← Κύπρος

Αυγούστας Στυλιανού ν. Αρχή ηλεκτρισμού Κύπρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2736/15, 14/9/2017

Αυγούστας Στυλιανού ν. Αρχή ηλεκτρισμού Κύπρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2736/15, 14/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A301 Αρ. Αγωγής: 2736/15 Μεταξύ: Αυγούστας Στυλιανού, εκ Λεμεσού Ενάγουσας και

  1. Αρχή ηλεκτρισμού Κύπρου, εκ Λευκωσίας
  2. Ανδρέας Στυλιανού, εκ Λεμεσού Εναγομένων Αίτηση ημερ. 22.6.17 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου 2017 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κα Αυγουστή Για εναγομένη 1 - καθ' ης η αίτηση: κα Στιβαρού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια ενός ακινήτου στα Κάτω Πολεμίδια στη Λεμεσό σε μερίδιο 9/
  3. Τα υπόλοιπα 9/18 ανήκουν στον εναγόμενο
  4. Στις 22.12.2000 γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα ειδοποίηση απαλλοτρίωσης για το πιο πάνω ακίνητο προς όφελος της εναγομένης 1 (στο εξής η). Το ακίνητο μεταβιβάστηκε στην Α.Η.Κ στις 14.9.2001 με επιφύλαξη από πλευράς της ενάγουσας. Η ενάγουσα απαίτησε στη συνέχεια, επιστροφή του εν λόγω ακινήτου λόγω μη συμμόρφωσης της Α.Η.Κ με τις πρόνοιες του περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου 15/
  5. Η Α.Η.Κ αρνήθηκε να συμμορφωθεί και το Ανώτατο Δικαστήριο κατόπιν προσφυγής της ενάγουσας με αρ.438/07 έκρινε την πιο πάνω άρνηση ως άκυρη και παράνομη. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο στην αναθεωρητική έφεση 131/11 με απόφαση ημερ. 17.10.
  6. Είναι ως εκ τούτου η θέση της ενάγουσας ότι έχει θεμελιωθεί το δικαίωμα επιστροφής του ακινήτου της. Παρά τα πιο πάνω, η Α.Η.Κ προχώρησε σε εκμετάλλευση του ακινήτου με την ανέγερση κτιρίου και χώρων στάθμευσης. Προθυμοποιήθηκε να επιστρέψει το ακίνητο, ζητώντας όμως από την ενάγουσα να καταβάλει ένα υπέρογκο ποσό για τις κτιριακές εγκαταστάσεις που ανήγειρε. Η ενάγουσα καταχώρησε για τους πιο πάνω λόγους την παρούσα αγωγή με την οποία πέραν της απώλειας ενοικίων για το ακίνητο, ζητά επιπλέον διατάγματα εναντίον και των δύο εναγομένων με τα οποία να διατάσσονται να προβούν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα της. Επιζητεί επίσης διατάγματα που να διατάσσουν τους εναγομένους να προβούν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για διαχωρισμό του ακινήτου, σύμφωνα με τον προγενέστερο τίτλο εγγραφής και την μετατροπή του στην κατάσταση που βρισκόταν πριν την ανέγερση των κτιρίων της Α.Η.Κ. Η Α.Η.Κ με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της εγείρει προδικαστική ένσταση, ισχυριζόμενη ότι η αγωγή είναι πρόωρη αφού δεν καταχωρήθηκαν σχετικές προσφυγές για την άρνηση επιστροφής του ακινήτου δεδομένου ότι η Α.Η.Κ προέβηκε δυνάμει του Νόμου σε προσφορά επιστροφής υπό τον όρο της αποζημίωσης για τις ανεγερθείσες εγκαταστάσεις. Ήταν επιπλέον η θέση της Α.Η.Κ ότι συμμορφούμενη με την απόφαση του Εφετείου, απέστειλε προς την ενάγουσα την νενομισμένη γνωστοποίηση, προσφέροντας το ακίνητο στην τιμή στην οποία το απέκτησε η ενάγουσα. Όμως, η ενάγουσα δεν απεδέχθη αυτή την προσφορά ούτε καταχώρησε προσφυγή με την οποία να αμφισβητεί την πιο πάνω γνωστοποίηση. Ως εκ τούτου, η Α.Η.Κ ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ούτε και οποιασδήποτε αποζημίωσης. Επιπλέον με την Ανταπαίτηση της, η Α.Η.Κ ζητά το ποσό των £241.500,00 (€438.892,65) για την αρχική αποζημίωση καθώς και €35.000,00 που αντιστοιχεί στην επιπρόσθετη αποζημίωση. Ανταπαιτεί επιπλέον €1.915.000 που αντιστοιχεί στο ½ της αξίας των κτιριακών εγκαταστάσεων που ανήγειρε σε τιμές του
  7. Η ενάγουσα με την Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, απορρίπτει τις πιο πάνω θέσεις της Α.Η.Κ και επιμένει σε απόφαση ως η έκθεση απαίτησης της. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων και την καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 10.11.
  8. Ακολούθησε στις 22.6.2017 η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία η ενάγουσα ζητά προσωρινό διάταγμα που να διατάσσει την Α.Η.Κ να της καταβάλει το ποσό των €9.267,70 μηνιαίως ή οποιοδήποτε άλλο ποσό κρίνει δίκαιο το Δικαστήριο ως ενοίκιο για την κατοχή του μεριδίου της επί του εν λόγω ακινήτου. Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
  9. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ίδιας της ενάγουσας, στην οποία γίνεται εκτεταμένη αναφορά στο πιο πάνω ιστορικό της υπόθεσης. Στη συνέχεια, η ενάγουσα αναφέρει ότι είναι σήμερα 60 ετών χωρίς κανένα σταθερό εισόδημα και αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες. Σύναψε δάνειο στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο, το οποίο δεν μπορεί να αποπληρώσει παρά την τροποποιητική συμφωνία που προέβη με το εν λόγω Ταμιευτήριο και την αναδιάρθρωση του δανείου. Ισχυρίζεται ως εκ τούτου ότι κινδυνεύει άμεσα με την εκποίηση των ακινήτων της από την Τράπεζα, η οποία της απέστειλε προειδοποιητική επιστολή στις 25.5.
  10. Η ομνύουσα αναφέρει στην συνέχεια ότι όπως την συμβουλεύει ο δικηγόρος της, έχει καλή βάση αγωγής και ειλικρινά πιστεύει ότι δικαιούται ενοίκιο από την Α.Η.Κ, το οποίο να αναλογεί στο μερίδιο της επί του επίδικου ακινήτου. Κατά την πρώτη εμφάνιση της αίτησης, η αδελφή Δικαστής που επιλαμβανόταν της υπόθεσης, διέταξε όπως αυτή επιδοθεί ούτως ώστε να ακουστούν οι απόψεις της άλλης πλευράς. Μετά την επίδοση, η εναγόμενη 1 Α.Η.Κ, καταχώρισε ένσταση στην έγκριση του διατάγματος. Στους λόγους ένστασης, ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε και σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Επιπλέον δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η αιτήτρια έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο και ότι τα αιτούμενα διατάγματα συνιστούν στην ουσία, τελική απόφαση επί της ουσίας και όχι προσωρινό μέτρο. Αγορεύσεις Η συνήγορος για την ενάγουσα στην αγόρευση της, αναφέρθηκε αρχικά στο ιστορικό της υπόθεσης. Στη συνέχεια με παραπομπή στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ισχυρίστηκε ότι έχουν αποδειχθεί όλες οι προϋποθέσεις του Νόμου για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Έμφαση δόθηκε από την συνήγορο, στο κατεπείγον για την παροχή μονομερούς θεραπείας. Διαφαίνεται κατά την άποψη της ότι συντρέχει σημαντικός λόγος έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος. Η αιτήτρια εδώ και τρία περίπου χρόνια από το 2014 όπου το Εφετείο έκρινε ότι έχει θεμελιώσει το δικαίωμα επιστροφής του ακινήτου, στερείται το δικαίωμα χρήσης της περιουσίας της με συνέπεια να υποστεί ανεπανόρθωτη οικονομική βλάβη. Η αιτήτρια, η οποία δεν εργάζεται και δεν έχει σταθερό εισόδημα, προσπαθεί να επιβιώσει σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες ενώ αναμένει απόφαση για αποζημιώσεις στην παρούσα αγωγή. Η αγωγή δεν έχει σύντομες πιθανότητες εκδίκασης παρότι έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας των αιτούμενων θεραπειών. Ως εκ των πιο πάνω εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η αιτήτρια κινδυνεύει να απωλέσει και άλλη ακίνητη περιουσία, η οποία βρίσκεται χρόνια στην οικογένεια της και έχει για την ίδια, μεγάλη συναισθηματική αξία. Σε τέτοια περίπτωση θα είναι αδύνατο κατά τον συνήγορο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αντιθέτως, η εναγομένη 1 καμία βλάβη δεν θα υποστεί από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αφού όπως προκύπτει από τα γεγονότα, είναι παραδεκτό στην ίδια την ένσταση ότι η αιτήτρια έχει δικαίωμα αποζημίωσης για τη χρήση του ακινήτου της. Από την άλλη πλευρά, η συνήγορος για την καθ' ης η αίτηση Α.Η.Κ στην δική της αγόρευση, επανέλαβε όλους τους λόγους ένστασης για τους οποίους κατά την άποψη της δεν θα έπρεπε να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Το κατά πόσον δικαιούται η αιτήτρια επανεγγραφή του τεμαχίου στο όνομα της στη βάση των δικών της ενεργειών και παραλείψεων, είναι θέμα που άπτεται των προδικαστικών ενστάσεων της Α.Η.Κ όπως αυτές εγείρονται στην Υπεράσπιση της. Η απόφαση επί των ενστάσεων αυτών, είναι ουσιώδης για την έκβαση της αγωγής και σίγουρα δεν μπορεί να εκδικαστεί σ' αυτό το προκαταρκτικό στάδιο. Ήταν περαιτέρω η θέση της συνηγόρου ότι η νομιμότητα του γεγονότος της μη εγγραφής και της ειδοποίησης προσφοράς της Α.Η.Κ, είναι θέμα που εκπίπτει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι έχει καλή βάση αγωγής και ορατή πιθανότητα επιτυχίας των αιτούμενων θεραπειών όπως αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση για αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι τέτοιο εμπόδιο δεν υφίσταται αφού η Α.Η.Κ ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, έχει όλα τα εχέγγυα καταβολής οποιουδήποτε ποσού αποζημίωσης ήθελε επιδικαστεί στην αιτήτρια. Ούτε οι οικονομικές δυσκολίες που ισχυρίζεται η ενάγουσα ούτε η συναισθηματική αξία των ακινήτων της, δικαιολογούν την απόδειξη της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου
  11. Η συνήγορος επεσήμανε, επί του προκειμένου, ότι η αιτήτρια δεν επέστρεψε στην Α.Η.Κ το ποσό των €1.039.323,07 που ήταν η τιμή για την απαλλοτρίωση του τεμαχίου. Εντούτοις, σύμφωνα με τις δικές της θέσεις, δεν μπορεί να καταβάλει τις μηνιαίες δόσεις της στο Συνεργατικό ταμιευτήριο για την εξόφληση ενός δανείου πολύ μικρότερου. Το εμπόδιο στην παρούσα περίπτωση κατά τη συνήγορο, αφορά την ίδια την αιτήτρια και όχι την Α.Η.Κ. Ως εκ τούτου δεν έχει αποδειχθεί αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι επιδίκαση αποζημιώσεων δεν είναι επαρκής θεραπεία στην περίπτωση που η ενάγουσα πετύχει στην αγωγή της. Όσον αφορά το κατεπείγον του αιτήματος, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι από την ίδια την ένορκη δήλωση της αιτήτριας, προκύπτει ότι οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει με τις οφειλές της, τοποθετούνται σε ένα χρόνο από σήμερα. Επιπλέον, το επείγον εστιάζεται στην υποθετική περίπτωση που η τράπεζα θα εκποιήσει τα ακίνητα της. Ο κίνδυνος αυτός δεν είναι άμεσος αλλά εκ των πραγμάτων αφορά περίοδο μεγαλύτερη του έτους από σήμερα και σε περίπτωση που δεν εξοφληθεί το δάνειο. Στην συνέχεια, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα απέκρυψε από το Δικαστήριο κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος, ουσιαστικά γεγονότα με αποτέλεσμα να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Ως τέτοια, ανέφερε τον ισχυρισμό ότι είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου αλλά και το γεγονός ότι δεν επέστρεψε στην Α.Η.Κ ως όφειλε δυνάμει της ειδοποίησης προσφοράς, το ποσόν που καταβλήθηκε ως αποζημίωση για την απαλλοτρίωση. Περιορίστηκε μόνο να αναφέρει ότι η Α.Η.Κ ζητούσε ένα υπέρογκο ποσό για τα υποστατικά που ανήγειρε στο ακίνητο. Τέλος, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι με την αίτηση επιδιώκεται διάταγμα που επιλύει την ουσία της διαφοράς, κάτι που δεν επιτρέπεται από την νομολογία σε αυτό το στάδιο. Ακριβώς λόγω της φύσης της υπόθεσης, τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εξυπακούει απόφαση επί της ουσίας και συγκεκριμένα του κατά πόσον η αιτήτρια είναι ιδιοκτήτρια ή όχι του επίδικου ακινήτου. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4 έως 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6) καθώς και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  12. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, αφορά την δέσμευση ακίνητης περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής και δεν έχει σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ομοίως δεν εφαρμόζεται στην παρούσα, το άρθρο 5 του Κεφ. 6, που αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας εναγομένου προς το σκοπό εκτέλεσης απόφασης που ήθελε πετύχει ο ενάγοντας. Αντιθέτως, από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας, είναι αποκλειστικά το άρθρο 32 του Ν.14/60 επί του οποίου επίσης στηρίζεται η αίτηση και του οποίου οι πρόνοιες, έχουν ευρύτερη εφαρμογή στην έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι: · Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. · Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου

(1994)1 ΑΑΔ 201). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Σχετική είναι και η υπόθεση Κοσμά ν Χ¨Κυπρή κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής στην σελ. 176: «Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ιδέ: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα και δεν περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής δικαιοσύνης (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179,202). Στην έννοια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, αναφέρεται η απόφαση M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ 1791. Η υπόθεση αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής για αθέμιτο ανταγωνισμό. Λέχθηκε ότι η έννοια της απονομής δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Περαιτέρω, στην Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α
(2009)1A Α.Α.Δ 317, λέχθηκε ότι: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, η νομολογία καθορίζει ότι η διαδικασία σε μονομερή αίτηση, επιβάλλει στον αιτητή να αποκαλύψει στο Δικαστήριο, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως. Ως εκ τούτου, ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται τόσο στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ο διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και αιτείται στην απουσία του αντιδίκου του, κάποια θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει όφελος από την απόκρυψη γεγονότων στην μονομερή του αίτηση, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Αυτό γιατί παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα όμως, πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση (βλ. μεταξύ άλλων, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1A ΑΑΔ 360 και Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1Α ΑΑΔ 583). Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 606). Στην Αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)3 ALL E.R 188 ο Δικαστής Gibson, αναφέρει ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Το Δικαστήριο κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό και αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή ή δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά, το Δικαστήριο σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη μη αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος, να διατάξει την συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι οι ισχυρισμοί για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση. Αυτό γιατί σε περίπτωση που γίνουν αποδεκτοί οι εν λόγω ισχυρισμοί, το διάταγμα θα ακυρωθεί χωρίς να εξεταστούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οριστικοποίησης του. Από μελέτη όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων. Αυτό γιατί η απαίτηση της νομολογίας για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, αφορά αποκλειστικά τις μονομερείς αιτήσεις. Αντιθέτως, σε αιτήσεις δια κλήσεως δεν τίθεται θέμα παραπλάνησης του Δικαστηρίου αφού και οι δύο πλευρές είναι παρούσες και έχουν την ευκαιρία να προβάλουν τις θέσεις τους. Εξ' άλλου, η ίδια η φύση του καθήκοντος μη αποκάλυψης αναφέρεται σε αποφυγή παραπλάνησης του Δικαστηρίου όταν απουσιάζει ο αντίδικος του αιτητή. Στις αιτήσεις δια κλήσεως όπου η εμφάνιση του αντιδίκου είναι δεδομένη δεν τίθεται θέμα απόκρυψης και εξαπάτησης του Δικαστηρίου στην απουσία της άλλης πλευράς. Σχετική με το θέμα είναι η απόφαση Εθνική Τράπεζα ν. Κυριακίδης
(2011)1 Α.Α.Δ 816, στην οποία λέχθηκε ότι είναι στις μονομερείς διαδικασίες που εφαρμόζονται σε όλη τους την έκταση οι νομολογιακές αρχές για πλήρη αποκάλυψη. Στην πιο πάνω υπόθεση, ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκονταν και οι δύο διάδικοι που είχαν δικαίωμα να αμφισβητήσουν κάθε στοιχείο που τέθηκε ενώπιον τους με αποτέλεσμα να μην τίθεται κατά το Εφετείο, ζήτημα παραπλάνησης (βλ. επίσης Πιττάκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ 1895). Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην παρούσα υπόθεση. Η μετατροπή της μονομερούς αιτήσεως σε αίτηση δια κλήσεως με οδηγίες του Δικαστηρίου, έχει ως αποτέλεσμα να μην τυγχάνουν εφαρμογής, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη. Δεν έχουμε δηλαδή στην παρούσα, εξέταση μονομερούς αιτήσεως ούτως ώστε να δικαιολογείται ισχυρισμός για παραπλάνηση του Δικαστηρίου, σε μονομερή έκδοση διατάγματος. Τούτου λεχθέντος θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί ότι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 για έγκριση του αιτήματος. Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή τόσο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου με την αίτηση και την ένσταση, όσο και τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Έχω ικανοποιηθεί ότι αποδείχθηκε η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 για σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η ενάγουσα επικαλείται επί του προκειμένου, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις διοικητικές προσφυγές που καταχώρησε με τις οποίες ως ισχυρίζεται, της δόθηκε το δικαίωμα κατοχής και κυριότητας του ακινήτου. Η δεύτερη προϋπόθεση για ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, έχει επίσης στον απαιτούμενο βαθμό αποδειχθεί. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει όχι μόνο από τα σοβαρά θέματα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αλλά και από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου. Τονίζω όμως ταυτόχρονα ότι με τις πιο πάνω διαπιστώσεις, σε καμία περίπτωση δεν αποφασίζονται στο στάδιο αυτό, τα επίδικα ζητήματα της αγωγής όπως είναι το δικαίωμα κατοχής και κυριότητας του ακινήτου και η νομιμότητα των διαδικασιών που οδήγησαν στην κατοχή του επίδικου ακινήτου από την Α.Η.Κ. Η επίλυση των πιο πάνω θεμάτων, ήτοι του κατά πόσον η ενάγουσα δικαιούται ή όχι στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες, θα γίνει μόνον με την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και την τελική αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων. Όμως, για σκοπούς έκδοσης του υπό κρίση συντηρητικού διατάγματος, κρίνω για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω ότι η αιτήτρια έχει αποδείξει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής της. Απομένει να εξεταστεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η διερεύνηση του κριτηρίου αυτού, συναρτάται σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία και με την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την έγκριση ή όχι του διατάγματος. Από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση που αφορά το στοιχείο της αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ενάγουσα δεν απέδειξε ότι η Α.Η.Κ δεν θα είναι σε θέση να την αποζημιώσει σε περίπτωση που πετύχει στην αγωγή της. Δεν δόθηκε καμία μαρτυρία επί του προκειμένου. Αντιθέτως η αιτήτρια αναφέρθηκε πολύ γενικά και αόριστα σε αδυναμία της να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της για κάποιο δάνειο στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο και σε συνεπακόλουθο κίνδυνο να απωλέσει ακίνητη περιουσία. Δεν δόθηκαν περισσότερες λεπτομέρειες πέραν μιας προειδοποιητικής επιστολής που πήρε η αιτήτρια από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο. Ως εκ τούτου δεν προκύπτει ότι καταχωρήθηκε αγωγή εναντίον της αιτήτριας ή ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος να απωλέσει ακίνητη περιουσία. Ανεξαρτήτως τούτου, η αδυναμία συμμόρφωσης με τις δανειακές υποχρεώσεις της αιτήτριας και η συναισθηματική της σχέση με την ακίνητη περιουσία της δεν δικαιολογεί χωρίς άλλο, ισχυρισμό για αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η πιο πάνω διαπίστωση σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν απεδείχθη αδυναμία της Α.Η.Κ να αποζημιώσει την αιτήτρια αν πετύχει στην αγωγή της, έχει ως συνεπακόλουθο η αιτήτρια να αποτύχει να αποδείξει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Επιπλέον, από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει προς την Α.Η.Κ και όχι προς την αιτήτρια. Η αιτήτρια επικαλέστηκε οικονομικά προβλήματα με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να επιστρέψει οιαδήποτε ποσά εισπράξει ως ενοίκια αν στο τέλος της υπόθεσης διαφανεί ότι δεν τα εδικαιούτο. Αντιθέτως δεν έχει αποδειχθεί ότι η Α.Η.Κ δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσει την αιτήτρια αν η τελευταία πετύχει στις αιτούμενες θεραπείες με της παρούσα αγωγή της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.