COMMERCIAL GENERAL INSURANCE LTD ν. Ανδρέα Τουμάζου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1994/10, 29/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A287 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1994/10 Μεταξύ: COMMERCIAL GENERAL INSURANCE LTD, από τη Λεμεσό Ενάγουσα και
- Ανδρέα Τουμάζου, από τη Λεμεσό
- Ελένης Τουμάζου, από τη Λεμεσό Εναγόμενοι -------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Αυγούστου 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Δ. Κούτρας (για ν' ακούσει απόφαση κ. Τιμοθέου) Για τον Εναγόμενο: κ. Η. Κονναρής (για ν' ακούσει απόφαση κ. Λ. Κονναρής) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 14/04/2010 δια μέσου κλητηρίου εντάλματος ειδικώς οπισθογραφημένου. Δι' αυτής η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ποσό εκ €77.575,00σ ως ποσό οφειλόμενο συνεπεία αθετήσεως ασφαλιστηρίου εγγράφου μεταξύ της ιδίας και της εναγόμενης
- Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας, η ίδια αποτελεί ασφαλιστική εταιρεία ενώ ο εναγόμενος 1 ήταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους για την αγωγή ο οδηγός του οχήματος με αρ εγγραφής KLU 797, ιδιοκτησίας της εναγόμενης
- Η εναγόμενη 2 ήταν πελάτης της Ενάγουσας και σύνηψε με αυτούς ασφαλιστήριο έγγραφο με αρ. ΜΡ501-003052 για την ασφάλιση του πιο πάνω οχήματος και με εξουσιοδοτημένο οδηγό τον εναγόμενο
- Όρος του εν λόγω ασφαλιστηρίου εγγράφου ήταν κατά τον Ενάγουσα ότι η εταιρεία δεν θα είχε ευθύνη εάν ο οδηγός βρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών ή υπήρχε επαρκής μαρτυρία βάση της οποίας θα μπορούσε να καταδικαστεί. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος 1 οδηγούσε το πιο πάνω όχημα υπό την επήρεια αλκοόλης 54mg αντί 22mg και κατηγορήθηκε με καταχώρηση ποινική υπόθεσης στο Ε.Δ. Λεμεσού και/ή ευρέθη ένοχος για την κατηγορία αυτή, επιπλέον και ότι οδηγούσε αμελώς. Αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης οι λεπτομέρειες αμέλειας του εναγόμενου κατά την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης σύμφωνα με την Ενάγουσα, που οδήγησαν στην πρόκληση δυστυχήματος με την ανακοπή της πορείας εξ' αντιθέτου εισερχόμενου μοτοποδήλατου και την περαιτέρω σύγκρουση με άλλα δυο μοτοποδήλατα. Από την σύγκρουση τραυματίστηκαν 3 πρόσωπα προς τα οποία η Ενάγουσα μέσω του συνηγόρου των τραυματιών κατέβαλε το συνολικό ποσό των €77.575,00σ προς πλήρη και τελειωτική εξόφληση. Δυνάμει των προνοιών του νόμου η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είχε υποχρέωση να καταβάλει την εύλογη ζημιά και εν συνεχεία να ζητήσει από τους εναγόμενους την ανάκτηση της. Μετά τον προκαταρκτικό συμβιβασμό η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή στους εναγόμενους ενημερώνοντας τους για την πρόθεση τους να καταβάλουν το συμφωνηθέν ποσό και καλώντας τους ίδιους να διευθετήσουν τις ζημιές όμως οι τελευταίοι δεν έπραξαν τούτο. Στις 9/2/2010 οι εναγόμενοι ενημέρωσαν την ενάγουσα ότι δεν προτίθενται να αποδεχθούν την καταβολή οιουδήποτε ποσού. Η ενάγουσα τελικώς προχώρησε και κατέβαλε τα αξιούμενα ποσά στους τραυματίες από το δυστύχημα και αξιώνει αυτά από τους εναγόμενους. Με την υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι αρνούνται το ισχυριζόμενο αποτέλεσμα της ποινικής υπόθεσης εναντίον του εναγόμενου 1 και αναφέρουν ότι αυτή η υπόθεση ακόμα εκκρεμεί. Περαιτέρω αρνούνται τον ισχυρισμό για αμελή οδήγηση και συνεπώς ότι ουδεμία ευθύνη έχουν και υποχρέωση καταβολής οιουδήποτε ποσού. Διαζευκτικά οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί οιαδήποτε εμπλοκή του εναγόμενου 1 η Ενάγουσα είχε υποχρέωση κάλυψης των οιονδήποτε ζημιών. Περαιτέρω οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι αν και αρχικά στην αστυνομία ο εναγόμενος παραδέχθηκε την μέθη, πληροφόρησε με επιστολή του δικηγόρου του την Ενάγουσα ότι δεν αποδεχόταν τον ισχυρισμό ότι οδηγούσε μεθυσμένος και το ίδιο έπραξε και στο Δικαστήριο. Συνεπεία των ανωτέρω θέσεων τους, οι εναγόμενοι, ζητούν απόρριψη της αξίωσης της Ενάγουσας. Στις 05/09/2011 οι εναγόμενοι καταχώρησαν περαιτέρω υπεράσπιση δια της οποίας αναφέρουν ότι κατά η περί τις 28/6/2011 η Κατηγορούσα αρχή διέκοψε την κατηγορία εναντίον του εναγόμενου 1 της οδήγησης υπό την επήρεια μέθης ενώ την ίδια ημερομηνία κατόπιν παραδοχής του εναγόμενου 1 στην κατηγορία της οδήγησης χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και αφού διαπίστωσε συντρέχουσα αμέλεια από τους αποζημιωθέντες οδηγούς επέβαλε στον εναγόμενο 1, πρόστιμο ύψους €200=. Με το δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση η Ενάγουσα επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης της και παραπέμπει στην παράγραφο 9 των Γενικών Εξαιρέσεων του ασφαλιστηρίου εγγράφου. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι εκτός της ένδειξης 54mg αντί 22mg ο εναγόμενος 1 δεν μπορούσε να βαδίσει κανονικά, δεν είχε τον απαιτούμενο αυτοέλεγχο, η αναπνοή του μύριζε έντονα οινόπνευμα, η ομιλία του ήταν διακεκομμένη, ξεχνούσε τις είχε πει μερικά λεπτά προηγουμένως, είχε λόξιγκα και ήταν κοκκινισμένος στο πρόσωπο, είχε τάσεις υπνηλίας, η διαταραχή των λειτουργιών του και η γενική του κατάσταση οφείλετο στην κατανάλωση οινοπνεύματος. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας παρουσιάστηκαν συνολικά 3 μάρτυρες, ο Στέφανος Μαντοβάνης - Αστυφ. 3165 (ΜΕ1), ο Πάρης Κυπριανού - (ΜΕ2) και ο Νίκος Πετρίδης - (ΜΕ3). Από πλευράς υπεράσπισης κατέθεσαν οι Μιχάλης Κηλίδης - (ΜΥ1), ο εναγόμενος 1 - ΜΥ2, Ανδρέας Τουμάζου και ο Χαράλαμπος Σκορδής - ΜΥ
- Πέραν από την προφορική και γραπτή μαρτυρία αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός, που εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως τέτοιο, το κάτωθι: «Οι ίδιες μηχανές που χρησιμοποιήθηκαν κατά την ημέρα του επίδικου δυστυχήματος για έλεγχο της αλκοόλης στον εναγόμενο 1, δεν ήταν πιστοποιημένες δεόντως και αργότερα πιστοποιήθηκαν εκ νέου με άλλο πρότυπο». Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν κείμενα γραπτών αγορεύσεων με την νομική τους επιχειρηματολογία. Τα όσα αμφότεροι ανέφεραν έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο, ληφθεί υπόψη ως εκ τούτου δεν υπάρχει λόγος αυτές να επαναληφθούν. Αναφορά θα γίνει όπου αυτό κριθεί απαραίτητο κατωτέρω. Βάρος Απόδειξης Η υπό κρίση αγωγή ως αστική διαδικασία αποφασίζεται με το βάρος απόδειξης να βρίσκεται στους ώμους της Ενάγουσας με επίπεδο απόδειξης το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Στην απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ 462 λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το επίπεδο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» (ο τονισμός και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Μαρτυρία και Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης τον μοναδικό μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον μου. Προχωρώ κατωτέρω στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας του με κριτήρια μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχε ο μάρτυρας να παρακολουθήσει τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια του, τη μνήμη και τους λόγους που είχε για να θυμάται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία κατέθετε, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών του (βλέπε, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Είναι βεβαίως νομολογημένο ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας και το πλήρες περιεχόμενο αυτής βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης μαζί με το σύνολο των 16 Τεκμηρίων που κατατέθηκαν. Δεν κρίνω σκόπιμο και απαραίτητο να παραθέσω αυτολεξεί την ενώπιον μου μαρτυρία αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη ζητήματα αυτής λαμβάνοντας υπόψη μου και τις εκατέρωθεν δικογραφημένες θέσεις από τις οποίες προκύπτουν και τα επίδικα ζητήματα τα οποία το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. (βλέπε Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Ο ΜΕ1 είναι ο Αστυφ. Στέφανος Μαντοβάνης ο οποίος κατά τις 14/11/2008 υπηρετούσε στην Τροχαία Λεμεσού. Τα προσόντα του στην διερεύνηση δυστυχημάτων τα απέκτησε στην Αστυνομική Ακαδημία, σε σχετικό πρόγραμμα που παρακολούθησε το 2004 ενώ από το 2004 μέχρι και σήμερα είναι στο τμήμα Τροχαίας. Στις 14/11/2008 στις 01:50π.μ. επισκέφθηκε την σκηνή του επίδικου δυστυχήματος όπου συνάντησε τον οδηγό του οχήματος. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την κατάθεση που ετοίμασε την οποία και ανάγνωσε. Με βάση την κατάθεση του κατά την επίσκεψη στην σκηνή και αφού ενημερώθηκε για τα ονόματα και τα οχήματα των εμπλεκομένων οδηγών έκανε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής το οποίο υπέδειξε και επεξήγησε στον εναγόμενο 1 ο οποίος του υπέδειξε ένα σημείο σύγκρουσης το οποίο σημείωσε με Χ και το υπέγραψε ως ορθό. Οι οδηγοί των τριών μοτοποδηλάτων υπέδειξαν άλλο σημείο σύγκρουσης, το οποίο σημείωσε με την ένδειξη Χ1 και το οποίο όλοι υπέγραψαν ως ορθό. Ο ΜΕ1 περαιτέρω αναφέρει στην κατάθεση του τα τραύματα των οδηγών, την μεταφορά κάποιων εξ΄ αυτών στο νοσοκομείο και την λήψη κατάθεσης από τον εναγόμενο
- Σύμφωνα με τον ΜΕ1, ο ίδιος έλαβε περί τις 03:00- 03:20π.μ ανακριτική κατάθεση από τον εναγόμενο1 και περί τις 03:30π.μ και τον κατηγόρησε για αδικήματα με τον εναγόμενο 1 να απαντά «Παραδέχομαι». Το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής αλλά και το συμμετρικό κατατέθηκαν από τον ΜΕ1 ως Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα. Κατάθεση έλαβε επίσης από του οδηγούς των μοτοποδηλάτων και ενός εκ των συνεπιβατών που ήταν τραυματίας. Το σύνολο των 6 καταθέσεων που λήφθηκαν στα πλαίσια διερεύνησης του δυστυχήματος κατατέθηκαν από τον ΜΕ1 ως Τεκμήρια προς αναγνώριση Α μέχρι και Ε. Σημειώνω στο στάδιο αυτό ότι τα Τεκμήρια προς αναγνώριση Β, Γ, Δ και Ε ουδέποτε στην πορεία της δίκης αναγνωρίσθηκαν για να καταστούν Τεκμήρια ως εκ τούτου ουδεμία αποδεικτική αξία δύναται να έχουν και δεν λαμβάνονται υπόψη. Περαιτέρω ο ΜΕ1 ανέλυσε το συμμετρικό σχέδιο με τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων. Επανερχόμενο στην επίσκεψη στην σκηνή, ο ΜΕ1, ανέφερε ότι παρών όταν μετέβηκε στην σκηνή ήταν και ο ειδικός Αστυφ. 5697 ο οποίος του ανέφερε ότι προέβηκε σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης του εναγόμενου 1 με ένδειξη 57mg αντί 22mg. Ο ίδιος πλησίασε τον εναγόμενο 1 να τον ρωτήσει για τις συνθήκες του δυστυχήματος και παρατήρησε ότι μύριζε έντονα αλκοόλ ενώ επίσης η συμπεριφορά του ήταν «συγχυτική», ήταν αντιδραστικός και φαινόταν ότι ήταν μεθυσμένος. Με την ολοκλήρωση των ερευνών επί της σκηνής, ο εναγόμενος 1 μεταφέρθηκε από τον ειδικό αστυφύλακα στο τμήμα τροχαίας όπου διενεργήθηκε τελικός έλεγχος αλκοόλης με ένδειξη 54mg αντί 22mg. Ο ίδιος έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον εναγόμενο 1 και τον κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα της αμελούς οδήγησης και της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης οπόταν και απάντησε ότι παραδέχεται. Απ' ότι θυμάται δεν του επιτράπηκε να οδηγήσει και το όχημα του παρέμεινε στον σταθμό ενόψει της κατάστασης του. Εναντίον του εναγόμενου 1 καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση στην οποία για την κατηγορία της αμελούς οδήγησης του επιβλήθηκε πρόστιμο €200= και 2 βαθμοί ποινής ενώ για την κατηγορία της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης καταχωρήθηκε προφορικά αναστολή ποινικής δίωξης με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 ανάφερε ότι εξετάζει καθημερινά τροχαία δυστυχήματα από το
- Τον εναγόμενο 1 τον θυμάται να είναι μελαχρινός και «κανονικός» χωρίς κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Τα αποτελέσματα τόσο του προκαταρκτικού ελέγχου όσο και του τελικού υπάρχουν στον φάκελο του ενώ δεν διενήργησε ο ίδιος τους ελέγχους. Ο προκαταρκτικός έλεγχος διενεργήθηκε με την μηχανή μοντέλο LION LABORATOTIES LTD UK, MODEL LION ALCOMETR 50 - 400 και ο τελικός με το μοντέλο LION INTOXILYZER
- Ο ΜΕ1 ρωτήθηκε εάν κατά τον πορεία του στην τροχαία ενημερώθηκε ότι σε κάποιο στάδιο διαπιστώθηκε ότι οι μηχανές αυτές δεν ήταν διαπιστευμένες με το σχετικό Υπουργικό Διάταγμα και μάλιστα ότι αυτό έγινε αντιληπτό κατά το στάδιο της ποινικής υπόθεσης εναντίον του εναγόμενου 1 απαντώντας ότι δεν ενημερώθηκε για κάτι τέτοιο. Ο ΜΕ1 επίσης ανέφερε ότι δεν γνωρίζει για την αγωγή που ο εναγόμενος 1 κίνησε εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας για ενέργειες που έλαβαν χώρα κατά την ημέρα του δυστυχήματος ούτε ότι επιδικάστηκαν αποζημιώσεις. Στην υποβολή ότι ο λόγος που η Κυπριακή Δημοκρατία δέχθηκε απόφαση ήταν γιατί δεν αποδείχθηκε η μέθη του εναγόμενου 1 ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έχει κάτι να πει καθότι δεν γνωρίζει. Δεν γνωρίζει επίσης τον λόγο που καταχωρήθηκε αναστολή της ποινικής δίωξης για την σχετική κατηγορία. Ο ΜΕ1 ανάφερε ότι ούτε στην κατάθεση του ανάφερε ότι ο εναγόμενος 1 μύριζε έντονα αλκοόλ ούτε στην μαρτυρία του στην ποινική υπόθεση καθότι δεν ερωτήθηκε. Στην υποβολή ότι δεν θυμάται μετά από 8 χρόνια απάντησε ότι θυμάται καθότι ήταν ένα ιδιαίτερο δυστύχημα σύγκρουσης ενός αυτοκινήτου με 3 μοτοποδήλατα το οποίο και θυμάται, συνεπώς αρνήθηκε ότι αναφέρει ψέματα για να δικαιολογήσει τις ενέργειες του. Ο μάρτυρας διαφώνησε με τις υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης σε σχέση με ευρήματα της ποινικής υπόθεσης αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης και τις μετρήσεις του. Συγκεκριμένα ανάφερε ότι θυμάται ότι κατά την ακρόαση παρουσιάστηκε αεροφωτογραφία του δρόμου και έγιναν μετρήσεις αλλά δεν θυμάται να αποφάσισε και ο ίδιος ότι το δυστύχημα έγινε στην μέση του δρόμου. Σε σχέση με τον έλεγχο αλκοόλης χρησιμοποιούνται και οι παλιές μηχανές αλλά ήρθαν και νέες ενώ δεν γνωρίζει εάν για τις παλιές άλλαξε η πιστοποίηση. Ο ΜΕ1 επέμεινε ότι ο εναγόμενος 1 μύριζε έντονα αλκοόλ. Δεν ζήτησε από τον εναγόμενο 1 να περπατήσει ενώ όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τι εννοεί «συγχυτική» συμπεριφορά ανάφερε ότι όταν πλησίασε τον εναγόμενο 1 ήταν κοκκινισμένος, θυμωμένος, τον ρωτούσε τι έγινε και απαντούσε συγχυσμένα. Η ερώτηση για το σημείο σύγκρουσης έγινε στην σκηνή αφού τον ρώτησε εάν μπορούσε να του υποδείξει ενώ αρνήθηκε πάλι ότι το σημείο σύγκρουσης αποδείχθηκε στην ποινική υπόθεση να είναι αυτό που υπέδειξε ο εναγόμενος
- Ο ίδιος ως ανέφερε έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον εναγόμενο 1 η οποία ήταν αφηγηματική και όχι κατόπιν ερωτήσεων. Γίνονταν κάποιες ερωτήσεις και ο εναγόμενος απαντούσε με αφηγηματικό τρόπο. Ζητήθηκε από τον μάρτυρα να αναγνώσει το τεκμήριο προς αναγνώριση Α2, μετέπειτα τεκμήριο 16, την ανακριτική κατάθεση του εναγόμενου
- Η κατάθεση αυτή λήφθηκε στις 03:00π.μ ενώ η τελική εξέταση για αλκοόλη διεξήχθη στις 02:37π.μ. Το δυστύχημα έλαβε χώρα στις 01:20π.μ. Ο συνήγορος υπέβαλε στον μάρτυρα ότι τα όσα αναφέρονται με ιδιαίτερη αναφορά στις ώρες που έγιναν οι έλεγχοι σε συνδυασμό με την κατάθεση του εναγόμενου 1 δείχνουν ότι αυτός δεν ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ με τον μάρτυρα να διαφωνεί και να επιμένει ότι παρά την συμπεριφορά του εναγόμενου του έλαβε ανακριτική κατάθεση και τον κατηγόρησε. Ο ΜΕ1 σε γενικές γραμμές έδωσε μια μαρτυρία με συνοχή ενώ απαντούσε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και στην αντεξέταση του. Σημειώνω ότι η μαρτυρία του όσο αφορά την εμπλοκή του κατά τον επίδικο χρόνο που έλαβε χώρα το δυστύχημα δεν έχει αμφισβητηθεί, ήτοι η επίσκεψη του στον χώρο του δυστυχήματος, οι ενέργειες του και η λήψη της ανακριτικής κατάθεσης από το εναγόμενο
- Τα όσα ανάφερε σε σχέση με τα πιο πάνω γίνονται αποδεκτά ως γεγονότα που έλαβαν χώρα ενόψει της μη αμφισβήτησης του. Κύριο αντικείμενο αξιολόγησης της μαρτυρίας του σε συνάρτηση πάντοτε με τα επίδικα και αμφισβητούμενα ζητήματα, αποτελεί η μαρτυρία του σε σχέση με την κατάσταση του εναγόμενου
- Ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε σε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά του εναγόμενου 1 η οποία κατά τον ίδιο καταδεικνύει ότι ο τελευταίος τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλ. Έχω εξετάσει με μεγάλη προσοχή τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε κατά την προφορική μαρτυρία του σε σχέση με την συμπεριφορά του εναγόμενου 1 την νύχτα του επίδικου δυστυχήματος. Καταλήγω ότι τα όσα ανέφερε δεν προκύπτουν από την μνήμη του και δεν δύναται να αποτελέσουν βάση εξαγωγής οιονδήποτε συμπερασμάτων ενόψει των αντιφάσεων εις τις οποίες αυτός περιέπεσε αλλά και κυρίως λόγω του ότι πολλές από τις θέσεις που πρόβαλε στερούνται της λογικής. Βεβαίως λαμβάνω υπόψη μου ότι έχουν από το επίδικο δυστύχημα παρέλθει πολλά χρόνια και η μνήμη ως είναι άλλωστε αναμενόμενο ατονεί, το ίδιο όμως επηρεάζει η πάροδος του χρόνου και τα όσα ο εναγόμενος 1 θυμάται, γεγονότα που κατά τον ίδιο έλαβαν χώρα αλλά δεν τα ανέφερε στην κατάθεση του παρά μόνο στην εδώ μαρτυρία του. Η όλη συμπεριφορά του μάρτυρα αυτού στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι διέπετο από μια υπερβολή σε ότι έχει να κάνει με την περιγραφή της κατάστασης του εναγόμενου
- Σε πολλά σημεία απέφυγε να δώσει ξεκάθαρες και σαφές απαντήσεις επικαλούμενος την πάροδο πολλών ετών ενώ σε άλλα που είχαν να κάνουν κυρίως με την θέση του ότι ο εναγόμενο 1 ήταν μεθυσμένος θυμάται με λεπτομέρεια και περιγράφει. Καταλήγω περαιτέρω ότι ο ΜΕ1 έχοντας κατά νου τα τότε αποτελέσματα του ελέγχου αλκοόλης ανέφερε τα όσα ενώπιον μου έθεσε τα οποία όμως υπολείπονται της απαραίτητης αποδεικτικής ισχύς και αξίας και για τους λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω κατωτέρω: - Στην κατάθεση του ο ΜΕ1 καμία αναφορά κάνει για την κατάσταση του εναγόμενου 1 την οποία παρουσίασε με λεπτομέρεια ως «συγχυτική». Δίδει λεπτομέρειες για το χρώμα του εναγόμενου ως «κοκκινισμένος» ενώ αναφέρει ότι ήταν και θυμωμένος. Παρά τις λεπτομέρειες αυτές περιγράφει τον εναγόμενο 1 ως ένα άτομο «κανονικό» χωρίς κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Παρά ταύτη την περιγραφή του ουδεμία αναφορά κάνει για αυτήν στην κατάθεση του. Πως είναι δυνατό μια τέτοια συμπεριφορά να έγινε αντιληπτή αλλά να μην φαίνεται πουθενά στα έγγραφα που λήφθηκαν κατά τον χρόνο εκείνο αλλά να επεξηγείται με τόση λεπτομέρεια 8 χρόνια μετά και αφού ως ο ίδιος ο ΜΕ1 ανέφερε εξέτασε κατά την διάρκεια των χρόνων αυτών σωρεία δυστυχημάτων, επί καθημερινής βάσης. Στο ερώτημα που τέθηκε για τον λόγο που δεν καταγράφει ο ΜΕ1 στην κατάθεση του - Τεκμήριο 1 τα όσα ενώπιον μου έθεσε έδωσε μια γενική απάντηση περί του ότι δεν ερωτήθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης αφήνοντας αναπάντητο το ερώτημα για ποιο λόγο μια τέτοια έντονη συμπεριφορά δεν καταγράφηκε στην κατάθεση του αλλά τέθηκε με λεπτομέρεια 8 χρόνια μετά. - Ενώ παρουσιάζει τον εναγόμενο 1 ως ένα πρόσωπο με συγχυσμένη συμπεριφορά, αντιδραστικό που φαινόταν μεθυσμένος, λαμβάνει από τον ίδιο στοιχεία όπως το σημείο σύγκρουσης, το οποίο μάλιστα και σημειώνει. Περαιτέρω ζητά από το πρόσωπο αυτό, παρά την θέση του για την κατάσταση του, να υπογράψει κατά πόσο συμφωνεί με το σχεδιάγραμμα του δυστυχήματος που ετοίμασε και καταγράφει τα όσα προκύπτουν στην κατάθεση του, Τεκμήριο 1, χωρίς καμία αναφορά στην ισχυριζόμενη συμπεριφορά του εναγόμενου
- Θα ανέμενε κανείς από ένα εξεταστή ενός τροχαίου δυστυχήματος, με την εμπειρία του ΜΕ1, έχοντας αυτά τα αποτελέσματα που ανάφερε από τον προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης αλλά και την συμπεριφορά του εναγόμενου 1 να ανέμενε όπως αυτός είναι σε θέση να δώσει στοιχεία τα οποία να είναι όσο το δυνατό πιο αντικειμενικά. Αντίθετα ο ΜΕ1 και αφού διαπίστωσε ως αναφέρει με πάσα βεβαιότητα ότι ο εναγόμενος 1 τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλης η οποία μάλιστα του προκάλεσε «σύγχυση» και «αντιδραστική» συμπεριφορά λαμβάνει από αυτόν στα πλαίσια της εξέτασης, στοιχεία όπως το σημείο σύγκρουσης και του ζητά να υπογράψει και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής. - Η αναφορά του ότι ο εναγόμενος 1 ήταν αντιδραστικός παρέμεινε μετέωρη και χωρίς στοιχεία που να την ενισχύουν ή έστω να την καθιστούν ως θέση πιθανή. Ο ΜΕ1 τόσο στην κατάθεση του όσο και προφορικά ενώπιον μου ανάφερε ότι ο εναγόμενος 1 έδωσε τα στοιχεία που του ζητήθηκαν, έδωσε δείγμα αναπνοής τον συνάδελφο του, υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης και υπέγραψε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα ενώ όταν του ζητήθηκε τους ακολούθησε στον σταθμό οπόταν και έδωσε δεύτερο δείγμα- τελικό για έλεγχο αλκοόλης αλλά και του λήφθηκε και ανακριτική κατάθεση. Η δε ανακριτική κατάθεση ήταν αποτέλεσμα υποβολής ερωτήσεων αλλά με αφηγηματικό τρόπο από πλευράς εναγόμενου
- Ουδεμία αναφορά για αντίσταση ή αντίδραση στα πιο πάνω αλλά ούτε και αναφορά σε οιαδήποτε άλλη ενέργεια ή πράξη του εναγόμενου 1 που να δύναται να εκληφθεί ως αντιδραστική συμπεριφορά ή να δικαιολογεί μια τέτοια κατάληξη. - Παρά το ότι στις 02:37π.μ η τελική ένδειξη αλκοτέστ έδειχνε 54mg, στις 03:25π.μ ο ΜΕ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον εναγόμενο 1, η οποία μάλιστα αναφέρει ότι δόθηκε με αφηγηματικό τρόπο. Η θέση του ΜΕ1 ότι παρά την συμπεριφορά του εναγόμενου 1 ο τελευταίος έδωσε ανακριτική κατάθεση στην μορφή που αυτή δόθηκε ως το Τεκμήριο 15, στερείται λογικής αλλά και αποδυναμώνει το συμπέρασμα του ΜΕ1 ότι ο εναγόμενος είχε «συγχυτική» συμπεριφορά και ήταν μεθυσμένος. Ενόψει των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη μου και την γενικότερη εικόνα του μάρτυρα αυτού στο εδώλιο καταλήγω ότι αυτός δεν ανέφερε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια. Αντίθετα σε ότι αφορά την συμπεριφορά του εναγόμενου 1 η μαρτυρία του διέπετο από μια υπερβολή που δεν συνάδει με τις λοιπές θέσεις του και κλίμα υπό το οποίο έδωσε την λοιπή μαρτυρία του με αποτέλεσμα το μέρος αυτό της μαρτυρίας του που δεν έχει να κάνει με τα αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα δεν δύναται να γίνει αποδεκτή και να αποτελεί ασφαλή βάση εξαγωγής οιονδήποτε συμπερασμάτων και ως τέτοια απορρίπτεται. Επόμενος μάρτυρας εκ μέρους των εναγόντων κατέθεσε ο Πάρης Κυπριανού Ε/Δ.5697, του τμήματος Τροχαίας του Αρχηγείου Αστυνομίας - ΜΕ
- Εκπαιδεύτηκε στην αστυνομική ακαδημία τόσο για το ταχύμετρο όσο και για την προκαταρκτική και τελική εξέταση αλκοτέστ. Στις 14/11/2008 και γύρω στις 01:30π.μ μετέβηκε στον χώρο του επίδικου δυστυχήματος. Ο ΜΕ2 κατέθεσε την κατάθεση του Τεκμήριο
- Συνοπτικά αναφέρει ότι μετέβηκε με τον Αστυφύλακα 4816 όπου και με την συγκατάθεση του εναγόμενου 1 προέβηκε σε προκαταρκτική εξέταση αλκοτέστ με ένδειξη 57mg% αντί 22mg. Περί τις 02:37 υπέβαλε τον εναγόμενο 1 σε τελική εξέταση αλκοτέστ με ένδειξη 54mg%. Προφορικά εξεταζόμενος ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ο εναγόμενος 1 ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης και αυτό το διαπίστωσε αρχικά από τα μάτια και το στόμα του όταν του μιλούσε. Όταν πλησίασε το αυτοκίνητο για να το ανοίξει για να πάρει ο εναγόμενος 1 την άδεια οδηγού του το όχημα μύριζε έντονα οινόπνευμα. Σύμφωνα με τον ΜΕ1 ο εναγόμενος του ανέφερε ότι ήπιε λίγο ποτό παραπάνω. Τις διαπιστώσεις του αυτές δεν τις ανέφερε στην κατάθεση του. Ακολούθως παραδέχθηκε τόσο στον ίδιο τον ΜΕ2 στην σκηνή του δυστυχήματος όσο και στην κατάθεση του ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι έχει μεγάλη εμπειρία στην διενέργεια αλκοτέστ αλλά και σε δυστυχήματα με αποτέλεσμα να θεωρεί τον εαυτό του γνώστη των πραγμάτων, αναφερόμενος σε οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ και δυστυχήματα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ2 ανέφερε ότι όσα ανέφερε προφορικά τα θυμάται και τα ανέφερε χωρίς να συμβουλευθεί την κατάθεση του - τεκμήριο 4 αλλά δεν θυμάται τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος του εναγόμενου
- Ερωτούμενος τι άλλο θυμάται, ανέφερε ότι στην σκηνή βρήκε τον εναγόμενο 1 ο οποίος συγκρούστηκε με 3 μοτοποδήλατα ενώ είχε έρθει στην σκηνή και ασθενοφόρο το οποίο μετέφερε κάποιους οδηγούς. Ο ίδιος μίλησε με τον οδηγό του οχήματος, εναγόμενος 1 για τις συνθήκες του δυστυχήματος αλλά ο εναγόμενος 1 μύριζε έντονα αλκοόλ, είχε κόκκινα μάτια και του ανέφερε και ο ίδιος ότι είπε ένα ποτό παραπάνω. Συμπλήρωσε περαιτέρω ότι για να αναφέρει ο εναγόμενος 1 ότι ήπιε ένα ποτό παραπάνω σημαίνει ότι ήπιε ποτό πάνω από το επιτρεπόμενο όριο και ο καταλάβαινε και ο ίδιος αυτό. Το όνομα του οδηγού δεν το θυμάται και παραπέμπει στην κατάθεση του. Στην υποβολή ότι ψεύδεται ο ΜΕ2 ανέφερε ότι λέει ότι άκουσε και είδε και τα οποία έχει επίσης καταγεγραμμένα στην κατάθεση του. Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος ο εναγόμενος 1 παραδέχθηκε ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Το γεγονός ότι θυμάται λεπτομέρειες το βασίζει στο ότι δεν είχε ξαναπάει σε σκηνή δυστυχήματος με μοτοποδήλατα. Για τις ακριβείς μετρήσεις παρέπεμψε στην κατάθεση του ενώ απ' ότι θυμάται ο εναγόμενος απάντησε «εντάξει». Πλησίασε το όχημα του εναγόμενου 1 με σκοπό να ελέγξει την ασφάλεια, την άδεια κυκλοφορίας και να πάρει ο εναγόμενος 1 την άδεια οδηγού του οπόταν και του ανέφερε πως έγινε το δυστύχημα. Ο έλεγχος αυτός διήρκησε περίπου 5 λεπτά και ακολούθως προέβη στον προκαταρκτικό έλεγχο αλκοτέστ. Στις ερωτήσεις που ακολούθησαν σε σχέση με τις πιστοποιήσεις των μηχανών ελέγχου αλκοόλης, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αλλά με αυτές διενεργήθηκαν χιλιάδες έλεγχοι και χρησιμοποιούνται μέχρι και σήμερα. Ο ΜΕ2 αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 Πιστοποίηση του Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών ημερ.8/1/2007 για την συσκευή τελικής εξέτασης με μοντέλο Lion Intoxilyzer σύμφωνα με την οποία και κάτω από την αναφορά πρότυπα κατασκευής αναφέρονται τα εξής: «Συσκευές που περιλαμβάνονται στον κατάλογο συμμορφούμενων συσκευών μέτρησης της αποδεικτικής αναπνοής .που εκδίδεται από την Ν.Η.Τ.S.A (National Highway Traffic Safety Administration των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής)». Ομοίως αναγνώρισε και κατέθεσε ως τεκμήριο 6 την πιστοποίηση της συσκευής της προκαταρκτικής εξέτασης με το ίδιο πρότυπο κατασκευής. Στην υποβολή ότι οι μηχανές που χρησιμοποίησε δεν περιλαμβάνονται σε αυτόν τον κατάλογο, ο ΜΕ2 απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Ο ΜΕ2 αρνήθηκε ότι τα τόσα ανέφερε, τα ανέφερε με σκοπό να δικαιολογήσει τις ενέργειες του να οδηγήσει τον εναγόμενο1 στον σταθμό και να τον συλλάβει λόγω οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης αναφέροντας ότι κλήθηκε να μεταβεί σε σκηνή δυστυχήματος όπου ο οδηγός οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ, έκανε την δουλειά του, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Στην υποβολή για την λήψη νομικών μέτρων και την αγωγή 4649/11 ο ΜΕ2 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει. Ομοίως με τον ΜΕ1 έτσι και ο ΜΕ2 κρίνω ότι ανέφερε σε γενικές γραμμές τα γεγονότα που έλαβαν χώρα τον επίδικο χρόνο ως αυτά πράγματι επεσυνέβησαν με αναφορά στην μετάβαση του στην σκηνή του δυστυχήματος, στην λήψη των 2 δειγμάτων αλκοτέστ, προκαταρκτικό έλεγχο και τελικό. Σε κάθε περίπτωση αναφέρω ότι και η εμπλοκή και ενέργειες του ΜΕ2 από άποψη χρονολογικών γεγονότων δεν έχουν αμφισβητηθεί και ως τέτοια γίνονται αποδεκτά. Από αυτό το σημείο όμως και πέρα ομοίως με την κατάληξη μου για τον ΜΕ1 έτσι και σε ότι αφορά τον ΜΕ2 οι θέσεις του όσον αφορά τον εναγόμενο 1 διέπονται από μια υπερβολή που δεν συνάδει με την λοιπή μαρτυρία του. Ο ΜΕ2 περιγράφει τον εναγόμενο 1 ως έχων κόκκινα μάτια, να μυρίζει αλκοόλ τόσο ο ίδιος όσο και το αυτοκίνητο του, αναφέρει την προφορική αναφορά του εναγόμενου 1 ότι ήπιε ένα ποτό παραπάνω αλλά αυτά που κατά την μαρτυρία του τίθενται ενώπιον μου πουθενά δεν αναφέρονται στην κατάθεση του. Ένας έμπειρος αστυνομικός ως ο ίδιος παρουσιάζει τον εαυτό του που μεταβαίνει σε μια σκηνή δυστυχήματος και μετά από έλεγχο αλκοόλης συλλαμβάνει ένα πρόσωπο και ταυτόχρονα παρατηρεί αυτήν την συμπεριφορά θα ανέμενε κανείς να κατέγραφε με λεπτομέρεια τον χρόνο εκείνο στην κατάθεση του τις παρατηρήσεις του. Αντίθετα ο ΜΕ2 ετοίμασε μια τυποποιημένη κατάθεση (Τεκμήριο 4) στην οποία περιγράφει τις διαδικασίες για την διενέργεια των 2 ελέγχων αλκοόλης στον εναγόμενο 1 αναφέροντας τα αποτελέσματα αυτών χωρίς όμως να γίνει καμία αναφορά στα όσα ενώπιον μου έθεσε για την συμπεριφορά του εναγόμενου
- Επιπλέον ενώ αρνείται ότι ψεύδεται παραπέμπει στην κατάθεση του αναφέροντας ότι, ότι είδε και άκουσε τα αναφέρει και στην κατάθεση του. Παρατηρώντας το τεκμήριο 4 ουδεμία αναφορά υπάρχει για την συμπεριφορά του εναγόμενου 1 πέρα από το τυποποιημένο ως φαίνεται λεκτικό για την διενέργεια των 2 αλκοτέστ και τις χειρόγραφες συμπληρώσεις στα κενά που υπάρχουν με τα στοιχεία του εναγόμενου 1 και τα αποτελέσματα αλκοτέστ. Περαιτέρω με τα πιο πάνω ο ΜΕ2 αναφέρει τις παρατηρήσεις του οι οποίες όμως δύναται να θεωρηθούν και ως συμπερασματικές και όχι ανεξάρτητες και αντικειμενικές. Αναφέρει ότι ο εναγόμενος 1 του είπε ότι ήπιε ένα ποτό παραπάνω και με βάση την εμπειρία του αυτή η αναφορά σημαίνει ότι ήπιε ποτό πάνω από το επιτρεπόμενο όριο και το καταλάβαινε και ο ίδιος αυτό. Η θέση του δηλαδή είναι ότι η αποδοχή από τον εναγόμενο 1 ότι ήπιε κανένα ποτό παραπάνω οδηγεί αυτόματα σε εύρημα περί ύπαρξης αλκοόλης πέραν του επιτρεπτού ορίου. Τα όσα ο ΜΕ2 ανέφερε σε σχέση με την θέση του περί αλκοόλ δύναται να θεωρηθούν ότι βασίζονται σε γεγονότα που προκύπτουν αυθαίρετα και αλυσιδωτά κατά τον ΜΕ2 και όχι επί αντικειμενικών γεγονότων που διαπίστωσε και κατέγραψε κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποδυναμώνοντας με αυτό τον τρόπο την αξιοπιστία του μάρτυρα σε ότι αφορά το γεγονός αυτό. Εντύπωση περαιτέρω προκαλεί το γεγονός ότι ο ΜΕ2 ενώ θυμάται με περισσή λεπτομέρεια τα όσα διαπίστωσε σε σχέση με τον εναγόμενο 1, την μυρωδιά του αλκοόλ, τα μάτια του εναγόμενου 1, το τι ακριβώς λέχθηκε από αυτόν, δεν θυμάται άλλες λεπτομέρειες όπως το όνομα του εναγόμενου 1, τους υπόλοιπου εμπλεκομένους και αρκείται στο να παραπέμψει στην κατάθεση του από την οποία σημειώνω επίσης απουσιάζουν ουσιώδη και σημαντικά στοιχεία. Η επιλεκτική αναφορά από τον ΜΕ2 σε λεπτομέρειες που έχουν να κάνουν με την συμπεριφορά του εναγόμενου 1 και η παράλληλη άγνοια και επίκληση της παρόδου του χρόνου για άλλες σε συνδυασμό με όλα τα ανωτέρω δεν μπορούν να με οδηγήσουν σε αποδοχή της μαρτυρίας του τουλάχιστον στο κομμάτι που αφορά τα αμφισβητούμενα γεγονότα και κυρίως τις αναφορές του στην συμπεριφορά του εναγόμενου
- Ως εκ τούτου και με εξαίρεση τα μη αμφισβητούμενα και αποδεκτά γεγονότα απορρίπτω την μαρτυρία του ΜΕ2 ως μη αξιόπιστη. Ως ΜΕ3 προσήλθε ο Νίκος Πετρίδης, προϊστάμενος του Τμήματος απαιτήσεων του υποκαταστήματος των Εναγόντων στην Λεμεσό. Για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε γραπτή δήλωση, έγγραφο «Α». Ο ΜΕ3 ανέφερε ότι η εναγόμενη 2 ήταν πελάτιδα των εναγόντων με ασφαλιστήριο έγγραφο το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Η ασφάλιση αφορούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KLU 797 του οποίου εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ήταν η εναγόμενη 2 μητέρα του εναγόμενου 1, εξουσιοδοτημένου οδηγού. Ο εναγόμενος 1 οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο το ασφαλισμένο όχημα, εξουσιοδοτημένος από αυτήν. Ο ΜΕ3 παρέπεμψε στο ασφαλιστήριο έγγραφο, Τεκμήριο 7, στις Γενικές Εξαιρέσεις στον αριθμό 9 (σελίδα 8) στον όρο 9 (β) στην σελίδα 10 όπου υπάρχει πρόνοια ότι η ενάγουσα δεν θα έχει ευθύνη να καλύψει ζημιά αν ο οδηγός βρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών ή υπήρχε επαρκής μαρτυρία βάση της οποίας θα μπορούσε να καταδικαστεί. Ο ΜΕ3 αναφέρθηκε περαιτέρω στην ποινική υπόθεση 22212/2009 του Ε.Δ. Λεμεσού στα πλαίσια της οποίας ο εναγόμενος 1 κατηγορήθηκε για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ενώ απ' ότι γνωρίζει καταχωρήθηκε αναστολή ποινικής δίωξης για αυτήν την κατηγορία. Στην κατάθεση του ο εναγόμενος 1 παραδέχθηκε την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ ενώ από το δυστύχημα τραυματίστηκαν 3 πρόσωπα για τις ζημιές των οποίων η Ενάγουσα κατέβαλε ποσό εκ €77.575,00σ. Ως ενδιαφερόμενοι ασφαλιστές και με βάση την συμφωνία ημερ.22/4/1999 μεταξύ Υπουργείου Συγκοινωνιών και MIF η ενάγουσα είχε υποχρέωση να καλύψει την ζημιά με ποσό το οποίο τώρα διεκδικούν από τους εναγόμενους 1 και
- Ο ΜΕ3 κατέθεσε ως Τεκμήρια πέρα από το ασφαλιστήριο, την αστυνομική έκθεση - τεκ.8, την απόδειξη πληρωμής - Τεκμ.9 και τις επιστολές ημερ.14/1/10 και 15/12/2009 - Τεκμήρια 10 Α και 10 Β και 11Α και 11 Β αντίστοιχα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ3 ανέφερε ότι οι αποζημιώσεις δόθηκαν επί πλήρους ευθύνης του εναγόμενου 1 και ότι ο όρος της εξαίρεσης δεν αφορά μόνο την περίπτωση καταδίκης σε κατηγορία οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ αλλά και στην περίπτωση που υπήρχε επαρκής μαρτυρία με βάση την οποία να μπορούσε να καταδικαστεί. Ως τεκμήριο 12 ο ΜΕ3 αναγνώρισε και κατάθεσε την επιστολή που οι εναγόμενοι απέστειλαν μέσω του συνηγόρου τους στην Ενάγουσα αναφέροντας ότι δεν γνωρίζει εάν στάλθηκε απάντηση καθότι αυτή έτυχε χειρισμού από το Τμήμα απαιτήσεων της Λευκωσίας όπου βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία. Ο μάρτυρας σε σχέση με την θέση του εναγόμενου 1 στην εν λόγω επιστολή τεκμήριο 12, περί του ότι δεν οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ και ότι δεν είχε ευθύνη για το δυστύχημα ανέφερε ότι το δυστύχημα έτυχε πλήρους ενδελεχούς έρευνας από τον ίδιο και από λειτουργούς της ενάγουσας στα πλαίσια της οποίας μίλησε και με τους αστυφύλακες οι οποίοι τον ενημέρωσαν ότι ο εναγόμενος 1 παραδέχθηκε ότι τελούσε υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών. Απαντώντας στο ερώτημα πως αντιμετωπίζουν το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 ποινικά δεν αποδείχθηκε ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ ο μάρτυρας απάντησε ότι η παραδοχή στην κατάθεση του από μόνη της είναι αρκετή. Η θέση της υπεράσπισης ως υποβλήθηκε στον μάρτυρα ήταν ότι δεν υπάρχει δικαίωμα ανάκτησης του ποσού που καταβλήθηκε καθότι ο εναγόμενος 1 δεν καταδικάστηκε από ποινικό Δικαστήριο για οδήγηση υπό την επήρεια μέθης ώστε να υπάρχει επαρκής μαρτυρία με αποτέλεσμα η κατηγορία αυτή να διακοπεί. Απαντώντας στην θέση αυτή ο ΜΕ3 ανέφερε ότι η κατάθεση του ίδιου του εναγόμενου 3 και η μαρτυρίες των αστυνομικών είναι αρκετές για να ενεργοποιηθεί ο όρος του συμβολαίου. Στα πλαίσια της διερεύνησης του δυστυχήματος από τον ίδιο συνομίλησε με τους αστυνομικούς οι οποίου του ανέφεραν τα γεγονότα και τις ενδείξεις του ελέγχου της αλκοόλης και συγκεκριμένα με τον Στέφανος Μαντοβάνη (ΜΕ1). Ο ίδιος δεν μετέβηκε στην σκηνή του δυστυχήματος ενώ για τις λεπτομέρειες έλαβαν και την αστυνομική αναφορά (police report). Ο εναγόμενος 1 συμπλήρωσε το έντυπο απαίτησης το οποίο ο ΜΕ3 κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Ο εναγόμενος 1 ανάφερε στο τεκμήριο 13 τον ισχυρισμό περί του ότι το μοτοποδήλατο που ερχόταν από απέναντι δεν είχε φώτα αναμμένα αλλά ο ίδιος ο ΜΕ3 έλαβε υπόψη του και τα γεγονότα που καταγράφονται στην αστυνομική έκθεση. Για το κατά πόσο αποδόθηκαν αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης ο ΜΕ3 ανάφερε ότι αυτό «φαντάζεται» καθότι το ζήτημα έτυχε χειρισμού από τα γραφεία τους στην Λευκωσία και ο ίδιος δεν γνωρίζει. Ο ίδιος προέβη σε διερεύνηση του δυστυχήματος, μάζεψε όλα τα στοιχεία από την Αστυνομία και τα απέστειλε στα γραφεία τους στην Λευκωσία καθότι τα δυστυχήματα με σοβαρές απαιτήσεις και τραυματισμούς τυγχάνουν χειρισμού από το νομικό τμήμα στα κεντρικά γραφεία. Ο ίδιος δεν ενεπλάκη στο θέμα των πληρωμών επίσης δεν γνωρίζει κάτι για αμφισβήτηση των μηχανών ελέγχου της αλκοόλης. Ο ΜΕ3 αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν υπάρχει δικαίωμα ανάκτησης καθότι ο εναγόμενος 1 δεν καταδικάστηκε με βάση επαρκή μαρτυρία όπως επίσης και την υποβολή ότι δεν υπάρχει δικαίωμα ανάκτησης από την εναγόμενη 2 αναφέροντας ότι η εναγόμενη 2 ως ιδιοκτήτρια επέτρεψε στον γιό της να οδηγήσει το όχημα και με βάση τον όρο 9 (β) δεν υπάρχει υποχρέωση κάλυψης στον ασφαλισμένο αν αυτός γνώριζε ότι ο οδηγός βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε τα όσα έλαβαν χώρα μετά το δυστύχημα και σε σχέση με την καταβολή των αποζημιώσεων προς τους άλλους εμπλεκόμενους οδηγούς από την Ενάγουσα ως ενδιαφερόμενος ασφαλιστής. Σημειώνω ότι η ύπαρξη συμβολαίου ασφάλισης μεταξύ Ενάγουσας και εναγόμενης 2, η κάλυψη του εναγόμενου 1 ως εξουσιοδοτημένου οδηγού και η καταβολή των αποζημιώσεων ως γεγονότα δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά της υπεράσπισης και ως τέτοια γίνονται αποδεκτά. Περαιτέρω δεν έχει αμφισβητηθεί η υποχρέωση της Ενάγουσας να καταβάλει αποζημιώσεις ως ενδιαφερόμενος ασφαλιστής δυνάμει της επικαλούμενης από τον ΜΕ3 μάρτυρα συμφωνίας ημερ.22/4/1999 μεταξύ Υπουργείου Συγκοινωνιών και MIF. Εκείνο που η πλευρά των εναγόμενων αμφισβήτησε είναι η ευθύνη καταρχήν του εναγόμενου 1 όσον αφορά το επίδικο δυστύχημα και άρα η περαιτέρω καταβολή αποζημιώσεων ενόψει της ισχυριζόμενης μη ύπαρξης ευθύνης και από την άλλη η μη αποδοχή της ανάκτησης ενόψει της θέσης ότι ο εναγόμενος 1 δεν τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλης άρα δεν ενεργοποιείται ο όρος του συμβολαίου για την εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη. Στα πλαίσια αυτών των αμφισβητούμενων θέσεων γίνεται και η αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ
- Ο ΜΕ3 δεν άφησε αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο αντίθετα κρίνω ότι ανέφερε στο Δικαστήριο τα όσα διαδραματίστηκαν από την ημέρα του επίδικου δυστυχήματος και ακολούθως σε σχέση με την αποστολή των επιστολών Τεκμήρια 10 Α και Β, 11 Α και Β και
- Κρίνω όμως ότι ως και ο ίδιος ο ΜΕ3 ανέφερε δεν είχε επαρκή γνώση και εμπλοκή στις διαβουλεύσεις που η ενάγουσα είχε με σκοπό την κατάληξη επί των ποσών της αποζημίωσης. Ο ΜΕ3 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο το ποσό των αποζημιώσεων υπολογίστηκε επί πλήρους ευθύνης αλλά αρκέστηκε στο να απαντήσει ότι αυτό φαντάστηκε. Περαιτέρω ενώ αναφέρει ότι εξέτασε όλες τις πτυχές της υπόθεσης με αναφορά και στις θέσεις του εναγόμενου 1 αναφέρει αργότερα και σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ότι το ζήτημα έτυχε χειρισμού από το τμήμα απαιτήσεων της Ενάγουσας στην Λευκωσία. Συνεπώς παράμεινε από την μαρτυρία του κενό όσο αφορά το ζήτημα της καταβολή αποζημιώσεων σε συσχετισμό με την ευθύνη του εναγόμενου
- Όσον αφορά το ζήτημα της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών που κατά τον ΜΕ3 ενεργοποίησε και τον σχετικό όρο της συμφωνίας παρατηρώ ότι ο μάρτυρας ανέφερε τα όσα ισχυρίζεται ότι του λέχθηκαν από την αστυνομία και συγκεκριμένα με τον ΜΕ1 με τον οποίο αναφέρει ότι συνομίλησε στα πλαίσια διερεύνησης του δυστυχήματος. Καταλήγω ότι ο ΜΕ3 βάσισε τις θέσεις του στο ζήτημα αυτό στην καταχώρηση ποινικής υπόθεσης εναντίον του εναγόμενου 1 με κατηγορία για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης. Ενόψει της αναστολής αυτής της κατηγορίας παραπέμπει στην συνομιλία του με τον εξεταστή της υπόθεσης, το περιεχόμενο όμως της οποίας σε κανένα έγγραφο δεν φαίνεται να τέθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όταν τίθεται στον μάρτυρα η αναστολή της ποινικής δίωξης καταβάλει προσπάθεια να αναλύσει την σημασία και έννοια του σχετικού όρου αναφέροντας ότι δεν χρειάζεται να υπήρξε καταδίκη αλλά να υπάρχει ικανή μαρτυρία για αυτήν. Η μόνη δε μαρτυρία που αναφέρει ως τέτοια, ήτοι ικανή, είναι αυτή των αστυνομικών την οποία ανωτέρω για τους λόγους που εξήγησα απέρριψα. Πέραν όμως της αξιολόγησης τής μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 εκείνο που προκαλεί αρνητική εντύπωση και αποδυναμώνει την αξιοπιστία των λεγομένων σε αυτό το ζήτημα του ΜΕ3 είναι το γεγονός ότι ενώ αναφέρει ότι ο ίδιος διερεύνησε όλες τις πτυχές της υπόθεσης λαμβάνοντας υπόψη του και τις θέσεις του εναγόμενου 1 ως εκφράστηκαν στην επιστολή του, φροντίζοντας παράλληλα να μιλήσει με τον αστυνομικό εξεταστή, ουδεμία αναφορά γίνεται στις θέσεις αυτές ήτοι στην μαρτυρία των αστυνομικών όσον αφορά την κατάσταση του εναγόμενου 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αντίθετα η όλη μαρτυρία του ΜΕ3 φάνηκε ότι δίδει βαρύτητα στα αποτελέσματα του αλκοτέστ τα οποία κρίνω ότι αποτέλεσαν και το υπόβαθρο γεγονότος επί του οποίου η Ενάγουσα βάσισε την απαίτηση της. Σημειώνω ότι η δήλωση τροχαίου δυστυχήματος που λήφθηκε από τον ΜΕ3 και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13 και η οποία σύμφωνα με τον μάρτυρα περιλαμβάνει και δικές του χειρόγραφες σημειώσεις αναφορικά με την διερεύνηση του δυστυχήματος ουδεμία αναφορά κάνει στην κατάσταση του εναγόμενου
- Εν κατακλείδι και λαμβάνοντας υπόψη μου και τα όσα οι μάρτυρες 1 και 2 ανέφεραν καταλήγω ότι δεν δύναμαι να αποδεχτώ την μαρτυρία του ΜΕ3, πέραν των μη αμφισβητούμενων γεγονότων, ενόψει των όσων ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω. Ανατρέχοντας στις μαρτυρίες των ΜΕ 1, 2 και 3 στο ζήτημα αυτό παρατηρώ μια ανεπάρκεια στήριξης των θέσεων τους με αναφορά στο ότι ουδείς εξ' αυτών των μαρτύρων περιλαμβάνει τις αναφορές του σε σχέση με την φυσική κατάσταση και συμπεριφορά του εναγόμενου 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο στην κατάθεση του, για του ΜΕ1 και 2 και στην αναφορά του για τον ΜΕ
- Και οι 3 μάρτυρες φαίνεται ότι αρχικά δίδουν βαρύτητα στα αποτελέσματα του αλκοτέστ, που αναφέρονται τόσο στις καταθέσεις τους όσο και στην αστυνομική έκθεση ενώ η αναστολή της ποινικής δίωξης αυτής της κατηγορίας ως γεγονός προκαλεί την ενώπιον μου αναφορά, κοινή και για τους 3, της περιγραφόμενης κατάστασης, ενισχύοντας την κατάληξη μου ότι πρόκειται ουσιαστικά για μια εκδοχή γεγονότων εκ των υστέρων κατασκευασμένη με σκοπό να προωθηθεί η θέση περί οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ. Με την ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης της Ενάγουσας η πλευρά των εναγόμενων προχώρησε με την παρουσίαση των δικών της μαρτύρων. Ο Μιχαλής Κηλίδης κατέθεσε πρώτος (ΜΥ1). Ο μάρτυρας εργάζεται στον τομέα νομοθεσίας του τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών. Η μαρτυρία του ΜΥ1 αφορούσε την πιστοποίηση των μηχανών αλκοτέστ μοντέλο Lion Intoxilyzer 8000 και Lion Alcometer SD - 400 που ίσχυε κατά το έτος
- Ο μάρτυρας ανάφερε ότι απ' ότι θυμάται είχε κληθεί μαζί με ένα συνάδελφο του να πιστοποιήσουν τις δυο μηχανές σε μια δίκη όπου αμφισβητήθηκαν οι εν λόγω πιστοποιήσεις. Μετά την δίκη εκείνη και την αμφισβήτηση των πιστοποιήσεων η Αστυνομία τους ζήτησε να επανεξετάσουν τα δεδομένα. Η πιστοποίηση γίνεται με βάση το πρότυπο της NHTSA (National Highway Traffic Safety Administration, Department of Transportation) των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, που είναι το πρότυπο κατασκευών που περιλαμβάνονται στον κατάλογο συμμορφούμενων συσκευών μέτρησης της αποδεικτικής αναπνοής στα αγγλικά «Conforming Products List of Evidential Breath Alcohol Measurement Devices». Μετά την επανεξέταση το πιστοποιητικό που είχε εκδοθεί στις 08/01/2007 ακυρώθηκε και εκδόθηκε από τον συνάδελφο του νέα πιστοποίηση την οποία υπογράφει ο ίδιος στις 10/5/2012 με αύξων αριθμό πιστοποίησης 24/99/Π/380 και αφορά την συσκευή με αύξων αριθμό 80-
- Ο ΜΥ1 επεξήγησε ότι η νέα πιστοποίηση αφορούσε το πρότυπο OIML - R126 το οποίο αναφέρεται σε αναλυτές αποδεικτικούς της αναπνοής και το οποίο πληρούσαν οι εν λόγω μηχανές. Η παλιά πιστοποίηση ακυρώθηκε και το 2012 πιστοποιήθηκε εκ νέου η μηχανή Intoxylizer 8000 με άλλο πρότυπο με σκοπό να αποκλεισθεί η εκ νέου αμφισβήτηση και επειδή η εν λόγω μηχανή πληρούσε και ο πρότυπο OIML. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού σε σχέση με την έκδοση νέων πιστοποιήσεων αναφορικά με τις 2 μηχανές ελέγχου της αλκοόλης ενόψει του ότι κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν ως παραδεκτό γεγονός ότι οι ίδιες μηχανές που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη μέρα του δυστυχήματος για έλεγχο αλκοόλης στον εναγόμενο 1 δεν ήταν πιστοποιημένες δεόντως και αργότερα πιστοποιήθηκαν εκ νέου με άλλο πρότυπο. Περαιτέρω με τα πιο πάνω ο ΜΥ1 στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 τον κατάλογο του Οργανισμού NHTSA που περιλαμβάνει τις εγκεκριμένες μηχανές ελέγχου αλκοόλης. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 ανάφερε ότι η αρμοδιότητα του τμήματος του είναι να πιστοποιεί κατά πόσο πληρούνται τα πρότυπα και δεν γνωρίζουν για τις μετρήσεις. Ερωτώμενος ο ΜΥ1 εάν οι εν λόγω μηχανές κατά την ημέρα που χρησιμοποιήθηκαν ήσαν παράνομες απάντησε ότι με αυτά που γνωρίζει και οι 2 μηχανές ήταν πιστοποιημένες από το τμήμα με βάση την ισχύουσα νομοθεσία. Ο ΜΥ1 άφησε στο Δικαστήριο μια εικόνα ενός προσώπου το οποίο ως μη έχων οιαδήποτε άμεση ή έμμεση σχέση με τα επίδικα γεγονότα κατέθεσε την θέση του όσο αφορά τις 2 μηχανές ελέγχου αλκοόλης που χρησιμοποιήθηκαν για τον έλεγχο στον εναγόμενο 1 με κάθε ειλικρίνεια και χωρίς πρόθεση να βοηθήσει είτε την μια είτε την άλλη πλευρά. Από την μαρτυρία του προκύπτει ότι οι 2 μηχανές που χρησιμοποιήθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο είχαν πιστοποίηση η οποία αργότερα ακυρώθηκε και εκδόθηκε άλλη πιστοποίηση και με άλλο νέο πρότυπο. Βεβαίως λαμβάνω υπόψη μου και το παραδεκτό γεγονός το οποίο κατέθεσαν αμφότεροι οι συνήγοροι και με βάση το οποίο αμφότερες οι μηχανές κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν δεόντως πιστοποιημένες κάτι που αργότερα έλαβε χώρα. Ο ΜΥ1 κατέθεσε με αμεσότητα και ευθύτητα τα όσα γνωρίζει σε σχέση με τις 2 αυτές μηχανές απαντώντας στις ερωτήσεις που του τέθηκαν χωρίς δεύτερες σκέψεις, Συνεπακόλουθα αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της ως αληθινή. Το πως βέβαια αυτή η μαρτυρία θα επηρεάσει τα επίδικα ζητήματα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει θα εξεταστεί κατωτέρω. Επόμενος μάρτυρας εκ μέρους της υπεράσπισης προσήλθε ο εναγόμενος 1 - Ανδρέας Τουμάζου, ΜΥ
- Αναφερόμενος στα επίδικα γεγονότα ο εναγόμενος 1 δεν μπόρεσε να πει κατά πόσο καταδικάστηκε η όχι για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια μέθης αυτό που θυμάται σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα είναι ότι προσήλθε στον χώρο του δυστυχήματος η αστυνομία, τον μετέφερε στον σταθμό, του έλαβαν κατάθεση και του είπαν ότι για να τον αφήσουν να φύγει πρέπει να πει και να παραδεχτεί ότι ήταν μεθυσμένος. Το αλκοτέστ στην αστυνομία έδειξε ένδειξη 54mg και ο ίδιος παραδέχτηκε ότι ήταν μεθυσμένος καθότι έπρεπε να πάει στο σπίτι του και δεν τον άφηναν. Του είπαν ότι έπρεπε να παραδεχτεί για να πάει στο σπίτι του. Ο μάρτυρας αναφέρει ότι δεν ήταν μεθυσμένος την επίδικη νύχτα και είχε αντίληψη του περιβάλλοντος του. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ2, εναγόμενος 1 αναγνώρισε τις υπογραφές του επί των Τεκμηρίων προς αναγνώριση Α1 και Α2 τα οποία κατατέθηκαν πλέον ως Τεκμήρια 15 και 16 αντίστοιχα. Ο μάρτυρας ανάφερε εκ νέου ότι παραδέχτηκε ότι οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος ενώ μετά την παραδοχή του τηλεφώνησε στην σύζυγο του να τον παραλάβει από τον σταθμό. Στο ερώτημα γιατί δεν πήρε το αυτοκίνητο του απάντησε «Γιατί ήταν κτυπημένο και νομίζω δεν με άφηναν να το πιάσω, κάτι έτσι». Το αυτοκίνητο του ότι μετέβηκε στον σταθμό δεν ήταν εκεί ενώ μετά αναφέρει ότι τους είπε ότι δεν ήταν μεθυσμένος. Στο ερώτημα εάν αφού τους είπε ότι δεν ήταν μεθυσμένος γιατί δεν τους έδωσαν το αυτοκίνητο του, απάντησε «Ναι, μου το έδωσαν». Στην υποβολή ότι όταν η αστυνομία έφθασε στον χώρο του δυστυχήματος το αυτοκίνητο του μύριζε αλκοόλ απάντησε «Δεν νομίζω», ανάφερε ότι δεν πίνει και ότι ο ίδιος ήταν μια χαρά, δεν ήταν κοκκινισμένος και ζαλισμένος. Στην επιστολή της ενάγουσας καθυστέρησε να απαντήσει καθότι δεν γνωρίζει τις διαδικασίες ενώ αναγνωρίζει ότι στο ασφαλιστήριο έγγραφο το όνομα του αναφέρεται ως εξουσιοδοτημένου οδηγού. Ο Εναγόμενος 1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο παρά τις κάποιες αντιφάσεις στις οποίες περιέπεσε, οι οποίες όμως δεν αφορούσαν τα ουσιώδη ζητήματα, ως εκ τούτου ως τέτοιες δεν δύναται να πλήξουν τη γενικότερη εικόνα που αυτός άφησε ως μάρτυρας. Με αναφορά στα επίδικα γεγονότα, η μαρτυρία του Εναγόμενου 1, από άποψη σειράς αυτών των γεγονότων, συνάδει με τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2., ήτοι ο χώρος του δυστυχήματος, η μεταφορά του στο σταθμό, αλλά και η τελική ένδειξη στον έλεγχο της αλκοόλης. Ο Εναγόμενος 1, ήταν σαφής και επανέλαβε επανειλημμένα παρά τις έντονες υποβολές για το αντίθετο, ότι δεν ήταν μεθυσμένος, δεν ήταν ζαλισμένος και δεν είχε τα χαρακτηριστικά στη συμπεριφορά που του απέδωσαν οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2.. Σημαντικό σημείο το οποίο θα πρέπει να αξιολογηθεί, είναι η παραδοχή που φέρεται ο ίδιος να προέβη στην αστυνομία το βράδυ του δυστυχήματος μετά από τη σύλληψη του. Με βάση το Τεκμήριο 15, ο Εναγόμενος 1 κατηγορήθηκε για οδήγηση χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα, όπως επίσης και για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, δηλαδή με τελικό έλεγχο 54 mg αντί 22 mg. Μία από τις εισηγήσεις του συνηγόρου της Ενάγουσας, είναι ότι η παραδοχή αυτή στην αστυνομία, συνιστά μαρτυρία η οποία ενισχύει την αξίωση της Ενάγουσας. Σημειώνω ότι, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο Εναγόμενος 1 δεν καταδικάστηκε για αδίκημα που σχετίζεται με αλκοόλ, ενώ ως αναφέρθηκε και φαίνεται και μέσα από τα δικόγραφα, η κατηγορία αυτή, αναστάληκε από το Γενικό Εισαγγελέα. Η παραδοχή αυτή του Εναγόμενου 1 προς την αστυνομία, στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης, που δεν αποτελεί την υπόθεση στα πλαίσια της οποίας λήφθηκε εκείνη η κατάθεση, θα πρέπει να τύχει αξιολόγησης εντός των πλαισίων της παρούσας υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη μου τη λοιπή δοθείσα μαρτυρία. Με βάση τη Νομολογία και παραπέμπω στην Πετράκης v. Αστυνομίας
(2003), 2 Α.Α.Δ. 455 και Κωνσταντινίδης v. Αστυνομίας
(1991), 2 Α.Α.Δ. 190, η αξιολόγηση κατάθεσης ή δήλωσης μάρτυρα ή κατηγορούμενου προς την αστυνομία, αποτελεί θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι, η πιο πάνω δήλωση περί παραδοχής, περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 15, η οποία αφορά την κατηγορία, που αποδόθηκε στον Εναγόμενο 1. Στο Τεκμήριο 16, ήτοι την κατάθεση του Εναγόμενου 1, ουδεμία αναφορά γίνεται για κατανάλωση οινοπνεύματος, πέραν της αναφοράς του Εναγόμενου για τη διενέργεια αλκοτέστ. Με βάση το σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, των Ηλιάδη και Σάντη, στο Κεφάλαιο 19, Εξέταση Μαρτύρων, σελίδα 689, στον υπότιτλο «Καταθέσεις ή Δηλώσεις Μάρτυρα/Κατηγορούμενου προς την Αστυνομία», αναφέρεται ότι «Το Δικαστήριο μπορεί να δώσει όπως αυτό θεωρεί ότι επιβάλλεται (και με τρόπο αιτιολογημένο πάντοτε), αλλιώτικη βαρύτητα, σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης ή δήλωσης, ή και μικρότερη σημασία ή ακόμη και να απορρίψει ένα ή περισσότερα μέρη αυτής.» Συνεπώς, προκύπτει ότι, η παραδοχή του Εναγόμενου 1, πρέπει να αξιολογηθεί υπό το φως των ανωτέρω αρχών και λαμβάνοντας υπόψη μου το λοιπό μέρος της ενώπιον μου προφορικής μαρτυρίας. Οι αναφορές του Εναγόμενου 1, στην όλη διαδικασία από το δυστύχημα μέχρι και τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης, δείχνουν ένα πρόσωπο, το οποίο συνεργάστηκε με τις αστυνομικές αρχές, συγκατατέθηκε και έδωσε δείγμα αναπνοής, έδωσε ανακριτική κατάθεση και όταν του επιτράπηκε, τηλεφώνησε στη σύζυγο του, η οποία τον παρέλαβε από τον αστυνομικό σταθμό. Η όλη συμπεριφορά του, δε συνάδει με τις θέσεις των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, οι οποίοι αναφέρθησαν σε αντιδραστική συμπεριφορά. Η όλη του μαρτυρία ενώπιον μου κινήθηκε σε ένα κλίμα ηρεμίας, χωρίς εξάρσεις και χωρίς υπερβολές. Ενώ θα ανέμενε κανείς από ένα μάρτυρα ο οποίος είναι και διάδικος, να απαντά και να θέτει με απόλυτο τρόπο τις θέσεις του, ο Εναγόμενος 1, απαντούσε με ηρεμία, χωρίς απόλυτες αναφορές και επιμένοντας όμως ταυτόχρονα ότι, δεν είχε τη συμπεριφορά που του αποδόθηκε, δεν ήταν μεθυσμένος και το όχημα του δε μύριζε αλκοόλ. Οι αναφορές του αυτές, συνάδουν και με τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, που έλαβαν χώρα. Υπενθυμίζω ότι, ο Εναγόμενος δεν αρνήθηκε να υποβληθεί σε αλκοτέστ, έδωσε ανακριτική κατάθεση, ενώ παραδέχθηκε και αργότερα ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου την κατηγορία της αμελής οδήγησης. Όσον αφορά τώρα την παραδοχή του. Αναφέρω εξ΄ αρχής ότι, δε δύναμαι να προσδώσω σε αυτή, τη βαρύτητα και τη σημασία που η πλευρά της Ενάγουσας εισηγήθηκε. Με βάση τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, το δυστύχημα έλαβε χώρα, περί τις 01:00 το πρωί. Ακολούθησαν η προκαταρκτική και η τελική εξέταση αλκοτέστ, ενώ η κατάθεση και κατηγορία, ολοκληρώθηκε στις 03:30 το πρωί. Η εκδοχή του Εναγόμενου, για την παραδοχή είναι ότι, βασιζόμενος στην ένδειξη της συσκευής αλκοτέστ ήτοι 54 mg, αλλά και αφού του αναφέρθηκε ότι για να μπορέσει να πάει σπίτι του θα πρέπει να παραδεχθεί, παρά το ότι δεν ήταν μεθυσμένος, παραδέχθηκε για να μπορέσει να φύγει. Σημειώνω ότι κατά το χρόνο εκείνο, ο Εναγόμενος δε γνώριζε και δε μπορούσε να γνωρίζει ότι οι συσκευές ελέγχου αλκοόλης, δεν ήτο, ως το παραδεκτό γεγονός κατατέθηκε, δεόντως πιστοποιημένες. Ο τρόπος με τον οποίο ο Εναγόμενος 1 έθεσε τη δική του εκδοχή, πείθει περί της ειλικρίνειας του και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτός. Ένα πρόσωπο το οποίο ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα στις 01:00 το πρωί, έλαβε μέρος στην εξέταση δίνοντας τη δική του εκδοχή, παρατηρώντας το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, μεταβαίνοντας ακολούθως στο σταθμό και δίνοντας κατάθεση, καταλήγει 2½ και πλέον ώρες μετά, να κατηγορείται για δύο αδικήματα, ένα εκ των οποίων αυτό της αμελούς οδήγησης, παραδέχεται ότι το διέπραξε, έχοντας ενώπιον μου την ένδειξη της συσκευής αλκοτέστ, μπορώ να αποδεκτώ ότι, προχώρησε στην παραδοχή, παρασυρόμενος από την ένδειξη και κουρασμένος από τη μακρά διαδικασία. Σημειώνω περαιτέρω ότι, η ίδια η κατηγορία που αφορά το αλκοόλ ως τέθηκε στο Τεκμήριο 16, είναι συγκεχυμένη. Συγκεκριμένα αναφέρει τα κάτωθι: «κατηγορείσαι ότι, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, οδηγούσες το ίδιο όχημα, υπό την επήρεια αλκοόλης, δηλαδή είχες κατά τον τελικό έλεγχο αλκοόλης, 54% mg αντί 22% mg». Η σύνταξη της κατηγορίας αυτής, περιλαμβάνει κατά τη δική μου εκτίμηση δύο διαφορετικά αδικήματα, βασιζόμενα σε δύο διαφορετικά νομοθετήματα. Το άρθρο 5 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Νόμος 174/86, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί ένα εντελώς διαφορετικό αδίκημα από το αδίκημα που δημιουργεί το άρθρο 9
(1)του Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε. Το άρθρο 5 του Νόμου 174/86, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί ή πειράται να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου έχων καταναλώσει τοσαύτην ποσότητα αλκοόλης υφ' οιανδήποτε μορφήν, ώστε η αναλογία αλκοόλης εις την εκπνοήν ή το αίμα αυτού να υπερβαίνη το καθορισθέν όριον, είναι ένοχος αδικήματος». Το άρθρο 9
(1)του Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Πας όστις, καθ' ον χρόνον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου ή άλλως πως είναι υπεύθυνος διά το τοιούτον όχημα εν όσω τούτο ευρίσκεται επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, τελεί υπό την επήρειαν οινοπνευματωδών ποτών, ναρκωτικών ή φαρμάκων κατά τρόπον ώστε, καθ' ον χρόνον οδηγεί η ικανότης αυτού προς ασφαλή οδήγησιν να είναι ηλαττωμένη, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το έν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας διακοσίας λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Το άρθρο 5 του Νόμου 174/86, ποινικοποιεί την οδήγηση οχήματος όταν ο οδηγός έχει καταναλώσει τέτοια ποσότητα αλκοόλ ώστε η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή το αίμα του να υπερβαίνει το υπό του Νόμου καθορισθέν όριο, ενώ το άρθρο 9
(1)του Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν. 86/1972, ποινικοποιεί την οδήγηση οχήματος στην περίπτωση που ο οδηγός τελεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος κατά τρόπο ώστε καθ' ον χρόνο οδηγεί η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση να είναι ελαττωμένη. Με βάση την κατηγορία ως αυτούσια την έχω ανωτέρω παραθέσει, δεν είναι ξεκάθαρο ποιο εκ των δύο ανωτέρω αδικημάτων περιλαμβάνει. Συνεπακόλουθα και λαμβάνοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας του Εναγομένου 1 και την εντύπωση που αυτός άφησε ενώπιον του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τη λοιπή δοθείσα μαρτυρία, καταλήγω ότι δύναμαι να αποδεκτώ και αποδέχομαι τη μαρτυρία του αυτού, ως ειλικρινής και αξιόπιστη. Όσον δε αφορά την παραδοχή του, για τους λόγους που έχω αναφέρει κρίνω ότι δε δύναμαι να προσδώσω σε αυτήν περισσότερη βαρύτητα πέραν από αυτήν της απλής δήλωσης που δόθηκε υπό τις συνθήκες που έχω περιγράψει και σε μία κατηγορία που δεν ήτο ξεκάθαρη. Ως τελευταίος μάρτυρας εκ μέρους της πλευράς της Υπεράσπισης, προσήλθε ο Χαράλαμπος Σκορδής, (ΜΥ3) που εργάζεται στο Πρωτοκολλητείο του Ε.Δ. Λεμεσού. Ο ΜΥ3 προσήλθε αναφορικά με τον φάκελο της αγωγής 4649/11 με Ενάγοντα τον εναγόμενο 1 και εναγόμενη της Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα. Πέραν της αναφοράς αυτής και ενόψει του ότι δεν επιτράπηκε η κατάθεση εγγράφων αποδεχόμενο το Δικαστήριο σχετικές ενστάσεις, ουδεμία άλλη ερώτηση τέθηκε στον μάρτυρα ενώ ο τελευταίος δεν υποβλήθηκε και σε αντεξέταση. Ενόψει της μαρτυρίας του ΜΥ3, που ουσιαστικά στερείται οιουδήποτε περιεχομένου, καμία σημασία δεν δύναται να έχει αυτή σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα ενώ παρέμεινε αποκομμένη και άσχετη με αυτά. Ενόψει τούτου δεν δύναμαι να προβώ και σε οιαδήποτε αξιολόγηση της. Με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν κείμενα με τις τελικές γραπτές τους εισηγήσεις, τις οποίας έχω μελετήσει και λάβει υπόψη δεόντως ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ σε αυτές, εκτός όπου κατωτέρω κριθεί απαραίτητο. Ευρήματα Με βάση την αποδεκτή ανωτέρω ως αναλύθηκε μαρτυρία, καταλήγω ότι τα πραγματικά και αληθή γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, έχουν ως ακολούθως. Η Ενάγουσα, ασφαλιστική εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη, σύνηψε μετά της Εναγομένης 2, ασφαλιστήριο έγγραφο με αριθμό MP501-003052, αναφορικά με την ασφάλιση του οχήματος με αριθμό εγγραφής KLU
- Ο Εναγόμενος 1, περιλαμβάνεται στο εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ως εξουσιοδοτημένος οδηγός. Την 14/11/08, ο Εναγόμενος 1, οδηγώντας το πιο πάνω όχημα, στη Λεμεσό ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα και συγκρούστηκε με μοτοποδήλατα. Από την πιο πάνω σύγκρουση, υπέστησαν σωματικές και άλλες βλάβες εμπλεκόμενοι οδηγοί, τους οποίους η Ενάγουσα ως ενδιαφερόμενος ασφαλιστής και δυνάμει της συμφωνίας μεταξύ Υπουργείου Συγκοινωνιών και MIF ημερομηνίας 22/4/99, είχε υποχρέωση να αποζημιώσει, πράγμα που έπραξε καταβάλλοντας σε αυτούς μέσω του δικηγόρου τους, ποσό ύψους €77.575=. Η Ενάγουσα υπό την ιδιότητα της αυτή, απέστειλε στους Εναγόμενους 1 και 2, στις 15/12/09 συστημένη επιστολή, με την οποία επικαλείτο τις γενικές εξαιρέσεις της σύμβασης και συγκεκριμένα την οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνευματοδών ποτών. Στις 14/1/10, απέστειλε εκ νέου επιστολή στους Εναγομένους 1 και 2, με την οποία τους ενημέρωνε ότι, κατέληξε σε προκαταρκτικό εξώδικο συμβιβασμό, των απαιτήσεων τριών προσώπων, για σωματικές βλάβες και ζημιές σε δύο μοτοποδήλατα και τους καλούσε όπως εντός 15 ημερών, υποβάλουν εάν υφίστατο τη διαφωνία τους, σε αντίθετη περίπτωση η σιωπή τους θα γινόταν αντιληπτή ως αποδοχή. Περαιτέρω, τους ενημέρωσαν ότι σε περίπτωση καταβολής του πιο πάνω ποσού, θα ακολουθούσε λήψη δικαστικών μέτρων για ανάκτηση του από τους ίδιους. Η επιστολή αυτή αποστάληκε συστημένη στις 18/1/
- Στις 9/2/10, εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2, στάληκε επιστολή με την οποία αναφέρετο ότι οι Εναγόμενοι δεν αποδέχονται την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης αλλά ούτε και την ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα. Κατά το χρόνο του δυστυχήματος, ο Εναγόμενος 1 υποβλήθηκε σε προκαταρκτικό και τελικό έλεγχο αλκοόλης, με ενδείξεις 57 mg και 54 mg αντίστοιχα, συνελήφθη για το αδίκημα αυτό, έδωσε ανακριτική κατάθεση και αφέθηκε ελεύθερος. Οι ίδιες μηχανές που χρησιμοποιήθηκαν κατά την ημέρα του επίδικου δυστυχήματος για έλεγχο της αλκοόλης στον Εναγόμενο 1, δεν ήταν πιστοποιημένες δεόντως και αργότερα πιστοποιήθηκαν εκ νέου με άλλο πρότυπο. O Εναγόμενος 1 δεν καταδικάστηκε για αδίκημα σχετιζόμενο με οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης. Νομική Πτυχή και εφαρμογή της Η απαίτηση της Ενάγουσας, ως προκύπτει από τα δικόγραφα της, βασίζεται σε παράβαση της ασφαλιστικής σύμβασης και συγκεκριμένα, στις γενικές εξαιρέσεις αυτής, που σύμφωνα με την ίδια περιλαμβάνουν όρους που εξαιρούν την υποχρέωση της να καλύψει τον ασφαλισμένο και τον εξουσιοδοτημένο οδηγό. Οι ασφαλιστικές συμβάσεις, παρουσιάζουν ιδιομορφίες και φαίνεται μέσα από τη Νομολογία, ότι γι΄ αυτό το λόγο έχουν αναπτυχθεί οι αρχές, οι οποίες αποκλίνουν από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, έχουμε να εξετάσουμε τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι νόμιμα, δύνατο να αρνηθεί να καταβάλει αποζημιώσεις ή ότι, επειδή δυνάμει της αναφερόμενης συμφωνίας μεταξύ Υπουργείου και MIF, υποχρεώθηκε να καταβάλει αυτές δύναται να τις αξιώσει, από τον ασφαλισμένο και τον εξουσιοδοτημένο οδηγό. Δεν έχει ενώπιον μου αμφισβητηθεί, ότι το Τεκμήριο 7, ως έχει κατατεθεί, αποτελεί το ασφαλιστήριο έγγραφο που ίσχυε μεταξύ των διαδίκων. Εκείνο που αμφισβητήθηκε, είναι η ερμηνεία του συγκεκριμένου όρου των γενικών εξαιρέσεων αλλά και κατά πόσο ο όρος αυτός πληρείται με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Με βάση τις γενικές εξαιρέσεις, σελίδα 8 του μέρους 1 του ασφαλιστηρίου, η εταιρεία, δεν θα έχει ευθύνη: «
- Να παρέχει κάλυψη (to indemnify) (α) Στον οδηγό, αν αυτός βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνευματοδών ποτών ή φαρμάκων ή ναρκωτικών. (β) Στον ασφαλισμένο, αν αυτός γνώριζε ότι ο οδηγός βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνευματοδών ποτών ή φαρμάκων ή ναρκωτικών. και ο οδηγός αυτός καταδικάστηκε από Ποινικό Δικαστήριο, ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αυτή ή υπήρχε επαρκής μαρτυρία βάση της οποίας θα μπορούσε να καταδικαστεί.» Οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο όπου απαντάται κρινόμενη υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη συμφωνία στο σύνολο της (βλ. Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240). Το κριτήριο της ερμηνείας είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. Πολύφημος Hotels Ltd και Γεώργιος Ν. Μουτση
(2000)1 ΑΑΔ
- Ο πιο πάνω όρος, κρίνω ότι δε δύναται να έχει οιανδήποτε άλλη ερμηνεία, πέραν από αυτής που φαίνεται από το ίδιο το κείμενο του, το οποίο καταλήγω ότι είναι ξεκάθαρο και προφανές. Η δυνατότητα και το δικαίωμα στην Ενάγουσα ως ασφαλιστική εταιρεία, να αρνηθεί νόμιμα να παρέχει κάλυψη γεννάται κατά πρώτο λόγο με την καταδίκη από Ποινικό Δικαστήριο για οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνευματοδών ποτών. Κατά δεύτερο λόγο, το ίδιο δικαίωμα υπάρχει, στην περίπτωση που υπάρχει επαρκής μαρτυρία, βάση της οποίας να μπορούσε πρόσωπο να καταδικαστεί. Στην προκειμένη περίπτωση και με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση της υπεράσπισης, ότι η σχετική με το αλκοόλ κατηγορία αναστάληκε. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, καμία μαρτυρία δεν έχει τεθεί από την Ενάγουσα περί του αντιθέτου, ήτοι περί της ύπαρξης καταδίκης. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος για εξαίρεση από την υποχρέωση κάλυψης, δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Κατά δεύτερο λόγο, αυτό που απομένει να εξεταστεί, είναι κατά πόσο με την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, ο Εναγόμενος 1, θα μπορούσε να καταδικαστεί. Προτού προχωρήσω και εξετάσω το πιο πάνω κατά την κατάληξη μου μοναδικό επίδικο ζήτημα, θα πρέπει να εξετάσω την τύχη της αγωγής σε σχέση με την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 2, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας αλλά και τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, ήτο ιδιοκτήτρια του οχήματος αλλά και το ασφαλισμένο πρόσωπο. Με βάση τον όρο 9 που ανωτέρω παράθεσα αυτούσιο, δικαίωμα μη παροχής κάλυψης, άρα συνεπακόλουθα δικαίωμα ανάκτησης, παρέχεται στην ασφαλιστική έναντι του ασφαλισμένου, αν αυτός γνώριζε ότι ο οδηγός βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνευματοδών ποτών. Ενώπιον μου ουδεμία μαρτυρία τέθηκε που να άπτεται έστω και έμμεσα ενδεχόμενης γνώσης της Εναγομένης 2, για την κατάσταση εις την οποία ενδεχομένως βρισκόταν ο εξουσιοδοτημένος οδηγός τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος. Σημειώνω περαιτέρω ότι, ταυτόχρονα με την παντελή έλλειψη τέτοιας μαρτυρίας, ουδέν τέτοιος δικογραφημένος ισχυρισμός υπάρχει περί γνώσης της Εναγομένης
- Συνεπακόλουθα, θεωρώ ότι χωρίς να χρήζει περαιτέρω επεξήγησης και αιτιολογίας και λαμβάνοντας υπόψη μου την έλλειψη δικογράφησης αλλά και μαρτυρίας, η αγωγή σε σχέση με την Εναγόμενη 2, δε δύναται να έχει επιτυχία. Επανερχόμενη τώρα στην αξίωση σε σχέση με τον Εναγόμενο 1, αναφέρω εξ΄ αρχής ότι, η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την κατάθεση της, παρουσιάζοντας αποδεκτή και ικανή μαρτυρία την αξίωση της. Για την πιο πάνω κατάληξη μου, έχω λάβει υπόψη μου το κάτωθι σκεπτικό: Καλούμενο το Δικαστήριο να εξετάσει, κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, είναι ικανή να οδηγήσει σε καταδίκη, προκύπτει ότι θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός των δύο αδικημάτων που σχετίζονται με την αλκοόλη και για τα οποία θα μπορούσε να κατηγορηθεί ο Εναγόμενος
- Με βάση το άρθρο 5 του Νόμο 174/86, συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αποτελεί η υπέρβαση της αναλογίας αλκοόλης στην αναπνοή ή το αίμα, του καθορισθέντος ορίου. Μία τέτοια υπέρβαση, δύναται να προκύψει και να αποδειχθεί μέσα από επιστημονική μαρτυρία, από την οποία να φαίνεται ότι, η αναλογία αλκοόλης με μαθηματική ακρίβεια, είναι πέραν της εκάστοτε καθορισμένης από το Νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, τέθηκε ενώπιον μου ως παραδεκτό γεγονός, ότι οι συσκευές αλκοτέστ που χρησιμοποιήθηκαν, δεν ήτο δεόντως πιστοποιημένες. Παρά την αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, ότι, η μη πιστοποίηση δεν οδηγεί αυτόματα σε εύρημα λανθασμένης ένδειξης, δε μπορώ να παραβλέψω το βαθμό απόδειξης σε μία ποινική διαδικασία, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του σχετικού νόμου, στο άρθρο 5(α), με το οποίο καθορίζεται η αναγκαιότητα προτύπων, τα οποία αυτές οι μηχανές θα πρέπει να πληρούν. Συνεπώς, καταλήγω ότι, με το παραδεκτό γεγονός ως έχει τεθεί και τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, οι ενδείξεις του ελέγχου αλκοόλης στον Εναγόμενο 1, δεν κρίνονται ως επαρκή μαρτυρία, βάση της οποίας Ποινικό Δικαστήριο να μπορούσε να τον καταδικάσει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σημειώνω περαιτέρω κα παραπέμπω στο άρθρο 10 παράγραφος 3(α), του ιδίου Νόμου 174/86, σύμφωνα με το οποίο αποδεικτικό της ποσότητας της αλκοόλης, είναι το έντυπο αποτέλεσμα που παράγεται αυτόματα από τη συσκευή, συνοδευόμενο υπό πιστοποιήσεως. Ουδεμία τέτοια μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου. Συνεχίζοντας και εξετάζοντας το έτερο αδίκημα του άρθρου 9
(1), του Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν.86/1972, προκύπτει ότι, πρόσωπο δύναται να καταδικαστεί για αδίκημα, αν αποδειχθεί ότι τελεί υπό την επήρεια οινοπνευματοδών ποτών κατά τρόπο ώστε, κατά το χρόνο οδήγησης, η ικανότητα αυτού προς ασφαλή οδήγηση να είναι ελαττωμένη. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού, περιλαμβάνουν την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης και προς απόδειξη των με βάση και τη σχετική Νομολογία (Βλ. Βίκτωρας Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 671 και Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115), δε χρειάζεται επιστημονική μαρτυρία, αλλά αρκεί περιστατική μαρτυρία που αφορά τη συμπεριφορά του οδηγού. Μέσα από την αξιολόγηση προκύπτει ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, σε ότι αφορά τη συμπεριφορά του Εναγόμενου 1, δεν έχει γίνει αποδεκτή. Συνεπώς, ελλείπει το υπόβαθρο πραγματικών γεγονότων, από αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία, επί της οποίας να μπορούσα να βασίσω εύρημα για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, το οποίο μάλιστα εύρημα να μπορούσε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ενώπιον Ποινικού Δικαστηρίου, την ποινική ευθύνη του Εναγόμενου 1. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, θα πρέπει να αναφερθεί ότι, ακόμα και στην περίπτωση που αποδεχόμουν τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, αυτή δεν θα ήταν ικανή από μόνη της να πληρώσει τις προϋποθέσεις που η Νομολογία έθεσε, για την απόδειξη οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στην υπόθεση R. v. Davies
(1962), 1 W.L.R.
- Επεξηγώντας το πιο πάνω, αναφέρω ότι, η μαρτυρία που δύναται να γίνει αποδεκτή, θα πρέπει να περιλαμβάνει πέραν από την αναφορά στην εξωτερική εμφάνιση του προσώπου και στο πως αυτή επηρέασε την ικανότητα του να οδηγεί για να αποδείξει το απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήτοι της ελαττωμένης ικανότητας για οδήγηση. Στην προκειμένη περίπτωση ουδεμία μαρτυρία τέθηκε που να συνδέει την πιο πάνω συμπεριφορά που περιέγραψαν οι μάρτυρες με την οδηγητική συμπεριφορά του Εναγόμενου
- Προτού καταλήξω, κρίνω ότι είναι απαραίτητο να σχολιάσω και την εισήγηση του συνηγόρου των Εναγομένων, περί έλλειψης στη δικογράφηση της «μέθης» του Εναγόμενου
- Στην παράγραφο 4 της έκθεσης υπεράσπισης, αναφέρεται ο σχετικός όρος των γενικών εξαιρέσεων, ενώ στην παράγραφο 5, αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος 1, οδηγούσε το όχημα υπό την επήρεια αλκοόλης, δηλαδή 54mg αντί 22mg, και κατηγορήθηκε στο Δικαστήριο και/ή ευρέθη ένοχος για την ανωτέρω κατηγορία. Κατ΄ αρχή σημειώνω ότι, η αναφορά στη φράση «και/ή» γίνεται με το «και» να είναι δακτυλογραφημένο και το «/ή» χειρόγραφα. Δεν υπάρχει μονογραφή αλλά ούτε και ημερομηνία στην προσθήκη αυτή αν είναι προσθήκη. Συνεπακόλουθα δε δύναμαι να γνωρίζω πότε και πως προστέθη η διάζευξη αυτή. Σε κάθε περίπτωση όμως, κρίνω ότι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ως τέθηκε με την έκθεση απαίτησης ακόμα και με τη διάζευξη, βασίζεται στο αποτέλεσμα των αλκοτέστ και όχι στη γενικότερη συμπεριφορά του Εναγόμενου 1, συνεπακόλουθα και από αυτή τη σκοπιά της μη δικογράφησης, η αγωγή θα ήτο καταδικασμένη σε απόρριψη. Συνεπακόλουθα καταλήγω ότι, η ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, δεν αποδεικνύει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την απαίτηση της Ενάγουσας. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο