Χριστάκης (Κρίστης) Γεωργίου Θεοδώρου άλλως Χριστάκης Σιακόλας κ.α. ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση / Έφεση : 227/2017, 8/8/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A268 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αίτηση / Έφεση : 227/2017 Αναφορικά με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (Κεφ. 224) ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ:
- Χριστάκης (Κρίστης) Γεωργίου Θεοδώρου άλλως Χριστάκης Σιακόλας
- ASTRAPI INVESTMENTS AND FINANCE LTD Εφεσειόντων/ Αιτητών και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εφεσίβλητων /Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 8 Αυγούστου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους Εφεσείοντες/ Αιτητές: Ο κ. Ανδρέας Κασιανής για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης Για τους Εφεσίβλητους/ Καθ' ων η Αίτηση: Η κα Άντρη Νεοφύτου για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση για έκδοση διαταγμάτων ακύρωσης ή παραμερισμού της Ειδοποίησης Πλειστηριασμού - Δελτίο Α και ακύρωσης του πλειστηριασμού) Με μονομερή αίτηση τους με ημερομηνία 26.07.2017 οι Εφεσείοντες/ Αιτητές (στη συνέχεια «οι Αιτητές») πέτυχαν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων (αιτητικά 2 και 3 της αίτησης τους) τα οποία αφορούν αναστολή του πλειστηριασμού ενυπόθηκου ακινήτου τους. Ο πλειστηριασμός με βάση την «Ειδοποίηση Πλειστηριασμού» Δελτίο Α που επιδόθηκε στους Αιτητές την 27.06.2017 έχει οριστεί για να διεξαχθεί την 9.08.
- Τα ως άνω διατάγματα ορίστηκαν προς αναθεώρηση την 2.08.2017 και για επίδοση σε σχέση με το αιτητικό
- Κατά την ημερομηνία που αυτά ορίστηκαν προς αναθεώρηση και επίδοση αντίστοιχα, εμφανίστηκαν διά δικηγόρου οι Εφεσίβλητοι/ Καθ' ων η Αίτηση (στη συνέχεια «οι Καθ' ων η Αίτηση») και ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση. Μετά από εισήγηση του Δικαστηρίου και συνεννόηση που έγινε μεταξύ των συνηγόρων που εκπροσωπούν τις δύο πλευρές, αποφασίστηκε να οριστεί η κυρίως αίτηση για ακρόαση σήμερα η οποία είχε καταχωρηθεί την ίδια ημερομηνία με τη μονομερή αίτηση και η οποία ορίστηκε από τον Πρωτοκολλητή για επίδοση την 31.10.
- Πράγματι σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου η ένσταση καταχωρήθηκε την 4.08.2017 μόνο στην κυρίως αίτηση - όπως ήταν η συνεννόηση - και σήμερα ακούστηκε με τους ευπαίδευτους συνηγόρους να έχουν καταθέσει γραπτές αγορεύσεις στις οποίες εκθέτουν τις θέσεις και εισηγήσεις τους στις διάφορες πτυχές που απασχόλησαν και γενικά για την τύχη της αίτησης. Σημειώνω ότι κατόπιν και πάλι συνεννόησης μεταξύ των συνηγόρων των μερών, τα προσωρινώς εκδοθέντα διατάγματα παρέμειναν σε ισχύ μέχρι και την ημερομηνία που θα εκδιδόταν η παρούσα απόφαση μου. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον πλέον έχω επιληφθεί της κυρίως αίτησης, δεν θα με απασχολήσει το ζήτημα κατά πόσο εκπληρώνονταν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία μας και οι αρχές που διαχρονικά εφαρμόζονται από τη νομολογία μας για την έκδοση τους μονομερώς και κατά πόσο ορθά ή λανθασμένα εκδόθηκαν. Θα εξεταστούν επομένως οι προϋποθέσεις που θέτει ο Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμος του 1965 (Ν.9/1965)όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Αφορμή στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης στάθηκε η «Ειδοποίηση Πλειστηριασμού - Δελτίο Α» σύμφωνα με τον Κανονισμό 4 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου του 1965 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, η οποία επιδόθηκε την 27.06.2017 και φέρει ημερομηνία 30.06.2017 (Τεκμ. 2 στην Αίτηση). Σύμφωνα με την ως άνω Ειδοποίηση Πλειστηριασμού το ακίνητο προς πώληση είναι το με αρ. εγγραφής 0/6799 Φ/Σχ. 48/33 και 256 στο Καλό Χωριό της Λεμεσού Τοποθ. Λακκοβούναρο Χωράφι έκτασης 3345 τ.μ. εγγεγραμμένο μερίδιο το όλον. Αυτό σύμφωνα με τη «Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου» και το «Έγγραφο Υποθήκης» ανήκε στην εταιρεία «Βιομηχανία Επίπλων Κρίστης Γεωργίου Λίμιτεδ Αρ. Εγγραφής 59821». Το εν λόγω ακίνητο είναι παραδεκτό ότι είχε επιβαρυνθεί με την Υποθήκη Υ8682/1999 που είναι το αντικείμενο της παρούσας Αίτησης. Σημειώνω ακόμη ότι στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. 5121/2003 Ε.Δ. Λεμεσού είχε εκδοθεί απόφαση και διάταγμα μεταξύ άλλων την 3.12.2007 της διά δημοσίου πλειστηριασμού πώλησης του ως άνω ακινήτου. Επιζητείται με την Αίτηση αυτή η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να παραμερίζεται η πιο πάνω ειδοποίηση και να αναστέλλεται ή και να ακυρώνεται ο σκοπούμενος με την Ειδοποίηση πλειστηριασμός ή δημοπρασία ή/ και η πώληση του ακινήτου στις 9.08.
- Έχω μελετήσει με προσοχή τους λόγους που οδήγησαν τους Αιτητές να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση και την αιτιολόγηση του καθενός από αυτούς όπως και τους λόγους ένστασης και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις με τις οποίες υποστηρίζονται για τους Αιτητές από τον κ. Χριστάκη (Κρίστης) Γεωργίου Θεοδώρου άλλως Χριστάκης Σιακόλας και για τους Καθ' ων η Αίτηση από τον κ. Μιχάλη Κωνσταντίνου. Μελέτησα το νομικό υπόβαθρο της αίτησης και της ένστασης όπως επίσης και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών στις αγορεύσεις τους, τις θέσεις που εκφράζουν σε αυτές όπως και τη νομική πτυχή της υπόθεσης στην οποία με παρέπεμψαν οι δύο πλευρές στις εισηγήσεις τους. Ο κ. Α. Κασιανής δήλωσε προφορικά ότι δεν θα επιμένει η πλευρά τους στον λόγο Έφεσης αρ. 1 που αφορά το πρόσωπο που παρουσιάζεται σήμερα ως ενυπόθηκος δανειστής δηλαδή η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ αντί της Hellenic Bank Limited.Σε κάθε περίπτωση για το εν λόγω ζήτημα προσφέρθηκε ικανοποιητική μαρτυρία από πλευράς Καθ' ων η Αίτηση (παρ. 7 της ΕΔ του κ. Μ. Κωνσταντίνου και Τεκμ. 2 σε αυτή). Ως εκ τούτου δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω αυτός ο λόγος Έφεσης. Στη βάση των γεγονότων που χαρακτηρίζουν την υπόθεση, προκύπτει σειρά από ερωτήματα τα οποία καλούμαι μέσω της απόφασης αυτής να απαντήσω και στα οποία θα αναφερθώ αμέσως στη συνέχεια, απαντώντας ταυτόχρονα σε όλους τους λόγους που οδήγησαν τους Αιτητές στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, αλλά και σε διάφορα άλλα παρεμφερή αλλά ουσιώδη ζητήματα ως προς την έκβαση της Αίτησης, όπως είναι η σημασία που ενέχει στην όλη διαδικασία η καταχώρηση από πλευράς Αιτητών της αγωγής του Ε.Δ. Λεμεσού αρ.1130/2017 στη διαδικασία που άρχισε με βάση το άρθρο 44Γ του Ν.9/1965 όπως αυτή εφαρμόζεται πλέον από της εισαγωγής του θεσμού του ιδιωτικού πλειστηριασμού ακινήτων στην κυπριακή έννομη τάξη από το 2014 (Ν.142 (Ι)/2014), το ζήτημα της κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών από τους Αιτητές την οποία επικαλούνται οι Καθ' ων η Αίτηση που στην παρούσα υπόθεση έχει κατά τους ίδιους προσλάβει διάφορες μορφές όπως και αυτό του δεδικασμένου. Οι λόγοι έφεσης που προβάλλονται στην Αίτηση/ Έφεση είναι οι ακόλουθοι (καταγράφονται αυτολεξεί): «
- Η προσβληθείσα ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ - ΔΕΛΤΙΟ Α είναι άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί ή παραμεριστεί και η όλη διαδικασία για πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου θα πρέπει να ακυρωθεί διότι προωθείται από άλλο πρόσωπο από τον κατά τον Νόμο ενυπόθηκο δανειστή ή και
- Η προσβληθείσα ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ - ΔΕΛΤΙΟ Α δεν έχει επιδοθεί προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη και προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη όπως καθορίζεται ρητά από το ΜΕΡΟΣ VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965)ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή και
- Η προσβληθείσα ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ - ΔΕΛΤΙΟ Α δεν έχει νόμιμα ή και νομότυπα επιδοθεί προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη όπως καθορίζεται από το ΜΕΡΟΣ VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965)ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή και τους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 - Κ.Δ.Π. 185/2015 ή και
- Η προσβληθείσα ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ - ΔΕΛΤΙΟ Α δεν έχει νόμιμα ή και νομότυπα δημοσιευθεί όπως ρητώς επιβάλλεται από το ΜΕΡΟΣ VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/1965)ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή και
- Η προσβληθείσα ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ - ΔΕΛΤΙΟ Α δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο Τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις όπως αναφέρονται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο (Ν.9/1965)και στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 - Κ.Δ.Π. 185/2015 ή και είναι λανθασμένη ή και εσφαλμένη αφού φέρει εσφαλμένη ημερομηνία ή και
- Η προσβληθείσα ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ - ΔΕΛΤΙΟ Α είναι άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο διότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν είναι υπερήμερος με βάση το άρθρο 27 και 44 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965)ως αυτός έχει τροποποιηθεί ένεκα του ότι έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του Αιτητή και του ενυπόθηκου οφειλέτη ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΡΙΣΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ (Η.Ε. 59821) η οποία τελεί υπό εκκαθάριση, και εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης της επίδικης Υποθήκης με αρ. Υ8682/1999 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού στο πλαίσιο της Αγωγής με αρ. 5121/2003 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με το οποίο διατάχθηκε η εκποίηση της Υποθήκης και η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό ή και
- Η προσβληθείσα ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ - ΔΕΛΤΙΟ Α είναι άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο διότι η διαδικασία του ΜΕΡΟΥΣ VIA βάσει της οποίας αποστάληκε η επίδικη ειδοποίηση δεν εφαρμόζεται ή και δεν δύναται να εφαρμοστεί ή και προωθείται καταχρηστικά εφόσον εκδόθηκε δικαστική απόφαση και διάταγμα εκποίησης της επίδικης Υποθήκης στο πλαίσιο της Αγωγής 5121/2003 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ή και
- Η προσβληθείσα ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ - ΔΕΛΤΙΟ Α είναι άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο διότι εκκρεμεί η αγωγή με αρ. 1130/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την οποία ζητείται η ακύρωση της Ειδοποίησης Τύπου «Ι» αλλά και διάταγμα εξάλειψης και ακύρωσης της επίδικης Υποθήκης με αρ. Υ8682/1999 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού διότι εγγράφηκε κατά παράβαση των διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου ως έχει τροποποιηθεί ή και διότι είναι άκυρη και παράνομη αφού αποστερεί από τον Αιτητή ή και τον ενυπόθηκο οφειλέτη το εξ επιεικείας δικαίωμα τους για να εξαλείψουν την επίδικη Υποθήκη (Equity of Redemption).» Ουσιαστικά στην ένορκη δήλωση υποστήριξης της αίτησης ο κ. Χριστάκη (Κρίστης) Γεωργίου Θεοδώρου άλλως Χριστάκης Σιακόλας επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους Έφεσης και την αιτιολογία του καθενός από αυτούς, παρέχοντας κάποιες επιπρόσθετες λεπτομέρειες των συμφωνιών στη βάση των οποίων γράφτηκε και η επίδικη υποθήκη όπως και άλλες, της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε και αφορούσε το επίδικο χρέος και υποθήκη και κατόπιν νομικής συμβουλής παραθέτει τις θέσεις τους σε σχέση με τη διαδικασία πλειστηριασμού με κατάληξη την επίδοση της Ειδοποίησης Πλειστηριασμού - Δελτίο Α. Σε αυτή επισυνάπτει επίσης ως τεκμήρια αντίγραφο της δικαστικής απόφασης στην αγωγή αρ. 5121/2003 με ημερομηνία 3.12.2007, αντίγραφο της Ειδοποίησης Πλειστηριασμού Δελτίο Α και αντίγραφο της αγωγής 1130/2017 του Ε.Δ. Λεμεσού την οποία καταχώρησαν οι Αιτητές στην παρούσα εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει αναφορά κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει σε γεγονότα και ισχυρισμούς που αναφέρονται στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους να ενστούν όπου προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης τους οποίους επίσης καταγράφω στη συνέχεια αυτολεξεί: «
- Η Αιτήτρια 2 δεν δικαιούται και/ή δεν νομιμοποιείται να εγείρει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Έφεση καθότι δεν είναι ο ενυπόθηκος οφειλέτης, ούτε αποτελεί ενδιαφερόμενο πρόσωπο στα πλαίσια της έννοιας του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, ως ετροποποιήθη (εφεξής ο «Ν.9/1965»). Συνακόλουθα, η Αίτηση Έφεση της Αιτήτριας 2 είναι έκθετη σε απόρριψη.
- (α) Η ειδοποίηση κατά τον τύπο του Δελτίου Α δεν είναι εφέσιμη και/ή δεν δύναται να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στις ειδοποιήσεις ή πράξεις που δυνατόν να εφεσιβληθούν δυνάμει της διάταξης που περιέχεται στο άρθρο 44ΙΓ του Νόμου και/ή με οποιαδήποτε άλλη διάταξη του Νόμου και/ή δεν υπάρχει στον Νόμο το δικαιοδοτικό υπόβαθρο ώστε η επίδικη ειδοποίηση να μπορεί να εφεσιβληθεί. Εν προκειμένω, η εν λόγω ειδοποίηση δεν περιλαμβάνεται στις ειδοποιήσεις που προβλέπονται από τον σχετικό Νόμο αλλά από Κανονισμούς που έχουν εκδοθεί από αυτόν και συνακόλουθα δεν μπορεί να εφεσιβληθεί. (β) Η ειδοποίηση κατά τον τύπο του Δελτίου Α αποτελεί βασικά ανακοίνωση του πλειστηριασμού που πρόκειται να λάβει χώρα, εφόσον η διαδικασία έχει ήδη ολοκληρωθεί και/ή η εν λόγω ειδοποίηση απλώς ανακοινώνει το γεγονός της διενέργειας του πλειστηριασμού. Εν προκειμένω, με την εν λόγω ειδοποίηση δεν παραβλάπτονται τυχόν δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη/ενδιαφερόμενων προσώπων, παρά μόνο, ως το περιεχόμενο της ίδιας της ειδοποίησης αναγράφει, «ανακοινώνει» τον τόπο, την ώρα της προτιθέμενης πώλησης και τον τρόπο που θα λάβει χώρα ο πλειστηριασμός.
- (α) Οι Αιτητές κωλύονται να προωθούν την υπό κρίση Αίτηση Έφεση και/ή να επιδιώκουν την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό του προγραμματισμένου πλειστηριασμού λόγω δεδικασμένου εφόσον έχει ήδη εκδοθεί απόφαση στις 21/07/2017 στην Αίτηση Έφεση με αριθμό 130/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την Αίτηση Έφεση των Αιτητών για παραμερισμό της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» ημερ.15/3/2017 για την σκοπούμενη πώληση. (β) Επιπλέον, τα επίδικα θέματα που καλύπτονται από τους προωθούμενους λόγους έφεσης υπ' αριθμόν 1, 6, 7 και 8 δεν μπορούν να εξεταστούν εκ νέου από το παρόν ισόβαθμο Δικαστήριο λόγω της ήδη εκδοθείσας απόφασης και/ή λόγω του ότι υπάρχει δεδικασμένο σε αυτά τα ζητήματα.
- (α) Η υπό κρίση Αίτηση Έφεση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/ή οι Αιτητές καταχρηστικά καταχώρησαν την παρούσα Αίτηση Έφεση ενόψει του ότι έχουν καταχωρήσει δύο αιτήσεις εφέσεις ήτοι μία για την ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» ημερ.15/3/2017 και μια για την ειδοποίηση κατά το τύπο του Δελτίου Α (παρούσα), επιδιώκοντας το ίδιο αποτέλεσμα ήτοι την ακύρωση ή και την αναστολή του πλειστηριασμού του ίδιου ενυπόθηκου ακινήτου. Συγκεκριμένα: Οι Αιτητές καταχώρησαν στις 25/4/2017 την Αίτηση Έφεση 130/2017 εναντίον της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» ημερ.15/3/2017, στην οποία έχει ήδη εκδοθεί απόφαση στις 21/07/
- Οι Αιτητές καταχώρησαν στις 26/07/2017 την παρούσα Αίτηση Έφεση 227/2017 εναντίον της ειδοποίησης κατά τον τύπο του Δελτίου Α. (β) Εν προκειμένω, οι Αιτητές κακόπιστα και/ή με σκοπό να εξαπατήσουν και/ή να ξεγελάσουν το Δικαστήριο απέκρυψαν την ύπαρξη της Αίτησης Έφεσης με αριθμό 130/2017 και/ή εις την παρούσα Αίτηση Έφεση δεν κάνουν καμία αναφορά στη συγκεκριμένη Αίτηση Έφεση, αποσιωπώντας εντελώς το γεγονός ότι με την εν λόγω Αίτηση Έφεση επιδίωκαν τον ίδιο σκοπό με την παρούσα και ότι αυτή απέτυχε και απορρίφθηκε. (γ) Οι Αιτητές καταχρηστικά και/ή κακόπιστα προχώρησαν στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης Έφεσης μόλις στις 26/07/2017 με σκοπό να εφεσιβάλουν το Δελτίο Α καθότι
(1)το Δελτίο Α είχε ήδη επιδοθεί στον Αιτητή 1 από τις 27/06/2016 ήτοι εδώ και ένα μήνα και
(2)η υπό κρίση Αίτηση Έφεση καταχωρήθηκε μόλις πέντε μέρες μετά που εκδόθηκε η δικαστική απόφαση στην Αίτηση Έφεση με αριθμό 130/2017 με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα των Αιτητών για ακύρωση και/ή παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» λόγω του ότι δεν συνέτρεχε ουδεμία από τις εκ του Νόμου προϋποθέσεις για τον παραμερισμό της ειδοποίησης για την σκοπούμενη πώληση. (δ) Οι Αιτητές καταχρηστικά προωθούν την παρούσα Αίτηση Έφεση και αξιώνουν την αναστολή και/ή την ακύρωση του πλειστηριασμού, καθότι ο προγραμματισμένος πλειστηριασμός δύναται να ακυρωθεί μόνο με τον παραμερισμό της ειδοποίησης για την σκοπούμενη πώληση και για τους συγκεκριμένους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές απέτυχαν στην Αίτηση Έφεση με αριθμό 130/2017 για παραμερισμό της εν λόγω ειδοποίησης και η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης Έφεσης αποτελεί ξεκάθαρα καταχρηστική πράξη από μέρους τους με σκοπό να αποστερήσουν από τους Καθ' ων η Αίτηση το εκ του Νόμου δικαίωμα τους για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου και να προκαλέσουν καθυστέρηση στη νομότυπη διαδικασία καθώς και περαιτέρω αχρείαστα έξοδα.
- Οι Αιτητές δεν δύναται να επικαλούνται λόγους για τον παραμερισμό της ειδοποίησης κατά τον τύπο του Δελτίου Α οι οποίοι αφορούν ειδοποίηση άλλη από την επίδικη και/ή την ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» η οποία προηγήθηκε της επίδικης. Εν προκειμένω, δεν είναι επιτρεπτό, ως γίνεται εις την παρούσα περίπτωση, να επιδιώκεται η προσβολή πτυχής της διαδικασίας που προηγήθηκε, με την ευκαιρία ειδοποίησης ή πράξης που ακολουθεί, απλά και μόνο επειδή η τελευταία ειδοποίηση ή πράξη συνιστά μέρος της διαδικασίας. Τυχόν αιτήσεις-εφέσεις μπορούν να καταχωρούνται όπως προβλέπεται στον Νόμο μόνο για τα ζητήματα που εκεί προνοούνται.
- Η επίδικη ειδοποίηση κατά τον τύπο του Δελτίου Α είναι καθόλα νόμιμη και ορθή και/ή η διαδικασία πώλησης του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου προωθείται από τον κατά τον Νόμο ενυπόθηκο δανειστή και/ή οι Καθ' ων η Αίτηση είναι ο κατά τον Νόμο ενυπόθηκος δανειστής.
- Η επίδικη ειδοποίηση κατά τον τύπο του Δελτίου Α έχει δεόντως επιδοθεί στον Αιτητή 1, στον ενυπόθηκο οφειλέτη και/ή σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ως ο Ν.9/1965ορίζει.
- Η επίδικη ειδοποίηση κατά τον τύπο του Δελτίου Α έχει καθόλα νόμιμα και νομότυπα δημοσιευτεί όπως ρητά προνοείται από το Μέρος VIA του Νόμου και ουδεμία μαρτυρία που να αποδεικνύει το αντίθετο έχει προσαχθεί από τους Αιτητές.
- (α) Η επίδικη ειδοποίηση κατά τον τύπο του Δελτίου Α είναι καθόλα ορθή, νόμιμη, έγκυρη και ο τύπος και το περιεχόμενο της πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις και συνάδει πλήρως το Δεύτερο Παράρτημα των περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Κανονισμών του
- (β) Η επίδικη ειδοποίηση κατά τον τύπο του Δελτίου Α και/ή το περιεχόμενο αυτής είναι ορθό και/ή περιέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες δυνάμει των περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Κανονισμών του 2015 και/ή οι εν λόγω πληροφορίες που περιέχονται στην επίδικη ειδοποίηση κατά τον τύπο του Δελτίου Α είναι καθόλα έγκυρες και/ή ακριβείς και/ή ορθές. (γ) Καμία διάταξη του Μέρους VIA του Ν.9/1965 προνοεί για τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της επίδικης ειδοποίησης κατά τον τύπο του Δελτίου Α και/ή εν πάση περιπτώσει η εν λόγω ειδοποίηση δεν δύναται να παραμεριστεί και/ή να ακυρωθεί για τυπικά θέματα που δεν επηρεάζουν ουσιωδώς τα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη και/ή των ενδιαφερόμενων μερών.
- Το ενυπόθηκο χρέος της Υποθήκης Υ8682/1999 είναι υπερήμερο ως οι σχετικές πρόνοιες του Ν.9/1965 ορίζουν και/ή ικανοποιείται η προϋπόθεση της υπερημερίας.
- (α) Η κείμενη νομοθεσία δεν εμποδίζει τους Καθ' ων η Αίτηση από το να προχωρήσουν στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με οποιοδήποτε τρόπο επιλέξουν, ενώ ως ο ίδιος ο Νόμος προνοεί αυτός εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, προγενέστερης και μεταγενέστερης του Νόμου. Επιπλέον προνοείται ότι η προώθηση των διαδικασιών πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Νόμου δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να καταχωρεί και πολιτική αγωγή. (β) Η ύπαρξη της δικαστικής απόφασης δεν αποτελεί εμπόδιο ούτε και αποτρέπει την εφαρμογή του Μέρους VIA του Ν.9/1965 για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με ιδιωτικό πλειστηριασμό. (γ) Το ενυπόθηκο χρέος, είτε εξ' αποφάσεως είτε εκ συμβάσεως της υποθήκης, παραμένει οφειλόμενο για το οποίο υπάρχει πάντα η δυνατότητα προσφοράς διευθέτησης του. (δ) Ουδεμία διάταξη υπάρχει η οποία να προνοεί ότι το Μέρος VIA του Ν.9/1965 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση που υπάρχει δικαστική απόφαση. (ε) Δεν συνιστά κατάχρηση η επιδίωξη της πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων όταν έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση ή και σχετικό διάταγμα εκποίησης. Η έκδοση δικαστικής απόφασης ή ακόμη και σχετικού διατάγματος για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου παρέχει δικαιώματα στον εξ' αποφάσεως δανειστή, δεν εναποθέτει υποχρέωση. Εν προκειμένω, η ύπαρξη δικαστικής απόφασης δεν περιορίζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να ακολουθήσει άλλη μέθοδο εκτέλεσης ή πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, όταν ο Νόμος του το επιτρέπει.
- Δεν δύναται οι Αιτητές από τη μια να υποστηρίζουν ότι δεν τηρήθηκε ορθά η διαδικασία της εκποίησης δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/1965 και από την άλλη να ισχυρίζονται ότι το συγκεκριμένο Μέρος VIA του Ν.9/1965 δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η συμπεριφορά αυτή καθιστά την παρούσα Αίτηση Έφεση καταχρηστική και/ή δημιουργεί κώλυμα στην προώθηση της.
- (α) Η καταχώρηση της αγωγής με αριθμό 1130/2017 δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης και/ή παραμερισμού της επίδικης ειδοποίησης κατά τον τύπο του Δελτίου Α και/ή ενδεχομένως να αφορά ειδοποίηση άλλη από την επίδικη. (β) Επιπλέον στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο με την απόφαση του στην Αίτηση Έφεση με αριθμό 130/2017 έχει ήδη αποφασίσει ότι η εν λόγω αγωγή με αριθμό 1130/2017 δεν εμπίπτει στο άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Ν.9/1965 καθότι δεν καταχωρήθηκε στο κατάλληλο στάδιο, δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει ο Ν.9/1965και είναι καταχρηστική. (γ) Οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν κάθε δικαίωμα να προχωρήσουν με την προώθηση της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή και/ή με την αποστολή της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» για την σκοπούμενη πώληση καθότι οι Αιτητές δεν συμμορφώθηκαν με τις απαιτήσεις της προηγηθείσας ειδοποίησης τύπου «Ι» και/ή η αγωγή με αριθμό 1130/2017 καταχωρήθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της επίδοσης της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ», κατ' επέκταση καμία αγωγή δεν «εκκρεμούσε» και/ή καμία αμφισβήτηση της επίδικης υποθήκης δεν υπήρχε κατά το χρόνο επίδοσης της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» ώστε να διέκοπτε ή να εμπόδιζε τους Καθ' ων η Αίτηση από το να προχωρήσουν με την διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Άνευ βλάβης: (δ) Η αγωγή με αριθμό 1130/2017 είναι καταχρηστική και/ή σκόπιμη και/ή αποτελεί μια εκ των υστέρων προσπάθεια δημιουργίας από τους Αιτητές των δεδομένων βάση των οποίων θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αυτή αποτελεί λόγο για τον παραμερισμό της επίδικης ειδοποίησης.
- (α) Η αγωγή υπ' αριθμόν 1130/2017 είναι καταχρηστική, σκόπιμη και οι Αιτητές έντεχνα χρησιμοποιούν την αναφερόμενη αγωγή ώστε να αποστερήσουν από τον ενυπόθηκο δανειστή το εκ του νόμου δικαίωμα του να προωθεί τη διαδικασία εκποίησης δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/1965 και να καθυστερήσουν τη διαδικασία εκποίησης δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/1965 και να δημιουργήσουν πρόσκομμα στη νομότυπη προώθηση της. (β) Οι Αιτητές κωλύονται να αμφισβητούν με την αγωγή υπ' αριθμόν 1130/2017, μεταξύ άλλων την επίδικη Υποθήκη Υ8682/1999 η οποία συνάφθηκε εδώ και 18 χρόνια, η Υποθήκη Υ8682/1999 συστάθηκε προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση καθόλα νόμιμα, νομότυπα και ως ο Ν.9/1965ορίζει και είναι καθόλα νόμιμη και/ή εν πάση περιπτώσει οι Αιτητές κωλύονται να προωθούν τα επίδικα θέματα ως προκύπτουν από τις αξιώσεις του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος λόγω δεδικασμένου.
- (α) Η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση να προωθήσουν την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/1965 είναι εύλογη και/ή οι Καθ' ων η Αίτηση προωθούν τον ιδιωτικό πλειστηριασμό ορθά και νομότυπα, με βάση τις δυνατότητες που τους παρέχονται από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και ασκώντας τα δικαιώματα τους. (β) Επιπλέον η ειδοποίηση κατά τον τύπο του Δελτίου Α αποστέλλεται εφόσον η ουσιαστική διαδικασία που προβλέπει ο Νόμος έχει τύχει ολοκλήρωσης και ενόψει δε της δικαστικής απόφασης στην Αίτηση Έφεση με αριθμό 130/2017 οι Καθ' ων η Αίτηση καθόλα νόμιμα και νομότυπα και σύμφωνα με τα εκ του νόμου δικαιώματα τους προχώρησαν στην επίδοση της.
- Με την υποθήκη υπ' αριθμόν Υ8682/1999 ο ενυπόθηκος οφειλέτης ανέκκλητα κατέστησε τους Καθ' ων η Αίτηση/ενυπόθηκο δανειστή, πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της δίδοντας σε αυτούς πληρεξουσιότητα, ανάμεσα σε άλλα να πωλούν τα ενυπόθηκα ακίνητα με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε ποσό με σκοπό την εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η υποθήκη.
- (α) Η Αίτηση-Έφεση είναι ανυπόστατη, αβάσιμη και καταχρηστική καθότι δεν παρουσιάζεται οτιδήποτε που να θέτει υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση να κινούν τις διαδικασίες και να επιζητούν τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του Μέρους VIA του Ν.9/
- (β) Δεν παρουσιάζεται κανένας λόγος που να δικαιολογεί την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της ειδοποίησης κατά τον τύπο του Δελτίου Α.
- (α) Η Αίτηση-Έφεση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. (β) Η Αίτηση-Έφεση στερείται οποιουδήποτε κατάλληλου υποβάθρου και/ή πραγματικού υποβάθρου που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών. (γ) Δεν παρατίθεται κανένας βάσιμος λόγος στη βάση του οποίου το Δικαστήριο να μπορέσει να εξασκήσει την ενδεχόμενη διακριτική ευχέρεια που τυχόν έχει υπέρ των Αιτητών. (δ) Οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών τους και/ή τα αναφερόμενα, στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή 1 που υποστηρίζουν την επίδικη Αίτηση-Έφεση, γεγονότα δεν μπορούν να στηρίξουν τις αιτούμενες θεραπείες και/ή δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων από το Δικαστήριο.
- Η Αίτηση- Έφεση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι τυχόν επιτυχία της έκβασης της θα αποστερήσει τους Καθ' ων η Αίτηση από την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της, καταστρατηγώντας το σκοπό του τροποποιηθέντος νομοθετικού πλαισίου του Ν.9/
- Κανένα έννομο συμφέρον του Αιτητή 1 δεν έχει πληγεί με την αποστολή της ειδοποίησης κατά τον τύπο του Δελτίου Α και οι Καθ' ων η Αίτηση καθόλα ορθά και νόμιμα επιδιώκουν τις θεραπείες που προνοεί το Μέρος VIA του Ν.9/
- (α) Η παρούσα Αίτηση-Έφεση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court). (β) Η Αίτηση-Έφεση είναι αποτέλεσμα εκ των υστέρων σκέψεων των Αιτητών και/ή καταχωρήθηκε για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς και/ή είναι καταχρηστική και/ή κατασπαταλεί το πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου και/ή προκαλεί αχρείαστα έξοδα.» Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει για τους Καθ' ων η Αίτηση ο κ. Μιχάλης Κωνσταντίνου ο οποίος εργάζεται στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών των Καθ' ων η Αίτηση. Υποστηρίζει τους λόγους ένστασης παρέχοντας όπου κρίνει σκόπιμο περισσότερες λεπτομέρειες από αυτές της αιτιολογίας τους και επισυνάπτει σειρά εγγράφων ως τεκμήρια. Δεν κρίνω σκόπιμο να καταγράψω σε αυτό το μέρος προβαλλόμενους ισχυρισμούς στους οποίους όμως θα επανέλθω κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει όπου κριθεί αναγκαίο. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι είχαν την καλοσύνη ενόψει και του επείγοντος του ζητήματος να ετοιμάσουν γραπτές αγορεύσεις επί των οποίων διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία της Αίτησης όπου επιχειρηματολογούν υπέρ των θέσεων τους και παραθέτουν τις κατά την άποψη τους νομοθετικές πρόνοιες τις οποίες ερμηνεύουν προς υποστήριξη των θέσεων τους όπως επίσης και τις πρωτόδικες αποφάσεις ως καθοδηγητικές για την επίλυση των νομικών ζητημάτων που προκύπτουν. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και μπορώ να πω ότι στάθηκαν πολύ υποβοηθητικές για να αντιληφθώ τις εκατέρωθεν θέσεις και τις λαμβάνω υπόψη μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΟΠΩΣ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΠΟΥ ΤΕΘΗΚΕ ΕΝΩΠΙΟΝ ΜΟΥ - ΑΝΑΛΥΣΗ: Η υπό κρίση Αίτηση/ Έφεση βασίζεται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 ως αυτός έχει τροποποιηθεί με τον Ν.142(Ι)/2014, (εφεξής ο «Ν.9/1965») και ειδικά στα άρθρα 44Α μέχρι 44Ζ και 44ΙΓ καθώς και στον περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Κανονισμοί του
- Προκύπτει από αναμφισβήτητα γεγονότα, όπως έχουν τεθεί ενώπιον μου ότι η επίδικη Υποθήκη Υ8682/1999 συστάθηκε από την εταιρεία ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΡΙΣΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν από τους Καθ' ων η Αίτηση, υπό το προηγούμενο όνομα τους ως Ελληνική Τράπεζα Λτδ προς την ίδια την εταιρεία με εγγυητή μόνο τον Αιτητή 1, υπό την προσωπική του ιδιότητα. Τα πιο πάνω παρόλο ότι αναφέρονται στην ΕΔ του κ. Κωνσταντίνου δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους Αιτητές. Η Αιτήτρια 2 δεν ήταν εγγυήτρια των πιστωτικών διευκολύνσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας αλλά ενυπόθηκος οφειλέτης παραχωρώντας τις Υποθήκες Υ5370/1996 και Υ3394/1998 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού[1]. Η Υποθήκη Υ8682/1999, με την σύμφωνη γνώμη της εταιρείας ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΡΙΣΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ, εξασφάλιζε διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην ίδια από τους Καθ' ων η Αίτηση. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι οι εκάστοτε τραπεζικές διευκολύνσεις παρέχονταν στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΡΙΣΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ κατόπιν αιτημάτων της εν λόγω εταιρείας τα οποία οι Καθ' ων η Αίτηση αποδέχονταν με τους όρους και τις προϋποθέσεις που περιέχονταν στα σχετικά έγγραφα που υπογράφονταν μεταξύ των μερών. Περαιτέρω προκύπτει από τα αναμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης ότι ένεκα παραβάσεων εκ μέρους της ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΡΙΣΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ ουσιωδών όρων των πιστωτικών διευκολύνσεων και παράλειψη της να συμμορφωθεί, οι Καθ' ων η Αίτηση ασκώντας τα εκ των συμφωνιών και του νόμου απορρέοντα δικαιώματα τους με επιστολές τους ημερ.15.02.2002 τερμάτισαν τη λειτουργία των λογαριασμών με αριθμούς 215-01-153471-01 (προηγουμένως έφερε αριθμό 201-01-153471-01) και 215-31153471-01 (προηγουμένως έφερε αριθμό 201-31-1533471-01) που εξασφαλίζονταν, μεταξύ άλλων, με την Υποθήκη Υ8682/1999 και απαίτησαν πλήρη και τελεία εξόφληση όλων των χρεωστικών υπολοίπων τους σε περίοδο 7 ημερών. Ταυτόχρονα ειδοποίησαν τη ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΡΙΣΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ αναφορικά με το χρεωστικό επιτόκιο των ως άνω λογαριασμών που ίσχυε από την ημερομηνία της εν λόγω επιστολής. Επιπλέον οι Καθ' ων η Αίτηση με ξεχωριστές επιστολές ίδιας ημερομηνίας ενημέρωσαν τους Αιτητές για τον τερματισμό των εν λόγω λογαριασμών, ότι όλα τα δυνάμει των εν λόγω λογαριασμών οφειλόμενα ποσά είχαν καταστεί απαιτητά και για την αλλαγή του χρεωστικού επιτοκίου. Σχετική είναι η Δέσμη Τεκμηρίων 3 που συνοδεύει την ΕΔ του κ. Κωνσταντίνου. Στις 09.07.2003 οι Καθ' ων η Αίτηση απέστειλαν στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία και στους Αιτητές επιστολές δια των οποίων τους πληροφόρησαν ότι με βάση τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμο, το ετήσιο χρεωστικό επιτόκιο των επίδικων λογαριασμών είχε μετατραπεί σε 10,50% σταθερό, ότι το ποσοστό αυτό θα υπολογίζεται και θα χρεώνεται στο εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο των λογαριασμών της πρωτοφειλέτιδας δύο φορές ετησίως και ότι το ετήσιο χρεωστικό επιτόκιο της επίδικης Υποθήκης είχε μετατραπεί από την ημερομηνία της εν λόγω επιστολής σε 10,50% σταθερό. Ο τόκος θα υπολογιζόταν ημερησίως επί του ποσού της εγγύησης, θα λαμβάνεται υπ' όψιν ο αριθμός των ημερών που έχει ο κάθε μήνας ξεχωριστά και θα χρησιμοποιείται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. Ο τόκος κεφαλαιοποιείται δύο φορές ετησίως ήτοι την 30 Ιουνίου και την 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους μαζί με οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα, προμήθειες και/ή χρεώσεις. Σχετική είναι η Δέσμη Τεκμηρίων 4 που συνοδεύει την ΕΔ του κ. Κωνσταντίνου. Ενόψει του ότι η πρωτοφειλέτιδα ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΡΙΣΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ και οι εγγυητές/ενυπόθηκοι οφειλέτες αρνήθηκαν και παρέλειψαν να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά, οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν την αγωγή 5121/2003 Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον της ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΡΙΣΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ, του Χριστάκη (Κρίστη) Γεωργίου Θεοδώρου/Αιτητή 1 και της Αιτήτριας 2 στην οποία εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση στις 03.12.
- Αντίγραφο του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής με αριθμό 5121/2003 επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 5 στην ΕΔ του κ. Κωνσταντίνου. Συνεπεία της μη εξόφλησης των εξασφαλιζομένων με την Υποθήκη Υ8682/1999 ποσών, οι Καθ' ων η Αίτηση ενεργοποίησαν τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό προωθούμενο από τον δανειστή όπως προνοούν οι διατάξεις του Μέρους VIA του Ν.9/
- Με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 44Α έως 44ΙΑΑ του Ν.9/1965, που εισήχθησαν με τον τροποποιητικό Νόμο 142
(1)/2014, παρέχεται η δυνατότητα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου στην περίπτωση υπερημερίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το οφειλόμενο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των εκατόν είκοσι
(120)ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του Ν.9/
- Προς το σκοπό αυτό οι Καθ' ων η Αίτηση ενεργοποίησαν την διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/1965 επιδίδοντας στον Αιτητή 1, στην υπό εκκαθάριση πρωτοφειλέτιδα εταιρεία και στην εταιρεία MARKETWAY LTD, η οποία κατείχε προς όφελος της απαγόρευση επί του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου, την ειδοποίηση κατά τον τύπο «Θ» και τύπο «Ι» του Δευτέρου Παραρτήματος του Ν.9/
- Οι εν λόγω ειδοποιήσεις, επίσης συνοδεύονταν από σχετική κατάσταση λογαριασμού, τις αποφάσεις στις αγωγές με αριθμούς 6609/2001, 6610/2001 και 5121/2003 και σχετική επιστολή των Καθ' ων η Αίτηση και έφεραν ημερομηνία 23.06.2016 (εφεξής η «Ειδοποίηση Τύπου «Ι» και θα περιλαμβάνει όλα τα αναφερόμενα έγγραφα). Σχετική είναι η Δέσμη Τεκμηρίων 6 που συνοδεύει την Ε.Δ. του κ. Κωνσταντίνου. Παρόλο που η Ειδοποίηση Τύπου «Ι» επιδόθηκε δεόντως στον Αιτητή 1, στον Επίσημο Παραλήπτη ως Διαχειριστή της υπό Εκκαθάρισης Εταιρείας ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΡΙΣΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ και στην εταιρεία MARKETWAY LTD, τα πρόσωπα αυτά και ο καθένας από αυτούς ξεχωριστά, παρέλειψαν εντός του προβλεπόμενου χρόνου να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό προς τους Καθ' ων η Αίτηση. Για το λόγο αυτό, οι Καθ' ων η Αίτηση απέστειλαν στις 15.03.2017 την ειδοποίηση τύπου «ΙΑ», η οποία επιδόθηκε στον Αιτητή 1, ως ενδιαφερόμενο μέρος στη διαδικασία, στις 27.03.2017, προσωπικά έναντι της υπογραφής του. Επιπλέον, κατά τις 20.03.2017 επιδόθηκαν στον Επίσημο Παραλήπτη ως Διαχειριστή της υπό Εκκαθάρισης Εταιρείας ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΡΙΣΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ (Η.Ε. 59821) η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» καθώς επίσης και η ειδοποίηση κατά τον τύπο «ΙΒ», η οποία έφερε ημερ.15.03.2017 (εφεξής η «Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ»). Επίσης κατά τις 22.03.2017 επιδόθηκε στην εταιρεία MARKETWAY LTD η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ», ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο στη διαδικασία εφόσον υπάρχει προς όφελος της απαγόρευση στο επίδικο υποθηκευμένο ακίνητο. Σχετική είναι η Δέσμη Τεκμηρίων 7 που συνοδεύει την Ε.Δ. του κ. Κωνσταντίνου. Στις 25.04.2017 οι Αιτητές καταχώρησαν την Αίτηση Έφεση με αριθμό 130/2017 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, εφεσιβάλλοντας την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» και αιτούνταν μέσω αυτής την έκδοση διαταγμάτων, μεταξύ άλλων, παραμερισμού ή/και ακύρωσης της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» καθώς και ακύρωσης του προγραμματισμένου πλειστηριασμού. Στις 27.06.2017 οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως προβάλλοντας δεκαεννέα λόγους στη βάση των οποίων θεωρούσαν ότι τα αιτούμενα Διατάγματα δεν θα έπρεπε να εκδοθούν και ότι η Αίτηση Έφεση των Αιτητών θα έπρεπε να απορριφθεί με έξοδα. Μετά από ακροαματική διαδικασία, στις 21.07.2017, το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του με την οποία απέρριψε την ως άνω Αίτηση/ Έφεση με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, ενόψει του ότι, ως το Δικαστήριο σημείωσε, καμία από τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 44Γ του Νόμου δεν συνέτρεχε, η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» τηρούσε τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις, επιδόθηκε κανονικά, δεν αποστάλθηκε πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής και η αγωγή που εκκρεμεί, για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση και του χρόνου που καταχωρήθηκε δεν είναι δυνατό να λογισθεί ότι αποτελεί αγωγή με την οποία αιτιολογείτο η ακύρωση της εν λόγω ειδοποίησης. Αντίγραφο της Αίτησης Έφεσης με αριθμό 130/2017, της Ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση καθώς και της απόφασης στην εν λόγω υπόθεση επισυνάφθηκαν ως Δέσμη Τεκμηρίων 8 στην Ε.Δ. του κ. Κωνσταντίνου. Στο μεταξύ από τις 27.06.2017 επιδόθηκε δεόντως στον Αιτητή 1 η ειδοποίηση πλειστηριασμού κατά τον τύπο του Δελτίου Α (εφεξής το «Δελτίο Α»). Επιπλέον, το Δελτίο Α επιδόθηκε δεόντως στις 26.06.2017 στον Επίσημο Παραλήπτη ως Διαχειριστή της υπό Εκκαθάρισης Εταιρείας ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΡΙΣΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ καθώς επίσης στις 28.06.2017 στην εταιρεία MARKETWAY LTD. Με το Δελτίο Α οι Καθ' ων η Αίτηση, ανακοίνωσαν, μεταξύ άλλων, στα πιο πάνω πρόσωπα ότι σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, αρ. 9/ 1965, θα πωληθεί στη δημοπρασία μετά από αίτηση των Καθ' ων η Αίτηση, η ακίνητη ιδιοκτησία που περιγράφεται στον αναγραφόμενο Πίνακα από συγκεκριμένο δημοπράτη σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο. Είναι σημαντικό να καταγραφεί εδώ ότι καθορίστηκε ως χρόνος πώλησης με την ως άνω Ειδοποίηση Πλειστηριασμού η 9η.08.
- Σχετική είναι η Δέσμη Τεκμηρίων 9 που συνοδεύει την Ε.Δ. του κ. Κωνσταντίνου. Οι καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν τη θέση ότι η Αιτήτρια 2 δεν δικαιούται και δεν νομιμοποιείται να εγείρει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Έφεση καθότι δεν είναι ο ενυπόθηκος οφειλέτης, ούτε αποτελεί ενδιαφερόμενο πρόσωπο στα πλαίσια της έννοιας του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, όπως τροποποιήθηκε (εφεξής ο «Ν.9/1965» και/ή ο «Νόμος»). Ως έχει αναφερθεί από τον κ. Κωνσταντίνου στην Ένορκη του Δήλωση, χωρίς να αμφισβητηθεί από την πλευρά των Αιτητών, η Αιτήτρια 2 δεν ήταν εγγυήτρια των πιστωτικών διευκολύνσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, αλλά ενυπόθηκος οφειλέτης παραχωρώντας τις Υποθήκες Υ5370/1996 και Υ3394/1998 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί ότι δεν αποτελεί πρόσωπο που έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης. Σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΕ του Ν.9/1965 «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» ορίζεται ως «οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στα μητρώα του Κτηματολογίου και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε εγγυητές σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος∙». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 84 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, «Σύμβαση εγγύησης» είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται "εγγυητής", το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται "πρωτοφειλέτης", και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται "πιστωτής". Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 2
(1)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (εφεξής ο «Ν.9/1965» ή και ο «Νόμος») «υποθήκη», μετά των γραμματικών του όρου παραλλαγών και συγγενών εκφράσεων, σημαίνει επιβάρυνσιν συσταθείσαν επί ακινήτου τη βουλήσει του κυρίου προς εξασφάλισιν οριστικού, μέλλοντος ή υπό αίρεσιν χρηματικού τινος χρέους ή υποχρεώσεως. Περαιτέρω, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η Αιτήτρια 2 δεν αποτελεί πρόσωπο που έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης. Το γεγονός ότι έχει παραχωρήσει άλλες υποθήκες διαφορετικές από την επίδικη δεν σημαίνει ότι η Αιτήτρια έχει «δικαίωμα» στο εκπλειστηρίασμα της επίδικης Υποθήκης Υ8682/
- Δικαίωμα ερμηνεύεται ως «η ελευθερία που αναγνωρίζεται από τον νόμο σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο να ενεργεί για την ικανοποίηση των έννομων συμφερόντων του» και είναι συνώνυμο της «απαίτησης»[2]. Στην Αίτηση/Έφεση αρ. 13/2017 Ε.Δ. Λάρνακας Χρυστάλλα Κίζη κ.ά. v. Alpha Bank Cyprus Ltd, ημερ.19.05.2017 του αδελφού Δικαστή κ. Η. Γεωργίου Α.Ε.Δ. οι αιτητές ισχυρίζονταν ότι η επίδικη ειδοποίηση δεν επιδόθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και δη στην Αιτήτρια αρ.3 εταιρεία η οποία είχε παραχωρήσει άλλη υποθήκη από την επίδικη. Αναγνωρίστηκε από την τράπεζα ότι πράγματι δεν επιδόθηκε η ειδοποίηση Τύπος ΙΑ στην Αιτήτρια αρ.3, υποστηρίχθηκε όμως ότι δεν απαιτείτο, ενόψει του γεγονότος ότι δεν αφορούσε ενδιαφερόμενο πρόσωπο όπως αυτό καθορίζεται στη σχετική νομοθεσία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν απαιτείτο η επίδοση της σχετικής ειδοποίησης στην Αιτήτρια αρ.3 σε σχέση με την επίδικη υποθήκη καθότι η Αιτήτρια αρ.3 δεν είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο στα πλαίσια της έννοιας του Νόμου και δεν νομιμοποιείτο να εγείρει την αίτηση έφεσης αφού αντικείμενο της επίδικης ειδοποίησης ήταν η υποθήκη που παραχώρησε η αιτήτρια αρ.
- Στην υπόθεση Αίτηση/ Έφεση αρ. 130/2017 Ε.Δ. Λεμεσού Χριστάκης (Κρίστης) Γεωργίου Θεοδώρου άλλως Χριστάκης Σιακόλας κα. v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ.21.07.2017 η οποία αφορούσε την προσβολή της προηγούμενης ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» ημερ.15.03.2017 που αποστάλθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση στον Αιτητή 1, το Δικαστήριο ήδη αποφάσισε ότι η Αιτήτρια 2 δεν αποτελεί ενδιαφερόμενο πρόσωπο με βάση το Νόμο. Συγκεκριμένα, αφού σημείωσε ότι, η Αιτήτρια 2 αποτελεί ενυπόθηκο οφειλέτη παραχωρώντας τις υποθήκες Υ5370/1996 και Υ3394/1998 για εξασφάλιση υποχρεώσεων της εταιρείας και ότι με βάση το παρακλητικό της αγωγής αρ. 5121/2003 οι Καθ' ων η Αίτηση αξιώνουν από την Αιτήτρια 2 τα ποσά δυνάμει των υποθηκών και όχι οτιδήποτε άλλο σε σχέση με τις υπόλοιπες εγγυήσεις που παραχωρήθηκαν στην εταιρεία, έκρινε ότι η Αιτήτρια 2 με βάση το Νόμο δεν αποτελεί ενδιαφερόμενο πρόσωπο με βάση το συγκεκριμένο ενυπόθηκο χρέος αλλά η εγγύηση της είναι με βάση άλλη υποθήκη και μόνο για το ποσό της συγκεκριμένης υποθήκης. Για σκοπούς της παρούσας πλέον του γεγονότος ότι η πιο πάνω απόφαση συνιστά δεδικασμένο και δεν θα έπρεπε καν να με απασχολήσει αυτός ο λόγος Έφεσης εντούτοις δεν έχω κανένα ενδοιασμό να συμφωνήσω με την πιο πάνω απόφαση του αδελφού κ. Μ. Δρουσιώτη, Α.Ε.Δ. Εκ των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι η Αιτήτρια 2 δεν αποτελεί ενδιαφερόμενο πρόσωπο εν τη εννοία του Νόμου και η Αίτηση Έφεση της Αιτήτριας 2 είναι έκθετη σε απόρριψη. Οι Αιτητές στην παράγραφο 8 της Ε.Δ. με την οποία υποστηρίζουν την Αίτηση υποστηρίζουν ότι μετά από νομική συμβουλή του δικηγόρου τους, κατέθεσαν την υπό κρίση Αίτηση Έφεση με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 44ΙΓ του Νόμου. Θέση των Καθ' ων η Αίτηση με την οποία συμφωνώ είναι ότι η υπό κρίση Αίτηση/ Έφεση είναι έκθετη σε απόρριψη για το λόγο ότι το Δελτίο Α δεν είναι εφέσιμο καθότι δεν εμπίπτει στις ειδοποιήσεις ή πράξεις που δυνατό να εφεσιβληθούν δυνάμει της γενικής διάταξης που περιέχεται στο άρθρο 44ΙΓ του Νόμου. Το άρθρο 44ΙΓ του Νόμου προνοεί ότι: «Αναφορικά με την άσκηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, του οποίου τα έννομα συμφέροντα παραβλάπτονται από οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη, στα πλαίσια του παρόντος Μέρους, δύναται εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις τριάντα
(30)ημέρες από την ημερομηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση ή πράξη, να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο:...» Το Δελτίο Α όμως κατά την άποψη μου δεν εμπίπτει στις ειδοποιήσεις ή πράξεις που δυνατόν να εφεσιβληθούν δυνάμει της διάταξης που περιέχεται στο άρθρο 44ΙΓ του Νόμου και αυτή η θέση υποστηρίζεται:
(1)από το γεγονός ότι η εν λόγω ειδοποίηση αποτελεί βασικά ανακοίνωση του πλειστηριασμού που πρόκειται να λάβει χώρα, εφόσον η διαδικασία έχει ήδη ολοκληρωθεί. Είναι σαφές από το λεκτικό της συγκεκριμένης ειδοποίησης πλειστηριασμού κατά τον τύπο του Δελτίου Α ότι σκοπό της είναι απλώς να ανακοινώσει το γεγονός της διενέργειας του πλειστηριασμού εφόσον η διαδικασία έχει ήδη ολοκληρωθεί με την αποστολή και επίδοση όλων των ειδοποιήσεων που προνοεί ο Νόμος για την διαδικασία του πλειστηριασμού και τον καθορισμό της ημερομηνίας. Εν προκειμένω, ως το περιεχόμενο της ίδιας της ειδοποίησης αναγράφει, «ανακοινώνει» τον τόπο, την ώρα της προτιθέμενης πώλησης και τον τρόπο που θα λάβει χώρα ο πλειστηριασμός.
(2)Επιπλέον δεν είναι άνευ σημασίας ότι η συγκεκριμένη ειδοποίηση κατά τον τύπο του Δελτίου Α δεν περιλαμβάνεται στις ειδοποιήσεις που προβλέπονται στο Μέρος VIA του Νόμου και στα σχετικά άρθρα 44Α - 44ΙΑΑ του Νόμου όπως είναι οι Ειδοποιήσεις Τύπου «Θ», «Ι», «ΙΑ», «ΙΒ» και «ΙΓ». Αναφορά στην επίδοση της συγκεκριμένης ειδοποίησης γίνεται μεν στο άρθρο 44Ζ του Νόμου, ο τύπος και οι λεπτομέρειες της ειδοποίηση όμως καθορίζονται από τους περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Κανονισμούς του 2015 και συγκεκριμένα τον Κανονισμό 4, ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: «Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 44Ζ του Νόμου, κάθε ειδοποίηση για πλειστηριασμό εκδίδεται από τον ενυπόθηκο δανειστή και δημοσιεύεται κατά τον τύπο του Δελτίου Α, που προβλέπεται στο Δεύτερο Παράρτημα.» Επιπλέον, από το λεκτικό του άρθρου 44Ζ είναι σαφές ότι η διαδικασία που προβλέπει ο Νόμος έχει τύχει ολοκλήρωσης και εκείνο που απομένει είναι η έκδοση από τον ενυπόθηκο δανειστή μιας απλής «ανακοίνωσης» του γεγονότος του πλειστηριασμού δίδοντας τις επιμέρους λεπτομέρειες του τόπου, τις ώρας και του τρόπου διενέργειας του πλειστηριασμού. Εν προκειμένω, το Δελτίο Α δεν επηρεάζει τυχόν δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή ενδιαφερόμενου προσώπου, δεν διαταράζει τα δεδομένα ως έχουν ήδη γνωστοποιηθεί στα εν λόγω πρόσωπα και δεν προνοεί κάτι καινούργιο ή κάτι διαφορετικό από όσα ήδη με τις προηγούμενες ειδοποιήσεις ο ενυπόθηκος δανειστής έχει πληροφορήσει τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Παρόμοια αντικρίστηκε το ζήτημα στην Αρ. Αίτησης Έφεσης 280/2016, Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερ.22.11.2016 Ιωάννη Γιαπάτη v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά από την κα Λ. Δημητριάδου Π.Ε.Δ., σε ερώτημα κατά πόσο η ειδοποίηση η οποία δόθηκε κατά τον τύπο του Δελτίου Α δύναται να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στις ειδοποιήσεις ή πράξεις που δυνατόν να εφεσιβληθούν δυνάμει της γενικής διάταξης που περιέχεται το άρθρο 44ΙΓ, το Δικαστήριο απάντησε αρνητικά σημειώνοντας τα πιο κάτω, τα οποία και υιοθετούνται για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης: «Έχοντας περιγράψει πιο πάνω την διαδικασία πώλησης ενυποθήκου ακινήτου εγείρεται το ερώτημα κατά πόσον η ειδοποίηση ημ. 16.05.2016 η οποία δόθηκε κατά τον τύπο του Δελτίου Α δύναται να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στις ειδοποιήσεις ή πράξεις που δυνατόν να εφεσιβληθούν δυνάμει της γενικής διάταξης που περιέχεται στο Άρθρο 44 ΙΓ. Η θέση του Δικαστηρίου είναι σαφέστατα αρνητική ενόψει του ότι η εν λόγω ειδοποίηση κατά το τύπο του Δελτίου Α αποτελεί βασικά ανακοίνωση του πλειστηριασμού που πρόκειται να λάβει χώρα και αφού η σχετική διαδικασία έχει ήδη ολοκληρωθεί και έχουν αποσταλεί οι σχετικές ειδοποιήσεις που προνοεί ο Νόμος. Δεν είναι δε άνευ σημασίας ότι η πιο πάνω ειδοποίηση κατά το τύπο του Δελτίου Α δεν περιλαμβάνεται στις ειδοποιήσεις που προβλέπονται από τον σχετικό Νόμο όπως είναι οι Ειδοποιήσεις Θ, Ι, ΙΑ και ΙΒ αλλά από Κανονισμούς που έχουν εκδοθεί με βάση αυτόν. Με άλλα λόγια, η ουσιαστική διαδικασία που προβλέπει ο Νόμος έχει τύχει ολοκλήρωσης και εκείνο που απομένει είναι η έκδοση από τον ενυπόθηκο δανειστή μιας απλής ειδοποίησης στην οποία ανακοινώνεται ο τόπος, η ώρα της προτιθέμενης πώλησης και ο τρόπος που ο πλειστηριασμός θα λάβει χώρα. Μια ανάγνωση του περιεχομένου του Δελτίου Α αποκαλύπτει ότι μέσω αυτού απλώς «ανακοινώνεται», όπως είναι το συγκεκριμένο ρήμα που χρησιμοποιείται στην σχετική ειδοποίηση, το γεγονός της διενέργειας του πλειστηριασμού. Η πρόθεση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω διαδικασίας πλειστηριασμού έχει ήδη επιδοθεί στον ενυπόθηκο οφειλέτη από τον ενυπόθηκο δανειστή μέσω της Ειδοποίησης κατά τον Τύπο ΙΑ ημ. 21/3/16 η οποία και παρελήφθη στις 23/3/16. Εκείνο που δύνατο να προσβληθεί από τον Αιτητή και ενυπόθηκο οφειλέτη είναι η ειδοποίηση Τύπος ΙΑ για τους λόγους που, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, με εξαντλητικό τρόπο καταγράφονται στο Άρθρο 44(Γ)
(3)του Νόμου. Κάτι τέτοιο είναι αναντίλεκτο ότι δεν έχει γίνει στην παρούσα περίπτωση. Η δε υπό κρίση Αίτηση/Έφεση έχει καταχωρηθεί στις 10/6/16, ήτοι σχεδόν τρείς μήνες μετά από την ημερομηνία παραλαβής της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ με αποτέλεσμα να είναι εκπρόθεσμη.» Παρόμοια θέση ότι το Δελτίο Α δεν είναι εφέσιμο υιοθετήθηκε και στην ενδιάμεση απόφαση στην υπόθεση ADAMKO INV.CONSTRUCTIONS LIMITED κ.ά v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αίτησης Έφεση 344/2017, Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερ. 30.05.2017 όπου η κα Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. εξέτασε κατά πόσο το μονομερές διάταγμα αναστολής του πλειστηριασμού θα οριστικοποιείτο. Κατά την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, μεταξύ άλλων η κα Γ. Κυριακίδου σημείωσε τα ακόλουθα: «Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω θα εξετάσω την θέση της Καθ' ης η αίτηση για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το επίδικο προσωρινό διάταγμα γιατί δεν υπήρχε το κατεπείγον. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας οι ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ επιδόθηκαν στους Εφεσείοντες στις 01.03.2017 με τις οποίες πληροφορούνται οι Αιτητές για το πλειστηριασμό που θα διενεργείτο στις 30.05.
- Οι Αιτητές άφησαν να παρέλθει 2 ½ και πλέον μήνες από τη επίδοση αυτών, καταχωρώντας την Κυρίως Αίτηση-Έφεση και τη παρούσα λίγες μόνο μέρες πριν την ημερομηνία πλειστηριασμού, δηλαδή 17.05.
- Τα όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο των Αιτητών για επίδοση του Δελτίου Α δεν διαφοροποιούν τα ανωτέρω έχοντας υπόψη ότι το Δελτίο Α δεν αποτελεί μέρος της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου που προβλέπεται από το Νόμο του πλειστηριασμού, ως εξηγείται κατωτέρω, ούτε οι προσπάθειες συμβιβασμού της υπόθεσης δικαιολογούν την καθυστέρηση. Εν όψει των πιο πάνω δεν υφίστατο το κατεπείγον κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος στη παρούσα υπόθεση και συνεπώς το διάταγμα αναστολής που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης θα πρέπει να ακυρωθεί. ... Ως αναφέρθηκε πιο πάνω στη παρούσα υπόθεση η επίδοση των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ έγινε 01.03.2017 ενώ η παρούσα Αίτηση/Έφεση κατεχωρήθη εκπρόθεσμα δηλαδή πολύ μετά των 30 ημερών που προβλέπεται από τον Νόμο. Το ότι παρελήφθη το Δελτίο Α δηλαδή η ανακοίνωση του πλειστηριασμού στις 15.4.2017 από τους Εφεσείοντες/Αιτητές δεν διαφοροποιεί τα ανωτέρω αφού το Δελτίο Α δεν εμπίπτει στις ειδοποιήσεις οι οποίες μπορούν να προσβληθούν με βάση το Νόμο με Αίτηση Έφεσης (βλ. Γιαπατής v. Tράπεζας Κύπρου (ανωτέρω). Ως εκ των ανωτέρω η θέση ότι στην παρούσα Αίτηση οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει το κριτήριο συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση στη παρούσα Αίτηση/Έφεσης ευσταθεί.» Άποψη μου συμφωνώντας με τα πιο πάνω είναι ότι το Δελτίο Α δεν μπορεί να εφεσιβληθεί δυνάμει του άρθρου 44ΙΓ του Νόμου ή και με οποιαδήποτε άλλη διάταξη του Νόμου και καθίσταται σαφές ότι δεν υπάρχει στον Νόμο το δικαιοδοτικό υπόβαθρο ώστε η επίδικη ειδοποίηση να μπορεί να παραμεριστεί. Το ζήτημα του δεδικασμένου: Πέραν όμως των πιο πάνω η υπό κρίση Αίτηση/ Έφεση είναι έκθετη σε απόρριψη καθότι οι Αιτητές κωλύονται να προωθούν την υπό κρίση Αίτηση Έφεση και να επιδιώκουν την ακύρωση ή τον παραμερισμό του προγραμματισμένου πλειστηριασμού λόγω δεδικασμένου εφόσον έχει ήδη εκδοθεί απόφαση στις 21.07.2017 στην Αίτηση Έφεση με αριθμό 130/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Όπως έχει καταγραφεί πιο πάνω το Δικαστήριο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας απέρριψε την Αίτηση Έφεση των Αιτητών για παραμερισμό της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» ημερ.15.03.2017 για την σκοπούμενη πώληση κρίνοντας ότι ουδείς από τους λόγους που προνοούνται στο άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου υφίστατο για τον παραμερισμό της. Μέσα δε από τη Δέσμη Τεκμηρίων 8 φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι προωθούμενοι λόγοι υπ' αριθμόν 1, 6, 7 και 8 στην παρούσα Αίτηση Έφεση είναι οι ίδιοι με τους λόγους έφεσης υπ' αριθμόν 9, 10 και 13 που προέβαλαν οι Αιτητές στην Αίτηση Έφεση με αριθμό 130/2017 και το Δικαστήριο εξέδωσε ήδη την απόφαση του γι' αυτούς, απορρίπτοντας τους. Καταλήγω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει σε εξέταση των αναφερόμενων λόγων έφεσης, λόγω της ήδη εκδοθείσας απόφασης και λόγω του ότι υπάρχει δεδικασμένο σε αυτά τα ζητήματα. Τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια που οδηγούν στην εξέταση του κωλύματος (estoppel) ως αποδεικτικού κανόνα σύμφωνα με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί κάποιο γεγονός σε μια δικαστική διαδικασία (Βογιζιανός και Άλλων v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.1)
(2011)1(Α) ΑΑΔ 253). Η δημιουργία κωλύματος, το οποίο πηγάζει από την αρχή του δεδικασμένου εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασισθεί δικαστικώς με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να το πράξει (R v. West
(1962)2 All ER 624, R v. Kent Justices, Ex parte Machin
(1952)1 All ER 1123) και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων με την ίδια ιδιότητα (Borna Alikhani, ως Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Hossein Alikhani v. Προδρόμου κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 657, Thoday v. Thoday
(1964)1 All ER 341). Δηλαδή, εξ' ορισμού του κωλύματος λόγω δεδικασμένου, αποκλείεται η εκ δευτέρου δικαστική εξέταση ζητήματος που έχει επιλυθεί σε προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, του ιδίου θέματος, μεταξύ των ιδίων διαδίκων υπό την ίδια ιδιότητα. Η έννοια του κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής (cause of action estoppel), αποδίδεται λιτά και με τρόπο περιγραφικό από τον Lord Denning M.R.στην Fidelitas Shipping Co Ltd v. V/O Exportchleb [1965] 2 All E.R. 4 στη σελίδα 8 ως εξής: "If one party brings an action against another for a particular cause and judgement is given on it, there is a strict rule of law that he cannot bring another action against the same party for the same cause." Σχετικά με την αρχή του δεδικασμένου είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Αντριανή Χαραλάμπους ν. Μαρίας Χαραλάμπους,
(2008)1Β Α.Α.Δ 129 : «Από την αρχή του 12ου αιώνα οι αποφάσεις των Δικαστηρίων θεωρούνταν δεσμευτικές και δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν. Όπως έχει καθοριστεί ο κανόνας, που είναι το αποτέλεσμα της έκδοσης μιας απόφασης από ένα Δικαστήριο, "Estoppel of record or quasi of record arises where an issue of fact has been judicially determined in a final manner between the parties by a tribunal having jurisdiction, concurrent or exclusive, in the matter, and the same issue comes directly in question in subsequent proceedings between the same parties." Σε μετάφραση, "Αποκλεισμός από δεδικασμένο ή από ημιδεδικασμένο εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να επιληφθεί του θέματος, και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται άμεσα σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων". (Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 15, παρ. 336)...». Εκ των ανωτέρω, έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει ότι:
(1)Η απόφαση θα πρέπει να είναι τελεσίδικη,
(2)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων,
(3)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων και
(4)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Αναφορικά με την τέταρτη προϋπόθεση, εξυπακούει ότι το επίδικο θέμα στη β' διαδικασία θα πρέπει να είναι το ίδιο με εκείνο που εξετάστηκε στην α' διαδικασία (Χ'' Ζαχαρίου κ.ά. v. LK Globalsoft Com Ltd
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1225). Περαιτέρω, είναι νομολογημένο ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν, ειδεμή δεν μπορεί να υπάρξει δεδικασμένο (Κανάρης v. Λοϊζου κ.ά.
(2006)1 (Α) ΑΑΔ 599, Σοφοκλέους v. Τεβελούδη κ.ά.
(2002)1(Α) ΑΑΔ 92). Τι συμβαίνει όμως στην προκειμένη περίπτωση; Θέση των Καθ' ων η Αίτηση με την οποία επίσης συμφωνώ στη βάση των πιο πάνω νομικών αρχών είναι ότι ξεκάθαρα υπάρχει δεδικασμένο σε σχέση με το κατά πόσο δύναται να ακυρωθεί ο προγραμματισμένος πλειστηριασμός καθώς επίσης υπάρχει δεδικασμένο αναφορικά με τους λόγους έφεσης 1, 6, 7 και 8 της παρούσας Αίτησης Έφεσης. Οι διάδικοι και στις δύο αιτήσεις εφέσεις είναι οι ίδιοι, η απόφαση με ημερομηνία 21.07.2017 στην αίτηση έφεση με αριθμό 130/2017 είναι τελεσίδικη και δεν έχει εφεσιβληθεί ή ζητηθεί η αναστολή της. Ο ευπαίδευτος κ. Α. Κασιανής όταν ρωτήθηκε επί τούτου από το Δικαστήριο, ανέφερε ότι υπάρχει σκέψη καταχώρησης έφεσης αυτό όμως δεν διαφοροποιεί την κατάσταση, υπάρχει εν προκειμένω ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων καθώς επίσης τα επίδικα θέματα είναι ακριβώς τα ίδια. Το ζήτημα της Κατάχρησης της Διαδικασίας: Είναι η εισήγηση των Καθ' ων η Αίτηση ότι υπό κρίση Αίτηση/ Έφεση θα πρέπει να απορριφθεί διότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Έχει εδραιωθεί ότι η ύπαρξη δύο παράλληλων διαδικασιών που στοχεύουν στο ίδιο αποτέλεσμα, αποτελεί γενικά κατάχρηση. Είναι νομολογημένο ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Πόλυ Μίτσιγκα, Π. Ε. 208/13, ημερ. 13.3.2014). Η κατάχρηση είναι πολυσχιδής στις εκφάνσεις της, το δε Δικαστήριο έχει την εξουσία καταστολής τέτοιας κατάχρησης ως μέρος της αυτονομίας και αυτοτέλειας της δικαστικής λειτουργίας (βλ. Έλληνας v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Γενικός Εισαγγελέας v. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 501, Αναφορικά με την Αίτηση του Ευάγγελου Εμπεδοκλή (Αρ. 3)
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 529, Αναφορικά με την Αίτηση του Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Αναφορικά με την Luchian Marina Tudor
(2011)1(B) A.A.Δ. 1176)). H κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου έγινε στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, από τον Πική Δ., και έχει ως ακολούθως: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Επίσης στην υπόθεση Leonid-Ivanov Spiriev v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014:A313, Π. Ε 100/2014, ημερ.13.05.2014 λέχθηκαν τα πιο κάτω σχετικά: «Σε κάθε περίπτωση, το τι συνιστά κατάχρηση διαδικασίας είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από το κατά πόσο τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης συνθέτουν συμπεριφορά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ως καταχρηστική ώστε να περιβάλλεται με εξουσία, αλλά και καθήκον να παρέμβει.» Στην υπόθεση Παπόρη v. Maskinfabriken "Sio" A/S
(1996)1 (B) A.A.Δ. 1037, το Εφετείο σε απόφαση του Νικήτα Δ. όπως ήταν τότε, στη σελ. 1040 ανέφερε ότι χωρίς το όπλο του Δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών, θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Σύμφωνα με την νομολογία μια μορφή κατάχρησης είναι η ύπαρξη δύο παράλληλων διαδικασιών που στοχεύουν στο ίδιο αποτέλεσμα. (βλ. Κορακίδης Διαχειριστής κ.α. v. Αλέξη, Διαχειρίστριας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1534, Αναφορικά με την αίτηση της Beogradska D.D.
(1996)1 (B) A.A.Δ. 911). Στην Δημητρίου v. Γαβριήλ
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 16 ο εφεσείων καταχώρησε αγωγή εναντίον του εφεσίβλητου αξιώνοντας αποζημιώσεις για τραύματα και ζημιές που κατ' ισχυρισμόν υπέστη σε τροχαίο ατύχημα. Η αγωγή απερρίφθη και ο εφεσείων άσκησε έφεση κατά της απόρριψης. Περαιτέρω καταχώρησε και δεύτερη αγωγή με όμοια αξίωση εναντίον, μεταξύ άλλων, και του εφεσίβλητου. Ο εφεσίβλητος με αίτηση του ζήτησε την απόρριψη της αγωγής για κατάχρηση της διαδικασίας. Το Εφετείο έκρινε ορθή την απόρριψη της δεύτερης αγωγής από το πρωτόδικο Δικαστήριο λόγω κατάχρησης καθότι ήτο ορθή η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με την έφεση επιχειρείτο η αναβίωση της πρώτης αγωγής για να τεθεί, διά μέσου της, η αξίωση του εφεσείοντος ενώπιον του Δικαστηρίου, οπότε θα υπήρχαν δύο διαδικασίες, με πανομοιότυπο στόχο. Στην υπόθεση Wayplay Technologies Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Π.Ε. 43/14 και 44/14, ημερ. 11.5.15, είχαν υποβληθεί δύο αιτήσεις για παραχώρηση άδειας για έκδοση προνομιακού εντάλματος της φύσης Certiorari. Αμφότερες είχαν απορριφθεί και εναντίον τους είχε καταχωρηθεί έφεση. Επιπρόσθετα εκκρεμούσε έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αποφάνθηκε ότι όλες οι διαδικασίες υπέβαλλαν το ίδιο αίτημα και στόχευαν στο ίδιο αποτέλεσμα ήτοι την ακύρωση της ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ως λανθασμένης, απέρριψε τις εφέσεις για λόγους κατάχρησης διαδικασίας. Είχε μάλιστα προηγηθεί δήλωση του δικηγόρου της Εφεσείουσας ότι όλες οι διαδικασίες είχαν καταχωριστεί γιατί δεν θα παρέμεινε άπρακτη αναμένοντας το αποτέλεσμα της έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση η προώθηση της υπό κρίση Αίτησης Έφεσης από τους Αιτητές συνιστά κατά την άποψη μου κατάχρηση καθότι προηγουμένως οι ίδιοι οι Αιτητές, είχαν καταχωρήσει ξεχωριστή αίτηση έφεση για την ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» ημερ.15.03.2017 επιδιώκοντας και με αυτήν το ίδιο αποτέλεσμα ήτοι την ακύρωση ή και την αναστολή του πλειστηριασμού του ίδιου ενυπόθηκου ακινήτου. Συγκεκριμένα: Οι Αιτητές καταχώρησαν στις 25.04.2017 την Αίτηση Έφεση 130/2017 εναντίον της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» ημερ.15.03.2017, στην οποία έχει ήδη εκδοθεί απόφαση στις 21.07.2017 ( Δέσμη Τεκμηρίων 8). Οι Αιτητές καταχώρησαν πέντε ημέρες μετά την πιο πάνω απόφαση στις 26.07.2017 την παρούσα Αίτηση Έφεση 227/2017 εναντίον της ειδοποίησης κατά τον τύπο του Δελτίου Α. Παρόλο ότι η πιο πάνω διαδικασία αναφέρεται στην Ε.Δ. που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση εντούτοις πιστεύω ότι θα έπρεπε να είχε γίνει αναφορά της και στα πλαίσια της κυρίως αίτησης. Δεν θα με απασχολήσει όμως περαιτέρω αυτή η παράλειψη και η σημασία της. Εφόσον η άποψη μου σε σχέση με την καταχώρηση της παρούσας είναι ότι οι Αιτητές συνειδητά προχώρησαν στην καταχώρηση των δύο αυτών αιτήσεων εφέσεων μέσω των οποίων αξιώνουν από δυο διαφορετικά Δικαστήρια να εκδώσουν τα ίδια διατάγματα που κατ' ουσίαν στοχεύουν στο ίδιο αποτέλεσμα ήτοι στην ακύρωση του προγραμματισμένου πλειστηριασμού. Καταλήγω ότι οι Αιτητές καταχρηστικά και κακόπιστα προχώρησαν στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης Έφεσης μόλις στις 26.07.2017 για να εφεσιβάλουν το Δελτίο Α καθότι πρώτον, το Δελτίο Α είχε ήδη επιδοθεί στον Αιτητή 1 από τις 27.06.2016 ήτοι εδώ και ένα μήνα και δεύτερον, η υπό κρίση Αίτηση Έφεση καταχωρήθηκε μόλις πέντε μέρες μετά που εκδόθηκε η δικαστική απόφαση στην Αίτηση Έφεση με αριθμό 130/2017 με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα των Αιτητών για ακύρωση και/ή παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» λόγω του ότι δεν συνέτρεχε καμία από τις εκ του Νόμου προϋποθέσεις για τον παραμερισμό της ειδοποίησης για την σκοπούμενη πώληση. Κατά συνέπεια οι Αιτητές καταχρηστικά προωθούν την παρούσα Αίτηση Έφεση και αξιώνουν την αναστολή και/ή την ακύρωση του πλειστηριασμού, καθότι ο προγραμματισμένος πλειστηριασμός δύναται να ακυρωθεί μόνο με τον παραμερισμό της ειδοποίησης για την σκοπούμενη πώληση και για τους συγκεκριμένους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές απέτυχαν στην Αίτηση Έφεση με αριθμό 130/2017 για παραμερισμό της εν λόγω ειδοποίησης και η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης Έφεσης αποτελεί ξεκάθαρα καταχρηστική πράξη από μέρους τους με σκοπό να αποστερήσουν από τους Καθ' ων η Αίτηση το εκ του Νόμου δικαίωμα τους για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου και να προκαλέσουν περαιτέρω καθυστέρηση στη νομότυπη διαδικασία καθώς και περαιτέρω αχρείαστα έξοδα. Δεν υπάρχει επομένως επιλογή για το Δικαστήριο παρά να παρέμβει και να καταστείλει την διαπιστωθείσα κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών από πλευράς των Αιτητών απορρίπτοντας την υπό εξέταση Αίτηση/Έφεση. ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΗΣ: Παρόλο ότι η συζήτηση θα μπορούσε να τερματιστεί εδώ, εντούτοις για σκοπούς πληρότητας θα σχολιάσω στη συνέχεια και τους υπόλοιπους λόγους της Αίτησης/ Έφεσης. Δεύτερος και Τρίτος Λόγος Έφεσης Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι το Δελτίο Α δεν έχει επιδοθεί στον ενυπόθηκο οφειλέτη καθώς επίσης ότι δεν επιδόθηκε προς όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, περιλαμβανομένης της Αιτήτριας αρ.2, ως ο Νόμος ορίζει. Οι αναφερόμενοι λόγοι έφεσης δεν ευσταθούν καθότι: Στο Μέρος VIA του Ν.9/1965 υπάρχει ειδική πρόνοια για την επίδοση. Συγκεκριμένα, το άρθρο 44ΙΕ του Ν.9/1965, μεταξύ άλλων, προνοεί ότι επίδοση σημαίνει παράδοση οποιασδήποτε ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται ή με ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο. Σε σχέση με αυτούς του λόγους Έφεσης φαίνεται από τη Δέσμη Τεκμηρίων 9 που επισυνάφθηκε στην Ένορκη Δήλωση του κου. Κωνσταντίνου το Δελτίο Α επιδόθηκε στον Αιτητή 1 στις 27/06/2017, προσωπικά έναντι της υπογραφής του. Επομένως, δεν χωρεί αμφισβήτηση ότι η συγκεκριμένη ειδοποίηση επιδόθηκε δεόντως στον Αιτητή 1. Επιπλέον, ως φαίνεται επίσης από το Δέσμη Τεκμηρίων 9 που επισυνάφθηκε στην Ε.Δ. του κ. Κωνσταντίνου, στις 26.06.2017 επιδόθηκε στον Επίσημο Παραλήπτη ως Διαχειριστή της υπό Εκκαθάρισης Εταιρείας ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΡΙΣΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ (Η.Ε. 59821), το Δελτίο Α, αφήνοντας το στην Σωτηρούλλα Μαυρή, έναντι της υπογραφής της η οποία είναι υπεύθυνη αρχείου και παραλαβής εγγράφων. Αναφορικά με τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι η επίδικη ειδοποίηση δεν έχει επιδοθεί σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και ως οι Αιτητές ειδικά αναφέρουν στην Αιτήτρια 2 εταιρεία, έχω αναφερθεί πιο πάνω σε άλλο σημείο της απόφασης μου όπου έκρινα ότι ουδεμία υποχρέωση επίδοσης της επίδικης ειδοποίησης στην Αιτήτρια 2 υπήρχε καθότι δεν είναι ο ενυπόθηκος οφειλέτης και ούτε αποτελεί ενδιαφερόμενο πρόσωπο στα πλαίσια της έννοιας του Ν.9/1965. Η απόφαση στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών, στην Επιφανείου v. Οδυσσέως
(2001)1 ΑΑΔ 161 δεν συνηγορεί σε όσα αυτός υποστηρίζει. Εκεί σε παραπομπή στην υπόθεση Χ¨ Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, η ενάγουσα δυνάμει αναγωγής της αξίωνε εναντίον του πρωτοφειλέτη σε δάνειο που εγγυήθηκε με υποθήκη, το ποσό που αναγκάστηκε να καταβάλει όταν ο πρωτοφελέτης - εναγόμενος κατέστη υπερήμερος, και αυτό επιβεβαιώθηκε από το Εφετείο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση όπου θεωρήθηκε ότι όφειλε προσωπικά το ποσό ως πρωτοφειλέτιδα με την έκδοση απόφασης υπέρ της. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Επομένως ο λόγος αυτός Έφεσης απορρίπτεται επιπρόσθετα και ως αόριστος, καθότι οι Αιτητές δεν αναφέρουν συγκεκριμένα ποια άλλα πρόσωπα θεωρούν ότι θα έπρεπε να έχει επιδοθεί το Δελτίο Α και δεν έγινε. Είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι όλα τα πρόσωπα που σύμφωνα με τον Ν.9/1965 έπρεπε να λάβουν το Δελτίο Α, το έχουν λάβει. Εν προκειμένω, οι Αιτητές δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε έρευνα στα μητρώα του Κτηματολογίου όπου να φαίνεται ότι σε πρόσωπο το οποίο έχει δικαίωμα στο εκπλειστηρίασμα της πώλησης δεν επιδόθηκε η επίδικη ειδοποίηση. Σύμφωνα με τα έγγραφα στη Δέσμη Τεκμηρίων 9, όπου φαίνεται ότι κατά τις 28.06.2017 η επίδικη ειδοποίηση επιδόθηκε δεόντως και στην εταιρεία MARKETWAY LTD, ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο στη διαδικασία, χωρίς ωστόσο να προβάλει οποιαδήποτε ένσταση στην διαδικασία εκποίησης. Σκοπός της επίδοσης είναι να λάβει γνώση το ενδιαφερόμενο πρόσωπο της ειδοποίησης ή επικοινωνίας που τον αφορά για να μπορέσει να ενεργήσει ανάλογα, προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων του (βλ. Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 43). Στην προκειμένη περίπτωση κάτι τέτοιο έχει αναμφισβήτητα επιτευχθεί, εφόσον ως διαφαίνεται από τις παραγράφους 6, 7 και 8 της Ένορκης Δήλωσης του Αιτητή 1, οι Αιτητές μετά την επίδοση της επίδικης ειδοποίησης ήλθαν σε επαφή με τους Δικηγόρους τους και τάχιστα προχώρησαν στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης Έφεσης, επομένως ο σκοπός της επίδοσης έχει επιτευχθεί και οι σχετικοί λόγοι έφεσης προβάλλονται μάλλον θεωρητικά. Επομένως οι αναφερόμενοι λόγοι έφεσης είναι ανεδαφικοί στο σύνολο τους και δεν μπορούν να επιτύχουν. Τέταρτος Λόγος Έφεσης Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι το Δελτίο Α δεν έχει νόμιμα ή και νομότυπα δημοσιευτεί όπως ρητά επιβάλλεται από το Μέρος VIA του Νόμου. Ούτε ο αναφερόμενος λόγος έφεσης ευσταθεί καθ' ότι όπως είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση αυτοί έχουν συμμορφωθεί πλήρως με τις προϋποθέσεις του άρθρου 44Ζ του Νόμου και έχουν ήδη προβεί σε όλες τις εκ του Νόμου ενέργειες για την εμπρόθεσμη δημοσίευση του Δελτίου Α. Σύμφωνα με το άρθρο 44Ζ
(2)του Νόμου: «...
(2)Η ειδοποίηση για πλειστηριασμό, της οποίας ο τύπος και οι λεπτομέρειες καθορίζονται σε Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 45 - (α) επιδίδεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο εντός χρονικής περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημερομηνία πλειστηριασμού∙ (β) δημοσιεύεται τουλάχιστο μία φορά, εντός χρονικής περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημερομηνία πλειστηριασμού, ως ακολούθως: (
- i)Στον καθορισμένο χώρο όπου διεξάγεται ο πλειστηριασμός, (
- ii)στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών, όπου αναρτώνται τέτοιες ανακοινώσεις και είναι συνεχώς διαθέσιμες μέχρι την καθορισμένη ώρα του πλειστηριασμού, (iii)στην ιστοσελίδα που διατηρείται από και/ή είναι συνδεδεμένη με τον ενυπόθηκο δανειστή και είναι συνεχώς διαθέσιμη μέχρι την καθορισμένη ώρα του πλειστηριασμού, (
- iv)σε δύο
(2)ημερήσιες εφημερίδες παγκύπριας κυκλοφορίας, (
- v)με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ο ενυπόθηκος δανειστής κρίνει σκόπιμο. ...» Εν προκειμένω, οι Καθ' ων η Αίτηση συμμορφώθηκαν πλήρως με τις απαιτήσεις του αναφερόμενου άρθρου καθότι: 1. δημοσίευσαν το Δελτίο Α στον καθορισμένο χώρο όπου θα διεξαχθεί ο πλειστηριασμός, 2. δημοσίευσαν το Δελτίο Α στην επίσημη ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών στο χώρο όπου αναρτώνται τέτοιες ανακοινώσεις, 3. δημοσίευσαν το Δελτίο Α στην ιστοσελίδα των Καθ' ων η Αίτηση, και 4. επιπρόσθετα, δημοσίευσαν το επίδικο Δελτίο Α σε δύο ημερήσιες εφημερίδες Παγκύπριας κυκλοφορίας στις 30.06.2017 ήτοι στην εφημερίδα «Πολίτης» και στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος». Προς επιβεβαίωση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, ο ομνύοντας για τους Καθ' ων η Αίτηση επισύναψε ως Δέσμη Τεκμηρίων 10 στην Ένορκη του Δήλωση, τα ακόλουθα έγγραφα: 1. πιστή απεικόνιση της επίσημης ιστοσελίδας του Υπουργείου Εσωτερικών όπου φαίνεται η δημοσίευση του Δελτίου Α για το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο, 2. πιστή απεικόνιση της επίσημης ιστοσελίδας των Καθ' ων η Αίτηση όπου φαίνεται η δημοσίευση του Δελτίου Α για το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο, Για τα αναφερόμενα έγγραφα ο ίδιος ο κος. Κωνσταντίνου ορκίστηκε θετικά ότι ο ίδιος μετέβη στην επίσημη ιστοσελίδα τόσο του Υπουργείου Εσωτερικών όσο και των Καθ' ων η Αίτηση (οι οποίες είναι προσβάσιμες για το κοινό) και εκτύπωσε πιστά τα όσα εκεί εμφανίζονταν σε σχέση με το επίδικο Δελτίο Α. 3. τη δημοσίευση του Δελτίου Α όπως αυτή αναρτήθηκε στο χώρο διεξαγωγής του πλειστηριασμού καθώς και 4. τη δημοσίευση του Δελτίου Α όπως αυτή εμφανίζεται στις δυο, Παγκύπριας κυκλοφορίας, εφημερίδες. Ως εκ των ανωτέρω, οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί μη νόμιμης δημοσίευσης δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και επομένως ο σχετικός λόγος έφεσης δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Πέμπτος Λόγος Έφεσης Με τον αναφερόμενο λόγο έφεσης, οι Αιτητές αμφισβητούν τον τύπο και το περιεχόμενο του Δελτίου Α, ενώ υποστηρίζουν ότι είναι λανθασμένο και εσφαλμένο επειδή, ως ισχυρίζονται, φέρει εσφαλμένη ημερομηνία. Έχω διεξέλθει μετά προσοχής το Δελτίο Α το οποίο είναι καθόλα ορθό, νόμιμο, έγκυρο και ο τύπος και το περιεχόμενο του πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις. Μια απλή αντιπαραβολή του Δελτίου Α με το Δεύτερο Παράρτημα των περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Κανονισμών του 2015 οδηγεί σε αυτό το συμπέρασμα. Συγκεκριμένα από με το Δεύτερο Παράρτημα των περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Κανονισμών του 2015 προκύπτει ότι το Δελτίο Α πρέπει να περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες: (
- i)το όνομα του προσώπου του οποίου κατόπιν αίτησης του θα γίνει η πώληση σε δημοπρασία της ακίνητης περιουσίας (
- ii)το όνομα του δημοπράτη και το τηλέφωνο του (iii) τον χώρο που θα πραγματοποιηθεί η δημοπρασία, η ημερομηνία και η ώρα διεξαγωγής της (
- iv)καθώς επίσης συμπληρώνεται ο αναγραφόμενος πίνακας περιγραφής της ακίνητης ιδιοκτησίας (
- v)ημερομηνία δημοσίευσης του Δελτίου Α. Το Δελτίο Α που επιδόθηκε στον Αιτητή 1 είναι καθόλα νόμιμο, νομότυπο, έγκυρο και δεσμευτικό. Από τη Δέσμη Τεκμηρίων 9 στην Ε.Δ. του κ. Κωνσταντίνου, προκύπτει ξεκάθαρα ότι τόσο ο τύπος όσο και το περιεχόμενο του επίδικου Δελτίου Α είναι ορθά, πλήρη και περιέχουν όλες τις πληροφορίες που απαιτεί το Δεύτερο Παράρτημα των Κανονισμών του 2015 (Κ.Δ.Π. 185/2015). Επιπλέον, ο ισχυρισμός ότι η επίδικη ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις επειδή φέρει, ως ισχυρίζονται, λανθασμένη και εσφαλμένη ημερομηνία, δεν ευσταθεί. Η αναγραφή της ημερομηνίας «30/06/2017» αποτελεί την ημερομηνία της δημοσίευσης στον τύπο και αποτελεί την ημερομηνία κατά την οποία, κατ' ελάχιστον, θα έπρεπε να επιδοθεί στον ενυπόθηκο οφειλέτη/ενδιαφερόμενα πρόσωπα, το Δελτίο Α. Είναι φανερό ότι σύμφωνα με το άρθρο 44Ζ του Νόμου, προϋπόθεση αποτελεί όπως το Δελτίο Α επιδοθεί στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο εντός χρονικής περιόδου όχι μικρότερης των 30 ημερών από την καθορισμένη ημερομηνία πλειστηριασμού. Σημειώνω ότι ο επίδικος πλειστηριασμός είναι ορισμένος στις 09.08.2017. Το Δελτίο Α επιδόθηκε στον Αιτητή 1 στις 27.06.2017. Εν προκειμένω, οι Καθ' ων η Αίτηση μερίμνησαν να επιδοθεί το Δελτίο Α στον Αιτητή 1 εγκαίρως και τουλάχιστον 30 ημέρες πριν τον προγραμματισμένο πλειστηριασμό, ως ο Νόμος ορίζει. Εν πάση περιπτώσει, η ημερομηνία που αναγράφεται επ' ουδενί επηρεάζει την ουσία του Δελτίου Α ή επηρεάζει τα δικαιώματα των Αιτητών. Η προθεσμία για την καταχώρηση Αίτησης Έφεσης αρχίζει να προσμετρά από την ημερομηνία που το πρόσωπο γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση και όχι από την αναγραφόμενη ημερομηνία. Σε κάθε περίπτωση, η αναγραφή της ημερομηνίας δεν είναι δυνατό να συμπαρασύρει σε παραμερισμό ή και ακύρωση του Δελτίου Α ή και ολόκληρης της διαδικασίας καθότι δεν έχει υποδειχθεί οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων των Αιτητών από αυτήν. Έκτος και Έβδομος Λόγος Έφεσης Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι το Δελτίο Α είναι άκυρο ή ότι θα πρέπει να ακυρωθεί ή παραμεριστεί από το Δικαστήριο διότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν είναι υπερήμερος με βάση το άρθρο 27 και 44 του Ν.9/1965 διότι έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον των Αιτητών και της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης και ότι πλέον πρόκειται περί εξ' αποφάσεως χρέος και όχι εξ' συμβάσεως ή και υποθήκης. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι η διαδικασία εκποίησης προωθείται καταχρηστικά εφόσον έχει ήδη εξασφαλιστεί δικαστική απόφαση και διάταγμα εκποίησης και/ή εν γένει ότι η διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου είναι ανεφάρμοστη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Παρόλο ότι οι αναφερόμενοι λόγοι έφεσης δεν μπορούν να εξεταστούν από το παρόν Δικαστήριο λόγω δεδικασμένου (ενόψει της απόφασης στην αίτηση έφεση με αριθμό 130/2017), εντούτοις για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω και θα εξετάσω και αυτόν τον λόγο έφεσης. Από τη Δέσμη Τεκμηρίων 3 φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι εξασφαλιζόμενοι λογαριασμοί έχουν τερματιστεί από τις 15.02.2002. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος να καταστεί υπερήμερο τουλάχιστον από το 2002. Η ύπαρξη δε, της δικαστικής απόφασης στην αγωγή 5121/2003 επίσης επιβεβαιώνει την υπερημερία του ενυπόθηκου χρέους. Συνεπώς, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρωτοφειλέτιδα εταιρεία ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΠΙΠΛΩΝ ΚΡΙΣΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, η οποία τελεί υπό εκκαθάριση, ως ενυπόθηκος οφειλέτης είναι υπερήμερη ως ο Ν.9/1965ορίζει. Επιπλέον, ο αναφερόμενος λόγος έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει καθότι δεν αποτελεί «κατάχρηση» η εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του Μέρους VIA του Ν.9/1965 όταν έχει εξασφαλιστεί διάταγμα εκποίησης. Στην απόφαση ημερομηνίας 12.09.2016 στην Αίτηση Έφεση 39/16 Ε.Δ. Λάρνακας το Δικαστήριο έκρινε ότι αποτελεί κατάχρηση η ενεργοποίηση της διαδικασίας εκποίησης δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/1965 όταν έχει ήδη εξασφαλιστεί διάταγμα εκποίησης της σχετικής υποθήκης. Επιπλέον λέχθηκε ότι η διαδικασία αυτή δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση και διάταγμα εκποίησης καθότι δεν υφίσταται υπερημερία εν τη εννοία του Νόμου. Παρόμοια αποφασίστηκε το ζήτημα και από άλλα Πρωτόδικα Δικαστήρια. Είναι γεγονός ότι οι συγκεκριμένες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο για το παρόν Δικαστήριο. Η μεν πλευρά των Αιτητών υποστηρίζει το σκεπτικό των πιο πάνω αποφάσεων ενώ η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση υποστηρίζει ότι το σκεπτικό του Δικαστηρίου στις αναφερόμενες αποφάσεις δεν συμβαδίζει με τις πρόνοιες του Νόμου αλλά ούτε με τον σκοπό θέσπισης του. Θέση της πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση με την οποία συμφωνώ είναι ότι δεν τίθεται ζήτημα «κατάχρησης διαδικασίας» με την προώθηση της διαδικασίας του Μέρους VIA του Ν.9/1965 όταν υφίσταται δικαστική απόφαση για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Με το Μέρος VIA του Νόμου δεν επιδιώκεται από τον ενυπόθηκο δανειστή η εξασφάλιση ενός νέου/δεύτερου διατάγματος εκποίησης της υποθήκης. Τουναντίον, ο ενυπόθηκος δανειστής μέσω της νέας διαδικασίας του Νόμου «εκτελεί» το ήδη εξασφαλιζόμενο διάταγμα εκποίησης μέσω μιας επιπρόσθετης διαδικασίας που του προσφέρεται μέσω ενός καθόλα ισχυρού Νόμου. Εν προκειμένω, η ενεργοποίηση της διαδικασίας εκποίησης του Μέρους VIA του Ν.9/1965 αποτελεί μία εναλλακτική ουσιαστικά μέθοδος ή διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Περαιτέρω, μια δικαστική απόφαση δίδει προς τον επιτυχόντα διάδικο «δικαιώματα», δεν του εναποθέτει υποχρέωση να ενεργήσει με ένα συγκεκριμένο/καθορισμένο τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να εκτελέσει την εκδοθείσα απόφαση και σίγουρα δεν του περιορίζει τις νόμιμες επιλογές που έχει για να ωφεληθεί τους καρπούς της νίκης του. Σημειώνεται δε ότι το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, δεν απαγορεύει την ταυτόχρονη λήψη περισσότερων του ενός μέτρου εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης. Πρόσωπο υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση δεν πρέπει να αποστερείται του δικαιώματος να επωφεληθεί από αυτήν χωρίς ουσιαστικό λόγο και κατ' επέκταση είναι δικαίωμα του εξ' αποφάσεως πιστωτή να επιδιώξει την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης υπέρ του με οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης επιλέξει. Στην υπόθεση Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες ν Άβιβου Βασιλαρά κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 830 αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συναρτάται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται και από την αποτελεσματικότητα της. (Δέστε Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Κωνσταντίνου
(2000)1 ΑΑΔ 1034). Στην προκειμένη περίπτωση δεν θεωρούμε πως οι εφεσείοντες ενήργησαν καθ'οιονδήποτε αντινομικό, αθέμιτο ή καταπιεστικό τρόπο. Είχαν υποβάλει αίτηση μηνιαίων δόσεων και το πρωτόδικο δικαστήριο τους διέταξε να πληρώνουν Λ.Κ.200 μηνιαίως ο καθένας. Τρείς περίπου μήνες μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων οι εφεσείοντες είχαν πληροφορίες πως οι εφεσίβλητοι είχαν τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα τους. Προχώρησαν λοιπόν και υπέβαλαν, στο δικαστήριο, αίτηση κατάσχεσης χρημάτων εις χείρας τρίτου με σκοπό την άμεση εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους τους ώστε να μην είναι υποχρεωμένοι να περιμένουν την εξόφληση του χρέους με τις προαναφερόμενες μηνιαίες δόσεις. Δεν βλέπουμε οτιδήποτε το μεμπτό στην συμπεριφορά των εφεσείοντων, οι οποίοι είχαν θεμιτό συμφέρον να επιθυμούν την όσον το δυνατό γρηγορότερη εκτέλεση της υπέρ τους δικαστικής απόφασης και την είσπραξη του λαβείν τους το συντομότερο δυνατό.» Είναι η εισήγηση των Καθ' ων η Αίτηση ότι η διαδικασία εκποίησης του Μέρους VIA του Ν.9/1965 προσομοιάζει με τα μέτρα εκτέλεσης που προνοούνται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, ειδικά στη δεδομένη περίπτωση που υπάρχει δικαστική απόφαση. Συμφωνώ με αυτή. Οι Καθ' ων η Αίτηση εφαρμόζοντας τα βήματα που προνοούνται στο Μέρος VIA του Ν.9/1965 επιδιώκουν την ενεργοποίηση του δικαιώματος που ο ίδιος ο ενυπόθηκος οφειλέτης τους παραχώρησε ήτοι την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Επιπρόσθετα, ως λέχθηκε από την κα Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ., στην Χριστοφή Κούνουνα κ.ά. v Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση/Έφεση 195/2016, Ε.Δ Πάφου, ημερ.7/11/2016 και υιοθετήθηκαν επίσης στην Frostin Limited v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση Έφεση 204/2016, ημερ.14/11/2016 και στην Sprekelia Properties Limited v. Bank of Cyprus Public Company Ltd, Αίτηση Έφεση 256/2016, Ε.Δ. Πάφου, ημερ.17/2/2017: «...Η ύπαρξη διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δεν καθιστά καταχρηστική την επιδίωξη πώλησης δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου δεδομένου πως ο δανειστής επιδιώκει το ίδιο αποτέλεσμα με κάποιον άλλο τρόπο τον οποίο του παρέχει σχετικός Νόμος. Η έκδοση δικαστικής απόφασης και σχετικού διατάγματος για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου παρέχει δικαιώματα στον εξ' αποφάσεως δανειστή. Δεν εναποθέτει υποχρέωση. Ούτε περιορίζει το δικαίωμα του δανειστή να ακολουθήσει άλλη μέθοδο εκτέλεσης ή πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, όταν ο Νόμος του το επιτρέπει.» Επίσης στην Totalpack (Cyprus) Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Γενική Αίτηση Έφεση 1/2017, Ε.Δ. Λευκωσίας (απόφαση του κ. Χ.Ι. Πογιατζή Π.Ε.Δ., ημερ.22/03/2017) ήταν η θέση των Αιτητών ότι υπήρχε κατάχρηση της διαδικασίας από μέρους των Καθ' ων η Αίτηση καθότι προϋπήρχαν δικαστικές αποφάσεις οι οποίες διέτασσαν την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Το Δικαστήριο, κατόπιν ανάλυσης του σκοπού θέσπισης του νομοθετήματος και του άρθρου 44Α του Μέρους VIA του Ν.9/1965, απέρριψε τη θέση των Αιτητών. Ήταν η κρίση του Δικαστηρίου ότι η εφαρμογή του Μέρους VIA αποτελεί φυσική συνέχεια της εξασφάλισης δικαστικού διατάγματος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, σχολιάζοντας περαιτέρω ότι «...Αλλιώς εάν δεν εφαρμοζόταν το Μέρος VIA, η διαδικασία πώλησης, μετά από δικαστική απόφαση ελλείψει άλλης θεσμοθετημένης διαδικασίας, θα οδηγείτο σε αδιέξοδο και μη εφαρμογή της.» Στις πιο πάνω υποθέσεις, το Δικαστήριο δεν θεώρησε καταχρηστική την προώθηση της διαδικασίας του Μέρους VIA του Ν.9/1965 όταν υπήρχε διάταγμα δικαστηρίου για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Εν προκειμένω, κρίθηκε ότι η διαδικασία του Μέρους αυτού μπορεί να εφαρμοστεί ακόμη και όταν υπάρχει δικαστική απόφαση χωρίς να προκύπτει οποιοδήποτε εμπόδιο εφόσον ο ίδιος ο νόμος δεν το απαγορεύει και εφόσον αυτή η διαδικασία αποτελεί μια εναλλακτική μέθοδος προς επιδίωξη της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Συμφωνώ με την πιο πάνω προσέγγιση την οποία εξάλλου ακολούθησα και στη δική μου πρόσφατη απόφαση της 10.07.2017 στην Αίτηση/ Έφεση αρ.102/2017 Ε.Δ. Λεμεσού Παντελίτσας Χρίστου Χριστοφόρου κ.α. v. Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ εκ μέρους και διά λογαριασμό της Περιφερειακής ΣΠΕ Λεμεσού ΛΤΔ. Δεν συμφωνώ επίσης με την εισήγηση από πλευράς των Αιτητών ότι η προσβαλλόμενη ειδοποίηση θα πρέπει να ακυρωθεί ή και παραμεριστεί καθότι ενόψει της δικαστικής απόφασης, ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν είναι υπερήμερος ως ο νόμος ορίζει, δεν υπάρχει οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με την υποθήκη αλλά εξ' αποφάσεως χρέος και ότι δεν υφίσταται ποσό που έγινε απαιτητό αλλά δικαστική απόφαση όπου συγκεκριμένο ποσό επιδικάστηκε υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Καταρχάς, ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι το χρέος δεν έχει καταστεί απαιτητό και ότι δεν υπάρχει υπερημερία καταρρίπτεται από τους ίδιους τους Αιτητές οι οποίοι αφενός παραδέχονται την έκδοση της δικαστικής απόφασης εναντίον τους και αφετέρου δεν έχουν αμφισβητήσει το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν εξοφλήσει το εξ' αποφάσεως χρέους τους. Επιπλέον, η Ειδοποίηση τύπου «Ι» αναφέρει ότι τα οφειλόμενα ποσά είναι «εξ' αποφάσεως οφειλόμενα» και στη βάση αυτού του υπολογισμού αποστάλθηκε η επίδικη ειδοποίηση. Η προσέγγιση των Αιτητών είναι δυσνόητη και βασίζεται επί μιας επίπλαστης διάκρισης μεταξύ του οφειλόμενου ποσού σύμφωνα με την υποθήκη και του εξ' αποφάσεως χρέους, χωρίς όμως ουσιαστική αξία ή και νόημα. Δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/1965 προνοείται ότι σε περίπτωση υπερημερίας, ως καθορίζεται στο άρθρο 27[3] του Ν.9/1965, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των 120 ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην διαδικασία που προβλέπει το Μέρος VIA του Ν.9/1965 (βλ. άρθρο 44Β
(1)του Ν.9/1965). Το ζητούμενο επομένως για την εφαρμογή του Μέρους VIA του Ν.9/1965 είναι να παρουσιάζεται υπερημερία ολόκληρου του ενυπόθηκου χρέους τουλάχιστον 120 ημερών. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία κατά παράβαση των όρων των πιστωτικών της διευκολύνσεων, παρουσίαζε καθυστερήσεις στην αποπληρωμή των οφειλόμενων δόσεων της. Ως εκ τούτου, περί το 2002, οι Καθ' ων η Αίτηση τερμάτισαν τους επίδικους λογαριασμούς και προχώρησαν στην καταχώρηση αγωγής στο Δικαστήριο. Στις 03.12.2007 εκδόθηκε δικαστική απόφαση σε σχέση με τα οφειλόμενα υπόλοιπα των επίδικων λογαριασμών, οι οποίοι εξασφαλίζονταν, μεταξύ άλλων, από την επίδικη υποθήκη. Είναι δε παραδεχτό γεγονός ότι μέχρι και σήμερα το εν λόγω χρέος παραμένει οφειλόμενο. Εν προκειμένω είναι αναμφισβήτητο ότι:
- Ακόμη και στην παρούσα περίπτωση όπου έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση, το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί ολόκληρο πληρωτέο για τουλάχιστον 120 ημέρες, ως το Μέρος VIA προνοεί, εφόσον οι επίδικες συμφωνίες τερματίστηκαν από το
- Το χρέος παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο. Επομένως η διάκριση ότι πλέον δεν υφίσταται οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με δήλωση σύμβασης υποθήκης αλλά εξ' αποφάσεως χρέος είναι μια πλασματική διάκριση η οποία ωστόσο δεν αναιρεί το γεγονός ότι, ανεξάρτητα του κατά πόσο έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση, τη δεδομένη στιγμή παραμένει ένα ποσό οφειλόμενο προς τον ενυπόθηκο δανειστή, το οποίο, εξ' υπαρχής, ήταν η πρόθεση του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξασφαλίσει με την παραχώρηση της ενυπόθηκης εξασφάλισης. Στην Αίτηση/Έφεση 195/2016 (ανωτέρω) παρόμοια ως εις την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο εφαρμόζεται το Μέρος VIA του Ν.9/1965 στην περίπτωση που υπάρχει εξ' αποφάσεως χρέος. Το Δικαστήριο δεν θεώρησε εμπόδιο την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης στις περιπτώσεις που έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση και διάταγμα εκποίησης καθότι για την εφαρμογή του νόμου σημασία έχει η ύπαρξη χρέους, το οποίο παραμένει οφειλόμενο. Συγκεκριμένα, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «...Τίποτα συνεπώς και καμία διάταξη υπάρχει στο Νόμο, απαγορευτική της χρήσης από τον ενυπόθηκο δανειστή της διαδικασίας του μέρους τούτου για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. «Ενδεχομένως η χρήση κάποιων εντύπων και διαδικασιών για να καταστεί το χρέος υπερήμερο ώστε να κινηθεί η διαδικασία του Μέρους VIA, να εφαρμόζεται όπου το χρέος είναι «οφειλόμενο». Οφειλόμενο όμως παραμένει και το εκ δικαστικής αποφάσεως ποσό, με τη διαφορά ότι η υπερημερία του είναι επιβεβαιωμένη. Ούτε βέβαια μπορούμε να μιλάμε για αναδιάρθρωση «δανείου» (τύπος Θ) αφού το δάνειο έχει καταστεί εξ΄ αποφάσεως χρέος. Εκείνο βέβαια που παραμένει είναι το χρέος. Εισέτι οφειλόμενο. Για το οποίο υπάρχει πάντα η δυνατότητα προσφοράς διευθέτησης του...» Συνακόλουθα, μπορεί να μην προσφέρεται αναδιάρθρωση του «δανείου» εφόσον υπάρχει εξ' αποφάσεως χρέος ωστόσο το εξ' αποφάσεως χρέος συνεχίζει να είναι οφειλόμενο. Οι Καθ' ων η Αίτηση με την αποστολή της ειδοποίησης τύπου «Θ» συνέχισαν να καλούν τον Αιτητή 1, τον ενυπόθηκο οφειλέτη και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα όπως αποταθούν στην τράπεζα με σκοπό την εξεύρεση τρόπου διευθέτησης του εξ' αποφάσεως χρέους τους, αφής στιγμής αυτό παρέμενε οφειλόμενο. Εν προκειμένω, ως λέχθηκε στην Αίτηση/Έφεση 195/2016 (ανωτέρω) το εξ' αποφάσεως χρέος παραμένει χρέος δηλαδή οφειλόμενο, για το οποίο υπάρχει πάντα η δυνατότητα προσφοράς διευθέτησης του. Η ερμηνεία που επιχειρούν να προβάλουν οι Αιτητές στην υπερημερία είναι λανθασμένη και συγκρούεται με το ίδιο το κείμενο του Ν.9/
- Το άρθρο 27 του Ν.9/1965 καθορίζει την υπερημερία ως αυτή ερμηνεύεται για τις ανάγκες του Ν.9/
- Συγκεκριμένα, προνοεί για το ελάχιστο που απαιτείται ώστε ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος να καθίσταται απαιτητό ήτοι την καθυστέρηση πληρωμής τουλάχιστον μίας δόσης ή τόκου. Τόσο το Μέρος VI όσο και το Μέρος VIA του Ν.9/1965 προϋποθέτουν την ύπαρξη υπερημερίας για την ενεργοποίηση τους, προνοώντας ότι η υπερημερία χρέους πρέπει να αφορά για περίοδο όχι μικρότερη των 120 ημερών από την ημέρα που το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο. Το άρθρο 37 του Μέρος VI του Νόμου αναφέρεται στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου λόγω υπερημερίας κατόπιν αίτησης από τον ενυπόθηκο δανειστή στο διευθυντή του Κτηματολογίου για πώληση του ακινήτου το οποίο βαρύνεται με το ενυπόθηκο χρέος. Δυνάμει του άρθρου 44
(1)του Μέρους VI του Ν.9/1965 είναι δυνατό για ενυπόθηκο δανειστή να επιδιώξει με πολιτική αγωγή την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και τέτοια αγωγή μπορεί να εγερθεί οποτεδήποτε, πριν ή μετά από τέτοια αίτηση στο διευθυντή του Κτηματολογίου. Περαιτέρω, προνοείται ότι ακόμη και μετά την έκδοση απόφασης που διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 37
(3)τηρουμένων των αναλογιών, ως εάν το διάταγμα του Δικαστηρίου ήταν αίτησης δυνάμει του άρθρου 37
(2). Εάν υποθέσουμε ότι υπερημερία καλύπτει μόνο τις περιπτώσεις όπου η καθυστέρηση πληρωμής δόσης ή τόκου προκύπτει από την εν ισχύ σύμβαση υποθήκης, ως η εισήγηση των Αιτητών, τότε γιατί το Μέρος VI του Ν.9/1965 - χωρίς να διαφοροποιεί την χρήση του όρου «υπερημερία» - εφαρμόζεται ακόμη και στην περίπτωση που έχει εξασφαλιστεί ήδη δικαστική απόφαση οπόταν πρακτικά δεν υπάρχει υπερημερία σύμφωνα με τους όρους «εν ισχύ σύμβασης υποθήκης» ή δεν υφίσταται οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με την υποθήκη αλλά εξ' αποφάσεως χρέος; Προκύπτει επομένως ότι η ερμηνεία της «υπερημερίας» που οι Αιτητές επιδιώκουν να εισάγουν είναι λανθασμένη, δεν εφαρμόζεται εξίσου στα δυο Μέρη του ίδιου νομοθετήματος και αποτελεί μια ακόμη αποτυχημένη προσπάθεια των Αιτητών να εμποδίσουν τους Καθ' ων η Αίτηση από την διεκδίκηση των οφειλόμενων σε αυτούς ποσών. Είναι επιπλέον αξιοσημείωτο ότι ουδεμία διάταξη υπάρχει η οποία να προνοεί ότι το Μέρος VIA του Ν.9/1965 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση που υπάρχει δικαστική απόφαση ή διάταγμα εκποίησης. Τέτοιος περιορισμός, ως οι Αιτητές εισηγούνται, αφενός περιορίζει τη λειτουργικότητα και το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας εκποίησης, αφετέρου δεν συνάδει με τον ίδιο τον Νόμο εφόσον ουδεμία διάταξη του Μέρους VIA ρητώς απαγορεύει την εφαρμογή του στην περίπτωση που υπάρχει δικαστική απόφαση. Κατά την ερμηνεία του σχετικού Νόμου, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το Μέρος VIA του Ν.9/1965 αποτελεί μνημονιακή υποχρέωση της Κύπρου προς τους δανειστές μας, εις καιρώ κρίσης. Από την μία οι πρακτικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι τράπεζες στο να εισπράξουν τα οφειλόμενα ποσά από τους υπερήμερους οφειλέτες, από την άλλη η καθυστέρηση στην εκποίηση των υποθηκών μέσω των χρονοβόρων διαδικασιών του Κτηματολογίου, οδήγησαν στην θέσπιση του Μέρους VIA του Ν.9/1965. Σκοπός του Νόμου ήταν η εισαγωγή προνοιών που να ρυθμίζουν τη διεξαγωγή πλειστηριασμών και πωλήσεων ενυπόθηκων ακινήτων από τους ενυπόθηκους δανειστές χωρίς την εμπλοκή του διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, με απώτερο στόχο την επιτάχυνση των υφιστάμενων διαδικασιών πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων. Με αυτή την διαδικασία, οι τράπεζες των οποίων τα παραχωρηθέντα από αυτές υπερήμερα και απαιτητά δάνεια εξασφαλίζονται με υποθήκες, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν όσο το δυνατό γρηγορότερα το λαβείν τους. Αυτά περίπου είχα καταγράψει και στην απόφαση μου στην Αίτηση 102/2017 (ανωτέρω) όπου στις σελ.12 και 13 αναφέρονται και τα ακόλουθα: «Εξάλλου η αναγκαιότητα ύπαρξης ταχείας διαδικασίας εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων αποτελεί προϋπόθεση, δυνάμει της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθμός 648/2012, για να θεωρηθεί η υποθήκη ως επαρκής εξασφάλιση, καθώς η εν λόγω οδηγία στο άρθρο 208 αναφέρει ότι τα ακίνητα αποτελούν αποδεκτή εξασφάλιση εφόσον μεταξύ άλλων «η σύμβαση ενεχυρίασης και η σχετική νομική διαδικασία επιτρέπουν στο ίδρυμα να ικανοποιήσει σε εύλογο χρονικό διάστημα την απαίτηση του με τη ρευστοποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου.» Στη βάση λοιπόν του Μέρους αυτού, επιδιώχθηκε να παραχωρηθεί στις τράπεζες/ενυπόθηκους δανειστές μια εναλλακτική μέθοδος με την οποία να προχωρούν στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με ιδιωτικό πλειστηριασμό προς ικανοποίηση των οφειλόμενων σε αυτές ποσών, ταχύτερα. Περαιτέρω, είναι προφανές από το λεκτικό των άρθρων 44Α (1-4) του Μέρους VIA του Νόμου ότι πρόθεση του νομοθέτη είναι όπως η παρούσα διαδικασία εφαρμόζεται σε όλες τις συμβάσεις υποθήκης, υφιστάμενες και μεταγενέστερες[4]. Επιπλέον το άρθρο 44Α
(3)προνοεί ότι καμία διάταξη του Μέρους VIA δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI, επιπλέον, σύμφωνα με σχετική επιφύλαξη αναφέρεται ότι σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Μέρους VIA, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο Μέρος VIA δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης του Τροποποιητικού Νόμου. Το άρθρο 44Α
(4)προνοεί ότι η προώθηση των διαδικασιών πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Νόμου δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να καταχωρεί και πολιτική αγωγή για την εξασφάλιση διατάγματος για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Η εν λόγω διάταξη δεν απαγορεύει ούτε και αποκλείει τη συνύπαρξη αγωγής και της διαδικασίας του Μέρους VIA του Ν.9/1965. Συνάγεται δε ότι αφής στιγμής ο ενυπόθηκος δανειστής, ο οποίος έχει ήδη αρχίσει την προώθηση της διαδικασίας πώλησης δυνάμει του Μέρους VIA, δικαιούται να εγείρει και πολιτική αγωγή, φαίνεται ότι ο νομοθέτης δεν περιορίζει την εφαρμογή του νόμου στην περίπτωση που η συγκεκριμένη αγωγή περατώνεται και εκδίδεται σχετική απόφαση. Εάν τέτοιος ήταν ο σκοπός του θα το κατέγραφε ρητώς στον Νόμο. Επιπρόσθετη ένδειξη ότι το Μέρος VIA εφαρμόζεται και στην περίπτωση που υπάρχει δικαστική απόφαση αποτελεί ο Κανονισμός 5
(6)των περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Κανονισμών του 2015 όπου στον συγκεκριμένο κανονισμό γίνεται προσφώνηση στον ενυπόθηκο οφειλέτη ως «εξ' αποφάσεως ή ενυπόθηκος οφειλέτης». Εν προκειμένω, μια ερμηνεία του Νόμου ως οι Αιτητές εισηγούνται, επεμβαίνει στο ίδιο το κείμενο του Νόμου, περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου μέσω του Μέρους VIA του Ν.9/1965 και καταστρατηγεί τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε ο τροποποιητικός νόμος. Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Όπου το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη (Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση, σελ. 2., Income Tax Commissioners v. Pemsel [1891] A.C. 531, 543, Pilavakis v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1963)2 C.L.R. 429). Εφόσον το νόημα ενός νόμου είναι απλό το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να διερευνήσει την σοφία του. Δεν είναι καθήκον του Δικαστηρίου να καταστήσει τον Νόμο λογικό αλλά να τον ερμηνεύσει όπως έχει σύμφωνα με το ορθό νόημα του λεκτικού του (Sutters v. Briggs [1922] 1 A.C 1, 8, Kanaris v. Tosoun
(1969)1 C.L.R 637, 643). Δεν είναι επιτρεπτή η προσθήκη λέξεων στο κείμενο του Νόμου και η παρεμβολή επεκτάσεων οι οποίες δεν βρίσκονται στο Νόμο. (Papaneophytou v. Republic
(1973)3 C.L.R 191, 204). Εν προκειμένω, ένας νόμος δεν μπορεί να διευρυνθεί ερμηνευτικά για να προβλέψει για περίπτωση για την οποία σαφώς και αναμφισβήτητα δεν έχει γίνει πρόνοια. Δεν υπάρχει αυθεντία που να εξουσιοδοτεί οποιοδήποτε Δικαστήριο να αλλάζει λέξεις σε νομοθέτημα ούτως ώστε να καλύπτει περίπτωση για την οποία δεν υπάρχει πρόνοια (casus omissus). Σε περίπτωση που γινόταν κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε όχι σε ερμηνεία αλλά με τροποποίηση. Εάν ο νομοθέτης είχε πρόθεση να απαγορεύσει ή να περιορίσει την εφαρμογή του Μέρους VIA του Ν.9/1965 στην περίπτωση ύπαρξης δικαστικής απόφασης θα το έπραττε ρητώς και διαφορετική κατάληξη από το Δικαστήριο, στην απουσία τέτοιας ρητής πρόνοιας, συνιστά επέμβαση στο κείμενο του Νόμου. Σε σχέση με τους αναφερόμενους λόγους έφεσης σχετικές είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Costas Economou Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αίτηση/Έφεση 190/2016, Ε.Δ Πάφου, ημερ. 26.10.2016 του κ. Μ. Α. Ματθαίου, Α.Ε.Δ. το σκεπτικό της οποίας υιοθετήθηκε και στην Μάριος Γιαννάκη Χατζηνεοφύτου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση/ Έφεση 266/2016, Ε.Δ Πάφου, ημερ.24.01.2017, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με τα οποία συμφωνώ και υιοθετώ και για τους σκοπούς της παρούσας: « [ 21 ] Βάσει και της παραγράφου 6.2 ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της έφεσης, με αναφορά σε συμβουλή από τον δικηγόρο του, αναφέρει χαρακτηριστικά πως μετά από την έκδοση δικαστικής απόφασης δεν υπάρχει οφειλόμενο χρέος της εφεσείουσας προς την εφεσίβλητη αλλά χρέος οφειλόμενο δυνάμει δικαστικής απόφασης και συνεπώς κακώς επιδόθηκαν από την εφεσίβλητη τα έντυπα Τύπος Θ και Τύπος Ι προσθέτοντας πως η συγκεκριμένη διαδικασία δεν τυγχάνει εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση. [ 22 ] Πραγματικά προκαλεί απορία η επίπλαστη διάκριση η οποία προτείνεται από την εφεσείουσα επί αυτού του θέματος. Ουσιαστικά πρόκειται περί ενός επινοήματος δίχως νόημα. Ποιο είναι το νόημα της ύπαρξης όχι «οφειλόμενου χρέους» της εφεσείουσας προς την εφεσίβλητη αλλά «χρέος οφειλόμενο δυνάμει δικαστικής απόφασης» ; Δεν οφείλει και στις δύο περιπτώσεις η εφεσείουσα ένα χρέος προς την εφεσίβλητη; [ 23 ] Πραγματικά δεν επεξηγεί με οποιοδήποτε πειστικό τρόπο είτε ο ενόρκως δηλών είτε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας τη διαφορά η οποία προτείνεται μεταξύ «οφειλόμενου χρέους» και «χρέους οφειλόμενου δυνάμει δικαστικής απόφασης» έτσι ώστε στη δεύτερη περίπτωση να μην τυγχάνει εφαρμογής η διαδικασία η οποία προβλέπεται από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου. [24] Υπενθυμίζω σχετικά το εδάφιο
(2)του άρθρου 44Α του σχετικού Νόμου σύμφωνα με το οποίο καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA. [ 25] Ως επίσης και το εδάφιο
(1)του ίδιου άρθρου σύμφωνα με το οποίο οι διατάξεις του Μέρους VIA εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2014 Ν. 142(Ι) του 2014 ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του συγκεκριμένου Τροποποιητικού Νόμου. [ 26] Σε ποιο σημείο του σχετικού Νόμου αναφέρεται πως σε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει δικαστική απόφαση τότε ο συγκεκριμένος Νόμος δεν εφαρμόζεται; Πως συνάγεται αυτό το συμπέρασμα από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της εφεσείουσας; [ 27 ] Ενώ βεβαίως όχι μόνο σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Α καμία διάταξη του Μέρους VIA δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI αλλά επιπλέον σύμφωνα με σχετική επιφύλαξη αναφέρεται το εξής. Ότι σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Μέρους VIA, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο Μέρος VIA δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης του Τροποποιητικού Νόμου. Δηλαδή, από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, στις 9/9/2014, με εξαίρεση ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία και στην οποία περίπτωση ο συγκεκριμένος Νόμος τίθεται σε ισχύ από την 1/1/2015. ... [ 63] Ως προς τη θέση ότι το θεμελιακό ζήτημα το οποίο εγείρεται είναι κατά πόσο ο ενυπόθηκος δανειστής διατηρεί τη δυνατότητα να επιδιώξει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA όταν ήδη έχει εξασφαλίσει τελεσίδικη δικαστική απόφαση για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, παρατηρώ το εξής. Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με το άρθρο 44Α του σχετικού Νόμου, το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ότι όντως η δυνατότητα αυτή υπάρχει ενώ επαναλαμβάνω και την παρατήρηση του Δικαστηρίου ως προς το ότι καμία πρόνοια του σχετικού Νόμου δεν απαγορεύει ρητά την εφαρμογή της διαδικασίας η οποία προβλέπεται με το Μέρος VIA σε περίπτωση ύπαρξης δικαστικής απόφασης αναφορικά με το ενυπόθηκο ακίνητο. Απλά προσφέρεται προς τον ενυπόθηκο δανειστή με το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου μία εναλλακτική ουσιαστικά μέθοδος ή διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Αναφορικά δηλαδή με την επίτευξη του ίδιου σκοπού ο οποίος θα ήταν εφικτός με την εκτέλεση της οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης στην οποία έχει εκδοθεί και διάταγμα εκποίησης του επίδικου ακινήτου.» Η κα Δημητριάδου, Π.Ε.Δ., στην Αίτηση Έφεση 280/2016 (ανωτέρω): αναφέρει περαιτέρω: «Επισημαίνω στο σημείο αυτό πως το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965 βασικά καθορίζει μια νέα διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων, την οποία μπορεί να αξιοποιήσει ο ενυπόθηκος δανειστής ο οποίος έχει εξασφαλίσει προς όφελος του μια τελεσίδικη δικαστική απόφαση και σχετικού διατάγματος για πώληση ενυπόθηκου κτήματος, στα πλαίσια της οποίας τάσσονται συγκεκριμένες προθεσμίες και χρονοδιαγράμματα.» Καταλήγω και ως προς αυτόν τον λόγο έφεσης ότι δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Όγδοος Λόγος Έφεσης Οι Αιτητές με τον όγδοο λόγο έφεσης αξιώνουν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων λόγω του ότι εκκρεμεί η αγωγή με αριθμό 1130/2017 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού την οποία καταχώρησαν οι Αιτητές εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση με την οποία οι Αιτητές εξαιτούνται την ακύρωση της ειδοποίησης τύπου «Ι» καθώς και την ακύρωση της όλης διαδικασίας και των ενεργειών των Καθ' ων η Αίτηση σε σχέση με την πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου και την εξάλειψη της επίδικης υποθήκης. Σε αυτό το στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας οι Αιτητές δεν δύναται να επικαλούνται την εκκρεμοδικία της αναφερόμενης αγωγής ως λόγο για τον παραμερισμό της επίδικης ειδοποίησης και δη για να πετύχουν την ακύρωση του προγραμματισμένου πλειστηριασμού. Ως λέχθηκε στην G. Koutsoftas Developers Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση Έφεση 77/2016, Ε.Δ. Λάρνακας, ημερ. 22.12.2016 δεν είναι επιτρεπτό να επιδιώκεται η προσβολή πτυχής της διαδικασίας που προηγήθηκε και δεν εφεσιβλήθηκε εμπρόθεσμα, με την ευκαιρία ειδοποίησης ή πράξης που ακολουθεί, απλά και μόνο επειδή η τελευταία ειδοποίηση ή πράξη συνιστά μέρος της διαδικασίας. Συγκεκριμένα, στην αναφερόμενη υπόθεση οι αιτητές εξαιτούνταν διάταγμα που να ακυρώνει ή να παραμερίζει την απόφαση της τράπεζας να προβεί στην εκποίηση δύο υποθηκών. Ωστόσο οι αιτητές στην αίτηση τους δεν καθόριζαν συγκεκριμένη πράξη της τράπεζας στα πλαίσια του Μέρους VIA του Ν.9/1965 ή ειδοποίηση που προσβαλλόταν αλλά χρονικά ενέπιπτε η ειδοποίηση τύπου «ΙΓ». Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση σημειώνοντας ότι ουδείς από τους λόγους έφεσης δεν αφορούσε ζήτημα που ρυθμίζεται από την ειδοποίηση σύμφωνα με τον τύπο «ΙΓ» ή το Δελτίο Α και σημειώνοντας περαιτέρω τα πιο κάτω: «Με έφεση προσβάλλονται ειδοποιήσεις ή πράξεις για τη σημασία που έχουν στη διαδικασία δυνάμει του Μέρους VIA. Δεν είναι επιτρεπτό να επιδιώκεται η προσβολή πτυχής της διαδικασίας που προηγήθηκε και δεν εφεσιβλήθηκε εμπρόθεσμα, με την ευκαιρία ειδοποίησης ή πράξης που ακολουθεί, απλά και μόνο επειδή η τελευταία ειδοποίηση ή πράξη συνιστά μέρος της διαδικασίας. Ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου τα έννομα συμφέρονται έχουν βλαβεί κατά το στάδιο που δόθηκε ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΒ» στο στάδιο του διορισμού εκτιμητών, δικαιούται να καταχωρήσει έφεση δυνάμει του άρθρου 44ΙΓ. Η προθεσμία που έχει είναι 30 ημέρες από την ημερομηνία που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τη σχετική ειδοποίηση, δηλαδή εντός 30 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΒ». Εάν δεν το έπραξε δεν είναι επιτρεπτό, στο στάδιο που του επιδίδεται το Δελτίο Α, να εγείρει τα ζητήματα που όφειλε να είχε εγείρει κατά της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΒ» και δεν το έπραξε τότε, απλά και μόνο επειδή στο Δελτίο Α αναφέρεται η επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης. Αιτήσεις- εφέσεις μπορούν να καταχωρούνται όπως προβλέπεται στο Νόμο και για τα ζητήματα που εκεί προνοούνται. Ο καθένας του οποίου δικαιώματα προσβάλλονται ή ζημιώνεται, έχει το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη με αγωγή για να τα προστατεύσει ή να αξιώσει αποζημιώσεις.» Στην υπό εξέταση Αίτηση/ Έφεση αντικείμενο αποτελεί το Δελτίο Α και όχι η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ». Η ημερομηνία του πλειστηριασμού έχει ήδη καθοριστεί από την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» εξού και ο ίδιος ο νόμος κατονομάζει την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ως η ειδοποίηση για τη σκοπούμενη πώληση. Σε σχέση με την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ειδικά προνοούνται τέσσερις λόγοι στη βάση των οποίων η συγκεκριμένη ειδοποίηση μπορεί να παραμεριστεί, μεταξύ των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Μέρους VIA είναι η εκκρεμοδικία αγωγής σε σχέση με την ειδοποίηση τύπου «Ι». Στην προκειμένη περίπτωση, οι Αιτητές ήδη απέτυχαν σε αίτηση έφεση εναντίον της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, συναφώς, δεν δύναται με την προσβολή μεταγενέστερης ειδοποίησης (η οποία αποστέλλεται εφόσον ήδη η διαδικασία έχει ολοκληρωθεί) η οποία έχει σκοπό απλά να ανακοινώσει λεπτομέρειες του πλειστηριασμού, να επιδιώκουν εκ νέου την ακύρωση της ημερομηνίας του πλειστηριασμού. Συνακόλουθα, μέσω της επίδικης Αίτησης/ Έφεσης, εφόσον αυτή αφορά το Δελτίο Α - στην περίπτωση που ήθελε φανεί ότι το Δελτίο Α δύναται να εφεσιβληθεί δυνάμει του άρθρου 44ΙΓ του Νόμου - οι Αιτητές θα έπρεπε να προβάλλουν λόγους που αφορούν τη συγκεκριμένη ειδοποίηση και τη σημασία που έχει στην διαδικασία και πως ειδικά, μέσω του Δελτίου Α, έχουν βλαφτεί τα έννομα τους συμφέροντα, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση, έχουν αποτύχει να πράξουν. Εν προκειμένω, δεν έχει διαφανεί πως το Δελτίο Α έχει επηρεάσει την ύπαρξη της αγωγής με αριθμό 1130/2017 αλλά και γενικά τα έννομα συμφέροντα των Αιτητών ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να παραμερίσει την προσβαλλόμενη ειδοποίηση. Επιπρόσθετα, όπως αποφασίστηκε από τον κ. Αλ. Παναγιώτου Α.Ε.Δ. στην Ειρηναίος Σταύρου Παπαλοίζου v. Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα - Σ.Π.Ε Αλληλεγγύης Λτδ, Αρ. Αίτησης 362/2015, Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερ.30.03.2016 όπου ο αιτητής αιτείτο την αναστολή της διαδικασίας πώλησης με δημόσιο πλειστηριασμό δυο ενυπόθηκων ακινήτων. Οι Καθ' ων η Αίτηση με την ένσταση τους, μεταξύ άλλων, υποστήριζαν ότι η αίτηση είναι νομικά ανυπόστατη και καταχωρήθηκε καταχρηστικά με μόνο σκοπό να παρεμποδίσει τους ενυπόθηκους δανειστές να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματα τους και ότι οι νομοθετικές πρόνοιες στις οποίες στηριζόταν η αίτηση δεν δίνουν εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει αναστολή πώλησης ακινήτου, το οποίο δεν έχει τεθεί ακόμη σε δημοπρασία αλλά απλά έχουν αρχίσει προκαταρτικές διαδικασίες πώλησης του. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση, παρά το γεγονός ότι εξασφάλισαν δικαστική απόφαση για το ενυπόθηκο χρέος, αντί να προχωρήσουν με αναγκαστική πώληση δυνάμει του Κεφ.6 επέλεξαν να προωθήσουν τη διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/1965. Παρά του ότι η αίτηση απερρίφθη καθότι δεν στηριζόταν στη σωστή νομική βάση, το Δικαστήριο σημείωσε τα ακόλουθα σχετικά: «Ανεξαρτήτως τούτου, εφόσον οι Καθ' ων η Αίτηση επέλεξαν να ακολουθήσουν την διαδικασία του μέρους VIA του Νόμου 9/1965, ο αιτητής θα μπορούσε να αμφισβητήσει την ακολουθητέα διαδικασία, μόνο δυνάμει του άρθρου 44Γ
(3)με έφεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Αυτό εφόσον του επιδίδετο βέβαια η δεύτερη ειδοποίηση υπό τον τύπο ΙΑ δυνάμει του άρθρου 44Γ
(2)με την οποία θα καθοριζόταν ημερομηνία πώλησης. Τέτοια ειδοποίηση δεν έχει επιδοθεί ακόμη στον αιτητή σύμφωνα με το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου. Κατά συνέπεια ούτε ημερομηνία αναγκαστικής πώλησης έχει καθοριστεί. Σημειώνω εδώ ότι σύμφωνα με το άρθρο 44Δ, πριν την αναγκαστική πώληση, διορίζονται εκτιμητές τόσον από τον ενυπόθηκο οφειλέτη όσον και από τον ενυπόθηκο δανειστή, προκειμένου να καθοριστεί η αγοραία αξία του ακινήτου. Ούτε αυτή η διαδικασία έχει προχωρήσει μέχρι σήμερα στην παρούσα υπόθεση. Υπό τας περιστάσεις, συμφωνώ με την θέση των καθ' ων η αίτηση ότι στην ουσία επιδιώκεται πρόωρα, η αναστολή πώλησης ακινήτου που όμως δεν έχει ακόμη στην ουσία δρομολογηθεί. Αυτό, πέραν της προαναφερθείσας διαπίστωσης ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και δεν παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα.» Παρά το γεγονός ότι η ανωτέρω αναφερόμενη υπόθεση διαφοροποιείται από την παρούσα καθότι σε εκείνη οι Αιτητές πρόωρα αιτούνταν την αναστολή ή και την ακύρωση της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου - καθώς δεν είχε ακόμη ορισθεί ημερομηνία πλειστηριασμού - εντούτοις, εκείνο που διαφαίνεται από την απόφαση αυτή είναι ότι η αναστολή της πώλησης ενός ακινήτου δύναται να πετύχει μόνο με αίτηση έφεση εναντίον της ειδοποίησης για τη σκοπούμενη πώληση, αντικείμενο της οποίας είναι ειδικά ο καθορισμός της ημερομηνίας πλειστηριασμού και όχι προσβάλλοντας καταχρηστικά κάθε πτυχή της διαδικασίας. Επιπρόσθετα των ανωτέρω, στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο με την απόφαση του στην Αίτηση Έφεση με αριθμό 130/2017 έχει ήδη αποφασίσει ότι η εν λόγω αγωγή με αριθμό 1130/2017 δεν εμπίπτει στο άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Ν.9/1965 καθότι δεν καταχωρήθηκε στο κατάλληλο στάδιο, δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει ο Ν.9/1965και είναι καταχρηστική. Σχετικά είναι τα έγγραφα της Δέσμης Τεκμηρίων 9 και συγκεκριμένα στην Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.21.07.2017 και ειδικά στις σελίδες 15 και 16 της απόφασης. Εν προκειμένω, οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν κάθε δικαίωμα να προχωρήσουν με την προώθηση της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή, με την αποστολή της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» για τη σκοπούμενη πώληση καθώς και της επίδικης ειδοποίησης για την ανακοίνωση των λεπτομερειών του πλειστηριασμού. Οι Αιτητές ουδέποτε συμμορφώθηκαν με τις απαιτήσεις της προηγηθείσας ειδοποίησης τύπου «Ι» και η αγωγή με αριθμό 1130/2017 καταχωρήθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της επίδοσης της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Κατ' επέκταση, καμία αγωγή δεν «εκκρεμούσε» και καμία αμφισβήτηση της επίδικης υποθήκης δεν υπήρχε κατά το χρόνο επίδοσης της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» ώστε να διέκοπτε ή να εμπόδιζε τους Καθ' ων η Αίτηση από το να προχωρήσουν με την διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου (βλ. Kounounas Construction Limited κα. v. Alpha Bank Cyprus Ltd κα., Αίτηση Έφεση 146/2016, Ε. Δ Πάφου, ημερ.8/12/2016, Micky's Car Rental Ltd κα. v. Alpha Bank Cyprus Ltd, Αίτηση Έφεση 203/2016, Ε.Δ Πάφου, ημερ.14/12/2016, Κάτια Ορφανίδου κ.α. v. Alpha Bank Cyprus Ltd, Αίτηση Έφεση 197/2016, Ε. Δ. Πάφου, ημερ.15/12/2016, Π. Δαυίδ Είδη Υγιεινής Λτδ (ΗΕ 113315) κ.ά. v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση Έφεση 459/16, Ε.Δ. Λεμεσού, ημερ.28/2/2017, Ανδρέας Ηρακλέους v. Alpha Bank Cyprus Limited, Αίτηση Έφεση 456/2016, Ε.Δ. Λεμεσού ημερ.16.03.2017). Επιπρόσθετα των ανωτέρω η αγωγή με αριθμό 1130/2017 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική, σκόπιμη και η καταχώρηση της αποτελεί μια εκ των υστέρων προσπάθεια από τους Αιτητές να αποστερήσουν από τον ενυπόθηκο δανειστή το εκ του νόμου δικαίωμα του να προωθεί την διαδικασία εκποίησης δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/1965 και να καθυστερήσουν τη διαδικασία εκποίησης δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/1965 αλλά και να δημιουργήσουν πρόσκομμα στη νομότυπη προώθηση της. Από τις ίδιες τις αναφορές του Αιτητή 1, προκύπτει ότι οι Αιτητές κάθε άλλο παρά έγκαιρα, υπεύθυνα και καλόπιστα ενήργησαν προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους. Ενώ, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής με αριθμό 1130/2017 φαίνεται ότι είναι καταχρηστική και ή σκόπιμη. Είναι σαφές ότι ο λόγος για τον οποίο οι Αιτητές έχουν προχωρήσει στη λήψη δικαστικών μέτρων μέσω της αγωγής με αριθμό 1130/2017 και της παρούσας Αίτησης/Έφεσης είναι η δημιουργία προσκόμματος στη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή σύμφωνα με το Μέρος VIA του Ν.9/
- Διαφορετικά γιατί: - Παρά το γεγονός ότι η επίδικη Υποθήκη Υ8682/1999 δόθηκε ως εξασφάλιση από την πρωτοφειλέτιδα υπό εκκαθάριση εταιρεία προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση στις 1.12.1999, ήταν μόλις στις 25.04.2017 που οι Αιτητές καταχώρησαν την αγωγή με αριθμό 1130/2017 και να αιτηθούν μεταξύ άλλων την ακύρωση και την διαγραφή της συγκεκριμένης υποθήκης;; - Γιατί από την λήψη της Ειδοποίησης Τύπου «Ι» ήτοι από τις 19.07.2016, ο Αιτητής 1 δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια και/ή γιατί δεν επικοινώνησε με τους Καθ' ων η Αίτηση εντός του χρόνου της καθορισμένης προθεσμίας που αναφερόταν ρητά στην εν λόγω ειδοποίηση και/ή γιατί δεν αποτάθηκε σε δικηγόρο νωρίτερα; Τα πιο πάνω οδηγούν σε προβληματισμό για τη γνησιότητα των προθέσεων και των ενεργειών αλλά και εν γένει της σκοπιμότητας της καταχώρησης της αγωγής με αριθμό 1130/
- Πρόκειται για μια ύστατη προσπάθεια των Αιτητών να τη χρησιμοποιήσουν ως πρόσχημα για να πετύχουν την αναστολή του πλειστηριασμού. Εάν πράγματι ο Αιτητής 1 είχε πρόθεση να αμφισβητήσει την Ειδοποίηση Τύπου «Ι» και/ή τα αναφερόμενα εις αυτήν ποσά, θα κινητοποιούταν αμέσως μόλις λάμβανε την Ειδοποίηση Τύπου «Ι», δεν θα αμελούσε και δεν θα περίμενε οχτώ μήνες για να καταχωρήσει σχετική αγωγή. Η συμπεριφορά του Αιτητή 1 και η καταχώρηση της αγωγής με αριθμό 1130/2017 δεικνύει πρόθεση του Αιτητή 1 να χρησιμοποιήσει τα δικαστικά μέσα κατά τρόπο ώστε να πετύχουν το παραμερισμό του Δελτίου Α και να αποστερήσουν από τους Καθ' ων η Αίτηση, ως ενυπόθηκο δανειστή, διεκδίκησης των νόμιμων δικαιωμάτων που τους δίδει η ενυπόθηκη εξασφάλιση. Επιπρόσθετα των όσων αναφέρονται πιο πάνω ανωτέρω οι Αιτητές κατά την άποψη μου δεν δύναται να επικαλούνται την αγωγή με αριθμό 1130/2017 ως λόγο για τον παραμερισμό ή την ακύρωση της επίδικης ειδοποίησης, καθότι η καταχώρηση της συγκεκριμένης αγωγής είναι καταχρηστική εφόσον υπάρχει κώλυμα στην προώθηση της όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια. Μέσω της συγκεκριμένης αγωγής οι Αιτητές εγείρουν θέματα τα οποία θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί στην προγενέστερη αγωγή με αριθμό 5121/2003 και στην οποία εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Αιτητών. Ως εκ τούτου δημιουργείται κώλυμα λόγω δεδικασμένου. Έχει νομολογηθεί ότι αν ένας διάδικος παραλείψει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα θέμα, το οποίο θα μπορούσε να περιληφθεί στην αρχική διαδικασία, δεν θα του επιτραπεί να το εγείρει σε μια νέα αγωγή που καταχωρίζεται μετά την εκδίκαση της πρώτης (Βλ. L.E. Walwin and Partners Ltd. v. West Sussex County Council [1975] 3 All E.R. 604). Περαιτέρω, στην Theori and Others v. Djoni and Others [1984] 1 C.L.R 296 το Εφετείο τόνισε ότι το δεδικασμένο δεν εφαρμόζεται αποκλειστικώς με θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία αλλά εκτείνεται και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με τη διαδικασία εκείνη και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εντοπίσει και εγείρει. Περαιτέρω, στην Χριστοφής Λ. Χριστοφή (Παπέττας) v.
- Σ.& Μ. Φλοκκάς Λτδ κ.α.,
(2001)1 ΑΑΔ 1703 το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι ναι μεν δημιουργείται δεδικασμένο για θέματα που θα μπορούσαν να εγερθούν σε προηγούμενη αγωγή μεταξύ των ιδίων διαδίκων και δεν ηγέρθησαν, αλλά τα θέματα αυτά θα πρέπει να έχουν το ίδιο πραγματικό υπόβαθρο. Η ανάγκη εφαρμογής του κανόνα επεξηγήθηκε στην υπόθεση K.S.R. Commercio S.A. κ.ά. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309, όπου τονίστηκε ότι: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα.» Είναι η άποψη μου ότι με την αγωγή 5121/2003 έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο σε σχέση με την επίδικη υποθήκη και η εκ νέου αμφισβήτηση της στη νέα αγωγή 1130/2017 δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Η αμφισβήτηση της επίδικης υποθήκης επίσης συνιστά θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με τη διαδικασία εκείνη και το οποίο οι Αιτητές με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εντοπίσει και εγείρει. Ως εκ τούτου η αγωγή 1130/2017 δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να σταθεί εμπόδιο στην προώθηση της διαδικασίας πώλησης και να παραμερίσει ή να ακυρώσει την προσβληθείσα ειδοποίηση τύπου «ΙΑ». Σχετικά είναι τα σχόλια του Δικαστηρίου στην Π. Δαυίδ Είδη Υγιεινής Λτδ κ.α. v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση Έφεση 459/16, Ε.Δ. Λεμεσού, ημερ.28/2/2017 (Ρ. Λιμνατίτου,Π.Ε.Δ.) όπου απορρίπτοντας την Αίτηση Έφεση δεν άφησε ασχολίαστο το γεγονός ότι με την αποτυχία της αίτησης ενδεχομένως να πωλείτο το ενυπόθηκο ακίνητο χωρίς να ακουστούν στην αγωγή που είχαν καταχωρήσει, εύστοχα τόνισε τα ακόλουθα τα οποία παραθέτω: «Δεν παραγνωρίζω ότι με την απόρριψη της αίτησης οι αιτητές αντιμετωπίζουν την πιθανότητα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου χωρίς να ακουστούν οι ισχυρισμοί που προβάλλουν στην αγωγή τους. Οι αιτητές είχαν όμως την ευκαιρία να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους με την έγκαιρη καταχώρηση της αγωγής και παρέλειψαν να το πράξουν.» Επιπλέον, δεν έχει αναδειχθεί πως, υπό τις δοσμένες περιστάσεις, έχουν επηρεαστεί και μάλιστα σε βαθμό πρόκλησης ζημιάς, τα έννομα συμφέροντα του Αιτητή 1 με το Δελτίο Α. Συνοψίζοντας οι Καθ' ων η Αίτηση ακολουθώντας το γράμμα του Ν.9/1965 εξάσκησαν το δικαίωμα που τους παρέχεται για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω ιδιωτικού πλειστηριασμού. Ως έχουμε αναφέρει ανωτέρω, η αγωγή με αριθμό 1130/2017 δεν μπορεί από μόνη της να σταθεί εμπόδιο στη νομότυπη προώθηση μιας καθόλα νόμιμης διαδικασίας δυνάμει ενός καθόλα ισχυρού νομοθετήματος. Ο Αιτητής 1 είχε τη δυνατότητα και την ευκαιρία έγκαιρα να προβάλει την αμφισβήτηση του ως προς το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προωθεί την διαδικασία πλειστηριασμού, ουδεμία ενέργεια έγινε από αυτόν εντός του χρόνου που ο νόμος προνοεί, ενώ κάτω από συνθήκες που εύλογα δημιουργούν ερωτηματικά προχώρησε, με την Αιτήτρια 2, στην καταχώρηση της αναφερόμενης αγωγής. Εν προκειμένω, δεν είναι δυνατό να ισχυρίζονται οι Αιτητές ως επιχείρημα για την έγκριση της Αίτησης Έφεσης τους ότι σε περίπτωση που προχωρήσει ο πλειστηριασμός η αγωγή τους θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Αφενός ο ίδιος ο νόμος παρέχει τη δυνατότητα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με τη διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού, αφετέρου ο ίδιος ο νόμος ταυτόχρονα παρέχει ασφαλιστικές δικλείδες στον ενυπόθηκο οφειλέτη, δυνάμει των άρθρων 44Γ
(3)και 44ΙΓ, ενεργώντας τον κατάλληλο χρόνο, να παραμερίσουν τις εκάστοτε ειδοποιήσεις και κατ' επέκταση να ακυρώσουν τον προτιθέμενο πλειστηριασμό. Επιπλέον, εάν γνήσια ο Αιτητής 1 με την εν λόγω αγωγή αμφισβητεί την επίδικη υποθήκη, γιατί μέχρι και σήμερα δεν προχώρησε, στα πλαίσια της συγκεκριμένης αγωγής, με την καταχώρηση ενδιάμεσης αίτησης για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος αναστολής του πλειστηριασμού ώστε ενόρκως να δηλώσουν ενώπιον του Δικαστηρίου που βασίζουν την αγωγή τους, τις πιθ