ΑΒ PCO INVESTMENT LIΜIΤΕD ν. CAT GMBH Consulting Agency Trade & Company (Cyprus) κ.α., Αρ. Αγωγής: 579/15, 22/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A309 Αρ. Αγωγής: 579/15 Μεταξύ: ΑΒ PCO INVESTMENT LIΜIΤΕD από τη Λευκωσία Ενάγουσας και
- CAT GMBH Consulting Agency Trade & Company (Cyprus), από Κύπρο
- Fairtune Limited, από Κύπρο
- CAT Trading Ges Μ.Β.Η, από Αυστρία
- Joma Industrial Source Corp, από Βρετανικές Παρθένους Νήσους
- CAT Holding (Cyprus) Limited, από Κύπρο
- Coraline Limited, από Κύπρο
- Skible Holdings Limited, από Κύπρο
- Maurice Gregoire Dijols, από Ηνωμένο Βασίλειο Εναγομένων Αίτηση ημερ. 16.2.2017 υπό εναγομένων 1,2, 3, 5, 6, 7 και 8 - αιτητών για διαγραφή (strike out ) της αγωγής. Ημερομηνία: 22 Σεπτεμβρίου 2017 Για αιτητές - εναγομένους 1, 2, 3, 5, 6, 7 και 8: κος Α. Μαρκίδης, με κ. Μακρίδη και κ. Χριστοφόρου Για καθ' ου η αίτηση - ενάγουσα: κος Γ. Τριανταφυλλίδης και κα Χρ. Κότσαπα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή της, η ενάγουσα η οποία κατέχει συμφέρον 49,75% στον εναγόμενο 1 συνεταιρισμό, επιζητά αποζημιώσεις από τους εναγομένους λόγω κατ' ισχυρισμό συνομωσίας στην οποία προέβησαν με την υπογραφή του ούτω καλουμένου Non Tender Agreement (ΝΤΑ) μεταξύ της εναγομένης 4 και της εναγομένης
- Δυνάμει του πιο πάνω ΝΤΑ απαγορευόταν στην εναγομένη 5 να αποδεχθεί δημόσια προσφορά για την πώληση 23.299.984 μετοχών που κατείχε στην Αυστριακή δημόσια εταιρεία CAT ΟIL AG. Είναι ισχυρισμός της ενάγουσας ότι από την πιο πάνω συμπεριφορά των εναγομένων 4 & 5 και με την υποστήριξη των υπολοίπων εναγομένων, η ίδια υπέστη ζημιά που ανέρχεται στο 49,75% της αξίας των πιο πάνω μετοχών, ήτοι €176.542.
- Έκτοτε η αξία της μετοχής την CAT ΟIL AG μειώθηκε σημαντικά. H ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εάν η εναγομένη 5 αποδεχόταν τη δημόσια προσφορά θα εισέπραττε το πιο πάνω ποσόn που προσφερόταν κατά το χρόνο της προσφοράς. Ταυτόχρονα με την αγωγή, η ενάγουσα πέτυχε μονομερώς διατάγματα επιβάρυνσης των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων μέχρι και του ποσού της απαίτησης. Με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.12.16, τα ως άνω διατάγματα κατέστησαν οριστικά μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής. Ακολούθησε η καταχώρηση από τους εναγομένους πλην της εναγομένης 4, της παρούσας αίτησης με την οποία ζητούν την απόρριψη (dismissal), καθολική διαγραφή (strike out) και τον παραμερισμό (set aside) της υπό ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Είναι η θέση των αιτητριών ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή και δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα. Ως εκ τούτου, η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Αναφέρεται επίσης ότι η εν λόγω αγωγή είναι ενοχλητική και κακόπιστη, επειδή προκαλεί και τείνει να προκαλέσει στις αιτήτριες αχρείαστη ταλαιπωρία και έξοδα. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.48 ΘΘ. 1-9 και 11, Δ.19 ΘΘ. 1, 4 και 26, Δ.27 Θ.3, Δ.64 και στα άρθρα 29(γ), 31 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14 του
- Συνοδεύεται δε, από ένορκη δήλωση της διευθύντριας της εναγομένης 5, Ανδρούλλας Παπαδοπούλου. Σύμφωνα με την πιο πάνω ένορκη δήλωση, οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της ενάγουσας στην έκθεση απαίτησης, καταδεικνύουν ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται δυνάμει των αρχών της σχετικής νομολογίας να εγείρει την παρούσα αγωγή και ότι στερείται οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος. Προκύπτει από την έκθεση απαίτησης ότι δικαιούχος από την τυχόν πώληση των μετοχών δεν είναι απευθείας η ενάγουσα αλλά η εναγομένη 5, της οποίας μοναδικός μέτοχος είναι η εναγομένη 2, της οποίας με τη σειρά της, μοναδικός μέτοχος είναι ο εναγόμενος 1 συνεταιρισμός, στον οποίο η ενάγουσα έχει συμφέρον σε ποσοστό 49,75%. Ως εκ τούτου, το αξιούμενο ποσόν ως παρουσιάζεται από την ενάγουσα στην έκθεση απαίτησης, συνιστά «αντανακλώμενη απώλεια» εφόσον το πρόσωπο που θα ελάμβανε το ποσόν από την πώληση των μετοχών, είναι η εναγόμενη 5 και όχι η ενάγουσα. Προκύπτει από την έκθεση απαίτησης ότι τον έλεγχο του εναγομένου 1 συνεταιρισμού, τον είχαν οι εναγόμενοι 3, 4, 6, 7 και 8 μέσω των εναγομένων 2 και
- Υπό τας περιστάσεις, η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να προωθεί την παρούσα αγωγή προσωπικά αφού τα ποσά που επιζητεί, αποτελούν περιουσιακό στοιχείο τρίτου προσώπου. Δεν έχει όμως καταχωρηθεί παράγωγη αγωγή από την ενάγουσα με αποτέλεσμα να καθίσταται η παρούσα διαδικασία αντινομική και μη βιώσιμη. Αναφέρεται τέλος στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι σκοπός είναι η αποφυγή άσκοπης σπατάλης δικαστικού χρόνου και εξόδων εφόσον το επίδικο με την αγωγή ζήτημα της ύπαρξης αγωγίμου δικαιώματος, είναι ορθό και δίκαιο όπως εξεταστεί προ της ακροαματικής διαδικασίας και αποκλειστικά στη βάση της έκθεσης απαίτησης. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην έγκριση του αιτήματος. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας έχει ήδη αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινά διατάγματα. Ως εκ τούτου, οι αιτήτριες κωλύονται λόγω δεδικασμένου να επαναφέρουν ζήτημα καλής βάσης αγωγής με την παρούσα αίτηση. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η ενάγουσα βάση του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης, παρουσιάζει αγώγιμο δικαίωμα και συγκεκριμένα τα αστικά αδικήματα της συνομωσίας, της απάτης και του δόλου και/ή της συνωμοσίας για καταδολίευση δυνάμει εξαπάτησης σύμφωνα με το Κοινοδίκαιο και το άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148). Η ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω με την έκθεση απαίτησης της, την πρόκληση χρηματοπιστωτικής και οικονομικής απώλειας και ιδιοποίηση με παράνομα μέσα περιουσιακών της στοιχείων. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι οι αιτήτριες συνωμότησαν με σκοπό να προκαλέσουν και/ή να αποσπάσουν δόλια και παράνομα τα περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας. Στους λόγους ένστασης, η ενάγουσα ισχυρίζεται τέλος ότι η παρούσα αίτηση για διαγραφή της αγωγής, καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Ως αποτέλεσμα και για μόνο αυτό τον λόγο, η αίτηση καθίσταται θνησιγενής και θα πρέπει να απορριφθεί. Αγορεύσεις Ο συνήγορος των αιτητριών στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης και στη μετοχική σύνθεση των διαδίκων. Στη συνέχεια αναφέρθηκε σε όλους τους λόγους ένστασης, ισχυριζόμενος ότι δεν έχουν καμία βάση και θα πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τη νομική πτυχή της υπόθεσης, ο συνήγορος επανέλαβε την θέση του ότι η παρούσα αγωγή συνιστά στην ουσία απαίτηση αντανακλώμενης ζημιάς. Προέβη σε εκτενή αναφορά στην αρχή της μη νομιμοποίησης απαιτήσεων αντανακλώμενης, ζημιάς γνωστής «non reflective loss». Στα πλαίσια της πιο πάνω αρχής, στην περίπτωση που μια εταιρεία προβάλει προσωπική απαίτηση για την επιδίκαση αποζημίωσης, τότε ο μέτοχος της εταιρείας δεν μπορεί να απαιτήσει ξεχωριστά την εν λόγω ζημιά. Ο θεμέλιος λίθος αυτής της αρχής, πηγάζει από το αξίωμα της αυτοτελούς νομικής υπόστασης μιας εταιρείας, η οποία πρέπει να τυγχάνει πλήρους σεβασμού ώστε να αποφεύγεται η διπλή ανάκτηση ζημιών και να προστατεύονται οι πιστωτές της εταιρείας. Έχουν καθιερωθεί δύο κύριες εξαιρέσεις στην εν λόγω αρχή, στις οποίες δεν εμπίπτει η απαίτηση της παρούσας αγωγής. Ο συνήγορος με παραπομπή σε αγγλική νομολογία, ισχυρίστηκε ότι η παρούσα αγωγή συνιστά ξεκάθαρη απαίτηση για αντανακλώμενη ζημιά και ως εκ τούτου δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα στο πρόσωπο της ενάγουσας. Αναφορά έγινε και σε κυπριακές πρωτόδικες αποφάσεις όπου το Επαρχιακό Δικαστήριο, απέρριψε αγωγές που βασίζονταν σε ισχυρισμούς αντανακλώμενης ζημίας. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της ένστασης για κώλυμα επανεκδίκασης νομικών σημείων, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η ενδιάμεση απόφαση για οριστικοποίηση των προσωρινών διαταγμάτων δεν είναι τελεσίδικη. Πέραν του γεγονότος ότι η απόφαση αυτή έχει εφεσιβληθεί, επιπλέον σύμφωνα με τη νομολογία, οι ενδιάμεσες αποφάσεις δεν δημιουργούν δεδικασμένο. Η ενασχόληση του Δικαστηρίου με την ουσία των επιδίκων θεμάτων, είναι ουσιώδης προϋπόθεση για τη δημιουργία δεδικασμένου. Αυτό δεν ισχύει στις ενδιάμεσες αιτήσεις οι οποίες δεν είναι τελεσίδικες αφού το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία των επιδίκων θεμάτων. Ο συνήγορος ανέφερε περαιτέρω με παραπομπή σε νομολογία, ότι σε κάθε περίπτωση μια απόφαση θεωρείται τελεσίδικη εάν δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της ένστασης για καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος, με παραπομπή σε νομολογία ο συνήγορος ανέφερε ότι η παρούσα αίτηση δύναται να υποβληθεί και μετά από το κλείσιμο των δικογράφων, πάντοτε όμως προτού η αγωγή οριστεί για ακρόαση. Ανέφερε επίσης ότι ακόμα και αν διαπιστωθεί καθυστέρηση, αυτή δεν θα μπορούσε να συνιστά καταλυτικό παράγοντα που θα ληφθεί υπόψη καθώς αυτό που είναι υψίστης σημασίας, είναι η παρεμπόδιση της ενάγουσας να καταστρατηγεί αρχές του εταιρικού δικαίου, προωθώντας την παρούσα αγωγή. Στη συνέχεια, ο συνήγορος εισηγήθηκε πέραν του ζητήματος της αντανακλώμενης ζημιάς ότι η έκθεση απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής. Ειδική αναφορά έγινε στον εναγόμενο 8, όπου σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι ήταν μόνο ο τελικός δικαιούχος των μετοχών της εναγομένης 4 με δικαίωμα ψήφου. Δεν υπάρχει καμία άλλη αναφορά στην έκθεση απαίτησης για τον εναγόμενο
- Όμως, η ιδιότητα και μόνο του μετόχου της εναγομένης 4, δεν αποκαλύπτει κατά το συνήγορο κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Αλλά ούτε και για τους υπολοίπους εναγομένους αποκαλύπτεται δικαίωμα αγωγής. Γίνονται αόριστες αναφορές για πρόκληση απόρριψης της δημόσιας πρότασης, με πρόφαση την ΝΤΑ. Η απλή παρότρυνση απόρριψης μιας δημόσιας πρότασης, δεν συνιστά κατά το συνήγορο βάσιμη αιτία αγωγής. Όσον αφορά τον ισχυρισμό για παράνομη ΝΤΑ, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι αυτή ήταν μεταξύ εναγομένης 4 και 5 και αποκαλύπτεται στο σχετικό έντυπο προσφοράς. Προφανώς η σύναψη της ΝΤΑ δεν μπορεί να αποτελεί βάση αγωγής αποζημιώσεων για αστικό αδίκημα, χωρίς τουλάχιστον να εξειδικεύονται οι λόγοι γιατί θεωρήθηκε παράνομη. Οι γενικές αναφορές στην παράγραφο 21 της έκθεσης απαίτησης για την διάπραξη διαφόρων αστικών αδικημάτων θα πρέπει να αγνοηθούν αφού δεν αιτιολογούνται με τις υπόλοιπες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης. Στην έκθεση απαίτησης δεν υπάρχει ισχυρισμό για οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, ούτε για πρόθεση αυτός που δέχεται την παράσταση να βασιστεί επ' αυτής. Σε σχέση με τα περί συνομωσίας δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός για ύπαρξη συγκεκριμένης συμφωνίας στα πλαίσια του αστικού αυτού αδικήματος. Με παραπομπή σε νομολογία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι το αστικό αδίκημα της συνομωσίας δεν είναι αγώγιμο αφ' εαυτού, αλλά εφόσον αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας υπέστη ειδική ζημιά. Στην υπό κρίση περίπτωση, είναι εμφανές ότι δεν έχουν δικογραφηθεί καθόλου τα γεγονότα, στην βάση των οποίων στοιχειοθετείται οποιοδήποτε εκ των συστατικών στοιχείων του αστικού αδικήματος της συνομωσίας. Είναι τελική κατάληξη του συνηγόρου ότι από την έκθεση απαίτησης δεν στοιχειοθετείται κανένα αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας εναντίον των αιτητριών και ότι το Δικαστήριο στην βάση των πιο πάνω στοιχείων θα πρέπει να παραμερίσει και να απορρίψει την παρούσα αγωγή. Από την άλλη πλευρά, ο συνήγορος της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση στη δική του αγόρευση, αναφέρθηκε επίσης στο ιστορικό της υπόθεσης και στην μετοχική σύνθεση των διαδίκων. Στη συνέχεια, παρέπεμψε με λεπτομέρεια στα γεγονότα που συνιστούν την απαίτηση της ενάγουσας. Ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη 4 η οποία έλεγχε πλήρως την εναγομένη 5, συμφώνησε όπως μη γίνει αποδεκτή η συμφέρουσα δημόσια προσφορά για την πώληση των μετοχών της. Ως αποτέλεσμα, ο εναγόμενος 1 συνεταιρισμός και κατ' επέκταση η ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια του σε ποσοστό 49,75%, υπέστη τεράστιες ζημιές. Εάν η εναγομένη 5 αποδεχόταν την προσφορά ως όφειλε τότε ο συνεταιρισμός θα εισέπραττε το ποσό των €354.858.756 και κατ' επέκταση η ενάγουσα το ποσό των €176.542,
- Ο συνήγορος επισήμανε ότι οι αιτήτριες στην ένορκη δήλωση της Ανδρούλλας Παπαδοπούλου, ημ. 27.2.2015 που συνοδεύει την ένσταση τους στο προσωρινό διάταγμα, ρητά παραδέχονται ότι η ενάγουσα δικαιούται σε αποζημιώσεις λόγω της υπογραφής και εφαρμογής του ΝΤΑ σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής τους με αρ. 6193/14, του Ε.Δ. Λευκωσίας. Στη συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στη νομική πτυχή της υπόθεσης και ιδιαίτερα στις Δ.19 Θ.26 και Δ.27 Θ.3, που δίδουν δικαίωμα στο Δικαστήριο για διαγραφή δικογράφου και απόρριψη της αγωγής. Ήταν η θέση του ότι εξετάζοντας αυτά τα ζητήματα, το Δικαστήριο μελετά την έκθεση απαίτησης και εάν και εφόσον δεχτεί ότι οι ισχυρισμοί στο εν λόγω δικόγραφο συνιστούν αιτία αγωγής θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση. Το κύριο ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση, είναι σαφώς η συνομωσία, τα γεγονότα της οποίας έχουν αναφερθεί με λεπτομέρεια στην έκθεση απαίτησης. Οι βασικοί συνωμότες ήταν οι εναγόμενες 4 και
- Σε συνεργασία με τους άλλους εναγομένους, προσχεδίασαν και εφάρμοσαν την σύναψη της παράνομης συμφωνίας ΝΤΑ, με σκοπό να πλήξουν οικονομικά την ενάγουσα. Η επίτευξη της προαναφερόμενης συμφωνίας, προϋπέθετε την ανάμιξη όλων των εναγομένων - συνωμοτών. Η επιτυχής αυτή συνομωσία, την οποία ο συνήγορος αποκάλεσε ως «μεγάλη απάτη ολκής», επέφερε κατακλυσμιαίες συνέπειες στην ενάγουσα, οι οποίες περιγράφονται στην έκθεση απαίτησης με περισσή λεπτομέρεια. Ο συνήγορος απέρριψε τη θέση για αντανακλώμενη ζημιά. Το επιχείρημα αυτό, καταστρατηγεί κατά το συνήγορο την εταιρική πυραμιδική ιεραρχία. Επεσήμανε επίσης ότι το επιχείρημα ότι μόνο η εναγομένη 5 έχει αγώγιμο δικαίωμα, αγνοεί το γεγονός ότι η παρούσα αγωγή αφορά το αστικό αδίκημα της συνομωσίας, στην οποία η ίδια η εναγομένη 5 ενήργησε ως συνωμότης και φέρει ευθύνη για την καταδολίευση της ενάγουσας. Η πραγματική ζημιά επήλθε στο μοναδικό θύμα της συνομωσίας, ήτοι στην ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια του 49,75% του εναγομένου 1 συνεταιρισμού. Ο συνήγορος αναφέρθηκε στην συνέχεια στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.12.16, με την οποία οριστικοποιήθηκαν τα προσωρινά διατάγματα. Στην εν λόγω απόφαση, έγινε εκτενής αναφορά στο αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας και στην ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Με την παρούσα αίτηση, οι αιτήτριες καλούν στην ουσία το Δικαστήριο όπως ασκήσει το εξαιρετικής μορφής μέτρο απόρριψης της αγωγής, χωρίς να λαμβάνει υπόψη την προγενέστερη δικαστική κρίση και αγνοώντας ότι οι αιτήτριες έχουν ήδη παραδεχθεί ότι η ενάγουσα υπέστη ζημιά. Ο συνήγορος με παραπομπή σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι η προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου επί του θέματος, είναι δεσμευτική για το παρών Δικαστήριο και συνιστά δεδικασμένο σε σχέση με την ύπαρξη αγωγίμου δικαιώματος. Στην παρούσα περίπτωση, τόσον οι διάδικοι όσον και οι ιδιότητες τους, ταυτίζονται εφόσον πρόκειται για διαδικασίες που ανήκουν στο πλαίσιο της ίδιας αγωγής. Ταυτίζονται επίσης και τα επίδικα θέματα που αφορούν ουσιαστικά, το κατά πόσον αποδεικνύεται αγώγιμο δικαίωμα και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής με βάση την έκθεση απαίτησης. Ο συνήγορος της ενάγουσας σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε ο συνήγορος των αιτητριών, ισχυρίστηκε ότι οι ενδιάμεσες αποφάσεις είναι τελεσίδικες και συνιστούν δεδικασμένο. Κριτήριο είναι μόνον, το κατά πόσον στην ενδιάμεση απόφαση, η έκφραση γνώμης από το Δικαστήριο γίνεται με τρόπο καθοριστικό είτε σε ζήτημα νομικό είτε πραγματικό. Με παραπομπή σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι σε ενδιάμεσες αποφάσεις όπου η κρίση του Δικαστηρίου επεκτείνεται σε ζητήματα επί της ουσίας, δημιουργείται δεδικασμένο. Στην παρούσα περίπτωση, η απόφαση για την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής και σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, αποτελεί δικαστική κρίση επί της ουσίας και συνιστά δεδικασμένο για το παρόν Δικαστήριο. Ο συνήγορος αναφέρθηκε στη συνέχεια, στον ισχυρισμό της ένστασης για καθυστερημένη προώθηση του αιτήματος. Η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 22.10.15, δηλαδή σχεδόν 16 μήνες πριν την καταχώρηση της αίτησης. Η νομολογία καθορίζει ότι οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να καταχωρούνται σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι οι 16 μήνες καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας, είναι αρκούντος υπερβολικοί και δικαιολογούν την απόρριψη της αίτησης για μόνο αυτό το λόγο. Τέλος, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι από την έκθεση απαίτησης δεν καταδεικνύεται καμία κατάχρηση, ενόχληση, επιπολαιότητα ή κακοπιστία της ενάγουσας που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της αγωγής. Αντιθέτως, καταδεικνύεται καλή βάση αγωγής που πρέπει να ακουστεί από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την διαγραφή Δικογράφου πηγάζει από τις Δ.19 Θ.26 και Δ.27 Θ.3 στις οποίες στηρίζεται μεταξύ άλλων η παρούσα αίτηση. Η Δ .19 Θ.26 έχει ως ακολούθως "The court or a judge may at any stage of the proceedings order to be struck out or amended any matter in any endorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tent to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action" Η Δ.27 Θ3 στην οποία επίσης στηρίζεται η αίτηση έχει ως ακολούθως: "Τhe Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious the court may order the action to be stayed or dismissed, or judgement to be entered accordingly as may be just". Η Δ.19 Θ.26 αφορά την διαγραφή μέρους δικογράφου σε αντίθεση με την Δ.27 Θ.3 η οποία είναι πιο δραστική και αναφέρεται σε διαγραφή ολόκληρου δικογράφου που μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη της αγωγής ή την έκδοση απόφασης ανάλογα με το δικόγραφο που διαγράφεται. Η παρούσα περίπτωση αφορά αίτημα διαγραφής του συνόλου της έκθεσης απαίτησης ως μη αποκαλύπτουσας αγώγιμο δικαίωμα και συνεπακόλουθης απόρριψης της αγωγής. Ως εκ τούτου, εφαρμογή στην παρούσα, έχει η Δ.27 Θ.
- Η πιο πάνω δικονομική διάταξη, είναι πανομοιότυπη με την Δ.25 Θ.4 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών με αποτέλεσμα η Αγγλική Νομολογία να είναι καθοδηγητική επί του θέματος. Τόσο η Αγγλική όσον και η Κυπριακή Νομολογία καταδεικνύουν ότι η διαγραφή αγωγής δυνάμει της Δ.27 Θ.3 θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Πρόσθετα, στην Κύπρο η θεραπεία αυτή θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Άρθρου 30 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα κάθε διαδίκου να προσφεύγει στο Δικαστήριο και να προβάλλει τις θέσεις του. Σχετική είναι η υπόθεση Ιn Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 AAΔ 246, 255 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: « Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφ' όσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1. του Συντάγματος.» Στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316, επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή. Παρατέθηκε επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική υπόθεση Pearce ν. Ove Arup Partnership Ltd and others
(1999)1 ALL E.R. 769, 782. «The jurisdiction to strike out an action as an abuse ought to be very sparingly exercised (see e.g. Lawrence v. Lord Norreys
(1980)15 App Cas. 210 at 214, (1886 - 90) All ER 858 at 863) and should not be extended to become a trial of contentions matters on affidavit (see Wenlock v. Moloney
(1965)2 All E.R. 871,
(1965)2 WLR 1238).» Αλλά ακόμη και όπου η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα λόγω παράλειψης αναφοράς σε ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν απορρίπτει χωρίς άλλο την αγωγή αλλά μπορεί να δώσει άδεια τροποποίησης του δικογράφου. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice
(1958)στην σελ. 575: «And where the statement of claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the court, while striking out the pleading, will not dismiss the action, but give the plaintiff leave to amend. » Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 575, αναφέρεται ότι η αγωγή δεν διαγράφεται όπου αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής όσο αδύνατη και αν είναι η υπόθεση του ενάγοντα. Ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής δεν παρέχεται ευχέρεια για διαγραφή της αν με την έκθεση απαίτησης, προβάλλεται οιονδήποτε ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Αντίθετα, ξεκάθαρες περιπτώσεις διαγραφής αγωγής δυνάμει της Δ.27 Θ.3 μπορούν να αποτελέσουν απαιτήσεις όπου το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να διατάξει την αιτούμενη θεραπεία ή όπου αυτές αποτελούν δεδικασμένο (βλ. Annual Practice
(1958)στην σελ. 575). Στην αγγλική υπόθεση Whitworth v. Darbishire 68 L.T. 216, λέχθηκε ότι διαγραφή ενός δικογράφου θα πρέπει να γίνεται σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις όπου το να προχωρήσει η υπόθεση πάνω σε αυτό το δικόγραφο θα συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Χρήσιμο, επίσης, θα ήταν να παρατεθεί από την αγγλική απόφαση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, το εξής απόσπασμα στη σελίδα 439: «Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case. » Σχετική επί του θέματος είναι και η Κυπριακή υπόθεση Papamichael v. Klitos Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305, 307. Οι προϋποθέσεις που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην έκδοση του δραστικού μέτρου απόρριψης αγωγής, συνοψίστηκαν στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά ν. Εθνικής Τράπεζας (ανωτέρω) ως ακολούθως: « Προκύπτει από την εξέταση της Νομολογίας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη Αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι: · Πράγματι το δικόγραφο του Ενάγοντα δεν περιέχει έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία Αγωγής, και · Η Αγωγή δεν μπορεί να δικασθεί ύστερα από τροποποίηση που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα ήταν κενό γράμμα το Συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο Δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της Νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.» Όσον αφορά το χρόνο υποβολής τέτοιου αιτήματος στη σελ. 575 του Annual Practice
(1958), αναφέρεται ότι η αίτηση θα πρέπει να γίνεται έγκαιρα, αν είναι δυνατό πριν την Υπεράσπιση αλλά όχι πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης. Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Mepa Manag. Ltd κ.α. v. Αγροτικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ 772, 780 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το δικόγραφο το οποίο διευκρινίζει και προσδιορίζει την αιτία αγωγής εναντίον ενός εναγομένου είναι η έκθεση απαιτήσεως. Πρέπει ένας να διαβάσει την έκθεση απαιτήσεως για να αντιληφθεί για ποιο λόγο κάποιος έχει καταστεί διάδικος. (Βλ. Wilson v. Church
(1878)9 Ch. 552, 557). Όπως έχει νομολογηθεί η αίτηση από εναγόμενο για απόρριψη της αγωγής πρέπει να κατατίθεται εγκαίρως. Παρόλο ότι μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της υπεράσπισης, δεν μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως (βλ. A.G. of Duchy of Lancaster v. L. & N.W.Ry
(1892)3 Ch. 374 και Wright v. Prescot U.D.C 115 L.T. 772). Μπορεί να καταχωρηθεί και μετά το κλείσιμο της δικογραφίας (Βλ. Tucker v. Collinson, 34 W.R 354). Μετά που η αγωγή ορίζεται για ακρόαση η αίτηση απορρίπτεται (Βλ. Cross v. Earl Howe, 62 L.J. Ch. 342, Fletcher v. Bethοm 68 L.T 438).» Σε σχέση με την ερμηνεία των όρων frivolous or vexatious που αναφέρονται στην Δ.27 Θ.3, στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents on Pleadings 12th Edition στην σελίδα 145 αναφέρονται τα πιο κάτω: «A pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful and it is vexatious when it lacks bona fides and is hopeless or oppressive and tends to cause the opposite party unnecessary anxiety, trouble and expense..» Συμπεράσματα Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου τόσον με τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις όσον και με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Έχω επίσης μελετήσει με πολύ προσοχή το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον σε αυτό παρουσιάζεται οποιαδήποτε αιτία αγωγής. Είναι απόλυτα σαφές κατά την άποψη μου ότι με την έκθεση απαίτησης, προβάλλονται ουσιαστικές αιτίες αγωγής για τα αστικά αδικήματα της απάτης και της συνομωσίας όπως αυτά έχουν αναπτυχθεί στο κοινοδίκαιο. Δίδονται επαρκείς λεπτομέρειες της κατ' ισχυρισμό συνομωσίας με την υπογραφή του ΝΤΑ μεταξύ των εναγομένων 4 και 5, που με την συνδρομή και των υπολοίπων εναγομένων, είχε αποκλειστικό σκοπό την δημιουργία ζημιάς στην ενάγουσα. Εφόσον δε, προβάλλεται ισχυρισμός για συνομωσία με την οποία επιδιώχθηκε αποκλειστικά η δημιουργία ζημιάς στην ενάγουσα και όχι σε οιονδήποτε άλλο πρόσωπο δεν μπορεί να τίθεται θέμα εφαρμογής της αρχής της μη νομιμοποίησης απαιτήσεων αντανακλώμενης ζημιάς «non reflective loss». Τονίζω όμως ταυτόχρονα ότι με τις πιο πάνω διαπιστώσεις, σε καμία περίπτωση δεν αποφασίζονται στο στάδιο αυτό, τα επίδικα ζητήματα της αγωγής όπως το κατά πόσον η υπό κρίση συμφωνία NTA είναι παράνομη ή αποτέλεσμα συνομωσίας και απάτης των εναγομένων. Η επίλυση των πιο πάνω θεμάτων, ήτοι του κατά πόσον η ενάγουσα δικαιούται ή όχι στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες, θα γίνει μόνον με την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και την τελική αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων μέσω της μαρτυρίας που θα προσκομιστεί. Όμως, για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση ενδιάμεσης αίτησης, κρίνω για τους λόγους που προανέφερα ότι με την έκθεση απαίτησης προβάλλονται αιτίες αγωγής που πρέπει να ακουστούν από ο Δικαστήριο. Οι αιτήτριες απέτυχαν να αποδείξουν ότι η παρούσα εμπίπτει στις εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις όπου αναντίλεκτα δεν καταδεικνύεται καμία βάση αγωγής με την έκθεση απαίτησης. Αντιθέτως, για τους λόγους που παρέθεσα πιο πάνω, με την έκθεση απαίτησης, δίδονται επαρκή στοιχεία ώστε να δοθεί δικαίωμα στην ενάγουσα να προβάλει τις θέσεις της για την κατ' ισχυρισμό συνομωσία που επικαλείται ότι διαπράχθηκε εναντίον της. Υπενθυμίζεται εδώ η πάγια θέση της νομολογίας ότι η αγωγή δεν διαγράφεται όπου αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής όσοn αδύνατη και αν είναι η υπόθεση του ενάγοντα. Ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής δεν παρέχεται ευχέρεια για διαγραφή της αν με την έκθεση απαίτησης προβάλλεται οιονδήποτε ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Και όπως προανέφερα, η παρούσα δεν εμπίπτει στις εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις όπου δεν αποκαλύπτεται καμία αιτία αγωγής. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης, θεωρώ ότι είναι άνευ αντικειμένου η εξέταση των ζητημάτων που τέθηκαν με την ένσταση, αναφορικά με το καθυστερημένο της αίτησης και την δημιουργία δεδικασμένου λόγω της οριστικοποίησης των προσωρινών διαταγμάτων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των αιτητριών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο