Μαργαρίτα Ιακώβου ν. Φοίβος Παναγίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 4541/10, 22/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A312 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4541/10 Μεταξύ: Μαργαρίτα Ιακώβου, εκ Λεμεσού Ενάγουσας Και 1.Φοίβος Παναγίδης εκ Λεμεσού 2.Στέφανη Παναγίδου εκ Λεμεσού Εναγόμενων Ημερομηνία: 22.9.2017 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Χριστοφή Για τον Εναγόμενους 1 και 2: κ. Σαβεριάδης (για ν' ακούσει απόφαση κα Ξιαρή) ΑΠΟΦΑΣΗ Με τη παρούσα αγωγή η ενάγουσα απαιτεί την επιστροφή του ποσού των €8.540 το οποίο δόθηκε ως προκαταβολή στους εναγόμενους για την παροχή υπηρεσιών σε σχέση με την διακόσμηση της υπό ανέγερση κατοικίας της στην Επισκοπή Λεμεσού. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης οι εναγόμενοι 1 και 2 κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν και είναι αρχιτέκτονες και ή διακοσμητές εσωτερικών και εξωτερικών χώρων και μεταξύ άλλων ασχολούνται και ή παρέχουν υπηρεσίες διακόσμησης κατοικιών και διατηρούν γραφείο στη Λεμεσό. Κατά ή περί τον Ιούνιο του 2008 η ενάγουσα επισκέφθηκε τα γραφεία των εναγόμενων και συμφώνησε προφορικά όπως αυτοί αναλάβουν την διακόσμηση των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων της υπό ανέγερση κατοικίας της μετά την ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών. Για την αναφερόμενη εργασία οι εναγόμενοι ζήτησαν ως αμοιβή το ποσό των €17.080 έναντι του οποίου η ενάγουσα θα κατέβαλλε ως προκαταβολή το 50% ήτοι το ποσό των €8.
- Η ενάγουσα αποδέχθηκε το πιο πάνω αντάλλαγμα και ή την αμοιβή που ζήτησαν οι εναγόμενοι και στις 3.7.2008 κατέβαλε σε αυτούς έναντι απόδειξης το ποσό της προκαταβολής. H ενάγουσα ισχυρίζεται ότι με την πληρωμή της προκαταβολής συμφώνησε με τους εναγόμενους να μην προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με την διακόσμηση της κατοικίας της μέχρι να ειδοποιηθούν από την ίδια και σε συνεννόηση με τον πολιτικό μηχανικό της. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κατά ή περί τον Αύγουστο του 2008, δηλαδή ένα περίπου μήνα μετά την πληρωμή της προκαταβολής, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τους εναγόμενους και τους ανέφερε ότι λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων δεν θα προχωρούσε με την ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών της κατοικίας της. Τους ανέφερε επίσης ότι δεν θα χρειαζόταν πλέον τις υπηρεσίες τους και ζήτησε από τους εναγόμενους να της επιστρέψουν το ποσό των €8.
- Είναι η θέση της ότι ενώ οι εναγόμενοι δεν προέβησαν σε καμία εργασία και δεν παρείχαν καμία υπηρεσία σε σχέση με τη διακόσμηση της κατοικίας της, αυθαίρετα αρνήθηκαν να της επιστρέψουν το ποσό της προκαταβολής το οποίο κατακρατούν παράνομα. Διαζευκτικά προβάλλει ότι οι εναγόμενοι κατακρατώντας το ποσό της προκαταβολής πλούτισαν αδικαιολόγητα σε βάρος της. Η ίδια, ως ισχυρίζεται , κάλεσε επανειλημμένα τους εναγόμενους να της επιστρέψουν το αναφερόμενο ποσό και προς τούτο απέστειλε και σχετική επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 17.3.
- Οι εναγόμενοι 1 και 2 με την υπεράσπιση τους παραδέχονται ότι είναι αρχιτέκτονες που διατηρούν γραφείο στη Λεμεσό και μεταξύ άλλων ασχολούνται και παρέχουν υπηρεσίες διακόσμησης εσωτερικών και εξωτερικών χώρων. Αποδέχονται ότι κατά ή περί τον Ιούνιο του 2008 συμφώνησαν με την ενάγουσα όπως της παρέχουν τις αναφερόμενες υπηρεσίες, πλην όμως ισχυρίζονται ότι συμφώνησαν να ξεκινήσουν άμεσα τα σχέδια για τη διακόσμηση της κατοικίας της ενάγουσας, όπως και έπραξαν. Αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης και αναφέρουν ότι η αρχική συμφωνία με την ενάγουσα σε σχέση με την αμοιβή τους ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ11.200 ήτοι €19.136,34 και περιλάμβανε την ετοιμασία σχεδίων για τους εσωτερικούς χώρους και την παροχή υπηρεσιών για τις εξωτερικές διαμορφώσεις της οικοδομής όπως επένδυση πέτρας, πατώματα, αλουμίνια κλπ. Αναφέρουν ότι εισέπραξαν το αναφερόμενο ποσό των €8.540 ως προκαταβολή για την έναρξη των προκαταρκτικών σχεδίων όσο αφορά τις υπηρεσίες που θα παρείχαν στην ενάγουσα. Αρνούνται ότι με την πληρωμή της προκαταβολής είχαν συμφωνήσει με την ενάγουσα να μην προβούν σε οποιεσδήποτε ενέργειες και ισχυρίζονται ότι η τελευταία έδωσε οδηγίες στην εναγόμενη 2 όπως αρχίσει την εκπόνηση των σχεδίων σε σχέση με τη διακόσμηση της κατοικίας της. Προβάλλεται επίσης στην έκθεση υπεράσπισης ότι η εναγόμενη 2 επισκέφθηκε μαζί με την ενάγουσα καταστήματα για την επιλογή υλικών και έγινε επίβλεψη στην κατοικία καθώς και διαβουλεύσεις με τους υπεργολάβους. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης κατά ή περί τον Αύγουστο του 2008, η ενάγουσα επικοινώνησε με την εναγόμενη 2 και της ανέφερε ότι λόγω οικονομικών δυσκολιών προτιμούσε σε εκείνο το στάδιο να παγοποιήσει τα σχέδια και τις υπηρεσίες που της παρείχαν οι εναγόμενοι και θα τους ειδοποιούσε η ίδια για τη συνέχιση τους. Σε δεύτερη επικοινωνία μεταξύ τους, όπου και πάλι η ενάγουσα αναφέρθηκε στην αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων, η εναγόμενη 2 μείωσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή για τις υπηρεσίες που θα παρείχαν στην ενάγουσα στις ΛΚ 10.000 ήτοι στο ποσό των €17.086 και ανέλαβε όπως με την πληρωμή αυτού του ποσού της προσφέρει επιπρόσθετα τις υπηρεσίες της και για την επιλογή των επίπλων της κατοικίας. Συμφώνησαν περαιτέρω όπως η εναγόμενη 2 αναμένει τις οδηγίες της ενάγουσας για να αρχίσει ξανά να εργάζεται για την εκπόνηση των σχεδίων της διακόσμησης. Κατά τον Νοέμβριο του 2008 η ενάγουσα έδωσε οδηγίες στην εναγόμενη 2 να συνεχίσει την εκπόνηση των σχεδίων και τα οποία η τελευταία αποπεράτωσε στις 10.12.
- H ενάγουσα περί τα μέσα τους έτους 2009 ζήτησε από τους εναγόμενους να της επιστρέψουν το ποσό που κατέβαλε ως προκαταβολή ισχυριζόμενη ότι θα υποβαλλόταν σε κάποια χειρουργική επέμβαση κάτι που οι εναγόμενοι της απάντησαν ότι δεν ήταν εφικτό. Είναι η θέση των εναγόμενων σύμφωνα με την υπεράσπιση τους, ότι το ποσό των €8.540 αντιπροσωπεύει τις υπηρεσίες και τις εργασίες που παρείχαν στην ενάγουσα. Αναφέρουν ότι η συνεργασία τους με την ενάγουσα διήρκεσε μέχρι τον Οκτώβριο του 2009 και ότι κατά την 29η του ίδιου μήνα η εναγόμενη 2 είχε προγραμματισμένη συνάντηση με την ενάγουσα για να της παραδώσει τα σχέδια και να διακοπεί η συνεργασία τους. Περαιτέρω αναφέρουν ότι η ενάγουσα μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου του 2009 επικοινωνούσε μαζί τους για αλλαγές στα σχέδια οπότε κατά τον Ιανουάριο του 2010 σταμάτησαν πλέον να συνεργάζονται μαζί της ένεκα του ότι παρείχαν σε αυτή περισσότερες υπηρεσίες από αυτές για τις οποίες είχαν πληρωθεί. Η ενάγουσα με την απάντηση της επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης αρνείται τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης των εναγόμενων και περαιτέρω ισχυρίζεται πως η επίκληση παροχής οποιονδήποτε εκ μέρους τους υπηρεσιών και εργασιών γίνεται επιτηδευμένα με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Κατά την ακροαματική διαδικασία προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων κατέθεσαν στο Δικαστήριο η ενάγουσα και η εναγόμενη 2 υποστηρίζοντας η κάθε μία τη δική της εκδοχή. Στη συνέχεια δε και μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτoι συνήγοροι των διαδίκων με τις αγορεύσεις τους εξέθεσαν τις θέσεις και τα επιχειρήματα τους τα οποία έχω εξετάσει με προσοχή και δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω στην ολότητα τους αλλά αναφορά θα γίνει στη συνέχεια μόνο εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Αχρείαστο επίσης θεωρώ να επαναλάβω στην ολότητα της τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί και η οποία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και θα προχωρήσω αμέσως στην αξιολόγηση της, έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983
(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) 454). Σύμφωνα με πάγια νομολογία, ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το ότι η ενάγουσα κατέβαλε στους εναγόμενους το ποσό των €8.540 ως προκαταβολή στα πλαίσια της μεταξύ τους συμφωνίας για την παροχή υπηρεσιών σε σχέση με τη διακόσμησης της κατοικίας της, αποτελεί αποδεκτό γεγονός και από τις δύο πλευρές. Το Δικαστήριο συνεπώς με βάση τα επίδικα θέματα και την αξίωση της ενάγουσας ως έχει προωθηθεί, καλείται ουσιαστικά να αποφασίσει κατά πόσο αυτή δικαιούται ως ισχυρίζεται την επιστροφή της προκαταβολής που κατέβαλε στους εναγόμενους. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν δύο διαφορετικές εκδοχές. Από τη μια η ενάγουσα υποστήριξε ότι κατέβαλε στους εναγόμενους το αναφερόμενο ποσό ως προκαταβολή χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Ενώ από την άλλη οι εναγόμενοι και συγκεκριμένα μέσα από την μαρτυρία της εναγόμενης 2, υποστήριξαν ότι το ποσό της προκαταβολής δεν ήταν χωρίς αντάλλαγμα αφού μέχρι τη διακοπή της μεταξύ τους συνεργασίας παρείχαν στην ενάγουσα σχετικές υπηρεσίες αναφορικά με τη διακόσμηση της κατοικίας της. Από την αρχή πρέπει να λεχθεί ότι η ενάγουσα καταθέτοντας στο Δικαστήριο δεν ήταν πειστική και η μαρτυρία της δεν κρίνεται αξιόπιστη. Παρακολουθώντας την να καταθέτει ενόρκως, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά της, δεν έχω πειστεί για την αλήθεια της εκδοχής της. Με σκοπό να εξασφαλίσει την επιστροφή του ποσού της προκαταβολής προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ότι οι εναγόμενοι δεν της πρόσφεραν έναντι αυτού του ποσού κανένα απολύτως αντάλλαγμα. Παρά την προσπάθεια που κατέβαλε για να πείσει για την αλήθεια των ισχυρισμών της, δεν κατάφερε να μην περιπέσει σε αντιφάσεις. Παράλληλα προώθησε θέσεις που δεν συνάδουν απόλυτα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης αλλά και ισχυρισμούς που αντιστρατεύονται τη λογική. Ενώ στην έκθεση απαίτησης της ισχυρίζεται ότι η αμοιβή που συμφώνησε με τους εναγόμενους ήταν για το ποσό των €17.080 που αντιστοιχεί σε ΛΚ 10.000 κατά την κυρίως εξέταση της δεν ήταν απόλυτα σαφής σε σχέση με το ύψος του συμφωνηθέντος ποσού, λέγοντας πως η συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόμενων θα ανερχόταν «περίπου» στις ΛΚ10.
- Σε αντίφαση δε με το δικογραφημένο ισχυρισμό της ότι πληρώνοντας την προκαταβολή, συμφώνησε με τους εναγόμενους να μην προβούν σε οποιεσδήποτε ενέργειες μέχρι να ειδοποιηθούν από την ίδια, κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι έδωσε την προκαταβολή στους εναγόμενους για να ξεκινήσουν την εργασία. Ακόμα όμως και η δήλωση της κατά την κυρίως εξέτασης της ότι σε κάποιο στάδιο ζήτησε από τους εναγόμενους να μην κάνουν «τίποτε άλλο» καταδεικνύει ότι με την πληρωμή της προκαταβολής είχε αρχίσει η παροχή των συμφωνηθέντων υπηρεσιών εκ μέρους των εναγόμενων. Παράλληλα η δήλωση της αυτή αποκαλύπτει και ασυνέπεια προς τη θέση της ότι οι εναγόμενοι δεν της παρείχαν καμία απολύτως υπηρεσία σε αντάλλαγμα του ποσού που τους κατέβαλε. Δημιουργείται επίσης εύλογα το ερώτημα για το οποίο η ενάγουσα δεν έδωσε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση, για ποιο λόγο κατέβαλε στους εναγόμενους το αναφερόμενο ποσό αφού σε εκείνο το στάδιο όπως ισχυρίσθηκε δεν επιθυμούσε οποιοδήποτε αντάλλαγμα από αυτούς. Η εκδοχή της ότι όταν επισκέφθηκε τους εναγόμενους ήθελε απλά και μόνο να της καθορίσουν το ύψος της αμοιβής τους στερείται οποιασδήποτε πειστικότητας. Παράλληλα η θέση της ότι συμφώνησε με τους εναγόμενους όπως αυτοί της προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για τη διακόσμηση μετά την αποπεράτωση της κατοικίας της, που τότε βρισκόταν υπό ανέγερση, δεν συνάδει με την δήλωση της στο στάδιο της αντεξέτασης της ότι αποτάθηκε στους εναγόμενους επειδή μεταξύ άλλων ήθελε να της δώσουν ιδέες και για την επιλογή των υλικών. Αλλά ούτε και μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι τα σχέδια της διακόσμησης και η επιλογή υλικών, ήταν λογικό να γίνουν μετά την αποπεράτωση της κατοικίας. Σε ότι αφορά το πως οι εναγόμενοι καθόρισαν την αμοιβή τους, την οποία η ίδια όπως ανέφερε αποδέχθηκε, η μαρτυρία της ενάγουσας περιείχε ασάφειες και ανακρίβειες. Και αυτό προφανώς στη προσπάθεια της να πείσει ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν υπόψη τους οποιαδήποτε στοιχεία της υπό ανέγερση κατοικίας της, κάτι που θα καθιστούσε και αδύνατη την εκπόνηση εκ μέρους τους οποιονδήποτε σχεδίων σε σχέση με τη διακόσμηση της. Αρχικά ανέφερε ότι όταν επισκέφθηκε τους εναγόμενους τους προσκόμισε κατόψεις της κατοικίας της για να είναι σε θέση να αντιληφθούν το σχέδιο της. Ακολούθως κατά την αντεξέτασης της αρνήθηκε ότι έδωσε στους εναγόμενους οποιαδήποτε σχέδια της κατοικίας, ενώ, σε άλλη περίπτωση ισχυρίσθηκε ότι τους ανέφερε μόνο τα «μέτρα της κατοικίας» εννοώντας προφανώς τις διατάσεις της. Παράλληλα και εξακολουθώντας να αποφεύγει να δώσει σαφή απάντηση για το εν λόγω ζήτημα, αρκέστηκε να πει πως δεν γνωρίζει βάσει ποιών δεδομένων οι εναγόμενοι κατέληξαν στο συγκεκριμένο ποσό για την αμοιβή τους. Δήλωση που σαφώς και δεν συνάδει με το γεγονός ότι η ίδια συμφώνησε με την αμοιβή αυτή. Ο ισχυρισμός της ότι συμφώνησε με την προτεινόμενη αμοιβή, επειδή της άρεσαν κάποιες φωτογραφίες που εντόπισε σε ένα περιοδικό και αφορούσαν διακοσμήσεις που διενεργήθηκαν από τους εναγόμενους, στερείται οποιασδήποτε πειστικότητας. Η άρνηση της ότι επισκέφθηκε με την εναγόμενη 2 καταστήματα για την επιλογή υλικών βρίσκεται σε αντίφαση και δεν συνάδει με τη δήλωση της, που αναφέρεται πιο πάνω, ότι δηλαδή μεταξύ άλλων ήθελε από τους εναγόμενους να της δώσουν και ιδέες για την επιλογή των υλικών που θα τοποθετούσε στην κατοικία της. Η θέση της ότι δεν εκπονήθηκαν οποιαδήποτε σχέδια από τους εναγόμενους ούτε και έγιναν συναντήσεις στο χώρο της κατοικίας της με τους υπεργολάβους πλην του ότι δεν τέθηκαν ποτέ προηγουμένως παρά μόνο κατά την αντεξέταση της, βρίσκονται και σε αντίφαση με τη μαρτυρία της εναγόμενης 2 η οποία κρίνεται αξιόπιστη για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια. Σε σχετική υποβολή ότι η εναγόμενη 2 μείωσε την αρχική συμφωνηθείσα αμοιβή στις ΛΚ 10.000, η ενάγουσα απέφυγε να δώσει απάντηση λέγοντας πως η ίδια ζήτησε να της επιστραφούν τα χρήματα της και δεν θυμάται τίποτα άλλο. Ουδόλως έπεισε επίσης η ενάγουσα για την αλήθεια της εκδοχής που προσπάθησε να προωθήσει, ότι δηλαδή κατά το χρόνο που συνήψε τη συμφωνία με τους εναγόμενους, ήταν σε θέση να ανταπεξέλθει οικονομικά τόσο για την αμοιβή τους όσο και για την πλήρη αποπεράτωση της κατοικίας, ενώ ένα μήνα αργότερα αντιλήφθηκε πως δεν ήταν σε θέση να ανταπεξέλθει οικονομικά ούτε καν για την ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών της ανέγερσης της κατοικίας της και γι΄ αυτό ζήτησε να της επιστραφεί η προκαταβολή. Η δήλωση της ότι το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 2008 συνεχίστηκαν οι οικοδομικές εργασίες για την ανέγερση της κατοικίας της ταυτίζεται απόλυτα με τη θέση των εναγόμενων ότι τον Νοέμβριο του ίδιου έτους έδωσε οδηγίες στην εναγόμενη 2 να προχωρήσει με την ολοκλήρωση των σχεδίων. Ο ισχυρισμός της ότι ένα περίπου μήνα μετά τη συμφωνία της με τους εναγόμενους διαπίστωσε ότι λόγω οικονομικών προβλημάτων δεν θα συνεχιζόταν η ανέγερση της κατοικίας της βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με τη δήλωση της, σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης της, ότι οι οικοδομικές εργασίες συνεχίσθηκαν μέχρι τον Φεβρουάριο του
- Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις ισχυρίσθηκε μεταξύ άλλων, πως κατά το χρονικό διάστημα που η οικοδομικές εργασίες βρίσκονταν στο στάδιο «του μπετόν» δηλαδή της ανέγερσης του σκελετού, έκανε τον προϋπολογισμό της και τότε διαπίστωσε πως τα χρήματα που είχε στη διάθεση της δεν θα έφταναν για να προχωρήσει με την αποπεράτωση της κατοικίας. Ανέφερε όμως παράλληλα ότι οι συγκεκριμένες οικοδομικές εργασίες εκτελέσθηκαν κατά τους μήνες Απρίλιο μέχρι και τον Ιούνιο του
- Οι εν λόγω ισχυρισμοί της ενάγουσας εγείρουν εύλογα το ερώτημα γιατί κατά την ίδια χρονική περίοδο που διαπίστωσε ότι δεν είχε τα χρήματα για να ολοκληρώσει την κατοικία της, επισκέφθηκε τους εναγόμενους και συνήψε την αναφερόμενη συμφωνία πληρώνοντας μάλιστα και προκαταβολή. Επιπρόσθετα των πιο πάνω η ενάγουσα προφασιζόμενη πως δεν θυμάται απέφυγε να απαντήσει κατά πόσο μέχρι το 2009 επικοινωνούσε με την εναγόμενη 2 δίνοντας οδηγίες για τα σχέδια της διακόσμησης και ζητώντας να γίνουν σε αυτά διάφορες αλλαγές. Αλλά ούτε και έδωσε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση γιατί ενώ όπως ισχυρίσθηκε ζήτησε την επιστροφή της προκαταβολής ένα μήνα μετά τη σύναψη της συμφωνίας της με τους εναγόμενους, που έγινε τον Ιούνιο του 2008, εντούτοις, απέστειλε προς τούτο την επιστολή του δικηγόρου της που κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμ.3, στις 17.3.2010 δηλαδή σχεδόν δύο χρόνια αργότερα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχθώ την μαρτυρία και την εκδοχή της ενάγουσας πλην μόνο ότι περί τον Ιούνιο του 2008 συμφώνησε με τους εναγόμενους όπως αυτοί αναλάβουν την διακόσμηση της κατοικίας της και στις 3.7.2008 έναντι της συμφωνίας αυτής κατέβαλε σε αυτούς ως προκαταβολή το ποσό των €8.
- Αποδέχομαι επίσης ότι απέστειλε στους εναγόμενους την επιστολή τεκμ. 3 η παραλαβή της οποίας δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους. Η εναγόμενη 2 (που στο εξής θα καλείται η εναγόμενη) μου άφησε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Κάποιες αντιφάσεις στη μαρτυρία της δεν κρίθηκαν ικανές να επηρεάσουν την αξιοπιστία της εκδοχής της και να διαφοροποιήσουν τα ουσιαστικά σημεία για την υπόθεση, αφού, η γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για αυτή παρακολουθώντας την να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική. Όπως διαφάνηκε μέσα από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, η εναγόμενη είχε την ουσιαστικότερη ανάμιξη στα γεγονότα της υπόθεσης. Ανέφερε ότι η ενάγουσα επισκέφθηκε το γραφείο των εναγόμενων κατά τον μήνα Ιούνιο του 2008 και ακολούθως αφού συζήτησαν και κατέληξαν στην προαναφερόμενη συμφωνία στις 3.7.2008 κατέβαλε την προκαταβολή των €8.540 έναντι σχετικής απόδειξης, η οποία κατατέθηκε από την ενάγουσα ως τεκμ
- Ισχυρίσθηκε ότι η αμοιβή που αρχικά συμφωνήθηκε με την ενάγουσα ήταν για το ποσό των ΛΚ 11.200 και ακολούθως η ίδια την μείωσε στο ποσό των Λ.Κ.10.000 και ανέλαβε όπως με την πληρωμή αυτού του ποσού προσφέρει επιπρόσθετα στην ενάγουσα τις υπηρεσίες της και για την επιλογή των επίπλων της κατοικίας. Με την πληρωμή της προκαταβολής η ίδια ξεκίνησε την εκπόνηση των προκαταρκτικών σχεδίων για τη διακόσμηση της κατοικίας της ενάγουσας και για το σκοπό αυτό της δόθηκαν τα αρχιτεκτονικά σχέδια της κατοικίας. Παρά το ότι δεν καθόρισε συγκεκριμένα ότι αυτό έγινε τον μήνα Αύγουστο, όπως περιγράφεται στην έκθεση υπεράσπισης, εντούτοις, ανέφερε ότι μετά την πληρωμή της προκαταβολής η ενάγουσα της ζήτησε να σταματήσει για κάποιο χρονικό διάστημα την εκπόνηση των σχεδίων και να αναμένει τις οδηγίες της για να συνεχίσει. Αυτό, όπως της ανέφερε η ενάγουσα, ένεκα κάποιων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε και συγκεκριμένα επειδή ανέμενε να αποδεσμευτούν από την τράπεζα τα χρήματα της. Ακολούθως τον Νοέμβριο του 2008 η ενάγουσα της έδωσε οδηγίες να συνεχίσει την εκπόνηση των σχεδίων τα οποία τελικά ολοκλήρωσε τον Δεκέμβριο του
- Ανέφερε επίσης ότι επισκέφθηκε μαζί με την ενάγουσα καταστήματα για την επιλογή υλικών καθώς και ότι είχε διάφορες συναντήσεις με τον εργολάβο της ενάγουσας αφού της ζητήθηκε να δώσει τις απόψεις της για την εξωτερική όψη της κατοικίας. Το γεγονός ότι δεν θυμόταν τα ονόματα των καταστημάτων που επισκέφθηκαν, τα οποία όπως ανέφερε ανήκαν σε γνωστούς της ενάγουσας, δεν κρίνεται ικανό να κλονίσει την αλήθεια της εκδοχής της για το ζήτημα αυτό, λαμβάνοντας υπόψη και στην επιλογή υλικών αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία της και η ίδια η ενάγουσα. Σε σχέση με το γεγονός ότι στην έκθεση υπεράσπισης γίνεται αναφορά σε συναντήσεις με υπεργολάβους, κατά την αντεξέταση της διευκρίνισε πως στις συναντήσεις της με τον εργολάβο στην υπό ανέγερση κατοικία, ήταν παρόντες και διάφοροι υπεργολάβοι οι οποίοι και λάμβαναν τις σχετικές οδηγίες. Ισχυρίσθηκε ακόμη ότι στα πλαίσια των υπηρεσιών που παρείχαν στην ενάγουσα, η ίδια είχε συναντήσεις και με τον αρχιτέκτονα της, θέση όμως η οποία δεν καλύπτεται από το δικόγραφο της υπεράσπισης και συνεπώς δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Η εναγόμενη κατάθεσε στο Δικαστήριο σε δέσμη τα σχέδια της διακόσμησης που ισχυρίσθηκε ότι ετοίμασε, τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμ. 4 και στη συνέχεια εξήγησε αναλυτικά το περιεχόμενο τους. Παρέμεινε σταθερή στη θέση της χωρίς να κλονιστεί με κανένα τρόπο η αξιοπιστία της, ότι το ποσό που κατέβαλε η ενάγουσα δεν ήταν χωρίς αντάλλαγμα. Άλλωστε το γεγονός ότι η ίδια εκπόνησε τα αναφερόμενα σχέδια για τη διακόσμηση της κατοικίας της ενάγουσας ενισχύεται και από το περιεχόμενο του τεκμηρίου
- Της υποδείχθηκαν βέβαια από τον δικηγόρο της ενάγουσας κατά την αντεξέταση της κάποιες μικρές διαφορές μεταξύ των σχεδίων που κατέθεσε στο Δικαστήριο (τεκμ. 4) και αυτών που αποκαλύφθηκαν στα πλαίσια της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων μεταξύ των δύο πλευρών, τα οποία αναγνώρισε και κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμ. 5
(1)-
(16). Σε σχέση όμως με το γεγονός αυτό έδωσε επαρκή και πειστική εξήγηση λέγοντας ότι οι μικρές αυτές διαφορές οφείλονται στην αλλαγή του προγράμματος του ηλεκτρονικού υπολογιστή που χρησιμοποιεί στο γραφείο της και του διαφορετικού χρόνου που εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή οι δύο δέσμες σχεδίων. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις ανέφερε επίσης ότι στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της υπάρχουν αποθηκευμένα και διάφορα άλλα σχέδια σε σχέση με τη διακόσμηση της κατοικίας της ενάγουσας διευκρινίζοντας ότι η ίδια εκπόνησε αρκετά σχέδια μέχρι να καταλήξει στα τελικά. Υπήρξε σαφής, θετική και απόλυτα πειστική ότι τα τεκμήρια 4 και 5 πρόκειται για τα ίδια σχέδια και αυτά αφορούν την διακόσμηση της κατοικίας της ενάγουσας. Το ότι πρόκειται για τα ίδια σχέδια διαπιστώνεται άλλωστε και από την σύγκριση του περιεχομένου των δύο τεκμηρίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Επιπρόσθετα η πλευρά της ενάγουσας απέτυχε να υποδείξει οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι πρόκειται για διαφορετικά σχέδια. Η εναγόμενη αρνήθηκε επίσης με θετικό και πειστικό τρόπο τη θέση που της υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση της, ότι τα σχέδια που ισχυρίσθηκε ότι εκπόνησε δεν ανταποκρίνονται στην κατοικία της ενάγουσας και δεν σχετίζονται με αυτή. Διαπιστώνεται ακόμα πως, ενώ τα αναφερόμενα σχέδια ως είναι αποδεκτό αποκαλύφθηκαν από την πλευρά των εναγόμενων στο στάδιο των οδηγιών της αγωγής, η ενάγουσα παρέλειψε να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία ή άλλα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι αυτά δεν ανταποκρίνονται και είναι άσχετα με τη κατοικία της. Άλλωστε η θέση που προσπάθησε να προωθήσει η πλευρά της ενάγουσας, ότι δηλαδή ένας αρχιτέκτονας, όπως στην προκειμένη περίπτωση η εναγόμενη 2, θα προχωρούσε έτσι απλά στην εκπόνηση σχεδίων χωρίς να λάβει προς τούτο σχετικές οδηγίες και τα απαιτούμενα στοιχεία στερείται πειστικότητας και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η εναγόμενη δεν δίστασε να πει πως δεν ήταν σε θέση να δώσει εξήγηση για το γεγονός ότι εκτός από το τεκμ. 1 εκδόθηκε και δεύτερη απόδειξη για την είσπραξη της προκαταβολής η οποία κατά την αντεξέταση της κατατέθηκε ως τεκμ
- Αυτό όμως ουδόλως επηρέασε την αξιοπιστία της αφού η πληρωμή της προκαταβολής για το συγκεκριμένο ποσό αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Ανέφερε ότι περί τα μέσα του 2009 η ενάγουσα ζήτησε να της επιστραφούν τα λεφτά που κατέβαλε ως προκαταβολή διότι επρόκειτο να υποβληθεί σε κάποια κοσμητική χειρουργική επέμβαση. Η ίδια αρνήθηκε να επιστρέψει την προκαταβολή στην ενάγουσα και της ανέφερε ότι το ποσό που είχε καταβάλει αντιστοιχούσε στις υπηρεσίες που οι εναγόμενοι της παρείχαν μέχρι τότε. Ισχυρίσθηκε ότι έκτοτε η ενάγουσα συνέχισε να επικοινωνεί μαζί της ζητώντας να γίνουν διάφορες αλλαγές στα σχέδια οπόταν τον Ιανουάριο του 2010 της δήλωσε ότι δεν θα γίνονταν περαιτέρω αλλαγές στα σχέδια και διέκοψε πλέον κάθε συνεργασία μαζί της. Ανέφερε επίσης με ειλικρίνεια, ότι δεν ήταν διατεθειμένη να συνεχίσει να προσφέρει υπηρεσίες στην ενάγουσα πέραν του ποσού που αυτή είχε καταβάλει. Το γεγονός ότι δεν ήταν απόλυτα σαφής σε σχέση με το χρόνο που παρέδωσε τα αναφερόμενα σχέδια στην ενάγουσα δεν κρίθηκε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία της εκδοχής της. Επίσης δεν παραγνωρίζω την αναφορά της εναγόμενης σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας της, ότι η ενάγουσα ζήτησε την επιστροφή της προκαταβολής κατά τη διάρκεια που τα σχέδια ετοιμάζονταν, ενώ, στην έκθεση υπεράσπισης αναφέρεται ότι η ενάγουσα ζήτησε την επιστροφή της προκαταβολής περί τα μέσα του
- Ούτε όμως το σημείο αυτό κρινόμενο μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας κρίθηκε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία της, αφού, όπως η ίδια ανέφερε χωρίς μάλιστα να αμφισβητηθεί, η ενάγουσα μετά την αποπεράτωση των σχεδίων συνέχιζε να ζητά να γίνουν διάφορες αλλαγές σε αυτά. Παρεμβάλλεται επίσης στο σημείο αυτό ότι η ίδια η ενάγουσα κατά την αντεξέταση της απέφυγε να απαντήσει κατά πόσο μέχρι το 2009 επικοινωνούσε με την εναγόμενη δίνοντας σχετικές οδηγίες για τα σχέδια της διακόσμησης της κατοικίας της. Για τους λόγους συνεπώς που εξηγούνται πιο πάνω μεταξύ των δύο εκδοχών αποδέχομαι την εκδοχή των εναγομένων ως την πλέον αξιόπιστη και πειστική. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ανάλογα ευρήματα, ότι δηλαδή κατά ή περί τον Ιούνιο του 2008 η ενάγουσα συμφώνησε όπως οι εναγόμενοι 1 και 2 της παρέχουν υπηρεσίες για την εσωτερική και εξωτερική διακόσμηση της κατοικίας της έναντι της αμοιβής των Λ.Κ 11.200 (€19.136,34) η οποία ακολούθως μειώθηκε στις ΛΚ 10.000 ήτοι €17.
- Οι ενάγοντες για να ξεκινήσουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους ζήτησαν από την ενάγουσα να καταβάλει ως προκαταβολή το ποσό των €8.540 το οποίο η τελευταία κατέβαλε στις 3.7.2008 και έλαβε σχετική απόδειξη. Με την είσπραξη του ποσού οι εναγόμενοι και συγκεκριμένα η εναγόμενη 2 ξεκίνησε την εκπόνηση των σχεδίων για τη διακόσμηση της κατοικίας. Περαιτέρω επισκέφθηκε μαζί με την ενάγουσα καταστήματα για την επιλογή υλικών και είχε συναντήσεις με τον εργολάβο της κατοικίας. Σε κάποιο στάδιο μετά την πληρωμή της προκαταβολής, η ενάγουσα επικοινώνησε με την εναγόμενη 2 και της ανέφερε ότι λόγω κάποιων οικονομικών δυσκολιών επιθυμούσε την αναστολή των υπηρεσιών που της παρείχαν οι εναγόμενοι και ότι θα την ειδοποιούσε η ίδια πότε να συνεχίσει. Κατά τον Νοέμβριο του 2008 η ενάγουσα έδωσε οδηγίες στην εναγόμενη 2 να συνεχίσει την εκπόνηση των σχεδίων της διακόσμησης τα οποία η εναγόμενη 2 αποπεράτωσε τον Δεκέμβριο του
- Ακολούθως περί τα μέσα του 2009 η ενάγουσα ζήτησε από την εναγόμενη 2 να της επιστραφεί το ποσό της προκαταβολής για το λόγο ότι θα υποβαλλόταν σε κάποια χειρουργική επέμβαση. Η εναγόμενη 2 αρνήθηκε την επιστροφή της προκαταβολής και ανέφερε στην ενάγουσα ότι το ποσό που κατέβαλε αντιστοιχούσε στις υπηρεσίες που της είχαν παρασχεθεί μέχρι τότε. Έκτοτε η ενάγουσα ζητούσε και γίνονταν διάφορες αλλαγές στα σχέδια οπόταν τον Ιανουάριο του 2010 οι εναγόμενοι διέκοψαν πλέον κάθε συνεργασία μαζί της. Στις 17.3.2010 με σχετική επιστολή του δικηγόρου της η ενάγουσα ζήτησε από τους εναγόμενους να της επιστραφεί το ποσό της προκαταβολής. Στη προκειμένη περίπτωση από την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει πως η μη πλήρης υλοποίηση της επίδικης συμφωνίας οφειλόταν στην υπαναχώρηση της ενάγουσας, η οποία είναι παραδεκτό ότι ζήτησε την επιστροφή της προκαταβολής που κατέβαλε στους εναγόμενους. Είναι όμως γνωστό βάσει των νομολογημένων αρχών ότι η ανάκτηση χρημάτων που πληρώθηκαν χωρίς αντάλλαγμα είναι επιτρεπτή ανεξάρτητα από το λόγο του τερματισμού της συμφωνίας (βλ. Οδυσσέως ν. Χαρίτου
(2004)1(Β) Α.Α.Δ 1061). H ενάγουσα ουσιαστικά στηρίζει την αξίωση της για την επιστροφή του ποσού της προκαταβολής, στην πλήρη αποτυχία της αντιπαροχής, ζήτημα για το οποίο γίνεται η ακόλουθη σχετική αναφορά στο σύγγραμμα TREITEL THE LAW OF CONTRACT 8η έκδοση σελ.927:
(1)Total failure of consideration. (a) DEFINITION. A contracting party can recover back money paid under a contract if there is a "total failure of consideration" i.e. if he has not got any part of what he bargained for. Στο σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS, στη σελ. 1421, παρ. 29-34 καταγράφονται τα ακόλουθα: "General principles. Where money has been paid under a transaction that is or becomes ineffective the payer may recover the money provided that the consideration for the payment has totally failed. ..... In that context failure of consideration occurs where the payer has not enjoyed the benefit of any part of what he bargained for. .... The failure has to be total because the consideration is "whole and indivisible," and the courts will not divide or apportion it unless the parties have done so. This is partly because one cannot assume that all parts of the payee's performance are equally valuable and that the contract price is earned incrementally, but historically it was also because of the absence in English law of a defence of change of position until recently. Thus, any performance of the actual thing promised, as determined by the contract, is fatal to recovery under this heading». Έχοντας κατά νου ότι σε αστικές υποθέσεις η απόδειξη της αξίωσης κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντα (βλ. Κυριάκος Σοφοκλέους v. Γιώτα Κυριάκου
(2010)1Α Α.Α.Δ. 665 και Γιαννάκης Πελεκάνος ως Διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.α. ν. Ανδρέα Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1746), κρίνεται ότι η ενάγουσα στην προκειμένη περίπτωση δεν απέσεισε το βάρος που έφερε να αποδείξει την πλήρη αποτυχία της αντιπαροχής. Τούτο δεδομένου ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου οι εναγόμενοι σε αντάλλαγμα του ποσού της προκαταβολής, πρόσφεραν στην ενάγουσα υπηρεσίες μεταξύ αυτών και την εκπόνηση σχεδίων για τη διακόσμηση της κατοικίας της. Επίσης στη βάση των πιο πάνω νομικών αρχών δεν με βρίσκει σύμφωνη η θέση που προβλήθηκε στο στάδιο των αγορεύσεων από τη πλευρά της ενάγουσας, ότι όφειλαν οι εναγόμενοι να εγείρουν ανταπαίτηση και να αξιώνουν απόφαση ή ανάλογη θεραπεία από το Δικαστήριο ότι το ποσό που εισέπραξαν αντιστοιχεί στην αμοιβή τους για τις υπηρεσίες που προσέφεραν στην ενάγουσα. Η ενάγουσα δεν ισχυρίσθηκε ότι συμφωνήθηκε συγκεκριμένη αμοιβή ξεχωριστά για κάθε μία από τις υπηρεσίες που θα της προσέφεραν οι εναγόμενοι, έτσι ώστε, οι τελευταίοι να όφειλαν να αποδείξουν το συγκεκριμένο κόστος των υπηρεσιών που της πρόσφεραν, ως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου της στο στάδιο των αγορεύσεων. Αντίθετα από την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόμενων ήταν συνολική και οι υπηρεσίες που συμφώνησαν να παρέχουν στην ενάγουσα δεν είχαν κοστολογηθεί ξεχωριστά. Επιπρόσθετα σε καμία περίπτωση η ενάγουσα δεν έχει ισχυρισθεί πως οι υπηρεσίες που της πρόσφεραν οι εναγόμενοι ήταν μικρότερης αξίας από το ποσό της προκαταβολής, θέση που εν πάση περιπτώσει δεν περιλαμβάνεται στα δικόγραφα της όπου ισχυρίζεται ότι η προκαταβολή δόθηκε εκ μέρους της χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου στις οποίες παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας κατά την αγόρευση του, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, αφού στις υποθέσεις εκείνες με βάση τα γεγονότα που έγιναν αποδεκτά, κρίθηκε ότι η προκαταβολή πληρώθηκε χωρίς κανένα αντάλλαγμα και συνεπώς υπήρξε πλήρης αποτυχία της αντιπαροχής. Η ενάγουσα διαζευκτικά βασίζει την αξίωση της και στην αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Όπως αναφέρεται στην απόφαση ΝΑΚΗΣ ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ v. ΙΩΑΝΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α
(2012)1Β Α.Α.Δ 1311 για να ισχύει η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού θα πρέπει ο εναγόμενος να έχει εμπλουτιστεί από την απόκτηση ενός οφέλους, το όφελος θα πρέπει να αποκτήθηκε σε βάρος του ενάγοντα και να είναι άδικο να επιτραπεί στον εναγόμενο να κατακρατήσει το όφελος. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η πληρωμή του ποσού των €8.540 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κατέστησε τους εναγόμενους, αδίκως ή αδικαιολογήτως πλουσιότερους, όταν αυτοί με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου παρείχαν υπηρεσίες στην ενάγουσα, όπως η εκπόνηση σχεδίων για την διακόσμηση της κατοικίας της, επισκέψεις σε καταστήματα για την επιλογή υλικών και συναντήσεις με τον εργολάβο. Όπως αποφασίσθηκε στην Θεοχαρίδης (πιο πάνω) ένας από τους παραδεκτούς λόγους για τους οποίους ένα όφελος δεν επιστρέφεται σε εκείνον από τον οποίο λήφθηκε είναι όταν δεν μπορεί να γίνει πλήρης αποκατάσταση των μερών στην αρχική τους θέση. Λέχθηκε πως σε τέτοια περίπτωση θεωρείται ότι δεν υπάρχει και πλήρης αποτυχία της αντιπαροχής και είναι άδικο να υποχρεωθεί ένας εναγόμενος να προβεί σε αποκατάσταση του άλλου μέρους, αν και ο ίδιος δεν μπορεί να αποκατασταθεί στην αρχική του θέση. Συνεπώς ένας ακόμα πρόσθετος λόγος που η απαίτηση της ενάγουσας δεν μπορεί να επιτύχει στη βάση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι ότι στην προκείμενη περίπτωση, αν οι εναγόμενοι υποχρεωθούν να επιστρέψουν το ποσό των €8.540 στην ενάγουσα, αυτό θα είναι άδικο για τους ίδιους, διότι αυτοί δεν μπορούν να αποκατασταθούν στην αρχική τους θέση, εφόσον παρόλο που η συμφωνία τους με την ενάγουσα δεν υλοποιήθηκε μέχρι τέλους, εντούτοις, παρείχαν προς αυτή τις προαναφερόμενες υπηρεσίες . Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται. Όσο αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Στ. Λουκίδου - Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other action/Final (Αναφορά: Πολιτική - Απαίτηση για επιστροφή προκαταβολής). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο