. Σε αυτή την περίπτωση ο δικαιούχος (beneficiary) θα πρέπει να δίδει μαρτυρία η οποία να επεξηγεί αναλυτικά τις περιστάσεις οι οποίες θα δικαιολογούσαν την έγερση αγωγής από τον ίδιο (beneficiary) και όχι από τον καταπιστευματοδόχο (trustee) ως προβλέπεται. Σε τέτοια περίπτωση ο καταπιστευματοδόχος συνενώνεται στην αγωγή ως εναγόμενος. Πρόκειται ουσιαστικά για είδος παράγωγης αγωγής όπως είναι γνωστή στο εταιρικό δίκαιο (βλ. Nurcombe v. Nurcombe
(1985)1 All E.R. 65). Η Ενάγουσα ισχυρίζεται στο δικόγραφο της ότι καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο δυνάμει καταπιστεύματος (trust) η Altruco Holdings Limited ήταν επίτροπος (trustee) και η Ενάγουσα ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης και/ή δικαιούχος (beneficiary) του 50% (ήτοι 500 μετοχές) του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 εταιρείας προς όφελος και προστασία της οποίας εγείρεται η παρούσα παράγωγη αγωγή. Καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, οι εγγεγραμμένοι και/ή κατά νόμο μέτοχοι της Εναγόμενης 1 εταιρείας ήταν η Altruco Holdings Limited με ποσοστό 50% του μετοχικού κεφαλαίου και ο Εναγόμενος 2 ο οποίος κατείχε το υπόλοιπο 50% του μετοχικού κεφαλαίο της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Το εν λόγω γεγονός δεν αμφισβητείται σε καμία περίπτωση από τους διαδίκους. Το ζήτημα είναι αν είναι ορθή ή όχι η θέση της Ενάγουσας ότι λόγω του καταπιστεύματος, μπορεί να θεωρείται ως η κατά νόμο μέτοχος και/η ιδιοκτήτης των εν λόγω μετοχών παρά ως η δικαιούχος των. Είναι η θέση των Αιτητών, με την οποία συμφωνώ, ότι το δικαίωμα έγερσης της παρούσας παράγωγης αγωγής έχει αποκλειστικά η Altruco Holdings Limited ως ο εγγεγραμμένος και/ή κατά νόμο μέτοχος του 50% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 εταιρείας (βλ. Τεκμ. 1 της Αίτησης). Περαιτέρω η Ενάγουσα πουθενά δεν παραθέτει στο δικόγραφο της εκείνες τις περιστάσεις οι οποίες θα δικαιολογούσαν την έγερση της παρούσας παράγωγης αγωγής υπό την ιδιότητά της ως δικαιούχος (beneficiary) των εν λόγω μετοχών παρακάμπτοντας κατά αυτό τον τρόπο τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας ότι μέτοχος (εννοείται ο κατά νόμο και/ή εγγεγραμμένος μέτοχος) της εταιρείας έχει δικαίωμα και/ή νομιμοποιείται να ενάγει προς επίρρωση απαίτησης που ουσιαστικά ανήκει στην εταιρεία. Πέραν των πιο πάνω τα ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί και υπό το πρίσμα των αρχών του εταιρικού δικαίου και της ξεχωριστής νομικής προσωπικότητας (βλ. Salomon v. Salomon & Co (1895-9) All E.R. Rep.33). Η ισχυριζόμενη ιδιότητα της Ενάγουσας ως δικαιούχου (beneficiary) των εν λόγω μετοχών δυνάμει καταπιστεύματος (trust) με την Altruco Holdings Limited η οποία είναι επίτροπος (trustee) αλλά και ο εγγεγραμμένος και/ ή κατά νόμο μέτοχος δεν δίδει στην Ενάγουσα το δικαίωμα έγερσης παράγωγης αγωγής. Τηρουμένων των αρχών της ξεχωριστής νομικής προσωπικότητας είναι η Altruco Holdings Limited η οποία ως επίτροπος (trustee) και εγγεγραμμένος και/ ή κατά νόμο μέτοχος της Εναγόμενης 1 εταιρείας νομιμοποιείται και/ή έχει δικαίωμα να εγείρει την παρούσα παράγωγη αγωγή προς όφελος και προστασία των συμφερόντων της Εναγόμενης 1 εταιρείας (βλ. Ciara Quinn κ.ά. ν. Anglo Irish Bank Corporation Limited κ.ά. Αρ. Αγ. 4324/2011 Ε.Δ. Λευκωσίας (Γ.Ν. Γιασεμής,Π.Ε.Δ.) απόφαση ημερ. 15.03.2012 ). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Σύμφωνα με τα δικογραφημένα γεγονότα της υπόθεσης τα οποία είναι αποδεκτά και δεν αμφισβητούνται για σκοπούς της Αίτησης, η Εναγόμενη 1 εταιρεία προς όφελος και προστασία της οποίας εγείρεται η παρούσα παράγωγη αγωγή συστάθηκε την 18.06.2009 δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 30.03.2009 μεταξύ των Steve Slocombe και Donna Stephenson και/ή διοικητικών συμβούλων και/ή διευθυντών της Ενάγουσας από την μια και του Εναγόμενου 2 από την άλλη. Τηρουμένων των αρχών και/ή προϋποθέσεων περί παράγωγης αγωγής, ως λεπτομερώς παρατίθενται ανωτέρω, θα συμφωνήσω με την θέση των Αιτητών ότι η παρούσα παράγωγη αγωγή δεν εγείρεται καλόπιστα (bona fide) προς όφελος και προστασία των συμφερόντων της Εναγόμενης 1 εταιρείας καθότι αυτή δεν υπήρχε κατά τον χρόνο σύναψης της Συμφωνίας. Λογικά συμπεραίνεται εκ των ανωτέρω ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία συστάθηκε μεταγενέστερα της Συμφωνίας. Κατά λογική και νομική επέκταση, τούτο σημαίνει ότι καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν έχει αυτόνομη βάση και/ ή αιτία αγωγής εναντίον του Εναγόμενου 2 και/ ή των Εναγόμενων για τον απλούστατο λόγο ότι κατά τον χρόνο σύναψης της Συμφωνίας η Εναγόμενη 1 δεν υπήρχε ως τέτοια, καθότι συστάθηκε δυνάμει και/ή ως αποτέλεσμα και/ή μεταγενέστερα της Συμφωνίας. Τα γεγονότα της υπόθεσης μαρτυρούν ότι με την εν λόγω αγωγή επιδιώκεται η ευόδωση αλλότριων συμφερόντων και στόχων, ήτοι τα συμφέροντα των Steve Slocombe και Donna Stephenson δυνάμει της Συμφωνίας. Προκύπτει δηλαδή ότι η αγωγή δεν είναι παράγωγη και ότι δήθεν ηγέρθη προς όφελος και προστασία των συμφερόντων της Εναγόμενης 1 εταιρείας αλλά προσωπική, καθότι απώτερος στόχος μέσω αυτής είναι η αξίωση λανθάνοντα σκοπού, όπως το θέτει η πλευρά των Αιτητών, ήτοι η ικανοποίηση των προσωπικών συμφερόντων των Steve Slocombe και Donna Stephenson και/ή διοικητικών συμβούλων και/ή διευθυντών της Ενάγουσας. Επομένως, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε η Εναγόμενη 1 εταιρεία να έχει αυτόνομη βάση αγωγής (σύμφωνα με τις νομικές αρχές περί παράγωγης αγωγής) εναντίον του Εναγόμενου 2 καθότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία, ως εξηγείται ανωτέρω, συστάθηκε την 18.06.2009 δηλαδή μεταγενέστερα και/ή δυνάμει της Συμφωνίας ημερομηνίας 30.03.2009. Τουναντίον αυτό που εμφαίνετε, σύμφωνα με τα δικογραφημένα γεγονότα της υπόθεσης, είναι αντιπαράθεση μεταξύ των μερών της Συμφωνίας, ήτοι, των Steve Slocombe και Donna Stephenson και/ή διοικητικών συμβούλων και/ή διευθυντών της Ενάγουσας από την μια και του Εναγόμενου 2 από την άλλη. Συνεπεία της έλλειψης αυτόνομης βάσης αγωγής της Εναγόμενης 1 εταιρείας και κατ' επέκταση της επιδίωξης αλλότριων και/ή λανθανόντων στόχων, άσχετων με το συμφέρον της Εναγόμενης 1 εταιρείας, οποιοιδήποτε ισχυρισμοί ως αυτοί δικογραφούνται από την Ενάγουσα περί δόλου και/ή δόλιας συμπεριφοράς του Εναγόμενου 2 εις βάρος και εναντίον των συμφερόντων της Εναγόμενης 1 εταιρείας κρίνονται ανυπόστατοι και/ή θνησιγενείς για σκοπούς παράγωγης αγωγής και/ή εγείρονται προς επίρρωση αλλότριου στόχου και/ή συμφερόντων για τον απλούστατο λόγο ότι αυτοί (αν πράγματι έλαβαν ποτέ χώρα) αφορούν αντιπαράθεση και/ή διάρρηξη μεταξύ των μερών της Συμφωνίας. Επιπλέον η Ενάγουσα πουθενά δεν αναφέρει ειδικά και/ή αναλυτικά στο δικόγραφο της τους λόγους και/ή τις περιστάσεις που θα αποδείκνυαν ότι εκείνοι οι οποίοι ασκούν τον έλεγχο και/ή διευθυντές και/ή γραμματείς και/ή Εναγόμενος 2 και/ή διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 1 εταιρείας θα εμπόδιζαν την τελευταία από του να εγείρει την παρούσα παράγωγη αγωγή, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και/ή αρχές της παράγωγης αγωγής. Δεν παραβλέπετε ότι οι αξιώσεις και/ή θεραπείες της Ενάγουσας ως αυτές δικογραφούνται, εδράζονται στην Συμφωνία και αξιώνονται αποκλειστικά προς όφελος των συμβαλλομένων μερών της Συμφωνίας, ήτοι, των Steve Slocombe και Donna Stephenson και/ή διοικητικών συμβούλων και/ή διευθυντών και/ή αξιωματούχων της Ενάγουσας και όχι προς όφελος και προστασία των συμφερόντων της Εναγόμενης 1 εταιρείας, η οποία ως εξηγείται ανωτέρω συστάθηκε δυνάμει και/ή ως αποτέλεσμα και/ή μεταγενέστερα της Συμφωνίας με αποτέλεσμα να στερείται αυτόνομης βάσης εναντίον του Εναγόμενου 2 και/ή των Εναγόμενων στη βάση της Συμφωνίας. Με όσα εξηγούνται πιο πάνω καταλήγω ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις και/ή νομικές αρχές που νομιμοποιούν και/ ή δίδουν δικαίωμα και/ή locus standi στην Ενάγουσα να εγείρει την παρούσα ως παράγωγη αγωγή. Η αίτηση επιτυγχάνει. Η αγωγή ενόψει των πιο πάνω απορρίπτεται με έξοδα τόσο της παρούσας αίτησης όσο και της αγωγής τα οποία θα υπολογιστούν ως ένα σετ εξόδων υπέρ των Αιτητών/ Εναγομένων 2, 3 και 4 και εναντίον της Ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)........... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η Δ.57 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί: «Ένα Δικαστήριο ή Δικαστής θα έχει την εξουσία να επεκτείνει ή να μειώνει τον χρόνο που καθωρίζεται απο αυτούς τους κανονισμούς ή ορίζεται από οιονδήποτε διάταγμα επεκτάσεως του χρόνου για να γίνει κάτι ή να αρχίσει κάποια διαδικασία, υπό τοιούτους όρους (αν υπάρχουν) που το δίκαιο της περίπτωσης θα απαιτεί και οιαδήποτε τέτοια επέκταση του χρόνου μπορεί να διαταχθεί παρόλον που η αίτηση γι' αυτό το σκοπό θα έχει γίνει μετά τη λήξη του χρόνου που ορίσθηκε ή επετράπηκε νοουμένου ότι όταν ο χρόνος για την παράδοση οιουδήποτε δικογράφου ή εγγράφου ή καταχώρησης οιασδήποτε ενόρκου δηλώσεως, απαντήσεως ή εγγράφου ή τελέσεως οιασδήποτε πράξεως είναι ή έχει ορισθεί ή καθορισθεί από οιονδήποτε των κανονισμών αυτών ή απο οιαδήποτε οδηγία ή διάταγμα του Δικαστηρίου ή Δικαστού, τα έξοδα οιασδήποτε αιτήσεως για παράταση του τοιούτου χρόνου και οιουδήποτε διατάγματος θα καταβάλονται από το διάδικο που κάμνει την τοιαύτη αίτηση εκτός αν το Δικαστήριο ή Δικαστής διατάξει διαφορετικά.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο