← Κύπρος

ΦΡΙΞΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ κ.α. ν. STALLION FUND LIMITED κ.α., Αρ. Αγ. 3342/2016, 9/8/2017

ΦΡΙΞΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ κ.α. ν. STALLION FUND LIMITED κ.α., Αρ. Αγ. 3342/2016, 9/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A272 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 3342/2016 Μεταξύ:

  1. ΦΡΙΞΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ
  2. ΦΙΟΝΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗ Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση - και -
  3. STALLION FUND LIMITED
  4. ΝΙΚΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
  5. ORATIOUS DEVELOPMENT & INVESTMENT CO LTD
  6. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΝΤΕΛΗ Εναγομένων - Αιτητών Ημερομηνία: 9 Αυγούστου, 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/ Καθ' ων η Αίτηση: Η κα Χριστιάνα Θεοδώρου για Πρωτοπαπά, Δημητρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 και 2 / Αιτητές: Ο κ. Α. Πέτσας για Κιτρομηλίδης, Πέτσας Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης του) Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε την 17.11.2016 σε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (O.2, r.1). Ταυτόχρονα είχε καταχωρηθεί μονομερής αίτηση με την οποία επιδιωκόταν η έκδοση διαφόρων τύπων απαγορευτικών διαταγμάτων εναντίον όλων των εναγομένων. Η αίτηση ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου την 21.11.
  7. Εκείνη την ημερομηνία είχε εκδοθεί διάταγμα ως το αιτητικό Γ της αίτησης μόνον εναντίον της Εναγόμενης
  8. Σε σχέση με τα υπόλοιπα αιτητικά διατάχθηκε η επίδοση τους και προς τούτο ορίστηκε τόσο για αναθεώρηση του εκδοθέντος διατάγματος όσο και για επίδοση την 1.12.
  9. Την 28.11.2016 καταχωρήθηκε υπό των Εναγόντων αίτηση για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και/ή υποκατάστατης επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας της ειδοποίησης της αγωγής, της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 17.11.2016 και του ενδιάμεσου Διατάγματος ημερομηνίας 21.11.
  10. Στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 28.11.2016 εκδόθηκε την 1.12.2016 σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου. Την 23.12.2016 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης υπό δικηγόρων εκ μέρους των εναγόμενων 3 και
  11. Την 28.12.2016 καταχωρήθηκε υπό των Εναγόντων αίτηση για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και/ή υποκατάστατης επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας της ειδοποίησης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 17.11.2016 και του ενδιάμεσου Διατάγματος ημερομηνίας 21.11.
  12. Στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 28.12.2016 εκδόθηκε την 29.12.2016 σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου. Την 11.01.2017 καταχωρήθηκε υπό των Εναγόντων σχετική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10.01.2017 για την επίδοση των εγγράφων στους εναγόμενους 1 και
  13. Αντίγραφο της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 8.12.2016, το οποίο ως είναι η θέση των Εναγόντων στην ένορκη δήλωση κας Δήμητρας Δημητρίου ημερομηνίας 10.1.2017, επιδόθηκε την 5.1.2017 διά ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στους εναγόμενους 1 και
  14. Για τον σκοπό αυτό, κατόπιν σχετικής αίτησης των Εναγομένων 1 και 2, εκδόθηκε Διάταγμα την 23.1.2017 δίδοντας την άδεια στους Εναγόμενους 1 και 2 όπως καταχωρήσουν εμφάνιση υπό αίρεση, όπως και έκαναν καταχωρώντας σημείωμα εμφανίσεως υπό διαμαρτυρία την 3.02.
  15. Σημειώνω ότι το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα παραμένει σε ισχύ μέχρι σήμερα. ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 και 2/ ΑΙΤΗΤΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥΣ: Οι εναγόμενοι 1 και 2 με την παρούσα Αίτηση τους αξιώνουν σειρά από διατάγματα με τα οποία επιζητείται η ακύρωση τόσο του κλητηρίου εντάλματος αλλά και όσων διαδικασιών επακολούθησαν της καταχώρησης του όπως είναι η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και των εκδοθέντων ενδιάμεσων διαταγμάτων προς τούτο. Για το κάθε ένα διάταγμα που επιζητείται η ακύρωση του παρέχεται σχετική αιτιολογία με βασικό λόγο ότι αυτά εξασφαλίστηκαν από το Δικαστήριο παράτυπα και/ή αντικανονικά και/ή κατόπιν απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων ή παραπλάνησης ή εξαπάτησης του Δικαστηρίου και/ή λόγω κατάχρησης διαδικασίας από τους Ενάγοντες και/ή γιατί η ένορκη δήλωση στην οποία βασίστηκαν οι Ενάγοντες κατά την έκδοση του διατάγματος και/ή των διαταγμάτων του Δικαστηρίου δεν αποκάλυπτε εκ πρώτης όψεως και/ή καλή υπόθεση στην αγωγή των Εναγόντων και/ή ενόψει του ότι η εν λόγω αίτηση δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη στο βαθμό που απαιτείται ώστε να ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις για επίδοση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας και/ή ενόψει του ότι η ένορκη δήλωση στην οποία βασίστηκαν οι Ενάγοντες δεν περιείχε τα αναγκαία ουσιώδη γεγονότα που να καταδεικνύουν το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων και/ή δεν ήταν αληθής. Ειδικότερα σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 αναφέρεται ότι αυτός ενώ είναι Κύπριος διαμένων στο εξωτερικό του επιδόθηκε η Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή Ειδοποίηση της Αγωγής αντί του Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Σε σχέση με την Εναγόμενη 1 επιδόθηκε κατά παράβαση του περί της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικός) Νόμου του 1982 (Ν. 40/1982)και/ή κατά παράβαση της Σύμβασης της Χάγης για την επίδοση στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδικαστικών εγγράφων σε πολιτικά και εμπορικά θέματα της οποίας οι Νήσοι Κέύμαν είναι μέλος ως Βρετανικό έδαφος και/ή κατά παράβαση του Κυρωτικού Νόμου 3(ΙΙΙ)/2000). Το δε Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα στην και/ή Ειδοποίηση του Κλητήριου Εντάλματος και/ή η επίδοση της Ειδοποίησης Κλητηρίου Εντάλματος δεν αποκαλύπτει για τους Εναγόμενους 1 και 2 εύλογη αιτία αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή λόγω ύπαρξη δικαιοδοτικής ρήτρας των Νήσων Κέϋμαν ή ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων των Νήσων Κέϋμαν αλλά και λόγω μη αποκάλυψης εύλογης αιτίας αγωγής κατά των Εναγόμενων και/ή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Τέλος, καθώς το παρόν Δικαστήριο δεν είναι υπό τις περιστάσεις το κατάλληλο βήμα (forum non convenience) να επιληφθεί της υπόθεσης έναντι των Δικαστηρίων στις Νήσους Κέύμαν, τα οποία είναι αρμοδιότερα και καταλληλότερα για εκδίκαση της υπόθεσης και με την οποία σε αντίθεση με την Κύπρο όλες οι περιστάσεις της έχουν την στενότερη σχέση. Η Αίτηση βασίζεται επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2, Δ.5 θ. 1,2,9,10, Δ.5 Α, Δ.6 θ.θ. 1 εως 9,, Δ.15 ΘΘ.3 και 4, Δ.16 ΘΘ.9 και 10 , Δ.27 Θ3 Δ.40 Θ.7 και 11, Δ.48 ΘΘ 1, 2, 8

(1)(r.ι), 8
(4), Δ.57 θ.2, Δ.64 Θ1-3, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, ΚΕΦ. 6, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, (Κυρωτικός) Νόμου του 1982 Ν. 40/1982, Κυρωτικού Νόμου 3(ΙΙΙ)/2000), στις αρχές του Δικαίου της επιεικείας, της Νομολογίας και των Συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και στο περιεχόμενο του φακέλου. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης στηρίζεται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Ανδρέας Πέτσα δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους/ Αιτητές στην παρούσα. Δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση δεδομένου ότι, η παρούσα αίτηση και τα αιτούμενα διατάγματα, αφορούν αμιγώς νομικά θέματα και/ή διαδικασίες τις οποίες ως εκ της θέσεως του είναι σε θέση να γνωρίζει. Η γνώση του για τα γεγονότα της υπόθεσης προέρχεται από μελέτη του φακέλου, τον οποίο έχει στην κατοχή του, καθώς επίσης και από πληροφορίες που έλαβε από από τους Εναγόμενους - Αιτητές. Δηλώνει περαιτέρω ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα τα οποία αναφέρει στην παρούσα Ένορκη Δήλωση και εξ όσων κάλλιον γνωρίζει είναι αληθινά. Όπου τα γεγονότα δεν εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση, αναφέρει την πηγή των πληροφοριών του. Κάνει αναφορά στο διαδικαστικό ιστορικό της αγωγής και των διαφόρων ενδιάμεσων αιτήσεων που έχουν καταχωρηθεί στα πλαίσια της, όπως αυτό έχει καταγραφεί στην αρχή της απόφασης και επισυνάπτει ως Τεκμήρια όλα τα σχετικά έγγραφα. Στη συνέχεια αναφέρεται στους λόγους για τους οποίους υποστηρίζει τον παραμερισμό και/ή ακύρωση των μονομερώς εκδοθέντων Διαταγμάτων του Δικαστηρίου ημερ. 1.12.2016 και 29.12.
  1. Προς τούτο δηλώνει ότι έχει αναγνώσει με προσοχή την ένορκο δήλωση της κας Δήμητρας Δημητρίου ημερ. 28.11.2016 που υποστηρίζει την αίτηση ταυτόσημης ημερομηνίας αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο Β, με το περιεχόμενο της οποίας διαφωνεί πλήρως, εκτός όπου ρητά προβαίνει σε αποδοχή ισχυρισμών της. Επίσης ότι έχει αναγνώσει με προσοχή την ένορκο δήλωση της κας Χριστιάνας Θεοδώρου ημερ. 28.12.2016 που υποστηρίζει την αίτηση ταυτόσημης ημερομηνίας, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο Δ, με το περιεχόμενο της οποίας διαφωνεί πλήρως, εκτός όπου ρητά προβαίνει σε αποδοχή ισχυρισμών της. Εισηγείται ότι το περιεχόμενο και των δύο αναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων είναι σχεδόν πανομοιότυπο αναφορικά με τον σχολιασμό του στο θέμα της επάρκειας των στοιχείων που είχαν διατεθεί για υποστήριξη της αίτησης για άδεια επίδοσης. Υποστηρίζει ότι σε αυτές τις ένορκες δηλώσεις που επισυνάπτονται στα Τεκμήρια Β και Δ, δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως και/ή καλή υπόθεση στην αγωγή των Εναγόντων και/ή η εν λόγω αίτηση δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη στο βαθμό που απαιτείται ώστε να ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις για επίδοση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας ενόψει του ότι η ένορκη δήλωση στην οποία βασίστηκαν οι Ενάγοντες δεν περιείχε τα αναγκαία ουσιώδη γεγονότα που να καταδεικνύουν το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων. Ενδεικτικά αναφέρει ότι, στις ενόρκους δηλώσεις δεν παρατέθηκε τέτοια μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία για στήριξη της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Εξετάζοντας με προσοχή το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των δικηγόρων των Εναγόντων στα Τεκμήρια Β και Δ μέσω της οποίας είχαν προσφερθεί τα στοιχεία μαρτυρίας προς στοιχειοθέτηση ύπαρξης καλής υπόθεσης, εύκολα θα εντοπίσει κάποιος ότι, πέραν της αναφοράς για αγορά μετοχών της Εναγόμενης 1 υπό των Εναγόντων και της προσδοκίας τους διά κερδοφορία μέσω των επενδύσεων της Εναγόμενης 1, κανένα τεκμήριο δεν παρατίθεται περί τούτου. Εισηγείται ότι η αναφορά της ομνύουσας σε άρνηση της Εναγόμενης 1 διά εξαγορά των μετοχών των Εναγόντων χωρίς να παρατίθεται κανένας λόγος, καμία λεπτομέρεια και κανένα έγγραφο περί τούτου, δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως και/ή καλή υπόθεση στην αγωγή των Εναγόντων. Η εν λόγω αίτηση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη στο βαθμό που απαιτείται ώστε να ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις για επίδοση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας ενόψει του ότι η ένορκη δήλωση στην οποία βασίστηκαν οι Ενάγοντες δεν περιείχε τα αναγκαία ουσιώδη γεγονότα που να καταδεικνύουν το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων. Είναι δε άξιο αναφοράς, όπως εισηγείται, ότι, στις ενόρκους δηλώσεις των Τεκμηρίων Β και Δ δεν παρατίθενται καν ως Τεκμήρια οι όροι πρόσκλησης για εγγραφή των μετόχων της Εναγόμενης 1, ως επίσης και η συμφωνία αγοράς των μετοχών (subscription agreement) δυνάμει της οποίας οι Ενάγοντες ως οι ίδιοι αναφέρουν, απόκτησαν τις μετοχές της Εναγόμενης
  2. Επισυνάπτονται αντίγραφα των όρων πρόσκλησης (offering memorandum) και συμφωνίας αγοράς των μετοχών (subscription agreement) ως Τεκμήρια Θ και Ι αντίστοιχα. Εισηγείται περαιτέρω ότι οι αιτητές όφειλαν να παρουσιάσουν τουλάχιστον ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία ως προς τα εξής:- (i) Ποια ήταν η ισχυριζόμενη συμφωνία και τι προνοούσε ρητά ή εξυπακουόμενα. (ii) Πότε έγινε ακριβώς και πού και αν υπάρχει δικαιοδοτική ρήτρα. (ii) Γιατί κατά τον ισχυρισμό των εναγόντων υπήρξε παράβαση της συμφωνίας. Ως προς το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων κατά την υποβολή της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 28.11.2016 και 28.12.2016 αντίστοιχα εισηγείται ότι με απλή ανάγνωση του Τεκμηρίου Ι εύκολα εντοπίζονται στην σελίδα 3 παράγραφος 10 τα ακόλουθα:
  3. Representations, warranties and covenants The undersigned Subscriber (or, if more than one, each of them): (a) Hereby acknowledges that it has received and considered the Offering Memorandum and this application is made on the terms thereof and subject to the provisions of the Company's Memorandum and Articles of Association from time to time in force........... (b) Hereby acknowledges that it has read and fully considered and understand the Offering Memorandum in connection with this application for Shares in the Company and that it has evaluated its proposed investment in the Company in the light of its financial condition and resources........... Στην σελίδα 5 του Τεκμηρίου Ι αναφέρονται τα ακόλουθα: (m) Understands and agrees that redemptions request a six month notice and this is not negotiable. However the directors may in certain circumstances, provide a loan to any shareholder upon request. The Directors can alter the redemption period if they consider it appropriate. Διαφαίνεται από τα ανωτέρω, όπως εισηγείται, ότι οι Ενάγοντες όχι μόνο δεν απεκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα στο Δικαστήριο αλλά απέκρυψαν και ουσιώδη γεγονότα όπως, το δικαίωμα της Εναγόμενης 1 εταιρείας να παρατείνει πέραν των έξη
(6)μηνών ή και περισσότερο ή και να αναστείλει εξαγορά των μετοχών. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αυτά αναφέρονται και επί του Τεκμηρίου Θ σελίδα 29 και εντεύθεν. Σε σχέση με το ζήτημα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες και οι ομνύουσες στις ενόρκους δηλώσεις των Τεκμηρίων Β και Δ αντίστοιχα, απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδες γεγονός ήτοι ότι, το έγγραφο αγοράς των μετοχών (subscription agreement) δυνάμει της οποίας οι Ενάγοντες, ως οι ίδιοι αναφέρουν, απόκτησαν τις μετοχές της Εναγόμενης 1, διέπεται από το Δίκαιο των Νήσων Κέϋμαν ως εμφαίνεται στην σελίδα 6 που είναι και η τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου Ι. Συγκεκριμένα ρητά αναφέρονται τα ακόλουθα: (c) This application form shall be irrevocable and shall be governed by and construed in accordance with the laws of the Cayman Islands. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω θεωρεί ότι, όχι μόνο υπήρξε από πλευράς Εναγόντων απόκρυψη σε σχέση με γεγονότα εξ΄ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και παραπλάνηση στην ύπαρξη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Αν τα πιο πάνω στοιχεία ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου, εισηγείται, μπορούσε να ασκήσουν κάποια επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ως είναι σε θέση να γνωρίζει, ό,τι χρειάζεται, είναι να καταδειχθεί ότι, δεν απεκαλύφθησαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία εξ' αντικειμένου θα βάρυναν στη σκέψη του Δικαστηρίου όταν εξέταζε τις μονομερείς αιτήσεις Τεκμήρια Β και Δ αντίστοιχα. Σε περίπτωση κατά την οποία οι συμβαλλόμενοι είχαν εκφράσει την πρόθεση τους όπως εφαρμοστεί το δίκαιο συγκεκριμένης χώρας αυτό το δίκαιο θα ήταν και το αρμόζον. Ο λόγος αυτός από μόνος του οδηγεί άνευ ετέρου στην ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και καταχώρηση εμφάνισης. Σε σχέση με το ζήτημα της βολικότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων (forum of conveniens) και διαζευκτικά των ανωτέρω και της ύπαρξης δικαιοδοτικής ρήτρας μεταξύ των διαδίκων στο Τεκμήριο Ι ότι είναι η θέση των Αιτητών ότι, η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum (forum non convenience) εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Και αυτό καθώς είναι παραδεκτό ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία είναι από τις Νήσους Κέϋμαν. Ως εμφαίνεται από το Τεκμήριο Θ ο διευθυντής είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους και ο σύμβουλος επενδύσεων από το Χονγκ Κονγκ. Η οιαδήποτε διαχείριση κεφαλαίων γίνεται από τις Νήσους Κέϋμαν. Ως εκ των ανωτέρω στις Νήσους Κέϋμαν είναι διαθέσιμη η μαρτυρία σε σχέση με τα επίδικα θέματα ως επίσης ο Νόμος που διέπει τις επίδικες συναλλαγές διαφέρει από τον ημεδαπό Νόμο σε ουσιαστικά σημεία αναφορικά με τις μετοχές της Ενάγουσας 1 και την εξαγορά αυτών. Το γεγονός αυτό θα εξοικονομήσει χρόνο και έξοδα. Εισηγείται ότι αν γίνει ανάληψη δικαιοδοσίας από τα κυπριακά Δικαστήρια, αυτά, θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να αποφασίσουν με βάση το εφαρμοστέο δίκαιο που είναι το αλλοδαπό δίκαιο στις Νήσους Κέϋμαν, κάτι που θα συνεπάγεται και την υιοθέτηση μιας διαδικασίας όπου θα πρέπει να προσκομιστεί μαρτυρία από την κάθε πλευρά για το ποιο είναι το αλλοδαπό δίκαιο και ποιες οι επιπτώσεις του, ενώ το Δικαστήριο, στο τέλος θα κληθεί να κάνει ευρήματα γεγονότων αναφορικά με το εφαρμοστέο δίκαιο μιας αλλοδαπής χώρας. Αυτή η διαδικασία είναι χρονοβόρα, δαπανηρή και κατά κανόνα ανεπιθύμητη και δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται. Σε σχέση με τον παραμερισμό και/ή ακύρωση επίδοσης των Τεκμηρίων Γ και Ε στον Εναγόμενο 2 ο ενόρκως δηλών εισηγείται ότι εξ' όσων κάλλιο γνωρίζει και πιστεύει και σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, ο Εναγόμενος 2, ο οποίος ως είναι παραδεκτό είναι Κύπριος υπήκοος από τη Λεμεσό, ο οποίος διαμένει στο εξωτερικό, δεν έλαβε οιοδήποτε κλητήριο ένταλμα εν σχέση με την ως άνω αριθμό αγωγή και/ή την παρούσα διαδικασία. Εν αντιθέσει με τα ανωτέρω κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επιδόθηκε στον Εναγόμενο 2, ο οποίος είναι Κύπριος που διαμένει στο εξωτερικό η Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος Τεκμήριο Ζ αντί του Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Εισηγείται ως εκ των ανωτέρω ότι το διάταγμα ή τα διατάγματα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 1/12/2016 και 29/12/2016 Τεκμήρια Γ και Ε αντίστοιχα με τα οποία επιτράπηκε η επίδοση και/ή η υποκατάστατη επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και όλων των αναφερόμενων σε αυτά εγγράφων στον Εναγόμενο 2 στο εξωτερικό καθώς και οτιδήποτε τα έχει ακολουθήσει ή στηριχθεί σε αυτά θα πρέπει να παραμεριστούν και/ή ακυρωθούν. Σε σχέση με τον παραμερισμό και/ή ακύρωση επίδοσης των Τεκμηρίων Γ και Ε στην Εναγόμενη 1 εισηγείται ότι είναι παραδεκτό ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στις Νήσους Κέϋμαν οι οποίες είναι υπερπόντιο Βρετανικό έδαφος. Τόσο οι Νήσοι Κέϋμαν όσο και η Κύπρος είναι μέλη της Σύμβασης της Χάγης (Σύμβαση Αναφορικά με την Πολιτική Δικονομία που έγινε στη Χάγη την 1η Μαρτίου 1954). Είναι κοινά αποδεκτό ότι η εν λόγω σύμβαση ισχύει τόσο στην Κύπρο (Κυρωτικός Νόμος 3(ΙΙΙ)/2000) όσο και στις Νήσους Κέυμαν. Με βάση το άρθρο 1 της Σύμβασης, η επίδοση όλων των δικαστικών εγγράφων, σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις θα πρέπει να διενεργείται μέσω της διπλωματικής οδού, στην αρμόδια αρχή του κράτους στο οποίο απευθύνεται η επίδοση. Είναι δε φανερό πως η άδεια δόθηκε χωρίς να ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στη Σύμβαση και σε κάθε περίπτωση, η άδεια που δόθηκε για υποκατάστατη επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου μέσο ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, προσκρούει στις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης στην οποία ρητά προβλέπεται ότι η επίδοση διενεργείται μέσω της διπλωματικής οδού. Ως εκ των ανωτέρω εισηγείται ότι, τα Διατάγματα του Δικαστηρίου 1/12/2016 και 29/12/2016 Τεκμήρια Γ και Ε αντίστοιχα, με τα οποία επιτράπηκε η επίδοση και/ή η υποκατάστατη επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και όλων των αναφερόμενων σε αυτά εγγράφων στην Εναγόμενη 1 στο εξωτερικό, θα πρέπει να παραμεριστούν και/ή ακυρωθούν. Οι Ενάγοντες/ Καθ' ων η Αίτηση την 6.04.2017 καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση στην οποία προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  1. Η αίτηση είναι ατεκμηρίωτη και/ή στερείται οποιουδήποτε πραγματικού και/ή νομικού υποβάθρου και/ή είναι παραπλανητική και/ή λανθασμένη, καθότι οι επιδόσεις που έλαβαν χώραν έγιναν καθόλα νομότυπα.
  2. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για απόρριψη και/ή παραμερισμό και/ή ακύρωση των εκδομένων διαταγμάτων και/ή του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου και/ή της ειδοποίησης αυτού και/ή της επίδοσης της ειδοποίησης.
  3. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 έλαβαν πλήρη γνώση της διαδικασίας ενόψει της καθόλα νομότυπης επίδοσης που έγινε προς αυτούς, δυνάμει διαταγμάτων ημερομηνίας 01/12/2016 και 29/12/2016 και/ή στη βάση σχετικών Νόμων και/ή Κανονισμών και/ή Συμβάσεων.
  4. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν υπέστησαν καμία ζημιά και/ή κανένα δικαίωμα τους δεν έχει επηρεαστεί, από τη διαδικασία επίδοσης που έλαβε χώρα και/ή έλαβε χώρα νομότυπα.
  5. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση τη διαδικασίας και/ή αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης και μόνο σκοπό έχει να καθυστερήσει τη πορεία εκδίκασης της υπόθεσης.
  6. Το Δικαστήριο εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα στα πλαίσια εφαρμογής των οικείων Νόμων και/ή Κανονισμών και/ή Συμβάσεων και ως εκ τούτου δεν χωρεί καμία εισήγηση για παρατυπία και/ή οποιαδήποτε τέτοια εισήγηση είναι αβάσιμη.
  7. Άνευ βλάβης του προαναφερόμενου λόγου η επίδοση ειδοποίησης αντί κλητηρίου εντάλματος, συνιστά απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη.
  8. Υπάρχει εύλογη αιτία αγωγής για τους Ενάγοντες έναντι των Εναγομένων και/ή αυτή έχει επαρκώς εξηγηθεί και/ή αναλυθεί, στις αιτήσεις τους για επιδόσεις εκτός δικαιοδοσίας.
  9. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή καθότι η βάση της αγωγής προέκυψε εν όλω ή εν μέρει εντός της δικαιοδοσίας αυτού και/ή το παρόν δικαστικό διάβημα δεν είναι το κατάλληλο και/ή το αίτημα περί αναρμοδιότητας δεν υποβλήθηκε στο κατάλληλο χρονικά σημείο.
  10. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή στη βάση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού ΕΚ 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
  11. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν αποκρύψει κανένα ουσιώδες στοιχείο και/ή δεν έχουν παραπλανήσει και/ή εξαπατήσει το Δικαστήριο σε κανένα στάδιο της διαδικασίας.
  12. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων που στηρίζονται στην ισχυριζόμενη κατά των Εναγομένων έλλειψη δικαιοδοσίας, στο ακατάλληλο βήμα (forum conveniens) και στην καταλληλότητα επίδοσης, αποτελεί καταστρατήγηση της νομολογιακής αρχής, ότι δεν επιτρέπεται η τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογή του διαδίκου και η διαιώνιση τους μέσω πολλαπλών διαδικασιών.
  13. Η κατάλληλη και/ή βολική δικαιοδοσία για την εκδίκαση της απαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, αφού η βάση αγωγής που προωθείται περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, δόλο και/ή απάτη, πράξεις οι οποίες έχουν συντελεστεί και/ή λάβει χώραν εντός της εν λόγω δικαιοδοσίας.
  14. Η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη καθότι οι λόγοι που προβάλλονται και/ή προωθούνται μέσω αυτής, δεν δύνανται να εξεταστούν στο παρόν στάδιο.
  15. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και της νομολογίας, για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  16. Τυχόν έγκριση των αιτούμενων διαταγμάτων, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ' ων η Αίτηση.
  17. Εάν οι Αιτητές επιτύχουν με την αίτηση τους, ενδέχεται να αποστερήσουν από τους Καθ' ων η Αίτηση το δικαίωμα να προωθήσουν το κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα, επί της περιουσίας και/ή ιδιοκτησίας τους.
  18. Οι υποκατάστατες επιδόσεις μέσω υπηρεσιών ταχυδιανομής και/ή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας δεν έγιναν κατά παράβαση και/ή δεν αντίκεινται στις πρόνοιες του Ν. 40/1982 και/ή οι υποκατάστατες επιδόσεις έγιναν με πλήρη συμμόρφωση προς τις πρόνοιες του Ν. 40/
  19. Οι τρόποι επίδοσης που προνοούνται στον Ν. 40/1982 δεν είναι αποκλειστικής μορφής και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δύναται να ενεργήσει και διαφορετικά και/ή δεν αποκλείουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να ενεργήσει ως ενήργησε, στη βάση της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, η οποία απορρέει από το Κυπριακό Σύνταγμα, τα άρθρα 3, 9 του Κεφ. 6, το Ν. 14/60και τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.» Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές κας Δήμητρας Δημητρίου. Η κα Δ. Δημητρίου πέραν από την ιδιότητα και την εξουσιοδότηση που έχει να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη των λόγων ένστασης δηλώνει τα ακόλουθα: «
  20. Εργάζομαι ως δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ' ων η Αίτηση στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Καθ' ων η αίτηση, να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση και όλα όσα αναφέρω εδώ είναι πληροφορίες τις οποίες έχω λάβει τόσο από τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης όσο και από τους ίδιους τους Καθ' ων η αίτηση.
  21. Για οποιαδήποτε άλλη πληροφορία αποκαλύπτω στην ένορκη μου δήλωση δηλώνω την πηγή της πληροφόρησης μου. Επιπλέον, προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση, διότι η υπό κρίση αίτηση αφορά κατά βάση νομικά ζητήματα τα οποία λόγω της ιδιότητας μου ως δικηγόρος δύναμαι να γνωρίζω.
  22. Έχω διαβάσει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση και τους λόγους αυτής τους οποίους υιοθετώ πλήρως και τους επαναλαμβάνω στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  23. Έχω επίσης διαβάσει την αίτηση των Αιτητών ημερομηνίας 23/02/2017 και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει (από τώρα και στο εξής «η ένορκη δήλωση») και απορρίπτω κατηγορηματικά το περιεχόμενο τόσο της αίτησης όσο και της ένορκης δήλωσης, καθώς και όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτές, εκτός τους ισχυρισμούς που ρητά παραδέχομαι κατωτέρω.
  24. Το περιεχόμενο των παραγράφων 1 - 10 (συμπεριλαμβανομένης) της ένορκης δήλωσης με βρίσκει σύμφωνη, αρνούμαι όμως τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στις παραγράφους 11, 12 και 13 της ένορκης δήλωσης.
  25. Αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 14, 15, 16, και 17 της ένορκης δήλωσης επιθυμώ να αναφέρω ότι το αρνούμαι και/ή απορρίπτω κατηγορηματικά στην ολότητα του. Προς υποστήριξη της πιο πάνω άρνησης μου, επιθυμώ να αναφέρω τους πιο κάτω ισχυρισμούς: 6.
  26. Oι Καθ' ων η Αίτηση με τις αιτήσεις τους ημερομηνίας 28/11/2016 και 28/12/2016 οι οποίες σκοπούσαν στην έκδοση διαταγμάτων για επιδόσεις ειδοποιήσεων κλητηρίων, αιτήσεων και διαταγμάτων εκτός δικαιοδοσίας, αποκαλύπτουν, παρουσιάζουν και αιτιολογούν εκ πρώτης όψεως υπόθεση έναντι των Αιτητών και ως εκ τούτου πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση διαταγμάτων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. 6.
  27. Οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις εν λόγω αιτήσεις είναι καταγεγραμμένες με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να περιέχουν όλα τα αναγκαία γεγονότα και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο είχε έρεισμα και/ή το κατάλληλο υπόβαθρο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. 6.
  28. Η μαρτυρία που εμπεριέχεται στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις είναι σαφής, επαρκής και η απολύτως κατάλληλη προς έκδοση των τότε αιτούμενων διαταγμάτων. 6.
  29. Οι Καθ' ων η Αίτηση αναφέρουν στα Τεκμήρια Β και Δ της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση των Αιτητών, αιτήσεις, οι οποίες βρίσκονται εν πάση περιπτώσει στον δικαστηριακό φάκελο. Ειδικότερα στις παραγράφους 5 και 6 αυτών, παρατίθενται όλα τα αναγκαία δεδομένα και/ή γεγονότα και/ή λεπτομέρειες, δίδοντας με αυτό τον τρόπο πλήρη στοιχεία στη βάση των οποίων αιτιολογούν το αγώγιμο δικαίωμα τους έναντι των Αιτητών. 6.
  30. Είναι η θέση μας ότι κανένα λογικό Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει ανεπαρκή τα πιο πάνω για να στηρίξουν τον ισχυρισμό περί ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. 6.
  31. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί μη επισύναψης συγκεκριμένων συμφωνιών, μόνο στόχο έχουν να αποπροσανατολίσουν το Δικαστήριο και να δημιουργήσουν αμφιβολίες για την έκδοση των διαταγμάτων η ακύρωση των οποίων ζητείται με την υπό κρίση αίτηση.
  32. Σε ότι αφορά το περιεχόμενο των παραγράφων 18 και 19 της ένορκης δήλωσης, επιθυμώ να αναφέρω, ότι το αρνούμαι και/ή το απορρίπτω κατηγορηματικά στην ολότητα του. Προς επίρρωση της πιο πάνω θέσης, επιθυμώ να φέρω στην προσοχή του Δικαστηρίου τα πιο κάτω.
  33. Οι Καθ' ων η Αίτηση αναφέρονται στη συμφωνία αγοράς μετοχών (subscription agreement), στις παραγράφους 22 και 23 της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η ECLI:CY:AD:2016:D147, Αίτηση 1, που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων ημερομηνίας 17/11/2016 και την επισυνάπτουν εκεί ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  34. Ο λόγος για τον οποίον δεν επισύναψαν κανένα άλλο έγγραφο, είναι διότι ουδέποτε οι Αιτητές παρέδωσαν σε αυτούς κανένα άλλο έγγραφο και/ή ουδέποτε έφεραν κανένα άλλο έγγραφο σε γνώσιν των Καθ' ων η Αίτηση. Ακόμη και το προαναφερόμενο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 είναι υπογεγραμμένο μόνο από την Καθ' ης η Αίτηση 1 και όχι και από τους Αιτητές.
  35. Οι όροι πρόσκλησης για εγγραφή των μετόχων (offering memorandum), το οποίο αποτελεί το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Θ της παρούσας υπό κρίση αίτησης, ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση. Η πρώτη φορά που οι Καθ' ων η Αίτηση αντίκρισαν τους εν λόγω όρους, είναι μέσω της παρούσας αίτησης. Είναι βέβαια εμφανές και από απλή ανάγνωση του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ Θ, ότι δεν πρόκειται για έγγραφο μεταξύ των διαδίκων αλλά για δείγμα τέτοιου εγγράφου αφού δεν φέρει τα ονόματα των Καθ' ων η Αίτηση, δεν φέρει υπογραφές από κανένα εκ των διαδίκων και γενικά δεν έχει κανένα χαρακτηριστικό που να μπορεί να οδηγήσει έστω και στην υποψία, ότι το εν λόγω έγγραφο σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση και/ή ενέχει οποιαδήποτε νομική και/ή δεσμευτική αξία και/ή ισχύ.
  36. Άνευ βλάβης των ανωτέρω, είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι βάση της παρούσας αγωγής αποτελούν τα αστικά αδικήματα του δόλου, της απάτης και των ψευδών παραστάσεων. Ακόμη και εάν το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι οι προαναφερόμενες Συμφωνίες και όροι ήταν σε γνώσιν των Καθ' ων η Αίτηση και επιπλέον ήθελε κάνει αποδεκτά τα προαναφερόμενα ΤΕΚΜΗΡΙΑ ως έγκυρα και εν ισχύ και εν γένει δεσμευτικά, οι πρόνοιες των συμφωνιών και οι όροι που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση αίτησης ουδόλως έχουν σημασία. Λαμβανομένου υπόψη, ότι σε περίπτωση αστικών αδικημάτων, δικαιοδοσία έχουν τα δικαστήρια εντός της δικαιοδοσίας των οποίων λαμβάνει χώρα το αστικό αδίκημα τότε είναι ξεκάθαρη η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων και ειδικότερα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
  37. Σε ότι αφορά το περιεχόμενο των παραγράφων 20 και 21 της ένορκης δήλωσης επιθυμώ να αναφέρω ότι διαφωνώ πλήρως και επιθυμώ περαιτέρω να δηλώσω, ότι κανένα ουσιώδες στοιχείο δεν αποκρύφτηκε από το Δικαστήριο. Απόκρυψη οποιουδήποτε ουσιώδους στοιχείου θα ήταν οπωσδήποτε σε βάρος των Καθ' ων η Αίτηση, αφού στόχος τους δεν ήταν να εξασφαλίσουν ένα πρόσκαιρο διάταγμα το οποίο εν τέλει θα απορρίπτετο στη βάση μη αποκάλυψης, αλλά όντας θύματα αδικίας και εκμετάλλευσης επιθυμούσαν την αποκατάσταση και/ή προστασία τους. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και ως εκ της ιδιότητας μου, είναι η θέση μου ότι αποκάλυψη γεγονότων που δεν επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου δεν θεωρούνται απαραίτητα προς αποκάλυψη και ως εκ τούτου αποτελούν αχρείαστα γεγονότα, η παράθεση των οποίων θα πρέπει να αποφεύγεται.
  38. Σε σχέση με το περιεχόμενο των παραγράφων 21 - 25 της ένορκης δήλωσης, επιθυμώ να αναφέρω ότι το απορρίπτω. Ειδικότερα, όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση αλλά και όπως δύναμαι να γνωρίζω λόγω της ιδιότητας μου ως δικηγόρος, μέσω της επίδικης διαδικασίας δεν δύναται να εγερθεί ζήτημα δικαιοδοσίας. Επιπλέον, το χρονικό σημείο το οποίο καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση δεν είναι το κατάλληλο καθότι δεν έχει ολοκληρωθεί η καταχώρηση των εγγράφων προτάσεων και ως εκ τούτου ακόμη να αποκρυσταλλωθούν τα επίδικα θέματα, ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να κρίνει και να αποφασίσει επί τούτου.
  39. Είναι επιπλέον η θέση των Καθ' ων η Αίτηση, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού είναι το κατάλληλο δικαστήριο, αφού η αδικοπραξία την οποίαν υπέστησαν οι Καθ' ων η Αίτηση έχει επισυμβεί εντός των ορίων δικαιοδοσίας του προαναφερόμενου Δικαστηρίου, δηλαδή στη Λεμεσό. Επαναλαμβάνω εδώ, όπως έχω ήδη αναφέρει και πιο πάνω ότι βάση αγωγής εδώ αποτελούν τα αστικά αδικήματα του δόλου, της απάτης και των ψευδών παραστάσεων και ως εκ τούτου δικαιοδοσία έχουν τα δικαστήρια εντός της δικαιοδοσίας των οποίων λαμβάνει χώρα το αστικό αδίκημα, τότε είναι ξεκάθαρη η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων και ειδικότερα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού
  40. Οι Καθ' ων η Αίτηση απορρίπτουν το περιεχόμενο των παραγράφων 26 -
  41. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση αλλά και όπως δύναμαι να γνωρίζω λόγω της ιδιότητας μου ως δικηγόρος, το μέτρο απόδειξης που πρέπει να ικανοποιήσει ο αιτητής για να αποφασίσει εάν είναι βολικό (convenient) ή όχι τα Κυπριακά Δικαστήρια να εκδικάσουν κάποια υπόθεση με στοιχεία αλλοδαπότητας είναι αρκετά ευρύ και υψηλό, κάτι που στην παρούσα περίπτωση δεν υφίσταται. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω, το βάρος προσκόμισης και απόδειξης των εν λόγω στοιχείων (ότι δηλαδή είναι εκτός Κύπρου το καταλληλότερο forum) το έχει ο αιτών σε εκάστη διαδικασία. Ευσεβάστως υποβάλλω, ότι στην υπό κρίση περίπτωση, οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει κανένα στοιχείο που να φανερώνει ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν μπορούν να εκδικάσουν την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή τις οποιεσδήποτε ενδιάμεσες διαδικασίες που εκκρεμούν ενώπιον του.
  42. Επιπρόσθετα, όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση αλλά και όπως προσωπικά δύναμαι να γνωρίζω, από τη στιγμή που υπάρχουν περισσότεροι του ενός Εναγόμενου και κάποιοι εξ αυτών έχουν την κατοικία τους εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, τότε το εν λόγω Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας, καθότι ξεχωριστή εκδίκαση της υπόθεσης του Ενάγοντα με κάθε Εναγόμενο, ενέχει τον κίνδυνο έκδοσης ξεχωριστών και ενδεχόμενα ασυμβίβαστων αποφάσεων.
  43. Αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 30 - 31 επιθυμώ να αναφέρω, ότι εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω απλές δικονομικές παρατυπίες είναι θεραπεύσιμες και ως εκ τούτου η επίκληση τους δεν είναι αρκετή για να θεωρηθεί κάποια από αυτές ως αρκετή για να παραμεριστεί το κλητήριο ένταλμα και όλα τα μετέπειτα δικονομικά διαβήματα. Οι Καθ' ων η Αίτηση έλαβαν πλήρη γνώση της δικαστικής διαδικασίας και καμία ζημιά δεν έχουν υποστεί κατά την ετοιμασία και αποστολή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, μέσω των οποίων επιδόθηκαν οι σχετικές ειδοποιήσεις, διατάγματα, αιτήσεις.
  44. Σε κάθε περίπτωση οι Αιτητές στην παρούσα διαδικασία, έλαβαν γνώση και εμφανίστηκαν άμεσα στις δικάσιμους που ορίστηκαν από το Δικαστήριο για την ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 17/11/
  45. Οι Αιτητές, μέσω των δικηγόρων τους, εμφανίστηκαν έγκαιρα, έστω και υπό διαμαρτυρία, χωρίς να προκύψει καμία δυσμενής συνέπεια σε βάρος τους. Είναι δε καταγεγραμμένο στις εμφανίσεις ενώπιον Δικαστηρίου στις ημερομηνίες 01/12/2016 και 11/01/2017, ότι ο δικηγόρος των Αιτητών στην παρούσα διαδικασία, εμφανίστηκε για τους Αιτητές 1 και 2, προτού καν τα σχετικά έγγραφα και/ή διατάγματα και/ή ειδοποιήσεις, έρθουν σε γνώση τους, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε.
  46. Επίσης, αρνούμαι στην ολότητα τους τις παραγράφους 32 - 36 της ένορκης δήλωσης. Ο εκεί αναφερόμενος κυρωτικός Νόμος 3(ΙΙΙ)/2000, δεν ήταν το δικαστικό διάβημα στη βάση του οποίου επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, τον παραμερισμό της οποίας ζητούν με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτητές. Εν πάση περιπτώσει, εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, οι πρόνοιες του εν λόγω Νόμου καθώς και του Ν. 40/82, δεν περιορίζουν το εκάστοτε δικαστήριο να τις εφαρμόσει κατ' αποκλειστικότητα, αφού το εκδικάζον δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδώσει διατάγματα από τη σύμφυτη εξουσία του, όπως του παρέχεται από το Σύνταγμα και οικείους Νόμους και Κανονισμούς.
  47. Είναι επιπλέον η θέση της πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση, ότι ο ισχυρισμός των Αιτητών περί μη διατήρησης πλέον του δικαιώματος της αγωγής έναντι των Αιτητών τους στερεί το δικαίωμα τους στην περιουσία και ιδιοκτησία τους, δικαίωμα κατοχυρωμένο τόσο από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και από την Ε.Σ.Δ.Α.
  48. Για όλους τους λόγους που αναφέρονται στην ένσταση τους οποίους υιοθετώ και έχω αναλύσει πιο πάνω, αλλά και για όλους τους λόγους που αναφέρω στην ένορκη δήλωση μου, είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση, ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ως εκ τούτου ευσεβάστως εισηγούμαι την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των Αιτητών.» ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση αγορεύσεων από τις δύο πλευρές. Σε αυτές κάνουν αναφορά τόσο στα γεγονότα ως αυτά εμφαίνονται στη δικογραφία της υπόθεσης όσο και στη νομική της πτυχή. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και τις λαμβάνω υπόψη κατά την ετοιμασία της παρούσας απόφασης μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ/ ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Θα επιχειρήσω στη συνέχεια ανάλυση των λόγων που προβάλλονται στην αίτηση των αιτητών σε συνάρτηση με τους λόγους που προβάλλονται στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση με σκοπό να καταδειχθεί αν το Δικαστήριο θα πρέπει να υιοθετήσει τους λόγους της αίτησης ή αν θα πρέπει να τους απορρίψει και να κάνει δεκτούς τους λόγους ένστασης των καθ' ων η αίτηση. Στις παραγράφους 11 - 19 της Ε/Δ των αιτητών προβάλλονται οι ισχυρισμοί ότι δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση και/ή καλή υπόθεση και/ή ότι η αίτηση στη βάση της οποίας εκδόθηκαν τα διατάγματα για επιδόσεις εκτός δικαιοδοσίας, ήταν αναιτιολόγητη λόγω ανεπάρκειας της Ε/Δ που την υποστήριζε. Οι Καθ' ων η Αίτηση αρνήθηκαν τους εν λόγω ισχυρισμούς στην ένσταση τους και ειδικότερα μέσω των λόγων ένστασης 2, 8, 10, 11,
  49. Στο στάδιο έκδοσης διαταγμάτων, όπως αυτά των οποίων ζητείται η ακύρωση με την παρούσα αίτηση, δεν είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι ο εκάστοτε Ενάγοντας θα πετύχει στην αγωγή του. Αρκεί να διαφανεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση υπό την έννοια ότι εάν δεν αντικρουστεί ο εκάστοτε Ενάγοντας θα δικαιούται σε απόφαση[1]. Έχω διεξέλθει το περιεχόμενο των Ε/Δ που συνοδεύουν τις αιτήσεις ημερομηνίας 28/11/2016 και 28/12/2016 στη βάση των οποίων εκδόθηκαν τα διατάγματα ημερομηνίας 01/12/2016 και 29/12/2016 και ο πιο πάνω ισχυρισμός των αιτητών καταρρίπτεται.Οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις εν λόγω αιτήσεις είναι καταγεγραμμένες με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να περιέχουν όλα τα αναγκαία γεγονότα και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο είχε το κατάλληλο έρεισμα και/ή υπόβαθρο για να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Στις αιτήσεις αυτές αποκαλυπτόταν, παρουσιαζόταν και αιτιολογείτο εκ πρώτης όψεως υπόθεση έναντι των αιτητών και ως εκ τούτου πληρούνταν οι προϋποθέσεις για έκδοση διαταγμάτων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Οι καθ' ων η αίτηση ανάφεραν στις εν λόγω αιτήσεις τα πιο κάτω γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση τους: α) Μετά που οι καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν να συνεργαστούν με τους αιτητές και ενώ αρχικά τους καταβάλλετο το εκάστοτε κέρδος από την επένδυση τους από τον Απρίλιο του 2016 άρχισαν οι αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και οι ελλιπείς πληροφορίες, με αποτέλεσμα οι καθ' ων η αίτηση να αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι οι συνθήκες δεν είναι όπως τους είχαν παρουσιαστεί και έτσι αποφάσισαν να αποσυρθούν από μέλη των αιτητών. β) Ενώ αρχικά τους αναφέρθηκε ότι η αίτηση τους για απόσυρση (redemption request) δεν είχε κάποιο πρόβλημα και θα μπορούσε να γίνει δεκτή, εντούτοις αργότερα οι αιτητές ισχυρίστηκαν ότι δικαιούνται να καθυστερήσουν την έγκριση του αιτήματος αυτού, έως και 1 χρόνο, όρο τον οποίον δεν γνώριζαν εκ των προτέρων οι καθ' ων η αίτηση και ουδέποτε συναίνεσαν και/ή συμφώνησαν με αυτόν. γ) Επιπλέον οι καθ' ων η αίτηση, έλαβαν επιστολή ότι παγοποιούνται όλες οι πληρωμές λόγω εξαγοράς μετοχών επ' αόριστο. Μετά την εν λόγω ενέργεια οι καθ' ων η αίτηση αντιλήφθηκαν ακόμη πιο έντονα ότι πρόκειται για ένα δόλιο κόλπο απόσπασης χρημάτων. δ) Όταν οι καθ' ων η αίτηση, έδειξαν μέσω της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που ανταλλάγηκε μεταξύ των μερών ότι αντιλήφθηκαν την απάτη που συντελείτο σε βάρος τους, οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν απάντησαν ποτέ ξανά σε κανένα από τα μηνύματα των Εναγόντων. Σύμφωνα με τη νομολογία μας κατά την εξέταση αιτήσεων όπως η παρούσα, το Δικαστήριο περιορίζεται στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση για χορήγηση της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας[2]. Τα πιο πάνω, κατά την άποψη μου, δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ελλιπή που θα καθιστούσαν μια αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αδικαιολόγητη. Προβλήθηκε από τους αιτητές η θέση ότι, οι καθ' ων η αίτηση δήθεν εσκεμμένα παρέλειψαν να επισυνάψουν τους όρους πρόσκλησης για εγγραφή των μετόχων των καθ' ων η αίτηση 1 (από τώρα και στο εξής «offering memorandum» ή «ΤΕΚΜΗΡΙΟ Θ»). Όπως όμως αναφέρουν οι καθ' ων η αίτηση στην παράγραφο 8 της Ε/Δ των καθ' ων η αίτηση, ο πραγματικός λόγος για τον οποίον οι καθ' ων η αίτηση αναφέρονται μόνο στη συμφωνία αγοράς μετοχών (subscription agreement), στις παραγράφους 22 και 23 της ένορκης δήλωσης του καθ' ου η αίτηση 1, που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων και την επισυνάπτουν εκεί ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1, είναι διότι ουδέποτε οι αιτητές παρέδωσαν σε αυτούς κανένα άλλο έγγραφο και/ή ουδέποτε έφεραν κανένα άλλο έγγραφο σε γνώσιν των καθ' ων η αίτηση. Ακόμη και το προαναφερόμενο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 είναι υπογεγραμμένο μόνο από την καθ' ης η αίτηση
  50. Κανένας εκ των αιτητών δεν έχει υπογράψει το εν λόγω έγγραφο εκ μέρους τους. Τα πιο πάνω οδηγούν σε συμπέρασμα ότι η θέση των αιτητών για δήθεν μη επισύναψη του offering memorandum αποσκοπεί στο να δημιουργηθούν αμφιβολίες στο Δικαστήριο για την έκδοση των διαταγμάτων των οποίων ζητείται η ακύρωση τους με την παρούσα. Το offering memorandum, το οποίο αποτελεί το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Θ της παρούσας υπό κρίση αίτησης, είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ουδέποτε τους κοινοποιήθηκε και ότι η πρώτη φορά που οι Καθ' ων η Αίτηση αντίκρισαν το offering memorandum, είναι μέσω της παρούσας αίτησης. Είναι βέβαια εμφανές και από απλή ανάγνωση του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ Θ, ότι δεν πρόκειται για έγγραφο μεταξύ των διαδίκων αλλά για δείγμα τέτοιου εγγράφου αφού δεν φέρει τα ονόματα των καθ' ων η αίτηση, δεν φέρει υπογραφές από κανένα εκ των διαδίκων και γενικά δεν έχει κανένα χαρακτηριστικό που να μπορεί να οδηγήσει έστω και στην υποψία, ότι το εν λόγω έγγραφο σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση και/ή ενέχει οποιαδήποτε νομική και/ή δεσμευτική αξία και/ή ισχύ. Ακόμη όμως και εάν καταδεικνυόταν ότι οι καθ' ων η αίτηση είχαν υπόψη τους το πιο πάνω έγγραφο στο οποίο υπάρχει, σύμφωνα πάντοτε με τα λεγόμενα των αιτητών, στην παρούσα αγωγή, η βάση αυτής είναι ισχυριζόμενος δόλος, απάτη και ψευδείς παραστάσεις και σε τέτοιες περιπτώσεις τα Δικαστήρια έλκουν δικαιοδοσία από τον τόπο όπου το εκάστοτε αστικό αδίκημα λαμβάνει χώρα. Χρήσιμη αναφορά για τα πιο πάνω γίνεται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό ΕΕ 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (από τώρα και στο εξής «ο Κανονισμός»). Ειδικότερα στα άρθρα 7 και 8 του Κανονισμού προνοείται: Άρθρο 7 «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:... ... 2) ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός·» Άρθρο 8 « Ένα πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί επίσης να εναχθεί: 1) εφόσον υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ενός εξ αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων λόγω της χωριστής εκδίκασής τους·» Όπως φαίνεται από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, η Κύπρος αποτελεί το μέρος στο οποίο συνέβη το ζημιογόνο γεγονός της απάτης αλλά και το μέρος όπου πλείστοι των διαδίκων που συνδέονται με την ισχυριζόμενη απάτη διαμένουν και/ή εδρεύουν, και ως εκ τούτου, και στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί πιο πάνω, κατά την άποψη μου ευσταθούν οι λόγοι ένστασης με αριθμό 2, 8, 10, 11, 15 και ως εκ τούτου η αίτηση των αιτητών δεν έχει έρεισμα στη βάση των νομικών αρχών που διέπουν αυτά τα ζητήματα. Οι παράγραφοι 20 και 21 της Ε/Δ αιτητών αποτελούν το δεύτερο υποκεφάλαιο και η πλευρά των καθ' ων η αίτηση απορρίπτει τα όσα στις εν λόγω παραγράφους ισχυρίζονται οι αιτητές. Ειδικότερα, οι καθ' ων η αίτηση απορρίπτουν τις εν λόγω θέσεις των αιτητών μέσω του 11ου λόγου ένστασης τους. Στις παραγράφους 20 και 21 οι αιτητές επιχειρούν να πείσουν το Δικαστήριο ότι οι καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να αναφέρουν ουσιώδη γεγονότα και ως εκ τούτου τα διατάγματα ημερομηνίας 29/11/2016 και 29/12/2016, πρέπει να ακυρωθούν. Αποτελεί πάγια νομολογημένη αρχή ότι όταν λαμβάνονται νομικά διαβήματα μέσω μονομερών αιτήσεων, ο εκάστοτε αιτητής θα πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων. Ουσιώδη είναι τα γεγονότα τα οποία επενεργούν στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος[3]. Ως έχει περαιτέρω νομολογηθεί, δεν αποτελεί παραπλάνηση η κάθε παράλειψη[4]. Επιπλέον, όσα γεγονότα δεν μπορούν με κάποιο τρόπο να επενεργήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου αποτελούν αχρείαστα γεγονότα, η παράθεση των οποίων θα πρέπει να αποφεύγεται. Στην υπόθεση Commerzbank[5] λέχθηκαν τα εξής: « Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Στην παρούσα περίπτωση οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι αποκάλυψαν όλα όσα γνώριζαν και όλα ήταν σε θέση να γνωρίζουν. Συγκεκριμένα, αποκάλυψαν κάθε γεγονός που ήταν εις γνώσιν τους, κάθε αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε και οτιδήποτε είναι σχετικό με την βάση της αγωγής τους και τα αιτήματα τους στα πλαίσια της αίτησης προς έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Κανένα δεδομένο και/ή στοιχείο το οποίο ήταν στη γνώση τους και/ή θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να ήταν σε γνώση τους δεν παρέμεινε που να μην αποκαλυφθεί από τους καθ' ων η αίτηση. Δεν τέθηκε κάτι διαφορετικό από πλευράς αιτητών που θα διαφοροποιούσε την πιο πάνω θέση. Οι καθ' ων η αίτηση, προς το σκοπό συμμόρφωσης τους με την υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης, ζήτησαν και έλαβαν άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, μέσω αίτησης η οποία καταχωρήθηκε στις 25.01.2017 και στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε σχετικό διάταγμα στις 06.02.2017. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί πιο πάνω καταλήγω ότι ευσταθεί ο 11ος λόγος ένστασης και ως εκ τούτου η αίτηση των αιτητών δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης ούτε και στις σχετικές νομικές αρχές και πρέπει να απορριφθεί. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των παραγράφων 21 - 25 της Ε/Δ των αιτητών οι καθ' ων η αίτηση απαντούν με τους λόγους ένστασης 9,10 και 14 με τους οποίους τους απορρίπτουν ως κατάφωρα αβάσιμους. Το θέμα της δικαιοδοσίας ενός Δικαστηρίου, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sevegep[6] κρίνεται στη βάση της Έκθεσης Απαίτησης και των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας[7]. Στην υπόθεση S.P.P Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 A.A.Δ 762, λέχθηκαν τα παρακάτω: «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος [βλ. Sekavin S.A v. Ship "PLATON CH."
(1987)1 C.L.R
  1. Η απόφαση αναφέρεται στον Κ.24 των Θεσμών Ναυτοδικείου. Τα ίδια ισχύουν και για διατάγματα που εκδίδονται βάσει της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας]. Διαταγή για επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό, εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα. Διαφυλάσσεται όμως στον εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης, και να ζητήσει τον παραμερισμό του διατάγματος. Το δικαίωμα κατοχυρώνεται με τις διατάξεις της Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στα πλαίσια του αιτήματος για παραμερισμό του διατάγματος, μπορεί να αμφισβητηθούν τόσο τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν όσο και η δικαιοδοτική του βάση.» Ως εκ των ανωτέρω, είναι σαφές ότι, το χρονικό σημείο το οποίο καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση δεν είναι το κατάλληλο καθότι δεν έχει ολοκληρωθεί η καταχώρηση των εγγράφων προτάσεων και ως εκ τούτου ακόμη να αποκρυσταλλωθούν τα επίδικα θέματα, ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να κρίνει και να αποφασίσει επί του θέματος της δικαιοδοσίας. Στην περίπτωση μας είναι ξεκάθαρο από την Ε/Δ των καθ' ων η αίτηση αλλά και από τις Ε/Δ που υποστήριζαν τις αιτήσεις προς έκδοση των διαταγμάτων επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ότι η ρήτρα δικαιοδοσίας δεν αποκρύφτηκε από το Δικαστήριο[8]. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ακόμη και εάν η ρήτρα δικαιοδοσίας είναι σε κάποιες περιπτώσεις αποκλειστική και αναγκαστικά πρέπει να εφαρμοστεί, στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να μην την λάβει υπόψη καθώς όπως έχει νομολογηθεί[9], το Δικαστήριο μπορεί να μην εφαρμόσει τη ρήτρα δικαιοδοσίας εφόσον το μέρος που κάνει επίκληση για τη μη εφαρμογής της ρήτρας δικαιοδοσίας παρουσιάσει πειστικούς λόγους. Εδώ, υπάρχει βάση αγωγής που δείχνει ότι η ρήτρα δικαιοδοσίας δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη καθότι κατά τους καθ' ων η αίτηση υπάρχει μια συνειδητή προσπάθεια των αιτητών, από την απαρχή της σχέσης τους με τους καθ' ων η αίτηση να τους εξαπατήσουν και στη βάση ψευδών παραστάσεων να τους γνωστοποιήσουν ελλιπή στοιχεία και/ή όσα μόνο συνέφεραν σε αυτούς με σκοπό να προσποριστούν παράνομα τα χρήματα των καθ' ων η αίτηση. Κρίνω ότι η βάση αγωγής, ως περιγράφεται ανωτέρω αποτελεί πειστικό λόγο απόκλισης από την εφαρμογή της ρήτρας δικαιοδοσίας και επομένως στη βάση αυτών κρίνω ότι ευσταθούν οι 9ος και 10ος και 14ος λόγοι ένστασης και ως εκ τούτου η Αίτηση των αιτητών πρέπει να απορριφθεί. Τους ισχυρισμούς των παραγράφων 26 - 29 της Ε/Δ αιτητών οι καθ' ων η αίτηση τους αρνούνται στο σύνολο τους με τους λόγους ένστασης με αριθμούς 12 και
  2. Στην υπόθεση Zeeland Navigation Company Limited v. Banque Worms
(2000)1 (B) A.A.Δ 707 στην οποίαν το Ανώτατο Δικαστήριο πραγματεύτηκε το ζήτημα του «forum non conveniens» αναφέρθηκε στην αγγλική απόφαση Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd
(1986)3 All E.R 843, στην οποία έχουν συνοψιστεί οι αρχές που αναφέρονται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει μια αγωγή. Το βάρος απόδειξης μετακυλά στον Εναγόμενο όταν πρόκειται να δείξει ότι υπάρχει καταλληλότερο forum αλλού. Στην περίπτωση που δεν διαφαίνεται καθαρά πού υπάρχει αυτό το forum, το Δικαστήριο οφείλει να μην ικανοποιήσει το αίτημα αναστολής. Στην παρούσα περίπτωση οι αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει το μέτρο απόδειξης που είναι αναγκαίο για να αποφασίσει το Δικαστήριο υπέρ τους καθότι δεν έχουν καταδείξει και/ή δεν έχουν προσκομίσει κανένα στοιχείο που να φανερώνει ότι η Κύπρος δεν είναι το καταλληλότερο forum για να εκδικαστεί η παρούσα υπόθεση. Αντίθετα, εστιάζουν στο θέμα δικαιοδοσίας αλλοδαπού δικαστηρίου και παρουσιάζουν την αντιδικία μεταξύ των μερών, ως στηριζόμενη σε θέμα διαφωνίας ως προς τη μεταξύ τους σύμβαση, ενώ από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση έχει ξεκαθαριστεί πλήρως ότι η βάση αγωγής είναι ισχυριζόμενος δόλος και απάτη. Σε κάθε περίπτωση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1[10] η πλευρά των καθ' ων η αίτηση ουδέποτε είχε την θέση ότι είναι σε ισχύ όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω. Όπως έχει αναφερθεί στην αγωγή 1446/2015 Ε.Δ. Λ/σου[11] για να τεθεί θέμα forum non conveniens θα πρέπει τόσο τα Κυπριακά όσο και τo εκάστοτε αλλοδαπό δικαστήριο που διεκδικεί δικαιοδοσία[12] να έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης της διαφοράς και σε αυτή την βάση να επιλεγεί ένα από τα δύο. Στην παρούσα περίπτωση συντρέχει το εξής παράδοξο: από τη μια προβάλλεται ο ισχυρισμός περί έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και από την άλλη ο ισχυρισμός περί μη βολικότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Στη βάση αυτής της παραδοξότητας δεν παραμένει ασφαλές πεδίο για το Δικαστήριο να επιλέξει μεταξύ των αντικρουόμενων θέσεων της Ε/Δ αιτητών και ως εκ τούτου η απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού είναι μονόδρομος για το Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στην αγωγή 1446/2015 Ε.Δ. Λ/σου : «Σημειώνεται ότι η μαρτυρία που τέθηκε με τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση δεν παρέχει την απαραίτητη σαφήνεια, ώστε το Δικαστήριο να αποφασίσει στο αρχικό αυτό στάδιο της διαδικασίας τελεσίδικα και χωρίς ακόμη να καταχωρίσουν οι διάδικοι τα δικόγραφα τους ότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα ή ότι κατάλληλο Δικαστήριο είναι το Ρωσικό. Απ' όσα έχει παρουσιάσει η ενάγουσα το αγώγιμο δικαίωμα της στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή φαίνεται να προκύπτει, επαναλαμβάνω, από τη διάπραξη αδικοπραξίας που διαπράχθηκε στην Κύπρο σε βάρος της ενάγουσας από τους εναγόμενους, υπό την πιο πάνω ιδιότητα τους, και όχι για διάρρηξη της συμφωνίας δανείου από την εναγόμενη 1 και των εγγυήσεων των εναγομένων 2, 3 και 4.» Επομένως κρίνω ότι ευσταθούν οι 12ος και 13ος λόγοι ένστασης και ως εκ τούτου η Αίτηση των Αιτητών πρέπει να απορριφθεί. Το περιεχόμενο των παραγράφων 30 και 31 της Ε/Δ αιτητών οι καθ' ων η αίτηση το απορρίπτουν με τους λόγους ένστασης 1, 3, 4, 5, 7, 16 και
  1. Είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι απλές δικονομικές παρατυπίες είναι θεραπεύσιμες και ως εκ τούτου η επίκληση τους δεν είναι αρκετή για να θεωρηθεί κάποια από αυτές ως αρκετή για να παραμεριστεί το κλητήριο ένταλμα και όλα τα μετέπειτα δικονομικά διαβήματα. Έρεισμα στην πιο πάνω θέση παρέχει η Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία έχει αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων[13] του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προεξάρχον κριτήριο απαλλαγής από την παρατυπία στη βάση της Δ.64 είναι όταν η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της άρσης της παρατυπίας, δεν θα οδηγούσε σε πασιφανή αδικία στην άλλη πλευρά. Στην υπό κρίση περίπτωση, εισηγείται η πλευρά των καθ' ων η αίτηση, κανένα δικαίωμα των αιτητών δεν έχει θιγεί και ως εκ τούτου ούτε την ελάχιστης μορφής αδικία δεν θα υποστούν εάν το Δικαστήριο θεραπεύσει την προβαλλόμενη από τους αιτητές παρατυπία. Αντίθετη θεώρηση στην ουσία αναγκάζει τους καθ' ων η αίτηση να στερηθούν την προώθηση των νόμιμων και συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους. Οι αιτητές (αλλά και ειδικότερα ο αιτητής αρ. 2) έλαβαν πλήρη γνώση της δικαστικής διαδικασίας και καμία ζημιά δεν έχουν υποστεί κατά την ετοιμασία και αποστολή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, μέσω των οποίων επιδόθηκαν οι σχετικές ειδοποιήσεις, διατάγματα, αιτήσεις. Απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού αποτελεί και το γεγονός ότι οι αιτητές, έλαβαν γνώση και εμφανίστηκαν άμεσα στις δικάσιμους που ορίστηκαν από το Δικαστήριο για την ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 17.11.
  2. Οι αιτητές, μέσω των δικηγόρων τους, εμφανίστηκαν έγκαιρα, έστω και υπό διαμαρτυρία, χωρίς να προκύψει καμία δυσμενής συνέπεια σε βάρος τους. Είναι δε καταγεγραμμένο στις εμφανίσεις ενώπιον Δικαστηρίου στις ημερομηνίες 01.12.2016 και 11.01.2017, ότι ο δικηγόρος των αιτητών, εμφανίστηκε για τους αιτητές 1 και 2, προτού καν τα σχετικά έγγραφα και/ή διατάγματα και/ή ειδοποιήσεις, έρθουν σε γνώση τους, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε. Στο Αγγλικό σύγγραμμα Civil Litigation των O' Hare and Hill, 8η έκδοση, σελίδες 2-3 αναφέρονται τα παρακάτω: «Failure to comply with any requirement of the rules is treated as an irregularity only and does not nullify any step, document, judgment or order . However, the courts have never insisted upon compliance with the rules merely for the sake of it. Therefore if the irregularity causes no prejudice to the other side, the court might simply ignore it and allow the proceedings to continue . In addition to the question of prejudice, the court can also have regard to other factors including the gravity of the irregularity and the conduct of the parties and their advisers. The High Court cannot wholly set aside proceedings merely because the wrong method of commencing an action was used. Σε μετάφραση[14]: «Παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες των κανονισμών αντιμετωπίζεται ως απλή παρατυπία και δεν ακυρώνει οποιοδήποτε διάβημα, απόφαση ή διάταγμα ... Τα Δικαστήρια ουδέποτε επέμειναν στην συμμόρφωση με τους θεσμούς μόνο και μόνο για χάρη της συμμόρφωσης. Κατά συνέπεια, αν η παρατυπία δεν προκαλεί δυσμενή επηρεασμό στην άλλη πλευρά, το δικαστήριο μπορεί απλά να την αγνοήσει και να επιτρέψει την συνέχιση της διαδικασίας ... Επιπρόσθετα του θέματος του δυσμενούς επηρεασμού το δικαστήριο μπορεί, επίσης, να λάβει υπόψη και άλλους παράγοντες, όπως το μέγεθος της παρατυπίας και την συμπεριφορά των διαδίκων και των συμβούλων τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν μπορεί να παραμερίσει εξ' ολοκλήρου την διαδικασία απλά και μόνο γιατί χρησιμοποιήθηκε λανθασμένη μέθοδος στην έναρξη μιας αγωγής. Κρίνω ορθή την πιο πάνω επιχειρηματολογία και προς τούτο εκδίδεται διάταγμα άρσης της παρατυπίας ως προς τον τρόπο επίδοσης στον εναγόμενο 2 των δικογράφων κρίνοντας στη βάση των πιο πάνω ότι αυτός δεν έχει υποστεί οποιανδήποτε βλάβη στα συμφέροντα του. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί πιο πάνω οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 1, 3, 4, 5, 7, 16 και 17 κρίνεται ότι ευσταθούν και ως εκ τούτου η αίτηση των αιτητών πρέπει να απορριφθεί. Οι ισχυρισμοί των παραγράφων 32 - 36 της Ε/Δ αιτητών απορρίπτονται ως ανεδαφικοί μέσω των λόγων ένστασης των καθ' ων η αίτηση 6, 18 και
  3. Ο εκεί αναφερόμενος κυρωτικός Νόμος 3(ΙΙΙ)/2000, δεν ήταν το δικαστικό διάβημα στη βάση του οποίου επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, τον παραμερισμό της οποίας ζητούν με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές. Σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες του εν λόγω Νόμου καθώς και του Ν. 40/82, δεν περιορίζουν το εκάστοτε δικαστήριο να τις εφαρμόσει κατ' αποκλειστικότητα, αφού το εκδικάζον δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδώσει διατάγματα από τη σύμφυτη εξουσία του, όπως του παρέχεται από το Σύνταγμα και οικείους Νόμους και Κανονισμούς[15]. Επομένως αποδέχομαι τους λόγους ένστασης 6, 18 και
  4. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω και αποδεχόμενος στην ουσία την ένσταση από πλευράς των καθ' ων η αίτηση καταλήγω ότι οι λόγοι που προβλήθηκαν στην αίτηση δεν έχουν έρεισμα ούτε στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ούτε και στις νομικές αρχές που διέπουν τα διάφορα ζητήματα που συζητήθηκαν. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης της αγωγής. (Υπογρ.)............ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης του [1] Δημητρίου v. The Dolphin Insurance Company Ltd κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 351 [2] Σχετικές είναι οι υποθέσεις Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1(B) A.A.Δ. 995, Demstar United v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners
(1993)1 A.Α.Δ. 1030 [3] Demstar πιο πάνω. [4] Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 [5] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ: -
  1. COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING A.G., ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ,
  2. COMMERZBANK AKTIENGESELLSCHAFT, ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ v. ADEONA HOLDINGS LIMITED, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΜΕΣΟ, Πολ. Έφεση Αρ. 6/14, Ημερ. 27/02/2015 [6] Sevegep Ltd v. United Transport κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. 729, [7] Το θέμα αυτό αναφέρθηκε και στις υποθέσεις Amathus Navigation, Demstar, Her Brittanic, οι οποίες αναφέρονται ανωτέρω. [8] Βλ. ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η ECLI:CY:AD:2016:D147, Αίτηση 1 που υποστήριζε την αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων ημερομηνίας 17/11/2016. [9] P. T. Asuransi Tokyo Marine Indonesia v. Seascope Navigation Ltd κ.ά.
(2000)1 (B) Α.Α.Δ. 1142, Demstar ανωτέρω, Mitsui & Co. v. Rockwell Marine
(1989)1 Α.Α.Δ. 112, The Eleftheria
(1969)2 All E. R. 641 [10] Βλ. υποσημείωση 8 πιο πάνω. [11] Maritime Bank (OJSC) V. HETNET CONSULTING LLC κ.α.,ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 02/02/2016 [12] Στην εν λόγω αγωγή τα δύο δικαστήρια ήταν στην Κύπρο και στη Ρωσία. [13] Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1A ΑΑΔ 366, Landbroke Group Plc κ.α. ν. Παπακόκκινου
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1535, Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 WLR 513 [14] Μετάφραση από την αγωγή αρ. 3878/2012 Ε.Δ. Λ/σου [15] Βλ. α. 29, Ν. 14/1960 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.