ΣΑΒΒΑΣ ΘΕΟΧΑΡΗ ΣΑΒΒΑ ν. ZENITHER HOLDINGS LTD κ.α., Αγωγή αρ. 2706/10, 23/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A283 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2706/10 Μεταξύ: ΣΑΒΒΑΣ ΘΕΟΧΑΡΗ ΣΑΒΒΑ, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και 1. ZENITHER HOLDINGS LTD, εκ Λευκωσίας 2. V.K.C.QUALITY DEVELOPMENTS LTD, εκ Λάρνακας 3. MELNIMAR CONSTRUCTION LTD, εκ Λάρνακας Εναγομένων --------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 11.5.2017 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγομένων 2 και 3 Ημερομηνία: 23 Αυγούστου, 2017 Για τους Εναγόμενους 2 και 3-Αιτητές: κα Λοϊζου για ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Δ. Δημητρίου) Για τον Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση: κ. Αγαθοκλέους για GIORGOS LANDAS LLC (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Α. Παύλου) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Έρεισμα για την καταχώρηση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, απετέλεσε η αγορά από τον ενάγοντα, αντί του τιμήματος των ΛΚ82.000 (€140.105,32), ενός διαμερίσματος (με αριθμό Α21) σε πολυκατοικία η οποία θα ανεγείρετο, όπως και άλλες, σε τεμάχιο γης στην περιοχή του Λανιτείου Γυμνασίου στη Λεμεσό. Είναι θέση του ενάγοντα, όπως προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης, πως το διαμέρισμα το αγόρασε (κατέβαλε για την αγορά του συνολικά το ποσό των €98.230,07) στη βάση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 16.3.2007, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του ιδίου και όλων των εναγομένων. Ο ενάγοντας διατείνεται πως οι εναγόμενοι παρέβηκαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και δεν του παρέδωσαν το διαμέρισμα ως είχε συμφωνηθεί. Σύμφωνα με τον όρο 5 της συμφωνίας, το διαμέρισμα έπρεπε να παραδοθεί εντός 18 μηνών από την έναρξη των εργασιών ανέγερσης (θα άρχιζαν αμέσως με την έκδοση, στις 23.3.2007, της άδειας οικοδομής) δηλαδή μέχρι την 23.9.2008. Ο ενάγοντας με επιστολή του δικηγόρου του, τερμάτισε στις 21.4.2010 την συμφωνία και αξίωσε την επιστροφή του καταβληθέντος ποσού, καθώς και αποζημιώσεις. Με την αγωγή του αξιώνει την πληρωμή του συνολικού ποσού των €133.651,73, που αντιπροσωπεύει το καταβληθέν ποσό (€98.230,07), απωλεσθέντες τόκους (€21.171,66) καθώς και καταβληθέντα ενοίκια για ιδιοκατοίκηση του ενάγοντα (€14.250,00). Οι εναγόμενοι 2 και 3 στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησαν, αρνούνται τον ισχυρισμό του ενάγοντα πως οι υπό ανέγερση οικοδομές ανεγείροντο από τους ίδιους. Είναι η θέση τους πως οι εν λόγω οικοδομές ανεγείροντο από τους εναγόμενους 1, στη βάση «σχετικής συμφωνίας μεταξύ των εναγομένων». Ισχυρίζονται επίσης πως ο ενάγοντας αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα από τους εναγόμενους 1 και όχι από τους ίδιους. Τους ίδιους ισχυρισμούς προβάλλουν και στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης τους, την οποία καταχώρησαν, συναινούντων των υπολοίπων διαδίκων. Ειδικότερα προβάλλουν στην τελευταία πως κατά ή περί την 31.1.2006, καταρτίστηκε γραπτή συμφωνία μεταξύ αυτών και των εναγομένων 1 («Συμφωνία Αντιπαροχής»), στη βάση της οποίας οι ίδιοι ανέθεσαν στους εναγόμενους 1 την ενιαία ανάπτυξη και αξιοποίηση ακινήτου που βρίσκεται στην ενορία Αγίου Νεκταρίου (πάροδος Λεωφόρος Μακαρίου Γ΄) στον Δήμο Λεμεσού, ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 και 3, κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας αντιπαροχής της 31.1.2006. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, οι εναγόμενοι 1 ανέλαβαν να «ανεγείρουν, παραδώσουν και εγγράψουν» με χωριστούς τίτλους ιδιοκτησίας επ' ονόματι των εναγομένων 2 και 3, «αριθμό διαμερισμάτων ή/και χώρων στάθμευσης ή/και αποθηκών», τα οποία ρητά καταγράφονται στην Συμφωνία Αντιπαροχής. Ως αντάλλαγμα συμφωνήθηκε η μεταβίβαση από τους εναγόμενους 2 και 3 στους εναγόμενους 1, συνολικού ποσοστού 68% των μεριδίων του ακινήτου. Η μεταβίβαση, ως είχε συμφωνηθεί, θα γινόταν σταδιακά ανάλογα με την εξέλιξη και την πρόοδο των εργασιών. Είχε ρητά συμφωνηθεί επίσης, ποιά διαμερίσματα θα εγγράφοντο επ' ονόματι των εναγομένων 1 και ποιά επ' ονόματι των εναγομένων 2 και 3. Στην Συμφωνία Αντιπαροχής προβλέπετο επίσης πως σε σχέση με τα διαμερίσματα που δεν «αναλογούσαν» στους εναγόμενους 2 και 3, οι τελευταίοι ως οι ιδιοκτήτες του ακινήτου θα προσυπέγραφαν τα Πωλητήρια Έγγραφα (μεταξύ των εναγομένων 1 και των αγοραστών), για τον «περιορισμένο σκοπό καταχώρησης τους στο Κτηματολόγιο και μόνο», χωρίς την ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης εκ μέρους των εναγομένων 2 και 3 και χωρίς την δημιουργία οποιασδήποτε υποχρέωσης από πλευράς των. Οι εναγόμενοι 1 ενώ προχώρησαν στην έναρξη των εργασιών ανέγερσης, κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων δεν τις ολοκλήρωσαν, με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι 2 και 3 να ολοκληρώσουν τις εργασίες ανέγερσης των διαμερισμάτων που «τους αναλογούσαν» με δικά τους έξοδα. Είναι επίσης προβαλλόμενη θέση των εναγομένων 2 και 3 πως η συμφωνία ημερομηνίας 16.3.2007, καταρτίστηκε μεταξύ ενάγοντα και εναγομένων 1 στους οποίους «ανήκει» το πωληθέν διαμέρισμα (Α21), και πως οι ίδιοι την «προσυπέγραψαν» μόνο για σκοπούς κατάθεσης της στο Κτηματολόγιο. Περαιτέρω, πως οι ίδιοι δεν έλαβαν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό είτε από τον ενάγοντα είτε από τους εναγόμενους 1, σε σχέση με το επίδικο διαμέρισμα. Τέλος ισχυρίζονται πως οι ίδιοι «κακώς» έχουν εναχθεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, αφού ο ενάγοντας γνώριζε ή/και όφειλε να γνωρίζει ότι το επίδικο διαμέρισμα «ανήκε αποκλειστικά» στους εναγόμενους 1 και πως οι εναγόμενοι 2 και 3 «προσυπέγραψαν» την συμφωνία μόνο για σκοπούς κατάθεσης της στο Κτηματολόγιο και συνεπώς ουδεμία ευθύνη έχουν να αποζημιώσουν τον ενάγοντα. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και προτού ολοκληρωθεί η κατάθεση του ενάγοντα, οι εναγόμενοι 1, δέχτηκαν απόφαση σε βάρος τους για το ποσό των €98.230,07, με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 21.5.2010 μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί πώς προτού εκδοθεί η απόφαση σε βάρος των εναγομένων 1, ο ενάγοντας περιόρισε την απαίτηση του εναντίον όλων των εναγομένων ως εξής: «(
- i)Επιστροφή του ποσού των €98.230,07. (
- ii)Νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 1.1.2010 μέχρι εξόφλησης. (iii) Περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία ως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο και εύλογο. (
- iv)Έξοδα ως θα υπολογιστούν, πλέον ΦΠΑ». Με την υπό κρίση Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε λίγες μέρες μετά την εκ συμφώνου έκδοση της προρηθείσης απόφασης, οι εναγόμενοι 2 και 3 αιτούνται την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των, ως ακολούθως: «
(1)Διά της προσθήκης στην υφιστάμενη παράγραφο 15 της Έκθεσης Υπεράσπισης μετά τη φράση «των Εναγομένων 1» των ακόλουθων: Άνευ βλάβης της θέσης των Εναγομένων 2 και 3 ότι αυτοί προσυπέγραψαν την επίδικη συμφωνία μόνο για σκοπούς κατάθεσης της στο Κτηματολόγιο χωρίς ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης έναντι του Ενάγοντα, σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεσμεύονται από την επίδικη συμφωνία, είναι η θέση των Εναγομένων 2 και 3 ότι η έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 στις 04/05/2017 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, συνιστά κώλυμα στην έγερση ή/και συνέχιση της παρούσας αγωγής, εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 οι οποίοι στη βάση της επίδικης συμφωνίας είχαν αναλάβει από κοινού ή/και αλληλέγγυα με τους Εναγόμενους 1 τις επίδικες συμβατικές υποχρεώσεις έναντι του Ενάγοντα. Είναι η θέση των Εναγομένων 2 και 3 ότι η αιτία αγωγής του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 έχει, με την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 στις 04/05/2017, εξαλειφθεί σε σχέση με τους Εναγόμενους 2 και
- Σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεσμεύονται από την επίδικη συμφωνία,μ είναι η θέση τους ότι η επίδικη συμβατική ισχυριζόμενη οφειλή των Εναγομένων 2 και 3 έχει συγχωνευθεί στη δικαστική απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 ημερομηνίας 04/05/2017 με αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή να μην μπορεί ή/και να μην δύναται να συνεχίσει εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 και να είναι υποκείμενη σε απόρριψη με έξοδα εναντίον του Ενάγοντα και υπέρ των Εναγομένων 2 και 3.» Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, Δ.48 θ.1-9, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, στις αρχές του Κοινοδικαίου και στην νομολογία. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Μάρκου Χριστοδούλου, εκ των διευθυντών των εναγομένων 2 και 3, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Είναι θέση του ομνύοντα πως με την αιτούμενη τροποποίηση, οι εναγόμενοι 2 και 3 επιδιώκουν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, τη θέση τους πως σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι η επίδικη συμφωνία της 16.3.2007 τους δεσμεύει, η έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 4.5.2017 εναντίον των εναγομένων 1, συνιστά κώλυμα στη συνέχιση της αγωγής εναντίον των εναγομένων 2 και 3 οι οποίοι «στη βάση της επίδικης συμφωνίας, είχαν αναλάβει από κοινού με τους εναγόμενους 1 τις επίδικες συμβατικές υποχρεώσεις έναντι του ενάγοντα». Επίσης την θέση πως η κατ' ισχυρισμόν συμβατική υποχρέωση των εναγομένων 2 και 3, έχει συγχωνευθεί στη δικαστική απόφαση εναντίον των εναγόμενων
- Όπως διατείνεται ο ομνύοντας, πρόκειται «για μία πολύ σημαντική και άμεσα συνυφασμένη με τα επίδικα θέματα θέση και υπεράσπιση των εναγομένων 2 και 3, η οποία εάν επιτύχει θα έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής». Το αίτημα των εναγομένων 2 και 3 συνάντησε την αντίδραση της πλευράς του ενάγοντα, ο οποίος καταχώρησε Ένσταση, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: «
- Η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και/ή για σκοπούς αλλότριους προς την ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης.
- Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται για να προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης.
- Η παρούσα αίτηση σκοπεί να εισάξει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι αντιφατικοί και ανυπόστατοι και ως τέτοιοι δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί.
- Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών.
- Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και καταχρηστικά.
- Η παρούσα υποβάλλεται καθυστερημένα και με αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
- Εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα του Ενάγοντα, θα προκληθεί μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης κατά τρόπο που επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα Συνταγματικά δικαιώματα του για εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογου χρόνου.
- Οι εναγόμενοι κωλύονται και/ή εμποδίζονται ένεκα της συμπεριφοράς τους να υποβάλουν την παρούσα.
- Η προτεινόμενη τροποποίηση είναι αχρείαστη.
- Υπό τις συνθήκες που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.» Την Ένσταση (στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση) υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση του ίδιου του ενάγοντα, ο οποίος διατείνεται πως οι εναγόμενοι 2 και 3, «θορυβούμενοι» από την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων 1, «σε μία απέλπιδα προσπάθεια να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους έναντι του ενάγοντα», μάχονται να «παραπλανήσουν και να αποπροσανατολίσουν το Δικαστήριο στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος». Προσθέτει πως η θέση των εναγομένων 2 και 3, ότι η έκδοση της απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 συνιστά κώλυμα στη συνέχιση της διαδικασίας εναντίον τους, είναι «ατυχής, αβάσιμη και ανυπόστατη» καθότι η απαίτηση του, «διεκδικείται και ξεχωριστά εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3». Τέλος αναφέρει πως «υπάρχει τακτική κωλυσιεργίας εκ μέρους των εναγομένων 2 και 3, καθότι μόλις πρόσφατα είχαν προβεί σε άλλη μία τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης τους». Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. (SABA & CO (T.M.P.) ν. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Κλασσική απόφαση που δείχνει την λεγόμενη τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Όπως χαρακτηριστικά είχε λεχθεί εκεί, αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Διευκρινίζοντας ή περιορίζοντας τη γενικότητα με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου (ανωτέρω) πως όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών, αλλά αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση επαναορίστηκε ξανά για ακρόαση. Η θεμελιακή αρχή την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας σ΄ αυτού του είδους τις αιτήσεις, τέθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπόθεση αυτή καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ούτως ώστε να συνάδει η Έκθεση Απαίτησης με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση τόνισε ότι εν πρώτοις δεν είναι νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου. Στη σελίδα 707 της απόφαση αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις, είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Στην υπόθεση Geto Tracing Import-Export Ltd v. Το πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev, Aγωγή Ναυτοδικείου αρ.56/93, ημερ. 30.9.1993, λέχθηκε πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές.» Ειδικότερα για το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, θα παραθέσω όσα εύστοχα είχαν λεχθεί στην απόφαση στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. (ανωτέρω): «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Για το ίδιο θέμα της καθυστέρησης, σημαντική είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα, Πολ. Έφεση 10341, ημερ. 19/1/
- Το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας. Ότι, δε, η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Αναφορικά με το θέμα της παροχής εξήγησης για την καθυστέρηση που διαπιστώνεται στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, και με αυτό ασχολήθηκε το Εφετείο στην υπόθεση (SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω). Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης, ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Από τα ανωτέρω προκύπτει πως ο παράγοντας «καθυστέρηση» εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και βασικά σαν συνισταμένη τυχόν επηρεασμού των δικαιωμάτων του καθ΄ ου η αίτηση. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο το καταχωρημένο δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης όσο και την προτεινόμενη τροποποίηση. Κατά την κρίση μου αυτή δεν διαφοροποιεί την ήδη προβαλλόμενη θέση των εναγομένων 2 και 3, πως η επίδικη συμφωνία καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων 1 και πως οι ίδιοι «προσυπέγραψαν» την συμφωνία, μόνο για σκοπούς κατάθεσης της στο Κτηματολόγιο. Με την αιτούμενη τροποποίηση οι εναγόμενοι 2 και 3 επιδιώκουν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου την θέση, πως σε περίπτωση που η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι πως η επίδικη συμφωνία τους δεσμεύει, η έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 4.5.2017 εναντίον των εναγομένων 1, συνιστά κώλυμα στην προώθηση της αγωγής εναντίον τους καθότι η κατ' ισχυρισμόν οφειλή τους έχει συγχωνευθεί στην εκδοθείσα δικαστική απόφαση εναντίον των εναγομένων
- Αποδέχομαι πως η ανάγκη τροποποίησης του δικογράφου της Υπεράσπισης των εναγομένων 2 και 3 γεννήθηκε, μετά την έκδοση της προρηθείσας απόφασης. Δέχομαι επίσης πως εάν οι εναγόμενοι αποστερηθούν της δυνατότητας να τροποποιήσουν το δικόγραφο τους δεν θα μπορέσουν να προωθήσουν με πληρότητα την υπεράσπιση τους. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 θ1, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις δικογράφων οι οποίες είναι αναγκαίες, ώστε να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Σκοπός είναι η διακρίβωση των πραγματικών ζητημάτων για τα οποία υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών. Το κυρίαρχο στοιχείο κατά την εξέταση τέτοιων αιτήσεων είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Νομολογιακά έχει λεχθεί ότι τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του εάν επιδείχθηκε αμέλεια ή καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης (βλ. Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά. Πολ. Έφεση 96/2006, ημερ. 27.7.2007). Το επόμενο θέμα που θα εξετάσω είναι κατά πόσον οι εναγόμενοι καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να υποβάλουν το αίτημα τους. Επαναλαμβάνω ότι το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη και τον παράγοντα «καθυστέρηση». Ο παράγοντας όμως αυτός δεν είναι καθοριστικός αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους άλλους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ. α. (ανωτέρω), λέχθηκε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο, τονίστηκε, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους ώστε να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι 2 και 3 έδρασαν αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης σε βάρος του εναγόμενου 1 και δεν βρίσκω ότι θα προκληθεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, αν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Ούτε έχω πεισθεί από την υπάρχουσα ενώπιον μου μαρτυρία ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 ενεργούν με κακή πίστη ή ότι θα δημιουργηθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί χρηματικά εάν εγκριθεί το αίτημα τους. Κρίνω ότι θα πρέπει να δοθεί στην πλευρά τους το δικαίωμα να προβάλουν τις θέσεις τους ούτως ώστε να δοθεί στο Δικαστήριο η ευκαιρία να απονείμει δικαιοσύνη υπό το φως πληρέστερων στοιχείων. Ο ενάγοντας προβάλλει επίσης πως η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Είναι καλά γνωστό ότι κάτω από τις συμφυείς εξουσίες του, το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να συμπληρώνει τον εαυτόν του ως Δικαστήριο, ορθά και αποτελεσματικά και να ρυθμίζει τις ενώπιον του διαδικασίες ώστε να παρεμποδίζει κατάχρηση τους με απώτερο σκοπό την διασφάλιση της δίκαιης δίκης [βλ. Τζενάρο Περέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών
(1995)1 Α.Α.Δ., Re Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911, Ηλίας Ηλία (αρ.3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786, Παπόρης ν. Μaskinjabriken "Sio" A/S
(1996)1B Α.Α.Δ. 1037]. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχω διαπιστώσει να υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους των εναγομένων 2 και 3 - αιτητών. Επαναλαμβάνω ότι το ουσιαστικότερο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ότι θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές επίδικες διαφορές. Συνοψίζοντας όλα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω και έχοντας κατά νου την φύση της αντιδικίας, τις θεραπείες που ζητούνται, το σύνολο των ισχυρισμών που προβάλλονται στα δικόγραφα, τις θέσεις των πλευρών, κρίνω ότι θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα των εναγομένων 2 και 3 - αιτητών. Κρίνω ότι θα πρέπει να δοθεί στην πλευρά τους το δικαίωμα να προβάλουν τις θέσεις των, ώστε να δοθεί στο Δικαστήριο η ευκαιρία να απονείμει δικαιοσύνη υπό το φως πληρέστερων στοιχείων. Με την συμπερίληψη όλων των ισχυρισμών στα δικόγραφα, θα αποτραπούν άλλες δικαστικές διαδικασίες οι οποίες πιθανόν να απαιτηθεί να εγκριθούν και θα αποτραπεί η περαιτέρω σπατάλη χρόνου του Δικαστηρίου καθώς επίσης και η σπατάλη εξόδων. Έτσι θα εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία της υπόθεσης βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις και ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της παραχώρησης διατάγματος τροποποίησης. Όσον αφορά τα έξοδα, είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων, τα έξοδα επιδικάζονται κατά κανόνα υπέρ του καθ' ου η αίτηση. Υπάρχουν φυσικά και περιπτώσεις απόκλισης από τον εν λόγω κανόνα, ανάλογα με τις εκάστοτε περιστάσεις. Στην υπόθεση Χαρίλαος Χατζηγέρου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Αρ. 1)
(2003)3 Α.Α.Δ. 31, σελίδα 36, λέχθηκαν τα εξής: «Τα έξοδα σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων επιδικάζονται κατά κανόνα υπέρ του καθ' ου η αίτηση ανεξάρτητα από τη στάση του τελευταίου στο αίτημα και στην επιτυχία της ένστασης σ' αυτό. Η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει αρκούντως υπόψη τον κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αρχή αυτή εξικνούμενο στον επωμισμό της δαπάνης από το διάδικο που προκάλεσε τα αχρείαστα έξοδα. Ο αιτητής δεν μπορεί εύλογα να θεωρηθεί πρόξενος των εξόδων της ακρόασης που επέφερε η ένσταση του καθ' ου η αίτηση στο αίτημά του. Σε τέτοιες περιπτώσεις ορθή εφαρμογή της αρχής που διέπει την επιδίκαση εξόδων δικαιολογεί την απόδοση στον καθ' ου η αίτηση μόνο μέρους των εξόδων του. Η τομή που μπορεί να γίνει σ' αυτές τις υποθέσεις έγκειται στην επιδίκαση εξόδων στον καθ' ου η αίτηση του ενός δευτέρου των εξόδων του που είναι και η απόφαση που εκδίδουμε σ' αυτή την υπόθεση.» Εν προκειμένω θεωρώ πως οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν είναι τέτοιες που θα πρέπει να αποστώ από τον κανόνα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ του ενάγοντα. Διά ταύτα επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγομένων 2 και 3, ως η Αίτηση. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός δέκα
(10)ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Απάντηση στην Υπεράσπιση εκ μέρους του ενάγοντα, να καταχωρηθεί εντός των επόμενων δέκα
(10)ημερών από της καταχώρησης του τροποποιημένου δικογράφου. Τα έξοδα της Αίτησης καθώς και εκείνα που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 2 και 3. Τα έξοδα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΧ, ΜΚ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο