← Κύπρος

TRAFALGAR DEVELOPMENTS LTD κ.α. ν. DMITRY ΜΑΖΕΡΙΝ κ.α., Γενική Αίτηση Αρ. 428/2016, 7/9/2017

TRAFALGAR DEVELOPMENTS LTD κ.α. ν. DMITRY ΜΑΖΕΡΙΝ κ.α., Γενική Αίτηση Αρ. 428/2016, 7/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A293 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ. 428/2016 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΕ) Αρ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. και Αναφορικά με την αγωγή με αριθμό 2016 No. 115 ΙΑ ενώπιον του High Court της Ιρλανδίας μεταξύ:

(1)TRAFALGAR DEVELOPMENTS LTD, από την Ανγκουίλα
(2)INSTANTANIA HOLDINGS LTD, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους
(3)KAMARA LTD, από την Αγία Λουκία
(4)BAIRIKI Incorporated από το Νέβις Εναγόντων και
(1)DMITRY ΜΑΖΕΡΙΝ, από τη Ρωσική Ομοσπονδία
(2)OJSC UNITED CHEMICAL COMPANY URALCHEM, από τη Ρωσική Ομοσπονδία
(3)URALCHEM HOLDING P.L.C. από την Κύπρο
(4)EUROTOAZ LIMITED, από την Ιρλανδία
(5)ANDREY GENNADYEVICH BABICHEV, από τη Ρωσική Ομοσπονδία
(6)YULIA BOLOTNIKOVA, από τη Ρωσική Ομοσπονδία
(7)BELPORT INVESTMENTS LIMITED, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους
(8)MILKO EMILOV MINKOVSKI, από τη Βουλγαρία
(9)ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΧΑΡΙΛΑΟΥ, από την Κύπρο
(10)DMITRY KONYAEV, από τη Ρωσική Ομοσπονδία
(11)YEVGENIY YAKOVLEVICH SEDYKIN, από τη Ρωσικά Ομοσπονδία Εναγομένων και Αναφορικά με την αίτηση μεταξύ των:
(1)TRAFALGAR DEVELOPMENTS LTD, από την Ανγκουίλα
(2)INSTANTANIA HOLDINGS LTD, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους
(3)KAMARA LTD, από την Αγία Λούκια
(4)BAIRIKI Incorporated από το Νέβις Αιτητών - και -
(1)URALCHEM HOLDING P.L.C., από την Λεμεσό, Κύπρο
(2)URALCHEM FREIGHT LIMITED, από την Λεμεσό, Κύπρο
(3)HAVE Ν PORT INVESTMENTS LIMITED, από την Λεμεσό, Κύπρο
(4)CI - CHEMICAL INVEST LIMITED, από την Λεμεσό, Κύπρο Καθ' ων η Αίτηση -------------------------------------- Ημερ.: 7.9.2017 Για τους Αιτητές: κ. Μεν. Κυπριανού για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Φ. Ζωμενής για Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες καταχώρισαν την 7.11.2016 αγωγή στην Ιρλανδία εναντίον των Εναγομένων. Την 10.11.2016 καταχώρισαν την παρούσα Γενική Αίτηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) Αρ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Η Γενική Αίτηση στρέφεται εναντίον τεσσάρων Κυπριακών Εταιρειών από τις οποίες μόνο η πρώτη είναι διάδικος στην αγωγή ως Εναγόμενη
  1. Με τη Γενική Αίτηση οι Αιτητές εξαιτούνται διατάγματα παγιοποίησης της περιουσίας των Καθ' ων η Αίτηση και αποκάλυψης, με ένορκες δηλώσεις που να καταχωριστούν εκ μέρους τους, των περιουσιακών τους στοιχείων. Περαιτέρω διατάγματα που να τις εμποδίζουν από του να προβούν σε αλλαγή στη σύνθεση του διοικητικού τους συμβουλίου ή στην ανάθεση σε τρίτο πρόσωπο οιασδήποτε εξουσίας του διοικητικού τους συμβουλίου. Η Γενική Αίτηση υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 10.11.2016 της Μαρίνας Φιάκκα, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους Αιτητές. Την 27.3.2017 καταχωρίστηκε δευτερογενής αίτηση από τους Καθ' ων η Αίτηση με την οποία ζητούσαν παράταση χρόνου για την καταχώρηση της έντασης τους. Με Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 6.4.2017 δόθηκε παράταση και την 18.4.2017 οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με 17 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 18.4.2017 της Anastasia Tolstaya, βοηθού γραμματέα της Καθ' ης η Αίτηση 1 και γραμματέα των Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4 εταιρειών. Την 24.4.2017 οι Αιτητές καταχώρησαν αίτηση εξαιτούμενοι άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Με Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 16.5.2017 η αίτηση απορρίφθηκε. Η Αίτηση εδράζεται στο άρθρο 35 του Κανονισμού το οποίο προνοεί ότι μπορεί να γίνει αίτηση στα Δικαστήρια Κράτους Μέλους για ενδιάμεσα μέτρα (provisional), περιλαμβανομένων προστατευτικών μέτρων, όπως είναι διαθέσιμα κάτω από τον νόμο εκείνου του Κράτους Μέλους, ακόμα και αν τα Δικαστήρια άλλου Κράτους Μέλους έχουν δικαιοδοσία για την εκδίκαση της ουσίας του ζητήματος. Στην προκειμένη περίπτωση όπου εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου στην Ιρλανδία που είναι Κράτος Μέλος μπορεί να γίνει αίτηση σε Κυπριακό Δικαστήριο για την έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων, όπως εκδίδονται στις περιπτώσεις που εκκρεμεί αγωγή ή άλλη εναρκτήρια διαδικασία στην Κύπρο και υποβάλλεται δευτερογενής αίτηση για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος. Στην C-391/95, Van Uden Maritime BV, trading as Van Uden Africa Line v. Kommanditgesellschaft in Firm Deco-Line and Another [1998] ECRI - 07091, του ΔΕΚ, εξηγείται η δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 24 της Συνθήκης των Βρυξελλών του 1968 που έχει ανάλογο περιεχόμενο. Πρέπει να υπάρχει πραγματική σύνδεση μεταξύ του αντικειμένου των αιτούμενων μέτρων και της κατά τόπο αρμοδιότητας του Δικαστηρίου του οποίου ζητείται η συνδρομή. Όπως προειπώθηκε, οι Καθ' ων η Αίτηση 2 - 4 Εταιρείες δεν είναι Εναγόμενες στην Ιρλανδική αγωγή. Θα πρέπει συνεπώς να διακριβωθεί η σχέση τους με τους Εναγόμενους ή κάποιο ή κάποιους από αυτούς. Είναι γνωστό πως ενώ τα περιουσιακά στοιχεία μιας εταιρείας ανήκουν στην ίδια την εταιρεία, οι μετοχές της είναι περιουσιακό στοιχείο των μετόχων της. Στην προκειμένη περίπτωση θα ενδιέφερε κατά πόσο οι μετοχές τους ή μέρος των μετοχών τους είναι περιουσιακό στοιχείο κάποιου ή κάποιων από τους Εναγόμενους και ενδεχόμενα περιουσία προς εκτέλεση, εάν οι Εναγόμενοι αυτοί διαταχθούν να πληρώσουν κάποιο ποσό στην Ιρλανδική αγωγή. Το σύνολο των μετοχών της Καθ' ης η Αίτηση 2 Εταιρείας, όπως και το σύνολο των μετοχών της Καθ' ης η Αίτηση 3 Εταιρείας κατέχονται από την Εναγόμενη
  2. Τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ' ης η Αίτηση 2 Εταιρείας ανήκουν στην Καθ' ης η Αίτηση
  3. Στην Εναγόμενη 2 ανήκουν οι μετοχές. Τυχόν απόφαση στην Ιρλανδία εναντίον της Εναγόμενης 2 μπορεί να εκτελεστεί με την πώληση δικών της περιουσιακών στοιχείων, περιλαμβανομένων των μετοχών της στην Καθ' ης η Αίτηση
  4. Δεν μπορεί να εκτελεστεί με πώληση των περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η Αίτηση
  5. Εάν βέβαια μέχρι τότε η αξία της Καθ' ης η Αίτηση 2 μειωθεί ή εκμηδενιστεί, η αξία των μετοχών της Εναγόμενης 2 θα μειωθεί ανάλογα ή εκμηδενιστεί και δεν θα συνιστούν αυτές οι μετοχές περιουσιακό στοιχείο αξίας για να υποβοηθηθεί η εκτέλεση της απόφασης. Έτσι η προστασία των περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η Αίτηση 2 καθίσταται ζήτημα σχετικό. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση 3 Εταιρεία. Η διασύνδεση με την Καθ' ης η Αίτηση 4 Εταιρεία είναι αντίστροφη. Η Καθ' ης η Αίτηση 4 κατέχει το 95% της Καθ' ης η Αίτηση 1 (Εναγόμενης 3). Η Καθ' ης η Αίτηση 1 κατέχει το 99% των μετοχών της Εναγόμενης 2 που, όπως προειπώθηκε, κατέχει το 100% των μετοχών των Καθ' ων η Αίτηση 2 και
  6. Εφόσον η Καθ' ης η Αίτηση 1 είναι και Εναγόμενη τα περιουσιακά της στοιχεία μπορούν να δεσμευτούν. Έτσι, από πρακτικής άποψης, διασφαλίζεται η αξία των μετοχών που κατέχει η Καθ' ης η Αίτηση
  7. Εάν η Καθ' ης η Αίτηση 4 διαθέτει και άλλα περιουσιακά στοιχεία, δεν είναι κατανοητό πώς αυτά θα μπορούσαν να καταστούν αντικείμενο διατάγματος του Δικαστηρίου στην παρούσα Αίτηση. Είναι αυτονόητο ότι οι προϋποθέσεις του νόμου εξετάζονται σε σχέση με την επί της ουσίας υπόθεση που εκκρεμοδικεί ή θα καταχωριστεί στο άλλο Κράτος Μέλος. Εκείνο που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση είναι κατά πόσο οι προϋποθέσεις πληρούνται αναφορικά με τις Εναγόμενες 2 και 3 εφόσον είναι σε σχέση με δικά τους περιουσιακά στοιχεία, της Εναγόμενης 3 και τις μετοχές που η Εναγόμενη 2 κατέχει στις Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 Εταιρείες, που επιζητείται η παγιοποίηση στην Κύπρο. Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041, αναφέρεται ότι αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Είναι συνεπώς προϋπόθεση για την έκδοση των εξαιτούμενων διαταγμάτων να καταδειχθεί πως υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην Ιρλανδική αγωγή και ορατή πιθανότητα επιτυχίας των Αιτητριών εναντίον των Εναγομένων 2 και
  1. Οι Αιτήτριες είναι μέτοχοι στην ρωσική εταιρεία OJSC Togliattiazot, ΤΟΑΖ. Μαζί κατέχουν το 71,51% των μετοχών της. Η ΤΟΑΖ φέρεται ως μια μεγάλη και επικερδής εταιρεία με κύρια δραστηριότητα την παραγωγή και πώληση ορυκτών λιπασμάτων που, σύμφωνα με τις Αιτήτριες, έγινε στόχος επίθεσης επιδρομέων. Χαρακτηριστικό τέτοιων επιδρομών, όπως αναφέρεται, είναι οι επιδρομείς να στοχεύουν στην μείωση της αξίας των μετοχών της εταιρείας στην οποία επιτίθενται και στην αποστέρηση των μετόχων της από τις μετοχές τους με σκοπό να αναλάβουν αυτοί την κυριότητα και τον έλεγχο της. Περιγράφεται η μορφή που συνήθως λαμβάνει η επιδρομή που αρχίζει με την απόκτηση από τους επιδρομείς μειοψηφικού πακέτου στην εταιρεία. Με την Ιρλανδική αγωγή, οι Αιτήτριες καταλογίζουν στους εκεί Εναγόμενους ότι είναι επιδρομείς ενάντια στην ΤΟΑΖ. Χαρακτηρίζουν τον Εναγόμενο 1 ως τον εγκέφαλο των επιδρομέων. Ως μέτοχος μειοψηφίας που ενεργεί με τους επιδρομείς υποδεικνύεται η Εναγόμενη 3 εταιρεία που χαρακτηρίζεται ως ανταγωνίστρια της ΤΟΑΖ. Στην υποστηρικτική της Αίτησης Ένορκη Δήλωση εξηγούνται οι διασυνδέσεις μεταξύ των Εναγομένων συνωμοτών. Οι ενέργειες που αποδίδονται στους Εναγόμενους συνοψίζονται στην παρ.9 και αναπτύσσονται στις παρ. 56 - 68 της Ένορκης Δήλωσης Φιάκκα. Ανάλυση αυτών γίνεται στις σελ. 19 - 29 της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων των Αιτητών. Σημειώνεται ότι η ΤΟΑΖ έχει καταφέρει να αντισταθεί στις προσπάθειες των Εναγομένων, αλλά οι Αιτητές έχουν ήδη υποστεί απώλειες και ζημιές και θα υποστούν περαιτέρω απώλειες εάν ο Εναγόμενος 1 αποκτήσει τον έλεγχο της ΤΟΑΖ. Ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο απευθύνθηκε ο αιτητής για ενδιάμεσα προστατευτικά μέτρα πρέπει να τίθενται τα κατ' ισχυρισμό πρωτογενή γεγονότα που συνθέτουν και στοιχειοθετούν την αξίωση του ώστε το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του κρίση για την τήρηση των σχετικών προϋποθέσεων. Ότι το δικαστήριο που εκδικάζει την ουσία του ζητήματος έχει διαπιστώσει ότι έχει δικαιοδοσία ή ότι έχει προβεί σε ενέργειες που προϋποθέτουν την ύπαρξη δικαιοδοσίας, (π.χ. επέτρεψε την επίδοση της αγωγής εκτός της δικαιοδοσίας του) δεν προδιαθέτει στο αποτέλεσμα. Άλλωστε η ύπαρξη δικαιοδοσίας είναι μέρος μόνο των όσων χρειάζονται για να καταφανεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Στην ίδια βάση, ούτε η γνώμη ή πίστη της δικηγόρου Karyn Harty, που ορκίστηκε την υποστηρικτική του αιτήματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ένορκη δήλωση ενώπιον του Ιρλανδικού Δικαστηρίου, μπορεί να έχει σημασία. Ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει να τεθούν τα πρωτογενή γεγονότα, που πιθανόν να συμπίπτουν με αυτά που οδήγησαν την Ηarty να διαμορφώσει άποψη, έτσι ώστε το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του. Η παραπομπή σε άρθρα ή συγγράμματα ακόμα και αποφάσεις των αγγλικών δικαστηρίων όπου αναγνωρίζεται το φαινόμενο των εταιρικών επιδρομέων στη Ρωσία, ακόμα και αναφορές για επιδρομή στην ΤΟΑΖ στο παρελθόν (όχι από τους Εναγόμενους) δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία για τα επίδικα στην Αίτηση ζητήματα. Ίσως μόνο για να υποδειχθεί στο Δικαστήριο πως αυτή, η άγνωστη στην Κύπρο μεθόδευση, δεν είναι αποκύημα της φαντασίας των Αιτητών. Και φαίνεται πως είναι κάτι που συμβαίνει. Όπως αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση των Αιτητριών η αιτία αγωγής στην Ιρλανδική αγωγή είναι ότι, λόγω των παράνομων πράξεων των Εναγομένων, η αξία των μετοχών τους έχει μειωθεί σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό. Γίνεται ακόμα αναφορά ότι ο σχεδιασμός των Εναγομένων είναι να αποστερήσουν τους Αιτητές από τις μετοχές τους. Η ουσία είναι το πρώτο. Οι Αιτήτριες κατέχουν το 71,50% των μετοχών της ΤΟΑΖ που είχε κάποια συγκεκριμένη αξία. Μετά την επιδρομή, οι μετοχές τους έχουν μια μικρότερη αξία, όμως, οι Αιτήτριες συνεχίζουν να κατέχουν το 71,51%. Με τη συνέχιση των επιδρομικών πράξεων η αξία του πιο πάνω πακέτου μετοχών θα μειωθεί ακόμη περισσότερο, όμως και πάλι οι Αιτήτριες θα συνεχίσουν να κατέχουν το 71,51%. Το 71,51% των μετοχών της ΤΟΑΖ θα συνεχίζει να τους ανήκει, μόνο που θα αξίζει λιγότερα. Το ποσοστό του 71,51% δεν μπορεί να τους αποστερηθεί. Μπορούν, εφόσον το επιθυμούν, να το διατηρήσουν όσο και αν η αξία του έχει μειωθεί και μπορεί να μειωθεί ακόμα περισσότερο. Το απόσπασμα από την Johnson v. Gore Wood & Co [2001] 1 All E.R. 481 (H.L.), 528-9 που ακολουθεί, εξηγεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη διάκριση μεταξύ προσωπικών δικαιωμάτων μετόχου εταιρείας και ζημιάς που αυτός μπορεί να υποστεί ως αποτέλεσμα της μείωσης της αξίας της εταιρείας της οποίας κατέχει μετοχές και κατά συνέπεια των μετοχών του. «A company is a legal entity separate and distinct from its shareholders. It has its own assets and liabilities and its own creditors. The company's property belongs to the company and not to its shareholders. If the company has a cause of action, this represents a legal chose in action which represents part of its assets. Accordingly, where a company suffers loss as a result of an actionable wrong done to it, the cause of action is vested in the company and the company alone can sue. No action lies at the suit of a shareholder suing as such, though exceptionally he may be permitted to bring a derivative action in right of the company and recover damages on its behalf: see Prudential Assurance Co Ltd v. Newman Industries Ltd (No 2) [1982] 1 All E.R. 354 at 357, [1982] Ch 204 at
  2. Correspondingly, of course, a company's shares are the property of the shareholders and not of the company, and if he suffers loss as a result of an actionable wrong done to him, then prima facie he alone can sue and the company cannot. On the other hand, although a share is an identifiable piece of property which belongs to the shareholders and has an ascertainable value, it also represents a proportionate part of the company's net assets, and if these are depleted the diminution in its assets will be reflected in the diminution in the value of the shares. ..................................... The position is, however, different where the company suffers loss caused by the breach of a duty owed both to the company and to the shareholder. In such a case the shareholder's loss, in so far as this is measured by the diminution in value of his shareholding or the loss of dividends, merely reflects the loss suffered by the company in respect of which the company has its own cause of action. If the shareholder is allowed to recover in respect of such loss, then either there will be double recovery at the expense of the defendant or the shareholder will recover at the expense of the company and its creditors and other shareholders. Neither course can be permitted. This is a matter of principle; there is no discretion involved. Justice to the defendant requires the exclusion of one claim or the other; protection of the interests of the company's creditors requires that it is the company which is allowed to recover to the exclusion of the shareholder. These principles have been established in a number of cases, though they have not always been faithfully observed. The position was explained in a well-known language in Prudential Assurance Co Ltd v. Newman Industries Ltd (No 2) [1982] 1 All E.R. 354 at 336-337, [1982] Ch 204 at 222-223: "But what he cannot do is to recover damages merely because the company in which he is interested has suffered damage. He cannot recover a sum equal to the diminution in the market value of his shares or equal to the likely diminution in dividend, because such a "loss" is merely a reflection of the loss suffered by the company. The shareholder does not suffer any personal loss. His only "loss" is through the company, in the diminution in the value of the net assets of the company, in which he has (say) a 3% shareholding. The plaintiff's shares are merely a right of participation in the company on the terms of the articles of association. The shares themselves, his right of participation, are not directly affected by the wrongdoing. The plaintiff still holds all the shares as his own absolutely unincumbered property. The deceit practiced on the plaintiff does not affect the shares; it merely enables the defendant to rob the company. A simple illustration will prove the logic of this approach. Suppose that the sole asset of a company is a cash box containing £100,
  3. The company has an issued share capital of 100 shares, of which 99 are held by the plaintiff. The plaintiff holds the key of the cash box. The defendant by a fraudulent misrepresentation persuades the plaintiff to part with the key. The defendant then robs the company of all its money. The effect of the fraud and the subsequent robbery, assuming that the defendant successfully flees with his plunder, is (i) to denude the company of all its assets and (ii) to reduce the sale value of the plaintiff's shares from a figure approaching £100,000 to nil. There are two wrongs, the deceit practiced on the plaintiff and the robbery of the company. But the deceit on the plaintiff causes the plaintiff no loss which is separate and distinct from the loss to the company. The deceit was merely a step in the robbery. The plaintiff obviously cannot recover personally some £100,000 damages in addition to the £100,000 damages recoverable by the company." .................................... It is equally obvious, however, that if the damages were recoverable by the shareholder instead of by the company, this would achieve the same extraction of the company's capital to the prejudice of the creditors of the company as the defendant's misappropriation had done.» Αυτή είναι η προσέγγιση και κατά το Κυπριακό Δίκαιο. Εφόσον δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία ότι το εταιρικό δίκαιο κατά το δίκαιο που εφαρμόζεται στην αγωγή είναι διαφορετικό, τεκμαίρεται ότι είναι το ίδιο με το κυπριακό. Είναι ξεκάθαρο ότι οι κατ' ισχυρισμό προκληθείσες ζημιές είναι ζημιές της ΤΟΑΖ και οι ζημιές των Αιτητριών μετόχων της απλή αντανάκλαση των ζημιών αυτών. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία τις ζημιές αυτές μπορεί να διεκδικήσει η ΤΟΑΖ και όχι οι Αιτήτριες. Εφόσον οι Αιτήτριες δεν μπορούν να διεκδικήσουν τις ζημιές αυτές με την αγωγή τους, δεν δικαιολογούνται σε οποιαδήποτε παρεμπίπτοντα διατάγματα που στοχεύουν στη διασφάλιση της ικανοποίησης αποζημιώσεων που αφορούν τις ζημιές αυτές. Η Ιρλανδική αγωγή δεν προωθείται από την ΤΟΑΖ. Ούτε είναι παράγωγη αγωγή εκ μέρους και προς όφελος της. Άλλωστε οι Αιτήτριες κατέχουν την πλειοψηφία των μετοχών και ενδεχομένως να ελέγχουν και το διοικητικό συμβούλιο της ΤΟΑΖ. Οι Αιτήτριες θα μπορούσε να έχουν συζητήσιμη υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με άλλα επιμέρους ζητήματα της υπόθεσης, αλλά όχι για την διεκδίκηση των ουσιαστικών αποζημιώσεων που αφορούν στη μείωση της αξίας της ΤΟΑΖ με τις οποίες συνδέονται οι εξαιτούμενες θεραπείες. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητριών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil/General Applications/Interim Αναφορά: Αίτηση για συντηρητικό διάταγμα προς υποβοήθηση σε διαδικασία σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.