ΑΡΙΣΤΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Aίτησης Έφεσης: 164/17, 26/9/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A317 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Aίτησης Έφεσης: 164/17 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 και επί τοις αφορώσι τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμο Κεφ.224 Μεταξύ:
- ΑΡΙΣΤΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
- ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ Αιτητές - Εφεσείοντες και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση - Εφεσίβλητοι Ημερομηνία: 26.9.2017 Για Αιτητές - Εφεσείοντες: κ. Χριστοδουλίδης. Για Καθ' ων η Αίτηση - Εφεσίβλητους: κα Νεοφύτου για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση οι Αιτητές - Εφεσείοντες (στο εξής οι Αιτητές) ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση των ακόλουθων Διαταγμάτων: Α. Διάταγµα µε το οποίο να ακυρώνονται και/ή παραμερίζονται οι Ειδοποίησεις ηµερ. 2.5.17, τις οποίες απέστειλαν και/ή επέδωσαν την 10.5.17 οι Καθ' ων η Αίτηση προς τους Αιτητές, δυνάµει των άρθρων 44Γ
(2)«ΤΥΠΟΣ ΙΑ» και 44Δ
(2)«ΤΥΠΟΣ ΙΒ» του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόµου 9/65 και µε τις οποίες αιτούνται την πώληση και/ή τον πλειστηριασµό και/η την εκποίηση των υποθηκών µε αριθµούς Y2475/99 και Y5535/99 του Επαρχιακού Κτηµατολογίου Λεµεσού. Β. Διάταγµα µε το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία εκποίησης και/ή πλειστηριασµού και/ή πώλησης των πιο πάνω υποθηκών, λόγω ακυρότητας και/ή παραµερισµού των πιο πάνω Ειδοποιήσεων. Οι λόγοι για τους οποίους οι Αιτητές εφεσιβάλλουν τις επίδικες Ειδοποιήσεις αναφέρονται στο σώμα της Αίτησης και μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως:
- Οι Ειδοποιήσεις είναι άκυρες και/ή ακυρώσιµες και/ή παράνοµες και/ή καταχρηστικές και/ή αυθαίρετες και/ή παράτυπες και/ή άνευ αντικειµένου και/ή παραβιάζουν την ισχύουσα Νοµοθεσία και/ή το Σύνταγµα.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν δικαιούνται και/ή δεν νοµιµοποιούνται να προχωρήσουν στην πώληση και/ή εκποίηση και/ή πλειστηριασµό των εν λόγω υποθηκών διότι έχει ήδη εκδοθεί απόφαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεµεσού αναφορικά µε τις ίδιες υποθήκες στις 13.10.09, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη και αµετάκλητη.
- Τα κατ' ισχυρισµόν οφειλόµενα ποσά και/ή χρεωστικά υπόλοιπα δεν είναι αποδεκτά και αµφισβητούνται από τους Αιτητές, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι ακόµα και εάν οφείλουν ποσό στους Καθ' ων η Αίτηση, αυτό οφείλεται δυνάµει της απόφασης και όχι για λόγους υπερηµερίας και/ή µη καταβολής δόσεων δηλ. δεν κατέστησαν απαιτητά σύμφωνα με την δήλωση σύμβασης υποθήκης.
- Η διαδικασία που προβλέπεται από το Μέρος VIA του Νόμου 9/65 δεν ισχύει και/ή δεν εφαρμόζεται όταν έχει ήδη εκδοθεί απόφαση Δικαστηρίου και/ή για χρέη και/ή οφειλόμενα ποσά δυνάμει δικαστικής απόφασης και/ή όταν η απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή αρ. 1, Άριστου Προκοπίου. Οι λόγοι ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση συνοψίζονται βασικά στους ακόλουθους:
- Η ύπαρξη δικαστικής απόφασης δεν εμποδίζει την εφαρµογή του Μέρους VIA του Νόμου 9/65, για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου µε ιδιωτικό πλειστηριασµό και ειδικά στην προκειµένη όπου δεν υπάρχει διάταγµα του Δικαστηρίου για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων.
- Η επιδίωξη πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων με τον τρόπο αυτό δεν συνιστά κατάχρηση διαδικασίας.
- Οι επίδικες Ειδοποιήσεις Tύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» ηµερ. 2.5.17 είναι καθόλα ορθές, νόµιµες, έγκυρες και αποστάληκαν εμπρόθεσμα και σύµφωνα µε την προβλεπόμενη, εκ του Μέρους VIA του Νόμου 9/65, διαδικασία.
- Τα ποσά που αναφέρονται στις Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» είναι ορθά και εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην εξέταση του απαιτητού ποσού αφού τέτοια θέµατα δεν δύναται να αποφασισθούν στην παρούσα διαδικασία.
- Δεν συντρέχει κανένας από τους προβλεπόμενους, εκ του άρθρου 44Γ
(3)του Νόμου 9/65, λόγους παραμερισμού των επίδικων Ειδοποιήσεων. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Κωνσταντίνου, ο οποίος εργάζεται στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών των Καθ' ων η Αίτηση. Το μεγαλύτερο μέρος των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων αποτελεί επιχειρηματολογία επί νομικών θεμάτων, στην βάση συμβουλών που οι ενόρκως δηλούντες έχουν λάβει από τους δικηγόρους τους. Τα ουσιώδη για την παρούσα γεγονότα, τα οποία είναι ουσιαστικά αδιαμφισβήτητα, είναι τα ακόλουθα: Στις 6.12.01, μετά από αίτημα του Αιτητή αρ. 1, οι Καθ' ων η Αίτηση παραχώρησαν σε αυτόν δάνειο τακτής προθεσµίας για το ποσό των Λ.Κ.26.000 (€44,423.60) (στο εξής το δάνειο) και προς το σκοπό αυτό ανοίχθηκε ο λογαριασµός υπ' αριθµόν 243-31-174255-
- Το δάνειο εξασφαλιζόταν µε προσωπικές εγγυήσεις των Αιτητών αρ. 2 και 3 καθώς και µε τις υποθήκες υπ' αριθµό Υ2475/1999 ηµερ. 7.4.99 (για το ποσό των ΛΚ.8.000 µε σύνθετο τόκο πάνω στο ποσό αυτό προς 8% από τις 7.4.99 επί των ακινήτων µε αριθµούς εγγραφής 7170, 7169, 7438, 7440 και 7439) και Υ5535/1999 ηµερ. 28.7.99 (για το ποσό των ΛΚ.10.000 µε σύνθετο τόκο πάνω στο ποσό αυτό προς 8% από τις 28.7.99, επί των ακινήτων µε αριθµούς εγγραφής 2008 και 4641) του Επαρχιακού Κτηµατολογικού Γραφείου Λεµεσού. Οι εν λόγω υποθήκες παραχωρήθηκαν από τον Αιτητή αρ. 1 προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση. Ένεκα παραβάσεων εκ µέρους του Αιτητή αρ. 1 των όρων της συµφωνίας δανείου και παράλειψης του να συµµορφωθεί, οι Καθ' ων η Αίτηση µε επιστολή τους προς τον Αιτητή αρ. 1, ηµερ. 16.12.03, τερµάτισαν την λειτουργία του πιο πάνω λογαριασµού και απαίτησαν πλήρη και τελεία εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του σε περίοδο 7 ηµερών. Επιπλέον οι Καθ' ων η Αίτηση µε ξεχωριστές επιστολές ίδιας ηµεροµηνίας ενηµέρωσαν σχετικά και τους Αιτητές αρ. 2 και
- Λόγω μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού, οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν εναντίον των Αιτητών, στις 5.10.05, την Αγωγή υπ' αριθµόν 5166/05 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεµεσού. Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής, στις 13.10.09 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή αρ. 1 για το ποσό των €81.610,54, πλέον τόκους προς 5,5% ετησίως από 1.10.09 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των €32 έξοδα εκδόσεως της απόφασης, πλέον τα έξοδα της αγωγής ως θα υπολογίζονταν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκρίνονταν από το Δικαστήριο. Η απόφαση προέβλεπε αναστολή εκτέλεσης για 6 μήνες από τις 13.10.09 καθώς και ότι μετά από την πάροδο 3 μηνών, οι Καθ' ων η Αίτηση θα είχαν το δικαίωμα καταχώρησης ΜΕΜΟ επί της περιουσίας του Αιτητή αρ.
- Στις 2.3.16 οι Καθ' ων η Αίτηση απέστειλαν στους Αιτητές αρ. 2 και 3 και στον Επίσημο Παραλήπτη ως Διαχειριστή της περιουσίας του τότε υπό πτώχευση Αιτητή αρ. 1, µε συστηµένη αλληλογραφία, επιστολή δια της οποίας τους ενημέρωσαν ότι λόγω του ότι το ποσό της πιο πάνω απόφασης εξακολουθούσε να οφείλεται, προτίθενται να ξεκινήσουν την διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VΙΑ του Νόμου 9/65 για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Η επιστολή συνοδευόταν από Ειδοποίηση «Τύπος Θ» του Δευτέρου Παραρτήµατος του Νόμου 9/
- Ακολούθως στις 24.6.16, οι Καθ' ων η Αίτηση έκδοσαν προς τους Αιτητές, Ειδοποίηση «Τύπος Ι» του Δευτέρου Παραρτήµατος του Νόμου 9/
- Στις 7.7.16 επιδόθηκε στον Επίσηµο Παραλήπτη, ως Διαχειριστή της περιουσίας του Αιτητή αρ. 1, η Ειδοποίηση «Τύπος Ι» ηµερ. 24.6.16, συνοδευόµενη από την Ειδοποίηση «Τύπος Θ», κατάσταση λογαριασµού, σχετική επιστολή και αντίγραφο της δικαστικής απόφασης. Τα αμέσως προαναφερόμενα έγγραφα επιδόθηκαν στις 12.7.16 στον Αιτητή αρ. 2, προσωπικά άνευ της υπογραφής του και στην Αιτήτρια αρ. 3, προσωπικά άνευ της υπογραφής της. Στις 21.12.16 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού διάταγμα με το οποίο ακυρώθηκε το διάταγμα παραλαβής που είχε εκδοθεί εναντίον του Αιτητή αρ.
- Ακολούθως και αφού οι Αιτητές δεν συµµορφώθηκαν µε τις απαιτήσεις των Ειδοποιήσεων «Τύπος Ι», οι Καθ' ων η Αίτηση έκδοσαν στις 2.5.17, τις επίδικες Ειδοποιήσεις «Τύπος ΙΑ» και «ΙΒ», µε τις οποίες πληροφορούσαν τους Αιτητές ότι τα ενυπόθηκα ακίνητα πρόκειται να πωληθούν µε πλειστηριασµό στις 27.9.17 και ώρα 10:
- Στις 10.5.17 επιδόθηκαν στον Αιτητή αρ. 1, οι εν λόγω Ειδοποιήσεις «Τύπος ΙΑ» και «ΙΒ», έναντι της υπογραφής του Αιτητή αρ. 2, ο οποίος είναι ο πατέρας του Αιτητή αρ.
- Περαιτέρω η Ειδοποίηση «Τύπος ΙΒ» αποστάληκε και στον Επίσηµο Παραλήπτη ως Διαχειριστή της περιουσίας του Αιτητή αρ.
- Στις 10.5.17 επιδόθηκε στον Αιτητή αρ. 2 η Ειδοποίηση «Τύπος ΙΑ», προσωπικά έναντι της υπογραφής και η Ειδοποίηση «Τύπος ΙΑ» που αφορούσε την Αιτήτρια αρ. 3, έναντι της υπογραφής του Αιτητή αρ. 2, ο οποίος είναι ο σύζυγος της Αιτήτριας αρ.
- Οι επίδικες Ειδοποιήσεις είναι ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια Γ-Ε, επισυναπτόμενα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Συνεπώς το περιεχόμενό τους είναι αδιαμφισβήτητο. Αγορεύσεις Και οι δύο πλευρές αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε αποφάσεις άλλων πρωτόδικων Δικαστηρίων. Ως προκύπτει από την γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος των Αιτητών περιόρισε την θέση του ότι η Αίτηση πρέπει να επιτύχει στο γεγονός της έκδοσης εναντίον του Αιτητή αρ. 1, της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 13.10.09 (στο εξής η απόφαση). Είναι βασικά η θέση του κ. Χριστοδούλιδη ότι η διαδικασία του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, δεν εφαρμόζεται όταν έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση. Συνοψιζόμενη η όλη θέση του συνηγόρου έχει ως ακολούθως: Οι Καθ' ων η Αίτηση εξασφάλισαν την απόφαση σύμφωνα με την οποία ο Αιτητής αρ. 1 τους οφείλει συγκεκριμένο ποσό. Η απόφαση αφορά τα ίδια ενυπόθηκα ακίνητα για τα οποία προωθείται η επίδικη διαδικασία πώλησης τους. Από την έκδοση της μέχρι σήμερα οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έλαβαν κανένα µέτρο εκτέλεσης. Μετά την πάροδο 8 περίπου ετών επιδιώκουν να εξασφαλίσουν αυτό που είχε διαταχθεί με την απόφαση. Οι Αιτητές όμως δεν είναι υπερήμεροι σύμφωνα με τον Νόμο 9/65, ώστε να μπορεί να διεξαχθεί η διαδικασία του Μέρους VIA, διότι ο Νόμος θεωρεί τους ενυπόθηκους οφειλέτες ως υπερήµερους όταν παραλείπουν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους και να καταβάλουν την συµφωνηθείσα µηνιαία δόση, όταν παρέλθει περίοδος όχι µικρότερη των 120 ηµερών από την τελευταία δόση. Στην παρούσα δεν υφίσταται κανένας ενυπόθηκος οφειλέτης αλλά ο Αιτητής αρ. 1 είναι εξ αποφάσεως οφειλέτης και οι Καθ' ων η Αίτηση δεν είναι ενυπόθηκοι δανειστές αλλά εξ αποφάσεως πιστωτές αυτού. Ως εκ των άνω η διαδικασία που επέλεξαν να ακολουθήσουν οι Καθ' ων η Αίτηση παραγνωρίζει την εν λόγω απόφαση και συνιστά ασέβεια και καταφρόνηση προς το ίδιο το Δικαστήριο καθώς και την απόφαση. Το γεγονός ότι δεν έχει εκδοθεί δια της απόφασης οιονδήποτε διάταγµα που να διατάσσει την εκποίηση των επίδικων ακινήτων δεν µεταβάλλει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα πιο πάνω εφόσον το οιονδήποτε ποσόν οφείλεται στους Καθ' ων η Αίτηση είναι εξασφαλισµένο δυνάµει της απόφασης. Αντίθετα οι Καθ' ων η Αίτηση στην αγόρευση τους απορρίπτουν την πιο πάνω θέση και υποστηρίζουν ότι η διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου 9/65 μπορεί να εφαρμοσθεί και σε περιπτώσεις όπου έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση. Συγκεκριμένα η θέση τους μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Η θέση των Αιτητών είναι λανθασµένη και βασίζεται σε µια επίπλαστη διάκριση µεταξύ οφειλόµενου, σύµφωνα µε την δήλωση υποθήκης, ποσού και εξ αποφάσεως χρέους. Το ζητούµενο για την εφαρµογή του Μέρους VΙΑ είναι να υπάρχει υπερηµερία του ενυπόθηκου χρέους, τουλάχιστον 120 ηµερών. Στην προκειμένη υπάρχει τέτοια υπερημερία ενόψει του ότι:
(1)ο Αιτητής αρ. 1 παρουσίαζε καθυστερήσεις στην αποπληρωµή των οφειλόµενων δόσεων του,
(2)για τον λόγο αυτό στις 16.12.03, οι Καθ' ων η Αίτηση τερµάτισαν τον επίδικο λογαριασµό και προχώρησαν στην καταχώρηση αγωγής,
(3)στις 13.10.09 εκδόθηκε η απόφαση σε σχέση µε το οφειλόµενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασµού, ο οποίος εξασφαλιζόταν και από τις επίδικες υποθήκες και
(4)μέχρι σήμερα δηλ. και μετά την έκδοση της απόφασης το εν λόγω χρέος παραµένει οφειλόµενο. Το ενυπόθηκο χρέος έχει λοιπόν καταστεί υπερήµερο τουλάχιστον από τις 16.12.03 και η ύπαρξη της απόφασης επιβεβαιώνει την υπερηµερία αυτού. Εξακολουθεί δε να παραµένει ποσό οφειλόµενο προς τον ενυπόθηκο δανειστή, το οποίο ο ενυπόθηκος οφειλέτη ήθελε να εξασφαλίσει µε τις επίδικες υποθήκες. Πουθενά στον Νόμο 9/65 δεν υπάρχει οποιαδήποτε διάταξη, η οποία να προνοεί ότι το Μέρος VΙΑ δεν τυγχάνει εφαρµογής στην περίπτωση που υπάρχει δικαστική απόφαση. Από το λεκτικό δε των άρθρων 44Α(1-4) του Μέρους VΙΑ, προκύπτει ότι πρόθεση του νοµοθέτη είναι όπως η διαδικασία εφαρµόζεται σε όλες τις συµβάσεις υποθήκης, υφιστάµενες και µετανενέστερες. Περαιτέρω το άρθρο 44Α
(3)προνοεί ότι καµία διάταξη του Μέρους VΙΑ δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του Μέρους Vl ενώ σύµφωνα µε σχετική επιφύλαξη, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του Μέρους VlΑ, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο Μέρος αυτό δύναται να τυγχάνουν εφαρµογής από την ηµεροµηνία έναρξης του τροποποιητικού Νόµου142(Ι)/14. Το δε άρθρο 44Α
(4)δεν απαγορεύει ούτε και αποκλείει τη συνύπαρξη αγωγής και της διαδικασίας του Μέρους VΙΑ, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι νοµοθέτης δεν περιορίζει την εφαρµογή του Νόµου στην περίπτωση που η αγωγή περατώνεται με την έκδοση απόφασης. Τέλος δεν τίθεται θέμα κατάχρησης διαδικασίας µε την προώθηση της διαδικασίας του Μέρους VΙΑ, όταν υφίσταται δικαστική απόφαση, η οποία διατάσσει και την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, καθότι με την διαδικασία αυτή δεν επιδιώκεται η εξασφάλιση νέου διατάγµατος εκποίησης της υποθήκης αλλά η «εκτέλεση» υπάρχοντος διατάγματος εκποίησης µέσω µιας επιπρόσθετης διαδικασίας που προσφέρεται από τον Νόμο. Δηλ. η διαδικασία αυτή αποτελεί εναλλακτική µέθοδο πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Μια δικαστική απόφαση δίδει στον επιτυχόντα διάδικο δικαιώµατα και δεν του εναποθέτει υποχρέωση να ενεργήσει µε συγκεκριµένο τρόπο προς εκτέλεση της απόφασης. Εν πάση δε περιπτώσει στην προκειµένη δεν τίθεται θέμα κατάχρησης καθότι με την απόφαση δεν εκδόθηκαν οποιαδήποτε διατάγµατα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Εξέταση των πιο πάνω θέσεων Θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, προς υποστήριξη των θέσεων τους, παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε αποφάσεις άλλων Επαρχιακών Δικαστηρίων. Από την μελέτη τόσο των εν λόγω αποφάσεων αλλά και άλλων αποφάσεων που έχουν κρίνει τα ίδια ή παρόμοια θέματα με τα επίδικα στην παρούσα, διαπιστώνεται η ύπαρξη δύο διαφορετικών προσεγγίσεων και τελικά κρίσεων, οι οποίες πράγματι συνάδουν, οι μεν με τις θέσεις των Αιτητών, οι δε με τις θέσεις των Καθ' ων η Αίτηση. Πρέπει όμως να αναφερθεί ότι όλες οι προαναφερόμενες αποφάσεις προέρχονται από πρωτόδικα Δικαστήρια και συναφώς δεν είναι δεσμευτικές για το παρόν Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να εξετάσει τα επίδικα θέματα στην βάση πάντοτε των πραγματικών γεγονότων που τα περιβάλλουν και να διαμορφώσει και να αιτιολογήσει την δική του δικαστική κρίση. Αποτελεί κεντρική θέση των Αιτητών, ότι αυτοί δεν είναι υπερήμεροι σύμφωνα με τον Νόμο 9/65, ώστε να μπορεί να διεξαχθεί η διαδικασία του Μέρους VIA αλλά εξ αποφάσεως οφειλέτες, ενόψει της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Η εν λόγω θέση εδράζεται βασικά στην ερμηνεία που δίδουν οι Αιτητές ως προς το πότε λήγει η ιδιότητα κάποιου ως ενυπόθηκου οφειλέτη ή δανειστή αντίστοιχα. Αυτό που ουσιαστικά υποστηρίζουν είναι ότι από την έκδοση δικαστικής απόφασης με την οποία διατάσσεται η πληρωμή των ποσών που οφείλονται στα πλαίσια της σύμβασης, για την εξασφάλιση των ποσών της οποίας συστήθηκε η υποθήκη καθώς και η πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων, ο ενυπόθηκος οφειλέτης και ο ενυπόθηκος δανειστής, χάνουν τις ιδιότητες τους αυτές και καθίστανται πλέον εξ αποφάσεως οφειλέτης και δανειστής αντίστοιχα. Τέτοια ερμηνεία δεν έχει κατά την κρίση μου έρεισμα στον Νόμο 9/65 και εξηγώ: Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου 9/65: «ενυπόθηκος δανειστής» σηµαίνει το πρόσωπον υπέρ ου συνιστάται υποθήκη». «ενυπόθηκος οφειλέτης» σηµαίνει κύριον ακινήτου συνιστώντα υποθήκην επί του τοιούτου ακινήτου». Οι ιδιότητες λοιπόν του ενυπόθηκου δανειστή και του ενυπόθηκου οφειλέτη είναι άρρηκτα συνυφασμένες με την ύπαρξη και την ισχύ της υποθήκης. Είναι δε σαφές από το περιεχόμενο του Νόμου πότε αρχίζει να ισχύει η υποθήκη, ποιες οι συνέπειες της και πότε παύει να ισχύει. Συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 23 του Νόμου, το οποίο φέρει τον πλαγιότιτλο «Συνέπειαι υποθήκης» αφού γίνει αποδεκτή η δήλωση υποθήκης, το ακίνητο επί του οποίου αυτή συνεστήθη και εφόσον αύτη διαρκεί, βαρύνεται με την πληρωµή του εξασφαλιζοµένου με την υποθήκη ποσού, κατά προτεραιότητα έναντι κάθε άλλης οφειλής και υποχρέωσης του ενυποθήκου οφειλέτη ή του εκάστοτε κυρίου αυτού, εξαιρουµένων των οφειλών, οι οποίες εξασφαλίζονται με προηγουµένη δηλώση υποθήκης καθώς και με κάθε επιβαρύνση, η οποία ικανοποιείται κατά προτεραιότητα δυνάµει των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου. Το ακίνητο παραμένει δε βεβαρυμένο ως άνω μέχρις ότου:
(1)απαλλαγή της υποθήκης, σύμφωνα με το άρθρο 34 (σε περίπτωση που μερίδα του ακινήτου που είναι μικρότερη του συµφέροντος του ενυποθήκου οφειλέτη επί του περιλαµβανοµένου στην υποθήκη ή, σε περίπωση που στην υποθήκη περιλαμβάνονται δύο ή περισσότερα ακίνητα, οποιοδήποτε αυτών μπορεί να απαλλαγεί της υποθήκης από τον ενυπόθηκο δανειστή, είτε έναντι µερικής πληρωµής από τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή για άλλο λόγο) ή,
(2)εξαλειφθεί η υποθήκη σύμφωνα με το άρθρο 35 (όταν εξοφλείται ή παύει να υφίσταται η υποχρέωση την οποία αφορά η εξασφάλιση, η οποία παρέχεται δια της υποθήκης) ή,
(3)ακυρωθεί η υποθήκη σύμφωνα με το άρθρο 36 (μετά από διάταγμα Επαρχιακού Δικαστηρίου κατόπιν ένδικου βοηθήματος που δύναται να ασκήσει ο ενυπόθηκος οφειλέτης για συγκεκριμένους λόγους) ή, (δ) το ακίνητο πωληθεί διά πλειστηριασµού σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ανακουφίσεως Αγροτών Οφειλετών Νόµου ή του περί Πολιτικής Δικονοµίας Νόµου ή σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI του Νόμου 9/65 ή, (ε) το ακίνητο υποστεί αναγκαστική απαλλοτρίωση ή, (στ) εξοφληθεί το εξασφαλιζόµενο διά της υποθήκης ποσό, από το προϊόν της πώλησης οποιουδήποτε άλλου ακινήτου περιλαµβανοµένου στην ίδια υποθήκη, η οποία πώληση διεξήχθη δυνάµει οιουδήποτε των αμέσως προαναφερόμενων Νόμων. Ως εκ των άνω είναι προφανές ότι με την έκδοση δικαστικής απόφασης που διατάσσει και την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, η υποθήκη δεν παύει αυτόματα να ισχύει και συναφώς εξακολουθεί να υφίσταται ενυπόθηκος οφειλέτης και ενυπόθηκος δανειστής. Επομένως η ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη και του ενυπόθηκου δανειστή και κατ' επέκταση οι εκ του Νόμου 9/65 προβλεπόμενες υποχρεώσεις και δικαιώματα αυτών, δεν εξαλείφονται από το γεγονός και μόνο της ύπαρξης μιας δικαστικής απόφασης, στην βάση της οποίας ο μεν θεωρείται εξ αποφάσεως οφειλέτης και ο δε εξ αποφάσεως πιστωτής αυτού. Πράγματι σύμφωνα με το άρθρο 44Β
(1)του Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην διαδικασία που προβλέπει το Μέρος VIA, σε περίπτωση υπερημερίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27, ως αποτέλεσµα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερηµερία αφορά σε περίοδο όχι µικρότερη των 120 ηµερών από την ηµεροµηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο. Σύμφωνα δε με το άρθρο 27, όταν προνοείται στην σύμβαση της υποθήκης ότι το ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη θα αποπληρωθεί με δόσεις πληρωτέες σε καθορισμένες ημερομηνίες ή ο τόκος επί του ποσού που εξασφαλίζεται θα καταβάλλεται σε τακτά χρονικά διαστήματα και η πληρωμή οποιασδήποτε εκ των δόσεων ή του τόκου καθίσταται υπερήμερη, ολόκληρο το εξασφαλιζόµενο ποσό καθίσταται απαιτητό από την ηµεροµηνία, από την οποία η πληρωµή της δόσης ή του τόκου κατέστη υπερήµερη, εκτός εάν η σύµβαση υποθήκης προβλέπει διαφορετικά. Η ύπαρξη όμως δικαστικής απόφασης επί του οφειλόμενου, εξασφαλιζόμενου με την υποθήκη, ποσού, επιβεβαιώνει εν πάση περιπτώσει την ύπαρξη της υπερημερίας. Το εν λόγω ποσό εξακολουθεί να οφείλεται εάν δεν πληρωθεί μετά την έκδοση της απόφασης και κατ' επέκταση ο ενυπόθηκος οφειλέτης εξακολουθεί να μην εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του μέσα στα χρονικά περιθώρια που θέτει η εν ισχύ σύμβαση υποθήκης. Με την εξασφάλιση δε της δικαστικής απόφασης ο ενυπόθηκος δανειστής δεν υποχρεούται να προχωρήσει με εκτέλεση της και μάλιστα με συγκεκριμένο τρόπο όπως για παράδειγμα με βάση τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, αλλά διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα να ακολουθήσει οποιαδήποτε άλλη διαδικασία θεωρεί πρόσφορη και φυσικά πάντοτε εφόσον του το επιτρέπει οιοσδήποτε Νόμος, όπως στην περίπτωση του Μέρους VIA του Νόμου 9/
- Δεν μου διαφεύγει ούτε το γεγονός ότι στον προβλεπόμενο από το Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου «Τύπο Θ» - ο οποίος στην περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής είναι πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να συνοδεύει την Ειδοποίηση «Τύπος I» - γίνεται αναφορά σε αναδιάρθρωση του χρέους. Αυτό όμως δεν φαίνεται να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση εφόσον πέραν του ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε σχετική αναφορά στο Μέρος VIA ή σε άλλο μέρος του Νόμου 9/65 αλλά μόνο στον εν λόγω Τύπο, το λεκτικό που χρησιμοποιείται είναι να ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι «ενδεχοµένως» να έχει το δικαίωμα αναδιάρθρωσης του χρέους. Τέτοια αναδιάρθρωση προφανώς μπορεί να γίνει πριν την έκδοση της απόφασης αλλά από την άλλη τίποτα δεν εμποδίζει και την προσπάθεια για διευθέτηση του οφειλόμενου, με βάση την εκδοθείσα πλέον απόφαση, ποσού. Πρέπει επίσης στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας να γίνει αναφορά στο ιστορικό και στους σκοπούς του Μέρους VIA του Νόμου 9/65, το οποίο εισήχθη κατόπιν τροποποίηση του από το Νόμο 142(Ι)/
- Ως προκύπτει από την Αιτιολογική Έκθεση του σχετικού Νομοσχεδίου (βλ. Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, Παράρτημα Έκτο, ημερ. 5.11.14) η εισαγωγή του Μέρους αυτού αποτελεί μνημονιακή προϋπόθεση και σκοπό είχε την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων από τους ενυπόθηκους δανειστές, χωρίς την παρέμβαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Αναφορικά δε με την εφαρμογή του Μέρους αυτού η διάταξη του άρθρου 44Α
(1), η οποία υπό τον πλαγιότιτλο «Εφαρµογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους σε υφιστάµενες και νέες συµβάσεις υποθήκης» προβλέπει τα ακόλουθα: «44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρµόζονται σε κάθε περίπτωση σύµβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηµατικό µητρώο πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου ή η οποία εγγράφεται στο κτηµατικό µητρώο µετά την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου.
(2)Καµία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει µε την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καµία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρµογής από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου.
(4)Καµία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωµα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει µε την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγµατος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου». Είναι δε σαφές από τις πρόνοιες του εν λόγω Μέρους ότι ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να κάνει χρήση της διαδικασίας πώλησης που αυτό προβλέπει, χωρίς την εξασφάλιση δικαστικής απόφασης. Αυτό άλλωστε δεν είναι κάτι καινούριο. Ο Νόμος 9/65 παρείχε τέτοιο δικαίωμα από την αρχή της θέσπισης του (βλ. Μέρος VΙ). Από την άλλη παρά το ότι δεν προβλέπεται ρητά εντούτοις καμία διάταξη του Νόμου δεν απαγορεύει την χρήση της διαδικασίας του Μέρους VIA σε περίπτωση που έχει εξασφαλισθεί δικαστική απόφαση. Θα ήταν λοιπόν, λαμβανομένων υπόψην όλων των ανωτέρω, παράλογο κατά την κρίση μου αλλά και αντίθετο με τον σκοπό για τον οποίο θεσπίσθηκε δηλ. την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης, να μην αποκλείεται το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση δικαστικού διατάγματος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου αλλά από την άλλη με την εξασφάλιση τέτοιου να μην έχει δικαίωμα να προχωρήσει με την διαδικασία του εν λόγω Μέρους. Τέλος δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, η χρήση της διαδικασίας του Μέρους VIA να θεωρηθεί ως καταχρηστική, σε περίπτωση που έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση, ιδιαίτερα όταν δεν ακολουθείται ταυτόχρονα ή παράλληλα κάποια άλλη διαδικασία που επιδιώκει τον ίδιο σκοπό ήτοι την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Πόσο μάλλον όταν στην προκειμένη η απόφαση ημερομηνίας 13.10.09 δεν διατάσσει καν την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Για όλους του λόγους που εξήγησα ανωτέρω κρίνω ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση - Εφεσίβλητων και εναντίον των Αιτητών - Εφεσειόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/General Application/Final Αναφορά: Αστικό/Aίτηση Έφεση/Τελική/Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος 9/65. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο