ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής:1622/2010, 9/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A274 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1622/2010 Μεταξύ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ Ενάγοντα και
- ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ
- ΠΕΡΣΕΑΣ Χ. ΛΕΟΝΤΗ Εναγόμενων Ημερομηνία: 9.8.2017 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα : κ. Χ. Αδάμου Για τον εναγόμενους 1 και 2: κα. Μ. Αναστασίου ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 19.5.2009 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εγκρίνοντας σχετικό αίτημα της αστυνομίας, εξέδωσε ένταλμα έρευνας στη κατοικία και στο τόπο της εργασίας του ενάγοντα για τον εντοπισμό αρχείων παιδικής πορνογραφίας σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή. Για την υποστήριξη του αιτήματος για την έκδοση του εντάλματος έρευνας (στο εξής το ένταλμα) έδωσε γραπτή ένορκη κατάθεση ο εναγόμενος 2, αστυφύλακας στο Γραφείο Ηλεκτρονικού Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας. Ο εναγόμενος 2 μαζί με ακόμα δύο αστυνομικούς εκτέλεσαν το ένταλμα στις 24.6.
- Κατά τη διεξαγωγή της έρευνας τόσο στη κατοικία όσο και στο τόπο εργασίας του ενάγοντα δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε επιλήψιμο εναντίον του. Ο ενάγοντας σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 44 χρονών, υπάλληλος της ΑΤΗΚ και εργαζόταν στα κεντρικά γραφεία στην οδό Αθηνών στη Λεμεσό. Με την αγωγή του αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στην κατοικία και στο χώρο της εργασίας του. Αξιώνει περαιτέρω αποζημιώσεις για δυσφορία, δυσφήμηση, στενοχώρια, ανησυχία και προσβολή της προσωπικότητας του που προκλήθηκε από τους εναγόμενους κατά την εκτέλεση του εντάλματος καθώς και τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, ο ενάγοντας παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες ισχυρίζεται ότι η γραπτή ένορκη μαρτυρία του εναγόμενου 2 βάσει της οποίας εκδόθηκε το ένταλμα ήταν αναληθής και παραπλανητική. Στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι ανεξάρτητα τούτου ο εναγόμενος 2 και/ή οι αρμόδιοι αστυνομικοί δεν ερεύνησαν καθόλου και ή δεόντως την αλήθεια και ή το αξιόπιστο των πληροφοριών τους. Το ένταλμα και ή η διεκπεραίωση της έρευνας έγινε παράτυπα και ή παράνομα και μεταξύ άλλων οι εναγόμενοι δεν ενήργησαν με επιμέλεια και επαγγελματισμό, αλλά έδρασαν με επιπολαιότητα, ανευθυνότητα και έλλειψη σεβασμού προς τον ενάγοντα. Ως αποτέλεσμα του τρόπου που ενήργησαν οι αστυνομικοί ο ενάγοντας υπέστη σοκ και τραυματίσθηκε ψυχολογικά αφού το γεγονός της διεξαγωγής της έρευνας πήρε τεράστιες διαστάσεις και απετέλεσε θέμα σχολιασμού και κουτσομπολιού στο κοινωνικό και εργασιακό του κύκλο. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης είναι περαιτέρω η θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι παράβηκαν το καθήκον τους να εκτελέσουν το ένταλμα με επιμέλεια, διακριτικότητα και σεβασμό προς τα ανθρώπινα δικαιώματα του αλλά ενήργησαν με αμέλεια και αλόγιστο τρόπο. Προβάλλεται επίσης ότι το αποτέλεσμα της έρευνας ήταν αρνητικό ως προς οτιδήποτε επιλήψιμο εναντίον του και ως εκ τούτου ο Αρχηγός της Αστυνομίας μετά από τη διεξαγωγή σχετικής διοικητικής έρευνας για το ζήτημα απολογήθηκε προς τον ενάγοντα. Οι εναγόμενοι με την έκθεση υπεράσπισης τους αρνούνται τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης και τις αιτούμενες θεραπείες. Παραθέτουν σειρά γεγονότων που προηγήθηκαν της έκδοσης του εντάλματος αλλά και γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση του εντάλματος. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η πραγματοποιθείσα έρευνα ήταν νόμιμη καθώς το ένταλμα εκδόθηκε νόμιμα και δεν έχει αμφισβητηθεί ή ακυρωθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Αρνούνται ότι σε οποιοδήποτε στάδιο της έρευνας δεν έλαβαν τα απαιτούμενα μέτρα για την προστασία του ενάγοντα και ή ότι ενήργησαν με αμέλεια και ή αλόγιστο τρόπο. Είναι η θέση τους ότι η αστυνομία ενήργησε σε όλους τους ουσιώδεις χρόνους μέσα στα πλαίσια των νόμιμων εξουσιών και καθηκόντων της. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης ,η διοικητική έρευνα που διεξήχθη δεν κατέληξε σε εύρημα για την διάπραξη αδικήματος εκ μέρους οποιουδήποτε αστυνομικού. Παρόλα αυτά, με βάση το γεγονός ότι κατά την έρευνα δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο εναντίον του ενάγοντα, του απεστάλη εκ μέρους του Αρχηγού της Αστυνομίας σχετική επιστολή. Ο ενάγοντας με την απάντηση του στην υπεράσπιση αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόμενων και επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης του προσθέτει ότι διατάχθηκε και βρίσκεται σε εξέλιξη πειθαρχική έρευνα εναντίον του εναγόμενου
- Προς υποστήριξη της υπόθεσης του ενάγοντα έδωσε μαρτυρία ο ίδιος και κάλεσε ακόμα επτά μάρτυρες, ενώ, εκ μέρους των εναγόμενων κατέθεσε στο Δικαστήριο μόνο ο εναγόμενος
- Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκε επίσης αριθμός τεκμηρίων αναφορά στα οποία θα γίνει στη συνέχεια εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Τα όσα οι μάρτυρες των δύο πλευρών έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν στο σύνολο τους αλλά συνοπτική αναφορά γίνεται στη συνέχεια εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο για την επίλυση των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι συνήγοροι των διαδίκων με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους και κάλεσαν το δικαστήριο να αποδεχθεί την εκδοχή της πλευράς που ο καθένας εκπροσωπεί. Σημειώνεται πως στο στάδιο των αγορεύσεων, εγκαταλείφθηκε από τον ενάγοντα η αξίωση για παράνομη επέμβαση στην κατοικία και στο χώρο της εργασίας του. Ο συνήγορος του περιορίσθηκε να εισηγηθεί ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί το αστικό αδίκημα της προφορικής δυσφήμησης με βάση το Άρθρο 17
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και κάλεσε το Δικαστήριο να επιδικάσει αποζημιώσεις προς όφελος του ενάγοντα υποστηρίζοντας ότι η περίπτωση εμπίπτει στις εξαιρέσεις που καθορίζει το άρθρο 17.3 που δεν απαιτείται η απόδειξη ειδικής ζημιάς. Η συνήγορος των εναγόμενων με τη δική της αγόρευση υποστήριξε ότι το αναφερόμενο ένταλμα έρευνας εξεδόθη νόμιμα και σε όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήταν και παραμένει έγκυρο, αφού, ουδέποτε προσβλήθηκε η αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα του, ζήτημα που το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει. Περαιτέρω εισηγήθηκε αφενός ότι η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει το αγώγιμο δικαίωμα της δυσφήμησης και αφετέρου με αναφορά στην προσκομισθείσα μαρτυρία υποστήριξε πως δεν έχει αποδειχθεί ότι οι εναγόμενοι κατά την εκτέλεση του εντάλματος επέδειξαν αμέλεια και ή παράβηκαν τα νόμιμα καθήκοντα τους τονίζοντας παράλληλα, ότι, πρόκειται για θέση που δεν δικογραφείται ορθά στην έκθεση απαίτησης. Το δικαστήριο έχει μελετήσει τη μαρτυρία, τις αγορεύσεις των δικηγόρων και τα δικόγραφα, τα οποία προσδιορίζουν τα επίδικα θέματα με τα οποία η μαρτυρία οφείλει να συμπλέει (βλ. Παπαγεωργίου v. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ 24 και Νεάρχου v.Σάββα Στεφανίδη κ.α
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ 351) Κατά την ακροαματική διαδικασία το δικαστήριο είχε επίσης την ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεταν ενώπιον του. Με γνώμονα την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους το δικαστήριο θα προχωρήσει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, παραθέτοντας συνοπτικά το περιεχόμενο της με αναφορά κυρίως στα σημεία που άπτονται των επίδικων θεμάτων. Κατ΄ αρχήν διαπιστώνεται ότι το μεγαλύτερο μέρος των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης αλλά και μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας άπτονται της νομιμότητας του εντάλματος. Το παρόν Δικαστήριο ως πρωτόδικο δεν έχει δικαιοδοσία να ελέγξει και κατά συνέπεια να αποφασίσει περί της μη εγκυρότητας του εντάλματος το οποίο εξέδωσε ισόβαθμο Δικαστήριο (βλέπε υπόθεση Saleh Ali Al-Hamad and another v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117. Σύμφωνα με τη νομολογία η νομιμότητα εντάλματος έρευνας ελέγχεται με αίτηση για έκδοση εντάλματος certiorari και δεν μπορεί να ελεγχθεί με άλλο τρόπο. (βλ. Σιακαλλή (Αρ.1)
(2001)v. Δημοκρατίας Α.Α.Δ. 282, Πολυκάρπου
(1991)1 Α.Α.Δ 207, Βικτώρια Χρυσάνθου κ.α.
(2008)1Β Α.Α.Δ 1175 ). Βάσει συνεπώς της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα σε σχέση με τη νομιμότητα του εντάλματος, η εγκυρότητα του οποίου δεν έχει αμφισβητηθεί στα πλαίσια αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari. Συνακόλουθα η έκδοση και η εκτέλεση του εντάλματος ήταν εκ μέρους της Αστυνομίας καθ΄ όλα νόμιμη και δεν μπορεί να ελεγχθεί πλέον από το παρόν Δικαστήριο. Όφειλε δε ο ενάγοντας να αποταθεί με την ορθή διαδικασία προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα του ή να τερματίσει την ισχύ του αν αυτό ήταν λανθασμένο κάτι που ο ίδιος κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του αποδέχθηκε ότι ουδέποτε έπραξε. Συνακόλουθα των πιο πάνω παραμένει να εξεταστούν οι υπόλοιπες θέσεις του ενάγοντα στην έκταση που αυτές δεν άπτονται της νομιμότητας του εντάλματος έρευνας. Θα πρέπει βέβαια να υπογραμμισθεί ότι η φύση και η ουσία των ισχυρισμών του ενάγοντα δεν διαγράφονται με ακρίβεια και καθαρότητα, όπως υπαγορεύουν οι σχετικοί δικονομικοί κανόνες. Όπως αναφέρεται πιο πάνω στο στάδιο των αγορεύσεων ο συνήγορος του ενάγοντα περιορίσθηκε να υποστηρίξει ότι αποδείχθηκε το αδίκημα της προφορικής δυσφήμησης. Το τι συνιστά δυσφήμιση καθορίζεται στο άρθρο 17
(1)του Κεφ. 148, το οποίο παρατίθεται στη συνέχεια αυτούσιο: «17.
(1)Η δυσφήμιση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή και άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο - (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα· ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση· ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση ή τη θέση του· ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη· ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους. Για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού «έγκλημα» σημαίνει ποινικό αδίκημα ή άλλη αξιόποινη πράξη βάσει οποιουδήποτε νομοθετήματος που ισχύει στη Δημοκρατία, καθώς και πράξη που τελέστηκε οπουδήποτε η οποία, αν ετελείτο στη Δημοκρατία, θα ήταν αξιόποινη σε αυτή». Για να επιτύχει ο ενάγων σε αγωγή για δυσφήμιση πρέπει να αποδείξει τα πιο κάτω στοιχεία: (α) ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό (β) ότι τούτο αναφερόταν σε αυτόν (γ) ότι τούτο δημοσιεύτηκε. Στις περιπτώσεις προφορικής δυσφήμισης, για να επιτύχει ο ενάγων πρέπει να αποδείξει επιπρόσθετα ότι έχει υποστεί ειδική ζημιά, εκτός όπου το δημοσίευμα: (i) αποδίδει σ' αυτόν έγκλημα που μπορεί να επισύρει ποινή φυλάκισης (ii) σκοπεύει να βλάψει ή να επηρεάσει δυσμενώς την υπόληψη του ενάγοντα στο επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση του (iii) αποδίδει σ' αυτόν μεταδοτική ή μολυσματική ασθένεια (iv) αποδίδει σε γυναίκα μοιχεία ή ασέλγεια. Από τον ορισμό της δυσφήμισης στο εδάφιο
(1)συνάγεται πως ένα δημοσίευμα μπορεί να είναι δυσφημιστικό ποικιλοτρόπως. Το κατά πόσο όμως ένα δημοσίευμα θα κριθεί δυσφημιστικό είναι θέμα πραγματικό και το κριτήριο είναι η έννοια που θα αποδιδόταν σε αυτό από λογικώς σκεπτόμενα άτομα τα οποία θα λάμβαναν γνώση αυτού, δεν ενδιαφέρει η φύση της πρόθεσης του εναγόμενου. (βλ. Ρένος Σταυράκης v. Κίκη Κοντεάκη και Κίκη Κοντεάκη v.Ρένου Σταυράκη
(2004)1 ΑΑΔ 1959) Στην υπό εξέταση περίπτωση η έκθεση απαίτησης του ενάγοντα δεν αποκαλύπτει ως αιτία αγωγής τη δυσφήμηση αφού δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε γεγονότα που να καταδεικνύουν ότι οι εναγόμενοι ψευδώς είπαν και δημοσίευσαν δυσφημιστικά λόγια εναντίον του. Ούτε καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης ως απαιτούν οι δικονομικοί κανόνες, τα ακριβή λόγια, λέξεις ή φράσεις που ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι συνιστούν δυσφήμηση. Η αξίωση του ενάγοντα συνεπώς ως έχει δικογραφηθεί δεν μπορεί να εξεταστεί στη βάση του αστικού αδικήματος της δυσφήμησης. Στην υπόθεση ΠΑΝΙΚΟΣ Α. ΛΕΩΝΙΔΟΥ κ.α v. ΔΡ. ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΣΠΥΡΙΔΑΚΗ
(2012)1Β Α.Α.Δ 1694 λέχθηκε ότι χρειάζεται σαφής προσδιορισμός στη δικογραφία των εκατέρωθεν προβαλλόμενων ισχυρισμών, με αποτέλεσμα να είναι ανεπίτρεπτη η επίλυση ζητημάτων που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας. Η αναγκαιότητα να παραμένει η δίκη μέσα στην πορεία που προδιαγράφουν τα δικόγραφα τονίσθηκε και στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΛΑΧΩΡΗ V. ΑΡΓΥΡΟΥΛΛΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΟΥ Πολιτική Έφεση Αρ. 257/2010 ημερ. 1.3.16. Η έκθεση απαίτησης επιπρόσθετα περιλαμβάνει ισχυρισμούς σύμφωνα με τους οποίους οι αστυνομικοί με τη συμπεριφορά τους κατά την εκτέλεση του εντάλματος παράβηκαν τα καθήκοντα τους και συγκεκριμένα παρέλειψαν να εκτελέσουν το ένταλμα με επιμέλεια και σεβασμό προς τα ανθρώπινα δικαιώματα του ενάγοντα καθώς και να μεριμνήσουν ώστε να μην προκληθεί σε αυτόν ζημιά. Ειδικότερα ο ενάγοντας ισχυρίζεται με το δικόγραφο του ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν με αμελή και ή αλόγιστο τρόπο και ή κατά παράβαση των καθηκόντων τους με αποτέλεσμα να προκαλέσουν ζημιά στη φήμη και την υπόληψη του αφού το γεγονός της έρευνας αποτέλεσε θέμα σχολιασμού στον κοινωνικό και εργασιακό του κύκλο. Παρόλο που το παρακλητικό της αγωγής δεν περιλαμβάνει θεραπεία στη βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας, εντούτοις, βάσει των πιο πάνω προκύπτει ο ενάγοντας να επικαλείται την έλλειψη επιμέλειας εκ μέρους των εναγόμενων κατά την εκτέλεση του εντάλματος. Όπως υποδεικνύεται στην Kennedy Hotels Ltd. v. Indjirdjia
(1992)1 Α.Α.Δ. 400: «Στη Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R 542 κρίθηκε ότι οι κυπριακοί δικονομικοί θεσμοί προσαρμοσμένοι στους παλιούς δικονομικούς θεσμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας δεν καθιστούν απαραίτητο, επιθυμητό όσο και αν είναι, τον επακριβή προσδιορισμό της θεραπείας η οποία επιδιώκεται, ούτε αποκλείουν την παροχή θεραπείας άλλης από εκείνη η οποία επιζητείται. Εφόσον στοιχειοθετούνται τα γεγονότα στο σώμα της έκθεσης απαιτήσεως για την παροχή θεραπείας, αυτή μπορεί ν' αποδοθεί χωρίς να έχει επιζητηθεί (βλ. επίσης Re Vandervell's Trusts (No. 2) [1974] 3 All E.R. 205 και Drane v. Evangelou [1978] 2 All E.R. 437). Η θέση αυτή επαναβεβαιώθηκε από το Εφετείο στην Αριστοδήμου v. Χαραλάμπους
(1990)1 A.A.Δ 319.» Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί της έκθεσης απαίτησης δεν προσδιορίζουν ικανοποιητικά τη φύση των πράξεων και/ή παραλείψεων των εναγόμενων στη βάση των οποίων στοιχειοθετείτε η ισχυριζόμενη αμέλεια και η παράβαση των καθηκόντων τους. Είναι νομολογημένο ότι αξιώσεις που βασίζονται πάνω σε αμέλεια πρέπει να περιέχουν πλήρεις λεπτομέρειες (Koulias v. Polydorides and others
(1969)1 C.L.R. 616.) Στην προκειμένη περίπτωση παρόλο που το δικόγραφο του ενάγοντα δεν εξειδικεύει με την απαραίτητη λεπτομέρεια και πληρότητα την αμέλεια που αποδίδεται στους εναγόμενους εντούτοις εξεταζόμενο στο σύνολο του αποκαλύπτει το αγώγιμο δικαίωμα της αμέλειας. Άλλωστε η πλευρά των εναγόμενων είχε τη δικονομική ευχέρεια να ζητήσει λεπτομέρειες αλλά δεν το έπραξε. Στην Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973 έχει αποφασιστεί ότι αν δεν ζητηθούν λεπτομέρειες είναι δυνατό να προσαχθεί μαρτυρία για απόδειξη ενός γενικού ισχυρισμού και όπου ο διάδικος παραλείπει να υποβάλει αίτηση για λεπτομέρειες θεωρείται ότι παραιτείται του δικαιώματος του ( Βλ. επίσης Παναγή κ.ά. ν. Κακόψιτου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 839). Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Κουρσουμά (πιο πάνω) οι εναγόμενοι κάθε άλλο παρά αισθάνθηκαν πως χρειάζονταν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Καταχώρισαν την υπεράσπιση τους ειδικά αρνούμενοι ότι υπήρξαν αμελείς και έδωσαν την εκδοχή τους ως προς την εξέλιξη των γεγονότων. Συγκεκριμένα στην παρ. 5 της έκθεσης υπεράσπισης μεταξύ άλλων ισχυρίζονται ότι η έρευνα έγινε με κάθε δυνατή διακριτικότητα, επιμέλεια, υπευθυνότητα και επαγγελματισμό. Οι εναγόμενοι μπορούσαν να ζητήσουν λεπτομέρειες ειδικότερα του ισχυρισμού της παρ. 13 της έκθεσης απαίτησης καθώς και των λεπτομερειών αμέλειας (Panayiotou v. Solomou
(1979)1 C.L.R. 779). Όχι μόνο δεν το έπραξαν αλλά δεν ήγειραν ένσταση κατά την προσαγωγή της σχετικής μαρτυρίας από τον ενάγοντα. Υπό το φως των πιο πάνω θα εξετάσω συνεπώς στη συνέχεια εάν με τη προσκομισθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί αμέλεια εκ μέρους των εναγόμενων και παράβαση των νόμιμων καθηκόντων τους κατά την εκτέλεση του εντάλματος. Σημειώνεται ότι, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, το μέρος της μαρτυρίας που άπτεται της νομιμότητας του εντάλματος δεν θα απασχολήσει ούτε και θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Περαιτέρω χωρίς να παραγνωρίζω το δύσκολο έργο που γενικά επιτελεί η αστυνομία, προτού προχωρήσω, θεωρώ ορθό να υπογραμμίσω πως δεν με βρίσκει σύμφωνη η θέση της πλευράς της υπεράσπισης, ότι η αστυνομία δεν έχει οποιονδήποτε καθήκον επιμέλειας στα πλαίσια διερεύνησης αδικημάτων. Άλλωστε και στο ίδιο το ένταλμα (τεκμ. 1 στην παρούσα υπόθεση), το Δικαστήριο καλεί την αστυνομία να διενεργήσει την έρευνα με επιμέλεια. Όπως έχει επαλειμμένα τονιστεί, οι αστυνομικοί δεν θα πρέπει να προβούν σε ενέργειες περισσότερες από εκείνες που λογικά είναι αναγκαίες για την εκτέλεση συγκεκριμένου καθήκοντος. Ακόμα και σε εκείνη την περίπτωση που αστυνομικός αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει βία, οι τραυματισμοί που μπορεί να προκαλέσει δεν θα πρέπει να είναι δυσανάλογοι στους τραυματισμούς που ο αστυνομικός προσπαθεί να αποφύγει (βλ. Castelow and Another v. The Police
(1970)2 Α.Α.Δ. 41). Ο ενάγοντας κατά τη μαρτυρία του υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης που κατέθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτή μεταξύ άλλων περιγράφει τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση του εντάλματος και δηλώνει παράλληλα το παράπονο του για τον τρόπο που ενήργησε ο εναγόμενος 2 μαζί με τους δύο άλλους αστυνομικούς που τον συνόδευαν κατά την εκτέλεση του εντάλματος. Ισχυρίσθηκε ότι έγινε έρευνα από τους αστυνομικούς και στο αυτοκίνητο του το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο έξω από τη κατοικία του, χωρίς οποιαδήποτε διακριτικότητα εκ μέρους τους. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι εξαναγκάσθηκε από τους αστυνομικούς να τους δώσει τους κωδικούς πρόσβασης στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που διατηρεί στο χώρο της εργασίας του. Συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε πως όταν οι αστυνομικοί του ανέφεραν ότι με βάση το ένταλμα η έρευνα θα συνεχιζόταν στο χώρο της εργασίας του, ο ίδιος τους πληροφόρησε ότι βρισκόταν σε άδεια ασθενείας και δεν μπορούσε να τους ακολουθήσει. Τότε ο εναγόμενος 2 του είπε ότι ήταν υποχρεωμένος είτε να τους ακολουθήσει είτε να τους δώσει τους κωδικούς πρόσβασης στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που διατηρούσε στο γραφείο του απειλώντας τον μάλιστα με σύλληψη. Υποστήριξε ότι οι εναγόμενοι δεν ενήργησαν με επιμέλεια και επαγγελματισμό αλλά ενήργησαν με έλλειψη σεβασμού προς το πρόσωπο του αφού ενημέρωσαν όλους τους συναδέλφους του για το σκοπό για τον οποίο είχαν μεταβεί στο γραφείο του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του η έρευνα στο χώρο της εργασίας του έγινε στην παρουσία του συναδέλφου του Γ. Καφά, με τον οποίον χρησιμοποιεί το ίδιο γραφείο και όλοι οι συνάδελφοι του πέραν των 150 ατόμων ενημερώθηκαν για το περιστατικό. Ανέφερε ότι από τις ενέργειες των εναγόμενων ο ίδιος μειώθηκε ως άτομο και δυσφημίσθηκε το όνομα του αφού κυκλοφόρησε η φήμη ότι η αστυνομία ερεύνησε την κατοικία και το χώρο εργασίας του με σκοπό τον εντοπισμό παιδικού πορνογραφικού υλικού. Ένεκα τούτου επηρεάσθηκε η προσωπική και κοινωνική του ζωή, έγινε στόχος κουτσομπολιών και σχολιασμού με αποτέλεσμα να επηρεαστεί η ψυχική του υγεία και για κάποιο χρονικό διάστημα να μην μπορεί να ζήσει φυσιολογικά. Για το αναφερόμενο περιστατικό υπέβαλε σχετική καταγγελία προς τον Αρχηγό της Αστυνομίας βάσει της οποίας διεξάχθηκε διοικητική έρευνα. Ακολούθησαν επίσης επιστολές του δικηγόρου του προς τον Αρχηγό της Αστυνομίας με τις οποίες ζήτησε να πληροφορηθεί το πόρισμα της έρευνας όπως και επιστολές προς την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων αλλά και προς την Επίτροπο Διοικήσεως. Σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ενάγοντα, ήταν έντονη η προσπάθεια του να αποδώσει στη συμπεριφορά και τις ενέργειες των αστυνομικών το γεγονός ότι διαδόθηκε πως έγινε η συγκεκριμένη έρευνα στην κατοικία και κυρίως στο χώρο της εργασίας του. Ως αποτέλεσμα τούτου, πλάτειαζε στις απαντήσεις του οι οποίες σε πολλά σημεία εμπεριείχαν το στοιχείο της υπερβολής αλλά και της ανακρίβειας. Περαιτέρω δεν παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και η μαρτυρία του σε κάποιες περιπτώσεις χαρακτηριζόταν από έλλειψη συνοχής και συνέπειας. Σε σχέση με κάποια από τα γεγονότα σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του διαφοροποίησε την θέση του, ενώ, σε σχέση με άλλα διαφάνηκε από τα λεγόμενα του ότι στηρίχθηκε μόνο σε υποθέσεις αφού ο ίδιος δεν ήταν παρών όταν αυτά διαδραματίσθηκαν. Μεγάλο δε μέρος της κυρίως εξέτασης και της αντεξέτασης του αναλώθηκε σε ζητήματα που άπτονται της εγκυρότητας του εντάλματος, θέμα το οποίο για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο. Σημειώνεται μόνο η παραδοχή του ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα του εντάλματος. Οι θέσεις που προώθησε ο ενάγοντας σε σχέση με την έρευνα που διεξάχθηκε στο αυτοκίνητο του δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Κατά την αντεξέταση του αποδέχθηκε ότι η έρευνα έγινε στο αυτοκίνητο του κατόπιν της ρητής συγκατάθεσης του, γεγονός που παρέλειψε να το αναφέρει στην κυρίως εξέταση του. Η θέση του ότι οι αστυνομικοί όφειλαν να μεταφέρουν το αυτοκίνητο στο γκαράζ πριν διενεργήσουν την έρευνα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και εν πάση περιπτώσει δεν ισχυρίσθηκε ότι ο ίδιος ζήτησε να γίνει κάτι τέτοιο προτού δώσει την συγκατάθεση του για την έρευνα. Περαιτέρω ο ενάγοντας δεν έπεισε για την αλήθεια του ισχυρισμού του ότι η έρευνα στο αυτοκίνητο του έγινε στη παρουσία γειτόνων οι οποίοι παρακολουθούσαν, αφού, όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του για το ζήτημα αυτό, απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση λέγοντας ότι επρόκειτο για δύο γειτόνισσες οι οποίες στο μεταξύ απεβίωσαν, αποφεύγοντας μάλιστα να τις κατονομάσει. Επιπρόσθετα αποδέχθηκε ότι οι αστυνομικοί που έκαναν την έρευνα δεν ήταν ένστολοι και συνεπώς η ιδιότητα τους δεν ήταν εμφανής. Διαπιστώνεται ακόμα ότι στις επιστολές τεκ.5, 6, 8, 12 και 13 με τις οποίες ο ενάγοντας προσωπικά και ή μέσω του δικηγόρου του υπέβαλε σχετικές καταγγελίες προς τις αρμόδιες αρχές, καμία αναφορά γίνεται σε σχέση με την έρευνα που διενεργήθηκε στο αυτοκίνητο του. Ούτε όμως και ο ισχυρισμός του ότι εξαναγκάσθηκε από τους αστυνομικούς να δώσει τους κωδικούς πρόσβασης στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που διατηρεί στην εργασία του μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού φαίνεται να τους αναφέρει ο ίδιος στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία τεκμ.
- Η θέση που προσπάθησε να υποστηρίξει ότι η γραπτή κατάθεση του δεν δόθηκε με την θέληση του και ήταν προϊόν εξαναγκασμού, εκφοβισμού και απειλών ουδόλως συνάδει με την κυρίως εξέταση του όπου καμία τέτοια αναφορά γίνεται, αλλά πρόκειται για μία εκ των υστέρων σκέψη που προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του και ποτέ προηγουμένως. Διαπιστώνεται επίσης ότι καμία αναφορά γίνεται σε σχέση με τη θεληματικότητα της κατάθεσης του στις ως άνω αναφερόμενες επιστολές τεκμ. 5, 6, 8, 12 και
- Ο ενάγοντας δεν έπεισε επίσης για την αλήθεια του ισχυρισμού του ότι απειλήθηκε με σύλληψη, ισχυρισμοί που εν πάση περιπτώσεις καταρρίφθηκαν από την μαρτυρία του εναγόμενου 2 όπως αυτή αξιολογείται στη συνέχεια Το ουσιαστικότερο παράπονο του ενάγοντα αφορά κυρίως την έρευνα που έγινε στο χώρο της εργασίας του. Από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας προκύπτει ότι όντως διαδόθηκε σε επίπεδο κουτσομπολιού στο χώρο της εργασίας του ενάγοντα και όχι μόνο, το γεγονός της αναφερόμενης έρευνας με αποτέλεσμα ο ίδιος να γίνει αντικείμενο σχολιασμού στον κοινωνικό και επαγγελματικό του χώρο. Ο ενάγοντας αποδίδει την ευθύνη για το γεγονός αυτό στους εναγόμενους και ισχυρίζεται ότι συνέτεινα σε αυτό μη επιδεικνύοντας υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις την απαιτούμενη επιμέλεια κατά την εκτέλεση των νόμιμων καθηκόντων τους. Στη προσπάθεια του να υποστηρίξει ότι οι αστυνομικοί δεν ενήργησαν με επιμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων τους πρόβαλε διάφορους ισχυρισμούς που όχι μόνο συγκρούονται μεταξύ τους αλλά και σε πολλά σημεία βρίσκονται σε αντίφαση με την μαρτυρία των μαρτύρων που ο ίδιος κάλεσε και κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Στη γραπτή δήλωση του ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 2 με τους δύο άλλους αστυνομικούς πήγαν στο χώρο της εργασίας του και αφού ανέφεραν το λόγο της επίσκεψης τους, απέστειλαν το ένταλμα στη νομική υπηρεσία της ΑΤΗΚ στη Λευκωσία με σκοπό να ενημερώσουν τους προϊσταμένους και τη γενική διεύθυνση και ακολούθως διεξήγαγαν την έρευνα στο γραφείο και τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του αφού άφησαν αντίγραφο του εντάλματος στην ιδιαιτέρα του διευθυντή. Σε άλλο σημείο της γραπτής δήλωσης του αναφέρει ότι προτού σταλεί το ένταλμα, ενημερώθηκαν οι προϊστάμενοι του, ο περιφερειακός διευθυντής της ΑΤΗΚ Λεμεσού και η ιδιαιτέρα του με αποτέλεσμα όλα αυτά τα πρόσωπα να ενημερωθούν για το περιεχόμενο του εντάλματος και της ένορκης κατάθεσης του εναγόμενου
- Ακολούθως και ενώ δηλώνει ότι η έρευνα έγινε στην παρουσία μόνο του προϊσταμένου του Γιώργου Καφά και αφού προηγουμένως ο εναγόμενος 2 ζήτησε να αποχωρήσουν από το γραφείο τα υπόλοιπα πρόσωπα που εργάζονταν εκεί, εντούτοις, με γενικό και αόριστο τρόπο υποστηρίζει ότι όλοι οι συνάδελφοι του ενημερώθηκαν για το περιστατικό, ότι δηλαδή, διερευνάτο εναντίον του υπόθεση για παιδική πορνογραφία όπως και ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει το ένταλμα αναφερόταν ότι έχει ομοφυλοφιλικές τάσεις. Επιπρόσθετα χωρίς να παραθέτει συγκριμένα στοιχεία, γενικά και αόριστα υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι ενημέρωσαν όλους τους συναδέλφους του για τον σκοπό της επίσκεψης τους στο χώρο της εργασίας του. Υποστηρίζει περαιτέρω με τη γραπτή δήλωση του ότι οι εναγόμενοι δεν αποδέχθηκαν να διεξάγουν την έρευνα στο χώρο της εργασίας του άλλη μέρα που θα μπορούσε να μεταβεί και ο ίδιος μαζί τους και εισηγείται πως η διεξαγωγή της έρευνας θα έπρεπε να καθυστερήσει έτσι ώστε να διεξαχθεί σε μη εργάσιμες ώρες κατά της οποίες θα απουσίαζαν οι εργαζόμενοι και οι επισκέπτες από το κτίριο. Σε ότι αφορά τη θέση του ενάγοντα σε σχέση με το χρόνο που έγινε η έρευνα στο τόπο της εργασίας του και που ήταν αμέσως μετά την έρευνα που έγινε στην κατοικία του, θεωρώ πως θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι τα μέλη της αστυνομίας δεν οφείλουν να προβούν σε ενέργειες περισσότερες από εκείνες που λογικά είναι αναγκαίες για την εκτέλεση συγκεκριμένου καθήκοντος. Η έρευνα σαφώς και δεν θα ήταν δυνατόν να γίνει με τρόπο και σε χρόνο της επιλογής του ενάγοντα αφού έτσι δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο απόκρυψης ή καταστροφής μαρτυρίας κάτι που ορθά υποστήριξε κατά την μαρτυρία του ο εναγόμενος 2 χωρίς να αμφισβητηθεί. Σε ότι αφορά τις υπόλοιπες θέσεις που πρόβαλε ο ενάγοντας στη προσπάθεια του να πείσει για το μεμπτό του τρόπου με τον οποίο διενεργήθηκε η έρευνα στο χώρο της εργασίας του αναιρούνται από τα ίδια τα λεγόμενα του αλλά και βρίσκονται σε αντίφαση με τα λεγόμενα των μαρτύρων που κάλεσε ο ίδιος να καταθέσουν στο Δικαστήριο. Κατ΄ αρχήν η θέση του ότι ο εναγόμενος 2 και οι άλλοι αστυνομικοί απέστειλαν το ένταλμα στη νομική υπηρεσία της ΑΤΗΚ στη Λευκωσία αφήνοντας μάλιστα και αντίγραφο στην ιδιαιτέρα του διευθυντή στα γραφεία στη Λεμεσό, δεν ευσταθεί αφού όπως διαφάνηκε από την μαρτυρία του ίδιου του περιφερειακού διευθυντή της ΑΤΗΚ στη Λεμεσό, Γεώργιου Μαληκίδη (ΜΕ 8), αυτός απέστειλε το ένταλμα στη νομική υπηρεσία στην Λευκωσία ακολουθώντας, όπως υποστήριξε, τη διαδικασία που τηρείται σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς της ΑΤΗΚ. Η διαδικασία αυτή επιβεβαιώθηκε μάλιστα και από τον ενάγοντα ο οποίος επίσης δεν αμφισβήτησε ότι η έρευνα έγινε μόνο στην παρουσία του Γ. Καφά που ο ίδιος κατονόμασε στην γραπτή κατάθεση του ως τον υπεύθυνο του γραφείου του. Εντούτοις στη συνέχεια και σε αντίφαση με τα πιο πάνω διαφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης ότι το ένταλμα δεν απεστάλη στη Λευκωσία από τον εναγόμενο 2 και τους συναδέλφους του. Σύμφωνα με την μαρτυρία του εναγόμενου 2 όταν έφθασε στο χώρο εργασίας του ενάγοντα μαζί με τους συναδέλφους του ενημέρωσε τον κ. Καφά για την ύπαρξη του εντάλματος. Σύμφωνα δε με την μαρτυρία του περιφερειακού διευθυντή, ΜΕ8, ο ίδιος ενημερώθηκε για το ένταλμα από τον κ. Καφά για τους σκοπούς της εσωτερικής διαδικασίας που ακολουθείται στην ΑΤΗΚ γεγονός που ο ίδιος ο ενάγοντας ουσιαστικά δεν το αρνήθηκε. Η θέση του ότι ο εναγόμενος 2 παρέδωσε στον κ. Καφά και την ένορκη κατάθεση που υποστήριξε την έκδοση του εντάλματος δεν έχει αποδειχθεί αφού για το ζήτημα αυτό δεν γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΕ8 όπως αυτή αξιολογείται στη συνέχεια αλλά καταρρίπτεται και από την μαρτυρία του εναγόμενου 2 του οποίου η μαρτυρία για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια κρίνεται αξιόπιστη. Ο ενάγοντας επίσης δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του λέγοντας πως ουδέποτε πληροφορήθηκε το αποτέλεσμα της πειθαρχικής έρευνας που έγινε εναντίον του εναγόμενου 2 και σύμφωνα με το οποίο αυτός αθωώθηκε. Όπως αποδέχθηκε κατά την αντεξέταση του ο ίδιος κλήθηκε και κατέθεσε ως μάρτυρας στη διαδικασία της πειθαρχική έρευνας αλλά και επιπρόσθετα δεν έδωσε οποιαδήποτε λογική εξήγηση γιατί δεν ζήτησε να μάθει ποιο ήταν το αποτέλεσμα της. Άλλωστε η απαλλαγή του εναγόμενου 2 κατά την πειθαρχική έρευνα αποτελεί αντικείμενο σχολιασμού σε ένα από τα δημοσιεύματα που ο ίδιος ο ενάγοντας κατέθεσε στο Δικαστήριο ( τεκμ. 16, 17 και 18) και δεν έπεισε για την αλήθεια του ισχυρισμού του ότι δεν ήταν ο ίδιος που τροφοδότησε τις πληροφορίες που περιγράφονται στα εν λόγω δημοσιεύματα αφού αυτό προκύπτει άμεσα από το ίδιο το περιεχόμενο τους το οποίο καταφέρεται και μέμφεται κατά της αστυνομίας. Ο ενάγοντας αφενός προσπάθησε να επιβεβαιώσει γεγονότα τα οποία δεν διαδραματίσθηκαν στη παρουσία του και αφετέρου σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του δήλωσε πως ο ίδιος δεν γνωρίζει ακριβώς τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, με ποιους μίλησαν οι αστυνομικοί και τι ακριβώς έγινε στα γραφεία της ΑΤΗΚ. Ενώ δε προσπάθησε να αποκλείσει το ενδεχόμενο να διέρρευσε από τους συναδέλφους του το γεγονός της έρευνας, εντούτοις, μίλησε για διάφορες μεταξύ τους αντιζηλίες.. Διαπιστώνεται ακόμα ότι ο ενάγοντας ενώ σε διάφορες περιπτώσεις υπέβαλε γραπτώς τα παράπονα του προς τις αρμόδιες αρχές ( βλ. τεκμ.5, 6, 8, 12 και 13) σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να καταγγέλλει ότι οι αστυνομικοί που εκτέλεσαν το ένταλμα διέδωσαν το λόγο της επίσκεψης τους στο χώρο της εργασίας του. Παρέμεινε βέβαια αναντίλεκτο και γίνεται αποδεκτό ότι σε επίπεδο κουτσομπολιού έγινε γνωστό στον κοινωνικό και εργασιακό κύκλο του ενάγοντα το γεγονός της διεξαγωγής της συγκεκριμένη έρευνας. Στη βάση όμως όλων των πιο πάνω και χωρίς σε καμία περίπτωση να παραγνωρίζω τα συναισθήματα του ενάγοντα, κρίνω ότι με την μαρτυρία του, δεν έπεισε για την αλήθεια της εκδοχής του αναφορικά με τον τρόπο που έγινε η έρευνα, την οποία και συνεπώς απορρίπτω. Ούτε όμως και οι μάρτυρες που κάλεσε ο ενάγοντας στο Δικαστήριο βοήθησαν την εκδοχή του. Ο ΜΕ 2 Αντώνης Κιττή ανέφερε ότι εργάζεται ως τεχνικός στην ΑΤΗΚ από το
- Ισχυρίσθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ίδιος βρισκόταν στον πρώτο όροφο του κτιρίου στην οδό Αθηνών και αφού κάλεσε τον ανελκυστήρα άνοιξε η πόρτα και εκεί συνάντησε τον εναγόμενο 2 με τους δύο άλλους αστυνομικούς. Αφού εισήλθε στον ανελκυστήρα και ενώ όλοι μαζί κατευθύνονταν προς τον 2ον όροφο οι αστυνομικοί και συγκεκριμένα ο εναγόμενος 2 τον ρώτησε που βρίσκεται το γραφείο του ενάγοντα αναφέροντας του ότι έχουν ένταλμα έρευνας εναντίον του για υπόθεση παιδικής πορνογραφίας. Ισχυρίσθηκε ακόμα ότι ο εναγόμενος 2 τον ρώτησε κατά πόσο ο ενάγοντας είναι ομοφυλόφιλος. Ο μάρτυρας αυτός δεν έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Από τον τρόπο που κατέθεσε και το ύφος που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και γενικά την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν εμφανής η προσπάθεια του να παραποιήσει την αλήθεια με αποκλειστικό σκοπό να βοηθήσει τον ενάγοντα. Ενώ ανέφερε ότι είναι τεχνικός και δεν διαθέτει γραφείο στο κτίριο της ΑΤΗΚ, για να δικαιολογήσει την δήθεν παρουσία του εκεί κατά τον επίδικο χρόνο, ανέφερε αόριστα πως κατευθυνόταν στον δεύτερο όροφο αφού πρώτα έψαξε κάποιο συνάδελφο του για κάποια εξυπηρέτηση στον 1ον όροφο και δεν τον βρήκε, παραλείποντας όμως να αναφέρει συγκεκριμένα ποιος ήταν ο σκοπός της επίσκεψης του και στον 2ον όροφο. Ο ισχυρισμός του ότι οι αστυνομικοί τον ρώτησαν που είναι το γραφείο του ενάγοντα βρίσκεται σε αντίφαση με τη θέση του ότι αυτοί ήδη κατευθύνονταν προς στον 2ον όροφο όπου εκεί είναι αποδεκτό ότι βρισκόταν το γραφείο του ενάγοντα. Ο ίδιος δε κατά την αντεξέταση του και σε αντίφαση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του, συμφώνησε ότι οι αστυνομικοί δεν είχαν λόγο να ρωτήσουν αφού γνώριζαν που ήταν το γραφείο του ενάγοντα και κατευθύνονταν ήδη προς αυτό. Δεν ήταν επίσης καθόλου πειστικός ότι μέσα στο μικρό χρονικό διάστημα που διήρκεσε η διαδρομή από τον 1ον προς στο 2ον όροφο του κτιρίου, οι αστυνομικοί του εξήγησαν τον λόγο της επίσκεψης τους και μάλιστα τον ρώτησαν και για τις σεξουαλικές προτιμήσεις του ενάγοντα. Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί πως τα όσα ισχυρίσθηκε ο μάρτυρας αυτός βρίσκονται σε αντίφαση με τη μαρτυρία του εναγόμενου 2, η οποία για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή. Επιτηδευμένα και με έντονο το στοιχείο της υπερβολής, αναφερόμενος μάλιστα, αχρείαστα θεωρώ, στην αναπηρία ενός από τα παιδιά του προσπάθησε να πείσει ότι παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια δηλώνοντας όμως παράλληλα ότι θα ήταν κρίμα να μην βοηθήσει ένα συνάδελφο του. Η θέση του ότι συγκλονίσθηκε από αυτά που άκουσε από τους αστυνομικούς δεν συνάδει με την απάντηση του σε σχετική ερώτηση, ότι δεν ασχολήθηκε στη συνέχεια ούτε και ρώτησε να πληροφορηθεί εάν από την έρευνα προέκυψαν στοιχεία εναντίον του ενάγοντα. Προφανώς ο ισχυρισμός περί του συγκλονισμού του τέθηκε με σκοπό να δικαιολογήσει το γεγονός ότι τελικά, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, δεν πήγε στον 2ον όροφο αλλά κατέβηκε στο καφενείο του κτιρίου όπου εκεί, όπως ανέφερε, υπήρξε αντικείμενο συζήτησης από τους παρευρισκόμενους το γεγονός της έρευνας. Επίσης αφήνει εύλογες αμφιβολίες για την ειλικρίνεια του το γεγονός ότι ενώ αναφερόταν και στους τρείς αστυφύλακες εντούτοις θυμόταν μόνο τον εναγόμενο 2 τον οποίο και υπέδειξε μάλιστα στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Για τους λόγους συνεπώς που καταγράφονται πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΕ 2 δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Ο ΜΕ 4 Γιώργος Σωκράτους ανέφερε ότι εργάζεται στη ΑΤΗΚ από το
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο ίδιο γραφείο με τον ενάγοντα και ασχολείτο με την αρχειοθέτηση εγγράφων. Ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος 2 και οι δύο άλλοι αστυνομικοί κατά την είσοδο τους στο γραφείο τον ρώτησαν ποιο είναι το γραφείο του ενάγοντα και του ανέφεραν ότι θα διεξάγουν έρευνα για παιδική πορνογραφία. Η θέση του αυτή βρίσκεται σε αντίφαση με την μαρτυρία του εναγόμενου 2 ο οποίος ανέφερε πως δεν συνομίλησε με κανένα άλλο πρόσωπο πλην του κ. Καφά. Δεν συνάδει επίσης με τη λογική αφενός ο εναγόμενος 2 να δώσει όλες αυτές τις πληροφορίες στον ΜΕ4 και στη συνέχεια όπως ο ίδιος ανέφερε, να ζητήσει από όλους τους παρευρισκόμενους πλην του κ. Καφά να βγουν έξω από το γραφείο. Θα πρέπει επίσης να ειπωθεί ότι σε πολλά σημεία η μαρτυρία του ΜΕ 4 όπως και του ΜΕ2 υπήρξε επιτηδευμένη. Ενώ θυμόταν την ακριβή ημερομηνία που έγινε η έρευνα αλλά και τον εναγόμενο 2 τον οποίον επίσης υπέδειξε στην αίθουσα του Δικαστηρίου, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί λεπτομέρειες σε σχέση με άλλα γεγονότα. Η θέση του ότι η έρευνα διήρκεσε 2 με 3 ώρες και ότι ο ίδιος και η συνάδελφος του επέστρεψαν στο γραφείο ενόσω οι αστυφύλακες βρίσκονταν ακόμα εκεί βρίσκεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 αλλά και το περιεχόμενο του τεκμ. 20 όπου καταγράφεται η εκτέλεση του εντάλματος και βάσει του οποίου η έρευνα διήρκεσε από τις 8.25 μέχρι τις 8.
- Συνεπώς πλην του ισχυρισμού ότι ο ίδιος κατά την άφιξη των αστυνομικών βρισκόταν στο γραφείο του ενάγοντα η υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΕ4 δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Η μαρτυρία του ΜΕ 7 Ανδρέας Παλάοντα, επίσης δεν βοήθησε με οποιονδήποτε τρόπο την εκδοχή του ενάγοντα που σύμφωνα με την οποία οι αστυνομικοί πληροφόρησαν τους συναδέλφους του και διέδωσαν στο χώρο της εργασίας του για την ύπαρξη του εντάλματος και τη διεξαγωγή της συγκεκριμένης έρευνας εναντίον του. Ο μάρτυρας αυτός επίσης εργάζεται στη ΑΤΗΚ και το γραφείο του βρισκόταν στον ίδιο όροφο με το γραφείο του ενάγοντα. Ανέφερε πως κατά τον ουσιώδη χρόνο κατευθυνόμενος προς το γραφείο του πληροφορήθηκε στο διάδρομο από άλλους συναδέλφους του ότι διεξαγόταν από την αστυνομία έρευνα στο γραφείο του ενάγοντα και ότι δόθηκε προς τούτο η άδεια από το διευθυντή. Ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σταθερός στις απαντήσεις του σε σχέση με το ποιος συγκεκριμένα του ανέφερε το γεγονός της έρευνας. Εντούτοις σε καμία περίπτωση δεν ισχυρίσθηκε ότι ο ίδιος το πληροφορήθηκε από τους αστυνομικούς και αποδέχθηκε ότι η συζήτηση μεταξύ των συναδέλφων γινόταν σε επίπεδο κουτσομπολιού. Αρχικά ανέφερε ότι πληροφορήθηκε από την ιδιαιτέρα του διευθυντή (ΜΕ8) ότι δόθηκε άδεια για να διεξαχθεί η έρευνα. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι δεν θυμάται ποιος συγκεκριμένος συνάδελφος του είπε ότι γινόταν η έρευνα αλλά ούτε και ο ίδιος ρώτησε τους συναδέλφους του από που το έμαθαν. Ακολούθως διαφοροποιώντας τη θέση του ισχυρίσθηκε ότι δεν μίλησε με την ιδιαιτέρα του διευθυντή (ΜΕ8) αλλά κάποιος άλλος συνάδελφος του ανέφερε ότι η πληροφορία για την έρευνα προήλθε από την ίδια. Ο Γιώργος Μαληκίδης ΜΕ 8, είναι και ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο περιφερειακός διευθυντής της ΑΤΗΚ στην Λεμεσό. Το γραφείο του βρίσκεται στα κεντρικά γραφεία στην οδό Αθηνών στον 2ον όροφο όπου βρίσκεται και το γραφείο του ενάγοντα. Ανέφερε ότι ενημερώθηκε για το ένταλμα από τον υπεύθυνο του γραφείου που στεγάζεται ο ενάγοντας, συγκεκριμένα τον κ. Καφά και ακολούθως ο ίδιος με βάση την εσωτερική διαδικασία που ακολουθείται στην ΑΤΗΚ για να διεξαχθεί η έρευνα εξασφάλισε άδεια από τον Ανώτερο Εκτελεστικό Διευθυντή στη Λευκωσία. Ο μάρτυρας αυτός για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια, δεν ήταν ειλικρινής στα ουσιαστικά για την υπόθεση θέματα αλλά η μαρτυρία του διακρινόταν από ασάφειες και ανακρίβειες. Κυρίως σε ότι αφορά τη θέση του ότι μαζί με το ένταλμα κοινοποιήθηκε στα ανώτερα στελέχη στη Λευκωσία και η ένορκη κατάθεση του εναγόμενου 2, βάσει της οποίας εκδόθηκε το ένταλμα, η μαρτυρία του κρίνεται αναξιόπιστη και απορρίπτεται. Σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα δεν παρέμεινε σταθερός στις απαντήσεις του αλλά αντίθετα διαφοροποίησε τη θέση του σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του. Ενώ αναγνώρισε αμέσως το ένταλμα, (τεκμ 1), ως το έγγραφο που του παρουσίασε ο κ. Καφάς δηλώνοντας ότι είναι αυτό που απέστειλε στη Λευκωσία, εντούτοις, δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφή απάντηση εάν του είχε δοθεί και η ένορκη κατάθεση του εναγόμενου 2 (τεκμ 2). Ισχυρίσθηκε αόριστα ότι υπάρχουν αντίγραφα των τεκμ 1 και 2 στο αρχείο που τηρείται στην ΑΤΗΚ όπου και θα έπρεπε να ανατρέξει για να επιβεβαιώσει ποια έγγραφα έχουν σταλεί στην Λευκωσία. Στη συνέχεια δήλωσε ότι θα είναι σε θέση να τεκμηριώσει ότι αποστάλθηκε στην Λευκωσία και το τεκμ.2 αφού πρώτα ελέγξει το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα. Ακολούθως αναθεώρησε τη θέση του και ισχυρίσθηκε ότι τα έγγραφα στάλθηκαν στη Λευκωσία με τηλεομοιότυπο δηλώνοντας γενικά και αόριστα ότι αυτά βρίσκονται στο αρχείο του χωρίς να παρουσιάσει οποιαδήποτε απόδειξη για την αποστολή τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να επεκταθώ στο μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ8 που δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα αλλά αφορούσε το τρόπο λειτουργίας της ΑΤΗΚ και το κατά πόσο οι υπάλληλοι της έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στα προσωπικά αρχεία των συνδρομητών της. Από την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα συνοπτικά καταγράφεται ότι μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ο προϊστάμενος του γραφείου του ενάγοντα, ο κ. Καφάς, στα πλαίσια της διαδικασίας που ακολουθείται στην ΑΤΗΚ τον ενημέρωσε για το ένταλμα και ο ίδιος ανέλαβε και έδωσε οδηγίες να ενημερωθεί η ιεραρχία στη Λευκωσία. Ενώ προσπάθησε να υποστηρίξει ότι το ζήτημα της έρευνας παρέμεινε μόνο μεταξύ του ίδιου και του κ. Καφά διαβεβαιώνοντας ότι δεν είχε διαρρεύσει είτε από τον ίδιο είτε από την υπόλοιπη ιεραρχία στη Λευκωσία, σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του και συγκεκριμένα αναφερόμενος στη διαδικασία που ακολούθησε με σκοπό να ενημερώσει τα ανώτερα στελέχη στη Λευκωσία, διαφάνηκε ότι για το γεγονός της έρευνας ενημερώθηκε και η ιδιαιτέρα του η κα Λαγούδη μέσω της οποία και απέστειλε το ένταλμα στη Λευκωσία. Δεν ήταν επίσης σαφής στις απαντήσεις του κατά πόσο ο ίδιος ενημερώθηκε για το ένταλμα από τον κ. Καφά ή από την ιδιαιτέρα του την κα Λαγούδη. Αρχικά ισχυρίσθηκε ότι τον επισκέφθηκε στο γραφείο του ο κ. Καφάς και τον ενημέρωσε προσωπικά ο ίδιος, στη συνέχεια ισχυρίσθηκε ότι ο κ. Καφάς ενημέρωσε την ιδιαιτέρα του και αυτή με την σειρά της ενημέρωσε τον ίδιο και ακολούθως διαφοροποιώντας και πάλι τη θέση του ισχυρίσθηκε ότι εισήλθαν στο γραφείο του και τον ενημέρωσαν και οι δύο μαζί. Για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, πλην του ισχυρισμού ότι με δικές του οδηγίες τα ανώτερα στελέχη της ΑΤΗΚ στη Λευκωσία ενημερώθηκαν για την ύπαρξη του εντάλματος, η υπόλοιπη μαρτυρία του του ΜΕ8 σε ότι αφορά τα ουσιώδη για την υπόθεση θέματα δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται για την πλευρά των εναγόμενων κατέθεσε μόνο ο εναγόμενος
- Σε ότι αφορά τα ουσιώδη για την υπόθεση ζητήματα δεν έχω αμφιβολία ότι ο εναγόμενος 2 είπε την αλήθεια στο δικαστήριο. Ο τρόπος και το ύφος με το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο, δεν άφηναν καμία αμφιβολία για την αλήθεια της εκδοχής του. Σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και τα λεγόμενα του χαρακτηρίζονταν από συνέπεια και συνοχή. Απαντούσε με ειλικρίνεια, σταθερότητα και αμεσότητα τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν χωρίς σε οποιοδήποτε στάδιο να κλονισθεί η αξιοπιστία του. Δεν έδειχνε να έχει οποιοδήποτε ενδοιασμό για τις απαντήσεις του ακόμα και στο στάδιο της αντεξέτασης όπου παρέμεινε σταθερός στα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κάποιες λεπτομέρειες δεν κρίθηκε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του αλλά αντίθετα υποδεικνύει την ειλικρίνεια του λαμβανομένου υπόψη και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από την εκτέλεση του συγκεκριμένου εντάλματος. Μέρος της κυρίως εξέτασης του απετέλεσε η γραπτή δήλωση του Έγγραφο Β, στην οποία γίνεται αναφορά τόσο στα προηγηθέντα της έκδοσης του εντάλματος όσο και στα όσα διαδραματίσθηκαν κατά την εκτέλεση του και τη διεξαγωγή της έρευνας. Σημειώνεται ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρία του κυρίως στο στάδιο της αντεξέτασης του, αναλώθηκε σε θέματα που άπτονται της νομιμότητας του εντάλματος και αυτό ενδεχομένως να έγινε για το λόγο ότι είναι ο ίδιος που έδωσε την ένορκη μαρτυρία και αποτάθηκε για την έκδοση του εντάλματος, εκτελώντας βέβαια όπως ο ίδιος δήλωσε, τις οδηγίες των προϊσταμένων του. Δεδομένου ότι η νομιμότητα του εντάλματος δεν μπορεί να ελεγχθεί από το παρόν Δικαστήριο το μέρος αυτό της μαρτυρίας του εναγόμενου 2 δεν θα απασχολήσει ούτε και θα αξιολογηθεί για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Σε ότι αφορά τα υπόλοιπα θέματα ο εναγόμενος 2 ανέφερε ότι η γραπτή κατάθεση από τον ενάγοντα λήφθηκε χωρίς καμία πίεση ή εκφοβισμό. Υποστήριξε επίσης ότι με τον ίδιο τρόπο και χωρίς κανένα εκφοβισμό ο ενάγοντας έδωσε τους κωδικούς πρόσβασης στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που διατηρεί στον χώρο της εργασίας του. Πρόσθεσε επίσης χωρίς να αμφισβητηθεί ότι δεν υπήρχε άρρηκτη ανάγκη να δοθούν από τον ενάγοντα οι κωδικοί πρόσβασης καθότι ο αστυφύλακας Λεμονιάτης, δικανικός αναλυτής της αστυνομίας, που συμμετείχε στην έρευνα, είχε την τεχνογνωσία και τον απαιτούμενο εξοπλισμό για να εισχωρήσει στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή παρακάμπτοντας τους κωδικούς. Ανέφερε ότι ζητήθηκε από τον ενάγοντα να ακολουθήσει τους αστυνομικούς στον εργασιακό του χώρο όπου θα διεξαγόταν η έρευνα και αυτός αρνήθηκε δηλώνοντας ότι βρισκόταν σε άδεια ασθενείας. Ο ενάγοντας κατονόμασε τον κ. Καφά ως τον υπεύθυνο του γραφείου του κάτι που επιβεβαιώνεται άλλωστε και από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του. Σε ότι αφορά την έρευνα που έγινε στο αυτοκίνητο του ενάγοντα, ο εναγόμενος 2 υποστήριξε ότι αυτή έγινε στη παρουσία του ενάγοντα και με τη ρητή συγκατάθεση του. Περιέγραψε το τρόπο που ερευνήθηκε το αυτοκίνητο ο οποίος δεν ταυτίζεται με τον τρόπο που περιέγραψε ο ενάγοντας και ειδικότερα αρνήθηκε ότι υπήρχαν στη σκηνή γείτονες που παρακολουθούσαν. Με ειλικρίνεια όμως και χωρίς δισταγμό δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο κατά τη διάρκεια της έρευνας να πέρασαν κάποια διερχόμενα οχήματα. Αρνήθηκε ότι ο ενάγοντας ζήτησε να μετακινηθεί το αυτοκίνητο του από το δρόμο πριν αυτό ερευνηθεί κάτι που εν πάση περιπτώσει όπως δήλωσε ο ίδιος δεν το θεωρούσε απαραίτητο. Eπίσης απέρριψε κατηγορηματικά τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι απειλήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο ότι θα συλληφθεί. Σε σχέση με την έρευνα που έγινε στο εργασιακό χώρο του ενάγοντα, ο εναγόμενος 2 ανέφερε πως κατά την άφιξη του μαζί με τους συναδέλφους του στην είσοδο του κτιρίου συνάντησαν το προσωπικό ασφαλείας και αφού αποκάλυψαν την ταυτότητα τους ζήτησαν να πληροφορηθούν που βρίσκεται το γραφείο του κ. Καφά. Το ότι για να επιτραπεί η είσοδος στο κτίριο απαιτείται ο επισκέπτης αναφέρει στο προσωπικό ασφάλειας ποιο γραφείο προτίθεται να επισκεφθεί, επιβεβαιώνεται και συνάδει και με τη μαρτυρία που προσκόμισε ο ενάγοντας. Ο εναγόμενος 2 διαβεβαίωσε με σταθερό και πειστικό τρόπο ότι κατά τη διαδρομή μέχρι το γραφείο του ενάγοντα ο ίδιος και οι συνάδελφοι του δεν συνομίλησαν με κανένα πρόσωπο. Επίσης με τον ίδιο σταθερό και ξεκάθαρο τρόπο αρνήθηκε ότι κατά την είσοδο του στο γραφείο του ενάγοντα πληροφόρησε τον ΜΕ4 τα όσα ο ίδιος ισχυρίσθηκε. Σύμφωνα με την δική του περιγραφή που σημειώνω χαρακτηριζόταν από συνέπεια και συνοχή, αφού εισήλθε στο γραφείο με τους συναδέλφους του εκεί συνάντησαν τρία πρόσωπα. Ακολούθως ζήτησε τον κ. Καφά. στον οποίο αποκάλυψε ότι ο ίδιος και οι συνάδελφοι του ήταν αστυνομικοί και τον πληροφόρησε ότι θα γινόταν έρευνα στο γραφείο δυνάμει σχετικού εντάλματος χωρίς σε εκείνο το στάδιο να αναφέρει περισσότερες λεπτομέρειες. Αμέσως τον παρακάλεσε όπως οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι εξέλθουν από το χώρο όπως και έγινε. Στη συνέχεια υπέδειξε το ένταλμα στον κ. Καφά και τον πληροφόρησε ποιο συγκεκριμένο πρόσωπο και τι ακριβώς αφορούσε. Εξήγησε στον κ. Καφά τον τρόπο που θα γινόταν η έρευνα και ο τελευταίος του υπέδειξε το γραφείο και τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ενάγοντα. Ο εναγόμενος 2 δήλωσε πως δεν θυμόταν, εντούτοις, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να έδωσε το ένταλμα στο κ. Καφά αν ο ίδιος του είχε αναφέρει ότι οι εσωτερικές διαδικασίας της ΑΤΗΚ επέβαλλαν όπως αυτό κοινοποιηθεί στα ανώτερα στελέχη στη Λευκωσία. Υπήρξε όμως σαφής και κατηγορηματικός ότι σε καμία περίπτωση δεν παρέδωσε ή κοινοποίησε με οποιονδήποτε τρόπο τη σχετική ένορκη κατάθεση είτε στον κ. Καφά είτε σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Η θέση αυτή του εναγόμενου 2 ενισχύεται και από την απόρριψη της εκδοχής του ΜΕ8 σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα δεδομένου ότι αυτός δεν έπεισε για την αλήθεια του ισχυρισμού του ότι η ένορκη κατάθεση συμπεριλαμβανόταν στα έγγραφα που του παραδόθηκαν και τα οποία απέστειλε στα ανώτερα στελέχη στην Λευκωσία. Για τους λόγους συνεπώς που εξηγούνται πιο πάνω η μαρτυρία του εναγόμενου 2 κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγω στα ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματα ότι δηλαδή ο εναγόμενος 2 μαζί με δύο ακόμα συναδέλφους του μέσα στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων τους εκτελώντας το ένταλμα που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 24.6.2009 διεξήγαν έρευνα στη κατοικία και στο χώρο εργασίας του ενάγοντα που βρίσκεται στα κεντρικά γραφεία της ΑΤΗΚ στη οδό Αθηνών στη Λεμεσό, προς διερεύνηση των πιο πάνω αναφερόμενων αδικημάτων. Κατά την έρευνα δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε επιλήψιμο εναντίον του ενάγοντα. Η έρευνα στην κατοικία του ενάγοντα έγινε στην παρουσία του και εκεί με τη συγκατάθεση του έγινε επίσης έρευνα και στο αυτοκίνητο του. Η έρευνα συνεχίσθηκε στο χώρο της εργασίας του η οποία έγινε στην παρουσία του κ. Καφά τον οποίο ο ενάγοντας κατονόμασε ως τον υπεύθυνο του γραφείου του, αφού ο ίδιος ενώ του ζητήθηκε αρνήθηκε να ακολουθήσει τους αστυνομικούς στο τόπο της εργασίας του επειδή κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν σε άδεια ασθενείας. Στη ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμιξη στα αδικήματα που διερευνούσε η αστυνομία, ανέφερε τους κωδικούς πρόσβασης στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που χρησιμοποιεί στην εργασία του και κατονόμασε ως υπεύθυνο του γραφείου στο οποίο στεγάζεται τον κ. Καφά. Ο εναγόμενος 2 μαζί με τους συναδέλφους του αφού ολοκληρώθηκε η έρευνα στη κατοικία του ενάγοντα μετάβηκαν στο τόπο της εργασίας του στα κεντρικά γραφεία της ΑΤΗΚ στη οδό Αθηνών στη Λεμεσό. Φθάνοντας εκεί ρώτησαν και ενημερώθηκαν από το προσωπικό ασφαλείας του κτιρίου που βρισκόταν το γραφείο του κ. Καφά. Με την άφιξη τους στο γραφείο αποκάλυψαν στον κ. Καφά την ταυτότητα τους τον πληροφόρησαν για τον σκοπό της επίσκεψης τους και του υπέδειξαν το ένταλμα. Ακολούθως ζήτησαν όπως οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι εξέλθουν από το γραφείο και αφού εξήγησαν στον κ. Καφά ποιο πρόσωπο και τι ακριβώς αφορούσε το ένταλμα διεξήγαγαν την έρευνα. Αποτελεί περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο περιφερειακός διευθυντής της ΑΤΗΚ, ΜΕ 8, βάσει της εσωτερικής διαδικασίας που ακολουθείται στην ΑΤΗΚ, ενημέρωσε τα ανώτερα στελέχη στη Λευκωσία για την ύπαρξη και την εκτέλεση του εντάλματος . Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα και την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, παραμένει να εξεταστεί εάν έχει αποδειχθεί η έλλειψη επιμέλειας και η παράβαση των νόμιμων καθηκόντων των εναγόμενων κατά την εκτέλεση του εντάλματος. Το θέμα της αμέλειας είναι θέμα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215 και Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίστηκε από το Δικαστή κ. Κωνσταντινίδη στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Το καθήκον επιμέλειας όπως και το αστικό αδίκημα της αμέλειας δεν εξετάζονται αφηρημένα αλλά σε συνάρτηση προς το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται και με αναφορά στην πράξη ή παράλειψη που κατ' ισχυρισμό προκάλεσε τη ζημιά. Εναπόκειται βέβαια στο Δικαστήριο να καθορίσει τη φύση του καθήκοντος επιμέλειας στο επίπεδο που επιβάλλεται υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και τέλος να εξετάσει κατά πόσο το οφειλόμενο καθήκον εκπληρώθηκε. Στη προκειμένη περίπτωση τα μέλη της αστυνομικής δύναμης στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων τους εκτέλεσαν το αναφερόμενο ένταλμα έρευνας με το τρόπο που περιέγραψε ο εναγόμενος
- Συνακόλουθα με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε πράξη η παράλειψη των αστυνομικών που να συνιστά υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις αμέλεια ή παράβαση των νόμιμων καθηκόντων τους. Ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση της πλευρά του ενάγοντα σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να γίνουν ιδιαίτερες διευθετήσεις έτσι ώστε η έρευνα στο χώρο της εργασίας του να διεξαχθεί σε μη εργάσιμες ώρες και μετά που θα αποχωρούσε το προσωπικό και οι επισκέπτες από τα γραφεία του συγκεκριμένου κτιρίου της ΑΤΗΚ. Οι αστυνομικοί ενεργώντας νόμιμα αλλά και ασκώντας τα καθήκοντα τους ως όφειλαν για να αποτρέψουν τυχόν καταστροφή μαρτυρίας αμέσως μετά τη διεξαγωγή της έρευνας στη κατοικία του ενάγοντα, μετέβησαν στο χώρο της εργασίας του. Ο ενάγοντας ενώ του ζητήθηκε από τους αστυνομικούς να τους ακολουθήσει στο τόπο της εργασίας του ο ίδιος αρνήθηκε επειδή βρισκόταν σε άδεια ασθενείας και κατονόμασε ως υπεύθυνο του γραφείου του τον κ. Καφά. Εκεί οι αστυνομικοί αφού ενημέρωσαν τον κ. Καφά για την ύπαρξη του εντάλματος διενήργησαν την έρευνα αποκλειστικά και μόνο στην παρουσία του. Κρίνεται συνεπώς ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι οι αστυνομικοί δεν επέδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια και ή παράβηκαν τα νόμιμα καθήκοντα τους κατά την εκτέλεση του εντάλματος. Δεν έχει υποδειχθεί οποιαδήποτε πράξη η παράλειψη των αστυνομικών που να συνιστά αμέλεια αφού οι ενέργειες τους με σκοπό την εκτέλεση του εντάλματος υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις ήταν οι λογικά αναγκαίες για την εκτέλεση συγκεκριμένου καθήκοντος. Η ζημιά που ο ενάγοντας ισχυρίσθηκε ότι υπέστη στη φήμη και την υπόληψη του με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν προκύπτει να οφείλεται σε οποιεσδήποτε πράξεις η παραλείψεις των αστυνομικών, οι οποίοι εκτέλεσαν το ένταλμα με την κάθε δυνατή υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις επιμέλεια και προσοχή. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία για την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς των αστυνομικών κατά την εκτέλεση του εντάλματος και του γεγονότος ότι σε επίπεδο κουτσομπολιού γνωστοποιήθηκε στο κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον του ενάγοντα το γεγονός της διεξαγωγής της συγκεκριμένης έρευνας εναντίον του . Κρίνω εδώ κατάλληλο το στάδιο να αναφέρω ότι από τον ενάγοντα κλήθηκαν και κατέθεσαν επίσης στο Δικαστήριο, η Γεωργία Βλαδιμήρου ΜΕ3, η Μαρία Χαραλαμπίδου ΜΕ5 και ο Δημήτρης Λουκαΐδης ΜΕ
- Ανέφεραν πως πριν από το επίδικο γεγονός, διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με τον ενάγοντα τις οποίες και διέκοψαν επηρεαζόμενοι αρνητικά για το πρόσωπο του διότι έμαθαν πως εναντίον του διερευνήθηκε υπόθεση για παιδική πορνογραφία. Η θέση τους αυτή δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί και γίνεται αποδεκτή χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζω ότι τα λεγόμενα τους σε ορισμένα σημεία εμπεριείχαν κάπως και το στοιχείο της υπερβολής. Αποδέχομαι επίσης όλα όσα οι μάρτυρες αυτοί ανέφεραν για τον καλό χαρακτήρα του ενάγοντα και ότι πρόκειται για ένα έντιμο άτομο που έχαιρε εκτίμησης και σεβασμού από το κοινωνικό και επαγγελματικό του περιβάλλον, γεγονός που δηλώθηκε άλλωστε χωρίς να αμφισβητηθεί και από τους υπόλοιπους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον ενάγοντα και κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία τους όμως δεν έχει προσφέρει οτιδήποτε στα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης, αφού, οι μάρτυρες αυτοί εκείνο που ανέφεραν γενικά και όχι συγκεκριμένα είναι ότι σε επίπεδο κουτσομπολιού πληροφορήθηκαν πως εναντίον του ενάγοντα έγινε έρευνα σε σχέση με αδικήματα παιδικής πορνογραφίας. Βάσει συνεπώς της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου δεν κρίνεται σκόπιμη η οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά στη μαρτυρία τους η οποία θα ήταν χρήσιμη μόνο στην περίπτωση που τίθετο θέμα επιδίκασης αποζημιώσεων. Σε ότι αφορά ειδικότερα την αξίωση του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου 2, δεν αμφισβητήθηκε αλλά αντίθετα απετέλεσε κοινό έδαφος ότι αυτός κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι μέλος της αστυνομικής δύναμης και υπηρετούσε στο Γραφείο Καταπολέμησης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος. Κατά την εκτέλεση του εντάλματος ο εναγόμενος 2, όπως και οι δύο άλλοι αστυνομικοί, βρισκόταν εν ώρα καθήκοντος και οι ενέργειες του έγιναν στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων του εκτελώντας σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του τις οδηγίες των προϊσταμένων του. Με βάση το Άρθρο 172 του Συντάγματος, η Δημοκρατία, ευθύνεται για κάθε ζημιογόνο, άδικη πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων ή αρχών της, στην άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ' επίκληση άσκησης των καθηκόντων τους - [βλ. Phedias Kyriakides and The Republic (Minister of Interior) 1 R.S.C.C. 66, 74· Eleni Vrahimi and Another and The Republic (Attorney - General) 4 R.S.C.C. 121Georghiou v. Attorney - General
(1982)1 C.L.R. 938 Alexandrou ν. Attorney - General
(1983)1 C.L.R. 41 Pitsillos ν. Republic
(1984)1 C.L.R. 780]. Τo Άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 με τίτλο: "Αγωγαί υπό ή κατά της Δημοκρατίας" προβλέπει μεταξύ άλλων:- "... αγωγαί εκ μέρους οιουδήποτε προσώπου κατά της Δημοκρατίας, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε νόμου, θα εγείρωνται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας ως εναγομένου. Τοιαύται αγωγαί, τηρουμένων των διατάξεων οιουδήποτε νόμου ή διαδικαστικού κανονισμού, θα εκδικάζωνται κατά τον αυτόν τρόπον, ως προς όλας τας απόψεις, ως και αι δίκαι μεταξύ ιδιωτών διαδίκων." Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση η καταχώρηση της αγωγής του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου 1 απετέλεσε ουσιαστική συμμόρφωση και δεν ήταν αντίθετη με τις πιο πάνω πρόνοιες. Όπως προκύπτει όμως από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης η προσθήκη του εναγόμενου 2 φαίνεται να εδράζεται στο γεγονός ότι πρόκειται για τον αστυνομικό που έδωσε την ένορκη κατάθεση για την έκδοση του εντάλματος καθώς και σε άλλα ζητήματα που άπτονται της νομιμότητας του εντάλματος τα οποία, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει. Η τύχη συνεπώς της αξίωσης του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου 2 είναι ούτως η άλλως καταδικασμένη σε αποτυχία και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις δεν μπορεί να είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Υπό το φως των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται. Όσο αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other actions/Final Αναφορά: Δυσφήμηση - Παράβαση καθήκοντος αστυνομικού cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο